ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LIMITED ν. ΚΑΙΖΕΡ, Αρ. Αγωγής: 6920/10, 30/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A522 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6920/10 Μεταξύ: ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LIMITED Ενάγουσα -και- XXXXX ΚΑΙΖΕΡ Εναγόμενος -και- Επί τοις αφορώσι τον Περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμου, Κεφ.62 -και- Επί τοις αφορώσι την αίτηση της ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LIMITED Αιτήτρια -και-
- XXXXX ΚΑΙΖΕΡ
- XXXXX ΖΩΡΖΗ ΜΙΧΑΗΛ
- XXXXX ΚΑΙΖΕΡ
- XXXXX ΜΑΡΙΑ ΚΑΙΖΕΡ Καθ' ων η Αίτηση ------------------------------------------------ Ημερομηνία: 30 Οκτωβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για αιτήτρια: κ. Ν. Κωνσταντίνου για Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ Για καθ' ων η αίτηση: κ. Ρ. Μίσιης για Α. Γεωργίου & Συνεργάτες Για Ε/Μ Ελληνική Τράπεζα: κ. Κ. Βαρνάβας Γεωργιάδη & Πελίδη ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, οι ενάγοντες/αιτητές (εφ' εξής οι αιτητές), είναι εξ αποφάσεως πιστωτές του εναγόμενου/καθ' ου η αίτηση 1 (εφ' εξής ο καθ' ου η αίτηση 1), δυνάμει απόφασης που εκδόθηκε στις 08/10/18 κατόπιν ακρόασης στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και με την οποία απόφαση ο καθ' ου η αίτηση 1 διατάχθηκε να πληρώσει στους αιτητές, το ποσό των €16.409 πλέον τόκους και έξοδα. Στις 12/11/18, ήτοι σύντομα μετά την έκδοση της τελικής απόφασης της 08/10/18, οι αιτητές διεξήγαγαν έρευνα στο Κτηματολόγιο σε σχέση με την ακίνητη περιουσία του καθ' ου η αίτηση 1 ώστε να προχωρήσουν με ανάλογα μέτρα εκτέλεσης της προς όφελος τους απόφασης. Διαπίστωσαν τότε ότι στις 19/06/12, 09/05/13 και 18/08/16, ήτοι μετά την καταχώρηση της αγωγής αλλά πριν την έκδοση της τελικής απόφασης, ο καθ' ου η αίτηση 1 είχε προβεί σε αποξένωση αριθμού συμφερόντων που είχε σε ακίνητη ιδιοκτησία και συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα πιστοποιητικά που εξασφάλισαν οι αιτητές (Τεκ.2 και 3), ο καθ' ου η αίτηση 1: Α. Στις 19/06/12 πώλησε σε τρίτους ακίνητο που του ανήκε εξ' ολοκλήρου στην Επαρχία Πάφου για το δηλωθέν ποσό των €50.000 (εφ' εξής το ακίνητο XXXXX). Β. Στις 09/05/13 μεταβίβασε δια δωρεάς στην καθ' ης αίτηση 2 το ½ μερίδιο που του ανήκε σε άλλο ακίνητο στην Πάφο, ήτοι στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Τμήμα 3, Τμχ XXXXX, Φ/Σχ: 51/190103 στην Κάτω Πάφο (εφ' εξής το ακίνητο XXXXX). Γ. Στις 18/08/16 μεταβίβασε δια δωρεάς στην καθ' ης αίτηση 3 το 1/6 μερίδιο που του ανήκε σε άλλο ακίνητο στην Πάφο, ήτοι στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Τμήμα 0, Τμχ XXXXX, Φ/Σχ: 46/33 στην Αμαργέτη (εφ' εξής το ακίνητο XXXXX). Δ. Στις 18/08/16 μεταβίβασε δια δωρεάς στην καθ' ης αίτηση 4 άλλο ακίνητο στην Πάφο που του ανήκε εξ' ολοκλήρου, ήτοι το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Τμήμα 1, Τμχ XXXXX, Φ/Σχ: 46/6220V01 στην Αμαργέτη (εφ' εξής το ακίνητο XXXXX). Καταχώρησαν λοιπόν οι αιτητές την παρούσα αίτηση στις 10/01/2019, ήτοι τρεις περίπου μήνες μετά την έκδοση της τελικής απόφασης στην πιο πάνω αγωγή, και επικαλούμενοι τις πρόνοιες των αρ.2, 3, 4 και 5 του Περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμου Κεφ.62 και των αρ. 82, 83, 87
(1)(Β), 91, 91Α, 91Β, 91(Γ)
(1)
(2)και 91Δ, ζητούν όπως από τις πιο πάνω μεταβιβάσεις στις οποίες προέβη ο καθ' ου η αίτηση 1, ακυρωθούν μόνο οι μεταβιβάσεις υπό στοιχεία Β, Γ και Δ ανωτέρω, ήτοι οι δια δωρεάς μεταβιβάσεις προς τους καθ' ων η αίτηση 2, 3 και 4, ως δόλιες μεταβιβάσεις εν τι εννοία των επίμαχων νομοθετικών προνοιών, όπως τα μεταβιβασθέντα ακίνητα και συμφέροντα επανεγγραφούν στο όνομα του καθ' ου η αίτηση 1, όπως η δικαστική απόφαση της 08/10/18 εγγραφεί ως επιβάρυνση επί των συγκεκριμένων ακινήτων και όπως διαταχθεί το Κτηματολόγιο να ενεργήσει αναλόγως. Ζητούν επίσης και τη φυλάκιση όλων των καθ' ων η αίτηση. Η αίτηση υποστηρίζεται από Ε/Δ του Κ. Σέρβου, διευθυντή των αιτητών, ο οποίος, επικαλούμενος τα πιο πάνω γεγονότα και τεκμήρια, υποστηρίζει ότι οι επίδικες μεταβιβάσεις έγιναν από τον καθ' ου η αίτηση 1, «...κακόπιστα, χωρις αντάλλαγμα και δόλια με σκοπό και πρόεθση να εμποδιστεί η Αιτήτρια από του να.εκτελέσει την δικαστική απόφαση ημερομηνίας 8.10.18 για να εισπράξει το επιδικασθέν ποσό.(και).ότι είναι εμφανές ότι οι Καθ' ων η αίτηση 2, 3 και 4 εδέχθηκαν την επ' ονόματι τους εγγραφή και μεταβίβαση των εν λόγω ακινήτων δόλια και κακόπιστα με σκοπό και πρόθεση να εμποδίσουν μαζί με τον Καθ' ου η αίτηση 1 την Αιτήτρια από του να εκτελέσει την πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση και να εισπράξει το εξ' αποφάσεως χρέος». Η αίτηση επιδόθηκε σε όλους τους καθ' ων η αίτηση, ήτοι και στον πρώην αλλά και στοςυ νυν ιδιοκτήτες καθώς επίσης και στο Κτηματολόγιο. Το τελευταίο, με επιστολή που καταχώρησε στο φάκελο της υπόθεσης στις 12/02/20, ενημέρωσε το Δικαστήριο και όλους τους ενδιαφερόμενους ότι δεν είχε ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και ότι: Α. Το ½ μερίδιο που είχε αποκτήσει η καθ' η αίτηση 2 στο XXXXX είχε επιβαρυνθεί στις 23/03/17 με ΜΕΜΟ προς όφελος της εταιρείας Vesta Holdings από τη Λεμεσό και στις 24/08/18 με ΜΕΜΟ προς όφελος της Διαχειριστικής Επιτροπής Limnaria Westpark Vesta Holdings Ltd. Β. Το 1/6 μερίδιο που απέκτησε η καθ' ης η αίτηση 3 στο XXXXX δεν επιβαρύνεται με οποιαδήποτε εμπράγματα βάρη. Γ. Το ακίνητο XXXXX που απέκτησε εξ' ολοκλήρου η καθ' ης η αίτηση 4 επιβαρύνεται, από τις 08/06/12 με την υποθήκη XXXXX/12 προς όφελος της Hellenic Bank Public Ltd (εφ' εξής Hellenic). Ενόψει της πιο πάνω ενημέρωσης από το Κτηματολόγιο, κρίθηκε ορθό όπως δοθούν οδηγίες από το Δικαστήριο όπως η αίτηση επιδοθεί και σε όλους τους πιο πάνω δικαιούχους επιβαρύνσεων, περιλαμβανομένης και της Societe Generale Bank - Cyprus (εφ' εξής Societe), η οποία παρουσιαζόταν στην κτηματολογική έρευνα που κατέθεσαν οι αιτητές να συνιστά δανειστή του καθ' ου η αίτηση 1 για το ποσό των €325.000, με εγγεγραμμένη προς όφελος της υποθήκη επί ενός άλλου ακινήτου στην Αμαργέτη της Επαρχίας Πάφου, το οποίο παρέμεινε εγγεγραμμένο στο όνομα του καθ' ου η αίτηση 1 και η αξία του οποίου εκτιμήθηκε να ανέρχεται στις €72.
- Στην πορεία της αίτησης, επειδή διαπιστώθηκαν δυσκολίες στον εντοπισμό της Διαχειριστικής Επιτροπής Limnaria Westpark Vesta Holdings Ltd, δόθηκαν, κατόπιν αίτησης των αιτητών, περαιτέρω οδηγίες όπως η αίτηση δημοσιευτεί και σε μία εφημερίδα παγκύπριας κυκλοφορίας. Οι αιτητές συμμορφώθηκαν πλήρως με όλες τις προαναφερόμενες οδηγίες του Δικαστηρίου και επέδωσαν την αίτηση σε όλα τα μέρη που παρουσιάζονταν να επηρεάζονται από την αίτηση καθώς επίσης και στη Societe. Όσον αφορά τους άμεσα εμπλεκόμενους καθ' ων η αίτηση, ήτοι τους καθ' ων η αίτηση 1, 2, 3 και 4, η αίτηση επιδόθηκε πρώτα στους καθ' ων η αίτηση 1 και 2 προσωπικά και στη συνέχεια, δυνάμει σχετικού διατάγματος υποκατάστατου επίδοσης ημερ. 13/03/19, επιδόθηκε ξανά στον καθ' ου η αίτηση 1 σε σχέση όμως με τους καθ' ων η αίτηση 3 και
- Στη διαδικασία εμφανίστηκε αρχικά συνήγορος ο οποίος ανέφερε ότι εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση 1 και
- Στη συνέχεια και μετά που η αίτηση επιδόθηκε και στους καθ' ων η αίτηση 3 και 4, ο ίδιος συνήγορος φάνηκε ότι θα εκπροσωπούσε και τους τελευταίους. Η ένσταση όμως που τελικά καταχώρησε ο λόγω συνήγορος, αναφέρει ρητά ότι πρόκειται για ένσταση μόνο από πλευράς καθ' ου η αίτηση 1 και ουδέποτε δηλώθηκε είτε στο πρακτικό είτε στην Ε/Δ που έκαμε ο τελευταίος για να υποστηρίξει την ένσταση του ότι αυτή, η ένσταση δηλαδή, υιοθετείται από ή προβάλλεται και εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση 2, 3 και
- Βεβαίως, αν και ουσιαστικά οι καθ' ων η αίτηση 2, 3 και 4, οι οποίοι είχαν δεόντως ενημερωθεί για την αίτηση, επέλεξαν να μην προβάλουν τις οποιεσδήποτε δικές τους θέσεις ή ενστάσεις, τυχόν επιτυχία των ισχυρισμών που ο καθ' ου η αίτηση 1 προβάλλει εναντίον της ρίζας της διαδικασίας (the root of the proceedings), αναπόφευκτα θα οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης εξ ολοκλήρου. Όσον αφορά τώρα τους επηρεαζόμενους τρίτους, στη διαδικασία εμφανίστηκαν με δικηγόρο ως ενδιαφερόμενα μέρη μόνο η Societe και η Hellenic. Εκ των δύο όμως τελικά μόνο η Hellenic καταχώρησε ένσταση στην αίτηση αφού η Societe δήλωσε, με τη σύμφωνο γνώμη των αιτητών, ότι η αίτηση δεν την επηρέαζε διότι το ακίνητο στο οποίο αυτή είχε επιβάρυνση, δεν αποτελούσε αντικείμενο της αίτησης. Στις μοναδικές λοιπόν ενστάσεις που καταχωρήθηκαν από τη Hellenic και τον καθ' ου η αίτηση 1, εγείρονται διάφορα θέματα τόσο νομικής φύσης (legal) όσο και σε σχέση με τα γεγονότα που αφορούν στις θέσεις του καθενός εξ' αυτών. Για σκοπούς όμως εύκολης κατανόησης όλων των θεμάτων που εγείρονται, κρίνω σκόπιμο όπως στο παρόν στάδιο παραθέσω μόνο τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προβάλλονται μέσω των εν λόγω ενστάσεων και όπως ασχοληθώ με τους νομικούς τους ισχυρισμούς κατά την εξέταση της νομικής πτυχής που περιβάλλει την αίτηση. Πρόβαλαν λοιπόν οι καθ' ου η αίτηση 1 και Hellenic τους εξής πραγματικούς ισχυρισμούς: Α. Καθ' ου η αίτηση 1 Κατά το χρόνο που έγιναν οι επίδικες μεταβιβάσεις η αγωγή δεν είχε ακόμη εκδικαστεί και συνεπώς κανένα ποσό δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι οφείλετο στους αιτητές. Αντιθέτως, η αντίληψη του καθ' ου η αίτηση 1 σε σχέση με την υπόθεση, υπό το φως και της νομικής συμβουλής που είχε λάβει τότε, ήταν ότι η υπεράσπιση του είχε αρκετά καλές πιθανότητες επιτυχίας ώστε να οδηγήσει σε απόρριψη της αγωγής. Ενόψει τούτου και επειδή τότε αντιμετώπιζε και προβλήματα υγείας, αποφάσισε καλόπιστα όπως μεταβιβάσει τα επίδικα συμφέροντα στα παιδιά του, ήτοι προς τους καθ' ων η αίτηση 2, 3 και 4, τα οποία ούτε είχαν σχέση με την αγωγή αλλά ούτε και γνώριζαν οτιδήποτε για την απόφαση του να τους μεταβιβάσει τα επίδικα συμφέροντα. Ισχυρίζεται δε ο καθ' ου η αίτηση 1 ότι κατά τον χρόνο των μεταβιβάσεων «.δεν είχε στην σκέψη του την πιθανότητα αποτυχίας της υπόθεσης και κατ' επέκταση να αποστερήσει δόλια από την αιτήτρια το δικαίωμα της να εισπράξει το λαβείν της.», αλλά σε κάθε περίπτωση, εφόσον η αξία των ακινήτων που μεταβιβάστηκαν ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη από το ποσό στο οποίο αφορούσε η αγωγή και την απόφαση που οι αιτητές εξασφάλισαν μεταγενέστερα των μεταβιβάσεων, «.Αν ήταν σκοπός του καθ' ου η αίτηση η αποξένωση της περιουσίας του θα μπορούσε κάλλιστα να το κάνει από το 2013 όπου έγινε η πρώτη μεταβίβαση.». Β. HELLENIC Το συμφέρον της τράπεζας στο συγκεκριμένο ακίνητο 14530 δημιουργήθηκε στις 08/06/12 όταν οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2 υπέγραψαν συμφωνία δανείου με την τότε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αμαργιέτης και Περιχώρων ύψους €72.000 και προσέφεραν προς εξασφάλιση του εν λόγω δανείου την υποθήκη XXXXX/2012 επί του συγκεκριμένου ακινήτου, ιδιοκτησίας τότε του καθ' ων η αίτηση
- Όταν στη συνέχεια η ΣΠΕ Αμαργιέτης και Περιχώρων μετατράπηκε διά συγχώνευσης σε Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου, στο τελευταίο μεταφέρθηκε τόσο το δάνειο όσο και η υποθήκη που του εξασφάλιζε. Περί τον Μάιο 2016, ο καθ' ου η αίτηση 1 ζήτησε τη συγκατάθεση του Σ.Τ. Πάφου για να μεταβιβάσει το XXXXX στην καθ' ης η αίτηση 4 - θυγατέρα του για κληρονομικούς λόγους όπως αυτός είχε τότε αναφέρει. Μέχρι τότε καμία ενημέρωση δεν είχε το Σ.Τ. Πάφου περί οποιασδήποτε άλλης υφιστάμενης ή μελλοντικής οικονομικής υποχρέωσης του καθ' ου η αίτηση
- Το Σ.Τ. Πάφου αποφάσισε να δώσει την αιτούμενη συγκατάθεση θέτοντας όμως συγκεκριμένους όρους. Αφ' ενός έθεσε ως όρο όπως το ακίνητο να παραμείνει υποθηκευμένο προς όφελος του ως εξασφάλιση του δανείου των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 και αφ' ετέρου όπως η καθ' ης η αίτηση 3 υπογράψει σύμβαση εγγύησης σε σχέση με τις υποχρεώσεις των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 απέναντι στο Συνεργατικό. Σε σχέση με την καθ' ης η αίτηση 4 που θα λάμβανε το ακίνητο, το Συνεργατικό Ταμιευτήριο δεν επέβαλε οποιοδήποτε όρο. Οι όροι του Συνεργατικού έγιναν αποδεκτοί και αφού δόθηκε η σχετική συγκατάθεση το ακίνητο μεταβιβάστηκε στην καθ' ης η αίτηση 4 παραμένοντας όμως επιβαρυμένο προς όφελος του Συνεργατικού δυνάμει της υποθήκης XXXXX/
- Στη συνέχεια, κατόπιν διαφόρων εταιρικών συγχωνεύσεων που στις 25/06/18 κατέληξαν όπως μεταφερθούν τα περιουσιακά στοιχεία του Σ.Τ. Πάφου προς την Hellenic, το δάνειο των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 όπως και η υποθήκη επί του XXXXX που το εξασφάλιζε, μεταφέρθηκαν στην τελευταία η οποία είναι πλέον η δικαιούχος του εμπράγματου βάρους που μέχρι σήμερα βαρύνει το XXXXX εφόσον είναι και η πιστώτρια του αντίστοιχου χρέους που εξακολουθεί να υφίσταται. H Hellenic επομένως, είναι, ισχυρίζεται η τελευταία, καλόπιστος τρίτος στην παρούσα διαδικασία και τυχόν έκδοση διατάγματος αναφορικά με το XXXXX ως οι αιτητές ζητούν, «θα πρέπει να προνοεί όπως η Υποθήκη XXXXX/2012 παραμείνει σε ισχύ επί του επίδικου ακινήτου με προτεραιότητα έναντι οποιασδήποτε οφειλής η οποία είναι μεταγενέστερη της εγγραφής της Υποθήκης XXXXX/2012». Εφόσον όλες οι πλευρές δήλωσαν ότι η μαρτυρία επί της οποίας εδράζονται αίτηση και ενστάσεις περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις που αντίστοιχα υποστηρίζουν τα εν λόγω «δικόγραφα» και ότι δεν επιθυμείτο η αντεξέταση οποιουδήποτε ομνύοντα, η ακρόαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των μερών, αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Θα πρέπει εδώ να σημειώσω ότι δεν θεωρώ ότι η επιθυμία των διαδίκων όπως η ακρόαση της υπόθεσης διεξαχθεί αποκλειστικά στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που κατατέθηκαν προς υποστήριξη αίτησης και ενστάσεων αντίστοιχα προσκρούει σε οποιοδήποτε διαδικαστικό ή δικονομικό κανόνα και θεωρώ ορθό όπως για σκοπούς πληρότητας, παραθέσω αυτούσια τα όσα σχετικά είχα αναφέρει στην υπόθεση ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΕΡΓΑΤΩΝ ΚΑΙ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΕΡΓΑΤΩΝ ΚΑΙ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΣΠΥΡΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 823/2013, 20/3/2018, η οποία αφορούσε σε παρόμοιας φύσης αίτηση και στην οποία απόφαση οι εδώ συνήγοροι με παρέπεμψαν. «ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η αίτηση κάτω από τις διατάξεις του Κεφ. 62, ως είναι νομολογημένο, ανήκει στην κατηγορία αιτήσεων που έχουν πρωτογενή χαρακτήρα και συνιστά αυτόνομη διαδικασία έστω και αν δικονομικά δύναται να ενταχθεί στο πλαίσιο αγωγής (βλ. Άντρη Ιωακείμ και Άλλη ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, (Αρ. 1)
(2003)1 ΑΑΔ 198). Δεν είναι όμως ο χαρακτήρας ή η φύση μιας διαδικασίας που καθορίζει τη μορφή που θα λάβει η προσκομισθείσα μαρτυρία αφού η έννοια «πρωτογενής χαρακτήρας», σημαίνει απλά ότι για να μπορέσει να δώσει λύση το Δικαστήριο στη διαφορά που έχει προκύψει μεταξύ των μερών και να ασκήσει την απαραίτητη δικαστική κρίση πάνω στα επίδικα θέματα που εγείρονται, χρειάζεται διάβημα εναρκτήριου χαρακτήρα. Αυτό ήταν άλλωστε και το επιχείρημα που πέτυχε στην Ιωακείμ. Το πώς όμως θα παρουσιαστεί η σχετική μαρτυρία, είναι ένα εντελώς διαφορετικό θέμα. Στην Ιωακείμ, όπου το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε θεωρήσει την εκεί αίτηση δυνάμει του Κεφ.62 ενδιάμεση και εφάρμοσε ανάλογη προσέγγιση κατά την εξέταση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, το επίδικο θέμα της έφεσης ήταν κατά πόσο η εκδοθείσα απόφαση ήταν τελική ή ενδιάμεση και αυτό για σκοπούς μέτρησης της προθεσμίας καταχώρησης έφεσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού παραλλήλισε τη φύση της διαδικασίας του Κεφ.62 με αυτή της αίτησης για κατάσχεση χρημάτων (garnishee order), η οποία να σημειωθεί δικάζεται στη βάση ενόρκων δηλώσεων, ανέφερε ότι όπως και σε εκείνη τη διαδικασία έτσι και στη διαδικασία του Κεφ.62, ακολουθείται διάβημα εναρκτήριου χαρακτήρα, για να δώσει λύση το Δικαστήριο στην εγειρόμενη διαφορά, διάβημα όμως που δεν περιορίζεται σε «αγωγή». Αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: «Στην Σπηταλιώτης, ... Γεννήθηκε το ερώτημα αν αυτή ήταν ενδιάμεση ή τελική απόφαση. Εφαρμόζοντας την προσέγγιση που δίνει το βάρος στη φύση της αίτησης (application approach), το Δικαστήριο θεώρησε την απόφαση τελικής μορφής και την έφεση εμπρόθεσμη. Με την ίδια ευκαιρία υπογράμμισε - και αναφέρθηκε σε προηγούμενο - ότι η πρωτογενής αίτηση, για τους σκοπούς της Διαταγής 35, θεσμός 2, «ταξινομείται ως αγωγή με την έννοια των θεσμών». Ας λεχθεί εδώ ότι ο όρος «αγωγή» δεν περιορίζεται στη διαδικασία που ξεκινά με κλητήριο ένταλμα. Η έννοια έχει ευρύτερο νοηματικό περιεχόμενο. Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις της Διαταγής 1, Θεσμός 2: «αγωγή» σημαίνει πολιτική διαδικασία που αρχίζει με ένταλμα ή οποιοδήποτε άλλο τρόπο, όπως μπορεί να καθορίζεται από οποιοδήποτε νόμο ή διαδικαστικούς κανονισμούς.» Η υπόθεση Μιχαλάκης Κιταλίδης, είναι ακόμη πιο κοντά στην κρινόμενη. Από τη σκοπιά που θα εξηγήσουμε. Επρόκειτο για αίτηση σε αγωγή από εξ αποφάσεως δανειστή. Ζήτησε διάταγμα κατάσχεσης χρημάτων κατατεθειμένων στην εφεσίβλητη Τράπεζα. Το πρωτόδικο δικαστήριο θεώρησε ότι η αίτηση ήταν ενδιάμεση και για τους λόγους που έδωσε την απέρριψε. Το ερώτημα, όπως το έθεσε ο Γαβριηλίδης Δ, που εξέδωσε την απόφαση του Εφετείου, ήταν: «Υπό το φως των πιο πάνω διατάξεων (σημ. των δικαιοδοτικών διατάξεων του άρθρ. 22 του ν. 14/60, όπως τροποποιήθηκε) είναι, κατά την άποψή μας, πρόδηλο, ότι το κατά πόσο η επίδικη αίτηση είναι ενδιάμεση ή αυτοτελής, εξαρτάται από το κατά πόσο το συνεπακόλουθο διάταγμα μπορεί να θεωρηθεί διάταγμα «που δεν διαγιγνώσκει την ουσία της αγωγής» ή όχι [(άρθρ. 22
(4)(β)]. Με ευρεία και κατ΄ αναλογία έννοια βέβαια.»» (έμφαση δική μου) Επισημαίνω εδώ ότι, ακόμα και αυτές καθ' αυτές οι εναρκτήριες κλήσεις που αναφέρονται ρητά ως τέτοιες στη Δ.55 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δεν αφορούν σε διαδικασία με προφορική μαρτυρία, μάλιστα δε, δεν αφορούν καν σε διαδικασία που διεξάγεται με μάρτυρες. Όπως εύστοχα επισημαίνει ο Ναθαναήλ Δ. στην υπόθεση ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ JUNPORT INTERNATIONAL LIMITED κ.α., Πολιτική ECLI:CY:AD:2017:D295, ECLI:CY:AD:2017:D295, Αίτηση Αρ. 115/2017, 15/9/2017. «Η εναρκτήρια κλήση δικονομικά προσφέρεται στη βάση του μηχανισμού που οριοθετεί η Δ.55 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Έχει τις καταβολές της στη δικαιοδοσία του Chancery και περιοριζόταν, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην υπόθεση In re Busfield
(1886)32 Ch. D. 123, στις απλές υποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων για τη διαχείριση της προσωπικής περιουσίας αποβιώσαντος. Στην πορεία βεβαίως του χρόνου το πεδίο της διευρύνθηκε ώστε να καλύπτει και την εκτέλεση διαθηκών και εμπιστευμάτων. Η ουσιώδης διαφορά μεταξύ εναρκτήριας κλήσης και κλητηρίου εντάλματος είναι ότι στο κλητήριο ένταλμα υπάρχουν έγγραφες προτάσεις, ενώ στην εναρκτήρια κλήση η διαδικασία λαμβάνει χώρα στο γραφείο του Δικαστή και δεν υπάρχουν δικόγραφα. Πρόκειται, σύμφωνα με την υπόθεση In re Fawsitt 30 Ch. D. 231, για πολιτική διαδικασία που αρχίζει κατά τρόπο άλλο από το γνωστό κλητήριο ένταλμα και θεωρείται «αγωγή» εντός της έννοιας της, αλλά δεν εξισώνεται η εναρκτήρια κλήση με το κλητήριο ένταλμα.Σύμφωνα με τον Odgers' Principles of Pleading and Practice 2η έκδοση σελ. 314 κ.ε., η εναρκτήρια κλήση προσφέρεται ως το κύριο μέσο διαδικασίας όταν η διαφορά σχετίζεται με την ερμηνεία εγγράφου ή νομοθετήματος ή εξαντλείται σε απόφαση επί αμιγούς νομικού σημείου. Η χρήση της εναρκτήριας κλήσης ενδείκνυται λόγω της απλότητας και ταχύτητας της, αλλά και εκ του γεγονότος ότι δεν υπάρχουν δικόγραφα και, κατά κανόνα, ούτε μάρτυρες. Χρησιμοποιείται όπου δεν υπάρχει αμφισβήτηση γεγονότων και μάλιστα θεωρείται ότι αποτελεί λανθασμένο τρόπο έναρξης διαδικασίας όπου τα γεγονότα είναι υπό αμφισβήτηση ή πιθανό να τεθούν υπό αμφισβήτηση....Δεν αποκλείεται όμως η χρήση της εναρκτήριας κλήσης και σε άλλες κατάλληλες περιπτώσεις, εφόσον με την εισαγωγική πρόνοια της Δ.1, η εναρκτήρια κλήση («originating summons»), σημαίνει κάθε κλήση εκτός από κλήση σε υφιστάμενη διαδικασία ή ζήτημα. Όπως αναφέρεται στον Odgers' σελ. 314, εκτός και όπου προσδιορίζεται από νομοθέτημα ότι μια διαδικασία μπορεί να αρχίσει με κλητήριο ένταλμα, τότε η διαδικασία μπορεί να αρχίσει είτε με κλητήριο είτε με εναρκτήρια κλήση στην επιλογή του ενάγοντα. Υπό τον περιορισμό όμως της γενικότερης εμβέλειας ως προς την καταλληλότητα του δικονομικού μέτρου της εναρκτήριας κλήσης ως εξηγήθηκε πιο πάνω.» Κοντολογίς, ο χαρακτήρας μιας διαδικασίας δεν καθορίζει τη μορφή της προσκομισθείσας μαρτυρίας αλλά τον τρόπο που θα προσεγγιστεί και θα εξεταστεί η εν λόγω μαρτυρία από το Δικαστήριο. Δηλαδή, αν θα πρέπει το Δικαστήριο να αξιολογήσει σε βάθος την προσαχθείσα μαρτυρία, να εξάγει συμπεράσματα αξιοπιστίας και να καταλήξει σε ευρήματα ή αν θα περιοριστεί σε μια αντικειμενική θεώρηση των ενόρκων δηλώσεων, περιορίζοντας την σχετική διεργασία, στο είδος και τις προϋποθέσεις της συγκεκριμένης αίτησης, ανάλογα και με την περίπτωση (βλ. μεταξύ άλλων Τσιαντή Χριστίνα και Άλλη,
(2010)1 Α.Α.Δ. 773, Λευκίδου Mαρία Γεώργαινα ν. Άριστου Kανναουρίδη
(1999)1 ΑΑΔ 528, Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 C.L.R. 263 και Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248) Η πρόσφατη δε τροποποίηση της Δ.30 για εκδίκαση αγωγών στη βάση γραπτής μαρτυρίας, είτε λόγω του ύψους της διαφοράς είτε κατόπιν συμφωνίας των μερών, συνιστά τρανή ένδειξη ότι, ακόμη και μια συνηθισμένη «αγωγή», δύναται να εκδικαστεί στη βάση γραπτής, αντί προφορικής μαρτυρίας και όλα τα δικαιώματα των μερών και η ορθή απονομή της δικαιοσύνης, εξακολουθούν να διασφαλίζονται με τον ίδιο τρόπο και στο ακέραιο. Σ' αυτό συμβάλλει και η δυνατότητα που παρέχεται για αντεξέταση των μαρτύρων, αν βέβαια τα μέρη επιθυμούν να προβούν σε τέτοια αντεξέταση. Η απουσία όμως προφορικής μαρτυρίας από τη διαδικασία, ουδόλως μεταβάλλει τη φύση ή τον «πρωτογενή χαρακτήρα» της, αφού το κριτήριο παραμένει το ίδιο, ήτοι, κατά πόσο στη βάση της αξιολόγησης της αποδεκτής μαρτυρίας, το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε ευρήματα και να εξάγει συμπεράσματα ως προς το αν έχει ικανοποιηθεί το ανάλογο βάρος απόδειξης που φέρουν οι διάδικοι. Ας μη μας διαφεύγει άλλωστε ότι, η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, καθορίζεται πάντα με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης και ότι είναι «...επίσης, καλά νομολογημένο ότι το δικαστήριο, σε θέματα διαδικασίας και πρακτικής, έχει ευρεία διακριτική εξουσία να καθορίζει την ενώπιόν του διαδικασία. Στην Eleftheriades a.ο. v. Mavrellis a.ο.
(1985)1 C.L.R. 436, ... αναφέρονται τα εξής:- (σελ. 445) "It is perfectly legitimate for the Court, both under the rules and in exercise of inherent powers, to regulate proceedings before it, for the Court to issue all necessary directions in order to make possible adjudication upon the substance of the case." Προκύπτει από το πιο πάνω ότι το δικαστήριο έχει εξουσία να δίδει οδηγίες, ανάλογα με τις ανάγκες της υπόθεσης, χωρίς βέβαια το θεσμοθετημένο πλαίσιο διαδικασίας, εκεί όπου αυτό υπάρχει, να καταργείται, κατ' επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του δικαστηρίου. (βλ. Coward Martin
(2013)1 ΑΑΔ 1070). Στη βάση των πιο πάνω και εφόσον αμφότεροι οι διάδικοι είχαν κοινή και συμφωνημένη θέση ότι με το να κατατεθούν εκατέρωθεν γραπτές ένορκες δηλώσεις, μορφή αποδεκτής μαρτυρίας, οι θέσεις των πελατών τους προβάλλονταν στον καλύτερο δυνατό βαθμό, ουδείς λόγος υπήρχε γιατί να θέσει εμπόδιο το Δικαστήριο και να ακολουθηθεί διαφορετική διαδικασία, μόνο διότι πρόκειται για διαδικασία με «πρωτογενή χαρακτήρα». Άλλωστε, στη σύγχρονη εποχή, με όλα τα δικαστικά προβλήματα που ο τεράστιος όγκος των υποθέσεων συνεπάγεται, η εκδίκαση υποθέσεων στη βάση γραπτών παραστάσεων, όχι μόνο βοηθά τα μέγιστα τη διαδικασία αλλά εξυπηρετεί και καλύτερα την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, αφού αν μη τι άλλο, με τον τρόπο αυτό εξοικονομείται πολύτιμος δικαστικός αλλά και δικηγορικός χρόνος.» Σημειώνω εδώ ότι μετά που εξέδωσα την απόφαση στην ΚΕΑΝ, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε αποφάσεις στις υποθέσεις ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ. ΛΤΔ (ΣΕ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ) ΗΕ 106855 κ.α. ν. LAKIS GEORGIOU CONSTRUCTION LTD, ECLI:CY:AD:2018:A422, Πολιτική Έφεση Αρ. 214/2012, 28/9/2018 , GRON ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ, ECLI:CY:AD:2019:A146, Πολιτική Εφεση Αρ. 328/2013, 16/4/2019 και Φ. ΖΙΤΤΗ κ.α. ν. ΦΘΑΡΤΕΜΠΟΡΙΚΗ Α/ΦΟΙ Α. ΚΑΤΣΑΡΗΣ Π. ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε92/2014, 16/7/2019, οι οποίες επίσης αφορούσαν σε αιτήσεις της συγκεκριμένης φύσης. Αν και ειδικότερη αναφορά στις εν λόγω αποφάσεις κάνω σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου, θεωρώ σκόπιμο όπως παραθέσω εδώ αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τη Gron στην οποία επικυρώθηκε ως ορθή δικαστική προσέγγιση η εκδίκαση μιας τέτοιας αίτησης στη βάση των εκατέρωθεν Ε/Δ και της μαρτυρίας που προέκυψε από την αντεξέταση των εκεί ομνυόντων: «.Ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, πέραν των ενόρκων δηλώσεων, τέθηκε και προφορική μαρτυρία. Τα όσα δηλαδή κατέθεσε ενόρκως ο Εφεσίβλητος στα πλαίσια της αντεξέτασής του από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπούσε τον αιτητή - Εφεσείοντα. Υπενθυμίζουμε ότι ήταν η ίδια η πλευρά του Εφεσείοντα που ζήτησε την παρουσία του Εφεσίβλητου προκειμένου να αντεξετασθεί επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως, που αποδέχθηκε ότι καταχώρησε προς υποστήριξη της ένστασής του.., δεν εντοπίζουμε περιθώρια παρέμβασής μας στο έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο, στα πλαίσια των εξουσιών του, είχε κάθε δικαίωμα να καταλήξει στα ευρήματά του, χωρίς την ανάγκη αναζήτησης περαιτέρω προφορικής μαρτυρίας ή γραπτών αποδεικτικών στοιχείων προς ενίσχυση των όσων προέβαλε ο Εφεσίβλητος..». Θα πρέπει βεβαίως να επισημάνω ότι στην παρούσα διαδικασία κανένας εκ των διαδίκων δεν άσκησε το δικαίωμα που είχε όπως ζητήσει να αντεξετάσει τους αντίδικους ομνύοντες επί των προβαλλόμενων ισχυρισμών τους (βλ. Gron ανωτέρω), οπόταν ιδιαίτερη σημασία θα δοθεί στο βασικό κανόνα απόδειξης ότι «.στις περιπτώσεις όπου είναι η θέση του αντίδικου ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου...να επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες.» αφού η άνευ ικανοποιητικής εξήγησης, παράλειψη αντεξέτασης μαρτύρων σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας τους ισοδυναμεί με αποδοχή της (βλ. Δημήτρης Σκάρος ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 291, Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785, Κ. Λ. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547, Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc
(2002)1(Γ) A.A.Δ.1527, Αdidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383). Την ίδια στιγμή όμως δεν θα παραγνωριστεί ούτε και η νομική αρχή που φέρει το θέμα αντεξέτασης κάποιου μάρτυρα επί κάποιου ισχυρισμού του να μην εξετάζεται απομονωμένα από το βάρος απόδειξης που ο κάθε διάδικος φέρει ή την αποδεικτική αξία που ο συγκεκριμένος ισχυρισμός έχει από μόνος του, υπό την έννοια ότι αν είναι έκδηλο ότι ένας ισχυρισμός δεν ευσταθεί, είτε διότι στερείται οποιουδήποτε αναγκαίου ερείσματος είτε διότι αντίκειται σε μαρτυρία που είναι αυτοδύναμη και αυταπόδεικτη, όπως π.χ. τα παραδεκτά γεγονότα ή η πραγματική μαρτυρία, είτε πολύ απλά διότι είναι εντελώς ατεκμηρίωτος, δεν υφίσταται ανάγκη να αντεξεταστεί ο μάρτυρας απλά για να του υποβληθεί η αντίθετη θέση ή η έκδηλη αντίφαση. Το ουσιαστικό βάρος άλλωστε είναι στην πλευρά που προβάλλει τον ισχυρισμό να τον αποδείξει και όχι στην άλλη πλευρά να αποδείξει ότι δεν ευσταθεί και το Δικαστήριο «έχει πάντοτε την εξουσία να μην αποδεχθεί την μαρτυρία η οποία δεν έτυχε αντεξέτασης, εφόσον από το σύνολο της υπόλοιπης αποδέκτης μαρτυρίας, κριθεί ότι αυτό ενδείκνυται» (βλ. ΣΚΟΡΔΗ ν. ΛΑΝΤΟΥ κ.α., ECLI:CY:AD:2020:A127, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 429/2012, 22/4/2020). Εκεί βέβαια που τίθεται θέμα μαχητού τεκμηρίου (rebuttable presumption), το βάρος απόδειξης των γεγονότων που ενεργοποιούν το τεκμήριο το φέρει πάντα ο διάδικος που το επικαλείται, αφού για να δημιουργηθεί το τεκμήριο, θα πρέπει πρώτα να αποδειχθεί ένα συγκεκριμένο γεγονός οπόταν και η ύπαρξη ενός άλλου γεγονότος εξάγεται φυσιολογικά ως συμπέρασμα, χωρίς να απαιτείται η απόδειξη του, απλά και μόνο γιατί είναι πιθανό το γεγονός αυτό να έλαβε χώρα. Σε μια τέτοια περίπτωση, το γεγονός που τεκμαίρεται θεωρείται δεδομένο, εκτός βέβαια αν το αντίθετο αποδειχθεί από την άλλη πλευρά η οποία και έχει στους δικούς της ώμους της το σχετικό βάρος απόδειξης (βλ. Παναγιώτου Μακάριος ν. Γεωργίας Φουρνίδου,
(2012)2 Α.Α.Δ. 916). Ενόψει λοιπόν του ότι ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε επί των προβαλλόμενων πραγματικών (factual) ισχυρισμών του, τα πλείστα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση προκύπτουν να συνιστούν κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα. Τα συνοψίζω. Μεταξύ αιτητών και καθ' ου η αίτηση 1 είχε συναφθεί συμφωνία αντιπροσώπευσης στα πλαίσια της ο οποίας ο τελευταίος δεχόταν εκ μέρους των πρώτων χρήματα από το κοινό για σκοπούς παροχής υπηρεσιών διαμεσολάβησης αποστολής χρημάτων στην Κύπρο και στο εξωτερικό. Για τα χρήματα που εισέπραττε ο καθ' ου η αίτηση 1 και τα οποία στη συνέχεια όφειλε να τα καταβάλει στους αιτητές, οι τελευταίοι διατηρούσαν σχετικό λογαριασμό στο όνομα του πρώτου. Σύμφωνα με τις θέσεις που ο ίδιος ο καθ' ου η αίτηση 1 πρόβαλε και προώθησε στα πλαίσια της αγωγής, όπως οι εν λόγω θέσεις φαίνονται στην καταχωρηθείσα υπεράσπιση, στην καταγραφείσα μαρτυρία και στην τελική απόφαση της 8/10/18 (βλ. σελ. 15), έγγραφα τα οποία βρίσκονται εντός του φακέλου της υπόθεσης και δεν αμφισβητούνται, στις 16/12/09, διευθυντικό στέλεχος των αιτητών ενημέρωσε επίσημα τον καθ' ου η αίτηση 1 ότι οι αιτητές απαιτούσαν όπως αυτός τους καταβάλει το ποσό των €16.409 διότι ο λογαριασμός του παρουσίαζε το εν λόγω ποσό ως οφειλόμενο, ήτοι ότι το εισέπραξε εκ μέρους τους αλλά δεν τους το κατέβαλε. Ο καθ' ου η αίτηση 1 αρνήθηκε να ικανοποιήσει το αίτημα προβάλλοντας διάφορους ισχυρισμούς, με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί η παρούσα αγωγή στις 05/08/10, με την οποία οι αιτητές αξίωσαν από τον πρώτο το ποσό των €16.409 πλέον τόκους και έξοδα. Μέχρι την ημερομηνία που καταχωρήθηκε η αγωγή, η ακίνητη περιουσία που είχε εγγεγραμμένη στο όνομα του ο καθ' ου η αίτηση 1 αποτελείτο από το XXXXX, το ακίνητο στην Αμαργέτη αξίας €70.200, το οποίο ήταν από τις 06/07/06 υποθηκευμένο στην Societe για το ποσό των €325.000 και τα ακίνητα και συμφέροντα στα οποία αφορά η παρούσα αίτηση, η αξία των οποίων ακινήτων και συμφερόντων εκτιμάται να ανέρχεται,, σύμφωνα με τα στοιχεία που εξασφάλισαν οι αιτητές από το Κτηματολόγιο, για το μερίδιο που είχε ο καθ' ου η αίτηση 1 στο XXXXX περί τις €75.000, για το μερίδιο στο XXXXX περί τις €8300 και για ολόκληρο το XXXXX, στις €29.400, ήτοι περί τις €112.000 στο σύνολο. Ο καθ' ου η αίτηση 1 δεν διαφωνεί με τις εν λόγω εκτιμήσεις αφού κατ' εκείνον η συνολική αξία των επίδικων ακινήτων και μεριδίων ανέρχεται στο ποσό των €115.000 περίπου. Αυτή ήταν η κατάσταση πραγμάτων που υφίστατο και στις 29/09/11 που η αγωγή ορίστηκε για πρώτη φορά για οδηγίες αλλά και στις 15/03/12 που ορίστηκε για ακρόαση για πρώτη φορά. Στις 15/03/12 όμως η ακρόαση αναβλήθηκε κατόπιν έγκρισης σχετικού αιτήματος που υπεβλήθη από πλευράς καθ' ου η αίτηση 1 και επαναορίστηκε για τις 19/11/
- Μέχρι τη νέα ημερομηνία ακρόασης, ήτοι μέχρι τις 19/11/12, η κατάσταση της ακίνητης περιουσίας του καθ' ου η αίτηση 1 άλλαξε και αυτό γιατί ο τελευταίος πώλησε στις 19/06/12 το XXXXX σε τρίτους για το δηλωθέν ποσό των €50.0000 και στις 8/06/12 αποδέχτηκε όπως επί του XXXXX εγγραφεί υποθήκη προς όφελος συνεργατικού πιστωτικού ιδρύματος ως εξασφάλιση δάνειου που σύναψε τότε από κοινού με την καθ' ης η αίτηση 2 για το ποσό των €72.
- Ως αποτέλεσμα αυτών των ενεργειών που ο καθ' ου η αίτηση 1 προέβη εκκρεμούσης της αγωγής αλλά πριν την έναρξη της ακρόασης, στο όνομα του παρέμειναν πλέον εγγεγραμμένα τέσσερα από τα αρχικά πέντε ακίνητα, συνολικής αξίας περί τις €182.
- Από τα τέσσερα αυτά ακίνητα όμως, μόνο τα δύο ήταν «καθαρά» από οποιαδήποτε βάρη αφού το ένα ακίνητο, ήτοι το 14530, το οποίο άξιζε €29.400, ήταν πλέον υποθηκευμένο για το ποσό των €72.000 ενώ άλλο ακίνητο, ήτοι αυτό στην Αμαργέτη, το οποίο άξιζε €70.200, συνέχισε να παραμένει υποθηκευμένο για το ποσό των €325.
- Η συνολική δε αξία των δύο «καθαρών» τότε ακινήτων του καθ' ου η αίτηση 1, ανερχόταν στις €83.
- Στις 19/11/12 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση δόθηκε και πάλι αναβολή και για διάφορους λόγους που είναι καταγραμμένοι στα πρακτικά και οποίοι λόγοι περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων και από κοινού αιτήματα με σκοπό τη διευθέτηση, μέχρι τις 12/09/17 δεν κατέστη δυνατό να ξεκινήσει η ακρόαση της υπόθεσης. Εντός αυτής της πεντάχρονης περιόδου όμως που η ακρόαση της υπόθεσης αναβάλλετο, ήτοι μεταξύ 19/11/12 και 12/09/17, ο καθ' ου η αίτηση 1 προχώρησε και χωρίς να λάβει οποιοδήποτε χρηματικό αντάλλαγμα, αποξένωσε προς όφελος των παιδιών του, ήτοι τους καθ' ων η αίτηση 2, 3 και 4, όλα τα εναπομείνατα ακίνητα και συμφέροντα που είχε σε ακίνητη ιδιοκτησία, πλην του ακίνητου στην Αμαργέτη το οποίο ήταν από το 2006 υποθηκευμένο στη Societe. Συγκεκριμένα, ο καθ' ου η αίτηση 1 μεταβίβασε δια δωρεάς στις 09/05/13 στην καθ' ης η αίτηση 2 θυγατέρα του το μερίδιο του στο XXXXX, στις 18/08/16 στην καθ' ης αίτηση 3 θυγατέρα του το 1/6 μερίδιο του στο ακίνητο XXXXX και στις 18/08/16 στην επίσης θυγατέρα του καθ' ης αίτηση 4, ολόκληρο το XXXXX, όλα συνολικής αξίας €115.000 περίπου. Συνεπεία των μεταβιβάσεων αυτών, η μόνη ακίνητη περιουσία που παρέμεινε εγγεγραμμένη στο όνομα του καθ' ου η αίτηση 1 όταν είχαν πλέον ναυαγήσει όλες οι προσπάθειες για διευθέτηση οπόταν και ξεκίνησε η ακρόαση της αγωγής, ήτοι στις 12/09/17, ήταν το ακίνητο στην Αμαργέτη το οποίο άξιζε €70.200 και το οποίο ήταν από το 2006 υποθηκευμένο για €325.
- Εν τω μεταξύ, τόσο το δάνειο που είχαν συνάψει το 2012 οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2 με το συνεργατικό όσο και η υποθήκη που είχε εγγραφεί τότε επί του XXXXX προς όφελος του συνεργατικού, ακίνητο το οποίο είχε πλέον μεταβιβαστεί στην καθ' ης η αίτηση 4, μεταφέρθηκαν περί το 2016 στη Hellenic κατόπιν διαφόρων συγχωνεύσεων και εξαγορών που είχαν ως τότε λάβει χώρα και η συγκεκριμένη υποθήκη συνεχίζει μέχρι σήμερα να συνιστά εξασφάλιση του ποσού που οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2 όφειλαν αρχικά στο συνεργατικό δυνάμει της συμφωνίας δανείου της 08/06/12 και συνεχίζουν σήμερα να οφείλουν στη Hellenic. Πρόσθετα τούτου, στις 23/03/17, το ½ μερίδιο που απέκτησε η καθ' η αίτηση 2 στο XXXXX επιβαρύνθηκε με ΜΕΜΟ προς όφελος της εταιρείας Vesta Holdings από τη Λεμεσό και στις 24/08/18 με ΜΕΜΟ προς όφελος της Διαχειριστικής Επιτροπής Limnaria Westpark Vesta Holdings Ltd. Το 1/6 μερίδιο που απέκτησε η καθ' ης η αίτηση 3 στο XXXXX παραμένει μέχρι σήμερα ελεύθερο από οποιαδήποτε εμπράγματα βάρη. Με την τελική απόφαση που εξέδωσε αδελφός Δικαστής στις 08/10/18 κατόπιν πλήρους ακρόασης της αγωγής, οι αιτητές δικαιώθηκαν και πέτυχαν πλήρως στις αξιώσεις τους εναντίον του καθ' ου η αίτηση 1, η υπεράσπιση του οποίου απορρίφθηκε. Εναντίον της απόφασης αυτής ο καθ' ου η αίτηση 1 παρέλειψε να ασκήσει έφεση εντός της προθεσμίας που προνοούν οι Θεσμοί και μεταγενέστερο αίτημα του για παράταση του χρόνου καταχώρησης έφεσης, αφού εξετάστηκε από τον αδελφό Δικαστή, απορρίφθηκε με σχετική ενδιάμεση απόφαση στις 05/07/
- Πλην του προαναφερόμενου υποθηκευμένου ακινήτου στην Αμαργέτη, ο καθ' ου η αίτηση 1 δεν φαίνεται να έχει άλλη ακίνητη ή κινητή περιουσία και ούτε παρουσιάστηκε από μέρους του τελευταίου οτιδήποτε που να υποδηλοί το αντίθετο. Για όλα τα πιο πάνω κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα κάμνω ανάλογα ευρήματα. Προτού προχωρήσω στα θέματα που παρέμειναν υπό αμφισβήτηση, θεωρώ ορθό όπως παραθέσω τη νομική πτυχή που περιβάλλει αιτήσεις αυτής της φύσης, η οποία αίτηση υπενθυμίζω περιστρέφεται γύρω από τις πρόνοιες των αρ. 3 και 4 του Κεφ.62[i] και των αντίστοιχων προνοιών του Μέρους ΙΧ του Κεφ.6[ii]. Στην ΚΕΑΝ ανωτέρω είχα αναφέρει τα εξής σχετικά: «Το Κεφ. 62 ή όπως ήταν αρχικά Κεφ. 95, το οποίο πριν την νομοθετική του 1949, συνιστούσε το Ν. 7/1886όπως τροποποιήθηκε από το αρ.2 του Ν.10/1927 (βλ. APHRODITE N. VASSILIADES ν. ARTEMIS N. VASSILIADES AND ANOTHER (V18) 1 CLR 10 1941 July 9 και ημερομηνία θέσπισης Κεφ.62 και σχετικό πλαγιότιτλο «24 Απριλίου 1886 - 1949 Cap.95») παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να ακυρώσει, μεταξύ άλλων, οποιαδήποτε μεταβίβαση ή διάθεση ακίνητης περιουσίας που θεωρείται ως «δόλια» βάσει των διατάξεων του Άρθρου 3 του Νόμου (βλ. επίσης αρ.4). Το Άρθρο 3
(1)του Κεφ. 62 προνοεί, μεταξύ άλλων, ότι κάθε μεταβίβαση ή διάθεση ακίνητης περιουσίας, που γίνεται από οποιοδήποτε πρόσωπο, με πρόθεση να παρεμποδίσει ή να καθυστερήσει τους πιστωτές του ή οποιοδήποτε απ' αυτούς να ανακτήσουν απ' αυτόν τα χρέη τους, θα θεωρείται ότι είναι δόλια και θα είναι άκυρη εναντίον του εν λόγω πιστωτή ή πιστωτών. Στην παλιά, αλλά καθοδηγητική απόφαση, Lymperopoulou v. Christodoulou a.ο.
(1957)Vol. 22 C.L.R., 184, η οποία υιοθετήθηκε από τη μεταγενέστερη νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Pampos Zenios Trading Ltd a.ο. v. Χατζηπαύλου & Υιός Λτδ κ.ά.
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2322), αποφασίστηκε ότι μια δόλια μεταβίβαση είναι άκυρη εναντίον πιστωτή ή πιστωτών τους οποίους, ο μεταβιβάζων και ο δεχόμενος τη μεταβίβαση είχαν πρόθεση να παρεμποδίσουν ή να καθυστερήσουν να ανακτήσουν τα χρέη τους. Δόλια μεταβίβαση δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 3
(1)του περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμου Κεφ. 62, μπορεί ν' ακυρωθεί μόνον εάν ο πιστωτής, που υποβάλλει την αίτηση ακύρωσης, συγκαταλέγεται μεταξύ αυτών που ο μεταβιβάζων (χρεώστης), κατά το χρόνο της μεταβίβασης, είχε πρόθεση να παρεμποδίσει ή να καθυστερήσει, στην ανάκτηση του οφειλόμενου, προς αυτόν, χρέους του. Ο Νόμος δεν παρέχει θεραπεία για «μεταγενέστερο πιστωτή», δηλαδή πιστωτή ο οποίος δεν βρισκόταν στη σκέψη του χρεώστη κατά το χρόνο της δόλιας μεταβίβασης. (Για τα πιο πάνω βλ. μεταξύ άλλων, Τζιέπρα Σταυρούλλα ν. Χαράλαμπου Σάββα και Άλλης
(2013)1 ΑΑΔ 2410 και Zenios Pambos Trading Ltd και Άλλη ν. Μιχάλης Χατζηπαύλου Υιός Λτδ και Άλλου,
(2011)1 Α.Α.Δ. 2322) Το ουσιώδες στοιχείο επομένως για να χαρακτηριστεί ως «δόλια» μια μεταβίβαση, είναι η πρόθεση του μεταβιβάζοντος κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ως έχει νομολογηθεί όμως, αυτό το στοιχείο του «δόλου» για σκοπούς του Κεφ.62, δεν συνίσταται σε «ηθικό δόλο», αλλά αφορά μόνο το κατά πόσο ο μεταβιβάζων είχε πρόθεση, να καθυστερήσει ή να δυσκολέψει τους πιστωτές του. (βλ. VASSILIADES ανωτέρω). Αναφέρω εδώ τον όρο «δυσκολέψει» αντί του όρου «παρεμποδίσει» που αναφέρεται στο ελληνικό κείμενο του αρ.3
(1), διότι στο αυθεντικό αγγλικό κείμενο του Νόμου, το οποίο παρέμεινε αναλλοίωτο από το 1886 και το οποίο για σκοπούς ερμηνείας νομοθετικών προνοιών, συνιστά τον ορθό ερμηνευτικό οδηγό (βλ. Χρήστος Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ 69), στο αρ.3
(1)(πρώην αρ.2
(1)), χρησιμοποιείται η φράση «hinder», ήτοι το να καταστήσεις δύσκολο για κάποιον να κάνει κάτι ή για να γίνει κάτι (make it difficult for (someone) to do something or for (something) to happen)» και όχι η φράση «prevent» ήτοι «να εμποδίσεις». Μάλιστα δε, στη VASSILIADES ανωτέρω, η οποία να σημειωθεί ήταν απόφαση του Ανακτοσυμβουλίου (Privy Council) σε έφεση από απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου και επομένως δεσμευτική για την κυπριακή νομολογία, τονίστηκε ότι για να καταδειχθεί η απαιτούμενη για το Κεφ.62 πρόθεση, αυτό που απαιτείται να καταδειχθεί, είναι κάτι λιγότερο από «παρεμπόδιση» των πιστωτών: «The law of Cyprus as stated in the sections cited above makes the intent of the transferor the crucial test for deciding whether the transfer or disposal is to be deemed to be "fraudulent". The fraud contemplated is not what has been called "moral" fraud; but consists in the intention of the transferor to "hinder" or "delay" (that is something less than "prevent") his creditors.» (έμφαση δική μου) Σύμφωνα με το αρ.3
(2)(πρώην αρ.2
(2)) όμως, όταν η μεταβίβαση έγινε, μεταξύ άλλων, σε σύζυγο ή παιδί και «...όχι με χρηματικό αvτάλλαγμα ή με αvτάλλαγμα άλλη περιoυσία ισoδύvαμης αξίας ή με καλή αvτιπαρoχή...», δημιουργείται τεκμήριο (presumption) ότι η μεταβίβαση ήταν «δόλια» και τo βάρoς απόδειξης ότι αυτή έγιvε καλή τη πίστει και χωρίς πρόθεση vα δυσκολευτούν ή να καθυστερήσουν οι πιστωτές αυτού που μεταβιβάζει, είναι στους ώμους του τελευταίου καθώς και τoυ προσώπου στo οπoίo έγιvε η μεταβίβαση. Σημειώνω εδώ ότι, η φυσική αγάπη και στοργή, δεν συνιστούν «καλή αντιπαροχή» για σκοπούς του Νόμου (βλ. Vassiliades ανωτέρω). Το εν λόγω τεκμήριο είναι βέβαια μαχητό (rebuttable presumption) και δύναται, όπως όλα τα μαχητά τεκμήρια, να ανατραπεί στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, νοουμένου ότι προσκομιστεί επαρκής αποδεκτή μαρτυρία προς τούτο. Σημειώνεται τέλος ότι τόσο η απαιτούμενη πρόθεση, εκεί όπου τέτοια πρόθεση χρειάζεται να αποδειχθεί, όσο και η καλή πίστη, είναι στοιχεία που θα πρέπει να συναχθούν από το σύνολο των περιστατικών της κάθε υπόθεσης και κατά την εξέταση αυτή, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όλα τα δεδομένα της υπόθεσης καθώς επίσης, εκεί όπου παρέχεται η δυνατότητα, την ιδιομορφία της κυπριακής κοινωνίας που περιβάλλει την ειδική σχέση των μερών που αναφέρονται στο αρ.3
(2). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Vassiliades ανωτέρω: «Whether or not that intention exists, must be decided as an inference of fact from considering all the circumstances of the case.. The decision that the first respondent had satisfied this onus, which was arrived at by the Courts in Cyprus, the Judges of which have a knowledge of local conditions and habits which their Lordships do not pretend to possess, is not one which they would lightly interfere with. But they feel satisfied on a consideration of all the evidence and documents that it is a right conclusion, and that the judgment should be affirmed.» (έμφαση δική μου)» Στις μεταγενέστερα εκδοθείσες ΔΗΜΑΡΩ, ΖΙττη και Gron, το Ανώτατο ανέφερε τα εξής: ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ - «Πέραν όμως των πιο πάνω, παρατηρείται ότι η διαδικασία κατά το Μέρος ΙΧ του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, αρχίζει με «αίτηση» οποιουδήποτε εξ αποφάσεως πιστωτή που επιδιώκει την ακύρωση μεταβίβασης, επιβάρυνσης ή αποξένωσης περιουσιακού στοιχείου από οφειλέτη που θεωρείται, κατά το άρθρο 91Γ, ως καταδολιευτική. Δεν αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο ο τρόπος ή η φύση της αίτησης, αλλά στο προηγούμενο άρθρο 89
(3), προνοείται ότι μέχρις ότου εκδοθούν διαδικαστικοί κανονισμοί για την καλύτερη εφαρμογή των διατάξεων των Μερών VIII και ΙΧ, θα εφαρμόζονται οι ισχύοντες διαδικαστικοί κανονισμοί αναφορικά με αιτήσεις διά κλήσεως. Επομένως η αίτηση η οποία εισήχθηκε από τους εφεσίβλητους για την ακύρωση της μεταβίβασης είχε ορθά καταχωρηθεί στον Τύπο Αιτήσεως διά Κλήσεως και δεν θα μπορούσε να εισαγόταν, παρά την αυτοτέλεια του αντικειμένου της, με οποιαδήποτε άλλη διαδικασία εκτός εντός του φακέλου της κυρίως αιτήσεως για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης. Επιβεβαίωση των ανωτέρω προσφέρουν τα προνοούμενα στον περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμο, Κεφ. 62, στον οποίο δεν βασίζεται η επίδικη αίτηση για ακύρωση, αλλά οι πρόνοιες του στοχεύουν προς την ίδια κατεύθυνση με το Μέρος ΙΧ του Κεφ. 6. Στο άρθρο 4 του Κεφ. 62, που τιτλοφορείται «διαδικασία ακύρωσης μεταβίβασης», προβλέπεται ότι οποιαδήποτε δωρεά, πώληση, ενέχυρο, υποθήκη ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση κινητής ή ακίνητης περιουσίας που θεωρείται δόλια δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 3, δύναται να ακυρωθεί με διάταγμα του Δικαστηρίου «.. που εξασφαλίζεται με αίτηση οποιουδήποτε εξ αποφάσεως πιστωτή που γίνεται στην εν λόγω αγωγή ή άλλη διαδικασία και στο Δικαστήριο ενώπιον του οποίου η αγωγή ή άλλη διαδικασία έχει ακουστεί ή εκκρεμεί.». Και αυτό, βεβαίως, είναι και λογικό ούτως ώστε να υπάρχει συσχετισμός μεταξύ της κυρίως αγωγής ή άλλης εναρκτήριας διαδικασίας, όπως ήταν εν προκειμένω η Γενική Αίτηση για εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, με την αίτηση ακύρωσης της μεταβίβασης του περιουσιακού στοιχείου. Κατ΄ αναλογία, λοιπόν, ορθό και λογικά αναμενόμενο είναι η ενιαία και σφαιρική αντίκρυνση και επίλυση θεμάτων που αναδύονται από το ίδιο υπόβαθρο γεγονότων ή έχουν κοινή θεματολογία. Ως προς τους υπόλοιπους λόγους έφεσης που σχετίζονται με την ουσία της υπόθεσης είναι ορθή η ανάλυση του πρωτοδίκου Δικαστηρίου ως προς τη νομική πτυχή του θέματος. Ένα Δικαστήριο έχει κατά το άρθρο 91Γ του Κεφ. 6, τη δυνατότητα ακύρωσης καταδολιευτικής μεταβίβασης και, αναλόγως, δύναται να διατάξει την ακύρωση της εγγραφής και την επαναεγγραφή στο όνομα του οφειλέτη, με ταυτόχρονη εγγραφή του εξ αποφάσεως χρέους ως επιβάρυνση επί του περιουσιακού στοιχείου. Κατά δε το άρθρο 91Α του Κεφ. 6, μεταξύ άλλων, θεωρείται πράξη καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτή, η δωρεά, μεταβίβαση ή επιβάρυνση προς όφελος τρίτου οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του εξ αποφάσεως οφειλέτη εφόσον γίνεται με σκοπό την παρεμπόδιση ή καθυστέρηση ικανοποίησης των εξ αποφάσεως χρεών. Τέτοια πράξη λογίζεται κατά το εδάφιο
(2)του άρθρου ως γενόμενη με σκοπό την καταδολίευση του εξ αποφάσεως πιστωτή μέχρις αποδείξεως του αντιθέτου. Περαιτέρω, τέτοια πράξη θεωρείται καταδολιευτική, ανεξαρτήτως του αν έγινε πριν ή μετά την καταχώρηση αγωγής δυνάμει της οποίας εκδόθηκε απόφαση υπέρ του πιστωτή. Παρατηρείται επομένως ότι υπάρχει τεκμήριο το οποίο λειτουργεί υπέρ του πιστωτή με τον οφειλέτη να βαρύνεται με την απόδειξη του αντιθέτου. Απόδειξη που ικανοποιείται στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, (Ευαγγέλου ν. Κωστάκης Κουρέας και Υιός Λτδ
(2005)2 Α.Α.Δ. 415). Η δωρεά, όπως είναι εν προκειμένω η περίπτωση, προς όφελος τρίτου του περιουσιακού στοιχείου της εφεσείουσας εταιρείας τεκμαίρεται να αποτελεί πράξη καταδολίευσης των εφεσιβλήτων και αυτό ανεξάρτητα από το χρονικό σημείο που έγινε η μεταβίβαση δηλαδή πριν ή μετά την καταχώρηση αγωγής, ή, στα δεδομένα της παρούσας διαφοράς, της έκδοσης της διαιτητικής απόφασης και της μεταγενέστερης εγγραφής της στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Παρόμοιες πρόνοιες υπάρχουν στο Κεφ. 62, το άρθρο 3
(1)του οποίου προνοεί ότι κάθε δωρεά, πώληση, κλπ, με πρόθεση την παρεμπόδιση ή καθυστέρηση των πιστωτών θα θεωρείται ως δόλια, κατά τεκμήριο, δηλαδή, με το βάρος κατά το εδάφιο
(2), απόδειξης της καλής πίστης της μεταβίβασης ή εκχώρησης να φέρει ο δικαιοπάροχος ή εκχωρητής καθώς και το πρόσωπο στο οποίο έγινε η μεταβίβαση ή εκχώρηση. Παρόμοιες είναι και οι πρόνοιες των άρθρων 46
(1)και 47
(1)του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5, τα οποία προνοούν ότι οποιαδήποτε διάθεση περιουσίας που δεν γίνεται λόγω γάμου ή προς όφελος αγοραστή καλή τη πίστει και με νόμιμη αντιπαροχή, θα είναι άκυρη έναντι του Επιτρόπου Πτωχεύσεως αν η διάθεση έγινε μέσα σε δύο χρόνια από την κήρυξη του διαθέτη σε πτώχευση ή αν ο διαθέτης σε οποιοδήποτε χρονικό διάστημα μετά τη διάθεση και εντός περιόδου δέκα ετών κηρύχθηκε σε πτώχευση. Η αποξένωση της περιουσίας της εφεσείουσας εταιρείας προς τους εφεσείοντες 2, 3 και 4, θεωρείται βεβαίως ως αποξένωση προς τρίτους εφόσον εταιρεία και φυσικά πρόσωπα είναι κατά πάγια νομολογία διάφορα πρόσωπα. Η ουσία παραμένει ότι το επίδικο ακίνητο μεταβιβάστηκε σε χρόνο που κατά τη νομοθεσία δημιουργεί μαχητό τεκμήριο περί πρόθεσης καταδολίευσης. Εναπόκειτο στους εφεσείοντες να πείσουν ότι καλή τη πίστει είχε γίνει η μεταβίβαση χωρίς πρόθεση αποστέρησης από τους εφεσίβλητους του προϊόντος της διαιτητικής αποφάσεως. Η κρίση του Δικαστηρίου ότι η εφεσείουσα εταιρεία μεταβίβασε το μοναδικό περιουσιακό της στοιχείο και μάλιστα στους μετόχους της χωρίς οποιοδήποτε αντάλλαγμα εύλογα καταγράφηκε ως πράξη που αποστερεί τους πιστωτές από αυτό το περιουσιακό στοιχείο και καμία ουσιαστική εύλογη εξήγηση δεν δόθηκε για το αντίθετο. Η υπόθεση Αργυρού ν. Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως Λτδ
(2008)1 Α.Α.Δ. 1256, που επικαλέσθηκαν οι εφεσείοντες δεν προσομοιάζει με τα εδώ δεδομένα. Εκεί ο εφεσείων είχε σε ανύποπτο χρόνο πριν τη γένεση οποιασδήποτε αστικής ευθύνης δηλώσει εγγράφως πρόθεση μεταβίβασης. Σημασία έχει η ίδια η πράξη της μεταβίβασης η οποία ομιλεί αφεαυτής και όχι, όπως εισηγήθηκαν οι εφεσείοντες, ότι αν ήθελαν πράγματι να αποστερήσουν τους εφεσίβλητους από του να εισπράξουν το λαβείν τους ήταν δυνατό να γίνει μεταβίβαση σε τρίτους στα πέντε έτη που μεσολάβησαν μεταξύ της έκδοσης της διαιτητικής απόφασης και της τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου. Κάτι τέτοιο παραμένει στη σφαίρα της θεωρίας εφόσον ουδέποτε έγινε, η δε μεταβίβαση έγινε διά δωρεάς και χωρίς οποιοδήποτε αντάλλαγμα, χωρίς δηλαδή, οποιαδήποτε αντιπαροχή για να παρουσιαζόταν τουλάχιστον, εκ πρώτης όψεως, η ύπαρξη νόμιμου ανταλλάγματος για τη δικαιοπραξία αυτή. Η πρόθεση, σε αντίθεση με αυτό που υποστηρίζουν οι εφεσείοντες, συνάγεται από τα γεγονότα και μόνο.» Ζίττη - «Οι εφεσείοντες προβάλλουν ότι το δικαστήριο λανθασμένα κατέληξε ότι η εφεσίβλητη ήταν πιστωτής με βάση τις πρόνοιες του Νόμου. Η αίτηση για ακύρωση δόλιας μεταβίβασης, όπως υποστήριξαν, μπορεί να γίνει από πιστωτή υπέρ του οποίου έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση, παραπέμποντας στο άρθρο 2 της Πολιτικής Δικονομίας, Κεφ. 6, το οποίο προβλέπει ότι "εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής" σημαίνει πρόσωπο υπέρ του οποίου εκδίδεται δικαστική απόφαση με την οποία διατάσσεται η πληρωμή χρημάτων. Σημειώνουν οι εφεσείοντες, και είναι άλλωστε αποδεχτό ότι, κατά το χρόνο που έγιναν μερικές εκ των μεταβιβάσεων, δεν είχε εκδοθεί δικαστική απόφαση υπέρ της εφεσίβλητης. Περαιτέρω προβάλουν ότι η εφεσίβλητη δεν έχει αποδείξει το δικαίωμα της να κατατάσσεται ως πιστωτής του προσώπου από το οποίο οφείλεται το χρέος με βάση το άρθρο 2 του Κεφ.
- Τα όσα εισηγήθηκαν επί του προκειμένου οι εφεσείοντες δεν μας βρίσκουν σύμφωνους. Το ίδιο το άρθρο 4 του Κεφ. 62, προκαθορίζει ότι, «... θεωρείται δόλια . που .. έγινε πριν από ή μετά την έναρξη αγωγής .». Θα πρέπει κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για ακύρωση να υπάρχει απόφαση υπέρ του αιτητή.Στην Πολ. Εφ. 214/2012, ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ Λτδ (σε εκκαθάριση) ν. Lakis Georgiou Constructions, 28 Σεπτεμβρίου 2018, σημειώθηκε ότι: "Η δωρεά, όπως είναι εν προκειμένω η περίπτωση, προς όφελος τρίτου του περιουσιακού στοιχείου της εφεσείουσας εταιρείας τεκμαίρεται να αποτελεί πράξη καταδολίευσης των εφεσιβλήτων και αυτό ανεξάρτητα από το χρονικό σημείο που έγινε η μεταβίβαση δηλαδή πριν ή μετά την καταχώρηση αγωγής, ή, στα δεδομένα της παρούσας διαφοράς, της έκδοσης της διαιτητικής απόφασης και της μεταγενέστερης εγγραφής της στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου." Ήταν ο ισχυρισμός που προβλήθηκε από τους εφεσείοντες ότι η εφεσίβλητη δεν ήταν στη σκέψη της εφεσείουσας 1 ως πιστωτής, κατά το χρόνο της μεταβίβασης, συνεπώς δεν θα μπορούσε ν' αποδειχθεί ότι είχε πρόθεση να εμποδίσει την ανάκτηση του χρέους. Στη βάση της νομοθετικής πρόνοιας (άρθρο 4 του Κεφ. 62) και της νομολογίας, όπως έχουμε αναφέρει, το βάρος απόδειξης ότι η μεταβίβαση δεν ήταν δόλια, αλλά έγινε καλόπιστα, μετατίθεται στους ώμους του δικαιοπαρόχου. Συνεπώς, το βάρος απόδειξης ότι η μεταβίβαση δεν έγινε δόλια βρισκόταν, εν προκειμένω, στους ώμους των εφεσειόντων, οι οποίοι έπρεπε να αποδείξουν ότι κατά το χρόνο της μεταβίβασης δεν ήταν στη σκέψη της εφεσείουσας 1, ότι η εφεσίβλητη ήταν πιστωτής και ότι η μεταβίβαση δεν έγινε με σκοπό να αποξενώσουν περιουσία για να μην μπορέσει η εφεσίβλητη να εισπράξει το οφειλόμενο ποσό. Το κρίσιμο ερώτημα που αναφύεται είναι αν ο δικαιούχος γραμματίου, όταν η ημερομηνία πληρωμής δεν έχει φθάσει, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως πιστωτής του εγγυητή; Η απάντηση είναι θετική, εξαρτώμενη βεβαίως από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, έστω και αν το δικαίωμα του «πιστωτή» δεν είναι ακόμη εκτελεστό, αφού δεν μπορούσε να κινήσει αγωγή για να το ανακτήσει.» Gron - «.Παρατηρούμε ότι η προβλεπόμενη από το άρθρο 3 του Κεφαλαίου 62 διαδικασία ακύρωσης μεταβίβασης αρχίζει με αίτηση οποιουδήποτε εξ αποφάσεως πιστωτή, η οποία, κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 4 «.... γίνεται στην εν λόγω αγωγή ή άλλη διαδικασία και στο Δικαστήριο ενώπιον του οποίου η αγωγή ή άλλη διαδικασία έχει ακουστεί ή εκκρεμεί.». Αυτό, όπως κρίθηκε και στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ. Λτδ κ.ά. ν. Lakis Georgiou Construction Ltd, ECLI:CY:AD:2018:A422, ECLI:CY:AD:2018:A422, Πολ. Εφ. 214/2012, ημερ. 28.9.2018, «... είναι και λογικό ούτως ώστε να υπάρχει συσχετισμός μεταξύ της κυρίως αγωγής ή άλλης εναρκτήριας διαδικασίας ... με την αίτηση ακύρωσης της μεταβίβασης του περιουσιακού στοιχείου.». Όπως ορθά εντόπισε το πρωτόδικο Δικαστήριο με αναφορά στην απόφαση Ιωακείμ κ.ά. (ανωτέρω) η υπό κρίση αίτηση, ως εδραζόμενη στις διατάξεις του Κεφαλαίου 62, έχει πρωτογενή χαρακτήρα και εντάσσεται στις αυτοτελείς. Πρόκειται για αυτόνομη διαδικασία, η οποία στοχεύει σε άλλης μορφής θεραπεία, αφού με αυτή επιδιώκεται πλέον η ακύρωση, με δικαστικό διάταγμα, μεταβίβασης ως δόλιας. Δεν εντοπίζουμε ο,τιδήποτε επιλήψιμο στο γεγονός ότι, όπως προβλέπει το άρθρο 4 του Κεφαλαίου 62, ο εξ αποφάσεως πιστωτής - Εφεσείων καταχώρησε την επίδικη αίτηση στην ίδια αγωγή, προκειμένου να εξασφαλίσει ακύρωση της μεταβίβασης του υπό αναφορά κτήματος και επανεγγραφή του στο όνομα του εξ αποφάσεως οφειλέτη. Ορθότερο θα ήταν όπως στον υφιστάμενο τίτλο της αγωγής - στο πλαίσιο της οποίας δικονομικά είναι ενταγμένη η αίτηση - προστίθετο νέος τίτλος προς χαρακτηρισμό της νέας διαδικασίας και εισαγωγή του ονόματος και της νέας ιδιοκτήτριας του επίδικου κτήματος. Το όλο ζήτημα όμως δεν πλήττεται με ανάλογο λόγο έφεσης και, εν πάση περιπτώσει, με δεδομένη την επίδοση της αίτησης για ακύρωση στη νέα ιδιοκτήτρια και τη συμμετοχή της στη διαδικασία που ακολούθησε, παρέλκει η οποιαδήποτε περαιτέρω ενασχόλησή μας με το παρόν θέμα.» Υπό το φως λοιπόν των πιο πάνω αποφάσεων του Ανωτάτου, τα όσα ανέφερα στην ΚΕΑΝ ανωτέρω τα υιοθετώ πλήρως για σκοπούς της παρούσας αίτησης και σε αυτά θα προσθέσω ότι μέχρι την 19/11/99 που θεσπίστηκε ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 1999 (Ν. 134(I)/1999), το Κεφ.6 δεν παρείχε εξουσία στο Δικαστήριο για να ακυρώσει δόλιες μεταβιβάσεις αλλά προνοούσε μόνο για τη φυλάκιση του χρεώστη σε περίπτωση που διαπιστωνόταν κάτι τέτοιο (βλ. αντικατασταθείσες πρόνοιες αρ.82 - 92 Κεφ.6). Ενόψει όμως της ανάγκης για κατάργηση της εξουσίας φυλάκισης ενός χρεώστη για αστικά χρέη, ο Νομοθέτης αποφάσισε εν τη σοφία του όπως αντικαταστήσει την εν λόγω εξουσία με την ακυρωτική εξουσία που ήδη παρείχετο από το Κεφ.62, διατηρώντας όμως παράλληλα σε ισχύ και τις πρόνοιες εκείνου του Νόμου. Παρά ταύτα, εφόσον το λεκτικό των επίμαχων προνοιών του Κεφ.6 είναι στην ουσία το ίδιο με αυτό των προνοιών του Κεφ.62 με εξαίρεση κάποιες μικροδιαφορές στις οποίες δεν χρειάζεται να αναφερθώ επί του παρόντος, και εφόσον νομολογιακά έχει αναγνωριστεί ότι οι πρόνοιες του Κεφ.62 «.στοχεύουν προς την ίδια κατεύθυνση με το Μέρος ΙΧ του Κεφ. 6.» (βλ. ΔΗΜΑΡΩ ανωτέρω), είναι θεωρώ ασφαλές να θεωρηθεί ότι οι νομολογιακές αρχές που περιβάλλουν το Κεφ.62 εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο και σε σχέση με τις πρόνοιες του Κεφ.
- Με γνώμονα όλα τα πιο πάνω συνεπώς, προχωρώ να εξετάσω την ουσία της ενώπιον μου αίτησης. Παρατηρώ τα εξής. Κατά πρώτο, ουδέν μεμπτό υπάρχει ως προς το ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στα πλαίσια της αγωγής από την οποία προέκυψε το χρέος επί του οποίου εδράζεται το αίτημα για ακύρωση των επίδικων μεταβιβάσεων, με ανάλογα προσαρμοσμένη μορφή ώστε να παρουσιάζεται ως πρωτογενής αίτηση και με ανάλογα προσαρμοσμένο τίτλο ώστε πέραν του τίτλου της αγωγής, να αναφέρονται στον τίτλο της αίτησης και οι υπόλοιποι εμπλεκόμενοι διάδικοι, ήτοι οι νέοι ιδιοκτήτες των ακινήτων. Αντιθέτως, σύμφωνα με την ανωτέρω νομολογία, αυτή φαίνεται να είναι και η ενδεδειγμένη πρακτική όταν το αίτημα για ακύρωση εδράζεται, και επί των σχετικών προνοιών του Κεφ.6 όπως είναι η παρούσα περίπτωση. Οι περί του αντιθέτου θέσεις του καθ' ου η αίτηση 1 επομένως κρίνονται αβάσιμες και απορρίπτονται (βλ. σχ. λόγος ένστασης υπ. αρ.1). Κατά δεύτερο, όπως ο ίδιος ο καθ' ου η αίτηση 1 είχε αναφέρει και προωθήσει κατά την εκδίκαση της αγωγής, αυτός γνώριζε από τις 16/12/09 ότι για κάποιο λόγο ο λογαριασμός του τον παρουσίαζε να οφείλει στους αιτητές το ποσό των €16.409 και ότι οι τελευταίοι απαιτούσαν από εκείνον το εν λόγω ποσό. Υπενθυμίζω εδώ ότι ήταν κοινώς αποδεκτό ότι ο εν λόγω λογαριασμός αφορούσε σε ποσά που ο εναγόμενος λάμβανε εκ μέρους των αιτητών και τα οποία όφειλε να τους τα επιστρέψει. Όταν δε καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή 8 μήνες αργότερα, ήτοι στις 05/08/10, οποιαδήποτε τυχόν αμφιβολία υπήρχε ως προς τις πραγματικές προθέσεις των αιτητών σε σχέση με την φερόμενη τότε οφειλή, τέτοια αμφιβολία διαλύθηκε πλήρως αφού πλέον οι αιτητές είχαν καταστήσει ξεκάθαρο ότι θεωρούσαν τον εαυτό τους ως πιστωτές του καθ' ου η αίτηση
- Εκ του αποτελέσματος της αγωγής προκύπτει ξεκάθαρα ότι καθ' όλη τη διάρκεια της αγωγής οι αιτητές επέμειναν στη συγκεκριμένη θέση τους και μάλιστα δικαίως και καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε που να καταδεικνύει οτιδήποτε διαφορετικό ή που να υποδηλοί ότι η θέση αυτή των αιτητών άλλαξε οποτεδήποτε εκκρεμούσης της αγωγής. Κατά τρίτο, οι επίδικες μεταβιβάσεις έγιναν «.μετά την καταχώρηση της αγωγής.» και εκκρεμούσης της εκδίκασης της. Μάλιστα δε, οι εν λόγω μεταβιβάσεις έγιναν προς τα παιδιά του καθ' ου η αίτηση δια δωρεάς, ήτοι χωρίς oπoιoδήπoτε χρηματικό αvτάλλαγμα ή άλλη καλή αvτιπαρoχή και υπενθυμίζω εδώ ότι η φυσική αγάπη και στοργή που ενδεχομένως να αναδύεται έμμεσα από τη θέση του καθ' ου η αίτηση 1 ότι τις μεταβιβάσεις τις έκαμε για κληρονομικούς σκοπούς λόγω προβλημάτων υγείας, δεν δύναται να θεωρηθεί ως καλή αντιπαροχή (βλ. Vassiliades ανωτέρω). Είναι τέλος κοινώς αποδεκτό ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο των επίδικων μεταβιβάσεων προς τους καθ' ων η αίτηση 2, 3 και 4, ο καθ' ου η αίτηση 1 δεν είχε στην ιδιοκτησία του άλλη ακίνητη περιουσία πλην ενός ακινήτου, το οποίο όμως ήταν επιβαρυμένο με υποθήκη για το ποσό των €325.
- Στη βάση των πιο πάνω, κρίνω ότι σε σχέση με τις επίδικες μεταβιβάσεις που καθορίζονται στην αίτηση, οι αιτητές έχουν καταφέρει με τη μαρτυρία τους να ενεργοποιήσουν δεόντως το μαχητό τεκμήριο των αρ.3
(2)Κεφ.62 και 91(Α)
(2)Κεφ.6 εφόσον και στην έννοια του «πιστωτή» που αναφέρεται στις πρόνοιες του κάθε επίμαχου νομοθετήματος ξεχωριστά εντάσσονται [iii], ως η εν λόγω έννοια έχει τύχει νομολογιακής ερμηνείας στις αποφάσεις που έχω ήδη παραπέμψει, και η αξίωση τους ως πιστωτές ήταν στη σκέψη του καθ' ου η αίτηση 1 κατά τον επίδικο χρόνο των μεταβιβάσεων, αξίωση στην οποία τελικά δικαιώθηκαν αλλά και ο τρόπος και χρόνος που έγιναν οι επίδικες μεταβιβάσεις δημιουργεί, κατά τη νομοθεσία, μαχητό τεκμήριο περί πρόθεσης καταδολίευσης (βλ. λεχθέντα στις ΔΗΜΑΡΩ, Ζίττη και αυθεντίες που παρατίθενται στην ΚΕΑΝ ανωτέρω). Σημειώνω εδώ ότι και η πλευρά της Hellenic φαίνεται να συμφωνεί με αυτό το συμπέρασμα (βλ. (βλ. σελ. 5 αγόρευσης Hellenic). Το βασικό ερώτημα συνεπώς που παραμένει να απαντηθεί είναι αν η μαρτυρία που προσκομίστηκε από πλευράς καθ' ου η αίτηση 1, καταδεικνύει στον απαιτούμενο βαθμό ότι στην πραγματικότητα, οι επίδικες μεταβιβάσεις έγιναν καλή τη πίστη και χωρίς πρόθεση vα δυσκολευτούν ή να καθυστερήσουν οι πιστωτές του τελευταίου ώστε να μη δικαιολογείται η ακύρωση τους. Προτού όμως προχωρήσω να εξετάσω την επί του προκειμένου μαρτυρία του καθ' ου η αίτηση 1, κρίνω σκόπιμο να επισημάνω τα εξής. Τα όσα αναφέρονται πιο πάνω αναφορικά με την εκ πρώτης όψεως επιτυχία της αίτησης δεν ισχύουν ούτε και εκτείνονται στην επιβάρυνση που έλαβε χώρα στις 08/06/12 στο XXXXX με την εγγραφή υποθήκης προς όφελος του συνεργατικού και μετέπειτα της Hellenic, επιβάρυνση η οποία, σύμφωνα με τις επίμαχες νομοθετικές πρόνοιες περιλαμβάνεται στις πράξεις που δύναται να θεωρηθούν ως καταδολιευτικές. Εξηγώ. Κατ' αρχή, ουδέποτε στην αίτηση περιλήφθηκε αίτημα για ακύρωση της εγγραφής υποθήκης επί του XXXXX ως δόλιας και αυτό παρά το ότι η ύπαρξη της εν λόγω υποθήκης περιήλθε σε γνώση των αιτητών πριν την ακρόαση της αίτησης. Αντιθέτως, σε σχέση με το XXXXX η αίτηση παρέμεινε από την αρχή μέχρι το τέλος να αφορά μόνο στη μεταγενέστερη μεταβίβαση που έγινε προς την καθ' ης η αίτηση 4, η οποία καθ' ης η αίτηση υπενθυμίζω ότι όταν έλαβε το εν λόγω ακίνητο, αυτό ήταν ήδη επιβαρυμένο με τη συγκεκριμένη υποθήκη. Και να μπορούσε όμως να θεωρηθεί ότι με την αίτηση επιχειρείται εμμέσως η ακύρωση της υποθήκης, το γεγονός ότι η εγγραφή της εν λόγω υποθήκης έγινε προς όφελος ανεξάρτητου τραπεζικού ιδρύματος, έναντι χρηματικού ανταλλάγματος υπό τη μορφή τραπεζικού δανείου, δεν επιτρέπει στους αιτητές να επικαλεσθούν το μαχητό τεκμήριο καταδολίευσης του Κεφ.62 αλλά τους επιβάλλει πλέον το βάρος να αποδείξουν εκείνοι ότι η επιβάρυνση έγινε δολίως ως ο Νόμος ορίζει. Προς αυτή όμως τη κατεύθυνση, οι αιτητές καμία μαρτυρία δεν προσέφεραν. Ακόμη όμως και να ήθελε το θέμα προσεγγισθεί υπό το γενικότερο τεκμήριο καταδολίευσης που το λεκτικό των προνοιών του Κεφ.6 φαίνεται να δημιουργεί, η αναντίλεκτη μαρτυρία που προσέφερε η Hellenic ως προς το ότι για να εξασφαλιστεί η συγκεκριμένη υποθήκη χορηγήθηκε ένα νόμιμο και νομότυπο τραπεζικό δάνειο προς τον καθ' ου η αίτηση 1, είναι αρκετή για να καταδείξει καλοπιστία από πλευράς του ενυπόθηκου δανειστή και να ανατρέψει έτσι το συγκεκριμένο τεκμήριο. Ενδεχόμενη επιτυχία επομένως της αίτησης σε σχέση με τη μεταβίβαση που έγινε του XXXXX προς την καθ' ης η αίτηση 4, δεν θα μπορεί να επεκταθεί και σε ακύρωση της υποθήκης της Hellenic αλλά θα μπορεί μόνο να οδηγήσει σε επαναφορά του ακινήτου στο όνομα του καθ' ου η αίτηση 1. Σε μια τέτοια περίπτωση, εφόσον με την αίτηση ζητείται όπως πέραν της ακύρωσης της μεταβίβασης του XXXXX προς την καθ' ης η αίτηση 4, διαταχθεί η ταυτόχρονη εγγραφή ως ΜΕΜΟ της απόφασης που εξασφάλισαν οι αιτητές, θεραπεία που όπως εύστοχα επισημαίνεται στην αγόρευση των συνηγόρων της Hellenic, παρέχεται μόνο από το αρ. 91(Γ)
(2)(γ) Κεφ.6, η εν λόγω εγγραφή, αν διαταχθεί θα πρέπει να επιφέρει «.τις ίδιες συνέπειες ως εάν επρόκειτο περί εγγραφής δυνάμει των άρθρων 53 μέχρι 62.». Λαμβανομένου δε υπόψη του ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του αρ. 58 Κεφ.6, η «.Εγγραφή δικαστικής απόφασης που έγινε μετά τη διενέργεια δήλωσης μεταβίβασης ή υποθήκης δεν επηρεάζει καθόλου το συμφέρο επί του ακινήτου στο οποίο αναφέρεται η δήλωση μεταβίβασης ή υποθήκης.(β) του ενυπόθηκου οφειλέτη, κατά προτεραιότητα έναντι της υποθήκης που δηλώθηκε.», συνάγεται ότι σε περίπτωση ακύρωσης της μεταβίβασης προς την καθ' ης αίτηση 4 και επαναφοράς του ακινήτου στο όνομα του καθ' ου η αίτηση 1, θα πρέπει να διατηρηθεί η υποθήκη της Hellenic και η προτεραιότητα της εν λόγω υποθήκης και η απόφαση των αιτητών θα πρέπει να εγγραφεί ως μεταγενέστερη της υποθήκης επιβάρυνση επί του ακινήτου. Αυτή άλλωστε είναι και η θέση της Hellenic, η οποία ουσιαστικά, αν διαφυλαχτεί η υποθήκη της και η προτεραιότητα της εν λόγω υποθήκης, δεν ενίσταται στην ακύρωση της μεταβίβασης προς την καθ' ης η αίτηση 4 ως δόλια μεταβίβαση. Όσον αφορά τώρα τα ΜΕΜΟ που εγγράφηκαν επί του 06940 μετά που αυτό μεταβιβάστηκε στην καθ' ης η αίτηση 2, αυτά δεν θα με απασχολήσουν στο παρόν στάδιο διότι η εγγραφή των εν λόγω ΜΕΜΟ επί του συγκεκριμένου ακινήτου δεν συνιστά μεταβίβαση ή αποξένωση ή επιβάρυνση ακίνητης ιδιοκτησίας από τον εξ' αποφάσεως χρεώστη καθ' ου η αίτηση 1, αλλά είναι το αποτέλεσμα εκτέλεσης κάποιας απόφασης που εξασφάλισαν τρίτοι εναντίον της καθ' ης αίτηση 2 μετά που η τελευταία απέκτησε το εν λόγω ακίνητο. Δεν πρόκειται δηλαδή για κατ' ισχυρισμό καταδολιευτικές ενέργειες του εδώ χρεώστη ώστε να πρέπει να εξεταστούν εντός αυτού του πλαισίου, αλλά για συμφέροντα τρίτων, τα οποία προέκυψαν από τα χρέη που ο νέος ιδιοκτήτης του ακινήτου δημιούργησε για το άτομο του. Βεβαίως, αν ήθελε φανεί ότι η μεταβίβαση του 06940 προς την καθ' ης η αίηση 2 ήταν όντως δόλια, τα εν λόγω συμφέροντα, ως συμφέροντα τρίτων που υφίστανται σήμερα επί του 06940 και τα οποία επηρεάζονται άμεσα από μια ενδεχόμενη ακύρωση της μεταβίβασης, θα ληφθούν «προσηκόντως υπόψη» κατά την εξέταση του κατά πόσο, υπό το φως πλέον του συνόλου των περιστάσεων, δικαιολογείται να διαταχθεί η αιτούμενη ακύρωση (βλ. αρ. 91(Γ)
(1)Κεφ.6). Των πιο πάνω λεχθέντων, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο με τη μαρτυρία του ο καθ' ου η αίτηση 1 έχει καταφέρει να αποσείσει το συγκεκριμένο βάρος που έχει θέσει στους ώμους του η νομοθεσία. Σημειώνω τα εξής. Ο λόγος που σύμφωνα με τον καθ' ου η αίτηση 1 αυτός αποφάσισε να αποξενώσει δωρεάν και προς όφελος των παιδιών του το σύνολο ουσιαστικά της ακίνητης του ιδιοκτησίας κατά το συγκεκριμένο χρόνο και τρόπο που το έκανε, ήταν διότι «.αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας.» και δεν θεωρούσε τότε ότι θα πετύχει η αγωγή των εναγόντων. Αντιλαμβάνομαι ότι αυτό που προφανώς εννοεί ο καθ' ου η αίτηση 1 ως προς το γιατί επέλεξε τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή για να ενεργήσει με τον τρόπο που ενήργησε, είναι ότι λόγω της φύσης αυτών των κατ' ισχυρισμών προβλημάτων υγείας που έτυχε να αντιμετωπίζει τότε, έκρινε αναγκαίο όπως διαμοιράσει την ακίνητη περιουσία του στα παιδιά του ενόσω αυτός ήταν ακόμη εν ζωή, ώστε να διασφαλίσει έτσι έγκαιρα τα κληρονομικά συμφέροντα των τελευταίων και να αποτρέψει το ενδεχόμενο δημιουργίας σοβαρών ενδοοικογενειακών διαφορών για θέματα κληρονομιάς σε περίπτωση θανάτου του. Εφόσον δε θεωρούσε, ως ισχυρίζεται, ότι η υπεράσπιση του στην αγωγή είχε καλές πιθανότητες επιτυχίας, έκρινε ότι οι τότε συγκυρίες δικαιολογούσαν να ενεργήσει με τον τρόπο που ενήργησε. Λαμβανομένου υπόψη ότι είναι όντως συχνό «φαινόμενο» στην κυπριακή κοινωνία όπως μετά το θάνατο κάποιου προσώπου με περιουσία, να αναφύονται σοβαρές ενδοοικογενειακές διαφορές μεταξύ των κληρονόμων που «σπάζουν» τον κατά τ' άλλα ισχυρό συγγενικό δεσμό, κάτι το οποίο επιμαρτυρεί και ο μεγάλος αριθμός τέτοιων υποθέσεων που επιλαμβάνονται καθημερινά τα Δικαστήρια, η πιο πάνω «δικαιολογία» που προβάλλει ο καθ' ου η αίτηση 1 εκ πρώτης όψεως προβάλλει λογική. Την ίδια στιγμή όμως, ο χρόνος που επέλεξε ο καθ' ου η αίτηση 1 να προβεί σε αυτή την κατά τ' άλλα εύλογη πατρική ενέργεια, ήτοι μετά που καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή εναντίον του και «επισημοποιήθηκε» πλέον η απαίτηση που του είχαν ήδη υποβάλει οι αιτητές, οι οποίοι μάλιστα στη συνέχεια του έδειξαν ξεκάθαρα ότι θα επέμεναν μέχρι τέλους στις θέσεις τους και στην προώθηση της αγωγής τους, δεν μπορεί παρά να δημιουργεί ερωτηματικά ως προς το αν ήταν όντως γνήσιες οι προθέσεις του καθ' ου η αίτηση 1. Υπενθυμίζω βέβαια ότι το κριτήριο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διάδικου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης δηλαδή, του αντιδίκου του, αλλά κατά πόσο καταδείχθηκε με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του, είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Ενώ όμως τα πιο πάνω ερωτηματικά που δημιουργούνται συνεπεία της συγκεκριμένης χρονικής στιγμής που ο καθ' ου η αίτηση 1 ισχυρίστηκε ότι προέκυψε ξαφνικά η ανάγκη να μεταβιβάσει τη περιουσία του στα παιδιά του θα μπορούσαν εύκολα να απαντηθούν προς όφελος του με την παρουσίαση κάποιου ιατρικού πιστοποιητικού που να επιβεβαιώνει τη μοναδική εξήγηση που αυτός έδωσε επί του προκειμένου, ήτοι ότι «.αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας.», κανένα τέτοιο πιστοποιητικό δεν παρουσίασε ο καθ' ου η αίτηση 1. Ούτε όμως στην Ε/Δ του ο τελευταίος παραθέτει οποιαδήποτε λεπτομέρεια ως προς το ποια ήταν αυτά τα κατ' ισχυρισμό ιατρικά προβλήματα που τον έκαμαν να θεωρήσει αναγκαίο όπως ενεργήσει με το συγκεκριμένο τρόπο τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, η οποία περίοδος θα πρέπει να σημειωθεί, σίγουρα δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως «ανύποτπος χρόνος» (βλ. ΔΗΜΑΡΩ και την διαφοροποίηση που εκεί γίνεται σε σχέση με την Αργυρού ν. Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως Λτδ
(2008)1 Α.Α.Δ. 1256). Αντιθέτως στην Ε/Δ του ο καθ' ου η αίτηση 1 περιορίστηκε στο να προβάλει απλά ένα γενικό και αόριστο ισχυρισμό ότι η ανάγκη μεταβίβασης προέκυψε τη δεδομένη στιγμή διότι «.αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας.» και τίποτα περισσότερο Ούτε όμως η θέση του καθ' ου η αίτηση 1 ότι αν ήθελε πράγματι να αποστερήσει τους αιτητές από του να εισπράξουν το λαβείν τους θα έκαμνε όλες τις μεταβιβάσεις ταυτόχρονα το 2013 που έκαμε τη πρώτη μεταβίβαση και όχι σταδιακά και δη σε μια περίοδο 3 χρόνων. Αυτό γιατί όπως εύστοχα επισημαίνεται στη ΔΗΜΑΡΩ ανωτέρω, «.Σημασία έχει η ίδια η πράξη της μεταβίβασης η οποία ομιλεί αφεαυτής και όχι, όπως εισηγήθηκαν οι εφεσείοντες, ότι αν ήθελαν πράγματι να αποστερήσουν τους εφεσίβλητους από του να εισπράξουν το λαβείν τους ήταν δυνατό να γίνει μεταβίβαση σε τρίτους στα πέντε έτη που μεσολάβησαν μεταξύ της έκδοσης της διαιτητικής απόφασης και της τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου. Κάτι τέτοιο παραμένει στη σφαίρα της θεωρίας εφόσον ουδέποτε έγινε, η δε μεταβίβαση έγινε διά δωρεάς και χωρίς οποιοδήποτε αντάλλαγμα, χωρίς δηλαδή, οποιαδήποτε αντιπαροχή για να παρουσιαζόταν τουλάχιστον, εκ πρώτης όψεως, η ύπαρξη νόμιμου ανταλλάγματος για τη δικαιοπραξία αυτή. Η πρόθεση, σε αντίθεση με αυτό που υποστηρίζουν οι εφεσείοντες, συνάγεται από τα γεγονότα και μόνο.». Στα πιο πάνω θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και το εξής σημαντικό. Αυτή η σταδιακή αποξένωση στην οποία προέβη ο καθ' ου η αίτηση 1 εκκρεμούσης της εναντίον του αγωγής, είχε ως αποτέλεσμα όπως η ακίνητη περιουσία του, η οποία κατά την καταχώρηση της αγωγής συνίστατο σε πέντε ακίνητα συνολικής αξίας πέραν των €230.000, εκ των οποίων τα τρία τουλάχιστο άξιζαν €115.000 και ήταν ελεύθερα από οποιαδήποτε βάρη, κατέληξε κατά την ημέρα της έκδοσης απόφασης να συνίσταται σε ένα μόνο ακίνητο αξίας €70.200 και εκείνο υποθηκευμένο από το 2006 για €325.
- Με άλλα λόγια, αυτό που προκύπτει ως αδιαμφισβήτητο γεγονός συνεπεία των επίδικων μεταβιβάσεων στις οποίες προέβη ο καθ' ου η αίτηση 1 είναι ότι, όταν πλέον έφτασε η ημέρα που θα ξεκινούσε η ακρόαση της αγωγής, δεν υπήρχε πλέον εγγεγραμμένη στο όνομα του τελευταίου οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία η οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά για την εκτέλεση οποιασδήποτε απόφασης ήθελε εκδοθεί προς όφελος των αιτητών και αυτό σίγουρα δεν μπορεί να προσμετρήσει προς όφελος του καθ' ου η αίτηση 1, ιδιαίτερα όταν η επιτυχία της αγωγής συνιστούσε, ακόμη και κατά τον ίδιο τον καθ' ου η αίτηση 1, δεν αποκλειόταν ως μία πιθανή εξέλιξη στην υπόθεση. Υπό το φως όλων των πιο πάνω λοιπόν και λαμβανομένου υπόψη ότι «.Σημασία έχει η ίδια η πράξη της μεταβίβασης η οποία ομιλεί αφεαυτής και.Η πρόθεση.συνάγεται από τα γεγονότα και μόνο.» (βλ. ΔΗΜΑΡΩ), κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν παρουσίασε ο καθ' ου η αίτηση 1 που να καταδεικνύει ότι η επί του προκειμένου θέση και εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι και τίποτα από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου από πλευράς του τελευταίου δεν αρκούν για να ανατρέψουν αυτό που ο Νόμος θεωρεί ως δεδομένο υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις και γεγονότα της υπόθεσης, ότι δηλαδή ο καθ' ου η αίτηση 1 προέβη στις επίδικες μεταβιβάσεις δολίως και με πρόθεση vα παρεμπoδίσει ή καθυστερήσει τoυς πιστωτές τoυ. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, κρίνω ότι οι αιτητές πέτυχαν να αποδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό ότι όλες οι επίδικες μεταβιβάσεις έγιναν δόλια εν τι εννοία των επίμαχων προνοιών του Κεφ.62 και Κεφ.
- Το ερώτημα τώρα είναι αν υπάρχει κάποιος άλλος λόγος που, υπό το φως του συνόλου των δεδομένων της υπόθεσης, δεν δικαιολογεί την ακύρωση των εν λόγω μεταβιβάσων και την εγγραφή της απόφασης που εξασφάλισαν οι αιτητές εναντίον του καθ' ου η αίτηση 1 στις 08/10/
- Επί αυτού σημειώνω τα εξής. Όσον αφορά το XXXXX, το οποίο εκτιμάται να αξίζει περί τις €8300, εφόσον το εν λόγω ακίνητο δεν επιβαρύνεται με οποιαδήποτε βάρη σήμερα, κανένας λόγος δεν υπάρχει όπως μην ακυρωθεί η επίδικη μεταβίβαση και επανεγγραφεί στο όνομα του καθ' ου η αίτηση 1 το συμφέρον που αυτός είχε στο ακίνητο πριν την μεταβίβαση του, με ταυτόχρονη εγγραφή της απόφασης της 08/10/18 ως επιβάρυνση επί του συμφέροντος αυτού. Όσον αφορά το XXXXX, λαμβανομένης υπόψη της θέσης της Hellenic και για τους λόγους που έχω ήδη εξηγήσει,, η μεταβίβαση του ακινήτου αυτού προς την καθ' ης η αίτηση 4, ακίνητο το οποίο εκτιμάται να αξίζει περί τις €29.400, δύναται μεν να ακυρωθεί και το ακίνητο να επανεγγραφεί στο όνομα του καθ' ου η αίτηση 1, η υφιστάμενη όμως υποθήκη της Hellenic θα πρέπει να διατηρηθεί, όπως και θα πρέπει να διατηρηθεί και η προτεραιότητα της εν λόγω υποθήκης. Τέλος, οσον αφορά το XXXXX, το ½ μερίδιο του οποίου ο καθ' ου η αίτηση 1 μεταβίβασε στην καθ' ης η αίτηση 2 και το οποίο εκτιμάται να αξίζει περί τις €75.000, αυτό, όπως προανέφερα, βαρύνεται σήμερα με δύο ΜΕΜΟ προς όφελος της εταιρείας Vesta Holdings από τη Λεμεσό και της Διαχειριστικής Επιτροπής Limnaria Westpark Vesta Holdings Ltd, τα οποία εγγράφηκαν μετά την επίδικη μεταβίβαση και τα οποία αφορούν εκ δικαστικής αποφάσεως χρέη της καθ' ης η αίτηση
- Οι δικαιούχοι των εν λόγω ΜΕΜΟ επέλεξαν να μην εμφανιστούν στη παρούσα διαδικασία έστω και αν ειδοποιήθηκαν δεόντως και έστω και αν τυχόν επιτυχία της αίτησης ενδέχεται να επηρεάσει τα ΜΕΜΟ τους. Παρά όμως την απουσία των δικαιούχων των πιο πάνω ΜΕΜΟ, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αγνοήσει ότι η φύση των συγκεκριμένων επιβαρύνσεων, ήτοι εγγραφές δικαστικών αποφάσεων που εξασφαλίστηκαν από ιδιωτικές εταιρείες εναντίον της καθ' ης η αίτηση 2, επιτρέπει όπως οι δικαιούχοι τους θεωρηθούν τουλάχιστο ως καλόπιστοι τρίτοι. Ευνόητο είναι ότι, τυχόν ακύρωση της επίδικης μεταβίβασης και επανεγγραφής του ακινήτου στο όνομα του καθ' ου η αίτηση 1, θα καταστήσει τα συγκεκριμένα ΜΕΜΟ ουσιαστικά άνευ αντικειμένου αφού θα πάψει να υφίσταται η περιουσία της καθ' ης η αίτηση 2 την οποία αυτά επιβαρύνουν, εξέλιξη η οποία, ιδωμένη από τη σκοπιά των συγκεκριμένων δικαιούχων δύναται να θεωρηθεί ως άδικη. Από την άλλη όμως, η διατήρηση του συγκεκριμένου ακινήτου επ' ονόματι της καθ' ης η αίτηση 2 θα προκαλέσει εξ' ίσου αδικία στους αιτητές, εφόσον με τη μεταβίβαση του ακινήτου στην καθ' ης η αίτηση 2, αυτοί δόλια αποστερήθηκαν της ευκαιρίας να εκτελέσουν τη δική τους απόφαση ως εξ' αποφάσεως πιστωτές του καθ' ου η αίτηση
- Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα πιο πάνω αυτό που με ασφάλεια μπορεί να εξαχθεί είναι ότι οι δικαιούχοι των προαναφερόμενων ΜΕΜΟ και οι αιτητές έχουν τουλάχιστο ένα κοινό στόχο, όλοι τους προσπαθούν να εισπράξουν το λαβείν τους μέσω της ακίνητης περιουσίας του εξ αποφάσεως χρεώστη τους. Αυτός ο κοινός στόχος παρέχει θεωρώ το αναγκαίο πεδίο για να ασκηθεί η διακριτική εξουσία που δίνεται στο Δικαστήριο από το αρ. 91Γ
(2)(α) κατά την ακύρωση μιας δόλιας μεταβίβασης, ήτοι «.εκδίδοντας το ακυρωτικό διάταγμα, να διατάξει όπως.To περιουσιακό στοιχείο κατασχεθεί και πωληθεί προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους.». Έναν τέτοιο διάταγμα κρίνω, συνοδευόμενο από οδηγίες του Δικαστηρίου όπως το προϊόν πώλησης που θα εισπραχθεί, χρησιμοποιηθεί προς ικανοποίηση και των αιτητών αλλά και των δικαιούχων των δύο ΜΕΜΟ που βαρύνουν σήμερα το ακίνητο, εξυπηρετεί στον καλύτερο και στο ποιο δίκαιο βαθμό όλα τα εμπλεκόμενα συμφέροντα. Νοείται βέβαια ότι σε περίπτωση που το προϊόν πώλησης είναι αρκετό για να καλύψει και τα τρία χρέη, το όποιο πλεόνασμα ήθελε προκύψει, αυτό θα επιστραφεί στον καθ' ου η αίτηση
- Στη βάση όλων των πιο πάνω λοιπόν, η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδονται τα εξής διατάγματα. Α. Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται αφ' ενός η ακύρωση της μεταβίβασης που έγινε στις 18/08/16 από τον καθ' ου η αίτηση 1 προς την καθ' ης η αίτηση 3 του 1/6 μεριδίου του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/ XXXXX, Τμήμα 0, Τμχ XXXXX, Φ/Σχ: 46/33 στην Αμαργέτη στην Επαρχία Πάφου και αφ' ετέρου η επανεγγραφή της εν λόγω περιουσίας στο όνομα του καθ' ου η αίτηση 1 με ταυτόχρονη εγγραφή ως επιβάρυνση της απόφασης που εξασφάλισαν οι αιτητές στις 08/10/18 εναντίον του καθ' ου η αίτηση 1 στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Β. Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται αφ' ενός η ακύρωση της μεταβίβασης που έγινε στις 18/08/16 από τον καθ' ου η αίτηση 1 προς την καθ' ης η αίτηση 4 ολόκληρου του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Τμήμα 1, Τμχ XXXXX, Φ/Σχ: 46/6220V01 στην Αμαργέτη στην Επαρχία Πάφου και αφ' ετέρου η επανεγγραφή της εν λόγω περιουσίας στο όνομα του καθ' ου η αίτηση 1 με διατηρημένη όμως ως επιβάρυνση την υποθήκη XXXXX/2012 καθώς επίσης και την προτεραιότητα της εν λόγω υποθήκης με βάση την ημερομηνία εγγραφής της. Η απόφαση δε που εξασφάλισαν οι αιτητές στις 08/10/18 εναντίον του καθ' ου η αίτηση 1 στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, να εγγραφεί στο εν λόγω ακίνητο ως μεταγενέστερη της υποθήκης XXXXX/2012, επιβάρυνση. Γ. Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται αφ' ενός η ακύρωση της μεταβίβασης που έγινε στις 09/05/13 από τον καθ' ου η αίτηση 1 προς την καθ' ης αίτηση 2 του ½ μεριδίου στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Τμήμα 3, Τμχ XXXXX, Φ/Σχ: 51/190103 στην Κάτω Πάφο και αφ' ετέρου η κατάσχεση και πώληση της εν λόγω περιουσίας προς ικανοποίηση τόσο της απόφασης που εξασφάλισαν οι αιτητές στις 08/10/18 εναντίον του καθ' ου η αίτηση 1 στα πλαίσια της παρούσας αγωγής όσο και των δύο ΜΕΜΟ που βαραίνουν σήμερα το ακίνητο προς όφελος των Vesta Holdings Ltd και της Διαχειριστικής Επιτροπής Limnaria Westpark Vesta Holdings Ltd. Το προϊόν πώλησης να χρησιμοποιηθεί προς πλήρη εξόφληση και των τριών αποφάσεων και σε περίπτωση που το εν λόγω προϊόν δεν αρκεί για να εξοφλήσει πλήρως και τα τρία χρέη, αυτό να κατανεμηθεί στους τρεις πιστωτές κατ' αναλογία με βάση το ύψος του κάθε χρέους. Δ. Ο αρμόδιος Κτηματολογικός λειτουργός διατάσσεται όπως προβεί σε κάθε αναγκαίο μέτρο προς πλήρη εκτέλεση των πιο πάνω διαταγμάτων. Όσον αφορά τέλος τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, σίγουρα οι αιτητές, ως επιτυχόντες διάδικοι δικαιούνται στα εν λόγω έξοδα τους εναντίον όλων των καθ' ων η αίτηση 1, 2, 3 και
- Όσον αφορά τη Hellenic, αυτή κλήθηκε εξ' ανάγκης στη διαδικασία λόγω του ότι διαπιστώθηκε να συνιστά επηρεαζόμενο πρόσωπο το οποίο δια Νόμου δικαιούται να ακουστεί. Δεν απαιτείτο βέβαια όπως οι όποιες θέσεις της εκφραστούν μέσω ένστασης, παρά ταύτα η Hellenic επέλεξε να καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση αν και στην πραγματικότητα η ένσταση της αυτή δεν αφορούσε στο κατά πόσο θα πρέπει ή όχι να πετύχει η αίτηση αλλά στον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαν να διαφυλαχτούν και τα δικά της συμφέροντα σε περίπτωση επιτυχίας των αιτητών. Στο βαθμό επομένως που οι θέσεις της Hellenic έγιναν αποδεκτές, κρίνω ότι και αυτή η διάδικος δικαιούται στα έξοδα της, όχι όμως εναντίον των αιτητών αλλά εναντίον των καθ' ων η αίτηση εφόσον είναι συνεπεία των τελευταίων που κρίθηκε αναγκαία η καταχώρηση της παρούσας αίτησης και κατ' επέκταση που δημιουργήθηκε η ανάγκη να κληθεί να εμφανιστεί η Hellenic. Επιδικάζονται επομένως ένα σετ εξόδων υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1, 2, 3 και 4 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα και ένα σετ εξόδων υπέρ Hellenic και εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1, 2, 3 και 4 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, ως αμφότερα τα σετ θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Κεφ.62 «Αρ.3.-
(1)Κάθε δωρεά, πώληση, εvέχυρo, υπoθήκη ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση oπoιασδήπoτε κιvητής ή ακίvητης περιoυσίας πoυ γίvεται από oπoιoδήπoτε πρόσωπo με πρόθεση vα παρεμπoδίσει ή καθυστερήσει τoυς πιστωτές τoυ ή oπoιoδήπoτε από αυτoύς vα αvακτήσoυv από αυτόv, τα χρέη αυτoύ ή αυτώv, θα θεωρείται ότι είvαι δόλια, και θα είvαι άκυρη εvαvτίov τoυ εv λόγω πιστωτή ή πιστωτώv, και αvεξάρτητα από oπoιαδήπoτε τέτoια δωρεά, πώληση, εvέχυρo, υπoθήκη ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση, η περιoυσία πoυ φέρεται ότι μεταβιβάστηκε ή έτυχε μεταχείρισης κατά άλλo τρόπo δύvαται vα κατασχεθεί και vα πωληθεί πρoς ικαvoπoίηση oπoιoυδήπoτε χρέoυς από δικαστική απόφαση πoυ oφείλεται από τo πρόσωπo πoυ πρoβαίvει στη δωρεά, πώληση, εvέχυρo, υπoθήκη ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση.
(2)Σε oπoιαδήπoτε αίτηση, βάσει τωv διατάξεωv τoυ Νόμoυ αυτoύ για ακύρωση μεταβίβασης ή εκχώρησης oπoιασδήπoτε περιoυσίας πoυ έγιvε σε oπoιoδήπoτε γovιό, σύζυγo, παιδί, αδελφό ή αδελφή τoυ δικαιoπάρoχoυ ή εκχωρητή, όχι με χρηματικό αvτάλλαγμα ή με αvτάλλαγμα άλλη περιoυσία ισoδύvαμης αξίας ή με καλή αvτιπαρoχή, τo βάρoς απόδειξης ότι αυτή η μεταβίβαση ή εκχώρηση έγιvε καλή τη πίστει και δεv έγιvε με πρόθεση vα παρεμπoδίσει ή καθυστερήσει τoυς πιστωτές τoυ θα έχει o δικαιoπάρoχoς ή εκχωρητής και τo πρόσωπo στo oπoίo έγιvε η εv λόγω μεταβίβαση ή εκχώρηση.
(3)Καμιά πώληση, υπoθήκη, μεταβίβαση ή εκχώρηση πoυ γίvεται με αvτάλλαγμα χρημάτωv ή άλλης περιoυσίας ισoδύvαμης αξίας δεv θα είvαι ακυρώσιμη βάσει τωv διατάξεωv τoυ Νόμoυ αυτoύ, εκτός αv o αγoραστής, o εvυπόθηκoς δαvειστής, o δικαιoδόχoς ή εκδoχέας φαvεί ότι έχει απoδεχτεί αυτή εv γvώσει τoυ ότι η πώληση αυτή, υπoθήκη, μεταβίβαση ή εκχώρηση έγιvε από τov πωλητή, εvυπόθηκo oφειλέτη, δικαιoπάρoχo ή εκχωρητή με πρόθεση vα καθυστερήσει ή καταδoλιεύσει τoυς πιστωτές τoυ. 4. Οπoιαδήπoτε δωρεά, πώληση, εvέχυρo, υπoθήκη ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση oπoιασδήπoτε κιvητής ή ακίvητης περιoυσίας πoυ θεωρείται ως δόλια βάσει τωv διατάξεωv τoυ άρθρoυ 3 τoυ Νόμoυ αυτoύ η oπoία έγιvε πριv από ή μετά τηv έvαρξη αγωγής ή άλλης διαδικασίας στηv oπoία τo δικαίωμα για αvάκτηση τoυ χρέoυς έχει απoδειχτεί, δύvαται vα ακυρωθεί με διάταγμα τoυ Δικαστηρίoυ πoυ εξασφαλίζεται με αίτηση oπoιoυδήπoτε εξ απoφάσεως πιστωτή πoυ γίvεται στηv εv λόγω αγωγή ή άλλη διαδικασία, και στo Δικαστήριo εvώπιov τoυ oπoίoυ η αγωγή ή άλλη διαδικασία έχει ακoυστεί ή εκκρεμεί.» [ii] Κεφ.6 «91A.-
(1)Πράξεις καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτών συνιστούν, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες ενέργειες από ή εκ μέρους του εξ αποφάσεως οφειλέτη- (α) Οποιαδήποτε δωρέα, μεταβίβαση ή επιβάρυνση προς όφελος τρίτου οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του εξ αποφάσεως οφειλέτη, ή (β) οποιαδήποτε μετακίνηση, απόκρυψη ή άλλη αποξένωση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του εξ αποφάσεως οφειλέτη, εφόσον αυτές γίνονται με σκοπό την παρεμπόδιση ή καθυστέρηση ικανοποίησης των εξ αποφάσεως χρεών του οφειλέτη.
(2)Οι ενέργειες που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου
(1)τεκμαίρονται, μέχρις απόδειξης του αντιθέτου, ότι έγιναν με σκοπό την καταδολίευση του εξ αποφάσεως πιστωτή, ανεξαρτήτως εάν έγιναν πριν ή μετά την καταχώρηση της αγωγής δυνάμει της οποίας εκδόθηκε απόφαση την εκτέλεση της οποίας επιδιώκει ο ειρημένος πιστωτής.
(3)Πράξη καταδολίευσης δύναται να θεωρείται και οποιαδήποτε παράλειψη καταβολής από τον εξ αποφάσεως οφειλέτη του ποσού το οποίο υπολογίζεται ως δίκαιο και εντός των οικονομικών του δυνατοτήτων και διατάζεται να πληρωθεί με δόσεις δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου κατά τις διατάξεις του άρθρου 90.. 91Γ.-
(1)Οποιαδήποτε καταδολιευτική μεταβίβαση, επιβάρυνση ή άλλη αποξένωση περιουσιακού στοιχείου η οποία γίνεται από οποιοδήποτε οφειλέτη δύναται να κηρυχθεί άκυρη από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης οποιουδήποτε εξ αποφάσεως πιστωτή του εν λόγω οφειλέτη, λαμβανομένων προσηκόντως υπόψη των συμφερόντων οποιουδήποτε καλόπιστου τρίτου. Προς το σκοπό αυτό το Δικαστήριο δύναται, κατά την κρίση του, να διατάξει όπως η αίτηση επιδοθεί επίσης σ' οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο δυνατό να έχει οποιοδήποτε συμφέρον επί του περιουσιακού στοιχείου που αποτελεί το αντικείμενο της αίτησης.
(2)Το Δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης δυνάμει του εδαφίου
(1)δύναται, εκδίδοντας το ακυρωτικό διάταγμα, να διατάξει όπως- (α) To περιουσιακό στοιχείο κατασχεθεί και πωληθεί προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους, ή (β) εάν το περιουσιακό στοιχείο υπόκειται δυνάμει οποιασδήποτε νομοθετικής διάταξης σε εγγραφή ή επιβάρυνση, ακυρωθεί η εν λόγω εγγραφή ή επιβάρυνση και επανεγγραφεί στο όνομα του οφειλέτη, ή (γ) εάν το περιουσιακό στοιχείο είναι ακίνητη περιουσία, η ακύρωση της εγγραφής και επανεγγραφή στο όνομα του οφειλέτη συνοδεύεται ταυτόχρονα με εγγραφή του εξ αποφάσεως χρέους ως επιβάρυνσης επί της εν λόγω ακίνητης περιουσίας με τις ίδιες συνέπειες ως εάν επρόκειτο περί εγγραφής δυνάμει των άρθρων 53 μέχρι 62.» [iii] Κεφ.6 αρ.2 "εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής" σημαίνει πρόσωπο υπέρ του οποίου εκδίδεται δικαστική απόφαση με την οποία διατάσσεται η πληρωμή χρημάτων Κεφ.62 αρ. 4 και αρ.2 "από δικαστική απόφαση χρέoς" σημαίvει όχι μόvo χρέoς για τηv πληρωμή τoυ oπoίoυ έχει εκδoθεί απόφαση από αρμόδιo Δικαστήριo, αλλά επίσης κάθε χρέoς σε σχέση με τo oπoίo τo πρόσωπo πρoς τo oπoίo oφείλεται έχει δεόvτως απoδείξει τo δικαίωμα τoυ vα κατατάσσεται ως πιστωτής τoυ πρoσώπoυ από τo oπoίo oφείλεται τo χρέoς κατά τη διαvoμή της περιoυσίας τoυ αμέσως πιo πάvω αvαφερόμεvoυ πρoσώπoυ βάσει oπoιoυδήπoτε vόμoυ πoυ πρovoεί για τη διαvoμή της περιoυσίας πρoσώπωv πoυ πτώχευσαv ή αφερέγγυωv πρoσώπωv μεταξύ τωv πιστωτώv τoυς. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο