← Κύπρος

Vassos Markides Estates Ltd ν. Ταμείου του Σχεδίου Συντάξεων και Χορηγημάτων των Υπαλλήλων της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου, Αρ. Αγωγής: 2851/2016, 3/

Vassos Markides Estates Ltd ν. Ταμείου του Σχεδίου Συντάξεων και Χορηγημάτων των Υπαλλήλων της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου, Αρ. Αγωγής: 2851/2016, 3/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A562 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2851/2016 Μεταξύ: Vassos Markides Estates Ltd Ενάγουσας v. Ταμείου του Σχεδίου Συντάξεων και Χορηγημάτων των Υπαλλήλων της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου Εναγομένων Αρ. Αγωγής: 3085/2016 Μεταξύ: Vassos Markides Estates Ltd Ενάγουσας v. Ταμείου του Σχεδίου Συντάξεων και Χορηγημάτων των Υπαλλήλων της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου Εναγομένων Αρ. Αγωγής: 1802/2018 Μεταξύ: Vassos Markides Estates Ltd Ενάγουσας v. Ταμείου του Σχεδίου Συντάξεων και Χορηγημάτων των Υπαλλήλων της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου Εναγομένων Αίτηση Εναγομένων ημ. 19.9.19 για Συνένωση Αγωγών Ημερομηνία: 3 Δεκεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κ. Μ. Μιχαήλ για Γεώργιος Κολοκασίδης ΔΕΠΕ Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Κ. Πλατής για Παπαδόπουλος, Λυκούργος & Σια ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση το Εναγόμενο Ταμείο ζητά διάταγμα συνένωσης της Αγωγής 2851/16 με τις Αγωγές 3085/16 και 1802/18 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Όπως αναφέρεται στην Αίτηση, τα γεγονότα στα οποία αυτή στηρίζεται φαίνονται στους φακέλους των Αγωγών από τους οποίους προκύπτουν τα εξής: (α) οι διάδικοι είναι οι ίδιοι σε όλες τις Αγωγές, (β) οι διάδικοι εκπροσωπούνται από τους ίδιους δικηγόρους, (γ) υπάρχουν κοινά νομικά και ή πραγματικά ζητήματα τέτοιας σημασίας ούτως ώστε να καθιστούν τη συνένωση αναγκαία ή επιθυμητή, και (δ) με τη συνένωση θα εξοικονομηθεί χρόνος και έξοδα. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται ως ακολούθως:

  1. Τα συμφέροντα της Ενάγουσας - Καθ΄ης θα επηρεαστούν αρνητικά καθότι τυχόν συνένωση θα περιπλέξει τα επίδικα ζητήματα και ή θα προκαλέσει κατασπατάληση δικαστικού χρόνου και ή υπέρμετρη καθυστέρηση.
  2. Η καθυστέρηση που θα προκληθεί με τη συνένωση των Αγωγών θα είναι τόσο μεγάλη ώστε να αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και ή παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος για δίκαιη δίκη εντός εύλογου χρόνου.
  3. Οι Αγωγές βασίζονται σε ξεχωριστή και ή αυτόνομη αιτία αγωγής και ή αφορούν εντελώς διαφορετικά ζητήματα.
  4. Τυχόν συνένωση θα προκαλέσει την απώλεια της αυτοτέλειας της κάθε Αγωγής.
  5. Τα επίδικα ζητήματα της Αγωγής 3085/16 είναι περιπλεγμένα και ή απαιτούν ογκωδέστατη μαρτυρία η οποία δεν αφορά τα επίδικα ζητήματα των άλλων δύο Αγωγών.
  6. Η Αίτηση είναι ελλιπής και ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις συνένωσης.
  7. Η Αίτηση αποσκοπεί στην καθυστέρηση εκδίκασης της ουσίας των Αγωγών. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση επίσης προκύπτουν από τους φακέλους του Δικαστηρίου. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν και οι δύο πλευρές στο Δικαστήριο. Η έκδοση διατάγματος συνένωσης αγωγών διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.14 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία αναφέρεται στη νομική βάση της Αίτησης. Αυτή προβλέπει ότι όταν δύο ή περισσότερες αγωγές εκκρεμούν στο ίδιο Δικαστήριο, είτε από τους ίδιους είτε από διαφορετικούς ενάγοντες εναντίον των ίδιων ή διαφορετικών εναγομένων, και οι απαιτήσεις των αγωγών αυτών περιλαμβάνουν κοινό ζήτημα νόμου ή γεγονότος τέτοιας σημασίας εν σχέσει με τα υπόλοιπα ζητήματα τα οποία περιλαμβάνονται σε αυτές τις αγωγές, ούτως ώστε να καθίσταται επιθυμητή η συνένωση των αγωγών, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τη συνένωση τους. Στην υπόθεση Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως Λτδ. ν. Apak Agro Industries κ.ά.

(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1721, γίνεται μια διαφωτιστική ανάλυση των σχετικών νομικών αρχών με αναφορά και σε προγενέστερη σχετική νομολογία. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα: «Διάταγμα συνένωσης αγωγών εκδίδεται στις περιπτώσεις όπου αναμένεται ότι θα προκύψει όφελος από τη συνεκδίκαση. Η έκδοση διατάγματος συνένωσης αγωγών προς εκδίκαση ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Το Δικαστήριο ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια εξετάζει κατά πόσο η συνεκδίκαση των αγωγών θα εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των διαδίκων και την καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης. Η αποφυγή πολλαπλότητας των διαδικασιών, ο περιορισμός των εξόδων καθώς και η οικονομία του δικαστικού χρόνου είναι παράγοντες που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου επί του θέματος. Βλ. Hadjiathanassiou v. Parperides and Others
(1975)1 C.L.R. 401 και Healy and Others v. A. Waddington and Sons Ltd. and Others
(1954)1 All E.R. 861.» Οι ίδιες νομικές αρχές επαναλήφθηκαν στην υπόθεση C & S Beton Ltd κ.ά. v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
(2014)1(Α) Α.Α.Δ. 651. Στην υπόθεση Hadjiathanassiou v. Parperides and Others
(1975)1 C.L.R. 401 γίνεται αναφορά σε Αγγλική νομολογία, και ειδικότερα στην υπόθεση Payne v. British Time Recorder Co.
(1921)2 K.B. 1, όπου λέχθηκε ότι το Δικαστήριο πρέπει να κοιτάζει το λεκτικό των Θεσμών και να τους ερμηνεύει φιλελεύθερα και ότι όπου υπάρχουν κοινά νομικά ζητήματα ή γεγονότα που εμπλέκουν τα διαφορετικά αγώγιμα δικαιώματα, θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται όλοι οι διάδικοι σε μια αγωγή. Ειδικότερα, αναφέρονται τα ακόλουθα: «It is impossible to lay down any rule as to how the discretion of the Court ought to be exercised. Broadly speaking, where claims by or against different parties involve or may involve a common question of law or fact bearing sufficient importance in proportion to the rest of the action to render it desirable that the whole of the matters should be disposed of at the same time the Court will allow the joinder of plaintiffs or defendants, subject to its discretion as to how the action should be tried.» Στην υπόθεση Μακρίδης v. Μιχαηλίδου
(1990)1 Α.Α.Δ. 416, η οποία αφορούσε συνένωση εφέσεων όπου ισχύουν οι ίδιες νομικές αρχές με αγωγές, το Εφετείο έθεσε τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως εξής: «Άλλος παράγοντας που άπτεται του ίδιου θέματος, όχι ήσσονος σημασίας, είναι η σφαιρική κατανόηση των επίδικων θεμάτων. Η συνένωση για τους σκοπούς της Δ.35 κ. 28 δε συνεπάγεται ούτε τη συγχώνευση, ούτε την εξομοίωση των επίδικων θεμάτων που εγείρονται σε κάθε μια από τις εφέσεις που θα συνεκδικαστούν. Τα επίδικα θέματα της κάθε έφεσης διατηρούν την αυτοτέλεια τους. Η περίσωση χρόνου και δαπάνης, η αποφυγή επαναλήψεων καθώς και η ευχερέστερη κατανόηση των επίδικων θεμάτων με τον αποκλεισμό κάθε δυσχέρειας που θα μπορούσε να προκύψει από το διαχωρισμό τους, αποτελούν τους κυριότερους παράγοντες που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου να διατάξει τη συνεκδίκαση εφέσεων.» Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των M.T.P. Trading Ltd κ.ά., Πολ. Έφ. αρ. 345/14, ημ. 11.3.15, επαναλήφθηκε η αρχή πως «η Δ.14 που ρυθμίζει τη συνένωση αγωγών δίδει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο εκδικάζον δικαστήριο να προβεί σε συνένωση . γνώμονας είναι πάντοτε η ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης με την εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων, καθώς και η αποφυγή πολλαπλότητας των διαδικασιών». Σύμφωνα με την υπόθεση Samata Enterprises Ltd. v. Σταύρου
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1877, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Lukoil Cyprus Ltd v. Μυλωνά κ.ά.
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1962, το ουσιώδες κριτήριο για τη συνένωση αγωγών είναι η ύπαρξη κοινού πραγματικού ή νομικού ζητήματος όταν αυτό διαπιστώνεται αποκλειστικά από την έκθεση απαίτησης και ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των υπερασπίσεων. Βεβαίως, σύμφωνα και με την υπόθεση Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως Λτδ. ν. Apak Agro Industries κ.ά. (ανωτέρω), αυτό δεν συνεπάγεται πως η υπεράσπιση και ή η τυχόν ανταπαίτηση παραγνωρίζονται παντελώς από το Δικαστήριο. Στα πλαίσια εξέτασης της Αίτησης προβάλλεται ως λόγος ένστασης ότι οι Εναγόμενοι δεν εξειδικεύουν και δεν επεξηγούν τους λόγους για τους οποίους δικαιολογείται η συνένωση και ως εκ τούτου η Αίτηση είναι γενική και αόριστη και υπόκειται σε απόρριψη. Σύμφωνα με τη Δ.48 θ.9(e), η οποία και πάλι αναφέρεται στη νομική βάση της Αίτησης, αίτηση για συνένωση δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση εάν τα γεγονότα στα οποία βασίζεται φαίνονται στον φάκελο της υπόθεσης. Επομένως, δεν είναι απαραίτητο η παρούσα Αίτηση να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση καθότι είναι προφανές πως οι Αιτητές βασίζονται στα γεγονότα όπως αυτά προκύπτουν από τους φακέλους των Αγωγών οι οποίες βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Η παραπομπή στο περιεχόμενο των φακέλων είναι επαρκής για να καταδείξει τη φύση και βάση της απαίτησης, τα επίδικα ζητήματα και τη μαρτυρία που χρειάζεται να προσαχθεί στα πλαίσια εκδίκασης της κάθε Αγωγής. Το κατά πόσον αυτά τα γεγονότα δικαιολογούν τη συνένωση των Αγωγών είναι διαφορετικό ερώτημα το οποίο θα τύχει εξέτασης στη συνέχεια. Ως εκ τούτου αυτός ο λόγος ένστασης κρίνεται αβάσιμος. Η Ενάγουσα προβάλλει επίσης ως λόγο ένστασης ότι η Αίτηση έχει καταχωριστεί με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Σύμφωνα με το περιεχόμενο των φακέλων, η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκε ένα μήνα μετά την έκδοση Κλήσης για Οδηγίες από την Ενάγουσα στις Αγωγές 2851/16 και 1802/18 και εν πάση περιπτώσει φαίνεται να αποτελεί το αμέσως επόμενο διάβημα μετά την έκδοση Κλήσης για Οδηγίες και στις τρεις Αγωγές, και συνεπώς δεν παρατηρείται τέτοια καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας Αίτησης η οποία να οδηγεί δίχως άλλο στην απόρριψη της. Η καταχώριση αίτησης ημ. 20.4.18 στην Αγωγή 3085/16 από την Ενάγουσα για διαγραφή της Αγωγής λόγω δεδικασμένου και ή κατάχρησης στη βάση του ότι αφορά ζητήματα τα οποία θα μπορούσαν να περιληφθούν στην Αγωγή 2851/16 (και η οποία απερρίφθη κατόπιν ακρόασης με την απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 30.5.18) δεν καταδεικνύει αφ΄ εαυτής τέτοια καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας, ειδικά εάν ληφθεί υπόψιν και η καταχώριση της μεταγενέστερης Αγωγής 1802/18. Εν πάση περιπτώσει, αυτό δεν αποτελεί εκ προοιμίου και δίχως άλλο, λόγο για την απόρριψη της Αίτησης σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε ικανοποιηθεί ότι η συνένωση είναι επιθυμητή και ειδικότερα με δεδομένο ότι η ακρόαση των Αγωγών δεν έχει ακόμα ξεκινήσει. Χρήσιμη καθοδήγηση επί τούτου προσφέρει επίσης η υπόθεση Μακρίδης v. Μιχαηλίδου (ανωτέρω),στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής: «Στην υπόθεση Fruit and Vegetables Industry Etc. v. Halco Ltd & Another
(1975)11 J.S.C. 1611 επισημαίνεται ότι αίτηση για τη συνεκδίκαση εφέσεων μπορεί να υποβληθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, συνεπώς δεν προκύπτει κώλυμα στην έγκριση της αίτησης από το γεγονός ότι η ακρόαση μιας από τις δύο εφέσεις έχει ήδη αρχίσει. Η περίπτωση εξόδων είναι ένας από τους παράγοντες που εξειδικεύεται στην υπόθεση Hiddingh (ανωτέρω) ότι συμβάλλει στους σκοπούς που αποβλέπει να εξυπηρετήσει η συνένωση.» Για σκοπούς περαιτέρω εξέτασης της παρούσας Αίτησης, κρίνεται σκόπιμο να τεθεί μια σύντομη περιγραφή της φύσης της απαίτησης στην κάθε Αγωγή. Η Αγωγή 2851/16 αφορά απαίτηση για το ποσό των €905.932,80 ως υπόλοιπο κατακράτησης και ή ως συμφωνηθέν ποσό και ή ως πιστοποιηθέν από τον αρχιτέκτονα του έργου ποσό, δυνάμει εργολαβικού συμβολαίου ημερομηνίας 24.11.10, πλέον τόκο. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η Ενάγουσα ήταν αδειούχα εργοληπτική εταιρεία και οι Εναγόμενοι εγγεγραμμένο Ταμείο στον Έφορο Ταμείων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών. Στις 24.11.10 οι διάδικοι συνήψαν γραπτή συμφωνία για την ανέγερση από την Ενάγουσα ενός κτηριακού συγκροτήματος στον Στρόβολο έναντι του συνολικού τιμήματος των €18.200.
  1. Το συγκρότημα συμπληρώθηκε και παραδόθηκε περί τις 26.2.16 και προς τούτο είχε εκδοθεί πιστοποιητικό προσωρινής παραλαβής. Ακολούθως γίνεται αναφορά στο άρθρο 4(β) του συμβολαίου δυνάμει του οποίου ο επιβλέπων αρχιτέκτονας είχε υποχρέωση να εκδίδει πιστοποιητικό ανάλογα με το στάδιο εκτέλεσης των εργασιών, στο οποίο θα δηλωνόταν το οφειλόμενο από τον εργοδότη προς τον εργολάβο ποσό και ο εργοδότης είχε υποχρέωση να το πληρώσει εντός 15 ημερών από την παρουσίαση του. Επίσης προβλεπόταν κατακράτηση ποσού ύψους 5% από οποιοδήποτε πιστοποιημένο ποσό το οποίο θα αποτελούσε κράτηση και σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου έπρεπε να πληρωθεί με την προσωρινή παραλαβή του έργου. Κατά την ημερομηνία προσωρινής παραλαβής του έργου το ποσό κράτησης του 5% ανήρχετο στις €905.932,
  2. Παρόλο που οι Εναγόμενοι κλήθηκαν τόσο από την Ενάγουσα όσο και από τους δικηγόρους της γραπτώς στις 4.5.16 να καταβάλουν το εν λόγω ποσό, αυτοί αρνήθηκαν και ή αμέλησαν να το πράξουν κατά παράβαση του συμβολαίου. Τέλος η Ενάγουσα αναφέρει ότι επιφυλάσσει το δικαίωμα να εγείρει άλλες αγωγές σε σχέση με το συμβόλαιο, τις εκτελεσθείσες εργασίες, μετατροπές και καθυστερήσεις οι οποίες υπήρξαν και οφείλονται αποκλειστικά στους Εναγόμενους. Με την Αγωγή 3085/16 η Ενάγουσα αξιώνει το ποσό των €6.330.013 ως αποζημιώσεις για παράβαση της συμφωνίας ημερομηνίας 24.11.10 και ή για ρητές και ή εξυπακουόμενες συμφωνηθείσες επιπρόσθετες εργασίες και ή για απώλειες συνεπεία της από μέρους των Εναγομένων παράβασης σύμβασης και ή παράτασης του χρόνου εκπλήρωσης αυτής και ή αδικαιολόγητης αναστολής των εργασιών της Ενάγουσας εξ υπαιτιότητας των Εναγομένων και ή για ζημιές για διαφυγόντα έξοδα και ή κέρδη και ή σπαταληθέντα έξοδα διοίκησης και ή κόστος χρηματοδότησης και ή έξοδα συμβούλων, πλέον τόκο. Στην έκθεση απαίτησης γίνεται η ίδια περιγραφή της ιδιότητας της Ενάγουσας και των Εναγομένων και αναφορά στη συμφωνία ημ. 24.11.10 και σε ρητούς και ή εξυπακουόμενους όρους αυτής δυνάμει εθίμου και ή της πρακτικής της οικοδομικής βιομηχανίας. Περαιτέρω γίνεται αναφορά σε συμφωνία για επιπρόσθετες εργασίες, συμπεριλαμβανομένων εργασιών υπεδάφους. Κατά την εκτέλεση αυτών των εργασιών και κατόπιν παράκλησης των Εναγομένων στις 25.6.12, οι οποίοι επικαλέστηκαν επικείμενη ενοικίαση του κτηρίου και συνεπώς κάποιες αλλαγές στις εγκαταστάσεις του και διαβεβαίωναν για τη σύντομη ολοκλήρωση του έργου, η Ενάγουσα ανέστειλε τις ως άνω συμφωνηθείσες επιπρόσθετες εργασίες. Ενώ η Ενάγουσα ανέμενε τις νέες οδηγίες των Εναγομένων, περί τις 10.6.13 οι Εναγόμενοι την ενημέρωσαν ότι τελικά η ενοικίαση του κτηρίου δεν θα λάμβανε χώρα και ζήτησαν την ολοκλήρωση των συμφωνηθεισών εργασιών. Ο επιβλέπων αρχιτέκτονας έδωσε παράταση χρόνου 24 μηνών με περίοδο χάριτος 3 μηνών για την ολοκλήρωση των εργασιών και την παράδοση του κτηρίου και η Ενάγουσα συμμορφώθηκε και παρέδωσε κατοχή αυτού στις 30.11.
  3. Αποτελεί ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι συνεπεία των ενεργειών των Εναγομένων οι τελευταίοι έχουν παραβιάσει τη σύμβαση και έχουν προκαλέσει την αδικαιολόγητη και υπέρμετρη καθυστέρηση στην ολοκλήρωση των εργασιών με αποτέλεσμα την πρόκληση ζημιών στην Ενάγουσα τις οποίες αξιώνει με την παρούσα Αγωγή. Με την Αγωγή 1802/18 η Ενάγουσα απαιτεί το ποσό των €86.950 ως υπόλοιπο και ή ως συμφωνηθέν ποσό και ή ως πιστοποιηθέν από τον αρχιτέκτονα του έργου ποσό δυνάμει εργολαβικού συμβολαίου ημερομηνίας 24.11.10, πλέον τόκο. Στην έκθεση απαίτησης γίνεται και πάλι η ίδια περιγραφή της ιδιότητας των διαδίκων και αναφορά στο συμβόλαιο και ειδικότερα στο άρθρο 4(γ) δυνάμει του οποίου οι Εναγόμενοι είχαν υποχρέωση να καταβάλουν €100.000 εντός 12 μηνών μετά την τελική παραλαβή του έργου η οποία θα πιστοποιείτο από τον επιβλέποντα αρχιτέκτονα. Το έργο συμπληρώθηκε περί τις 26.2.16 και προς τούτο εκδόθηκε πιστοποιητικό προσωρινής παραλαβής. Περί τις 14.4.16 ο επιμετρητής ποσοτήτων των Εναγομένων προέβη σε εκτίμηση κατασκευαστικών δαπανών του έργου βάσει της οποίας το πληρωτέο ποσό δυνάμει του άρθρου 4(γ) ανήρχετο στις €86.
  4. Η τελική παραλαβή του έργου πραγματοποιήθηκε στις 23.3.17, όταν και εκδόθηκε πιστοποιητικό τελικής παραλαβής και παρόλο που οι Εναγόμενοι κλήθηκαν από την Ενάγουσα γραπτώς στις 23.3.18 να καταβάλουν το εν λόγω ποσό, αυτοί αμέλησαν να το πράξουν κατά παράβαση του συμβολαίου. Μέσα από την ως άνω περιγραφή της απαίτησης στην κάθε Αγωγή, είναι σαφές ότι και οι τρεις αυτές Αγωγές αφορούν τους ίδιους διαδίκους υπό την ίδια ιδιότητα οι οποίοι εκπροσωπούνται από τους ίδιους δικηγόρους και έχουν το ίδιο αντικείμενο, ήτοι τη συμφωνία εργολαβίας ημ. 24.11.
  5. Και οι τρεις αυτές Αγωγές αφορούν σε αποζημιώσεις δυνάμει παράβασης της εν λόγω συμφωνίας. Συγκεκριμένα, οι Αγωγές 2851/16 και 1802/18 αφορούν αξιώσεις οι οποίες προκύπτουν από την παραβίαση του όρου 4 της συμφωνίας, και αφορούν στο πιστοποιητικό προσωρινής και στο πιστοποιητικό τελικής παραλαβής. Παρόλο που φαινομενικά αυτά τα δύο ποσά αφορούν σε διαφορετικά πιστοποιητικά, εντούτοις απορρέουν από τον ίδιο όρο της συμφωνίας και κυρίως συνδέονται μεταξύ τους υπό την έννοια ότι το πιστοποιητικό προσωρινής παραλαβής ακολουθείται από το πιστοποιητικό τελικής παραλαβής. Η σύνδεση και σχέση αυτών των δύο πιστοποιητικών καταγράφεται επίσης και στην έκθεση απαίτησης στη μεταγενέστερη Αγωγή 1802/18 στην οποία περιλαμβάνεται ισχυρισμός για την έκδοση του πιστοποιητικού προσωρινής πληρωμής για τον οποίο και απαιτείται η προσκόμιση μαρτυρίας. Με άλλα λόγια, η Αγωγή 1802/18 αναφέρεται και αφορά στον όρο 4 της συμφωνίας και στο πιστοποιητικό προσωρινής παραλαβής, ζητήματα τα οποία είναι και αντικείμενο της Αγωγής 2851/
  6. Η Αγωγή 3085/16 αφορά παρόμοια βάση αγωγής ως οι Αγωγές 2851/16 και 1802/18, και συγκεκριμένα παραβίαση της συμφωνίας ημ. 24.11.
  7. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου ότι αυτή αφορά και σε συμφωνία μεταξύ των μερών για επιπρόσθετες εργασίες, σε αδικαιολόγητο αίτημα των Εναγομένων για αναστολή των εργασιών και σε πρόκληση ζημιάς συνεπεία αυτής της στάσης των Εναγομένων, για την οποία ζητούν αποζημιώσεις. Αυτό όμως δεν διαφοροποιεί το γεγονός ότι και οι τρεις Αγωγές απολήγουν να αφορούν στην ίδια συμφωνία, στην εκτέλεση αυτής και στα διάφορα στάδια υποχρέωσης πληρωμής συγκεκριμένων ποσών και ή για ζημιά που κατ΄ ισχυρισμόν προέκυψε. Στην πραγματικότητα και οι τρεις υποθέσεις αφορούν διαφορές και ζητήματα τα οποία προέκυψαν από την ίδια αρχική σύμβαση. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, οι αξιώσεις στις τρεις υπό κρίση Αγωγές φαίνεται να αφορούν μεν διαφορετικά ποσά με διαφορετική βάση αγωγής πλην όμως πηγάζουν από την ίδια και αυτή συμφωνία την οποία το Δικαστήριο καλείται να ερμηνεύσει και αποφασίσει κατά πόσο οι Εναγόμενοι έχουν παραβεί αυτή και υπέχουν οποιαδήποτε υποχρέωση πληρωμής των αιτούμενων ποσών. Ο διαχωρισμός στον οποίον προβαίνει ο δικηγόρος της Ενάγουσας μεταξύ των τριών Αγωγών, ως προς τη φύση της απαίτησης και τη μαρτυρία η οποία απαιτείται προς υποστήριξη της καθεμιάς, δεν είναι ικανός να αναιρέσει ή διαγράψει το γεγονός ότι στα πλαίσια εκδίκασης της κάθε Αγωγής προκύπτει ζήτημα ερμηνείας και εφαρμογής της συμφωνίας ημ. 24.11.10, της συμπεριφοράς των διαδίκων σε σχέση με αυτή και τελικώς το ύψος του οποιουδήποτε οφειλόμενου ποσού. Η ίδια η φύση της κάθε Αγωγής απαιτεί την προσκόμιση μαρτυρίας αναφορικά με την όλη πορεία της επίδικης συμφωνίας, με αποτέλεσμα αυτή να αποτελεί ουσιώδες και καθοριστικό κριτήριο ως προς το ότι και οι τρεις Αγωγές αφορούν και εμπλέκουν κοινά ζητήματα, τόσο πραγματικά όσο και νομικά. Βασικά οι τρεις υπό κρίση Αγωγές δεν αποτελούν διαφορές άσχετες και ασύνδετες μεταξύ τους αλλά αντιθέτως πηγάζουν από την ίδια συμφωνία και αφορούν την ισχυριζόμενη παραβίαση αυτής, και επομένως ενδείκνυται η συνένωση και συνεκδίκαση τους για να αποφασιστούν αυτά τα θέματα σε ένα κοινό πλαίσιο. Θα μπορούσε ακόμα να διατυπωθεί πως συνένωση των Αγωγών θα οδηγήσει στην συνεκδίκαση όλων των επίδικων διαφορών που υπάρχουν μεταξύ των διαδίκων δυνάμει της συμφωνίας ημ. 24.11.10, όπως αυτές προκύπτουν σε διάφορα στάδια της συμφωνίας και συνδέονται μεταξύ τους και δεν δύνανται να ιδωθούν εντελώς αυτόνομες και διαχωρισμένες μεταξύ τους. Τούτου λεχθέντος, το γεγονός ότι πιθανόν να απαιτείται περισσότερη μαρτυρία στην Αγωγή 3085/16 σε σχέση με τις άλλες δύο, δεν συνεπάγεται την ξεχωριστή εκδίκαση της καθεμιάς από τη στιγμή που αυτές έχουν τέτοια κοινά ζητήματα τα οποία καθιστούν επιθυμητή τη συνένωση. Ο ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι τυχόν συνένωση θα οδηγήσει στην απώλεια της αυτοτέλειας της κάθε Αγωγής δεν κρίνεται βάσιμος. Και τούτο, καθότι όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Μακρίδης v. Μιχαηλίδου (ανωτέρω), η συνένωση αγωγών δεν συνεπάγεται την συγχώνευση ή εξομοίωση των επιδίκων θεμάτων που εγείρονται σε καθεμία εξ αυτών, τα οποία διατηρούν την αυτοτέλεια τους. Παρόλο που με βάση τη νομολογία το περιεχόμενο της Υπεράσπισης δεν αποτελεί ουσιαστικό κριτήριο για το κατά πόσο δικαιολογείται συνένωση ή όχι, εν τούτοις στην προκειμένη περίπτωση αξίζει να σημειωθεί ότι και στις τρεις Υπερασπίσεις εγείρεται πανομοιότυπος ισχυρισμός για την ακυρότητα της επίδικης σύμβασης συνεπεία δόλου και ή απάτης και ή ψευδών παραστάσεων και ή συνωμοσίας προς καταδολίευση και ή δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η μη παροχή λεπτομερειών του ισχυριζόμενου δόλου δεν αποτελεί ζήτημα προς εξέταση στο παρόν στάδιο και ειδικότερα λόγο για απόρριψη της Αίτησης. Ταυτόχρονα στις Υπερασπίσεις προβάλλεται ισχυρισμός ότι οι Εναγόμενοι έχουν καταβάλει όχι μόνο το προβλεπόμενο στη συμφωνία ποσό των €18.200.000, αλλά κατέβαλαν το συνολικό ποσό των €31.520.000 και επομένως ουδέν ποσό οφείλουν να καταβάλουν προς την Ενάγουσα. Αυτό απλώς τείνει να ενδυναμώσει την πεποίθηση του Δικαστηρίου ότι και οι τρεις Αγωγές έχουν κοινά ζητήματα τα οποία αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή της συμφωνίας, στην εκτέλεση αυτής, στον υπολογισμό των εργασιών και στην ύπαρξη ή μη οφειλής οποιουδήποτε ποσού. Με γνώμονα τις πιο πάνω νομικές αρχές και όσα αναλύονται ανωτέρω, το Δικαστήριο θεωρεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του προς έγκριση του αιτήματος για συνένωση. Αυτή θα είναι προς το συμφέρον των διαδίκων αφού θα εξοικονομηθεί χρόνος και έξοδα, ενώ με τη συνένωση αποφεύγεται η πολλαπλότητα των διαδικασιών και ο κίνδυνος έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων σε όμοια βασικά θέματα. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, η Αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα συνένωσης των Αγωγών 2851/16, 3085/16 και 1802/
  8. Με βάση τις πρόνοιες της Δ.14 θ.
  9. ο ενάγων που ήγειρε πρώτος την αγωγή, θα έχει τη διεύθυνση των συνενωμένων αγωγών, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι περί του αντιθέτου. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των M.T.P. Trading Ltd κ.ά. (ανωτέρω) «η συγκεκριμένη διάταξη κωδικοποιεί ένα χρήσιμο κανόνα πρακτικής, ο οποίος στηρίζεται στη λογική των πραγμάτων». Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η Αγωγή 2851/16 προηγείται χρονικά και ανεξαρτήτως του ότι αφορά χαμηλότερο αξιούμενο ποσό, βρίσκεται στην ίδια κλίμακα με την Αγωγή 3085/16, ενώ η Αγωγή 1802/18 αφορά χαμηλότερη κλίμακα. Ως εκ τούτου, οδηγός θα είναι η Αγωγή 2851/
  10. Τα έξοδα της Αίτησης θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα. (Υπ.) ......... Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Ε.Ν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.