Brookemil Ltd ν. Nimmo κ.α., Αρ. Αγωγής: 3234/2016, 14/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A576 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3234/2016 Μεταξύ: Brookemil Ltd Ενάγουσας v.
- Nimmo-XXXXX
- Wungate International Inc.
- Gloriozov, XXXXX
- Ananyev, XXXXX
- Garkusha, XXXXX
- Reetmist Ltd
- A1 Group Ltd
- A Common Holdings Ltd
- CTF Holdings Ltd
- Fridman, Mikhail
- DB Development Holdings Limited
- Acturahill Invest Ltd
- Lilium Development Ltd
- Zentralnaya XXXXX
- OJSC Kammeniy Most
- OJSC Kremlin Site
- ZAO "Irkol"
- Krylov, XXXXX
- Belyalov, XXXXX
- Dergach, XXXXX
- Vaysurov, XXXXX
- Kibirev, XXXXX
- Volitskiy, XXXXX
- Zinoviev XXXXX
- XXXXX Michaelides
- XXXXX Raouna
- Estella, XXXXX
- Almeida XXXXX
- XXXXX Γιάγκου Εναγομένων Αίτηση Εναγομένων 8, 10, 11 και 14 ημ. 27.8.19 για ασφάλεια εξόδων Ημερομηνία: 14 Δεκεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 8, 10, 11 και 14 - Αιτητές: κ. Α. Γαβριηλίδης για Σκορδής, Παπαπέτρου & Σια ΔΕΠΕ Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Λ. Χαβιαράς για Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Εναγόμενοι 8, 10, 11 και 14 - Αιτητές ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο η Ενάγουσα - Καθ΄ ης να διατάσσεται όπως παράσχει ασφάλεια εξόδων ύψους €43,593.40, σε μετρητά ή υπό μορφή ανέκκλητης τραπεζικής εγγύησης, καθώς επίσης και διάταγμα αναστολής της διαδικασίας στην εν λόγω Αγωγή μέχρι την παροχή τέτοιας ασφάλειας και απόρριψης της σε περίπτωση που η ασφάλεια δεν παρασχεθεί εντός της καθορισμένης προθεσμίας. Όπως αναφέρεται στην Αίτηση, τα γεγονότα στα οποία αυτή στηρίζεται περιέχονται στον φάκελο του Δικαστηρίου, στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τις αιτήσεις των Εναγομένων 7 και 8 ημ. 30.1.17, των Εναγομένων 10 και 14 ημ. 20.2.17 και του Εναγομένου 11 ημ. 4.4.18 για διαγραφή και ή αναστολή της Αγωγής, καθώς επίσης και στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση της κας Κ. Γιαπανά (εφεξής «η Κ.Γ.»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τους Αιτητές. Η Κ.Γ. ισχυρίζεται ότι η απαίτηση της Ενάγουσας είναι εντελώς αβάσιμη και δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας. Συγκεκριμένα, η Κ.Γ. επικαλείται την έλλειψη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, δεδικασμένο, κατάχρηση της διαδικασίας, παραγραφή και μη αποκάλυψη αγώγιμου δικαιώματος. Περαιτέρω σχυρίζεται ότι η Καθ΄ ης είναι αλλοδαπή εταιρεία με έδρα τις Νήσους Κέιμαν και ότι δεν κατέχει οποιαδήποτε περιουσία στην Κύπρο. Η Κ.Γ. επισυνάπτει προσχέδιο καταλόγου εξόδων σύμφωνα με τον οποίο τα έξοδα μέχρι και την πλήρη εκδίκαση της Αγωγής υπολογίζονται στο αιτούμενο ποσό της ασφάλειας εξόδων. Τέλος, αναφέρει ότι η Αίτηση καταχωρίστηκε χωρίς καθυστέρηση και σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας και θεωρεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έγκριση της. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται ως ακολούθως:
- Η Αίτηση υποβλήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση.
- Ο συνημμένος κατάλογος εξόδων είναι υπερβολικός.
- Η Αίτηση είναι καταπιεστική και στοχεύει στην ανακοπή της ομαλής πορείας της Αγωγής.
- Τυχόν έγκριση της Αίτησης θα αποστερήσει στην Ενάγουσα το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο.
- Η νομική βάση της Αίτησης είναι ελλιπής και ή ασύνδετη με τα επίδικα θέματα.
- Δεν ισχύουν τα όσα ισχυρίζονται οι Αιτητές αναφορικά με τη μη πιθανότητα επιτυχίας της Αγωγής.
- Οι Αιτητές στερούνται του δικαιώματος να προωθούν την Αίτηση ενώ παράλληλα αμφισβητούν τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Όπως αναφέρεται στην ένσταση, τα γεγονότα στα οποία αυτή στηρίζεται φαίνονται στον φάκελο του Δικαστηρίου και περιέχονται επίσης στη συνημμένη ένορκη δήλωση της κας Α. Ξυδά (εφεξής «η Α.Ξ.»), ασκούμενης δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί την Καθ΄ ης. Η Α.Ξ. ισχυρίζεται πως η Αγωγή έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας και προβαίνει σε σχολιασμό και αντίκρουση του κάθε ισχυρισμού των Αιτητών ως προς το ότι η απαίτηση δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας. Η Α.Ξ. επισημαίνει ότι οι Νήσοι Κέιμαν είναι Βρετανικά υπερπόντια εδάφη, λόγω αυτού και του ότι το Ηνωμένο Βασίλειο έχει τροχοδρομήσει την έξοδο του από την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν απολαμβάνουν καθεστώς αλλοδαπής χώρας για σκοπούς εφαρμογής του περί Αλλοδαπών Δικαστικών Αποφάσεων Νόμου, Κεφ. 10 και συγκαταλέγονται στα εδάφη για τα οποία έχει συμφωνηθεί η σύνδεση των υπερπόντιων χωρών και εδαφών με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης, προσθέτοντας ότι πέραν της υπό κρίση Αίτησης εκδικάζονται ακόμη πέντε παρόμοιες αιτήσεις εκ μέρους συνολικά 14 Εναγομένων, κάτι το οποίο αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και σκοπεύει στην οικονομική εξουδετέρωση της Ενάγουσας. Γι΄ αυτό η Α.Ξ. ζητά την απόρριψη της Αίτησης. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων και από τις δύο πλευρές. Σημειώνεται ότι και άλλοι Εναγόμενοι καταχώρησαν συνολικά άλλες πέντε παρόμοιες αιτήσεις για ασφάλεια εξόδων οι οποίες εκδικάστηκαν την ίδια μέρα, εξ ου και σήμερα το Δικαστήριο εκδίδει έξι ενδιάμεσες αποφάσεις επί αυτών των αιτήσεων. Παρόλο που η Καθ΄ ης καταχώρισε ξεχωριστή ένσταση στην κάθε αίτηση, εντούτοις αυτές είναι στην ουσία οι ίδιες για όλες τις αιτήσεις με την επιφύλαξη μόνο κάποιων μικρών διαφοροποιήσεων αναγκαίων στην κάθε περίπτωση και ετοίμασε μια ενιαία αγόρευση, η οποία καλύπτει τις θέσεις της για όλες τις αιτήσεις. Για σκοπούς πρακτικότητας, το Δικαστήριο υιοθετεί και επαναλαμβάνει πλήρως τα όσα περιέχονται στην απόφαση του ημ. 14.12.20 αναφορικά με την αίτηση του Εναγομένου 3, προβαίνοντας στις ανάλογες προσαρμογές ως ισχύουν στην υπό κρίση Αίτηση. Η Δ.60 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία βασίζεται μεταξύ άλλων η Αίτηση, προνοεί τα ακόλουθα: «Ο Ενάγοντας ... ο οποίος διαμένει μόνιμα εκτός Κύπρου ή εκτός κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης δύναται, σε οποιοδήποτε στάδιο της αγωγής, να διαταχθεί να δώσει ασφάλεια για έξοδα, έστω και αν διαμένει προσωρινά στην Κύπρο ή σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.» Στην υπόθεση Alahmari v. Alia Airline
(1990)1 Α.Α.Δ. 434, καθιερώθηκαν τα κριτήρια που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του θέματος παροχής ασφάλειας εξόδων. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Το θέμα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου όπως υποδηλώνει ο όρος «may» (δύναται) που απαντάται στο πλαίσιο της Δ.60 κ.1, που ασκείται δικαστικά. Το ίδιο υποστηρίζεται και από την Αγγλική Πρακτική όπως συνοψίζεται στους Halsbury's Laws of England (4th Ed., vol. 37, pp 384-385). Όταν τεθεί το θεμέλιο για την άσκηση της δικαιοδοσίας, με τη διαπίστωση ότι ο Ενάγων (εφεσείων) έχει τη συνήθη κατοικία του στο εξωτερικό, οι παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι κατ' εξοχή δύο, η κατοχή εκ μέρους του Ενάγοντα περιουσίας και ιδίως ακίνητης (που δεν μετακινείται εύκολα) στην Κύπρο, και η ισχύς της υπόθεσης του.» Τα κριτήρια που τέθηκαν στην εν λόγω υπόθεση υιοθετήθηκαν στην απόφαση στην υπόθεση Charalambous-Stejaru v. Iωάννου
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 906. Στην υπόθεση Sally Line Ltd v. Greenmar Nav. Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 633, λέχθηκε ότι όταν ο ενάγων είναι αλλοδαπός και δεν έχει περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο τα οποία μπορούν να εκποιηθούν για την κάλυψη των εξόδων του εναγομένου, το Δικαστήριο συνήθως αποκλίνει υπέρ της έκδοσης διαταγής για παροχή ασφάλειας για τα έξοδα του εναγομένου, εκτός αν ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης καθιστούν άδικη την έκδοση τέτοιας διαταγής. Στην εν λόγω υπόθεση τονίζεται περαιτέρω ότι η έκδοση τέτοιας διαταγής είναι πάντοτε προϊόν άσκησης διακριτικής ευχέρειας και όχι δέσμιας εξουσίας από το Δικαστήριο. Το ύψος του ποσού ασφάλειας εξόδων βρίσκεται στην κρίση του Δικαστηρίου και όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Standard Ltd κ.ά. v. Gold Seal Ship. Co Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 121, τα έξοδα δεν πρέπει να είναι ούτε φανταστικά ούτε καταπιεστικά, με την έννοια ότι απαγορεύουν ουσιαστικά την προσφυγή στο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Sally Line Ltd v. Greenmar Nav. Ltd κ.ά. (ανωτέρω) λέχθηκε ότι η ασφάλεια που θα διαταχθεί μπορεί να καλύπτει έξοδα που έχουν προκύψει μέχρι τη δεδομένη στιγμή και ακόμα μελλοντικά έξοδα. Σχετική επίσης είναι η υπόθεση Dagher v. Morace
(1985)1 C.L.R. 656. Τέλος, o χρόνος υποβολής τέτοιας αίτησης λαμβάνεται υπόψιν από το Δικαστήριο καθότι, όπως αναφέρεται στην υπόθεση Union Des Cooperatives Agricoles De Cereales De Semences v. Apak Agro Industries Ld. & Άλλοι (Αρ. 2)
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1170, δεν αποκλείεται να υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες η καθυστέρηση του διάδικου να αποταθεί για ασφάλεια εξόδων σε συσχετισμό με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες δυνατό να οδηγήσει το Δικαστήριο στην απόρριψη ενός τέτοιου αιτήματος. Χρήσιμη παραπομπή γίνεται και στην υπόθεση Genemp Trading Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Πρώην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1314, στην οποία βασικά παρατίθενται όλες οι πιο πάνω νομικές αρχές. Η Αίτηση στηρίζεται και στο άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, στο οποίο παρέπεμψε ο δικηγόρος των Αιτητών στην αγόρευση του. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι αυτό το άρθρο δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση εφόσον το εν λόγω άρθρο αφορά σε εταιρεία η οποία συστάθηκε και ενεγράφη δυνάμει του Κεφ. 113 και όχι σε αλλοδαπή εταιρεία - βλ. Genemp Trading Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Πρώην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (ανωτέρω). Ο λόγος ένστασης ότι η νομική βάση της Αίτησης είναι ελλιπής και ή ασύνδετη με τα επίδικα θέματα δεν έχει προωθηθεί με οποιονδήποτε τρόπο. Ειδικότερα, δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε αυτόν τον λόγο ούτε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ούτε και στην αγόρευση της Καθ΄ ης, επομένως θεωρώ ότι αυτός ο λόγος έχει εγκαταλειφθεί. Εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο θα απέρριπτε αυτόν τον λόγο καθότι η Αίτηση αναφέρεται και βασίζεται στην ορθή δικονομική πρόνοια, τη Δ.60, η οποία και διέπει το ζήτημα της ασφάλειας εξόδων. Αποτελεί λόγο ένστασης πως οι Αιτητές στερούνται του δικαιώματος να προωθούν την υπό κρίση Αίτηση από τη στιγμή που αμφισβητούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου, και όπως αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, οι Αιτητές καταχώρισαν εμφάνιση υπό διαμαρτυρία, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, η 8 στις 19.9.16, η 14 στις 9.1.17, η 10 στις 17.2.17 και ο 11 στις 23.2.18, και καταχώρισαν αίτηση για διαγραφή και ή αναστολή της Αγωγής, στις 30.1.17, 20.2.17 και 4.4.18 λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας και ή κατάχρησης της διαδικασίας και ή δεδικασμένου. Οι δύο πρώτες αιτήσεις εκδικάστηκαν και απορρίφθηκαν με τις ενδιάμεσες αποφάσεις του Δικαστηρίου (υπό άλλη σύνθεση) ημ. 30.11.18. Στις 27.8.19 οι Αιτητές καταχώρισαν την υπό κρίση Αίτηση. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η προγενέστερη καταχώριση από τους Αιτητές της αίτησης διαγραφής και ή αναστολής δεν οδηγεί δίχως άλλο σε απόρριψη της υπό κρίση Αίτησης. Δεν υπάρχει οτιδήποτε είτε στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας είτε στη νομολογία που να απαγορεύει την καταχώρηση αίτησης για ασφάλεια εξόδων αν ο αιτητής έχει καταχωρήσει και αίτηση για ακύρωση και ή παραμερισμό της Αγωγής λόγω, μεταξύ άλλων, έλλειψης δικαιοδοσίας. Αυτό άλλωστε δεν συνάδει με τη λογική και ακόμα τον σκοπό της αίτησης για ασφάλεια εξόδων, καθότι τέτοια αίτηση αποσκοπεί στην εξασφάλιση των εξόδων υπέρ εναγομένου σε περίπτωση που η αγωγή προχωρήσει προς πλήρη εκδίκαση επί της ουσίας και απορριφθεί. Νοείται δε ότι ακόμη και αν ήθελε διαταχθεί η παροχή ασφάλειας εξόδων και η αίτηση για ακύρωση και ή παραμερισμό ήθελε επιτύχει, τότε η Ενάγουσα θα κληθεί να καταβάλει τα όποια έξοδα επιδικασθούν εναντίον της και ασφαλώς με την ικανοποίηση της όποιας απόφασης των εξόδων, το υπόλοιπο μέρος της ασφάλειας θα καταστεί πλέον άνευ αντικειμένου, θα παύσει να ισχύει και θα ακυρωθεί. Στην προκειμένη περίπτωση υπενθυμίζεται πως οι δύο εκ των τριών προαναφερόμενων αιτήσεων εκδικάστηκαν και απορρίφθηκαν με έξοδα υπέρ της Καθ΄ ης, επομένως η Καθ΄ ης δεν καλείται να καταβάλει τα έξοδα αυτών. Στα πλαίσια της Αίτησης είναι κοινώς παραδεκτό ότι η Καθ΄ ης είναι αλλοδαπή εταιρεία με έδρα τις Νήσους Κέιμαν. Είναι βάσιμος ο ισχυρισμός της Καθ΄ ης ότι οι Νήσοι Κέιμαν αποτελούν Βρετανικά υπερπόντια εδάφη και πως σύμφωνα με την απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου 2013/755/ΕΕ της 25ης Νοεμβρίου 2013 έχει συμφωνηθεί η σύνδεση των υπερπόντιων χωρών και εδαφών με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτή η απόφαση θεσπίστηκε με βάση το άρθρο 198 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αφορά στην προώθηση της οικονομικής, εμπορικής, κοινωνικής και περιβαλλοντικής σύνδεσης αυτών των χωρών με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτά τα δεδομένα όμως δεν καθιστούν τις Νήσους Κέιμαν κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κατ΄ επέκταση το Ευρωπαϊκό δίκαιο δεν εφαρμόζεται στην επικράτεια τους. Περαιτέρω ενόψει αυτού του καθεστώτος, οι Νήσοι Κέιμαν θεωρούνται ως αλλοδαπή χώρα και ως εκ τούτου η Καθ΄ ης αποτελεί νομικό πρόσωπο το οποίο δεν έχει την έδρα του στην Κύπρο ή σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επομένως το Δικαστήριο δύναται να προχωρήσει στην περαιτέρω εξέταση της υπό κρίση Αίτησης. Ο ισχυρισμός της Κ.Γ. πως η Ενάγουσα δεν κατέχει περιουσία στην Κύπρο, είτε κινητή είτε ακίνητη, η οποία να δύναται να αποτελέσει το αντικείμενο εκτέλεσης σε περίπτωση απόρριψης της Αγωγής έχει παραμείνει αναντίλεκτος. Περαιτέρω η Ενάγουσα δεν προβάλλει οποιονδήποτε ισχυρισμό σε σχέση με την κατοχή περιουσίας στο εξωτερικό ούτε και αναφέρει οτιδήποτε για την οικονομική της κατάσταση και συνακόλουθα για την όποια δυνατότητα της να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση η οποία ήθελε εκδοθεί εναντίον της. Επομένως, θεωρώ ότι στα πλαίσια και για σκοπούς της υπό κρίση Αίτησης, υπάρχει τέτοια μαρτυρία η οποία ικανοποιεί τα κριτήρια που θέτει η νομολογία, και ειδικότερα ότι η Ενάγουσα είναι αλλοδαπή εταιρεία και ότι δεν έχει περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο τα οποία δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο εκτέλεσης για τυχόν κάλυψη των εξόδων των Αιτητών. Αναφορικά με την ισχύ της υπόθεσης της Καθ΄ ης, οι Αιτητές προβάλλουν διάφορες βάσεις για να καταδείξουν ότι η Αγωγή δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας ενώ η Καθ΄ ης ασχολείται με καθεμιά εξ αυτών και παρουσιάζει την αντίθετη της άποψη. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και της έκθεσης απαίτησης, η Καθ΄ ης αποδίδει στους Εναγόμενους συνωμοσία, δόλο, απάτη, παράνομη ιδιοποίηση, παράβαση καταπιστευματικού καθήκοντος και σύμβασης καθώς επίσης και χρήση αθέμιτων μέσων ως προς την απώλεια των μετοχών της σε δύο εταιρείες και συνακόλουθα την απώλεια του οικονομικού συμφέροντος της επί δύο ακινήτων στη Μόσχα. Οι Αιτητές εγείρουν (i) ζήτημα έλλειψης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων για τον λόγο ότι οι επίδικες απαιτήσεις έχουν την πιο ουσιαστική και στενή σχέση με τη Ρωσία και ή εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία των Ρωσικών Δικαστηρίων με βάση το άρθρο 24 του ΕΚ1215/12, (ii) ζήτημα εφαρμογής του δεδικασμένου καθότι οι επίδικες διαφορές έχουν εκδικαστεί και αποφασιστεί σε μεγάλο αριθμό διαδικασιών ενώπιον των Ρωσικών Δικαστηρίων, (iii) ζήτημα κατάχρησης της διαδικασίας επειδή τα ίδια ζητήματα έχουν ήδη απασχολήσει και εκδικαστεί σε άλλες δικαστικές διαδικασίες, (iv) παραγραφή των αξιώσεων και αγώγιμων δικαιωμάτων βάσει του δικαίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας και (v) μη αποκάλυψη αγώγιμου δικαιώματος. Η Καθ΄ ης με τη σειρά της ισχυρίζεται ότι (i) η ύπαρξη δικαιοδοσίας έχει αποφασιστεί στα πλαίσια των αιτήσεων ημ. 13.12.16 από τους Εναγόμενους 13 και 30, ημ. 30.1.17 από τους Εναγόμενους 7 και 8 και ημ. 20.2.17 από τους Εναγόμενους 10 και 14 και δεν βρίσκει έρεισμα στον ΕΚ1215/12, (ii) δεν υφίσταται δεδικασμένο καθότι σε κάποιες διαδικασίες η ίδια δεν ήταν διάδικο μέρος και το δεδικασμένο απερρίφθη στα πλαίσια άλλης Αγωγής και ή δεν δύναται να εφαρμοστεί καθότι δεν υπάρχει απόφαση επί της ουσίας του επίδικου ζητήματος, επισυνάπτοντας και σχετική γνωμάτευση από δικηγόρο στη Ρωσία αναφορικά με τις διαδικασίες στη Ρωσία, (iii) δεν υπάρχει κατάχρηση καθότι ουδέποτε η παρούσα Αγωγή εκκρεμούσε ενόσω εκκρεμούσαν και άλλες, (iv) δεν τίθεται θέμα παραγραφής καθότι δεν εφαρμόζεται το Ρωσικό δίκαιο εφόσον η ισχυριζόμενη αδικοπραγία αφορά και Κύπριους εναγόμενους και (v) αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα. Η παράλειψη καταχώρισης Υπεράσπισης την οποία επικαλείται η Α.Ξ. για να υποστηρίξει ότι το Δικαστήριο δεν έχει ολοκληρωμένη εικόνα ως προς τις πιθανότητες επιτυχίας της Αγωγής δεν ενέχει σημασία καθότι οι Αιτητές αναφέρουν και επεξηγούν τόσο στην ένορκη δήλωση της Κ.Γ. όσο και στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τις αιτήσεις για διαγραφή και ή αναστολή της Αγωγής τους λόγους για τους οποίους θεωρούν ότι η Αγωγή δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας. Αυτό είναι επαρκές υπόβαθρο για την εξέταση του ζητήματος για σκοπούς και στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης. Άλλωστε, η δικονομική πρόνοια παρέχει στον εναγόμενο τη δυνατότητα να αιτηθεί ασφάλεια εξόδων σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας και δεν υπάρχει οτιδήποτε που να τον εμποδίζει να την υποβάλει σε συγκεκριμένο στάδιο και κυρίως πριν την καταχώριση της υπεράσπισης του. Με βάση τους ισχυρισμούς των Αιτητών, διαφαίνεται η ύπαρξη καλής, βάσιμης και ουσιαστικής υπεράσπισης επί νομικών ισχυρισμών που αφορούν την έλλειψη δικαιοδοσίας ή αγώγιμου δικαιώματος ως επίσης και την ύπαρξη δεδικασμένου, ζητήματα τα οποία αν όντως καταδειχθούν, οδηγούν την Αγωγή σε απόρριψη. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι οι τρεις προαναφερόμενες αποφάσεις, Τεκμήρια 1Α-1Γ στην ένορκη δήλωση της Α.Ξ., στις οποίες η Καθ΄ ης παραπέμπει για να καταδείξει ότι έχει ήδη αποφασιστεί η ύπαρξη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων δεν τείνουν να επιβεβαιώσουν αυτή τη θέση καθότι σε αυτές το Δικαστήριο προβαίνει μόνο σε διαπίστωση για εκ πρώτης όψεως ύπαρξη δικαιοδοσίας εκδίκασης της υπόθεσης στην Κύπρο επισημαίνοντας ταυτόχρονα ότι αυτό το ίδιο ζήτημα θα μπορεί να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο αφού αποκρυσταλλωθούν όλα τα γεγονότα. Σχετική είναι η υπόθεση Π.Τ. Ασουράνσι Τόκιο Μαρίν Ιντονησία v. Σησκόπ Ναβικέϊσιον Λτδ
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1741. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης η υπόθεση TBF (Cyprus) Ltd κ.ά. v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού κ.ά.
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 459, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Ο ισχυρισμός των εφεσειόντων ότι έχουν καλή υπόθεση με μεγάλη πιθανότητα επιτυχίας, που βασίζεται στη δική τους αποκλειστικά εκτίμηση, δεν είναι αρκετός για να αποτρέψει το Δικαστήριο από διατάγμα για παροχή ασφάλειας για έξοδα, εν όψει των άλλων περιστάσεων της υπόθεσης.» Ως εκ τούτου, και χωρίς να υπεισέρχομαι σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών, για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας ικανοποιούμαι ότι οι Αιτητές έχουν καταδείξει ότι έχουν καλή, γνήσια και ουσιαστική υπεράσπιση τόσο επί διαδικαστικών όσο και επί ουσιαστικών θεμάτων. Θεωρώ επίσης χρήσιμη την παράθεση του ακόλουθου αποσπάσματος από την υπόθεση Porzelack KG v Porzelack (UK) Ltd [1987] 1 All ER 1074: «I have an entirely general discretion either to award or refuse security, having regard to all the circumstances of the case. However, it is clear on the authorities that, if other matters are equal, it is normally just to exercise that discretion by ordering security against a non-resident plaintiff. The question is what, in all the circumstances of the case, is the just answer. The matters urged before me have spread over a fairly wide field. First there have been attempts to go into the likelihood of the plaintiff winning the case or the defendant winning the case, presumably following the note in The Supreme Court Practice 1985 para 23/1-3/2, which says: '. A major matter for consideration is the likelihood of the plaintiff succeeding . ' This is the second occasion recently on which I have had a major hearing on security for costs and in which the parties have sought to investigate in considerable detail the likelihood or otherwise of success in the action. I do not think that is a right course to adopt on an application for security for costs. The decision is necessarily made at an interlocutory stage on inadequate material and without any hearing of the evidence. A detailed examination of the possibilities of success or failure merely blows the case up into a large interlocutory hearing involving great expenditure of both money and time.» Στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο περιορίζεται στο να διαπιστώσει την ισχύ της υπόθεσης της Καθ΄ ης χωρίς όμως να υπεισέρχεται με οποιονδήποτε τρόπο στην ουσία της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων κάτι το οποίο θα γίνει κατά την ακρόαση της Αγωγής. Ως εκ τούτου και με βάση τις θέσεις και των δύο πλευρών εκείνο το οποίο μπορεί να λεχθεί είναι ότι οι θέσεις των Αιτητών αφορούν σε καθοριστικά για την όλη τύχη της Αγωγής ζητήματα και δεν δύνανται να χαρακτηριστούν σε αυτό το στάδιο ως παντελώς αβάσιμες και ανυπόστατες σε βαθμό που να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οποιασδήποτε επιτυχίας τους. Ο ισχυρισμός της Καθ΄ ης ότι τυχόν έγκριση της Αίτησης θα αποστερήσει την πρόσβαση της στη δικαιοσύνη, έχει παραμείνει γενικός, αόριστος και παντελώς ατεκμηρίωτος. Έχει ήδη λεχθεί ότι η Καθ΄ ης δεν παρέχει οποιαδήποτε στοιχεία για την οικονομική της κατάσταση και δυνατότητα με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατο για το Δικαστήριο να αξιολογήσει αυτόν τον ισχυρισμό της. Εν πάση περιπτώσει αυτό το ζήτημα απαντάται με σαφήνεια στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Genemp Trading Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Πρώην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (ανωτέρω): «Διατείνεται επίσης η εφεσείουσα ότι τυχόν διάταγμα παροχής ασφάλειας εξόδων θα αποτελέσει δυσανάλογο εμπόδιο στο δικαίωμα πρόσβασης σε Δικαστήριο. Έγινε προς τούτο επίκληση της υπόθεσης Garcia Manibardo v. Spain [2002] 34 E.H.R.R. 6, του ΕΔΑΔ, καθώς και των αναφερομένων στο σύγγραμμα των Clayton and Tomlinson: "The Law of Human Rights", Τόμος 1ος, 2η έκδ.
(2009), όπου στη σελ. 745 μνημονεύεται η απόφαση Nasser v. United Bank of Kuwait [2002] 1 W.L.R. 1868, στην οποία κρίθηκε ότι οι πρόνοιες για την παροχή ασφάλειας εξόδων κατ' έφεση θα πρέπει να εξετάζονται υπό το φως των διατάξεων του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το ζητούμενο είναι σε κάθε περίσταση κατά πόσο η παροχή ασφάλειας εξόδων είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη έχοντας υπόψη τις όλες συνθήκες, καθώς και το πιθανό βάρος επί των ώμων του διαδίκου που θα διαταχθεί να καταβάλει αυτή την ασφάλεια. Παρατηρείται ότι οι πιο πάνω αναφορές δεν έχουν οποιαδήποτε εφαρμογή στην υπό κρίση περίπτωση. Στη Nasser λέχθηκε ότι η αναγκαιότητα παροχής ασφάλειας εξόδων δεν θα πρέπει να εμποδίζει την πρόσβαση στο Δικαστήριο, ενώ η παραχώρηση άδειας για έφεση έδειχνε τουλάχιστον «a real prospect» για επιτυχία της έφεσης. Στο ισχύον Κυπριακό σύστημα όμως, η παραχώρηση προηγούμενης άδειας για έφεση δεν υφίσταται και έτσι η καταχώρηση της έφεσης από μόνη της δεν είναι και ένδειξη πιθανής επιτυχίας της. Έπειτα, η επιδιωκόμενη παροχή ενός ποσού ύψους €5.000 δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν να αποτελέσει βάσιμο στοιχείο που κωλύει την πρόσβαση στο Εφετείο, τη στιγμή μάλιστα που η εφεσείουσα διατείνεται, ως υπεδείχθη προηγουμένως, ότι έχει διαθέσιμο ένα ποσό της τάξης των €537.040 γερμανικών μάρκων. Έπεται ότι δεν μπορεί να αποτελεί και λόγο απαγόρευσης πρόσβασης στο Δικαστήριο, η μη συμμόρφωση με τυχόν διαταγή ασφάλειας εξόδων, εφόσον, όπως λέχθηκε και πριν, οι δικονομικές πρόνοιες δεν μπορούν να εφαρμόζονται μόνο προς όφελος της εφεσείουσας με την απρόσκοπτη δυνατότητα καταχώρησης εκ μέρους της έφεσης, αλλά όχι και προς όφελος της εφεσίβλητης ώστε να μην είναι γι' αυτήν λογικό να αναζητήσει ασφάλεια εξόδων. Αναφέρεται δε στο The White Book Service 2006, Civil Procedure Vol. 1, σελ. 633, στα σχόλια της παρ. 25.15.2, (με παραπομπή και στη Nasser), ότι η ορθή προσέγγιση είναι να εξετάζεται κατά πόσον είναι ορθό για ένα εφεσείοντα να προχωρά με την έφεση του, χωρίς να κινδυνεύει να πληρώσει τα έξοδα της άλλης πλευράς σε περίπτωση αποτυχίας. Ούτε συνάγεται ότι η άδεια και μόνο καταχώρησης έφεσης εξουδετερώνει την αναγκαιότητα έκδοσης διαταγής ασφάλειας εξόδων.» Παρόμοια ήταν η προσέγγιση και στην υπόθεση Studland Holdings Ltd κ.ά. v. Ευσταθίου κ.ά.
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1809, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Οι καθ' ων η αίτηση εφεσείοντες δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε στοιχεία που θα μπορούσαν βάσιμα να καταδείξουν ότι η έφεσή τους έχει πιθανότητα επιτυχίας ενώ ο ισχυρισμός τους ότι η έκδοση διατάγματος παροχής ασφάλειας για έξοδα θα καταστεί εμπόδιο προώθησης της γνήσιας απαίτησης που έχουν κατά των εφεσιβλήτων/αιτητών, παρέμεινε ατεκμηρίωτος. Εδώ πρέπει να επισημάνουμε ότι οι εφεσείοντες δεν επικαλούνται αδυναμία καταβολής των εξόδων των εφεσιβλήτων/αιτητών σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης οπότε, σε τέτοια περίπτωση θα ανέκυπτε θέμα δικαιώματος πρόσβασης του ατόμου προς τη δικαιοσύνη το οποίο, καθηκόντως θα εξετάζαμε ως συναπτόμενο του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και του άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών που έχει κυρωθεί με το Νόμο 39/62. Βλ. Continental Ins. Co of Hampshire v. O' Regan
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1087, Vincent David Conway v. Νεόφυτου Ηλία, Π.Ε. 11265, ημερ. 21.10.2002 και Θεμιστοκλής Σ. Χαραλαμπίδης ν. Ιάκωβου Πέτρου κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 1698. Αντίθετα, από ό,τι εξ αντιδιαστολής προκύπτει από την ένορκο δήλωση η οποία συνοδεύει την ένσταση, φαίνεται πως οι εφεσείοντες δεν ισχυρίζονται ότι αντιμετωπίζουν αδυναμία καταβολής των εξόδων. Το γεγονός ότι το ένταλμα κατάσχεσης και εκποίησης κινητής περιουσίας που εκδόθηκε εναντίον των εφεσειόντων και επιστράφηκε ανεκτέλεστο δεν υποδηλώνει άνευ άλλου τινός ότι οι εφεσείοντες αδυνατούν να καταθέσουν ασφάλεια για τα έξοδα. Ενδεχομένως να διαθέτουν πόρους στο εξωτερικό που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν για το συγκεκριμένο σκοπό. Επί αυτού του θέματος οι εφεσείοντες προτίμησαν τη σιωπή.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει και η υπόθεση Hampton Advisory Group v. Bost AD κ.ά.
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1416. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Θα πρέπει, επίσης, να επισημάνουμε ότι οι καθ' ων η αίτηση, στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασής τους, περιορίζουν την αδυναμία τους να καταθέσουν ασφάλεια εξόδων στην έλλειψη πόρων από εμπορική δραστηριότητα. Δεν αναφέρουν ότι αδυνατούν να καταβάλουν τα έξοδα, γιατί δε διαθέτουν οποιαδήποτε άλλη περιουσία, την οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν για το συγκεκριμένο σκοπό, ούτε ότι, σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης, αδυνατούν να καταβάλουν τα έξοδα, ώστε να ανακύπτει θέμα εξέτασης του δικαιώματός τους πρόσβασης προς τη δικαιοσύνη, όπως ορίζει το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το Άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Ανεξαρτήτως της πιο πάνω διαπίστωσης, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η καταχώρηση και εκκρεμότητα ακόμα πέντε αιτήσεων για ασφάλεια εξόδων δεν οδηγεί από μόνη της σε οποιοδήποτε συμπέρασμα περί ενδεχομένης αδυναμίας ικανοποίησης της όποιας απόφασης για παροχή ασφάλειας και συνεπώς άρνησης πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Υπενθυμίζεται ότι η ίδια η Καθ΄ ης δεν επικαλείται ούτε και παρουσιάζει οποιοδήποτε στοιχείο προς υποστήριξη αυτής της θέσης. Επιπλέον, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ταυτόχρονα η επιλογή και απόφαση της Καθ΄ ης να εγείρει την παρούσα Αγωγή εναντίον μεγάλου αριθμού εναγομένων (συνολικά 30) και να καθορίσει το ύψος της αξίωσης της, στην κλίμακα άνω των €2εκ., επομένως εύλογα συνάγεται το συμπέρασμα ότι ήταν εν γνώσει της πως τέτοια δικαστική διαδικασία συνεπάγεται την πρόκληση αρκετά μεγάλου ποσού εξόδων τα οποία πιθανόν να κληθεί να καταβάλει είτε εν όλω είτε εν μέρει. Επίσης ο ισχυρισμός της Καθ΄ ης ότι η περιουσία της έχει απομειωθεί λόγω της συμπεριφοράς των Εναγομένων, θα μπορούσε ενδεχομένως να ληφθεί υπόψιν σε περίπτωση που η ίδια προέβαλλε αδυναμία πληρωμής ασφάλειας εξόδων, όπως έγινε στην Αγγλική υπόθεση Sir Lindsay Parkinson & Co. Ltd. v. Triplan Ltd. [1973] 2 WLRL 632, στην οποία αυτό το ζήτημα αποτέλεσε ένα από τα στοιχεία, ως ειδικές περιστάσεις, τα οποία λήφθηκαν υπόψιν για την απόρριψη του αιτήματος παροχής ασφάλειας εξόδων. Βεβαίως σε εκείνη την υπόθεση είχε καταδειχθεί ότι η πιθανή αδυναμία παροχής ασφάλειας προφανώς οφειλόταν στην αδυναμία εξασφάλισης των ποσών της απαίτησης. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «There were special circumstances which I think might have led to the view that, quite apart from the offer that was made by Parkinsons, there should be no order for security here at all. Those circumstances include the fact that the application for security, for one reason and another, was made only a day or two before the date that had been fixed for the hearing of the arbitration; the fact that the probable inability of the claimants to meet an order for costs was likely to be dependent upon the very failure to recover the sums that were being claimed in this very arbitration, together with another parallel legal proceeding; and the fact that the result of an order for security in this case might well result in the claimants being unable to proceed at all with the claim which admittedly is a bona fide claim.» Στην προκειμένη περίπτωση, η Καθ΄ ης παραμένει παντελώς σιωπηλή αναφορικά με την οικονομική της κατάσταση και δυνατότητα, κάτι το οποίο σαφώς διαχωρίζει την περίπτωση αυτή από την προαναφερόμενη Αγγλική υπόθεση. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ο συναφής ισχυρισμός της Α.Ξ. αναφέρεται σε απλή πιθανότητα αδυναμίας ικανοποίησης τυχόν διαταγής για έξοδα, στοιχείο το οποίο ως ένα αβέβαιο γεγονός δεν δικαιολογεί την άρνηση παροχής ασφάλειας. Ειδικότερα η Α.Ξ. αναφέρει ότι «. η παρούσα αγωγή αφορά αξίωση σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία της ενάγουσας καθ΄ ης η αίτηση και η περιουσία της έχει απομειωθεί σε τέτοιο βαθμό που ίσως να αδυνατεί να ικανοποιήσει τυχόν διαταγή του Δικαστηρίου για καταβολή ασφάλειας εξόδων». Σχετική είναι και η υπόθεση Δημητρίου v. Δημητρίου, άλλως Στυλιανού
(2014)1(Α) Α.Α.Δ. 768 στην οποία επαναλήφθηκαν οι πιο πάνω αρχές και τονίστηκαν τα εξής: «Η γενική αρχή, όπως αυτή καθιερώθηκε διαχρονικά από τη νομολογία, είναι πως, αν η έκδοση διατάγματος για ασφάλεια εξόδων απολήγει σε στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο του διάδικου εναντίον του οποίου η διαταγή στρέφεται, τότε το διάταγμα δεν εκδίδεται. Σε τέτοια περίπτωση, η ανάγκη προστασίας του διάδικου που ζητά την παραχώρηση ασφάλειας εξόδων, υποτάσσεται στο δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο του αντιδίκου του. (Βλ. Continental Ins. Co. of Hamshire v. O' Regan
(1998)1 Α.Α.Δ. 1087, Conway v. Ηλία
(2001)1 Α.Α.Δ. 1653, Χαραλαμπίδης ν. Πέτρου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1698).» Ο χρόνος υποβολής της Αίτησης είναι επίσης παράγοντας ο οποίος συνεκτιμάται στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως προς την έγκριση ή μη της Αίτησης. Μάλιστα αποτελεί λόγο ένστασης ότι ο Αιτητής καταχώρισε την Αίτηση με μεγάλη καθυστέρηση. Στην υπόθεση Alahmari v. Alia Airline (ανωτέρω) λέχθηκε ότι η αίτηση θα πρέπει να γίνεται έγκαιρα, στην υπόθεση Sally Line Ltd v. Greenmar Nav. Ltd κ.ά. (ανωτέρω) το Εφετείο ικανοποιήθηκε ότι οι Εναγόμενοι ενήργησαν με εύλογη σπουδή στην υποβολή της αίτησης τους, ενώ στην υπόθεση Genemp Trading Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Πρώην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (ανωτέρω), σημειώθηκε πως η αίτηση υποβλήθηκε με φαινομενική καθυστέρηση όμως με τις εξηγήσεις που δόθηκαν κρίθηκε τελικώς ότι δεν υπήρχε τέτοια καθυστέρηση που να καθιστούσε καταχρηστική ή απορριπτέα την όλη διαδικασία παροχής ασφάλειας εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, η Αγωγή καταχωρίστηκε στις 24.6.16 με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο, και τρία έτη αργότερα, στις 18.6.19, καταχωρίστηκε η έκθεση απαίτησης. Εν τω μεταξύ σε διαφορετικές ημερομηνίες μεταξύ 19.9.16 και 23.2.18 οι Αιτητές καταχώρισαν εμφάνιση υπό διαμαρτυρία και ακολούθως αίτηση για διαγραφή και ή αναστολή της Αγωγής. Ακολούθησε η εκδίκαση των δύο αιτήσεων, η έκδοση των ενδιάμεσων αποφάσεων, η καταχώριση της έκθεσης απαίτησης και η καταχώριση της παρούσας ενώ οι Αιτητές δεν έχουν ακόμα καταχωρίσει υπεράσπιση. Παρόλο που φαινομενικά παρατηρείται η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την καταχώριση της Αγωγής μέχρι και την καταχώριση της Αίτησης, εντούτοις θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν ότι η Αγωγή καταχωρίστηκε το 2016 αλλά δεν προωθήθηκε επί της ουσίας μέχρι και τα μέσα του 2019 όταν καταχωρίστηκε η έκθεση απαίτησης. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση θα μπορούσε να λεχθεί πως παρατηρείται καθυστέρηση στην προώθηση της Αγωγής από πλευράς της Καθ΄ ης ενώ οι Αιτητές επέδειξαν ενδιαφέρον και ενήργησαν άμεσα με την καταχώριση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία ακολουθούμενη από αιτήσεις για διαγραφή και ή αναστολή της Αγωγής και μετά την έκδοση των ενδιάμεσων αποφάσεων επί των δύο εξ αυτών και ειδικότερα περί τους δύο μήνες μετά την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης ακολούθησε η καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης. Με αυτά τα δεδομένα το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι δεν παρατηρείται οποιαδήποτε καθυστέρηση ως προς την καταχώριση της παρούσας Αίτησης και ή τέτοια που να οδηγεί την Αίτηση δίχως άλλο σε απόρριψη. Επιπρόσθετα, ανεξαρτήτως του κατά πόσο τυγχάνει εφαρμογής ο περί Αλλοδαπών Δικαστικών Αποφάσεων Νόμος, Κεφ. 10, κάτι για το οποίο οι δύο πλευρές εκφέρουν διαφορετική άποψη, από τη στιγμή που η Καθ΄ ης είναι εταιρεία με έδρα στις Νήσους Κέιμαν, τυχόν εκτέλεση απόφασης για τα έξοδα εναντίον της ενδεχομένως συνεπάγεται επιπρόσθετες διαδικασίες σε αλλοδαπή δικαιοδοσία και σε πρόκληση περαιτέρω εξόδων, στοιχείο το οποίο επίσης συνηγορεί υπέρ της έκδοσης διαταγής για ασφάλεια εξόδων. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στις υποθέσεις Union Des Cooperatives Agricoles De Cereales De Semences v. Apak Agro Industries Ld. & Άλλοι (Αρ. 2) (ανωτέρω) και Standard Ltd κ.ά. v. Gold Seal Ship. Co Ltd (ανωτέρω). Η Κ.Γ. επισυνάπτει ενδεικτικό κατάλογο εξόδων, Τεκμήριο 2, στον οποίο φαίνεται ο υπολογισμός των εξόδων στην κλίμακα της Αγωγής άνω των €2εκ. Στην υπόθεση Genemp Trading Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Πρώην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (ανωτέρω), επισημάνθηκε η ορθότητα της επισύναψης καταλόγου εξόδων ο οποίος είναι βοηθητικός για τον υπολογισμό αυτών. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Ένας τέτοιος υπολογισμός είναι ορθό να επισυνάπτεται σε αιτήσεις του είδους όπως είχε συμβεί στην υπόθεση Dagher a.o. v. Morace a.o.
(1985)1 C.L.R. 656, 665-666, όπου ο αναλυτικός πίνακας που προσφέρθηκε βοήθησε το Δικαστήριο στον υπολογισμό των αναγκαίων εξόδων. Όπως αναφέρεται στο Annual Practice 1966, στα σχόλια του αντίστοιχου O.23, r.3, σελ. 510: «It is a great convenience to the Court to be informed what are the estimated costs, and for this purpose a skeleton bill of costs usually affords a ready guide.»» Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Alahmari v. Alia Airline (ανωτέρω): «Το ποσό της ασφάλειας, όπως ορθά επισημαίνεται από το δικαστή Μαλαχτό στην υπόθεση Senior Service Ltd. and Others v. Chrysanthi Shipping Co. Ltd. and Another
(1975)1 C.L.R. 316, είναι κατά κανόνα εκείνο το οποίο υπό κανονικάς συνθήκας θα υποστεί ο διάδικος ο οποίος εξαιτείται την ασφάλεια. "Ordinarily, the amount to be given for security for costs is the amount which under normal circumstances, such costs are likely to be incurred by the party applying for such order." Ελληνική μετάφραση: "Συνήθως το ποσό το οποίο καθορίζεται ως ασφάλεια για τα έξοδα είναι το ποσό το οποίο υπό κανονικάς συνθήκας είναι πιθανό να υποστεί το μέρος το οποίο εξαιρείται την έκδοση της διαταγής." Ως θέμα ορθής πρακτικής το ποσό το οποίο επιζητείται ως ασφάλεια, πρέπει να υποστηρίζεται με λεπτομέρειες (προκαταρκτικό κατάλογο εξόδων) που να τείνουν να καθορίζουν το ύψος του.» Στην υπόθεση Charalambous-Stejaru v. Iωάννου (ανωτέρω) λέχθηκε ότι το ποσό της ασφάλειας είναι κατά κανόνα αυτό που κατά λογική πρόβλεψη θα υποστεί ο διάδικος ο οποίος εξαιτείται την ασφάλεια. Σε εκείνη την υπόθεση στην αίτηση για ασφάλεια εξόδων επισυνάφθηκε προκαταρκτικός κατάλογος στον οποίο περιλαμβάνονταν τα πιθανολογούμενα έξοδα. Το Δικαστήριο θεωρεί βάσιμο τον ισχυρισμό της Α.Ξ. πως το αιτούμενο ποσό των €43,593.40 είναι διογκωμένο και αδικαιολόγητο και πως οι χρεώσεις για π.χ. ξεχωριστή χρέωση για σύνταξη αίτησης για απόρριψη και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει, έξοδα για την προετοιμασία, τις εμφανίσεις και ακρόαση αίτησης, προσέλευση στον Πρωτοκολλητή για διάφορα διαβήματα, σύνταξη μαρτυρικών κλήσεων, εξέταση και λήψη σημειώσεων για τη μαρτυρία μαρτύρων, έξοδα μαρτύρων, συμπεριλαμβανομένων αεροπορικών εισιτηρίων και εξόδων διαμονής, και ετοιμασία και αποστολή επιστολών, είναι υπερβολικές τόσο ως προς την ανάγκη ξεχωριστής χρέωσης όσο και ως προς το ύψος του ποσού αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση, θεωρώ πως το ποσό του συνημμένου καταλόγου εξόδων είναι υπερβολικό και πως το ποσό των €20,000 είναι εύλογο και ικανοποιητικό υπό τις περιστάσεις να διασφαλίσει τα τυχόν έξοδα. Τέλος, υπό το φως των όσων αναφέρονται ανωτέρω, δεν έχει διαφανεί ότι η Αίτηση έχει καταχωριστεί καταχρηστικά, κακόπιστα ή καταπιεστικά. Η Α.Ξ. ισχυρίζεται ότι τόσο η παρούσα Αίτηση όσο και οι υπόλοιπες αποτελούν μέρος ενός σχεδίου, υποκινούμενου από τον Εναγόμενο 11, ως προς την καταχώριση συνολικά έξι αιτήσεων, κάτι το οποίο αποτελεί από μόνο του κατάχρηση. Προς υποστήριξη αυτού του ισχυρισμού, η ΑΞ αναφέρει ότι ενώ η Αγωγή καταχωρίστηκε το 2016 οι αιτήσεις για ασφάλεια εξόδων καταχωρίστηκαν μετά τις 15.2.18, ημερομηνία κατά την οποία έγινε επίδοση αυτής στον Εναγόμενο 11 ο οποίος με την εμπλοκή του στην υπόθεση οργάνωσε τους υπόλοιπους Εναγόμενους σε ένα μαζικό αίτημα ασφάλειας εξόδων με σκοπό την οικονομική αδυναμία ικανοποίησης του και απόρριψης πάραυτα της Αγωγής. Είναι γεγονός ότι οι έξι αιτήσεις καταχωρίστηκαν μεταξύ των ημερομηνιών 13.8.19 και 9.1.20, κάτι το οποίο όμως από μόνο του δεν οδηγεί στο συμπέρασμα περί οργανωμένης και συντονισμένης προσπάθειας των Εναγομένων - Αιτητών στην καταχώριση τέτοιας αίτησης με απώτερο σκοπό την οικονομική εξόντωση της Καθ΄ ης και την απόρριψη της Αγωγής σε αυτό το αρχικό στάδιο. Άλλωστε, αυτή η θέση δεν φαίνεται να βρίσκει έρεισμα στα γεγονότα, καθότι ενώ η επίδοση έγινε στον Εναγόμενο 11 στις 15.2.18, οι αιτήσεις καταχωρίστηκαν αφενός όχι από όλους τους Εναγόμενους στους οποίους επιδόθηκε η Αγωγή, όπως π.χ. τον Εναγόμενο 7, και αφετέρου πέραν του ενάμιση έτους από την επίδοση στον συγκεκριμένο εναγόμενο. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεδομένων, φαίνεται ότι η Αίτηση καταχωρίστηκε στην προσπάθεια και επιθυμία των Αιτητών διαφύλαξης της πληρωμής των δικηγορικών εξόδων σε περίπτωση αποτυχίας της Αγωγής. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, ικανοποιούμαι ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που συνηγορούν υπέρ της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την έγκριση της Αίτησης με τον καθορισμό του ποσού στις €20,000. Αποτελεί ισχυρισμό της Καθ΄ ης πως σε περίπτωση επιτυχίας της Αίτησης η προθεσμία των 30 ημερών για την παροχή της ασφάλειας είναι πολύ μικρή δεδομένου ότι όλοι οι Εναγόμενοι απαιτούν το συνολικό ποσό των €284,141.33. Από τη στιγμή που το Δικαστήριο εγκρίνει τις αιτήσεις, καθορίζοντας όμως σαφώς χαμηλότερα ποσά, τότε θεωρώ ότι ο χρόνος των 45 ημερών είναι ικανοποιητικός. Ως εκ τούτου η παρούσα Αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η Ενάγουσα διατάσσεται όπως παράσχει ασφάλεια εξόδων στους Εναγόμενους 8, 10 11 και 14 για το ποσό των €20,000. Η ασφάλεια εξόδων να παρασχεθεί είτε με κατάθεση του εν λόγω ποσού σε μετρητά είτε με την παράδοση ανέκκλητης τραπεζικής εγγύησης στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου, εντός 45 ημερών από σήμερα. Μέχρι τη συμμόρφωση και την καταβολή του εν λόγω ποσού ή την εκπνοή του χρόνου που έχει καθοριστεί, η διαδικασία της παρούσας Αγωγής αναστέλλεται. Αν η Ενάγουσα παραλείψει να παράσχει τη διαταχθείσα ασφάλεια εντός της καθορισμένης προθεσμίας, τότε η υπόθεση θα θεωρείται ότι έχει εγκαταλειφθεί, θα θωρείται αυτομάτως απορριφθείσα και οι Εναγόμενοι 8, 10, 11 και 14 θα δικαιούνται τα έξοδα της Αγωγής όπως θα υπολογιστούν. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 8, 10, 11 και 14 - Αιτητών και εναντίον της Ενάγουσας - Καθ΄ ης η Αίτηση όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. Στην περίπτωση που υπάρξει συμμόρφωση με τη διαταγή για την παροχή της ασφάλειας εξόδων, τότε αμέσως ο Πρωτοκολλητής να θέσει τον φάκελο της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου για τον ορισμό αυτής αναφορικά με τους συγκεκριμένους Εναγόμενους από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................................ ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Ε.Ν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο