← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Σαλάτα κ.α., Aρ. Αγ.: 2821/2014, 18/12/2020

ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Σαλάτα κ.α., Aρ. Αγ.: 2821/2014, 18/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A581 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Aρ. Αγ.: 2821/2014 ΜΕΤΑΞΥ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγοντες -και-

  1. XXXXX Σαλάτα
  2. XXXXX Αγαπίου Εναγομένων Αίτηση της Εναγόμενης 2 ημερ. 13/03/2020 για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης Ημερομηνία: 18 Δεκεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Α. Χρ. Χριστοφόρου για Έλενα Χατζηρούσσου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο 1 - Καθ' ου η Αίτηση: κ. Γ. Παπαθεοδώρου Για την Εναγόμενη 2 - Αιτήτρια: κ. Μ. Παρασκευά ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή - Αιτούμενη θεραπεία Με την υπό κρίση Αίτηση η οποία καταχωρίστηκε στις 13/03/2020, επιδιώκεται η τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγόμενης 2 ως ακολούθως: Α. Την διαγραφή των εν λόγω κατονομαζόμενων «προδικαστικών ενστάσεων» με αρίθμηση (α) μέχρι (ζ) της Υπεράσπισης. Β. Την διαγραφή της παραγράφου

(1),
(2)και
(3)της Υπεράσπισης και της αντικατάστασης τους με τις ακόλουθες αριθμημένες παραγράφους: «
  1. Η Εναγόμενη 2 ενώνει επίδικα θέματα με τους Ενάγοντες. Εκτός όπου ρητά παραδέχεται, η Εναγόμενη 2 αρνείται όλους μαζί και κάθε έναν ξεχωριστά τους ισχυρισμούς των Εναγόντων που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησής τους και καλεί τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους.
  2. Η Εναγόμενη 2 αγνοεί και συνεπώς αρνείται και δεν παραδέχεται το περιεχόμενο της Παραγράφου 1 της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων.
  3. Η Εναγόμενη 2 ισχυρίζεται ότι η καταχώρηση του Ειδικά Οπισθογραφημένου Κλητήριου Εντάλματος από τους Ενάγοντες είναι πρόωρη και/ή ο χρόνος καταχώρησης της Αγωγής είναι πρόωρος και ως εκ τούτου η αιτία αγωγής (cause of action) της Αγωγής δεν έχει ολοκληρωθεί και/ή δεν είναι πλήρης και/ή οι Ενάγοντες δεν διαθέτουν έννομο συμφέρον (locus standi) έγερσης της Αγωγής και/ή του Ειδικά Οπισθογραφημένου Κλητήριου Εντάλματος και/ή καταχώρηση τους είναι απαράδεκτη και/ή άκυρη, αφού σύμφωνα με την Νομοθεσία και/ή τις Οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, και μεταξύ άλλων της Οδηγίας περί Διαχείρισης Καθυστερήσεων του 2013, που εκδόθηκε από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δυνάμει του άρθρου 41 των περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμων του 1997 έως του 2013, και του «Κώδικα Συμπεριφοράς για τον χειρισμό δανειοληπτών που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες», οι Ενάγοντες ήταν υποχρεωμένοι πριν την έγερση δικαστικών μέτρων και/ή καταχώρηση του Ειδικά Οπισθογραφημένου Κλητήριου Εντάλματος, όπως προβούν προηγουμένως σε όλες τις ενέργειες και/ή στην διαδικασία που προβλέπει η πιο πάνω Νομοθεσία, προς επίτευξη και/ή διερεύνηση λύσεων αναδιάρθρωσης του Δανείου που αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων και/ή εξώδικης επίλυσης της οποιασδήποτε διαφοράς, κάτι που οι Ενάγοντες αρνήθηκαν και/ή παρέλειψαν να πράξουν. Σύμφωνα με τον Νόμο η μη συμμόρφωση των Τραπεζικών Ιδρυμάτων με Οδηγίες της Κεντρικής αποτελεί ποινικό αδίκημα.
  4. Η Εναγόμενη 2 αγνοεί και συνεπώς δεν παραδέχεται το περιεχόμενο της Παραγράφου 2 της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων και καλεί τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους.
  5. Η Εναγόμενη 2 αρνείται και απορρίπτει την Παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε υπέγραψε την εν λόγω Συμφωνία Εγγύησης και ουδέποτε οι Εναγόμενοι της παρέδωσαν οποιαδήποτε Συμφωνία Δανείου και/ή την ενημέρωσαν για τον Κατάλογο Χρεώσεων και Επιτοκίων και/ή της παρέδωσαν την Δήλωση περιουσιακών Στοιχείων του πρωτοφειλέτη Εναγόμενου
  6. Άνευ βλάβης και διαζευκτικά με την Παράγραφο 5 της Υπεράσπισης, η Εναγόμενη 2 ισχυρίζεται ότι, ακόμη και αν έχει καταρτιστεί και υπογραφεί η συμφωνία Εγγύησης που αναφέρεται στη Έκθεση Απαίτησης: i. Αυτή ήταν γραμμένη στην ελληνική γλώσσα, ήτοι σε γλώσσα που η Εναγόμενη 2 δεν διαβάζει, ούτε μιλά και ούτε αντιλαμβάνεται, καθότι είναι αγγλίδα υπήκοος και ομιλεί και διαβάζει αποκλειστικά την αγγλική γλώσσα και σε καμιά απολύτως περίπτωση δεν γνωρίζει την ελληνική γλώσσα και ούτε και γνωρίζει ελληνική ανάγνωση. Οι Ενάγοντες ουδέποτε μετέφρασαν νομίμως και νομοτύπως ως προβλέπεται, ούτε και επεξήγησαν τους όρους της συμφωνίας Εγγύησης με οιονδήποτε τρόπο στην Εναγόμενη 2 παρά μόνο της προσκόμισαν μια σελίδα γραμμένη στα ελληνικά με σημειωμένο το σημείο που την έβαλαν και εξανάγκασαν να υπογράψει. ii. Οι Ενάγοντες δεν παρείχαν ενημέρωση προς την Εναγόμενη 2 ως όφειλαν, βάσει της Νομοθεσίας που διέπει τις συμφωνίες εγγύησης και/ή βάσει των προνοιών του περί προστασίας περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος του 2003 (197(I)/2003) και δεν προέβηκαν σε οποιεσδήποτε διαδικασίες για να προειδοποιήσουν και να προστατεύσουν τα συμφέροντα της ως εγγυητής με αποτέλεσμα να έχει απαλλαγεί από οποιεσδήποτε υποχρεώσεις του ως εγγυητής και/ή οι Ενάγοντες να κωλύονται από το να εγείρουν αξίωση εναντίον της Εναγόμενης 2 για οποιοδήποτε ποσό και/ή για το συγκεκριμένο ποσό που αναφέρουν στην Έκθεση Απαίτησης. iii. Η Συμφωνία Δανείου και η Συμφωνία Εγγύησης περιλάμβαναν ρήτρες οι οποίες παραβαίνουν τη σχετική επί του θέματος Νομοθεσία, και/ή ήταν καταχρηστικές και, συνεπώς, άκυρες και/ή παράνομες και/ή άνευ έννομου αποτελέσματος έναντι του Εναγόμενου 2 με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να κωλύεται από το να εγείρει αξίωση εναντίον του Εναγόμενου 2 για οποιοδήποτε ποσό και/ή για το συγκεκριμένο ποσό που αναφέρουν στην Έκθεση Απαίτησης. iv. Η Ενάγουσα δεν παρείχε ενημέρωση προς την Εναγόμενη 2 ως όφειλε, βάσει της Νομοθεσίας και δεν προέβηκε σε οποιεσδήποτε διαδικασίες για να προειδοποιήσει και να προστατεύσει τα συμφέροντα του Εναγόμενου 2 ως εγγυητή, με αποτέλεσμα να έχει απαλλαγεί από οποιεσδήποτε υποχρεώσεις του ως εγγυητής και/ή η Ενάγουσα να κωλύεται από το να εγείρει αξίωση εναντίον της Εναγόμενης 2 για οποιοδήποτε ποσό και/ή για το συγκεκριμένο ποσό που αναφέρουν στην Έκθεση Απαίτησης. v. Η Ενάγουσα όφειλε να ενημερώσει την Εναγόμενη 2 ως εγγυητή για κάθε καθυστέρηση καταβολής ή αθέτηση πληρωμής τουλάχιστον τριών δόσεων από τον Πρωτοφειλέτη, κάτι που παρέλειψε να πράξει με αποτέλεσμα, Η Εναγόμενη 2 να έχει απαλλαχθεί από κάθε του υποχρέωση ως εγγυητής. vi. Η Ενάγουσα όφειλε να ενημερώσει την Εναγόμενη 2 και/ή παρέλειψε να ενημερώσει και/ή τους απέκρυψε το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 Πρωτοφειλέτης ήταν αφερέγγυος και/ή δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να αποπληρώσει το χρέος και/ή ότι έχει καταχωρηθεί αίτηση για έκδοση διατάγματος παραλαβής και/ή για την έκδοση διατάγματος παραλαβής και/ή για την έκδοση διατάγματος πτώχευσης και/ή διατάγματος αφερεγγυότητας εναντίον του πρωτοφειλέτη, με αποτέλεσμα Η Εναγόμενη 2 να έχει απαλλαχθεί από κάθε του υποχρέωση ως εγγυητής. vii. Η Ενάγουσα ουδέποτε ενημέρωσε την Εναγόμενη 2 για τα περιουσιακά στοιχεία του πρωτοφειλέτη και/ή τυχόν επιβαρύνσεις που αυτός είχε σύμφωνα με τις πρόνοιες του σχετικού Νόμου. viii. Οι πιο πάνω παραλείψεις εκ μέρους της Ενάγουσας αποτελούν παράβαση ουσιώδους όρου της συμφωνίας εγγύησης εκ μέρους της Ενάγουσας, με αποτέλεσμα Η Εναγόμενη 2 να μην οφείλει οποιοδήποτε ποσό προς την Ενάγουσα και/ή να έχει απαλλαχθεί από κάθε του υποχρέωση ως εγγυητής. ix. Είναι ισχυρισμός της Εναγομένης 2 ότι ο ίδιος έχει απαλλαχθεί ως εγγυητής αφού, η Ενάγουσα αύξησε μονομερώς χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση και/ή συγκατάθεση του το ποσοστό επιτοκίου με το οποίο μπορούσε να χρεώνει την πιστωτική διευκόλυνση, βάσει καταχρηστικής και/ή παράνομης ρήτρας που περιεχόταν στην εν λόγω πιστωτική διευκόλυνση, με αποτέλεσμα η Συμφωνία Δανείου και/ή η Συμφωνία Εγγύησης να είναι παράνομες και/ή να αντιβαίνουν ρητά τις πρόνοιες της σχετικής επί του θέματος Νομοθεσίας και/ή η Ενάγουσα να κωλύεται από το να εγείρει αξίωση εναντίον του Εναγόμενου 2 για οποιοδήποτε ποσό που είναι προϊόν της παράνομης αύξησης του επιτοκίου και/ή για το συγκεκριμένο ποσό που αναφέρει στην Έκθεση Απαίτησης. x. Είναι ισχυρισμός της Εναγόμενης 2 ότι λόγω την μονομερούς τροποποίησης των όρων της Συμφωνίας Δανείου και του επιτοκίου χωρίς την συγκατάθεση του Εναγόμενου 2, η Συμφωνία Εγγύησης που αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης είναι άκυρη και/ή οι Εναγόμενος 2 έχει απαλλαχθεί ως εγγυητής. xi. Διαζευκτικά με τα πιο πάνω, είναι ισχυρισμός της Εναγόμενης 2 , ότι η συμφωνία εγγύησης δεν αφορά την πιστωτική διευκόλυνση που απαιτεί η Ενάγουσα και/ή η εν λόγω εγγύηση δόθηκε ως εξασφάλιση για άλλη διευκόλυνση και/ή καμία αντιπαροχή δεν δόθηκε για την εγγύηση από την Ενάγουσα προς την Εναγόμενη 2 και/ή οποιαδήποτε αντιπαροχή δόθηκε αφορά παρελθούσα αντιπαροχή. xii. Διαζευκτικά με τα πιο πάνω, η χρέωση του τόκου και/ή τόκου υπερημερίας είναι αντισυμβατική και/ή παράνομη και/ή αυθαίρετη και/ή υπερβολική και/ή καταχρηστική και/ή παραβαίνει τα χρηστά ήθη και/ή τη συνήθη Τραπεζική πρακτική και/ή τη σχετική επί του θέματος Νομοθεσία με αποτέλεσμα η Συμφωνία Δανείου και/ή Συμφωνία Εγγύησης να είναι παράνομες και/ή να αντιβαίνουν ρητά τις πρόνοιες της σχετικής επί του θέματος Νομοθεσίας και οι Ενάγοντες να κωλύονται από το να εγείρουν αξίωση εναντίον της Εναγόμενης 2 για οποιοδήποτε ποσό και/ή για το συγκεκριμένο ποσό που αναφέρουν στην Έκθεση Απαίτησης. xiii. Οι Ενάγοντες προέβαιναν παρανόμως σε αύξηση του Περιθωρίου του Επιτοκίου και/ή του Συνολικού Επιτοκίου και/ή του τόκου υπερημερίας κατά παράβαση της σχετικής επί του θέματος Νομοθεσίας με αποτέλεσμα η Συμφωνία Δανείου κα/ή Εγγύησης να είναι παράνομες και/ή να αντιβαίνουν ρητά τις πρόνοιες της σχετικής επί του θέματος Νομοθεσίας και σε κάθε περίπτωση το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου να επιβαρύνεται με παράνομους τόκους και ποσά και ως εκ τούτου οι Ενάγοντες να κωλύονται και/ή δεν νομιμοποιούνται, εν πάση περιπτώσει να εγείρουν αξίωση εναντίον της Εναγόμενης 2 για οποιοδήποτε ποσό που είναι προϊόν της παράνομης αύξησης του επιτοκίου και/ή για το συγκεκριμένο ποσό που αναφέρουν στην Έκθεση Απαίτησης. xiv. Ο τρόπος υπολογισμού του τόκου και/ή του τόκου υπερημερίας, είναι παράνομος αφού αντίκειται στο τρόπο υπολογισμού του τόκου και/ή του τόκου υπερημερίας, που θα έπρεπε να εφαρμοστεί στην Δανειακή Συμφωνία και/ή στην Συμφωνία Εγγύησης που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης, βάσει της σχετικής επί του θέματος Νομοθεσίας, αφού κατά τον υπολογισμό του τόκου λαμβάνεται ως διαιρέτης το εμπορικό έτος το οποίο αποτελείται από 360 ημέρες αντί το ημερολογιακό έτος των 365 ή 366 ημερών με αποτέλεσμα η Συμφωνία Δανείου και/ή Συμφωνία Εγγύησης να είναι παράνομες και/ή να αντιβαίνουν ρητά τις πρόνοιες της σχετικής επί του θέματος Νομοθεσίας ενώ οι Ενάγοντες προχωρούσαν σε κεφαλοποίηση του τόκου πέραν του νόμιμου και/ή συμφωνηθέντος τρόπου, ήτοι πέραν των δύο φορών το χρόνο με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να κωλύονται από το να εγείρουν αξίωση εναντίον της Εναγόμενης 2 για οποιοδήποτε ποσό και/ή για το συγκεκριμένο ποσό που αναφέρουν στην Έκθεση Απαίτησης. xv. Είναι ισχυρισμός της Εναγόμενης 2 ότι οι Ενάγοντες επιβάρυναν το δάνειο με μεγαλύτερο συνολικό επιτόκιο από τον προβλεπόμενο στην Συμφωνία Δανείου και Εγγύησης με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να κωλύονται από το να εγείρουν αξίωση εναντίον των Εναγομένων για οποιοδήποτε ποσό που είναι προϊόν της παράνομης αύξησης του επιτοκίου και/ή για το συγκεκριμένο ποσό που αναφέρουν στην Έκθεση Απαίτησης. xvi. Η επιβάρυνση του Εναγόμενου 2 όλων των εξόδων, δικαιωμάτων και χρεώσεων, είναι παράνομη και/ή καταχρηστική και/ή αντίκειται στις πρόνοιες της σχετικής επί του θέματος Νομοθεσίας και/ή δεν αποτελούν πραγματικά έξοδα τα οποία επιβαρύνθηκαν οι Ενάγοντες και/ή οι Ενάγοντες δεν δύνανται να επιβαρύνουν τους Εναγόμενους για αυτά και/ή σχετική ρήτρα που προβλέπει τις πιο πάνω χρεώσεις και/ή δικαιώματα και/ή προμήθεια είναι καταχρηστική και/ή παράνομη και/ή αντίκειται στις πρόνοιες της σχετικής επί του θέματος Νομοθεσίας αφού Η Εναγόμενη 2 ουδέποτε ενημερώθηκε συγκεκριμένα για αυτά ούτε αποδέχτηκε και/ή συμφώνησε να καταβάλλει και σε κάθε περίπτωση δεν είχαν το δικαίωμα να χρεώνουν οι Ενάγοντες, με αποτέλεσμα λόγω της παράνομης τροποποίησης του χρεωστικού υπολοίπου Η Εναγόμενη 2 να έχει απαλλαχθεί και/ή οι Ενάγοντες να κωλύονται από το να εγείρουν αξίωση για τα ποσά αυτά επί του χρεωστικού υπολοίπου και/ή για το συγκεκριμένο ποσό που αναφέρουν στην Έκθεση Απαίτησης. xvii. Η Εναγόμενη 2 έχει απαλλαχθεί από κάθε υποχρέωση του ως εγγυητής αφού η Ενάγουσα απέκρυψε και παρέλειψε να ενημερώσει την Εναγόμενη 2 ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν πρόσωπο παντελώς αφερέγγυο και/ή που δεν είχε την δυνατότητα να αποπληρώσεις τις οφειλές του και/ή παρουσίαζε ψευδώς την Εναγόμενη ως πρόσωπο φερέγγυο, ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι δεν ήταν.
  7. Η Εναγόμενη 2 αγνοεί και συνεπώς αρνείται και απορρίπτει το περιεχόμενο των παραγράφων 3 μέχρι 12 της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων και ειδικότερα αρνείται και απορρίπτει τον ισχυρισμό των Εναγόντων αναφορικά με οποιεσδήποτε οχλήσεις εκ μέρους των Εναγόντων και την ύπαρξη οποιασδήποτε οφειλής και/ή παράλειψη εξόφλησης οποιουδήποτε ποσού εκ μέρους της.
  8. Η Εναγόμενη 2 αγνοεί και συνεπώς αρνείται και απορρίπτει το περιεχόμενο των παραγράφων 3 μέχρι 12 της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων και ειδικότερα αρνείται και απορρίπτει τον ισχυρισμός των Εναγόντων αναφορικά με την οφειλή και/ή παράλειψη εξόφλησης οποιουδήποτε ποσού ενώ είναι ισχυρισμός της ότι ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε επιστολή τερματισμού οποιουδήποτε λογαριασμού ως αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης και καλεί τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους περί του αντιθέτου. Είναι ισχυρισμός της Εναγομένης 2 ότι οι Ενάγοντες δεν προχώρησαν με τερματισμό του λογαριασμού δανείου λόγω καθυστέρησης πληρωμής δόσεων και/ή ουδέποτε έγινε τερματισμός συμφώνως με τους όρους της Συμφωνίας Δανείου.
  9. Διαζευκτικά και άνευ βλάβης των ως άνω αναφερομένων, είναι ισχυρισμός της Εναγόμενης 2 ότι ακόμη και εάν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες, το ποσό αυτό είναι, εν πάση περιπτώσει, πολύ μικρότερο από αυτό που αξιώνουν οι Ενάγοντες, το οποίο είναι αυθαίρετο και/ή αδικαιολόγητο και/ή υπερβολικό και/ή περιέχει παράνομες και/ή καταχρηστικές και/ή αντισυμβατικές χρεώσεις και/ή αδικαιολόγητους ανατοκισμούς και/ή αυθαίρετες αυξήσεις των επιτοκίων, τις οποίες οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται και/ή κωλύονται να απαιτούν.
  10. Ομοίως η χρέωση επιτοκίου 9% είναι παράνομη και/ή αντίκειται στην σχετική επί του θέματος Νομοθεσία και/ή αποτελεί παράνομη αύξηση του επιτοκίου ενώ σε κάθε περίπτωση ξεπερνά το επιτόκιο που ρητώς οριζόταν στις Σχετικές Συμφωνίες.
  11. Δυνάμει όλων των πιο πάνω, η Εναγόμενη 2 αρνείται και απορρίπτει όλες μαζί και κάθε μία ξεχωριστά τις αξιώσεις των Εναγόντων που εκτίθενται στην παράγραφο 13 της Έκθεσης Απαίτησης στις Υποπαραγράφους (Α), (Β), (Γ) και (Δ) (Ε) (ΣΤ) (Ζ) (Η) (Θ) της Έκθεσης Απαίτησης. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η παρούσα Αγωγή είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και αστήρικτη, καθώς και καταχρηστική, και εξαιτείται την μετά εξόδων απόρριψή της εις βάρος των Εναγόντων.» Ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση: Η υπό κρίση Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Αναστασιάδη (στο εξής η ΘΑ) δικηγόρου στο γραφείο που εκπροσωπεί την Εναγόμενη 2 - Αιτήτρια. Ο ΘΑ αναφέρει, συνοπτικά, τα ακόλουθα: - Κατά ή περί την 4/12/19 η Εναγόμενη 2 διόρισε το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Εναγόμενη 2 ως δικηγόρους στην παρούσα αγωγή, προς αντικατάσταση του προηγούμενου δικηγόρου της. Αμέσως μετά τον διορισμό τους και μόλις έλαβαν τα σχετικά δικόγραφα στα πλαίσια εξέτασης και προώθησης της υπόθεσης της πελάτιδος τους παρατηρήθηκε ότι υπήρχε καταχωρημένη Υπεράσπιση για την Εναγόμενη 2 όπου δεν καταγράφονταν καταλυτικά για την υπεράσπιση και τα επίδικα θέματα γεγονότα όπως το γεγονός ότι η Εναγόμενη 2 είναι Αγγλίδα υπήκοος που ομιλεί και διαβάζει αποκλειστικά και μόνο την αγγλική γλώσσα. Για αυτό τον λόγο ζητούν την προσθήκη της παραγράφου 6 όπου καταγράφεται το γεγονός αυτό και ότι η συμφωνία Εγγύησης ήταν γραμμένη στα ελληνικά χωρίς να μεταφραστεί και επεξηγηθεί στην Εναγόμενη 2 από τους Ενάγοντες οι οποίοι την εξανάγκασαν να την υπογράψει. - Στην αρχική υπεράσπιση δεν γινόταν καμία αναφορά σε χρεώσεις και επιβαρύνσεις που δεν μπορούσαν να χρεώνουν οι Ενάγοντες την Εναγόμενη 2 και ως εκ τούτου ζητούν την προσθήκη της παραγράφου αφού θεωρούν αναγκαία την εξειδίκευση τους προς διευκρίνηση των ισχυρισμών των Εναγομένων και προς διευκόλυνση τόσο του έργου του Δικαστηρίου όσο και της άλλης πλευράς ώστε να έχει αποκρυσταλλωμένους τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης 2 περί αυτών των χρεώσεων που η πλευρά της Εναγόμενης 2 θεωρεί ότι δεν δικαιούται να απαιτεί η άλλη πλευρά. - Αναφέρει επίσης ότι με την προτεινόμενη τροποποίηση γίνεται λεπτομερής αναφορά στις χρεώσεις που θεωρεί η Εναγόμενη 2 παράνομες και/ή άκυρες λόγω παράνομων αυξήσεων και της μονομερούς τροποποίησης του περιθωρίου επιτοκίου και/ή στην επιβολή τόκου υπερημερίας και/ή στην μονομερή αύξηση αυτού αλλά και στον τρόπο υπολογισμού του επιτοκίου με συντελεστή 360 ημερών αλλά και κεφαλοποίηση του πέραν των δύο φορών το χρόνο, χρεώσεις και επιβαρύνσεις που αντίκειται στην σχετική Νομοθεσία. Σύμφωνα με τον ομνύοντα η εν λόγω τροποποίηση ζητείται προς διευκόλυνση και διασαφήνιση του γενικού ισχυρισμού που αναφερόταν ήδη στην Υπεράσπιση. - Σύμφωνα με τον ομνύοντα, με την αιτούμενη τροποποίηση και την προσθήκη της παραγράφου 7 και 8 της προτεινόμενης υπεράσπισης καταγράφεται η διευκρίνηση περί μη παραλαβής των επιστολών ως αναφέρονται από τους Ενάγοντες ενώ στην παράγραφο 9 απλά επαναλαμβάνεται η άρνηση του ποσού που απαιτεί η Ενάγουσα. - Η τροποποίηση του δικογράφου της Υπεράσπισης είναι αναγκαία για τον ακριβή προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. - Με την αιτούμενη τροποποίηση θα δοθεί στους διάδικους η ευκαιρία να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου συγκεκριμένα τα επίδικα θέματα και τις πραγματικές επίδικες διαφορές ώστε καμία πλευρά να μην βρεθεί εξ απήνης κατά την ακρόαση της Υπόθεσης. - Σύμφωνα με τον ομνύοντα θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν ότι η ακρόαση της Αγωγής δεν έχει ακόμη ξεκινήσει. Οι Ενστάσεις στην υπό κρίση Αίτηση: Η πλευρά των Εναγόντων καταχώρησε στις 14/10/2020 ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση (στο εξής η Ένσταση της Ενάγουσας). Προβάλλονται συνολικά 11 λόγοι ένστασης οι οποίοι συνοψίζονται ως ακολούθως: - Δεν υπάρχει επαρκής νομική βάση για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και η αίτηση είναι αβάσιμη, αντινομική και παράτυπη. - Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, - Η Αίτηση είναι καταχρηστική, καταχωρίστηκε πολύ καθυστερημένα και επιδιώκεται η επανόρθωση παράλειψης της Εναγόμενης 2 με απώτερο σκοπό να αλλοιώσει την εικόνα που είχε παρουσιαστεί αρχικά στο Δικαστήριο, - Επιδιώκεται η μεταβολή εκ βάθρων της ουσίας και του περιεχομένου της Έκθεσης Υπεράσπισης, - Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις αποτελούν αόριστους και ανυπόστατους ισχυρισμούς και αφορούν σε γεγονότα που ήταν γνωστά και/ή μπορούσαν ευλόγως να εντοπιστούν από την Εναγόμενη 2, - Δεν αποκαλύπτονται ειδικές περιστάσεις και λεπτομέρειες για να δικαιολογήσουν ισχυρισμούς περί παράνομων και κακόπιστων ενεργειών και εξαναγκασμού εκ μέρους των Εναγόντων, - Ο ομνύων στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι Δικηγόρος, ο οποίος απέτυχε να δικαιολογήσει τον λόγο για τον οποίο η ίδια η Εναγομένη Αρ. 2 - Αιτήτρια αδυνατούσε να ορκιστεί και συνεπώς η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει να αγνοηθεί ή να απορριφθεί. Η Ένσταση της Ενάγουσας συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Αδαμίδη, (στο εξής ο ΚΑ), ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση. Ο ΚΑ αναφέρει, συνοπτικά, τα ακόλουθα: - Η Αίτηση στερείται σχετικού υπόβαθρου και δη υποστηρικτικής μαρτυρίας καθότι η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει έχει καταρτιστεί από τον Δικηγόρο ο οποίος χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση και περιπλέον δεν υπήρξε επαρκής δικαιολογία ως προς τον λόγο δια τον οποίο η ίδια η Αιτήτρια αδυνατούσε να ορκιστεί. - η Αιτήτρια επιδιώκει την ολική και ριζική αντικατάσταση της φύσης της ήδη προβληθείσας υπεράσπισης της, γεγονός που αποτελεί σημάδι εμφανούς κακοπιστίας εκ μέρους της Αιτήτριας. - τα κατ' ισχυρισμόν γεγονότα τα οποία σκοπούνται να εισαχθούν, ήτο σε γνώση της Αιτήτριας ή μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστούν και να παρατεθούν εγκαίρως και σε κάθε περίπτωση κατά τον χρόνο κατάθεσης της αρχικής έκθεσης υπερασπίσεως. - οι 3 (τρεις) αλλαγές δικηγόρου εκ μέρους της Αιτήτριας δεν μπορούν να θεωρηθούν ως επαρκής δικαιολογία ως προς την καθυστέρηση που έχει παρουσιαστεί στην προώθηση του υπό κρίση αιτήματος. - η καθυστέρηση που έχει παρουσιαστεί πλήττει κατάφωρα τα συνταγματικά δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση για διεξαγωγή της δίκης σε εύλογο χρόνο. - η Αιτήτρια δεν έχει προβεί σε καμία βάσιμη αναφορά και ούτε έχει προβάλει την οιαδήποτε πειστική δικαιολογία ως προς τους λόγους που υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση της Αιτήσεως. - η Αιτήτρια επιχειρεί δια της αιτήσεως της να προβάλει ισχυρισμούς ότι υπήρξαν δόλιες, παράνομες, κακόπιστες και αντικανονικές ενέργειες, ως επίσης παράβαση καθηκόντων εμπιστοσύνης εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση, παρόλα αυτά περιορίζεται σε απλές και αόριστες αναφορές των ρηθέντων πράξεων και/ή παραλήψεων χωρίς να λαμβάνει χώρα επαρκής δικογράφηση και/ή παράθεση επαρκών λεπτομερειών. - η Αιτήτρια δια των αξιούμενων τροποποιήσεων, επιδιώκει να επανορθώσει δικές τις παραλείψεις και σφάλματα αλλοιώνοντας της αρχική εικόνα που έχει παρουσιαστεί στο Δικαστήριο. Ένσταση καταχωρίστηκε και από την πλευρά του Εναγόμενου 1 - Καθ' ου η Αίτηση στις 20/10/2020 (στο εξής η Ένσταση του Εναγόμενου 1). Προβάλλονται συνολικά 7 λόγοι ένστασης οι οποίοι συνοψίζονται ως ακολούθως: - Η επιδιωκόμενη τροποποίηση γίνεται πολύ καθυστερημένα και αφορούν ισχυρισμούς που θα μπορούσαν να ήταν γνωστοί στην Εναγόμενη 2 εάν κατέβαλλε εύλογη επιμέλεια, - Επιδιώκεται αναδόμηση της Υπεράσπισης και εκτροχιασμός της υπόθεσης, - Η αίτηση στερείται ορθής νομικής βάσης - Η Αίτηση είναι καταχρηστική, - Σε περίπτωση που επιτραπεί η τροποποίηση η Υπεράσπιση θα καταστεί ανεπίτρεπτα νομικά υπερβολικά εκτενής, - Οι επιδιωκόμενοι με την τροποποίηση ισχυρισμοί θα περιπλέξουν την υπόθεση. Η Ένσταση του Εναγόμενου 1 συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του ίδιου και σε αυτήν επαναλαμβάνονται και υιοθετούνται οι λόγοι ένστασης. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ως αυτές ίσχυαν κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο και τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία, η τροποποίηση δικογράφων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και μπορεί να επιτραπεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, νοουμένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν αναγκαία για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου (βλ. Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation,
(2013)1 (Α) Α.ΑΔ. 543). Υπάρχει πληθώρα αποφάσεων τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου όσο και των αγγλικών Δικαστηρίων επί του θέματος. Η σύγχρονη τάση, όπως προκύπτει από την νομολογία, είναι ότι τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις δικογράφων ακόμη και στην περίπτωση που αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά, που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ 934) στην οποία υιοθετήθηκε η Αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd. v. Associated Newspapers Ltd
(1970)1 All E.R. 754). Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44 λέχθηκε, μεταξύ άλλων, για το θέμα της καθυστέρησης, ότι το κατά πόσο η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου, πρέπει να εξετάζεται στο πλαίσιο της συγκεκριμένης δίκης. Οι προϋποθέσεις τις οποίες το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, συνοψίζονται στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 33, 36,
  1. Παραθέτω πιο κάτω το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση αυτή: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
  2. Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
  3. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
  4. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
  5. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». Έχει νομολογηθεί επίσης ότι ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης ή της υπεράσπισης και εμφανής κακοπιστία εκ μέρους του αιτητή, δεν δικαιολογούν έγκριση του αιτήματος. Εκεί όπου εγείρεται ζήτημα κακοπιστίας, ο διάδικος που την επικαλείται έχει και το βάρος απόδειξης της (Βλ. Astor Co κ.ά. v. A & G Leventis Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 και Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). Η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής ή υπεράσπισης δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη της αίτησης αλλά αποτελεί στοιχείο και/ή παράγοντα που συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία στο πλαίσιο εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας
(2012)1 Α.Α.Δ. 745 όπου λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Οι Εφεσείοντες προβάλλουν επίσης στα πλαίσια του τρίτου λόγου έφεσης, ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έπρεπε να επιτρέψει την τροποποίηση, εφόσον με αυτή προστίθεντο νέες βάσεις υπεράσπισης. Συνήθως η συγκεκριμένη ένσταση εγείρεται σε περιπτώσεις που γίνεται προσπάθεια να προστεθούν νέες βάσεις αγωγής εντελώς διαφορετικές από τις αρχικές, κάτι το οποίο θεωρείται ότι τείνει να περιπλέξει τα επίδικα θέματα. Ορισμένες φορές μάλιστα, οι νέες αιτίες αγωγής ενδέχεται να έχουν παραγραφεί. Όμως η προσθήκη νέων υπερασπίσεων, δεν έχει την ίδια δυναμική, εφόσον ο ενάγων έχει πάντοτε τη δυνατότητα να αντικρούσει τους όποιους ισχυρισμούς, με την Απάντησή του στην Υπεράσπιση (βλ. Σύγγραμμα Annual Practice 1958, σελ. 627). Όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, η οποία δεν έχει παραγραφεί, η οποία θεωρείται πολύ πιο σοβαρή δικονομική ενέργεια από την εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης, η αίτηση τροποποίησης δεν οδηγείται χωρίς άλλο σε απόρριψη, αλλά ο παράγοντας αυτός συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία (βλ. Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 707)». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Στην υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης & Συνέταιροι κ.α.
(2012)1 ΑΑΔ 817 τονίστηκε ότι: «Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Σε ό,τι αφορά το χρόνο υποβολής μιας αίτησης για τροποποίηση έχει νομολογηθεί ότι ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα καθοριστικής σημασίας. Η δε διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν όλα τα σχετικά δεδομένα στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης. Μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης (βλ. Saba & Co (T.M.P) v. T.M.P Agents
(1994)1 A.A.Δ 426.) Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει και η υπόθεση Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005, στην οποία τονίζεται ότι η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμα να γίνει σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό στάδιο της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Η υπόθεση Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.ά., ECLI:CY:AD:2014:A205, ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, 20.3.2014, είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική ως προς το θέμα της καθυστέρησης. Σε αυτή οι αρχές συνοψίζονται ως ακολούθως: «Έχουν ήδη παρατεθεί οι βασικές αρχές, οι οποίες και συνιστούν τον γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, κατά την εξέταση ζητήματος τροποποίησης δικογράφων. Ειδικότερα ως προς το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων». (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Συνοψίζοντας τις καλά εμπεδωμένες νομολογιακές αρχές που διέπουν το θέμα της τροποποίησης δικογράφων καθίσταται σαφές ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου κατά την εξέταση αιτημάτων τροποποίησης (υπό το φως των προνοιών της Δ.25 ως αυτές ίσχυαν κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο), ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών με κυρίαρχο στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της δικαιοσύνης.[1] Η τάση της νομολογίας δείχνει φιλελεύθερη προσέγγιση, ακόμα και όταν η όποια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, εκτός στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται κακοπιστία και ζημιά ή αδικία η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα.[2] Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση. Εξέταση υπό κρίση Αίτησης: Για τους σκοπούς της εξέτασης της παρούσας Αίτησης έχω, βεβαίως, λάβει υπόψη μου τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων τα οποία έχουν εκτεθεί με πληρότητα και με τρόπο υποβοηθητικό προς το Δικαστήριο μέσω των γραπτών τους αγορεύσεων. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω την επιχειρηματολογία των συνηγόρων των διαδίκων και θα περιοριστώ σε αναφορές στις αγορεύσεις όπου και εάν κριθεί σκόπιμο στη συνέχεια, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται[3]. Εν πρώτοις, κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ συνοπτικά στο ιστορικό της μέχρι σήμερα διαδικασίας όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης: - Το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρίστηκε στις 20/05/2014. - Ο Εναγόμενος 1 καταχώρησε Υπεράσπιση στις 30/09/2014. - Η Εναγόμενη 2 καταχώρησε Υπεράσπιση στις 17/12/2014. - Η αγωγή ορίστηκε σε διάφορες ημερομηνίες για οδηγίες και στη συνέχεια για ακρόαση. - Η ακροαματική εκδίκαση δεν έχει ακόμα αρχίσει. - Από τα πρακτικά των διαφόρων δικασίμων από το 2016 που ολοκληρώθηκε το στάδιο της αποκάλυψης εγγράφων μέχρι και το 2019 που τέθηκε το θέμα της αλλαγής στην εκπροσώπηση της Εναγόμενης 2 προκύπτει ότι η μη έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας οφείλεται σε διάφορα αιτήματα αναβολής που είχαν ανά διαστήματα υποβληθεί από τους συνήγορους των διαδίκων και τα οποία είχαν εγκριθεί από το Δικαστήριο. - Στις 04/02/2019 καταχωρίστηκε ειδοποίηση αλλαγής Δικηγόρου εκ μέρους της Εναγόμενης 2. - Στις 2/4/2019 ο νέος δικηγόρος της Εναγόμενης 2 είχε ζητήσει χρόνο για να καταχωρήσει αίτηση τροποποίησης. - Εν τέλει στις 7/10/2019 υπήρξε εκ νέου απόσυρση του δικηγόρου της Εναγόμενης 2 και στις 7/11/2019 καταχωρίστηκε σχετική ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου. - Ακολούθως, στις 10/12/2019 καταχωρίστηκε νέα ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου και την εκπροσώπηση της Εναγόμενης 2 ανέλαβε το γραφείο που εκπροσωπεί σήμερα την Εναγόμενη 2 και οι οποίοι καταχώρησαν και την υπό κρίση Αίτηση. - Στις 15/1/2020 εμφανίστηκαν οι δικηγόροι που εκπροσωπούν σήμερα την Εναγόμενη 2 οι οποίοι ενημέρωσαν το Δικαστήριο για την πρόθεση τους να καταχωρήσουν αίτηση τροποποίησης η οποία εν τέλει καταχωρίστηκε στις 13/3/2020. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω τους λόγους ένστασης. Θα αρχίσω πρώτα με τον λόγο ένστασης που σχετίζεται με τη θέση ότι η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει να αγνοηθεί ή να απορριφθεί επειδή ο ομνύων στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι Δικηγόρος, ο οποίος απέτυχε να δικαιολογήσει τον λόγο για τον οποίο η ίδια η Εναγομένη Αρ. 2 - Αιτήτρια αδυνατούσε να ορκιστεί. Σχετικά περί τούτου είναι τα όσα λέχθηκαν στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Investylia Public Company Ltd. v. Γαβριηλίδου, 13 Ιουνίου 2013,
(2013)1 ΑΑΔ 1202. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Όσον αφορά την όμνυση της υποστηρικτικής δήλωσης από δικηγόρο χωρίς να εξηγείται ο λόγος για τον οποίο δεν ορκίστηκε διοικητικός σύμβουλος ή γραμματέας της ίδιας της εφεσείουσας, αναμφίβολα η νομολογία έχει κατ' επανάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, αλλά δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση, (Ryboloviev v. Rybolovieva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82). Η απαγόρευση αφορά την όμνυση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης, (In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319 και Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Επί όλου του θέματος της εκ μέρους δικηγόρου όρκισης ένορκης δήλωσης, σχετική είναι και η εντελώς πρόσφατη απόφαση στην Alexander v. Alexander
(2013)1 Α.Α.Δ. 1093).» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Επίσης, στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην NWILI ν. MAREMONTE INVESTMENTS LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε205/2017, 23/4/2019 αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Προβλήθηκε, από πλευράς εφεσείοντα, ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη και παράνομη, καθότι διενεργήθηκε από δικηγόρο. Η νομολογία αναγνωρίζει ότι είναι ανεπιθύμητο να προβαίνουν οι δικηγόροι σε ένορκες δηλώσεις, πλην, όμως, τα όσα αναφέρονται σ' αυτή, δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να αγνοηθούν. Επί του προκειμένου, πρόκειται περί ενόρκου δηλώσεως δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την εφεσίβλητη και υπήρξε δήλωση περί γνώσεως των γεγονότων της υπόθεσης». (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Είναι λοιπόν εμφανές, υπό το φως των καλά εμπεδωμένων νομολογιακών αρχών, ότι ο λόγος αυτός είναι προδήλως αβάσιμος και απορρίπτεται. Σε ότι αφορά τους λόγους ένστασης που συναρτώνται με τη θέση ότι επιχειρείται η εκ βάθρων μεταβολή της ουσίας της Υπεράσπισης παρατηρώ τα ακόλουθα: Με την υφιστάμενη Υπεράσπιση η Εναγόμενη προβάλλει διάφορες προδικαστικές ενστάσεις περί προωρότητας της αγωγής συνεπεία μη τήρησης προνοιών συγκεκριμένης Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας, καθώς και μη αποκάλυψης αιτίας αγωγής εναντίον της Εναγόμενης
  1. Προβάλλεται επίσης η θέση ότι η Εναγόμενη 2 δεν υπέγραψε την επίδικη σύμβαση εγγύησης και αρνείται όλους τους ισχυρισμούς των Εναγόντων ως αυτοί προβάλλονται στην έκθεση απαίτησης. Διαζευκτικά, προβάλλεται η θέση ότι σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι υπέγραψε την επίδικη συμφωνία εγγύησης αυτή έπαυσε να ισχύει λόγω άλλων εγγυήσεων που δόθηκαν. Με την προτεινόμενη τροποποίηση, χωρίς αμφιβολία, τα επίδικα θέματα διευρύνονται. Ταυτόχρονα βεβαίως, δεν προωθείται πλέον δικογραφικά η θέση περί παύσης ισχύος της επίδικης εγγύησης λόγω νεότερων εγγυήσεων που υπογράφηκαν από τον Εναγόμενο
  2. Επιδιώκονται να προβληθούν, διαζευκτικά με τη θέση ότι η Εναγόμενη 2 δεν υπέγραψε την επίδικη σύμβαση, νέοι θετικοί ισχυρισμοί σε σχέση με τις συνθήκες υπογραφής της επίδικης σύμβασης εγγύησης, την νομιμότητα όρων αυτής, την παράβαση όρων της επίδικης σύμβασης, την κατ' ισχυρισμό απαλλαγή της Εναγόμενης 2 ως εγγυήτριας, καθώς επίσης και ισχυρισμοί σε σχέση με τις χρεώσεις που αφορούν τον τόκο και τα έξοδα που χρεώνονταν αλλά και τον τερματισμό της επίδικης σύμβασης. Είναι σημαντικό να επισημανθεί το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται τέτοιας φύσεως αίτημα για διεύρυνση της βάσης της Υπεράσπισης. Στην προκείμενη περίπτωση βρισκόμαστε στα αρχικά στάδια της υπόθεσης πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και την προσκόμιση μαρτυρίας. Επί του σημείου αυτού παραπέμπω στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική (AnnualPractice) του 1958 στη σελ. 624 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα κάτω από τον τίτλο "Amendment by Either Party of his own Pleading": "Before the Hearing. - Leave is readily granted, on payment of the costs occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position that he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance (Stewardv.North Metropolitan Tramways Co. 16 Q.B.D 556), or some injury caused to him for which he cannot be compensated by payment of costs (see (n.) "Costs no remedy", infra). Thus, a plaintiff will be allowed to amend by adding a claim for special damage when proof of special damage is essential to the cause of action (Weldon v. Neal, 19 Q.B.D., 394) or to add a new claim which is "so germance to, and so connected with the original cause of action, that it would be a denial of justice" if leave to add it where refused (Att. Gen. v. West Hame Corporation)
(1910), 74 J.P. 196, C.A.). A plaintiff may add a new cause of action, the defendant a new defence. Χωρίς αμφιβολία τα επίδικα θέματα διευρύνονται αλλά, λαμβάνοντας υπόψη ότι η ακροαματική διαδικασία ακόμη δεν άρχισε, κρίνω ότι αυτό δεν πρέπει να επενεργήσει εναντίον της Αιτήτριας/Εναγόμενης 2. Άλλωστε, οι Καθ' ων η Αίτηση δεν προβάλλουν οποιαδήποτε θέση ότι, ως εκ της διεύρυνσης των επίδικων θεμάτων, υπόκεινται οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό ή ζημιά που δεν μπορεί να αποκατασταθεί με κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα ή ότι αυτή η διεύρυνση έχει καταλυτικές για τους ίδιους συνέπειες. Αυτό το οποίο προβάλλεται σε συνάρτηση με το ζήτημα της διεύρυνσης των επίδικων θεμάτων είναι ότι αυτή η διεύρυνση είναι σημάδι εμφανούς κακοπιστίας. Σε σχέση με το ζήτημα της κακοπιστίας, έχει νομολογηθεί ότι για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση ύπαρξης κακοπιστίας, η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη (βλ. Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν ΓΕ
(2012)1Α ΑΑΔ 745, 751 και Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. v. A. & G. Leventis & Company
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Στην προκείμενη περίπτωση, δεν έχω εντοπίσει σαφή στοιχεία που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, περί ύπαρξης κακοπιστίας. Το γεγονός ότι με την προτεινόμενη τροποποίηση διευρύνονται αρκετά τα επίδικα θέματα δεν είναι αρκετό για να εξαχθεί με ασφάλεια συμπέρασμα περί κακόπιστης συμπεριφοράς της Εναγόμενης
  1. Συνακόλουθα, οι σχετικοί λόγοι ένστασης απορρίπτονται. Προχωρώ τώρα να εξετάσω τους λόγους ένστασης που συναρτώνται με την θέση της Ενάγουσας περί υπέρμετρης καθυστέρησης, δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων τους και κατάχρησης της διαδικασίας. Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι ενώ η παρούσα Αγωγή κατεχωρήθη το 2014, η υπό κρίση Αίτηση τροποποίησης κατεχωρήθη το
  2. Ο παράγοντας καθυστέρησης λαμβάνεται υπόψη όμως, σύμφωνα με τη νομολογία, δεν είναι καθοριστικός στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, αλλά συνυπολογίζεται με όλους τους υπόλοιπους παράγοντες. Ως αιτιολογία για την επιδιωκόμενη τροποποίηση στο παρόν στάδιο η πλευρά της Εναγόμενης 2 προβάλλει τον διορισμό νέων δικηγόρων οι οποίοι μόλις έλαβαν τα σχετικά δικόγραφα στο πλαίσιο εξέτασης και προώθησης της υπόθεσης της Εναγόμενης 2 διαπίστωσαν ότι δεν καταγράφονταν καταλυτικά, κατά τη θέση του ομνύοντα στην υπό κρίση Αίτηση, για την υπεράσπιση και τα επίδικα θέματα γεγονότα. Αυτό το οποίο ουσιαστικά προβάλλεται είναι ότι η ανάγκη τροποποίησης διαπιστώθηκε όταν αυτοί διορίστηκαν για να εκπροσωπήσουν την Εναγόμενη
  3. Όπως έχει αναγνωρισθεί στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Ν. Σιακόλα (ανωτέρω) δεν μπορεί να καταλογίζεται υπέρμετρη καθυστέρηση σε κάποιον ο οποίος δεν είχε, προηγουμένως, συνειδητοποιήσει ή αντιληφθεί ότι θα ήταν αναγκαίο να προβεί σε διάβημα για τροποποίηση ώστε να παρουσιάσει την υπόθεση του με τον πρέποντα τρόπο, έστω και αν έπρεπε να το αντιληφθεί νωρίτερα με αποτέλεσμα η παράλειψη του να οφείλεται καθαρά σε αμέλεια ή παραδρομή ή σφάλμα του ιδίου ή του δικηγόρου του, υπό τον όρο, βεβαίως, της ανυπαρξίας κακοπιστίας εκ μέρους του. Με αυτή την έννοια, και υπό το φως της εξήγησης που δόθηκε περί διαπίστωσης της ανάγκης κατά τον διορισμό των δικηγόρων που εμφανίζονται σήμερα για την Εναγόμενη 2, δεν μπορώ να διαγνώσω την ύπαρξη τέτοιας υπέρμετρης καθυστέρησης εκ μέρους της που να ισοδυναμεί με πρόθεση πρόκλησης καθυστέρησης στη διαδικασία ή κακοπιστία ή καταχρηστική συμπεριφορά εκ μέρους της. Δεν βλέπω εν προκειμένω να δημιουργείται με την τροποποίηση οποιοδήποτε ανυπέρβλητο εμπόδιο ή τέτοια ζημιά στα συμφέροντα της Ενάγουσας και του Εναγόμενου 1 ή τέτοιος δυσμενής επηρεασμός που να μην μπορεί να αποκατασταθεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Δυσμενής επηρεασμός, αν δεν καταδειχθεί με στοιχεία, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε ασφαλές συμπέρασμα ύπαρξής του. Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι δεν προκαλείται εν προκειμένω τέτοια ζημιά ή αδικία στην πλευρά της Ενάγουσας και του Εναγόμενου 1 η οποία να μην μπορεί να αντιμετωπιστεί με κατάλληλη διαταγή σε σχέση με τα έξοδα τη στιγμή μάλιστα που η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμα αρχίσει. Από την άλλη, η έγκριση του αιτήματος τροποποίησης της Υπεράσπισης θα θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλες τις λεπτομέρειες των επίδικων ζητημάτων που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση και είναι επομένως προς όφελος της ορθής απονομής της δικαιοσύνης να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση. Το γεγονός της καθυστέρησης, διευκρινίζω, δεν εξισούται κατ΄ανάγκη με κακή πίστη. Όμως η καθυστέρηση εξετάζεται σε συνάρτηση με το Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος που προβλέπει το δικαίωμα διαδίκου να τύχει δίκης σε εύλογο χρόνο. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι ένας διάδικος αποκλείεται από του να εγείρει αίτημα τροποποίησης αν αυτό θεωρείται δικαιολογημένο διότι η γενικότερη αρχή είναι ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει πάνω σε όλα τα επίδικα θέματα που νομότυπα εγείρονται ενώπιον του πριν την έκδοση της τελικής απόφασης.[4] Είναι γεγονός ότι έχει, λόγω της καταχώρησης της υπό κρίση Αίτησης, προκύψει καθυστέρηση στην εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης στην οποία βεβαίως έχει συντείνει και η καταχώρηση ένστασης από την πλευρά της Ενάγουσας και του Εναγόμενου 1 (ως άλλωστε είχαν δικαίωμα να πράξουν). Η έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει μία ακόμα μικρή καθυστέρηση μέχρι την ολοκλήρωση των τροποποιημένων δικογράφων πλην όμως δεν είναι τέτοιας μορφής που να τίθεται θέμα εκτροχιασμού της πορείας της υπόθεσης δεδομένου και του γεγονότος ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμα αρχίσει. Να τονίσω στο σημείο αυτό ότι, ενώ το Δικαστήριο κατά την εξέταση αιτήματος τροποποίησης βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, κρίσιμος, τελικά, παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Ούτε τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που να δείχνουν ότι με την καθυστέρηση που έχει, εκ των πραγμάτων, σημειωθεί δημιουργούνται ανυπέρβλητα προβλήματα, ώστε να επηρεάζονται ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα της Ενάγουσας και του Εναγόμενου 1 (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, στη σελ. 939 και Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44). Ούτε προβλήθηκε εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση ότι η Εναγόμενη 2 σκόπιμα καθυστέρησε να καταχωρήσει την υπό κρίση Αίτηση με απώτερο στόχο την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω, κρίνω ότι οι σχετικοί λόγοι ένστασης είναι απορριπτέοι και απορρίπτονται. Σε ότι αφορά τους λόγους ένστασης που συναρτώνται με τη θέση ότι δεν παρατίθενται επαρκείς λεπτομέρειες προς υποστήριξη των ισχυρισμών που επιδιώκονται να εισαχθούν με την προτεινόμενη τροποποίηση, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι η εν λόγω θέση είναι προδήλως αβάσιμη. Δεν νοείται να προβάλλεται ως λόγος μη αποδοχής αιτούμενης τροποποίησης η θέση περί μη ύπαρξης λεπτομερειών των ισχυρισμών που επιδιώκονται να δικογραφηθούν όταν υπάρχει συγκεκριμένος δικονομικός μηχανισμός (βλ. Δ.19, θ.6 και 7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας) περί αναζήτησης τέτοιων λεπτομερειών όπου, βεβαίως, κρίνεται αναγκαία η χορήγηση τέτοιων λεπτομερειών. Εάν επομένως, η Ενάγουσα, έχει τη θέση ότι είναι αναγκαίο να αναζητήσει τέτοιες λεπτομέρειες, θα πρέπει να το πράξει σε άλλο στάδιο και είναι σε αυτό το στάδιο που το Δικαστήριο θα κληθεί να αποφασίσει κατά πόσο υπάρχει ανάγκη χορήγησης τέτοιων λεπτομερειών σε συνάρτηση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς. Όσον αφορά τους λόγους ένστασης που συναρτώνται με την κατ' ισχυρισμό ανεπάρκεια της νομικής βάσης της υπό κρίση Αίτησης ή τη μη ορθότητα αυτής, παρατηρώ ότι οι θέσεις αυτές έχουν τεθεί γενικά και αόριστα, δεν έχουν εξειδικευθεί και ούτε προωθήθηκαν στις αγορεύσεις των συνηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση. Επί της ουσίας, διαπιστώνω ότι η υπό κρίση Αίτηση έχει στηριχθεί σε ορθή νομική βάση και συνεπώς, πρόκειται για προδήλως αβάσιμες θέσεις οι οποίες απορρίπτονται. Κατάληξη Υπό το φως όλων των ανωτέρω και συνεκτιμώντας όλα τα γεγονότα της υπόθεσης κρίνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της Εναγόμενης 2 - Αιτήτριας. Συνεπώς, εκδίδεται Διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης ως η Αίτηση. Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος Διατάγματος και τροποποιημένη Απάντηση εντός 15 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης. Εν όψει του αποτελέσματος της παρούσας Αίτησης αλλά και του κανόνα ότι ο διάδικος που ζητά την τροποποίηση επωμίζεται τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα έξοδα που δημιουργούνται λόγω της τροποποίησης (costs thrown away), τα έξοδα της παρούσας Αίτησης καθώς επίσης και όσα έξοδα δημιουργηθούν ως αποτέλεσμα της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου 1 - Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης 2 - Αιτήτριας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] βλ. επίσης Ε. Φιλίππου Λτδ ν. Compass Insurance Co. Ltd (Αρ. 1)
(1990)1 AAΔ 24, Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 11) [2] βλ. επίσης Μάκης Σαββίδης ν Αυγής Π. Μαθηκολώνη - Πουργουρίδου, ΄Εφεση Αρ. 5/2016, 15/2/2018, Λάμπη v. Alpha Bank Limited, Πολιτική Έφεση Αρ.: 372/2012, ημερ. 26/3/2019, Forcan v. Hemslade Trading Ltd, Πολιτική Εφεση Αρ. 43/2013, ημερ. 6/11/2018 και Ανδριανή Αρακελιάν, Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L Arakelian ν Ταμείου Προνοίας του προσωπικού της Marfin Λαϊκής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των εξαρτημένων της εταιρειών κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A87, ECLI:CY:AD:2016:A87, Πολιτική Έφεση Αρ. 51/2012, 11/2/2016). [3] βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [4] Όπως αναφέρεται στο Annual Practice του 1985 σε σχέση με τις αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφων: «General principles for grant of leave to amend. It is a guiding principle of cardinal importance on the question of amendment that, generally speaking, all such amendments ought to be made ´ for the purpose of determining the real question in controversy between the parties to any proceedings or of correcting any defect or error in any proceedings´ (see per Jenkins LJ in G.L. Baker Ltd v. Medway Building & Supplies Ltd
(1958)1 W.L.R. 1216, p.1231;
(1958)3 All E.R. 540 p. 546). It is a well established principle that the object of the Court is to decide the rights of the parties, and not to punish them for mistakes they make in the conduct of their cases by deciding otherwise than in accordance with their rights. I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach the court not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace.. It seems to be that as such as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right (per Bowen LJ in Cropper v. Smith
(1883)26 Ch. D. 700, pp 710-711, with which observations A.L. Smith LJ expressed ´emphatic agreement´ in Shoe Machinery Co v. Cultan
(1896)1 Ch. 108, p.112)". cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.