ΚΑΔΗ ν. ΣΠΕ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 2921/16, 23/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A587 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2921/16 Μεταξύ: XXXXX ΚΑΔΗ Ενάγοντας και ΣΠΕ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ ΛΤΔ Εναγόμενη --------------------------------------------------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 27/2/2020 εκ μέρους του Ενάγοντα Αιτητή για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης του. Ημερομηνία: 23 Δεκεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα Αιτητή: ο κ. Χρ. Θ. Χριστάκη για Χριστάκη Θ. Χριστάκη Δ.Ε.Π.Ε ΓΙΑ Εναγόμενη Καθ' ης η Αίτηση: η κα Ν. Πετρίδου για Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό καταχωρήθηκε στις 7/6/2016 σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο. Με αυτήν ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον των Εναγομένων: Α. Απόφαση του Δικαστηρίου ότι η σύμβαση του λογαριασμού του δανείου με αριθμό XXXXX585 ‑ 2 είναι παράνομη και ή άκυρη και ή καταχρηστική. B. Απόφαση του Δικαστηρίου ότι ο λογαριασμός δανείου υπό αριθμό XXXXX585 ‑ 2 θα πρέπει από τις 23/1/2015 να μειωθεί στο ποσό της σημερινής αξίας του ακίνητου που οι Ενάγοντες προσέφεραν στους Εναγόμενους με την επιστολή τους ημερομηνίας 23/1/
- Γ. Γενικές τιμωριτικές και ή πραγματικές αποζημιώσεις. Δ. Νόμιμο τόκο έξοδα πλέον έξοδα της επίδοσης πλέον ΦΠΑ. Είναι ειδικότερα η θέση του Ενάγοντα ότι στις 13/12/2012 σύναψε γραπτή συμφωνία δανείου με τους Εναγόμενους για παροχή δανείου ύψους €445,000 προς τον σκοπό αυτόν ανοίχτηκε λογαριασμός δανείου με αριθμό XXXXX585 ‑ 2, το συμφωνηθέν παραχωρηθέν ποσό ήταν €445,000 πληρωτέο σε 216 μηνιαίες δόσεις των €4181, 08 έκαστη. Το βασικό και πληρωτέο επιτόκιο της επίδικης συμφωνίας δανείου ήταν 5% επί του χρεωστικού υπόλοιπου. Είναι ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι η πιο πάνω συμφωνία έγινε κατόπιν προτροπής και ή πίεσης και ή συμβουλής και ή καθοδήγησης των Εναγομένων χωρίς να εξεταστεί η πιστοληπτική ικανότητα και δυνατότητα του να ανταποκριθεί, κατόπιν άσκησης αθέμιτου ανταγωνισμού και ή εκβιαστικής ψυχικής πίεσης και οικονομικής πίεσης επί αυτού, τον οποίο απείλησαν με άμεσο τερματισμό του λογαριασμού του εκμεταλλευόμενοι τη δεσπόζουσα και πλεονεκτική θέση που βρίσκονται και τον ανάγκασαν να την αποδεχτεί κακόπιστα, καταχρηστικά και αντίθετα στους σχετικούς νόμους τα χρηστά ήθη και συναλλακτικά ήθη. Τον ανάγκασαν δε σε σύναψη διαδοχικών συμφωνιών δανείου με επαχθείς όρους κάτι το οποίο ο Ενάγοντας έπραξε κατόπιν ψυχικής πίεσης χωρίς ελευθερία σκέψης και βούλησης και εκτός της συνειδησιακής του επιλογής. Στην Έκθεση Απαίτησης του ο Ενάγοντας προβαίνει σε λεπτομερείς ισχυρισμούς σε σχέση με τις πιο πάνω θέσεις του ισχυρίζεται ότι η σύμβαση στην ολότητά της είναι καταχρηστική και άκυρη, ότι οι Εναγόμενοι ως το δυνατό συμβαλλόμενο μέρος υπέβαλαν όρους σε αυτόν χωρίς ο ίδιος να έχει δικαίωμα διαπραγμάτευσης, μεταξύ άλλων είναι η θέση του ότι συμπεριλήφθηκε στη συμφωνία ρήτρα προς αύξηση του βασικού επιτοκίου η οποία εξαιρείται από το βασικό επιτόκιο και από τον εκάστοτε κατά τον επίδικο χρόνο τόκο υπερημερίας και ειδικότερα επιτρέπεται στους Εναγόμενους το δικαίωμα επιβολής διπλής κεφαλαιοποίησης του επιτοκίου με αποτέλεσμα το συνολικό ετήσιο ποσοστό τόκου να ανέρχεται στο 6, 75% το οποίο έχει με τη σειρά του ως αποτέλεσμα, η συμφωνηθείσα δόση να μην καλύπτει ούτε τους τόκους, ούτε το κεφάλαιο που είχε παραχωρηθεί με το δάνειο. Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι με επιστολή του δικηγόρου του προς τους Εναγόμενους ημερομηνίας 23/1/2015, χωρίς να αποδέχεται τα υπόλοιπα των λογαριασμών που παρουσιάζονται στις καταστάσεις λογαριασμού του και με πλήρη επιφύλαξη των ως άνω ισχυρισμών του, υπέβαλε πρόταση προς πλήρη και τελεία εξόφληση των λογαριασμών του, τη μεταβίβαση στους Εναγόμενους διάφορων ακίνητων η αξία των οποίων κατά τις 23/1/2015 υπερκάλυπτε τότε το ποσό που παρουσιαζόταν στην κατάσταση λογαριασμού του ως υπόλοιπο. Μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, υπενθυμίζω 7/6/2016, είναι η θέση του ότι δεν υπήρξε από πλευράς Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ ή από πλευράς Εναγομένων καμία απολύτως απάντηση στην πρόταση του, η αξία των ακίνητων που πρότεινε για διακανονισμό έχει μειωθεί κατά 25%, ενώ οι Εναγόμενοι συνέχιζαν να χρεώνουν τον επίδικο λογαριασμό με τόκους και ή τόκους υπερημερίας και ή άλλες μη νόμιμες χρεώσεις με αποτέλεσμα να υποστεί ο Ενάγοντας πρόσθετη οικονομική ζημιά, το ύψος της οποίας αντιστοιχεί τουλάχιστον στο ποσό της μείωσης της αξίας των ακίνητων για αυτό και ο Ενάγοντας καταχώρησε την παρούσα αγωγή και διεκδικεί εναντίον των Εναγομένων όσα έχουν αναφερθεί στις παραγράφους Α ‑ Δ ανωτέρω. Στις 26/10/2016 οι Εναγόμενοι καταχώρησαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Στην Υπεράσπιση τους αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα και ειδικά τις αξιώσεις που προβάλλει εναντίον τους και ισχυρίζονται ότι τα πραγματικά γεγονότα είναι ότι ο Ενάγοντας υπέβαλε αίτηση προς τους Εναγόμενους για παροχή δανείου και κατά ή περί τις 13/11/2012 υπογράφτηκε και καταρτίστηκε μεταξύ τους συμφωνία δανείου με την οποία οι Εναγόμενοι συμφώνησαν όπως παραχωρήσουν στον Ενάγοντα δάνειο και ή πιστώσεις και ή τραπεζικές διευκολύνσεις ύψους €445,
- Είναι η θέση τους ότι η επίδικη συμφωνία δανείου διέπετο από συγκεκριμένους ρητούς και ή εξυπακουόμενους όρους τους οποίους και αναγράφουν στην παράγραφο 6 της Υπεράσπισής τους. Μεταξύ των όρων του δανείου, ήταν ότι το δάνειο θα ήταν πληρωτέο σε 216 μηνιαίες δόσεις ύψους €4181,08 έκαστη, της πρώτης δόσης πληρωτέας στις 30/12/
- Το δάνειο θα χρεωνόταν με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο αποτελείτο από το βασικό επιτόκιο των Εναγόμενων και την προσαύξηση. Την μέρα υπογραφής της συμφωνίας το βασικό επιτόκιο ήταν 5% η προσαύξηση 1, 75%, άρα το συνολικό επιτόκιο ήταν ύψους 6, 75% και οι Εναγόμενοι επίσης διατηρούσαν το δικαίωμα να κεφαλαιοποιήσουν τις χρεώσεις αυτές 2 φορές ετησίως. Επίσης είχαν δικαίωμα να μεταβάλλουν κατά την κρίση τους, μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας και των συνθηκών της αγοράς, το βασικό επιτόκιο, τις προσαυξήσεις, τα δικαιώματα παροχής υπηρεσιών και άλλα τραπεζικά έξοδα. Οι Εναγόμενοι αναφέρουν επίσης ότι ο Ενάγοντας προς εγγύηση της εξόφλησης της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 3/11/2012, υποθήκευσε σύμφωνα με έγγραφο υποθήκης υπό αριθμό XXXXX/12 ημερομηνίας 13/11/2012 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας ένα ακίνητο το οποίο βρίσκεται στην ενορία του Δήμου Ιδαλίου το οποίο περιγράφουν στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης. Οι Εναγόμενοι αρνούνται και απορρίπτουν όλους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του Ενάγοντα όπως τίθενται στην Έκθεση Απαίτησης του, ισχυρίζονται ότι η συμφωνία δανείου καταρτίστηκε με την ελεύθερη βούληση του Ενάγοντα μετά που ο ίδιος αποτάθηκε σε αυτούς για παραχώρηση δανείου και ότι ουδέποτε οι Εναγόμενοι εκμεταλλεύτηκαν με οποιονδήποτε τρόπο την οικονομική τους θέση εις βάρος του. Αντίθετα όλοι οι όροι της συμφωνίας, η οποία συμφωνία είναι καθόλα νόμιμη και έγκυρη, ήταν πλήρως γνωστοί στον Ενάγοντα, ο οποίος και τους αποδέχτηκε. Αρνούνται επίσης τους ισχυρισμούς του ότι υπήρξε οποιαδήποτε κατάχρηση της δικής τους δεσπόζουσας θέσης και ότι οποιοσδήποτε όρος της συμφωνίας είναι καταχρηστικός και ή άκυρος για αυτό και αιτούνται την απόρριψη των αξιώσεων του Ενάγοντα όπως παρουσιάζονται στην Έκθεση Απαίτησης του και αιτούνται την απόρριψη της αγωγής με έξοδα εναντίον του Ενάγοντα. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι προβάλλουν την Ανταπαίτησή τους αναφέροντας ότι απέστειλαν στον Ενάγοντα στις 8/3/2016, 11/4/2016 και 11/5/2016 προειδοποιητικές επιστολές με τις οποίες τον ενημέρωναν ότι ο λογαριασμός του δανείου του παρουσίαζε καθυστερήσεις και τον καλούσαν να προβεί στην πληρωμή όλων των καθυστερημένων δόσεων και μάλιστα τον κάλεσαν όπως επικοινωνήσει μαζί τους για να εξεταστεί το ενδεχόμενο αναδιάρθρωσης του δανείου του. Ο Ενάγοντας ουδέποτε ανταποκρίθηκε στις εκκλήσεις των Εναγομένων. Στις 25/6/2016 οι Εναγόμενοι απέστειλαν επιστολή στον Ενάγοντα με την οποία τερμάτισαν την συμφωνία δανείου ημερομηνίας 13/11/2012, ενημέρωσαν τον Ενάγοντα ότι ολόκληρο το υπόλοιπο ποσό του δανείου πλέον των σχετικών τόκων είχε καταστεί πληρωτέο και απαιτητό και τον καλούσαν σε πλήρη εξόφληση όλων των οφειλόμενων του. Η επιστολή τερματισμού συνοδευόταν από την Ειδοποίηση βάσει του Τύπου Θ όπως προβλέπεται στο άρθρο 44 B
(2)του Ν 9/1965 όπως έχει τροποποιηθεί, αλλά ο Ενάγοντας και πάλι παρέλειψε και ή αμέλησε και ή αρνήθηκε να πράξει τούτο μέχρι και σήμερα. Είναι η θέση των Εναγομένων ότι κατά τις 23/6/2016 το χρεωστικό υπόλοιπο του Ενάγοντα ήταν €564.186,74 με τόκο 6, 75% από 23/6/2016 οφειλή που έχει καταστεί απαιτητή αλλά παρ' όλες τις ενοχλήσεις των Εναγόμενων ο Ενάγοντας αρνείται, παραλείπει και αμελεί να εξοφλήσει τα ποσά. Για αυτό και οι Εναγόμενοι εγείρουν την παρούσα Ανταπαίτηση, ισχυρίζονται ότι ο Ενάγοντας έχει πλουτήσει αδικαιολόγητα με τα ποσά και/ή τις πιστώσεις και/ή τις τραπεζικές διευκολύνσεις που αναφέρονται πιο πάνω και αξιώνουν εναντίον του Ανταπαιτητικά Α. Το ποσό των €564.186,74 ως οφειλόμενο υπόλοιπο δανείου και ή ως αποζημιώσεις για παράβαση της σύμβασης δανείου ημερομηνίας 13/11/2012 και ή για αδικαιολόγητο πλουτισμό. B. Τόκος προς 6, 75% ετήσιο επί του ποσού που αναφέρεται στην παράγραφο πιο πάνω από 2/6/2016 μέχρι τελικής εξόφλησης με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των δεδουλευμένων τόκων 2 φορές ετησίως. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακίνητου δυνάμει της υποθήκης υπό αριθμό Υ8947/12 ημερομηνίας 13/11/2012 και όπως το προϊόν της πώλησης διατεθεί προς ή έναντι της κάλυψης των απαιτήσεων των Εναγομένων πλέον έξοδα και ΦΠΑ. Δ. Δικηγορικά έξοδα πλέον νόμιμο τόκο επί αυτό πλέον ΦΠΑ. Ο Ενάγοντας αντέδρασε καταχωρώντας Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση στις 4/4/2017 στην οποία εκτός του ότι παραδέχεται ότι παραχώρησε στους Εναγόμενους την αναφερόμενη υποθήκη η οποία και ενεγράφη στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας, δεν παραδέχεται κανέναν άλλο από τους ισχυρισμούς που προβάλλουν στην Υπεράσπισης τους οι Εναγόμενοι . Επαναλαμβάνει στους ισχυρισμούς του όπως τίθενται στην Έκθεση Απαίτησης του και ως η Υπεράσπιση του στην Ανταπαίτηση των Εναγόμενων αρνείται όλους τους ισχυρισμούς που αναφέρονται σε αυτήν, ισχυρίζεται ότι ο τερματισμός της επίδικης συμφωνίας δανείου στις 25/6/2016 έγινε εκδικητικά επειδή ο Ενάγοντας έχει καταχωρήσει την παρούσα αγωγή στις 7/6/2016 η οποία επιδόθηκε στους Εναγόμενους στις 14/6/2016. Επαναλαμβάνει τη θέση του ότι δεν οφείλει το ποσό που οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται, αρνείται όλο το περιεχόμενο των ισχυρισμών της Ανταπαίτησης των Εναγόμενων και ζητά αφενός την έκδοση απόφασης υπέρ του και αφετέρου την απόρριψη της Ανταπαίτησης με έξοδα εις βάρος των Εναγόμενων και προς όφελός του. Όπως προκύπτει μέσα από τον φάκελο, ακολουθήθηκαν οι πρόνοιες της Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δηλαδή έγινε σχετική Κλήση για Οδηγίες στην οποία οι Εναγόμενοι καταχώρησαν Παράρτημα, εκδόθηκαν Διατάγματα ένορκων αποκαλύψεων εγγράφων εκατέρωθεν με τα οποία και υπήρξε συμμόρφωση, όπως επίσης καταχωρήθηκαν ονομαστικοί κατάλογοι μαρτύρων και σύνοψη μαρτυρίας τόσο από πλευράς Ενάγοντα, όσο και από πλευράς Εναγόμενων. Ακολούθως η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση και εν τω μεταξύ καταχωρήθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου στις 21/11/2018 η Ειδοποίηση για την αλλαγή της ονομασίας της Εναγόμενης από ΣΠΕ Στροβόλου Λτδ σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, ειδοποίηση η οποία επιδόθηκε στον συνήγορο του Ενάγοντα. Όπως φαίνεται επίσης μέσα από τα πρακτικά του φακέλου η υπόθεση είχε οριστεί για ακρόαση σε διάφορες ημερομηνίες η οποία όμως είχε αναβληθεί για διάφορους λόγους. Στις 27/2/2020 καταχωρήθηκε από τον Ενάγοντα αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης του, η υπό κρίση αίτηση. Με αυτή ο Ενάγοντας ζητά Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να του επιτρέπεται να τροποποιήσει την Έκθεση Απαίτησης του δια της προσθήκης 2 νέων θεραπειών. Συγκεκριμένα η πρώτη θεραπεία αφορά Διάταγμα και ή Απόφαση και ή Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η υποθήκη με αριθμό XXXXX/12 και η σχετική σύμβαση, είναι παράνομες, άκυρες, ανεφάρμοστες και πρέπει να εξαλειφθούν και Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται η εν λόγω υποθήκη. Ζητά επίσης Διάταγμα που να του επιτρέπεται να προσθέσει νέες παραγράφους στην Έκθεση Απαίτησης του που να αναφέρουν ότι ο Ενάγοντας υπέγραψε μεν προς κάλυψη των υποχρεώσεων του τη σχετική σύμβαση υποθήκης αλλά προβάλλει τους ισχυρισμούς ότι αυτή είναι άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος και συνεπώς πρέπει να ακυρωθεί και εξαλειφθεί για σειρά λόγων που περιγράφει στην αίτησή του, όπως επίσης και παράγραφο με την οποία να ισχυρίζεται ότι στις 19/12/2012 συμφωνήθηκε μεταξύ του Ενάγοντα και των Εναγόμενων όπως η εν λόγω υποθήκη αρθεί και ή ακυρωθεί και όπως το εν λόγω ακίνητο μεταβιβαστεί επ' ονόματι της XXXXX Καδή. Συμφωνήθηκε επίσης όπως προς κάλυψη των Εναγόμενων αντί του επίδικου ακίνητου εγγραφεί υποθήκη επί άλλων τεμαχίων, τα οποία και αναφέρει και ότι στη βάση της εν λόγω συμφωνίας, το ακίνητο όντως μεταβιβάστηκε στην XXXXX Καδή χωρίς ωστόσο ποτέ να της γνωστοποιηθεί η συμφωνία δανείου, οι όροι δανείου και η συμμόρφωση ή μη του Ενάγοντα με τους όρους του δανείου, ενώ περαιτέρω, αντίθετα με τα συμφωνηθέντα, οι Εναγόμενοι παρέλειψαν και ή αρνήθηκαν να ακυρώσουν την υποθήκη υπό αριθμό XXXXX/12 και αρνήθηκαν την αντικατάσταση της υποθήκης αυτής με την εγγραφή νέας στα τεμάχια που αναφέρει με αποτέλεσμα η XXXXX Καδή, ως νέα εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακίνητου, να εμποδίζεται στην άσκηση των ιδιοκτησιακών της δικαιωμάτων χωρίς να είναι μέρος των συμφωνιών του Ενάγοντα με τους Εναγόμενους. Βάση της αίτησης είναι οι Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί Δ.25 Θ Θ 1 ‑ 5 Δ.64 Θ Θ 1 και 2 Δ.48 Θ Θ 1 και 2 και οι σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων αυτή στηρίζεται εκτίθενται στη συνημμένη δήλωση του Κώστα Καδή, Ενάγοντα Αιτητή ο οποίος επαναλαμβάνει ουσιαστικά το περιεχόμενο της αίτησης τροποποίησης και αναφέρει ότι κατά τη μελέτη των δικογράφων για σκοπούς προετοιμασίας για την ακρόαση της υπόθεσης, διαπίστωσε ότι εκ παραδρομής και/ή από καλόπιστη αβλεψία και/ή λάθος παρέλειψε να ενημερώσει τους δικηγόρους του για τα γεγονότα που επιχειρεί να προσθέσει στην Έκθεση Απαίτησης, αν του επιτραπεί από το Δικαστήριο να την τροποποιήσει. Πιστεύει ότι είναι αναγκαία η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης του κατά αυτόν τον τρόπο για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα, για να έχει πλήρη εικόνα για την ορθή απονομή δικαιοσύνης, πιστεύει ότι δεν επηρεάζονται οι Εναγόμενοι από την τροποποίηση αφού μάλιστα μπορεί να τύχουν αποζημίωσης με κατάλληλο διάταγμα ως προς τα έξοδα για αυτό και αιτείται όπως εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα που κατά την άποψή του θα είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης για αυτό και καλεί το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων. Στις 4/11/2020 οι Εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση τροποποίησης. Η ένσταση τους βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19, Δ.21, Δ.25, Θ Θ 1 - 4, Δ.28, Δ.48 Θ Θ 1 ‑ 4, 8 και 9 στην Δ.64 στο άρθρο 30 του Συντάγματος και στις γενικές εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου όπως επίσης και στη σχετική νομολογία. Σε αυτή προβάλλονται 12 λόγοι ένστασης και ειδικότερα είναι η θέση των Εναγόμενων Καθ' ων η Αίτηση ότι η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και ανυπόστατη, αναιτιολόγητη και συνιστά κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας, δεν υφίστανται οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ο Ενάγοντας δεν δίνει κανένα εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την τόσο μεγάλη καθυστέρηση που έχει επιδείξει στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης η οποία γίνεται σε ένα τόσο προχωρημένο στάδιο εκδίκασης της αγωγής. Προβάλλουν επίσης τη θέση ότι με την παρούσα αίτηση ο Ενάγοντας επιχειρεί να εισάξει νέα βάση και αίτια αγωγής που είναι ανεπίτρεπτο, τα όσα αναφέρει ο Ενάγοντας δεν δικαιολογούνται στη βάση της Δ.25 Θ 1
(3)των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες αφού δεν πρόκειται για εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, ούτε αποτελούν νέα δεδομένα που έχουν προκύψει μετά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή καταχώρηση δικογραφίας. Αντίθετα, αυτά τα γεγονότα που επιθυμεί ο Ενάγοντας να εισάξει, ήταν υπαρκτά κατά την χρονική στιγμή που έδωσε οδηγίες στον δικηγόρο του για έγερση της αγωγής, πολύ καλά γνωστά μάλιστα σε αυτόν και/ή τουλάχιστον γνωστά σε αυτόν από τις 26/10/2016 που οι Εναγόμενοι καταχώρησαν την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους στην οποία ο Ενάγοντας καταχώρησε σχετική Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, όπου και ήγειρε ισχυρισμούς περί ακυρότητας και παρανομίας της σύμβασης υποθήκης χωρίς να συμπεριλάβει τους ισχυρισμούς που επιθυμεί τώρα να συμπεριλάβει. Είναι επίσης η θέση τους ότι από τα πιο πάνω συνάγεται το συμπέρασμα ότι οι ισχυρισμοί που θέλει ο Ενάγοντας να προσθέσει αποτελούν ισχυρισμούς που έχουν ήδη δικογραφηθεί από τον Ενάγοντα στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση του, δηλαδή πριν την καταχώρηση της κλήσης για οδηγίες. Είναι υπερβολική η καθυστέρηση που έχει παρατηρηθεί στην υποβολή της εν λόγω αίτησης και δεν προσφέρεται από τον Ενάγοντα κανένας απολύτως λόγος που να δικαιολογεί την υπερβολική καθυστέρηση και αν η αιτούμενη τροποποίηση εγκριθεί θα προκαλέσει αδικία, δυσμενή επηρεασμό στα δικαιώματα των Εναγόμενων και ταλαιπωρία θα παραβιαστεί το δικαίωμα τους σε δίκαιη δίκη κάτι που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα. Προβάλλουν τελικά τη θέση ότι η αίτηση του Ενάγοντα είναι κακόπιστη, ενοχλητική και εκδικητική και σκοπό έχει να καθυστερήσει τη γρήγορη εκδίκαση της παρούσας αγωγής και συνιστά κατάχρηση των διαδικασιών. Την ένσταση συνοδεύει η ενόρκως δήλωση του XXXXX Ταλιαδώρου δικηγόρου στο γραφείο που χειρίζεται την υπόθεση εκ πλευράς Εναγόμενων ο οποίος, ως αναφέρει είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους Εναγόμενους να προβεί σε αυτήν και ο λόγος που προβαίνει ο ίδιος σε αυτή αντί κάποιου υπαλλήλου εκ πλευράς Εναγόμενων είναι επειδή πρόκειται περί αμιγώς νομικών ζητημάτων. Απορρίπτει τόσο την αίτηση όσο και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει και υιοθετεί την ένσταση των Εναγόμενων με τους λόγους που προβάλλονται σε αυτήν. Αφού προβαίνει σε μία ιστορική παράθεση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης αναφέρει ότι η ύπαρξη της υποθήκης XXXXX/12 ήταν γνωστή στον Ενάγοντα από το 2012 όταν την παραχώρησε ως εξασφάλιση για το επίδικο δάνειο και όμως δεν αναφέρεται τίποτε για αυτή στο Κλητήριο Ένταλμα και την Έκθεση Απαίτησης που καταχώρησε στις 7/6/
- Στις 26/10/2016 οι Εναγόμενοι καταχώρησαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στην οποία προέβηκαν σε ρητές αναφορές σε σχέση με την επίδικη υποθήκη όπως με την Ανταπαίτηση τους ζητούν Διάταγμα για εκποίηση του ενυπόθηκου ακίνητου. Στις 4/4/2017 ο Ενάγοντας καταχώρησε Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, όπου παραδέχεται ότι παραχώρησε την υποθήκη ως εξασφάλιση του επίδικου δανείου προβάλλοντας ισχυρισμούς περί ακυρότητας και παρανομίας της χωρίς να αναφέρει τους ισχυρισμούς που τώρα προσπαθεί να συμπεριλάβει με την αίτηση τροποποίησης του. Όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί ήταν εις γνώση του Ενάγοντα πριν το κλείσιμο της δικογραφίας και την καταχώρηση της Κλήσης για Οδηγίες και ο Ενάγοντας δεν δικαιολογεί καθόλου την τεράστια καθυστέρηση που υπέδειξε στην προβολή των σκοπούμενων ισχυρισμών του από το 2012 ή έστω από το
- Η θέση του ότι δήθεν δεν ανέφερε στους δικηγόρους του τα γεγονότα αυτά από καλόπιστο λάθος εκ των πραγμάτων κρίνεται ανυπόστατη. Πέραν τούτου είναι η θέση του, από τις πληροφορίες που έχει λάβει από τους εκπροσώπους των Εναγόμενων ότι οι ισχυρισμοί που επιθυμεί ο Ενάγοντας να εισάξει με την τροποποίηση της Έκθεση Απαίτησης, αν του επιτρέπει, ουδόλως ευσταθούν ούτε και ανταποκρίνονται στα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι τα ακίνητα που αναφέρει ο Ενάγοντας στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ανήκουν στην εταιρεία Freka Finance & Investment Ltd και είναι υποθηκευμένα προς όφελος των Εναγόμενων δυνάμει της υποθήκης XXXXX/13 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας η οποία δόθηκε ως εξασφάλιση από την πιο πάνω εταιρεία σε σχέση με το δάνειο με αριθμό λογαριασμού XXXXX638 ‑ 1 ημερομηνίας 20/5/2013 που παραχώρησαν οι Εναγόμενοι στον Ενάγοντα και τη XXXXX Καδή, και επισυνάπτει σχετικά τα αντίγραφα της συμφωνίας δανείου του εν λόγω λογαριασμού, του εγγράφου υποθήκης, και της Δήλωσης Υποθήκης με αριθμό XXXXX/113 ως Τεκμήρια 1, 2, 3 αντίστοιχα. Όπως επίσης περαιτέρω αναφέρει, ο Ενάγοντας μαζί με άλλα πρόσωπα στις 7/6/2016 καταχώρησαν την αγωγή XXXXX/16 με την οποία αιτείται μεταξύ άλλων απόφαση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία δανείου με αριθμό λογαριασμού XXXXX638 ‑ 1 είναι παράνομη και άκυρη και γίνεται ρητή αναφορά και στην XXXXX/13, και επισυνάπτει ως Τεκμήριο 4 αντίγραφο του κλητήριου εντάλματος της εν λόγω αγωγής. Άρα, υποστηρίζει, αποδεικνύεται ότι οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα που αποτελούν την βάση της παρούσας αίτησης ότι αντιλήφθηκε τα γεγονότα αυτά πρόσφατα και κατά την ετοιμασία της ακρόασης της αγωγής, αποδεικνύονται ως μη αληθή αφού τουλάχιστον από το 2016 τεκμηριωμένα τα γνώριζε ο Ενάγοντας. Ήταν επίσης εις γνώση του, υποστηρίζει, ότι το ενυπόθηκο ακίνητο που καλύπτεται με την υποθήκη XXXXX/12 μεταβιβάστηκε στο όνομα της Έλλης Καδή στις 19/12/2012 και ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι κατά λάθος δεν ενημέρωσε τους δικηγόρους του για αυτό, δεν ευσταθεί, καθότι ο Ενάγοντας στις 27/2/2020 μέσω του δικηγόρου του έστειλε επιστολή στην Altamira, το Τεκμήριο 5, με την οποία ζητεί ακύρωση της επίδικης υποθήκης. Όταν οι εκπρόσωποι των Εναγόμενων έλαβαν την εν λόγω επιστολή προχώρησαν σε έρευνα στο Κτηματολόγιο και διαπίστωσαν ότι το ενυπόθηκο ακίνητο είχε μεταβιβαστεί στο όνομα της XXXXX Καδή η οποία είχε δεόντως ενημερωθεί και είχε πλήρη γνώση για την επίδικη συμφωνία δανείου και την επίδικη υποθήκη επί του εν λόγω ακίνητου. Ειδικότερα ήταν όρος της έγκρισης της μεταβίβασης της εν λόγω υποθήκης στο όνομα της XXXXX Καδή ότι η μεταβίβαση θα γινόταν μόνο αν η XXXXX Καδή δεχόταν όπως αυτό παραμείνει υποκείμενο στην εν λόγω υποθήκη. Για όλα αυτά οι δικηγόροι των Εναγόμενων ενημέρωσαν γραπτώς τον δικηγόρο του Ενάγοντα με επιστολή τους ημερομηνίας 20/3/2020, Τεκμήριο
- Είναι συνεπώς η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης είναι εντελώς καταχρηστική και κακόπιστη, ότι ο Ενάγοντας έχει αποκρύψει από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα, δεν δικαιολογεί καθόλου τον χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, και περαιτέρω η καταχώρηση της εν λόγω αίτησης στο στάδιο αυτό, μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες με βάση τη Διαταγή 30 δεν δικαιολογείται σύμφωνα με τη Δ.25 Θ 1
(3)των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Αιτείται συνεπώς την απόρριψη της αίτησης με έξοδα αναφέροντας ότι αν το Δικαστήριο εγκρίνει τη σκοπούμενη τροποποίηση, θα προκαλέσει κατάφορη αδικία, δυσμενή επηρεασμό και ταλαιπωρία στα δικαιώματα των Εναγόμενων δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην αντίθετη περίπτωση που το Δικαστήριο δεν συμφωνήσει με τη θέση των Εναγόμενων, ζητούν τόσο τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας όσο και τα έξοδα που θα σπαταληθούν συνεπεία της τροποποίησης. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση κανένας από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων καταχώρησαν στο Δικαστήριο γραπτές εμπεριστατωμένες αγορεύσεις που υιοθέτησαν. Στη δική του αγόρευση ο συνήγορος του Ενάγοντα αφού επαναλαμβάνει τα όσα ζητά με την υπό κρίση αίτηση αναφέρεται στη νομική πτυχή που καλύπτει το θέμα τροποποίησης δικογράφων με αναφορά στη νομολογία και είναι η θέση του ότι ο Ενάγοντας Αιτητής δικαιολογεί τον χρόνο που προβαίνει στην καταχώρηση της υπό κρίσης αίτησης. Ακολούθως απαντά σε όλους τους λόγους ένστασης που προβάλλονται από πλευράς των Εναγόμενων Καθ' ων η Αίτηση επαναλαμβάνοντας τη θέση του Ενάγοντα Αιτητή ότι εκ παραδρομής και/ή από καλόπιστη αβλεψία δεν ενημέρωσε τους δικηγόρους του όπως αναφέρουν και οι ίδιοι δικηγόροι των Εναγόμενων Καθ' ων η Αίτηση οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν καταστεί επίδικοι, επομένως δεν θα υπάρξει ούτε εκτροχιασμός τη δίκης ούτε πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς των Εναγόμενων και παραπέμπει σχετικά στην Δ.19 Θ 14 και σε νομολογία. Αναφέρει ότι η αίτηση καταχωρήθηκε πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και ακόμα και αν είναι αποτέλεσμα απώλειας ή καθυστέρησης δεν μπορεί να αποστερηθεί από τον Ενάγοντα η ευκαιρία να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλους τους ισχυρισμούς και τις θέσεις του όταν το Δικαστήριο κληθεί να λάβει την απόφαση του και αναφέρει ότι ο Αιτητής ενήργησε με αμεσότητα μόλις έλαβε την επιστολή ημερομηνίας 27/2/2020 της Altamira και αντιλήφθηκε το καλόπιστο λάθος του, όπως προκύπτει και από την επιστολή των δικηγόρων της κύριας Έλλης Καδή προς την Altamira ημερομηνίας 27/2/2020. Έτσι, με αναφορά στη νομολογία, θεωρεί ότι δικαιολογείται πλήρως η οποία καθυστέρηση που έχει παρατηρηθεί. Καταρρίπτει τον λόγο ένστασης ότι με την αίτηση επιχειρείται εισαγωγή νέας βάσης ή νέας αιτίας αγωγής, επαναλαμβάνοντας τη θέση του ότι το θέμα αυτό είναι ήδη δικογραφημένο από τους Εναγόμενους στην Υπεράσπισης και Ανταπαίτησή τους, απορρίπτει τη θέση των Εναγόμενων ότι τα όσα ο Αιτητής αναφέρει περί καλόπιστου λάθους και γνήσια γεγονότα που προέκυψαν μετά την καταχώρηση της αγωγής δεν είναι καλόπιστο λάθος, επιμένοντας στο γεγονός αυτό και αναφέροντας ότι το βάρος απόδειξης να αποδειχθεί η κακοπιστία είναι στους ώμους των Εναγόμενων οι οποίοι δεν το απέσεισαν. Δεν συμφωνεί ότι θα έπρεπε ο Αιτητής να αναφέρει σαν νομική βάση στην αίτηση του τον Νόμο 9/65 αφού οι ένορκες δηλώσεις σύμφωνα με τη Δ.39 Θ 2 πρέπει να περιορίζονται μόνο σε γεγονότα και απορρίπτει τη θέση ότι τυχόν επιτυχία της αίτησης ενέχει κίνδυνο ανεπανόρθωτης ζημιάς για τους Καθ' ων η Αίτησης και βλάβης που να μην μπορεί να θεραπευτεί με την ανάλογη διαταγή του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα. Επομένως είναι η θέση του ότι η αίτηση θα πρέπει να επιτύχει και να εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα. Στη δική της γραπτή αγόρευση η συνήγορος των Εναγόμενων Καθ΄ ων η Αίτηση επιμένει στη βασική της θέση ότι η αίτηση του Αιτητή θα πρέπει να απορριφθεί αφού καταχωρήθηκε 4 χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής και ο Αιτητής δεν αρνείται ότι γνώριζε κατά τον ουσιώδη χρόνο τα γεγονότα. Επαναλαμβάνει ότι οι ισχυρισμοί που επιθυμεί να προσθέσει αποτελούν ισχυρισμούς που ο Αιτητής έχει ήδη δικογραφήσει την Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση του ημερομηνίας 4/4/2017, πριν την Κλήση για Οδηγίες χωρίς να επιχειρήσει τότε να προσθέσει τους εν λόγω ισχυρισμούς και χωρίς να δικαιολογεί αυτή του την παράληψη. Είναι δε ολοφάνερο, πάντα σύμφωνα με τη θέση της, ότι ο Αιτητής είναι από το 2012, δηλαδή εδώ και 8 χρόνια, που γνωρίζει αυτά τα γεγονότα. Αναφέρει επίσης ότι ο Αιτητής γνωρίζει ότι η υποθήκη XXXXX/13 αποτελεί αντικείμενο άλλης αγωγής και συγκεκριμένα της αγωγής XXXXX/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην οποία μεταξύ των Εναγόντων είναι και ο Αιτητής και όμως καμία απολύτως αναφορά δεν γίνεται για αυτήν από τον Αιτητή στην παρούσα υπόθεση. Είναι η θέση της ότι ο Αιτητής δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις της νέας Δ.25 Θ 1
(3)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας επαναλαμβάνοντας ότι στη βάση της τροποποιημένης Δ.25 μετά την κλήση για οδηγίες στη βάση της Δ.30 δεν επιτρέπεται τροποποίηση εκτός από τις καθορισμένες εξαιρέσεις τις οποίες και παραθέτει και που ισχυρίζεται ότι δεν ισχύουν στην παρούσα περίπτωση. Αναφέρει σχετικά ότι η νομολογία που χρησιμοποιεί ο δικηγόρος του Αιτητή αφορά κυρίως την παλαιά Δ.25 και προσφέρει πολύ λίγη, αν όχι καθόλου, καθοδήγηση στο Δικαστήριο. Διερωτάται επίσης γιατί ο Αιτητής μετά που διάβασε την Υπεράσπιση των Εναγόμενων και την Ανταπαίτηση τους δεν θυμήθηκε τα γεγονότα που επιδιώκει τώρα να συμπεριλάβει ώστε να προβεί στα απαραίτητα διαβήματα. Ούτε και εξηγεί γιατί δεν τα θυμήθηκε όταν προχώρησε σε ένορκη αποκάλυψη εγγράφων και στη σύνοψη της μαρτυρίας του. Με αναφορά σε πρόσφατη νομολογία μετά την τροποποίηση της Δ.25 Θ
(1)και
(3), θεωρεί ότι η έννοια του καλόπιστου λάθους, όπως έχει αναλυθεί στην εν λόγω νομολογία δεν καλύπτει την παρούσα υπόθεση, είναι η θέση της ότι ο Αιτητής καταλήγει σε αναλήθειες για να προωθήσει την αίτηση του η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως καλόπιστη, αντίθετα είναι φανερό ότι δεν αποκαλύπτει στο Δικαστήριο την πλήρη αλήθεια. Τέλος αναφέρεται στον παράγοντα καθυστέρηση, ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής απέτυχε να τον δικαιολογήσει για αυτό και αιτείται την απόρριψη της αίτησης με έξοδα εναντίον του Ενάγοντα Αιτητή. Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25, ΘΘ 1 ‑ 6, Δ.48 ΘΘ 1 ‑ 3 και 9, καθώς και στις συμφυείς εξουσίες, την πρακτική και νομολογία του Δικαστηρίου. Υπάρχει ευρεία νομολογία σχετική με το θέμα της τροποποίησης δικόγραφων, η οποία καταδεικνύει ότι η έγκριση ή όχι τέτοιων αιτημάτων εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου έχουν αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων και αναφέρω ενδεικτικά τις υποθέσεις Περικτιόνη Χρήστου v. Ανδρέα Αζά
(1992), 1 ΑΑΔ 704, Δόμνα Χριστοδούλου v. Αθηναΐδος Χριστοδούλου και άλλη
(1991)1 ΑΑΔ 934 και συνοψίστηκαν στην υπόθεση ΦΟΙΝΙΩΤΗ v. GREENMAR NAVIGATION
(1989), 1 ΑΑΔ σελ. 33. Ο παράγοντας χρόνος έχει επίσης τη δική του σημασία όπως αναφέρθηκε στις υποθέσεις Astor Manufacturing and Exporting Co κ.α. v. A.G. Levendis κ.α.
(1993)1 ΑΑΔ 726, Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 CLR 1, Νικολάου v. Μιλτιάδους
(2007)1 ΑΑΔ 1005. Επίσης αν η τροποποίηση οφείλεται σε καλόπιστο λάθος, αυτό έχει τη δική του σημασία και παραπέμπω σχετικά στις υποθέσεις Saba and Co (T.M.P) v. T.M.P. Agents
(1994)1 ΑΑΔ 426, Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1 ΑΑΔ 1005 και στις πιο πρόσφατες υποθέσεις Πολιτικές Εφέσεις Ε306/16 και Ε307/16 Κεντρική Τράπεζα Κύπρου v. Ιεροδιακόνου, ημερομηνίας 06/07/18. Όπως επίσης έχει καθοριστεί από τη νομολογία, δεν επιτρέπεται η εισαγωγή νέων βάσεων αγωγής με τις τροποποιήσεις, ο λόγος που αυτές δεν επιτρέπονται είναι για να μπορούν να προσδιορίζονται οι διαφορές των μερών και να αποφεύγονται αχρείαστα πολλαπλές νομικές διαδικασίες. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Saba (ανωτέρω), Χρήστου v. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 και οι πιο πρόσφατες Πολιτικές Εφέσεις αριθμός 132/12 και 138/13 IKOS GIF LTD v. Martin Coward κ.ά. ημερ. 20/03/2014. Η σημασία του να είναι καλόπιστο το αίτημα έχει υπογραμμιστεί επίσης στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Ν. Σιακόλα
(1998)1 (Ε) ΑΑΔ 44 και στην υπόθεση Κώστα Παφίτη & Υιοί Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2012)1 ΑΑΔ 745. Σύμφωνα με τη Δ.39 Θ
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι ένορκες δηλώσεις πρέπει να περιορίζονται σε γεγονότα τα οποία ο μάρτυρας έχει τη δυνατότητα να αποδείξει δια εξ ιδίας γνώσεως, αλλά σε ενδιάμεσες αιτήσεις μία ένορκη δήλωση μπορεί να περιέχει δηλώσεις πεποίθησης και πληροφόρησης μαζί με τις πήγες και τις βάσεις αυτών. Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Pell Frischmann Consultants Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας του
(2001)1 ΑΑΔ 33, ημερομηνίας 22/01/
- Η παρούσα αγωγή έχει καταχωρηθεί στις 07/06/16 και σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στη Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζεται η Δ.25 όπως αυτή ίσχυε κατά την έκδοση του Διαδικαστικού Κανονισμού 2/215 (ΕΕΔ 4098) ημερομηνίας 13/05/
- Ειδικότερα, σύμφωνα με τη Δ.25 Θ 1
(3)μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Δ.30, καμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή καταχώρησης του κλητήριου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης. Είναι δηλαδή ξεκάθαρο και σαφές από την εν λόγω δικονομική διάταξη ότι μετά την Κλήση για Οδηγίες βάση της Δ.30 δεν επιτρέπεται τροποποίηση, εκτός από τις καθορισμένες σε αυτήν εξαιρέσεις. Επομένως, με βάση τη Δ.25 η δυνατότητα τροποποίησης δικόγραφων παρέχεται σε 3 διαφορετικά στάδια της διαδικασίας: Α) πριν από την επίδοση του κλητήριου, κατά το οποίο δεν υφίσταται οποιοσδήποτε περιορισμός, Β) μετά την ανταλλαγή δικόγραφων και πριν το στάδιο Κλήσης για Οδηγίες κατά το οποίο επιτρέπεται τροποποίηση χωρίς άδεια του Δικαστηρίου μία φορά και Γ) το τρίτο και τελευταίο στάδιο μετά την έκδοση Κλήσης για Οδηγίες κατά το οποίο δεν επιτρέπεται τροποποίηση δικόγραφων, εκτός κατ' εξαίρεση και αφού προηγηθεί η παραχώρηση σχετικής άδειας του Δικαστηρίου. Είναι δηλαδή σαφές ότι η παλαιότερη Δ.25 ήταν πιο ευρείας εφαρμογής απ' ό,τι η νέα Δ.25 και επομένως η νομολογία της παλιάς Δ.25 δεν μπορεί να προσφέρει στην παρούσα υπόθεση στο Δικαστήριο εκείνη τη δεσμευτική καθοδήγηση που ισχύει για την παλιά Δ.
- Είναι δεδομένο μέσα από τα δικόγραφα που έχουν καταχωρηθεί ότι ο Αιτητής γνώριζε για την ύπαρξη της επίδικης υποθήκης όταν αυτή καταρτίστηκε και στο δικόγραφό του, Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση παραδέχεται ότι παραχώρησε την εν λόγω υποθήκη ως εξασφάλιση του επίδικου δανείου και προέβη σε ισχυρισμούς περί ακυρότητας και παρανομίας του. Τούτο έγινε στις 04/04/
- Παρά το γεγονός αυτό, ο Ενάγοντας Αιτητής καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση μόλις στις 27/02/20, δηλαδή 3 σχεδόν χρόνια μετά από την καταχώρηση της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, χωρίς να δίνει οποιονδήποτε ικανοποιητικό λόγο για το γεγονός αυτό και επίσης παρά του ότι είχε την ευκαιρία, πριν να καταχωρηθεί Κλήση για Οδηγίες, να προβεί σε αίτηση τροποποίησης. Σκοπός της νέας Δ.25 και της νέας Δ.30 είναι να σταματήσουν οι ανεξέλεγκτες τροποποιήσεις δικόγραφων και επιβάλλουν στους συντάξαντες τα δικόγραφα πολύ μεγαλύτερη προσοχή και επιμέλεια και περιορίζουν ουσιαστικά τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σε αιτήματα τροποποίησης. Υπάρχουν αρκετές πρωτόδικες αποφάσεις, οι οποίες δεν είναι μεν δεσμευτικές, αλλά έχουν ερμηνεύσει την έννοια του «καλόπιστου λάθους και/ή αβλεψίας» ότι αυτό δεν μπορεί να έχει ευρεία σημασία και να καλύπτουν περιπτώσεις όπως την παρούσα, αφού συνήθως τα καλόπιστα λάθη δικαιολογούνται αν προέκυψαν νέα δεδομένα, τα οποία δεν ήταν γνωστά στον Αιτητή κατά τον ουσιώδη χρόνο. Επίσης, η αυστηρή επιταγή της Δ.25, ιδιαίτερα του Θ 1
(3)δεν αφήνουν περιθώρια στο Δικαστήριο να ερμηνεύσει το καλόπιστο λάθος ως προσθήκη ισχυρισμών γνωστών στο μέρος που επιδιώκει την τροποποίηση και μάλιστα σε μεγάλη έκταση. Υπάρχει πληθώρα πρωτόδικων αποφάσεων, οι οποίες δεν είναι μεν δεσμευτικές για το παρόν Δικαστήριο, αλλά ακολουθούν ουσιαστικά την ίδια γραμμή ότι το καλόπιστο λάθος σημαίνει απλά εσφαλμένη σύνταξη ή εκτυπωτική πλημμέλεια, αλλά όχι προσθήκη νέων ισχυρισμών. Επίσης, καλόπιστο λάθος διαπιστώνεται εάν με την τροποποίηση επιδιωκόταν η διόρθωση μίας μικρής παράλειψης ή ασάφειας. Ειδικά μετά την Κλήση για Οδηγίες με βάση τη Δ.30, οι συνήγοροι πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί με τα θέματα καταχωρήσεων αιτήσεων τροποποίησης, πόσο δε μάλλον όταν έχουν καταχωρηθεί και οι ονομαστικοί κατάλογοι μαρτύρων και οι συνόψεις μαρτυρίας. Παραπέμπω ενδεικτικά στην απόφαση της Έντιμης Προέδρου του Ε.Δ. Λευκωσίας, ως ήταν τότε, κα Λ. Δημητριάδου ημερ. 30.12.2019 στο πλαίσιο της Αγωγής με αριθ. 813/2017 Οδυσσέως ν. Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ κ.α. εκεί όπου ο Αιτητής προβάλλοντας λόγους ύπαρξης καλόπιστου λάθους και αβλεψίας, δεν το υποστήριξε με του αναγκαίου βαθμού μαρτυρίας. Αναφέρει τα εξής καταλυτικά η Έντιμη Πρόεδρος: «Η παράλειψη καταγραφής γεγονότων που θεμελιώνουν τη βάση της Αγωγής ή συνιστούν αναγκαίες λεπτομέρειες προς υποστήριξη των δικογραφημένων ισχυρισμών δεν μπορούν να υπαχθούν στην έννοια του εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους Στη βάση των πιο πάνω, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι δεν έχει καταδειχθεί κατά το στάδιο σύνταξης της Έκθεσης Απαίτησης στον απαιτούμενο βαθμό εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος και/ή νέα δεδομένα τα οποία δεν ήταν γνωστά κατά τον ουσιώδη χρόνο». Ίδια γραμμή ακολούθησε και η Έντιμη Πρόεδρος κα Λιμνατίτου στην Αγωγή αρ. 911/2016 Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ ν. Χλόης Ιωάννου Νεοφύτου κ.α., ημερ. 28.7.2017. Εκεί σημειώνουμε ότι ο Αιτητής επικαλέστηκε το καλόπιστο λάθος και/ή την αβλεψία λόγω αλλαγής του δικηγόρου του. Εδώ ούτε αυτό μπορεί να επικαλεστεί ο Αιτητής, αφού ο δικηγόρος του είναι ο ίδιος διαχρονικά και στις δύο αγωγές με αρ. 2921/16 και 2922/16 και δεν πρόκειται για μια μικρή ασάφεια ή παράλειψη, αλλά για προσθήκη νέων ισχυρισμών και βάσης αγωγής. «Τόσο το περιεχόμενο της προτεινόμενης Έκθεσης Υπεράσπισης όσο και της Ανταπαίτησης δεν μπορεί να αφορούν καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της Έκθεσης Υπεράσπισης αφού με την αίτηση επιζητείται μια ριζική τροποποίηση. Καλόπιστο λάθος θα ήταν μια μικρή παράλειψη ή ασάφεια και όχι προσθήκη ισχυρισμών σε τέτοια έκταση. Ούτε όμως και ως νέα γεγονότα μπορεί να χαρακτηριστούν τα όσα ζητείται να προστεθούν αφού οι εναγόμενοι ανέφεραν όπως ο ίδιος ο ενόρκως δηλών αναφέρει, τα γεγονότα στον πρώτο δικηγόρο τους όταν τον επισκέφθηκαν και του παρέδωσαν όλα τα σχετικά έγγραφα. Η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε όπως φαίνεται μέσα από την ένορκη δήλωση μετά που ο νέος δικηγόρος των εναγομένων ανέλαβε την υπόθεση και εισηγήθηκε την τροποποίηση με τον τρόπο που περιλαμβάνεται στην αίτηση και όπως ο ίδιος την επιθυμεί. Είναι η κρίση μου ότι τα πιο πάνω δεν μπορεί να ερμηνευθούν ως οι προϋποθέσεις της Δ.25 θ. 1
(3). Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία εκτός από την αυστηρή ερμηνεία της Διαταγής όπως αναφέρω πιο πάνω, θα ήταν αντίθετη τόσο με το γράμμα όσο και με το πνεύμα και τον σκοπό της Δ.25 και ιδιαίτερα το θ.1
(3)που αφορά την παρούσα υπόθεση. Ως εκ τούτου και για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω, κρίνω ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται». Στην αγωγή Αrizona Trading Ltd ν. Μοντεξυλ Λτδ, αριθμ. 15/2017, ημερ. 31.5.2018, ο Έντιμος Δικαστής κ. Χριστοδούλου προχώρησε ένα βήμα παραπάνω αναφορικά με την ερμηνεία που πρέπει να δίδεται στο λεκτικό της Διαταγής 25 για το «καλόπιστο λάθος». Σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα: «Λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας αναμένεται να συνδέεται με λεκτικά ή τυπογραφικά ή εκφραστικά λάθη που εμφιλοχωρούν κατά τη σύνταξη της δικογραφίας και όχι στην παράλειψη καταγραφής γεγονότων που θεμελιώνουν τη βάση αγωγής. Περαιτέρω, κρίνω ότι η παράλειψη του διαδίκου, να προμηθεύσει τον δικηγόρο του με όλα τα αναγκαία έγγραφα, τα οποία συγκροτούν τη βάση της απαίτησης του, δεν μπορεί να υπαχθεί στην έννοια του καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας». Ομοίως και στην αγωγή Ανδρέας Αβρααμίδης ν. Σπύρος Αρότης - Έλενα Αρότη και συνεργάτες, αριθμ. 41/2015, ημερ. 11.5.2016, ο Έντιμος Δικαστής κος Παντελή ερμήνευσε το καλόπιστο λάθος ως απλά εσφαλμένη σύνταξη ή εκτυπωτική πλημμέλεια, αλλά όχι προσθήκη νέων ισχυρισμών που ανατρέπουν την βάση της αγωγής. Σχετικό το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση: «Όπως και αν εξετάσει κανείς τα πιο πάνω αδύνατο είναι να μην διαπιστώσει ότι δεν συνιστούν καλόπιστο λάθος στη σύνταξη του δικογράφου. Σε αυτό το πλαίσιο το δικαστήριο δεν έχει απεριόριστη εξουσία να δεχτεί προσθήκη νέου γεγονότος. Η έγκριση του αιτήματος εξαρτάται από απόδειξη σφάλματος στη σύνταξη του δικογράφου. Φερ' ειπείν εκεί όπου μια ημερομηνία αναγράφηκε λανθασμένα ή καθόλου, ο κανονισμός επιτρέπει αττάλειψη του σχετικού σφάλματος. Πλείστες τούτων των περιπτώσεων δεν θα είναι τίποτα άλλο παρά εκτυπωτική πλημμέλεια. Τονίζω το γεγονός ότι ο συντάκτης του κανονισμού συναρτά το λάθος με τη σύνταξη του δικογράφου. Εν ολίγοις, καλόπιστο σφάλμα άσχετο με τη σύνταξη τούτου, λόγου χάριν επειδή ο διάδικος αντιλήφθηκε καθυστερημένα κάποιο γεγονός, παρ' ότι καλόπιστο δεν είναι ικανό να υποστυλώσει το αίτημα». Στην αγωγή 1688/16 Αstrobank Limited πρώην (Τράπεζα Πειραιώς Κύπρου Λτδ) ν. Νικόλας Χρυσοστόμου, ημερ. 8.2.18, ο Έντιμος Πρόεδρος κος Παπαμιχαήλ ως ήταν τότε, έκρινε ως καταχρηστική τη στάση του Αιτητή σε ανάλογο αίτημα τροποποίησης όπου υποστήριξε απλά την αβλεψία του στην έγκαιρη προώθηση των ισχυρισμών του, όταν η αγωγή όμως πέρασε από το στάδιο της αποκάλυψης εγγράφων και της σύνοψης μαρτυρίας. Ενδεικτικό το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση: «Καλόπιστο λάθος θα μπορούσε να διαπιστωθεί εάν με την τροποποίηση επιδιωκόταν η διόρθωση μιας μικρής παράλειψης ή ασάφειας. Ο Αιτητής στην παρούσα περίπτωση δεν επιδιώκει να διορθώσει μια μικρή παράλειψη ή ασάφεια αλλά επιδιώκει να εισάξει ανταπαίτηση μετά την πάροδο μεγάλου χρονικό διαστήματος, αφού καταχώρησε ένορκη δήλωση αποκάλυψης, σύνοψη μαρτυρίας και ονομαστικό κατάλογο μαρτύρων, εντελώς καταχρηστικά και προς εξυπηρέτηση προφανώς αλλότριων σκοπών. Σε περίπτωση που εκ παραδρομής και/ή αβλεψίας και/ή λάθους δεν συμπεριλήφθηκε κατά τη σύνταξη της υπεράσπισης η ανταπαίτηση του Εναγόμενου αυτό προφανώς θα εγίνετο άμεσα αντιληπτό όταν ο εναγόμενος και/ή οι δικηγόροι του έλαβαν οδηγίες από το Δικαστήριο να καταχωρήσουν ένορκη δήλωση αποκάλυψης, πολύ δε περισσότερο όταν εκλήθησαν να καταθέσουν στο Δικαστήριο ονομαστικό κατάλογο μαρτύρων και σύνοψη της μαρτυρίας προς απόδειξη των ισχυρισμών τους που περιλαμβάνονται στην υπεράσπιση. Στην προκειμένη περίπτωση δεν διαπιστώνεται κατά συνέπεια καλόπιστο λάθος όταν τουλάχιστον σε 3 περιπτώσεις ο ίδιος ο Εναγόμενος αποσαφηνίζει στο Δικαστήριο ποια είναι η υπόθεση του και πού στηρίζει την υπεράσπιση του χωρίς να κάνει μνεία για την ύπαρξη ανταπαίτησης. Περαιτέρω, ο Αιτητής ‑ Ενάγοντας αφήνει ασχολίαστη και μη αμφισβητούμενη τη θέση των Eναγόμενων ότι η υποθήκη XXXXX/12 δεν έχει αρθεί και ακόμα υφίσταται, μπορεί να μεταφέρθηκε στο όνομα της Έλλης Καδή, αλλά αυτό έγινε μόνο υπό τον όρο ότι η ίδια θα δεχόταν όπως το ακίνητο παραμείνει υποκείμενο στην εν λόγω υποθήκη, όρος στον οποίο η XXXXX Καδή συγκατατέθηκε και αποδέχτηκε, εξού και κατέστη δυνατή η μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομά της. Όλα αυτά τα γνώριζαν ο Ενάγοντας και οι δικηγόροι του. Έχω ήδη αναφερθεί στο θέμα του χρόνου, επαναλαμβάνω ότι καμία απολύτως δικαιολογία δεν δίνεται για την παρέλευση των 3 σχεδόν ετών από την καταχώρηση του τελευταίου δικόγραφου εκ πλευράς του Ενάγοντα μέχρι την καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης, ειδικά μετά που μεσολάβησαν και όλα τα διαβήματα με βάση την νέα Δ.30 και ειδικά ένορκες αποκαλύψεις εγγράφων, ονομαστικοί κατάλογοι μαρτύρων και σύνοψη μαρτυρίας. Θεωρώ ότι η παρούσα περίπτωση δεν είναι τέτοια που να δικαιολογεί την αίτηση όπως αυτή προβάλλεται και όπως αυτή επιδιώκεται να δικαιολογηθεί από τον Ενάγοντα ‑ Αιτητή. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται, επιδικάζονται υπέρ των Eναγόμενων ‑ Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα ‑ Αιτητή τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ( Υπ.) Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο