← Κύπρος

Χατζημάρκου ν. Λαϊκή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, δια μέσω του Ειδικού Διαχειριστή κ.α., Αρ. Aγωγής: 7022/2012, 4/12/2020

Χατζημάρκου ν. Λαϊκή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, δια μέσω του Ειδικού Διαχειριστή κ.α., Αρ. Aγωγής: 7022/2012, 4/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A566 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕYΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: X. Xαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Αρ. Aγωγής: 7022/2012 Μεταξύ: *** Χατζημάρκου Ενάγοντος και 1. Cyprus Popular Public Co Ltd, πρώην Marfin Popular Bank Co Ltd 2. Laiki Financial Services Ltd 3. Omnium Corporate and Trustee Services Ltd 4. Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς 5. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου Εναγομένων Ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος ημερ. 16.10.16 *** Χατζημάρκου Ενάγοντος και 1. Λαϊκή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, δια μέσω του Ειδικού Διαχειριστή 2. Laiki Financial Services Ltd 3. Omnium Corporate and Trustee Services Ltd 4. Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς 5. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου Εναγομένων 4 Δεκεμβρίου 2020 Εμφανίσεις Για Ενάγοντα: κα Ε. Νικολαΐδου με κα Β. Γεωργίου Για Εναγόμενη 1: κ. Σ. Γιορδαμλής για Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την ως άνω αγωγή του, την οποίαν εν τέλει προώθησε μόνο για την Εναγόμενη 1 (εφεξής "η Εναγόμενη"), ο Ενάγων αξιώνει μεταξύ άλλων αφενός την ακύρωση όλων των συναφών συμφωνιών αγοράς αξιογράφων αξίας €1.700.000 και αφετέρου, αποζημιώσεις και επιστροφή όλων των καταβληθέντων ποσών μετά τόκων. Στηρίζει την αξίωσή του σε κατ' ισχυρισμόν απάτη, δόλο, ψευδείς παραστάσεις, ανεπίτρεπτο επηρεασμό, αμέλεια και παράβαση καθήκοντος εκ μέρους της Εναγομένης. Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεσή του, ο Ενάγων κάλεσε δύο μάρτυρες και η Εναγόμενη προς υπεράσπισή της κάλεσε τρεις. Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε ο ίδιος ο Ενάγων, υιοθετώντας κατ' αρχάς σχετική γραπτή δήλωσή του ως Έγγραφο Α. Σε αυτή, μεταξύ άλλων, ανέφερε πως μετά από πώληση κάποιων ακινήτων του το 2007, διατηρούσε κατάθεση σε κατάστημα της Λαϊκής, διατηρώντας παράλληλα, πολύ καλές σχέσεις με την τραπεζίτη του (κα Θεοδούλου), ενώ εκεί εργαζόταν και άλλος μακρινός συγγενής του (ο κ. Κουσιάππας). Όπως είπε, στις 13.4.09 τον κάλεσε η κα Θεοδούλου, του μίλησε για ένα σχέδιο κατάλληλο και συμφέρον και τον παρέπεμψε στον κ. Κουσιάππα, ο οποίος επανέλαβε τα ίδια. Στηριζόμενος στα εγκωμιαστικά λόγια αυτών των δύο, υπέγραψε την αίτηση που του προσκόμισε ο κ. Κουσιάππας, αφού συμπληρώθηκαν βιαστικά τα έγγραφα. Αργότερα, κατάλαβε ότι είχε αγοράσει 1.700 αξιόγραφα αξίας €1.700.000. Το σχετικό μνημόνιο το παρέλαβε μια εβδομάδα μετά την υπογραφή της αίτησης. Αντεξεταζόμενος, προέβαλε πως η αίτηση συμπληρώθηκε από τον κ. Κουσιάππα, ότι εκείνος του είχε πει πως δεν χρειαζόταν να τη διαβάσει, ότι ποτέ δεν τον ενημέρωσε πως τα αξιόγραφα αποτελούσαν επενδυτικό σχέδιο σχετιζόμενα με το ΧΑΚ και ότι του είχε αναφέρει μόνο τα ωφελήματα, χωρίς ποτέ να του είχε μιλήσει για τους πραγματικούς κινδύνους. Κατά τη μαρτυρία του παρουσίασε διάφορα έγγραφα ως Τεκμήρια 1 έως 22. Ως Μ.Ε.2 κατέθεσε ο κ. Χριστοφόρου, οικονομολόγος στο ΧΑΚ, ο οποίος στη γραπτή του δήλωση, Έγγραφο Β, αναφέρθηκε στη φύση και τα χαρακτηριστικά των αξιογράφων γενικά, αλλά και σε συγκεκριμένες εκδόσεις τέτοιων από τη Λαϊκή. Έχοντας διατελέσει ποινικός ανακριτής σε υποθέσεις οικονομικής απάτης, αναφέρθηκε στο Πόρισμα της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου ημερ. 13.9.13, καθώς και στη σχετική νομοθεσία (MiFID). Κατά τη γνώμη του, η Λαϊκή είχε εμπλακεί στην παροχή επενδυτικής συμβουλής και στην ουσία, αντί να πωλήσει τα προϊόντα, προέβη σε ανταλλαγή καταθέσεων πελατών (υποχρεώσεις) με δανεισμό από πελάτες (ο οποίος ήταν προς όφελός της). Κατέθεσε έκθεση ειδικού ελέγχου της Λαϊκής από την Κεντρική Τράπεζα ως Τεκμήριο 23. Υποστήριξε ότι ήταν χωρίς επαγγελματισμό η όλη διαδικασία αφού η Λαϊκή δεν είχε ακολουθήσει τις σωστές πρακτικές. Αντεξεταζόμενος, δέχθηκε πως τα όσα ανέφερε για την πώληση αξιογράφων της Λαϊκής τα γνώριζε από όσα άκουσε, από τις εμπειρίες του γενικά και από την (ανακριτική) εξέταση κάποιων υποθέσεων που αφορούσαν παρόμοιες διαδικασίες, χωρίς να έχει προσωπική γνώση. Εξήγησε ότι τα συγκεκριμένα αξιόγραφα ήταν αόριστης διάρκειας, δεν εκδόθηκαν βάσει ενημερωτικού δελτίου και απευθύνοντο σε κάποιους πελάτες και όχι ευρέως στο επενδυτικό κοινό. Διατήρησε την άποψή του πως τα αξιόγραφα αυτά ήταν πολύπλοκα προϊόντα και ότι η Λαϊκή τα εξέδωσε για να πληροί την οδηγία της Βασιλείας σε σχέση με την κεφαλαιουχική της βάση. Συμφώνησε ότι υπήρχε δικαίωμα αναστολής πληρωμής τόκων, προσθέτοντας ότι αυτό γίνεται στις περιπτώσεις αφερεγγυότητας της τράπεζας. Κατά τη γνώμη του ακόμα και η ίδια η αίτηση (Τεκμήριο 1), ως διαβίβαση και λήψη εντολών συνιστά επενδυτική υπηρεσία. Ως Μ.Υ.1 κλήθηκε ο κ. Καφάς, υπάλληλος της Εναγόμενης μέχρι το 2013. Από την 1.11.13 είναι αποσπασμένος στο γραφείο του Ειδικού Διαχειριστή της Λαϊκής και μεταξύ των καθηκόντων του είναι και ο χειρισμός των δικαστηριακών υποθέσεων, ο οποίος περιλαμβάνει τον εντοπισμό εγγράφων και τη χορήγηση πληροφοριών. Στη γραπτή δήλωσή του, Έγγραφο Γ, αναφέρθηκε στα σχετικά με την παρούσα έγγραφα, τα οποία και επεξήγησε, καταθέτοντας κάποια επιπλέον έγγραφα ως Τεκμήρια 24‑33, τα οποία επίσης επεξήγησε. Κατά την αντεξέταση επανέλαβε ότι δεν έχει προσωπική γνώση για την περίπτωση και απάντησε σε ερωτήσεις σχετικές με το σύνολο των εγγράφων παραπέμποντας σε αυτά και στη γενικότερη εμπειρία του. Παρουσίασε δε κάποια επιπλέον έγγραφα ως Τεκμήρια 34‑37. Συμφώνησε ότι κατά την επίδικη περίοδο τίθεντο κάποιοι στόχοι για κάθε τραπεζικό κατάστημα και αν επιτυγχάνοντο, τότε το κατάστημα αυτό είχε κάποια οικονομικά ωφελήματα τα οποία χρησιμοποιούσαν ομαδικά π.χ. για ένα ταξίδι ή μια έξοδο για φαγητό. Ως Μ.Υ.2 κλήθηκε ο κ. Κουσιάππας, ο οποίος ήταν επίσης εργοδοτούμενος της Εναγόμενης και πιστοποιημένο πρόσωπο από την Κεφαλαιαγορά για παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, μεταξύ άλλων, για πώληση αξιογράφων. Στη γραπτή δήλωσή του, Έγγραφο Δ, περιέγραψε αφενός τη συνήθη διαδικασία και τα όσα εξηγούσε στους ενδιαφερόμενους αγοραστές της έκδοσης του 2009 και αφετέρου τα διαδραματισθέντα κατά την επίσκεψη του Ενάγοντος στο γραφείο του. Ήταν η θέση του πως αφού εκείνος επέδειξε ενδιαφέρον, τότε ο ίδιος τον ενημέρωσε για τα χαρακτηριστικά των αξιογράφων και του επεσήμανε τους κινδύνους από ενδεχόμενη επένδυση σε αυτά, οπότε ο Ενάγων υπέγραψε τη σχετική αίτηση, Τεκμήριο 1, καθώς και άλλα έγγραφα για τις γνώσεις και τις ικανότητές του να προβεί στην αξιολόγηση της επένδυσης, καθώς και για την αποδοχή του Μνημονίου ημερ. 7.4.09. Δήλωσε επίσης, πως μετά από αυτό δεν είχε οποιαδήποτε άλλη ανάμιξη και ούτε οποιοδήποτε κίνητρο ή προμήθεια σε σχέση με την πώληση αξιογράφων. Παρουσίασε το Δημόσιο Μητρώο Πιστοποιημένων Προσώπων ως Τεκμήριο 38. Αντεξεταζόμενος δέχθηκε πως τα καθήκοντά του ήταν να δίδει πληροφόρηση για επενδυτικά προϊόντα και ότι επενδυτικές υπηρεσίες είναι η παροχή συμβουλών, η διαχείριση χαρτοφυλακίου, η λήψη και διαβίβαση εντολών. Εξήγησε τη φύση και τα χαρακτηριστικά των αξιογράφων, συμφωνώντας ότι αυτά είναι πολύπλοκα χρηματοοικονομικά προϊόντα και υβριδικά. Αναγνώρισε σχετική Οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας, Τεκμήριο 39. Ήταν η θέση του πως τα αξιόγραφα του 2009 είχαν προσφερθεί στο επενδυτικό κοινό με δημόσια προσφορά. Στον ίδιο έρχονταν οι πελάτες αφού πρώτα είχαν μιλήσει με άλλους υπαλλήλους. Πριν έρθουν κοντά του, έπρεπε να πάρει ο καθένας το Μνημόνιο για το προϊόν. Ο ίδιος τους έλεγε ότι θα είχαν επιτόκιο 7% και ακολούθως, τους έλεγε και τα ρίσκα. Συμφώνησε ότι τα χρήματα ήταν δεσμευμένα δια παντός, εκτός εάν η Εναγόμενη αποφάσιζε κάποια στιγμή να εξαγοράσει τα αξιόγραφα. Αντιλήφθηκε εκ των υστέρων πως ο σκοπός έκδοσης αξιογράφων ήταν η κάλυψη και ενίσχυση κεφαλαίων τα οποία είχε ανάγκη η Τράπεζα. Αργότερα, είπε πως την τότε εποχή απλά γνώριζαν ότι ήθελαν να αυξηθούν τα κεφάλαια της Τράπεζας. Ο Ενάγων έφτασε στο γραφείο του έχοντας συμπληρωμένη την αίτηση. Ήταν η θέση του αρχικά πως ο Ενάγων είχε παραλάβει το Μνημόνιο, Τεκμήριο 28, πριν τη συνάντησή τους, αλλά αργότερα δέχθηκε πως δεν γνώριζε και αναφέρθηκε στη γενική πρακτική. Δέχθηκε ότι είδε τις εγκυκλίους επιστολές Τεκμήρια 8, 12, 15 και 16 και ότι όντως υπήρχε μια "κουλτούρα πίεσης" για την προώθηση αξιογράφων και για να κάνουν πιο ελκυστική την αγορά τους, οι λεγόμενοι στόχοι. Εκ των υστέρων φάνηκε ότι προφανώς υπήρχε σύγκρουση των συμφερόντων της Τράπεζας με τα συμφέροντα του πελάτη. Κατά την τότε περίοδο όταν άκουαν ότι θα έχαναν τα λεφτά τους εάν χρεωκοπούσε η Τράπεζα, οι πελάτες γελούσαν. Ως Μ.Υ.3 κατέθεσε ο κ. Γαλάζης, λειτουργός στο ΧΑΚ, ο οποίος παρουσίασε τη μερίδα Ενάγοντος και καταστάσεις λογαριασμού ως Τεκμήρια 40‑42 τις οποίες και επεξήγησε. Στο Τεκμήριο 41 φαίνονται άλλες αξίες εκτός από αυτές της Εναγόμενης, τις οποίες κατείχε ο Ενάγων στις 30.10.06 ενώ το 2010 μετέφερε αξίες του υπό τον έλεγχο της χρηματιστηριακής Cisco, μεταξύ των οποίων και τα επίμαχα αξιόγραφα. Αντεξεταζόμενος είπε πως τα αξιόγραφα είναι ελεύθερα μεταβιβάσιμα στο ΧΑΚ και ότι όσον αφορά τις μετοχές, δεν υπήρξε κάποια κίνηση από το 2001 ως το 2006. Αξιολόγηση Μαρτυρίας‑Ευρήματα Εισερχόμενος στο έργο της αξιολόγησης, θα πρέπει ευθύς εξαρχής να τονίσω το προφανές, ήτοι ότι το πλείστο μέρος των γεγονότων αποτελεί κοινό υπόβαθρο μεταξύ των αντιδίκων. Δεν αμφισβητείται η αγορά και κτήση αξιογράφων από τον Ενάγοντα ή η πορεία την οποία αυτά είχαν μέχρι το 2012 που καταχωρίστηκε η αγωγή. Αυτό το οποίο αμφισβητείται πρωτίστως, είναι οι συνθήκες υπό τις οποίες υπέβαλε σχετική αίτηση ο Ενάγων και κατά συνέπειαν οι περιστάσεις κτήσης των αξιογράφων. Απόρροια της διαπίστωσης αυτής είναι το ότι πράγματι αναδεικνύονται ως ουσιωδέστεροι μάρτυρες αφενός ο ίδιος ο Ενάγων και αφετέρου ο κ. Κουσιάππας (Μ.Υ.2), οι οποίοι εκ των πραγμάτων ήταν οι μόνοι που λόγω της εμπλοκής τους προσέφεραν μαρτυρία επί πρωτογενών γεγονότων και δη για το ουσιώδες ζήτημα της αγωγής. Κρίνω πως η ενιαία παράθεση των γεγονότων αναδεικνύει και τα αναντίλεκτα αυτά γεγονότα ενώ διευκολύνει παράλληλα και την αξιολόγηση των υπολοίπων μαρτύρων στα κατάλληλα σημεία. Ευθύς εξαρχής να σημειώσω πως ο Ενάγων γενικά μού έδωσε την εικόνα ειλικρινούς και αξιόπιστου προσώπου. Σχημάτισα έντονα την εικόνα πως με τον δικό του απλοϊκό τρόπο περιέγραφε σε κάθε στιγμή γεγονότα τα οποία βίωσε. Ήταν άμεσος στις απαντήσεις του, χωρίς υπεκφυγές και πειστικός. Είναι γεγονός πως κάποια επιμέρους γεγονότα μπορεί να μην τα ενθυμείτο με απόλυτη λεπτομέρεια, αλλά αυτό δεν επηρεάζει την αξιοπιστία του. Πιο σημαντικό από αυτά ήταν το κατά πόσον την αίτηση για τα αξιόγραφα του την έδωσε η κα Θεοδούλου ή ο Μ.Υ.2. Το θέμα δεν αποτελεί όμως αντικείμενο αμφισβήτησης δεδομένου ότι ο Μ.Υ.2 παραδέχθηκε επαναλαμβάνοντας πολλές φορές ότι όταν ανέβηκε στο γραφείο του ο Ενάγων, κρατούσε, συμπληρωμένη μάλιστα σε κάποια σημεία, την αίτηση, Τεκμήριο 1. Δεν μπορώ να πω το ίδιο για τον Μ.Υ.2, ο οποίος μου έδωσε την εικόνα προσώπου επηρεασμένου, ως προς τα όσα ανέφερε, από τη θέση που κατείχε κατά τον επίδικο χρόνο και από την υποχρέωση ή ανάγκη να δικαιολογήσει τις δικές του ενέργειες. Για λόγους που αναλύονται ειδικότερα πιο κάτω, δεν μπορώ να στηριχθώ στη μαρτυρία του. Αρχικά, θα πρέπει να λεχθεί πως η Εναγόμενη είχε εκδώσει αξιόγραφα και κατά το 2003, ενώ όπως συνάγεται μέσα από εσωτερική αλληλογραφία, υπήρξε ακόμα μια έκδοση κατά το 2008 σε δύο φάσεις. Η επίδικη λοιπόν του 2009, ήταν η τρίτη έκδοση αξιογράφων και για ό, τι ενδιαφέρει, αυτή πραγματοποιείτο μέσω ιδιωτικής τοποθέτησης σε πρόσωπα που θα υπέβαλλαν αιτήσεις για ελάχιστο ποσό €50.000 (Τεκμήρια 1 και 12). Οι στόχοι και αυτής δεν φαίνεται να ήταν διαφορετικοί από εκείνους της προηγούμενης έκδοσης. Ήταν η ενίσχυση της κεφαλαιακής βάσης της Εναγόμενης και όπως επί λέξει αναφέρεται στο Τεκμήριο 12, αυτό ήταν απαραίτητο ".εν μέσω της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής αβεβαιότητας και μεταβλητότητας..."(βλ. και Τεκμήριο 22). Η αναφερθείσα πιο πάνω εσωτερική αλληλογραφία αποτελείται από εγκυκλίους επιστολές αξιωματούχων της Εναγόμενης κατά την περίοδο 7.4.08 έως 25.6.10, Τεκμήρια 8‑18 και 20. Πρόκειται για έγγραφα τα οποία ο Ενάγων εξασφάλισε από τον Σύνδεσμο Κατόχων Τραπεζικών Αξιογράφων, έναντι αντιτίμου (Τεκμήριο 22). Δεν θεωρώ ότι τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα βάσιμης αμφισβήτησης της νόμιμης κατοχής αυτών των εγγράφων και της συνεπακόλουθης παρουσίασής τους στο Δικαστήριο από τον Ενάγοντα. Άλλωστε, ούτε ο ίδιος έχει αμφισβητηθεί για τον τρόπο απόκτησής τους, ούτε άλλη μαρτυρία έχει προσφερθεί η οποία να τείνει έστω να δείξει ότι υπάρχει υποψία παράνομης κτήσης τους από οποιονδήποτε. Ούτε βέβαια για τη γνησιότητά τους έχει τεθεί οποιοδήποτε ζήτημα. Ο Μ.Υ.1 ανέφερε μεν ότι δεν εντόπισε οποιαδήποτε γραπτή έγκριση για τη χορήγηση των εγγράφων, αλλά αυτό βέβαια δεν μπορεί να οδηγήσει και στο αντίθετο συμπέρασμα. Εν πάση περιπτώσει, εν τέλει ακόμα και ο ίδιος δήλωσε πως δεν είχε ένσταση στο να συνεχίσουν αυτά να είναι τεκμήρια στο Δικαστήριο. Η αλήθεια είναι πως μόνο δύο από αυτές, ήτοι οι επιστολές ημερ. 13.3.09 και 26.3.09, Τεκμήρια 20 και 12 αντίστοιχα, αφορούν αυτή καθ' εαυτή την επίδικη έκδοση του 2009. Όμως, από την άλλη πλευρά είναι επίσης αλήθεια ότι και από τις παλαιότερες επιστολές μπορούν να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα για το γενικότερο κλίμα της εποχής, τις πρακτικές και τις προσπάθειες που γίνονταν και πάλι για ενίσχυση της κεφαλαιακής βάσης. Αν πρέπει να τονιστεί κάτι σε αυτό το σημείο, είναι το ότι η διεύθυνση της τράπεζας απέδιδε τεράστια σημασία στην επιτυχία των εκδόσεων αξιογράφων και καλούσε το προσωπικό της να καταβάλλει σοβαρές προσπάθειες στην προώθηση των αξιογράφων και την προσέλκυση πελατών. Είναι ενδεικτικό πως κατά την πρώτη έκδοση του 2008 (Σειρά1‑Ιδιωτική Τοποθέτηση), η Εναγόμενη καλούσε το προσωπικό της να προβεί σε "επιλεκτική" ενημέρωση των μεγαλοκαταθετών καθώς και να στοχεύει σε προσέλκυση νέων καταθέσεων από τον ανταγωνισμό (Τεκμήριο 10). Δεν απέχει καθόλου από την πραγματικότητα το συμπέρασμα πως η ίδια τακτική και προτροπή υπήρξε και κατά την επίδικη Ιδιωτική Τοποθέτηση του 2009. Σαφέστατα, αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο προσεγγίστηκε και ο Ενάγων κατά το 2009, επειδή δηλαδή ήταν μεγαλοκαταθέτης. Άλλωστε, στο πολυσέλιδο εσωτερικό Σημείωμα της τράπεζας, Τεκμήριο 27, επιβεβαιώνεται για άλλη μια φορά η στρατηγική της έκδοσης και κυρίως ότι η Σειρά 1 (Tranche 1) του 2009 απευθύνετο κυρίως σε θεσμικούς επενδυτές και "πλούσιους ιδιώτες". Ήταν σε αυτό το σημείωμά της για το εξουσιοδοτημένο προσωπικό, Τεκμήριο 27 (σελ. 3), στο οποίο η τράπεζα ανέφερε ότι "απαιτείται και αναμένεται η ενεργός δραστηριοποίηση όλων των διευθύνσεων και μονάδων άμεσα", με στόχο την επιτυχία της έκδοσης και μάλιστα, της ιδιωτικής τοποθέτησης, ούτως ώστε να μην απαιτηθεί το δεύτερο στάδιο της δημόσιας προσφοράς. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία πως οι πιο πάνω έγγραφες παραινέσεις μετουσιώθηκαν και σε σχετικές προφορικές παραινέσεις. Η δε παραδοχή του Μ.Υ.2 πως υπήρχε "κουλτούρα πίεσης", εννοώντας από τη διοίκηση και τους αξιωματούχους της τράπεζας, επιβεβαιώνει ότι ήταν πολύ σημαντικό να καλυφθεί και αυτή η έκδοση. Πέραν δε της ασκούμενης πίεσης προς τους διάφορους λειτουργούς της τράπεζας, είναι αναντίλεκτο πως και πάλι δίδοντο κίνητρα υπό μορφή προμηθειών έστω και ομαδικά, προς τα καταστήματα. Σίγουρα είχαν και αυτά τα κίνητρα τη σημασία τους αφού είναι λογικό αφενός ότι συνιστούσαν μια μορφή επιβράβευσης και αφετέρου πως δημιουργούσαν και μια μορφή ανταγωνισμού μεταξύ των καταστημάτων για την επίτευξη όσο το δυνατό περισσοτέρων πωλήσεων αξιογράφων από κάθε κατάστημα, ούτως ώστε να λάβουν ψηλότερη ανταμοιβή και αναγνώριση. Όπως συνάγεται από το Τεκμήριο 27 (σελ. 7), για την επίδικη περίπτωση τα κίνητρα ήταν η αμοιβή πώλησης ύψους 5% και η αναπροσαρμογή στόχων καταθέσεων εάν σε κάποιο κατάστημα προέκυπτε απώλεια καταθέσεων λόγω της πώλησης αξιογράφων σε πελάτη. Ο Ενάγων κατά το 2009 ήταν ηλικίας 69 ετών, συνταξιούχος γεωργός, όχι ιδιαίτερης μόρφωσης αφού από πλευράς εκπαίδευσης είχε φτάσει μόνο μέχρι σε κάποιες τάξεις του Γυμνασίου. Κατά το 2007 εισέπραξε από πώληση ακινήτων του το ποσό των €1.700.000, το οποίο κατέθεσε στο κεντρικό κατάστημα της Λαϊκής στη Λάρνακα, λόγω φιλίας του με τον τότε διευθυντή (τον κ. Αναγνώστου). Ήταν όμως ήδη πελάτης της Λαϊκής από το 1991 και τραπεζίτης του ήταν η κα Θεοδούλου. Γνώριζε και τον Μ.Υ.2, ο οποίος εργαζόταν εκεί, αφού είχαν και μακρινή συγγένεια. Αναμφίβολα, είχε ήδη κάποια ενασχόληση με αγορές μετοχών, αλλά τούτο ως επί το πλείστον μέσω συγγενικού του προσώπου (γαμπρού). Παρέμεινε αναντίλεκτη η θέση του Ενάγοντος ότι στις 13.4.09 δέχθηκε τηλεφώνημα από την κα Θεοδούλου και ότι αυτή του ζήτησε να επισκεφθεί την τράπεζα για να τον ενημερώσουν για ένα νέο σχέδιο κατάλληλο για τον ίδιο, όπως του είπε. Μια πρώτη ένδειξη για το πως αντιλήφθηκε την πρόσκληση αυτή, συνιστά και η απάντηση που της έδωσε, ότι δηλαδή είχε ήδη γραμμάτιο. Ούτε καν σκέφτηκε ότι ασφαλώς και γνώριζε η κα Θεοδούλου ότι είχε γραμμάτιο και πολύ περισσότερο ότι αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο είχε επιλεγεί να τύχει "ενημέρωσης", πράγμα το οποίο αναμφίβολα παρέχει κάποια ένδειξη για την απλότητα και καλοπιστία που τον χαρακτηρίζει. Αμφιβολία ως προς την ημερομηνία κατά την οποία έλαβε το τηλεφώνημα δεν μπορεί να υπάρξει για τον απλούστατο λόγο ότι ο Ενάγων ενθυμείτο πολύ χαρακτηριστικά ότι πήγε στην τράπεζα την ίδια μέρα που το έλαβε, οπότε προέκυψε και η υπογραφή της αίτησης, άρα στις 13.4.09. Εν πρώτοις, θα πρέπει να σημειωθεί πως κατά την αντεξέταση του Ενάγοντος υπεβλήθη ότι τρεις τουλάχιστον ημέρες πριν την επίσκεψή του, δηλαδή περί τις 10.4.09, η Τράπεζα τον προμήθευσε με το μνημόνιο, Τεκμήριο 28, το οποίο φέρει αρίθμηση ίδια με την αίτηση (αρ. 365) καθώς και το όνομά του και ότι μέχρι και τις 27.4.09 η Τράπεζα ανέμενε την τελική του συγκατάθεση για το κατά πόσον θα αγόραζε αξιόγραφα αφού προηγουμένως λάμβανε κάποια συμβουλή νομική ή άλλη. Φαίνεται πως η θέση αυτή είχε ως υπόβαθρο το Τεκμήριο 23, το οποίο είναι εκτύπωση από υπολογιστή ημερ. 3.6.20 την οποία παρουσίασε ο Μ.Υ.1 και στην οποία καταγράφεται (στη σελ. 4 με αρ. 365) ότι στις 10.4.09 κάποιος "ΝΜ" έδωσε στην κα Θεοδούλου κάτι για τον Ενάγοντα. Ασφαλώς δεν γνώριζε ο Μ.Υ.1 τι είχε δοθεί, αφού αυτός απλά εκτύπωσε κάποιο έγγραφο πολύ αργότερα και δη δύο μέρες πριν το παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Το ουσιώδες βέβαια είναι πως δεν έχει προωθηθεί τέτοια θέση μέσω μαρτυρίας, δηλαδή ότι είχε δοθεί το μνημόνιο στις 10.4.09. Ούτε ο Μ.Υ.2, ούτε άλλος μάρτυρας δεν έχει υποστηρίξει κάτι τέτοιο. Ο ίδιος ο Ενάγων το αρνήθηκε, δηλώνοντας ότι ειδοποιήθηκε μια εβδομάδα μετά την υπογραφή της αίτησης να παραλάβει το μνημόνιο. Εν πάση περιπτώσει, θα ήταν παράλογο να είχαν δώσει το έγγραφο αυτό τρεις μέρες πριν, να εκτιμούσαν ότι θα λάβει συμβουλή, αναμένοντάς τον μέχρι τις 27.4.09, αλλά από την άλλη να διευθετούσαν την υπογραφή της αίτησης στις 13.4.09, στη σελ. 3 της οποίας περιέχεται "βεβαίωση" ότι αποδέχεται το περιεχόμενο του μνημονίου. Δεν δέχομαι ότι υπήρξε τέτοιο στάδιο στη διαδικασία. Δέχομαι πως η πρώτη επαφή και επίσκεψη για το θέμα έγινε στις 13.4.09 κατόπιν τηλεφωνήματος της κας Θεοδούλου, στη βάση προεπιλογής προσώπων που είχαν καταθέσεις με στόχο να προσεγγιστούν, ως εξηγείται κατωτέρω. Ο Ενάγων υπήρξε απολύτως ειλικρινής λέγοντας πως όταν την ίδια μέρα έφτασε στην τράπεζα, η κα Θεοδούλου του μίλησε για αλλαγή του γραμματίου των €1.700.000 σε αξιόγραφα. Δεν προκαλεί οποιαδήποτε εντύπωση η θέση του ότι μέχρι τότε δεν είχε ξανακούσει για αξιόγραφα και ότι δεν είχε ιδέα τι ήταν αυτά. Τα όσα ανέφερε για τα λεχθέντα κατά τη συνάντησή τους παρέμειναν αναντίλεκτα και έχουν ως εξής από τη γραπτή δήλωσή του (παραγρ. 6): "Την ίδια μέρα επισκέφθηκα την Τράπεζα και η Ντίνα Θεοδούλου μου είπε συγκεκριμένα ότι "άνοιξε η τύχη μου" και ότι "το σχέδιο μου εσύμφερε πολλά", ότι ήταν "πολλά καλή δουλειά" και "μεγάλη ευκαιρία" και να την εκμεταλλευτώ. Μου είπε να σπάσω το γραμμάτιό μου αφού το σχέδιο ήταν ακριβώς το ίδιο αλλά τα λεφτά θα ήταν δεσμευμένα για 5 χρόνια αντί για 1 χρόνο και με φυσικά ψηλότερο τόκο 7% και μάλιστα θα έπαιρνα τους τόκους κάθε τρίμηνο σε μετρητά. Της είπα ότι το γραμμάτιό μου δεν είχε λήξει και μου είπε συγκεκριμένα "τούτη έννεν δουλειά δική σου εν να το κανονίσουμε εμείς". Τη ρώτησα αν θα με χρεώσουν και μου είπε ότι δεν θα με χρέωναν αν έσπαζα το γραμμάτιο. Τη ρώτησα αν τα λεφτά θα ήταν σίουρα γιατί 5 χρόνια ήταν μεγάλο χρονικό διάστημα και μου είπε "αλίμονο τα λεφτά σου εν σίουρα". Μου είπε μόνο ότι με τη λήξη των 5 χρόνων υπήρχε περίπτωση η τράπεζα να μου δώσει τα λεφτά μου πίσω σε δόσεις γιατί το ποσό μου ήταν αρκετά μεγάλο αλλά ότι θα συνέχιζε να ισχύει ο τόκος των 7% ώσπου να μου τα επιστρέψουν όλα πίσω". Είναι σαφές ότι ο Ενάγων δεν έφυγε μετά από όσα άκουσε και δεν αμφισβητείται πως αμέσως μετά η κα Θεοδούλου τον έστειλε στον Μ.Υ.2, στον πιο πάνω όροφο του κεντρικού καταστήματος Λάρνακας. Ασφαλώς, ο Μ.Υ.2 δέχθηκε πως δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τι είχε λεχθεί από την κα Θεοδούλου στον Ενάγοντα και ορθώς βέβαια δεν επιχείρησε να διαψεύσει οτιδήποτε. Ούτε βέβαια αμφισβητείται πως ο ίδιος ο Μ.Υ.2 ήταν το εξουσιοδοτημένο και αδειοδοτημένο πρόσωπο για λήψη και διαβίβαση εντολών σχετικών με (ένα ή περισσότερα) χρηματοοικονομικά μέσα, εκτέλεση εντολών, παροχή επενδυτικών συμβουλών κλπ, βάσει σχετικών εξετάσεων και άδειας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Άλλωστε, ήταν από τότε εγγεγραμμένος στο Δημόσιο Μητρώο Πιστοποιημένων Προσώπων της Κεφαλαιαγοράς (Τεκμήριο 38) και μάλιστα, για όλες τις υπηρεσίες μετά από αναβαθμισμένη (advanced) και όχι μόνο τη βασική εξέταση (basic). Κατά τη μαρτυρία του, ο Μ.Υ.2 προσπάθησε να πείσει ότι η δική του διαμεσολάβηση αφενός γινόταν μόνον εάν είχε προηγηθεί ενδιαφέρον από τον πελάτη και αφετέρου ότι περιοριζόταν στο να ενημερώνει τους ενδιαφερόμενους για τα χαρακτηριστικά των αξιογράφων και τους κινδύνους τους οποίους ενείχε μια τέτοια επένδυση, καθώς, όπως είπε, ήταν ρητή εντολή της Τράπεζας να μην παρέχουν συμβουλές και να μην λένε ή πράττουν οτιδήποτε που θα μπορούσε να εκληφθεί ως συμβουλή ή προτροπή ή ενθάρρυνση για αγορά επενδυτικών προϊόντων της Τράπεζας. Από δικής του πλευράς ο Ενάγων προβάλλει εντελώς διαφορετική εκδοχή. Ισχυρίζεται ότι ο Μ.Υ. 2 είχε επαναλάβει τα ίδια με την κα Θεοδούλου συν κάποια άλλα επιχειρήματα, ότι στη συνέχεια, χωρίς να διαβάσει οτιδήποτε, του έδειξαν πού να υπογράψει και ότι το έπραξε, ενώ ήταν πολύ αργότερα που αντιλήφθηκε ότι τα αξιόγραφα δεν ήταν καταθετικό σχέδιο αλλά επενδυτικό. Δεν έχω οποιαδήποτε αμφιβολία ότι τα όσα προβάλλει ο Μ.Υ.2 είναι εντελώς αβάσιμα, ανυπόστατα, χωρίς συνοχή και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Σχημάτισα την ισχυρότατη εντύπωση πως ο Μ.Υ.2 τόσο λόγω ειδικότερης εμπλοκής του στη διαδικασία όσο και λόγω της γενικότερης σχέσης του με την Εναγόμενη, κατέβαλε κατά τη μαρτυρία του επιτηδευμένη προσπάθεια να πείσει ότι είχε περιοριστεί μόνο σε ενημέρωση. Ήταν σαφής η αγωνία του να πείσει ότι δεν συμβούλευσε, δεν προέτρεψε και δεν ενεθάρρυνε τον Ενάγοντα να επιλέξει την αγορά μετατρέποντας την κατάθεσή του σε αξιόγραφα. Η προσπάθεια του αυτή δεν ήταν καθόλου πειστική και κατέληξε ανεπιτυχής. Εν πρώτοις, ο Μ.Υ.2 αναφέρεται μεν σε "ρητή" εντολή της τράπεζας, πλην όμως, δεν είναι ειλικρινής όσον αφορά το περιεχόμενο της εντολής αυτής. Η ρητή οδηγία δεν ήταν αυτό το οποίο ανέφερε και κυρίως δεν ήταν αυτή η πρακτική που ακολουθείτο. Αυτό διότι τα αξιόγραφα με ιδιωτική τοποθέτηση ούτως ή άλλως απευθύνοντο σε "πλούσιους ιδιώτες" και όπως περαιτέρω αναφέρετο στο εσωτερικό σημείωμα Τεκμήριο 27 (σελ. 3), σημαντικότερη πηγή θα ήταν οι καταθέσεις της Τράπεζας στην Κύπρο, παρά το ότι θα γινόταν προσπάθεια μεγιστοποίησης της άντλησης ποσών από άλλες πήγες. Εξ ου και σε άλλο σημείο του ιδίου σημειώματος αναφέρετο ότι οι αιτήσεις και τα μνημόνια θα ήταν ονομαστικά και αριθμημένα, πλην όμως, όπως ήδη αναφέρθηκε, κανένας δεν είχε δώσει τέτοιο μνημόνιο στον Ενάγοντα εκείνη τη μέρα. Το γεγονός ότι δεν υπήρχε ακόμα και δεν είχε παραδοθεί στις 13.4.09 ονομαστικό μνημόνιο, δεν αναιρεί βέβαια το παραδεκτό από τον Μ.Υ.2 γεγονός πως εκείνη τη μέρα είχε δοθεί στον Ενάγοντα αριθμημένη αίτηση, η οποία σύμφωνα με το Τεκμήριο 29 απευθύνετο και αφορούσε τον ίδιο. Δεν απαιτείται, θεωρώ, ιδιαίτερη ανάλυση περί του ότι ο Ενάγων είχε προεπιλεγεί από τους αρμοδίους της τράπεζας απλά και μόνο λόγω των καταθέσεων τις οποίες διατηρούσε. Βασικά, όλα τείνουν να δείξουν πως ακολουθείτο κατ' αναλογίαν η ίδια τακτική που προκύπτει από το Τεκμήριο 11 (για την παλαιότερη έκδοση του 2008), όπου η διεύθυνση της τράπεζας έστελνε καταλόγους ανά κατάστημα με πελάτες για να μπορέσουν οι τραπεζικές μονάδες να τους "αξιοποιήσουν" και τόνιζε ότι έπρεπε να καταβληθεί ιδιαίτερη προσπάθεια για πώληση τόσο σε πελάτες του ανταγωνισμού, όσο και σε "υφιστάμενους πελάτες με νέα κεφάλαια". Αν λοιπόν δείχνει κάτι το Τεκμήριο 29, είναι πως στις 10.4.09, ημέρα Παρασκευή, έφθασε στα χέρια της κας Θεοδούλου η αριθμημένη αίτηση για τον Ενάγοντα και την αμέσως επόμενη εργάσιμη μέρα, τη Δευτέρα 13.4.09, του τηλεφώνησε και του ανέφερε όσα έχουν καταγραφεί πιο πριν, με απώτερο στόχο βέβαια και στα πλαίσια της επικρατούσας "κουλτούρας πίεσης", να τον πείσει να την υπογράψει. Ας σημειωθεί πως ήταν υποχρεωτική η εμπλοκή του Μ.Υ.2 ως πιστοποιημένου λειτουργού. Όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο 27 (σελ. 8), "Για λόγους συμμόρφωσης με τη σχετική νομοθεσία, θα πρέπει να διασφαλίζεται η διαμεσολάβηση εξουσιοδοτημένου συναδέλφου". Θα μπορούσε να πει κάποιος λοιπόν, πως δεν ήταν τόσο για λόγους ουσίας ή για λόγους ορθής ενημέρωσης του πελάτη, αλλά "για λόγους συμμόρφωσης", δηλαδή τυπικούς. Κατά δεύτερο, αποτέλεσε βασική θέση του Μ.Υ.2 ότι ακολουθούσε κατά γράμμα τη νόμιμη διαδικασία η οποία κατά τον ίδιο ήταν πως, αφού ενημέρωνε τον πελάτη και αφού αυτός έπαιρνε το μνημόνιο, τότε, εάν επιθυμούσε να υπογράψει την αίτηση και ακολούθως να υλοποιηθεί η διαδικασία. Δεν παρέλειψε βέβαια να τονίσει πως αυτή η ενημέρωση ήταν δυνατό να γίνει και τηλεφωνικώς, πλην όμως ο ίδιος δεν το έπραττε αυτό διότι ήθελε να βλέπει όλους τους πελάτες (από κοντά). Δεν έχω πειστεί ότι αυτή την τακτική την ακολουθούσε με σκοπό είτε να ενημερώνει ο ίδιος τους πελάτες είτε για δικό τους συμφέρον. Όλα τα στοιχεία τείνουν να δείξουν πως το πρώτιστο το οποίο ενδιέφερε ήταν η υπογραφή της σχετικής αίτησης, εξ ου και κατέληγαν κοντά του υποχρεωτικά όσοι είχαν ήδη αποφασίσει ή και ευρίσκοντο πάρα πολύ κοντά στην υπογραφή. Η προεργασία και η ουσιαστική εργασία γινόταν από άλλους λειτουργούς και δη από την κα Θεοδούλου στην παρούσα περίπτωση. Επιβεβαίωση αυτού είναι πως και οι ο ίδιος ο Μ.Υ.2 στην πορεία της αντεξέτασής του διαφοροποίησε τη θέση του αυτή, ότι δηλαδή αφού ενημέρωνε και αφού ο πελάτης έπαιρνε μνημόνιο, τότε αποφάσιζε. Κατ' αρχάς, φάνηκε να μην ενθυμείται ακριβώς, πλην όμως στη συνέχεια να δηλώνει ότι έπρεπε πριν φθάσουν κοντά του να πάρει ο καθένας ένα μνημόνιο, το οποίο μνημόνιο περιγράφει αυτό το επενδυτικό προϊόν. Το ακόλουθο απόσπασμα από την αντεξέτασή του είναι ενδεικτικό: "E. Σου είπα τι μεσολαβούσε για να έρθουν κοντά σου, μου είπες να πάρουν το μνημόνιο; A. Εκείνο που μεσολαβούσε, ήταν το ενδιαφέρον του πελάτη για την επένδυση, δηλαδή αυτό μεσολαβούσε τίποτε άλλο. Εάν θέλετε να σας πω ότι μεσολαβούσε η επικοινωνία μεταξύ του πελάτη και του καταστήματος, μεσολαβούσε αυτό. E. Δηλαδή για παράδειγμα, εγώ είτε με κάλεσε ο διευθυντής του καταστήματος, είτε πήγα εγώ στον διευθυντή του καταστήματος, το αποτέλεσμα είναι ότι έδειξα ενδιαφέρον για τα αξιόγραφα; A. Μάλιστα. E. Δίνετε μου ένα μνημόνιο, όχι εσείς, μου δίνουν ένα μνημόνιο και λέω του πήγαινε στον κύριο Κουσιάππα. Έτσι γινόταν; A. Ακριβώς έτσι". Το ουσιώδες το οποίο διαπιστώνεται είναι πως ο Μ.Υ.2, έχοντας υπόψιν την προεργασία που γινόταν, θεωρούσε όχι άδικα ενόψει των όσων γνώριζε, πως όσοι κατέληγαν κοντά του, είχαν ήδη πάρει μια συνειδητή απόφαση. Είναι εξίσου χαρακτηριστική η πιο κάτω τοποθέτησή του: "Μάρτυρας: Όταν επιδείκνυε ο πελάτης ενδιαφέρον, διότι στο τέλος ο πελάτης ερχόταν από μόνος του, είτε επισκέφθηκε μόνος του το κατάστημα, είτε είχε επικοινωνήσει το κατάστημα μαζί του, θεωρώ ότι είχε πάρει μια συνειδητή απόφαση". Τα πιο πάνω συνάδουν απολύτως αφενός με την παραδοχή του Μ.Υ.2 πως ο Ενάγων ανέβηκε τη σκάλα και έφθασε στο γραφείο του "με την αίτηση στο χέρι, η οποία ήταν συμπληρωμένη", και αφετέρου με τις άλλες δηλώσεις του Μ.Υ.2 ότι "είχε έρθει σίγουρος να υποβάλει το αίτημα", "όταν είχε έρθει είχε θέληση" και ότι "είχε έρθει προδιατεθειμένος για να επενδύσει σε τούτο το προϊόν". Βέβαια, παρέλκει να εξηγηθεί αναλυτικά το ότι δεν γίνεται δεκτή η θέση του πως δεν υπήρχε συντονισμός μεταξύ του Μ.Υ.2 και των άλλων υπαλλήλων στο ισόγειο (όπως της κας Θεοδούλου) περί του ότι είδαν τον Ενάγοντα και ότι θα ανέβαινε να τον δει. Θεωρώ εντελώς εκτός πραγματικότητας πως για μια τέτοια επένδυση είχαν απλά χορηγήσει την αίτηση και άφησαν τον Ενάγοντα να αναζητήσει και εμφανιστεί μπροστά στον Μ.Υ.2 χωρίς μια ενημέρωση του τελευταίου εκ των προτέρων. Αυτό όμως το οποίο εξασθενεί τα όποια ψήγματα αξιοπιστίας του Μ.Υ.2, είναι ο έντεχνος τρόπος με τον οποίο επιχειρεί να πείσει ότι ενημέρωσε τον Ενάγοντα και για τους κινδύνους από την επένδυση σε αξιόγραφα. Ειδικότερα, στη γραπτή δήλωσή του παραθέτει τόσο τα χαρακτηριστικά, όσο και τους κινδύνους των αξιογράφων και επιλέγει σε άλλη παράγραφο (αρ. 9), να αναφέρει αόριστα ότι ενημέρωσε για τα χαρακτηριστικά και επεσήμανε τους κινδύνους. Δηλαδή σε καμιά περίπτωση δεν αναφέρει τι είπε συγκεκριμένα στον Ενάγοντα. Ο Μ.Υ.2 υποχρεώθηκε να πράξει κάτι τέτοιο μόνο κατά την αντεξέτασή του, χωρίς όμως και πάλι να πείσει ότι όντως τότε έπραξε όπως εκ των υστέρων, κατά τη δίκη, προσπαθούσε να πείσει. Για να γίνει πλήρως αντιληπτό, κρίνεται χρήσιμη η παράθεση των κινδύνων όπως ο ίδιος τους κατέγραψε στη δήλωσή του (παρ. 6), που έχει ως εξής: "6. Υπήρχαν συγκεκριμένοι και ξεκάθαροι κίνδυνοι τους οποίους και τους έλεγα σε κάθε ενδιαφερόμενο επενδυτή με απλά λόγια για να είναι κατανοητοί. Ο πρώτος ήταν ότι τα αξιόγραφα ήταν αορίστου διάρκειας και χωρίς ημερομηνία λήξης. Αυτό σήμαινε ότι η Τράπεζα είχε την επιλογή αλλά όχι την υποχρέωση εξαγοράς τους και επομένως εάν αποφάσιζε να μην τα εξαγοράσει υπήρχε κίνδυνος παγίδευσης των κεφαλαίων των πελατών. Ο δεύτερος ήταν εάν η Τράπεζα δεν διατηρούσε τα απαιτούμενα ποσοστά κεφαλαιακής επάρκειας, τότε είχε τη δυνατότητα να μην καταβάλει τους τόκους. Ο τελευταίος και σημαντικότερος ήταν ότι τα αξιόγραφα είναι χρηματοοικονομικά προϊόντα δευτερευούσης προτεραιότητας, δηλαδή σε περίπτωση διάλυσης της Τράπεζας, υπήρχε η πιθανότητα οι πελάτες να χάσουν όλο το κεφάλαιο που επένδυαν, αφού πρώτα θα πληρώνονταν οι καταθέτες και άλλοι πιστωτές, μετά οι κάτοχοι αξιογράφων και τελευταίοι οι μέτοχοι. Επομένως τους ξεκαθάριζα ο βασικότερος κίνδυνος αγοράς των αξιογράφων θα επερχόταν εάν η Τράπεζα χρεωκοπούσε". (έμφαση δοθείσα) Παρατηρείται λοιπόν, ότι γραπτώς κατέγραψε και πολύ σαφώς μάλιστα τους τρεις βασικούς κινδύνους, οι οποίοι στην πραγματικότητα συνδέονται με την οικονομική ευρωστία της τράπεζας. Προφορικά, έλεγε επί λέξει πως είχε πληροφορήσει για (
  2. i)την αόριστη διάρκεια και τη μη υποχρέωση εξαργύρωσης, (
  3. ii)το ότι σε περίπτωση χρεωκοπίας ήταν δευτερευούσης σημασίας, μετά από καταθέτες και (iii) το ότι θα διαπραγματεύοντο στο ΧΑΚ. Σε άλλο σημείο, διευκρίνισε πως εκείνο το οποίο έλεγε ήταν οι όροι όπως αυτοί ακριβώς αναφέροντο στα πληροφοριακά δελτία, τονίζοντας επανειλημμένως μάλιστα, ότι τους είχε μάθει όπως το "ποίημα", ήτοι "αόριστης διάρκειας, χωρίς λήξη, όπου η τράπεζα είχε το δικαίωμα αλλά όχι την υποχρέωση να τα εξαργυρώσει στην πενταετία". Έχει τη δική του σημασία το ότι κατά δική του παραδοχή, ο Μ.Υ.2 τότε δεν γνώριζε καν τον σκοπό έκδοσης των αξιογράφων, ήτοι το ότι ήταν για κάλυψη κεφαλαίων και κυρίως το ότι η τράπεζα ευρίσκετο σε παρά πολύ άσχημη θέση και ανάγκη. Όπως ανέφερε, αυτά τα αντιλήφθηκε εκ των υστέρων, μιλώντας και βλέποντας την κατάσταση η οποία δημιουργήθηκε. Ασφαλώς η άγνοια αυτή συνιστά στοιχείο το οποίο σχετίζεται και με την ικανότητά του να ενημερώσει κατάλληλα και επαρκώς για τους όποιους κινδύνους. Σίγουρα δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί και πολύ περισσότερο να εξηγήσει τότε αυτό που κατάλαβε εκ των υστέρων, ήτοι ότι υπήρχε σύγκρουση συμφερόντων της τράπεζας με τον πελάτη. Κυρίως όμως, αυτή η άγνοια διασυνδέεται και εξηγεί τα όσα ανέφερε στον Ενάγοντα, ήτοι ότι τα χρήματά του ήταν "σίγουρα". Έχοντας ακούσει τις δικές του αναφορές και περιγραφές, είναι σαφέστατο στη δική μου κρίση πως ο Μ.Υ.2 σε καμία περίπτωση δεν είχε αναφερθεί σε οποιονδήποτε κίνδυνο ή έστω στη λέξη "κίνδυνος". Αυτό το οποίο έπραττε ήταν να αναφέρει μόνο κάποια βασικά χαρακτηριστικά των αξιογράφων, όπως την αοριστία της διάρκειας, το δικαίωμα εξαργύρωσης και τη δυνατότητα διαπραγμάτευσης στο Χ.Α.Κ. Αυτό έπραξε και στην προκείμενη περίπτωση, δηλαδή επανέλαβε το "ποίημα". Το πιο ουσιώδες όμως είναι πως όταν εν τέλει αμφισβητήθηκε περί του ότι ένα άτομο χαμηλής μόρφωσης μπορούσε να αντιληφθεί τη διαφορά μεταξύ κατάθεσης και αξιογράφων, τότε ο Μ.Υ.2 ομολόγησε την αλήθεια ως εξής: "E. Δηλαδή το άτομο του δημοτικού επαναλαμβάνω; A. Θεωρώ ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ο πελάτης ήρθε στο γραφείο μου προδιατεθειμένος, δεν ξέρω με ποιους είχε μιλήσει και με πόσους, διότι μίλησε με αρκετά άτομα. Υποθέτω του επεξηγήθηκαν οι όροι, τα θετικά και τα αρνητικά και ακολούθως υπόγραψε μπροστά μου αυτήν την αίτηση". Σημειώνω πως ο Μ.Υ.2 δέχθηκε επίσης ότι δεν προέβη σε οποιοδήποτε ερωτηματολόγιο για το κατά πόσον ο Ενάγων ήταν κατάλληλο πρόσωπο να επενδύσει στα αξιόγραφα. Απλά διαπίστωσε ότι επιθυμούσε να επενδύσει. Στο πιο πάνω απόσπασμα συμπυκνώνεται η όλη εικόνα μου για τον Μ.Υ.2. Βασικά, όπως και στην ακροαματική διαδικασία, έτσι και κατά τον ουσιώδη χρόνο απλά θεώρησε ότι κάποιοι άλλοι είχαν εξηγήσει τα πλεονεκτήματα και τους κινδύνους, περιοριζόμενος ο ίδιος να επαναλάβει κάποια από τα πλεονεκτήματα. Δεν έχω λοιπόν την παραμικρή αμφιβολία πως ο Μ.Υ.2 θεωρούσε επικουρικό τον ρόλο του στην όλη διαδικασία. Βασικά, αυτό το οποίο έπραττε ήταν να φροντίζει να υπογράφεται η αίτηση ενώπιόν του και τούτο απλά για να υπάρχει τυπικά η συμμόρφωση με τη νομοθεσία όσον αφορά την παρεμβολή πιστοποιημένου προσώπου. Όπως είχε ήδη εξηγήσει, ήταν τοποθετημένος στην περιφέρεια Λάρνακας‑Αμμοχώστου και έβλεπε καθημερινά πολλούς πελάτες από 12 καταστήματα της Λάρνακας, αφού υπήρξε τεράστιο ενδιαφέρον. Όπως έχω αντιληφθεί, εκ των πραγμάτων είχε μεν και ο ίδιος κάποια συζήτηση με τους πελάτες, πλην όμως αυτή ήταν μια πολύ σύντομη κουβέντα και βασικά μόνο μέχρι να ολοκληρωθούν τα διαδικαστικά ζητήματα υπογραφής της αίτησης. Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με τον Ενάγοντα όλα τελείωσαν πολύ γρήγορα στο γραφείο του Μ.Υ.2. Το μόνο συμπέρασμα είναι πως ο Μ.Υ.2 δεν αφιέρωσε ιδιαίτερο χρόνο στον Ενάγοντα και θεωρούσε παρά πολλά στοιχεία ως δεδομένα. Μεταξύ αυτών και το ότι ο Ενάγων είχε παραλάβει το μνημόνιο επειδή κάτι τέτοιο καταγράφετο στην αίτηση. Την εικασία αυτή επανέλαβε και στο Δικαστήριο, μη μπορώντας βέβαια να πει πότε και από ποιον είχε παραλάβει. Παρόμοιες υποθέσεις ή εικασίες σχημάτισε τότε στη σκέψη του και περί του ότι ο Ενάγων είχε και άλλα χρήματα, καθώς και περί του ότι υπήρχε η απαραίτητη διασπορά κεφαλαίου. Δεν έχω οποιαδήποτε αμφιβολία ότι τα πραγματικά γεγονότα έχουν ως τα ανέφερε ο Ενάγων. Δεν έχει καμιά σημασία εάν ο πεθερός του Μ.Υ.2 είχε όντως επενδύσει σε αξιόγραφα κατά το προηγούμενο έτος. Σημασία έχει πως ο Μ.Υ.2 χρησιμοποίησε αυτό το επιχείρημα. Το ότι σήμερα δηλώνει πως δεν είχε επενδύσει, σημαίνει απλά πως δεν είχε πει την αλήθεια στον Ενάγοντα. Το κυριότερο όμως είναι πως στην πραγματικότητα ο Μ.Υ.2 περιορίστηκε τότε στο να επαναλάβει αυτά που είχε πει και η κα Θεοδούλου, να του τονίσει ότι ήταν τυχερός διότι θα έπαιρνε 7% τόκο για πέντε έτη, ότι θα ήταν δεσμευμένα για το ίδιο διάστημα, ότι τα χρήματά του θα ήταν σίγουρα και ότι δεν χρειαζόταν να διαβάσει οτιδήποτε. Δέχομαι τη μαρτυρία του Ενάγοντος πως ο Μ.Υ.2 δεν του ανέφερε καθόλου τον όρο "επένδυση", καθώς και το ότι δεν του μίλησε για οποιονδήποτε κίνδυνο. Ήταν αναμενόμενο και δέχομαι πως, με αυτά που άκουσε, ο Ενάγων θεώρησε πως υπέγραφε σε ένα καταθετικό σχέδιο πενταετούς όμως διάρκειας. Εν πάση περιπτώσει, εκτός από το ονοματεπώνυμο και την ημερομηνία γέννησης, τα οποία ήταν ήδη συμπληρωμένα, ο Μ.Υ.2 ρωτώντας τον Ενάγοντα και λαμβάνοντας απαντήσεις συμπλήρωσε τα υπόλοιπα στοιχεία στην αίτηση και είπε στον Ενάγοντα να υπογράψει και είναι εντάξει. Ο Ενάγων, χωρίς να διαβάσει οτιδήποτε, υπέγραψε αμέσως και ο Μ.Υ.2 παρέλαβε την αίτηση λέγοντας και πάλι "εν εντάξει". Μια εβδομάδα αργότερα, ο Ενάγων έλαβε τηλεφώνημα από την τράπεζα να πάει να παραλάβει το μνημόνιο, πράγμα το οποίο έπραξε, χωρίς να το διαβάσει όλο, αφού όπως είπε αφενός όταν διάβασε λίγες γραμμές δεν καταλάβαινε κάτι και αφετέρου διότι είχε ήδη υποβάλει την αίτηση και τελείωσε το θέμα οπότε δεν θα υπήρχε κάποια διαφορά αν το διάβαζε ή όχι. Ούτε γνώριζε πότε μεταφέρθηκαν τα χρήματα για την πληρωμή των αξιογράφων. Ο Ενάγων δεν έχει αμφισβητήσει ότι κατά τα επόμενα τρίμηνα εισέπραξε το συνολικό ποσό των €380.469,46 ως τόκους από τα αξιόγραφα. Περαιτέρω, ο Ενάγων δεν αρνήθηκε ότι είχαν αγοραστεί στο όνομά του μετοχές διαφόρων εταιρειών εισηγμένων στο ΧΑΚ. Εξήγησε μόνο πως αυτές τις αγόρασε ο γαμπρός του με χρήματα που του είχε δώσει ο ίδιος και χωρίς να τον ενημερώνει για τις λεπτομερείς κινήσεις του. Όσον αφορά τον Μ.Υ.1, δεν έχει αμφισβητηθεί πως αυτός όντας εργοδοτούμενος της Εναγόμενης 1 από πιο παλιά (το 1988), κατά τα έτη 2006‑2009 ήταν αποσπασμένος σε θυγατρική της στη Σερβία. Εκ των πραγμάτων δεν είχε ανάμειξη στην πώληση των επίδικων αξιογράφων. Δυνάμει της ΚΔΠ 104/13 μεταφέρθηκε στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και εν συνεχεία, από 1.11.13 υπηρετεί ως σύμβουλος στο γραφείο του εκάστοτε Ειδικού Διαχειριστή της Λαϊκής. Βασικά, τα καθήκοντά του αφορούν τον χειρισμό των δικαστικών υποθέσεων, τον εντοπισμό εγγράφων και τη χορήγηση πληροφοριών σε δικηγόρους. Είναι προφανές πως ο Μ.Υ.1 δεν έχει οποιαδήποτε προσωπική γνώση για τα πρωτογενή γεγονότα. Αυτό το οποίο προσέφερε με τη μαρτυρία του ήταν το να παρουσιάσει κάποια σχετικά με την υπόθεση έγγραφα και το να εξηγήσει κάποια από αυτά προς υποβοήθηση όλων των παραγόντων της δίκης. Με εξαίρεση κάποια σημεία, δεν θεωρώ ότι αλλοίωσε οτιδήποτε από τα όσα πραγματικά διαπιστώνονται από τα ίδια τα Τεκμήρια. Άλλωστε, την ακρίβεια των στοιχείων αυτών τη διαπίστωσε ιδίοις όμμασι και το Δικαστήριο. Τον θεωρώ γενικά αξιόπιστο και ειλικρινή μάρτυρα. Εξαίρεση αποτελούν κάποιες ερμηνείες στις οποίες προέβη χωρίς αυτό να δικαιολογείται από το περιεχόμενο συγκεκριμένων εγγράφων, ως εξηγείται κατωτέρω. Στη βάση των όσων παρουσίασε και κυρίως στη βάση των σχετικών εγγράφων, διαπιστώνεται ότι η αίτηση Τεκμήριο 1 καταχωρίστηκε επίσημα στο σύστημα στις 27.4.09, ότι με οδηγία του Ενάγοντος το ποσό των €1.700.000 πληρώθηκε με χρέωση του λογαριασμού υπ' αρ. ...4706 στον οποίο είχε πιστωθεί την ίδια μέρα το ποσό του γραμματίου υπ' αρ. ...3473, (χωρίς όμως να μπορεί να αποκλειστεί ότι η πληρωμή είχε γίνει πρωτύτερα) ως συνάγεται από την κατάσταση, Τεκμήριο 25. Στην κατάσταση αυτή φαίνονται επίσης και οι καταθέσεις‑πιστώσεις των τριμηνιαίων τόκων, για τα αγορασθέντα αξιόγραφα, μέχρι και τις 30.6.12 που έλαβε το συνολικό ποσό των €380.469, 46. Δέχομαι επίσης από τη μαρτυρία του ότι το Τεκμήριο 30 αποτελεί τη συγκεντρωτική κατάσταση λογαριασμών του Ενάγοντος υπό την ιδιότητά του ως επενδυτή στο Χ.Α.Κ. Τη μερίδα του χειριζόταν τότε η Cisco, θυγατρική της Τράπεζας Κύπρου και βάσει αυτής συνάγεται ότι ο Ενάγων κατείχε 14293 μετοχές της Λαϊκής. Δεν μπορώ όμως να δεχθώ κάποιους συλλογισμούς στους οποίους προέβη ο Μ.Υ.1 σε σχέση με την ετοιμασία, αποστολή και παράδοση της αίτησης και του μνημονίου στον Ενάγοντα. Περιέγραψε σωστά το περιεχόμενο εγγράφων και οδηγιών, πλην όμως εκ των πραγμάτων δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει ότι ακολουθήθηκαν αυτές οι οδηγίες. Τα όσα ανέφερε ήταν προφανώς εικασίες περί του ότι έγιναν ορθά, αλλά υπάρχει άλλη αξιόπιστη μαρτυρία η οποία διαψεύδει κάτι τέτοιο. Ιδιαίτερα στο θέμα της έγκαιρης παράδοσης μνημονίου δεν υπάρχει άλλωστε καμιά καταγραφή ότι η κα Θεοδούλου είχε παραλάβει στις 10.4.09 ονομαστικό μνημόνιο για τον Ενάγοντα βάσει του Τεκμηρίου 29. Άλλωστε, αυτό παραδέχθηκε τελικά και ο ίδιος ο Μ.Υ.1, λέγοντας πως απλά "θεωρεί" ότι είχε τηρηθεί η διαδικασία. Χωρίς να είχε όμως κάποια γνώση. Όσον αφορά τον Μ.Υ.3, θεωρώ πως δεν είχε οποιονδήποτε λόγο να παραποιήσει οτιδήποτε από πλευράς μαρτυρίας. Κατέθεσε υπό την ιδιότητα λειτουργού στο Χ.Α.Κ. και η μαρτυρία του ουσιαστικά περιορίζεται στην παρουσίαση της μερίδας επενδυτή για τον Ενάγοντα ως Τεκμήριο 40 και δύο καταστάσεων λογαριασμού ως Τεκμήριο 41 και 42, τα οποία και επεξήγησε με σαφήνεια και πειστικότητα. Από τη μαρτυρία του συνάγεται ότι η μερίδα του Ενάγοντος είχε ενεργοποιηθεί από το 2002, ότι ο Ενάγων κατείχε εκτός από τα αξιόγραφα και τις αξίες που αναφέρονται στο Τεκμήριο 41, ότι η Marfin C.L.R. Financial Services Ltd ήταν η θυγατρική χρηματιστηριακή εταιρεία της Εναγόμενης 1, ότι ο Ενάγων κατά το 2010 μετέφερε αξίες του στη χρηματιστηριακή Cisco, μεταξύ των οποίων και τα επίδικα αξιόγραφα. Ο Μ.Ε.2 σπούδασε λογιστική και χρηματοοικονομικά, είναι επί 20ετία οικονομολόγος στο Χ.Α.Κ. και επί 12ετία έχει εργαστεί ως ποινικός ανακριτής σε υποθέσεις σχετικών αδικημάτων και γενικά της οικονομίας. Για πέντε έτη (2012‑2017) είχε αποσπαστεί στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς στο Τμήμα Διοίκησης. Από πλευράς γεγονότων ασφαλώς γνώριζε και δέχομαι από τη μαρτυρία του ότι στις 21.6.12 η Εναγόμενη ανακοίνωσε ότι θα σταματούσε την πληρωμή τόκων προς τους κατόχους αξιογράφων. Βέβαια, το γεγονός της αναστολής πληρωμής τόκων είναι παραδεκτό από την Εναγόμενη. Άλλωστε, προκύπτει και από τη μαρτυρία του Ενάγοντος ότι η τελευταία φορά που είχε εισπράξει τόκους ήταν για το δεύτερο τρίμηνο του 2012 (στις 17.7.12) και ότι του ζητήθηκε να υπογράψει έντυπο ανταλλαγής με αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου ή νέων μετοχών, πράγμα το οποίο αρνήθηκε και στις 10.8.12 κατήγγειλε την περίπτωση στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Τα δε αξιόγραφά του έχασαν τελείως την αξία τους όταν η Εναγόμενη τέθηκε υπό καθεστώς εξυγίανσης. Όμως η κύρια μαρτυρία του Μ.Ε.2 αφορούσε την ειδικότητά του. Αναμφίβολα, είναι εμπειρογνώμονας σε οικονομικά θέματα σχετιζόμενα με το Χ.Α.Κ. και την Κεφαλαιαγορά. Είναι πολύ καλά γνωστές οι αρχές βάσει των οποίων αξιολογείται τέτοια μαρτυρία και δεν θεωρώ ότι είναι απαραίτητη η αναλυτική παράθεσή τους. Δέχομαι ότι είχε τις γνώσεις να αναφερθεί στη φύση των αξιογράφων από οικονομικής πλευράς. Έχει εξηγήσει και τεκμηριώσει ότι αυτά θεωρούνται πολύπλοκα χρηματοοικονομικά προϊόντα, λόγω ακριβώς του ότι εξαρτώνται από διάφορους αστάθμητους παράγοντες, πράγμα το οποίο αποδέχεται και η Ευρωπαϊκή Αρχή Αξιών και Αγορών ("ESMA"), καθώς και η ίδια η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου, η οποία στο Τεκμήριο 22 αναφέρει ότι αυτά θεωρούνται ως "πολύπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα". Όμως πέραν αυτών των ζητημάτων, ο μάρτυς δεν είχε κάποιαν εξειδίκευση στο ζήτημα αξιογράφων ούτως ώστε να είναι σε θέση να προσφέρει κάποια επιστημονική μαρτυρία. Είναι πολύ χαρακτηριστική η δήλωσή του πως όσα γνώριζε ήταν πληροφοριακά από την τριβή του και όπως το έθεσε συγκεκριμένα, κάποιες γνώσεις και κάποιες αντιλήψεις που είχε αποκομίσει. Συμφώνησε ότι οι γνώσεις του αυτές αντλήθηκαν από τα έγγραφα της Εναγόμενης ως επί το πλείστον, αλλά και από το νομοθετικό πλαίσιο, ήτοι την ευρωπαϊκή οδηγία και τον Νόμο. Κυρίως, συμφώνησε ότι η σχετική νομοθεσία, ημεδαπή και αλλοδαπή, εφαρμόζεται μόνον εφόσον παρέχονται όντως επενδυτικές υπηρεσίες. Τα ουσιωδέστερα όμως ζητήματα σε σχέση με τη μαρτυρία του είναι το ότι κατά πρώτον, κατέληξε σε συμπέρασμα ότι η περίπτωση αφορούσε επενδυτική συμβουλή χωρίς στην πραγματικότητα να είχε ο ίδιος κάποιο στέρεο υπόβαθρο για το τι προηγήθηκε και κατά δεύτερο, κατέληξε ότι τα μέτρα που έλαβε η Εναγόμενη ήταν ανεπαρκή για να διασφαλίσουν τη μη παροχή επενδυτικής συμβουλής, στηριζόμενος ουσιαστικά στην έκθεση της Κεντρικής Τράπεζας ημερ. 26.9.13. Ως προς το πρώτο, επισημαίνεται πως έλαβε οδηγίες από τη συνήγορο του Ενάγοντος, μελέτησε κάποια έγγραφα και ακολούθως, επανέλαβε τη δοθείσα προς τον ίδιο εκδοχή, ότι δηλαδή η περίπτωση αφορά παρότρυνση προς αγορά. Βασικά, απουσιάζει η ακρόαση των γεγονότων όπως τα περιγράφει ο Ενάγων και η κρίση επ' αυτών, έργο το οποίο ανήκει βέβαια στο Δικαστήριο. Θα μπορούσε ενδεχομένως να τοποθετηθεί εκφράζοντας την άποψή του υπό τον όρο ότι θα ίσχυαν αυτά τα οποία προβάλλει ο Ενάγων. Όμως δεν είναι αυτό το οποίο έπραξε. Υιοθέτησε αβασάνιστα αυτό το οποίο του είχαν πει και το επανέλαβε στο Δικαστήριο ως επιστημονική δική του άποψη. Αλλά και ως προς το δεύτερο, έπραξε κάτι ανάλογο. Έλαβε ως βάση την απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας, την υιοθέτησε και είπε ότι με γνώμονα αυτήν, έχει τεκμηριωθεί ότι τα μέτρα ήταν ανεπαρκή, με αποτέλεσμα η Εναγόμενη να έχει εμπλακεί σε παροχή επενδυτικής συμβουλής κατά τη γνώμη του παρανόμως. Στην πραγματικότητα, ο Μ.Ε.2 βασιζόμενος στα όσα κατεγράφησαν στην Έκθεση Ειδικού Ελέγχου και χωρίς να ερευνήσει αν ευσταθούν ή όχι, προχώρησε να εκφράσει άποψη υποκαθιστώντας το Δικαστήριο και στην ουσία απαντώντας και στο ύστατο ερώτημα της υπόθεσης, πράγμα ανεπίτρεπτο (βλ. "Το Δίκαιο της Απόδειξης", Ηλιάδης και Σάντης, 2014, σελ. 603-605). Για τους πιο πάνω λόγους, δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του προς εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος για τα ουσιώδη αυτά ζητήματα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Α. Εισαγωγικά Όσον αφορά τη νομική πτυχή της υπόθεσης, η αλήθεια είναι πως ο Ενάγων δικογράφησε διάφορες νομικές βάσεις, είτε του δικαίου των συμβάσεων είτε των αστικών αδικημάτων και σε κάποιες περιπτώσεις περιέπλεξε τα θέματα αυτά (όπως π.χ. το θέμα απάτης). Από την άλλη πλευρά, είναι γεγονός πως με την αγόρευσή του προώθησε μόνο ορισμένες από αυτές, οι οποίες και εξετάζονται κατωτέρω, εφόσον κρίνεται ότι οι υπόλοιπες δεν προωθούνται. Β. Απάτη‑Ψευδείς Παραστάσεις‑Μη Αποκάλυψη‑Ψυχική Πίεση-Απουσία Ελεύθερης Συναίνεσης (Άρθρο 14 Κεφ. 149) Κατ' ακρίβειαν, από πλευράς του δικαίου των συμβάσεων στην ενότητα αυτή θα πρέπει να ενταχθούν όλες οι σχετιζόμενες με την ελεύθερη συναίνεση αιτιάσεις του Ενάγοντος, οι οποίες στην πραγματικότητα έχουν ως βάση το άρθρο 14 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, η συναίνεση θεωρείται ελεύθερη εκτός εάν έχει δοθεί δια (α) εξαναγκασμού (β) ψυχικής πίεσης (γ) απάτης, (δ) ψευδούς παράστασης ή (ε) πλάνης. Θεωρείται δε μη ελεύθερη όταν διαπιστώνεται ότι δεν θα παρείχετο εάν δεν συνέτρεχε κάποια από τις πιο πάνω περιστάσεις. Ο ίδιος ο νόμος περιέχει ορισμό για την καθεμιά από τις πιο πάνω περιστάσεις, οι οποίες βέβαια έχουν αναλυθεί και σε διάφορες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Δεν θεωρώ ότι απαιτείται ειδικότερη αναφορά στα πλαίσια της παρούσας εκτός από το να επισημανθεί η γνωστή αρχή ότι (με εξαίρεση την πλάνη αμφοτέρων) σύμβαση η οποία μολύνεται από μη ελεύθερη συναίνεση, για κάποιον από τους πιο πάνω λόγους, δεν είναι άκυρη ab initio αλλά είναι ακυρώσιμη κατ' επιλογήν του συμβαλλόμενου του οποίου η συναίνεση δόθηκε υπό τέτοιες περιστάσεις, στη βάση των άρθρων 19, 20 και 22. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, (reissue), Τόμος 9

(1), παράγραφος 607: "A "voidable contract" is one which is initially valid, but where one or more of the parties has a right of election to avoid or to continue and so validate it. Unless and until a right of avoidance is exercised, a voidable contract remains valid". Στην παρούσα περίπτωση, δεν έχει προσφερθεί οποιαδήποτε μαρτυρία περί χρήσης του δικαιώματος ακύρωσης της σύμβασης. Αυτό το οποίο έπραξε ο Ενάγων με την αποστολή των Τεκμηρίων 2, 3 και 5 στις 10.8.12, ήταν να ζητήσει τη φιλική εξώδικη διευθέτηση με την καταβολή αποζημιώσεων και να καταγγείλει στην Κεφαλαιαγορά, ενώ εντός Οκτωβρίου 2012 καταχώρισε την αγωγή. Κατά συνέπειαν, η εισήγηση της κας Νικολαΐδου ότι "η επίδικη συναλλαγή θα πρέπει να ακυρωθεί κατ' επιλογή του Ενάγοντα δυνάμει του άρθρου 19(I) του Κεφ. 149" και να δοθούν αποζημιώσεις στη βάση αυτή, δεν ευσταθεί. Η επιλογή ανήκε στον ίδιο τον Ενάγοντα και δεδομένου ότι δεν την είχε ασκήσει οποτεδήποτε, δεν είναι δυνατό να προωθηθεί και η αξίωση στη βάση αυτή. Γ. Απάτη (Άρθρο 36, Κεφ. 148) Ο Ενάγων όμως στήριξε την αξίωσή του και στο αστικό αδίκημα της απάτης (fraud, deceit). Σύμφωνα με το άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων, Κεφ. 148, η απάτη συνίσταται σε ψευδή παράσταση γεγονότος η οποία γίνεται εν γνώσει του ψεύδους αυτής ή άνευ πίστης για το αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιαφορώντας για το κατά πόσον είναι αληθής ή ψευδής, επί σκοπώ όπως ο εξαπατηθείς ενεργήσει επί τη βάσει αυτής. Είναι δε απαραίτητο όπως η παράσταση όχι μόνο να έγινε επί σκοπώ εξαπατήσεως αλλά πράγματι αυτή να είχε εξαπατήσει τον ενάγοντα, ο οποίος να ενήργησε βάσει αυτής και εξαιτίας αυτού να έχει υποστεί ζημιά. Για να στοιχειοθετηθεί λοιπόν το αστικό αδίκημα της απάτης, απαιτείται να καταδειχθεί: Α) Παράσταση γεγονότος Β) Εν γνώσει ότι αυτή είναι ψευδής Γ) Με σκοπό να βασιστεί σε αυτήν ο ενάγων Δ) Ο οποίος να ενήργησε με βάση την παράσταση και Ε) Να έχει υποστεί ζημιά. Ο Ενάγων στην αγόρευσή του παρουσιάζει όλα τα λεγόμενα της κας Θεοδούλου και του Μ.Υ.2 ως ψευδείς παραστάσεις γεγονότων. Δεν συμφωνώ όμως ότι δύναται το κάθε τι που έχει λεχθεί να τεθεί υπό τον έλεγχο αυτό, δεδομένου ότι τα πλείστα είναι απλά παροτρύνσεις, συμβουλές και απόψεις. Κατά τη γνώμη μου, μόνο δύο από αυτά τα αναφερθέντα πληρούν τις προϋποθέσεις παραστάσεων γεγονότων και θα μπορούσαν να τύχουν τέτοιας εξέτασης. Συγκεκριμένα, αφενός όσον αφορά την κυρία Θεοδούλου είναι η δήλωσή της ότι τα αξιόγραφα ήταν το ίδιο με το καταθετικό γραμμάτιο που ο Ενάγων ήδη διατηρούσε και αφετέρου όσον αφορά τον Μ.Υ.2 είναι η δήλωσή του ότι και ο πεθερός του είχε αγοράσει αξιόγραφα. Διαπιστώνεται όμως πως ούτε η μια, ούτε η άλλη δήλωση πληροί τις απαραίτητες προϋποθέσεις εν τη εννοία του άρθρου 36 του Κεφ. 148 και της συναφούς νομολογίας, ως εξηγείται πιο κάτω. Όσον αφορά τη δήλωση της κας Θεοδούλου, ήταν απαραίτητο να καταδειχθεί η σκέψη και πρόθεσή της ίδιας κατά την εκφορά της δήλωσης και με τη σειρά του αυτό να αποδοθεί στην ίδια την Εναγόμενη 1. Όπως έχει αναφερθεί στην Petri v. Police
(1968), 2 C.L.R. 40: "In Derry v. Peek it was clearly laid down that in an action of deceit it was necessary to prove actual fraud, that is to show that the false representation had been made knowingly or without belief in its truth, or recklessly without caring whether it was true or false. Mere carelessness or absence of reasonable ground for believing the statement to be true, might be evidence of fraud; but the inference could be displaced by showing that it was made under an honest impression that it was true. Incidentally, this definition of fraud at common law appears to have been substantially reproduced in our Civil Wrongs Law, Cap. 148, section 36 ". Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα "Αστικά Αδικήματα" του Π. Γ. Πολυβίου, 2020, Τόμος Β, σελ. 765, η παράσταση πρέπει να γίνεται με γνώση ότι είναι ψευδής ή τουλάχιστον χωρίς να υπάρχει γνήσια πίστη ότι είναι αληθής ενώ αρκεί και η αδιαφορία για την αλήθεια της παράστασης γεγονότος και όπως περαιτέρω καταγράφεται στο ίδιο σύγγραμμα, στις σελ. 767 και 768: "Η ουσία της αγωγής για απάτη (action of deceit) είναι η ανεντιμότητα. Τέτοια αγωγή επιτυγχάνει όπου ο Εναγόμενος, με σκοπό να προκαλέσει τον Ενάγοντα να ενεργήσει με βάση την παράστασή του, δόλια ή απερίσκεπτα (recklessly), δηλαδή αδιαφορώντας για το κατά πόσον αυτή είναι αληθής ή ψευδής, παριστάνει κάτι ως αληθές ενώ είναι αναληθές. Εάν ο Ενάγων έχει ενεργήσει με βάση την παράσταση του εναγομένου, η οποία ήταν αναληθής είτε εν γνώσει του είτε στο πλαίσιο πλήρους απερισκεψίας εκ μέρους του, και εάν περαιτέρω έχει υποστεί ζημιά, τότε έχει το δικαίωμα να εγείρει αγωγή για απάτη εναντίον του εναγομένου". ................................................ "Η βασική υπόθεση στο κοινοδίκαιο είναι η Derry v. Peek, όπου κρίθηκε ότι το αστικό αδίκημα της απάτης (deceit) απαιτεί δόλο, δηλαδή πρόθεση καταδολίευσης ή πρόθεση εκ μέρους του εναγομένου να προβεί σε ψευδή παράσταση. Αμέλεια δεν είναι αρκετή και πρέπει να αποδειχθεί ότι ο Εναγόμενος γνώριζε ότι η παράσταση ήταν ψευδής ή αδιαφορούσε κατά πόσον αυτή ήταν αληθής ή ψευδής". ............................................ "Η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην Derry v. Peek διαφώνησε και διατύπωσε με αυστηρότητα τη νομική ευθύνη σε σχέση με δηλώσεις και παραστάσεις (σε αντίθεση με θετικές πράξεις ή ενέργειες), ουσιαστικά κρίνοντας ότι για ανακριβείς δηλώσεις και παραστάσεις δεν ήταν αρκετή η στοιχειοθέτηση αμέλειας, αλλά ότι η νομική ευθύνη υπήρχε είτε στο πλαίσιο του δικαίου των συμβάσεων είτε όταν λάμβανε χώρα απάτη (deceit), η οποία γίνεται εν γνώσει του ψεύδους αυτής ή με απόλυτη απερισκεψία και με πρόθεση εξαπάτησης του άλλου προσώπου που ενεργεί με βάση αυτήν". (έμφαση δοθείσα) Ουσιαστικά, στην παρούσα περίπτωση ελλείπει μαρτυρία και αντίστοιχο εύρημα για το πώς ακριβώς ενήργησε η κα Θεοδούλου, ήτοι μαρτυρία για τη δική της κατάσταση διάνοιας (state of mind), ως είχε αναφερθεί στην υπόθεση Capital Ltd v. Lundson Overseas Ltd
(2013), E.W.C.A. Civ 413. Για να μπορούσε δηλαδή να αποφανθεί το Δικαστήριο, θα ήταν απαραίτητο να είναι σε θέση να καταλήξει ότι η κα Θεοδούλου γνώριζε ότι δεν ευσταθούσε αυτό το οποίο έλεγε ή ότι αδιαφορούσε απερίσκεπτα (recklessly) για την αλήθεια ή το ψευδές της δήλωσής της. Όχι μόνον δεν υπάρχει τέτοια μαρτυρία, η οποία θα βοηθούσε σε τέτοια κρίση, αλλά δεν πρέπει και να λησμονείται ότι μέσα από την προαναφερθείσα μαρτυρία δεν έχει διαπιστωθεί να υπάρχει οπουδήποτε επίσημη (ή έστω ανεπίσημη) θέση ή οδηγία της Εναγόμενης, η οποία να ωθεί προς τέτοια δήλωση από λειτουργούς της. Η κα Θεοδούλου ήταν μεν μια τραπεζική λειτουργός στην οποία είχαν ανατεθεί καθήκοντα πρώτης επικοινωνίας, ενημέρωσης, μεσολάβησης και προετοιμασίας του επενδυτή, πλην όμως δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η συγκεκριμένη δήλωση οφείλετο σε αμελή ή απρόσεκτη ενημέρωση ή στο τι πίστευε η ίδια για τα αξιόγραφα και όχι σε ανεντιμότητα ή απερισκεψία εν τη εννοία της απάτης. Όσον αφορά τη δήλωση του Μ.Υ.2, ελλείπει οποιαδήποτε μαρτυρία ότι ο Ενάγων στηρίχθηκε σε αυτή και ότι ενήργησε βάσει αυτής. Ως έχει διαφανεί κατά την αξιολόγηση, ο Ενάγων ουσιαστικά είχε ήδη αποφασίσει με βάση όσα άκουσε από την κα Θεοδούλου και ακολούθως συνάντησε τον Μ.Υ.2 όντας κατά βάσιν έτοιμος να υπογράψει την αίτηση. Πράγμα το οποίο και έπραξε έχοντας ακούσει το σύντομο δικό του ενημερωτικό "ποίημα". Δ. Δικογράφηση για Παράβαση Νομίμων Καθηκόντων Αμέλεια‑Αμελείς Συμβουλές Οι τελευταίες δύο βάσεις επί των οποίων προώθησε την αξίωσή του ο Ενάγων, είναι (α) η αμέλεια και κυρίως υπό τη μορφή αμελών συμβουλών και (β) η παράβαση νομίμων καθηκόντων. Σε αρκετές αποφάσεις, με πιο πρόσφατη τη Λέντζας ν. Laos Bros Ltd, Πολ. Εφ. 140/11, ημερ. 22.12.16, το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε εμφαντικά πως το αστικό αδίκημα της αμέλειας είναι διαφορετικό από τη θεμελίωση της παράβασης νόμιμου καθήκοντος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Κωστάκη κ.α.
(2008), 1(Α) Α.Α.Δ. 432, Μ. Σ. Ιακωβίδης και Σία Λτδ κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Εφ. 378/09 κ.α. ημερ. 10.7.15). Όπως έχει λεχθεί, η αξίωση για αποζημιώσεις λόγω παράβασης νομίμων καθηκόντων αποτελεί θεραπεία του Κοινοδικαίου και δεν πρέπει να συγχύζεται ή να αναμειγνύεται με την αξίωση αποζημιώσεων για αμέλεια, έστω και αν κάποια συγκεκριμένη ζημιά είναι δυνατό να προέλθει είτε από συμπεριφορά που συνάδει με συνήθη αμέλεια είτε από συμπεριφορά που ισοδυναμεί με διάρρηξη νόμιμου καθήκοντος. Για αυτό και η ορθή δικογράφηση απαιτεί ξεχωριστή καταγραφή των δύο αγώγιμων δικαιωμάτων και περαιτέρω απαιτείται ιδιαίτερη δικογράφηση των λεπτομερειών που αφορούν σε παράβαση νομίμων καθηκόντων (Bullen and Leak "Precedents of Pleadings", 12η έκδοση, σελ. 59, Annual Practice 1958, σελ. 468). Όπως διαπιστώνεται, στην παρούσα περίπτωση υπήρξε δεόντως χωριστή δικογράφηση και διάκριση των λεπτομερειών αμέλειας αφενός και αυτών της παράβασης καθηκόντων αφετέρου, ενώ υπήρξε και εξειδίκευση των κανόνων που κατ' ισχυρισμόν στοιχειοθετούν παράβαση νόμιμου καθήκοντος, όπως επιτάσσει η πιο πάνω νομολογία (βλ. παράγρ. 22 και 26Α αντίστοιχα). Η αναφορά στην παράγραφο 26Α της έκθεσης απαίτησης σε "Εναγόμενη 2" προφανώς οφείλεται σε γραφικό λάθος, πράγμα το οποίο βεβαιώνεται τόσο από το περιεχόμενό της όσο και από το ότι έτσι την εξέλαβε και η ίδια η Εναγόμενη 1, παραθέτοντας τις θέσεις της σε σχέση με αυτή στην Υπεράσπισή της. Θα πρέπει να επισημανθεί βέβαια πως μετά το εισαγωγικό μέρος οι πρώτες επτά λεπτομέρειες σε κάθε σχετική παράγραφο είναι σχεδόν ταυτόσημες. Πρόκειται για τους ισχυρισμούς ότι η Εναγόμενη: α. Δεν εξασφάλισε τα κατάλληλα χρηματοοικονομικά μέσα στον ίδιο βάσει συγκεκριμένης Οδηγίας της Κεντρικής για Επαγγελματική Συμπεριφορά. β. Παρείχε επενδυτικές συμβουλές η ίδια αντί να τον παραπέμψει σε ανεξάρτητο επενδυτικό σύμβουλο. γ. Αγνόησε κατά πόσον η αγορά αξιογράφων ήταν κατάλληλη για τον ίδιο και ή δεν προέβη σε εξέταση καταλληλότητας. δ. Δεν παρείχε κατάλληλη και επαρκή πληροφόρηση. ε. Δεν τον καθοδήγησε κατάλληλα και ή δεν τον προειδοποίησε σχετικά με τους κινδύνους. στ. Ανέθεσε την παροχή επενδυτικών συμβουλών σε άτομα τα οποία δεν κατείχαν τα προσόντα. ζ. Παρείχε παραπλανητική πληροφόρηση, δεν έδωσε έμφαση στους κινδύνους και ή απέκρυπτε, υποβάθμιζε ή συγκάλυπτε σημαντικά στοιχεία, δηλώσεις και ή προειδοποιήσεις και έδινε έμφαση μόνο στα πιθανά οφέλη της εξασφάλισης αξιογράφων, παρουσιάζοντάς τα ως καταθετικό προϊόν για να τον δελεάσουν και να τα αγοράσει με συνοπτικές διαδικασίες. Στο τέλος των πιο πάνω παραγράφων 22 και 26Α της έκθεσης απαίτησης προστίθενται μόνο, αφενός στις λεπτομέρειες αμέλειας οι ισχυρισμοί ότι η Εναγόμενη ενήργησε με πλήρη αδιαφορία για τα συμφέροντα του Ενάγοντος, ότι τον παρότρυναν να υπογράψει χωρίς να διαβάσει και ότι ενήργησαν χωρίς τη δέουσα φροντίδα και προσοχή και αφετέρου στις λεπτομέρειες παράβασης καθηκόντων ότι επέμειναν για την πώληση λόγω προμήθειας, ότι δεν ενήργησαν δίκαια, με εντιμότητα ή επαγγελματισμό και δεν εφήρμοσαν τις κατάλληλες πολιτικές και ή διαδικασίες. Αρμόζει σε αυτό το σημείο να τονιστεί ξανά πως το αγώγιμο δικαίωμα της παράβασης νομίμου καθήκοντος είναι ξεχωριστό και ιδιότυπο καθώς και ότι μια τέτοια αξίωση δύναται να επιτύχει ή απορριφθεί ασχέτως και ανεξάρτητα από την τύχη της αξίωσης για αμέλεια ("...may stand or fall independently of negligence"), όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση London Passenger Transport v. Upson
(1949)A.C. 155. Έπεται λοιπόν πως τα ίδια γεγονότα δυνατόν να στοιχειοθετούν είτε και τις δύο νομικές βάσεις είτε μόνο τη μια είτε καμιά. Ε. Παράβαση Νομίμων Καθηκόντων Θεωρώ πως εξυπηρετεί καλύτερα η εξέταση πρώτα της τυχόν παράβασης νόμιμων καθηκόντων. Προέχει βέβαια και προϋποτίθεται η ύπαρξη τέτοιων θεσμοθετημένων καθηκόντων, ιδιαίτερα εν όψει της προβληθείσας θέσης από την υπεράσπιση ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής ο Ν.144
(1)/07 και η σχετική Οδηγία της Κεντρικής καθότι, όπως αναφέρεται, ουδεμία παροχή ή άσκηση επενδυτικών υπηρεσιών έλαβε χώρα. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής, ευρίσκετο σε ισχύ ο περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Ν.144
(1)/07 (εφεξής "ο Νόμος"). Όπως αναφέρεται και στο προοίμιό του, ο Νόμος αυτός είχε ψηφιστεί για σκοπούς εναρμόνισης με διάφορες πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης μεταξύ των οποίων η Οδηγία 2004/39/ΕΚ για τις Αγορές Χρηματοπιστωτικών Μέσων και ο Κανονισμός (ΕΚ) αρ.1287/2006 για την Εφαρμογή της εν λόγω Οδηγίας. Η εισήγηση της Εναγόμενης είναι ότι η εν λόγω Οδηγία (γνωστή ως MiFId I), εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις που επιχείρηση επενδύσεων (ΚΕΠΕΥ ή ΕΠΕΥ) ή πιστωτικό ίδρυμα το οποίο είναι αδειοδοτημένο να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες, παρέχει τέτοιες υπηρεσίες σε επαγγελματική βάση και δη σε πελάτη του, ενώ εδώ ο επενδυτής αγόρασε από τον ίδιο τον εκδότη. Είναι γεγονός πως ο Νόμος περιέλαβε πρόνοιες για το δικαίωμα παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων, τη λειτουργία των Κυπριακών Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (εφεξής" ΚΕΠΕΥ "), τα Ταμεία Αποζημίωσης Επενδυτών (εφεξής "ΤΑΕ"), τις προϋποθέσεις παροχής επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών ή και άσκησης επενδυτικών δραστηριοτήτων από τράπεζες, καθώς και για την αστική ευθύνη οποιουδήποτε ενεργούσε κατά παράβασή του ή και των βάσει αυτού εκδοθεισών Οδηγιών ή και του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 1287/2006. Βασικός σκοπός του Νόμου ήταν η ρύθμιση της παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (άρθρο 3). Δικαίωμα παροχής τέτοιων υπηρεσιών είχαν εκτός από τις ΚΕΠΕΥ ή τις ΕΠΕΥ και οι τράπεζες κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 118 (άρθρο 4). Βάσει του άρθρου 118, οι τράπεζες οι οποίες έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από την Κεντρική Τράπεζα, δύνανται να παρέχουν επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες ή και να ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες. Ας σημειωθεί πως σύμφωνα με τη Σκέψη αρ.
(18)και το άρθρο 31 της Οδηγίας, διευκρινίστηκε επίσης ότι πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας δεν έχρηζε άλλης άδειας στα πλαίσια της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ για να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες ή για να ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες. Σε τέτοιες τράπεζες εφαρμόζονται κατ' αναλογίαν αφενός πλείστες όσες πρόνοιες του Νόμου από όσες ισχύουν για τις ΚΕΠΕΥ (άρθρο 120) με υποκατάσταση όμως της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς από την Κεντρική (σε θέματα κυρώσεων ή εποπτείας) και αφετέρου οι διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 1287/06. Όπως έχει λεχθεί πιο πριν, ο Νόμος προέβλεψε και για την αστική ευθύνη των παραβατών οποιωνδήποτε διατάξεών του και συγκεκριμένα, στο άρθρο 143 ως ακολούθως: "143.‑
(1)Οποιοσδήποτε ενεργεί κατά παράβαση του παρόντος Νόμου ή και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή και του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 1287/2006, υποχρεούται να αποζημιώνει οποιονδήποτε υποστεί ζημιά ή απώλεια κέρδους ή και τα δύο, που τυχόν έχουν προκύψει λόγω ενέργειας ή παράλειψής του κατά παράβαση των υποχρεώσεών του που απορρέουν από τον παρόντα Νόμο ή και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή και του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 1287/2006". (έμφαση δοθείσα) Σαφέστατα πρόκειται για δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος από τον ίδιο τον Νόμο. Μια από τις Οδηγίες στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 143 και στην οποία βασίζεται ειδικότερα η αξίωση του Ενάγοντος, είναι η Οδηγία για την Επαγγελματική Συμπεριφορά των Τραπεζών κατά την Παροχή Επενδυτικών ή Παρεπόμενων Υπηρεσιών και την Άσκηση Επενδυτικών Δραστηριοτήτων, ΚΔΠ 558/07 της Κεντρικής Τράπεζας. Είναι λοιπόν προφανές πως για να επιτύχει η αξίωση του Ενάγοντος στη νομική αυτή βάση, θα πρέπει να έχει αποδειχθεί σωρευτικά ότι:
  1. Υπήρξε παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και άρα τυγχάνει εφαρμογής η Οδηγία MiFID, ο Νόμος και η Οδηγία της Κεντρικής.
  2. Υπήρξε παράβαση του Νόμου ή των Οδηγιών ή του Κανονισμού από την Εναγόμενη.
  3. Υπήρξε ζημιά ή απώλεια κέρδους από την εν λόγω παράβαση. E.
  4. Επενδυτικές Υπηρεσίες-Εφαρμογή της νομοθεσίας MiFID I Ο ίδιος ο Νόμος ορίζει πως "επενδυτικές υπηρεσίες" και "δραστηριότητες" είναι οποιαδήποτε από αυτές που καθορίζονται στο Τρίτο Παράρτημά του, η οποία αφορά οποιοδήποτε από τα χρηματοοικονομικά μέσα τα οποία απαριθμούνται επίσης στο ίδιο Παράρτημα (βλ. Άρθρο 2). Στο Μέρος I του εν λόγω Παραρτήματος προνοείται πως (α) η λήψη και διαβίβαση εντολών σχετικών με χρηματοοικονομικά μέσα, (β) η εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών και (γ) η παροχή επενδυτικών συμβουλών, περιλαμβάνονται στις επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες. Στο Μέρος III του ιδίου Παραρτήματος προβλέπεται ότι οι μεταβιβάσιμες κινητές αξίες και τα μέσα χρηματαγοράς περιλαμβάνονται στα χρηματοοικονομικά μέσα. Κατά συνέπειαν, για το ειδικότερο εξεταζόμενο θέμα τα ερωτήματα τα οποία απασχολούν είναι (α) κατά πόσον τα αξιόγραφα είναι χρηματοοικονομικά μέσα και (β) κατά πόσον η Εναγόμενη παρείχε σε σχέση με αυτά επενδυτικές υπηρεσίες, δηλαδή κατά πόσον έλαβε ή διαβίβασε ή εκτέλεσε εντολή ή παρείχε επενδυτική συμβουλή. Εάν η απάντηση στα δύο αυτά ερωτήματα είναι καταφατική, τότε τυγχάνει εφαρμογής η σχετική νομοθεσία και τίθεται το ερώτημα κατά πόσον υπήρξε συμμόρφωση με τις πρόνοιές της ή παράβαση στη βάση του άρθρου 143 του Νόμου. Τόσο για τις "κινητές αξίες" όσο και για τα "μέσα χρηματαγοράς", ο Νόμος περιέχει ορισμούς στο ερμηνευτικό άρθρο
  5. Βασικό χαρακτηριστικό και των δύο είναι ότι τυγχάνουν διαπραγμάτευσης οι μεν πρώτες στην Κεφαλαιαγορά, τα δε δεύτερα στη Χρηματαγορά. Τα τελευταία είναι κυρίως τα έντοκα γραμμάτια δημοσίου και άλλοι τίτλοι σχετιζόμενοι με το χρήμα και ασφαλώς τα αξιόγραφα δεν συμπεριλαμβάνονται σ' αυτά. Οι "κινητές αξίες" όμως είναι κυρίως οι μετοχές και άλλοι τίτλοι εταιρειών, τα ομόλογα ή άλλες μορφές τυποποιημένου χρέους, καθώς και οποιαδήποτε άλλη αξία η οποία παρέχει δικαίωμα αγοράς ή πώλησης παρόμοιων μεταβιβάσιμων αξιών (άρθρο 2). Σύμφωνα με το Μνημόνιο Τεκμήριο 28, ο πλήρης τίτλος των επίδικων αξιών ήταν "αξιόγραφα κεφαλαίου αόριστης διάρκειας" (Hybrid Tier 1) και κατατάσσονται στο Πρωτοβάθμιο Υβριδικό Κεφάλαιο της τράπεζας. Δεδηλωμένη πρόθεση της τράπεζας ήταν να γίνουν ενέργειες για την εισαγωγή των αξιογράφων στο Χ.Α.Κ. και να ετύγχαναν διαπραγμάτευσης εκεί. Υπήρχε όμως και όρος ότι εάν για οποιονδήποτε λόγο δεν καθίστατο δυνατή η εισαγωγή στο Χ.Α.Κ., τότε αυτά και πάλι θα μπορούσαν να μεταβιβάζονται βάσει διαδικασίας την οποία θα καθόριζε το Δ.Σ. της τράπεζας βάσει του Κεφ.
  6. Με δεδομένα λοιπόν τα χαρακτηριστικά αυτά, δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία πως τα επίδικα αξιόγραφα παρείχαν δικαίωμα αγοραπωλησίας, ήτοι αποτελούσαν μεταβιβάσιμες κινητές αξίες καλυπτόμενες από τον Νόμο και ως τέτοιες σαφώς ήταν χρηματοοικονομικά μέσα. Έχει ήδη αναφερθεί πιο πριν πως ως τέτοια τα θεωρούσε και η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου (Τεκμήριο 23). Ας σημειωθεί πως αυτό δέχεται τόσον ο συνήγορος της Εναγόμενης στην αγόρευσή του όσον και ο Μ.Υ.2, παρά τις προσεκτικές διατυπώσεις του, στη γραπτή δήλωσή του όταν τα αποκαλεί "χρηματοοικονομικά προϊόντα". Επιστρέφοντας λοιπόν στο ζήτημα των επενδυτικών υπηρεσιών, θεωρώ πως δεν απαιτείται ιδιαίτερη ανάλυση των όρων "λήψη" και "διαβίβαση" εντολής για λογαριασμό πελάτη. Οι όροι αυτοί ασφαλώς έχουν τη συνήθη εννοιολογική σημασία των λέξεων. Τον όρο "εκτέλεση" τον ερμηνεύει ο ίδιος ο Νόμος ο οποίος ορίζει ότι "εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών" σημαίνει τη διαμεσολάβηση στη σύναψη συμφωνιών αγοράς, πώλησης ενός ή περισσοτέρων χρηματοοικονομικών μέσων για λογαριασμό πελατών (άρθρο 2). Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στην παρούσα περίπτωση δεν υπήρξε εντολή υπό την αυστηρή έννοια του όρου. Το Τεκμήριο 1 δεν είναι κάτι περισσότερο από αυτό το οποίο καταγράφεται στο ίδιο. Ουσιαστικά, μετά την "προσφορά" της τράπεζας αυτό συνιστά την ανέκκλητη και δεσμευτική αίτηση του Ενάγοντος προς τον εκδότη για αγορά 1700 αξιογράφων αξίας €1.700.
  7. Σχετικά με τον όρο "επενδυτική συμβουλή" όμως, κρίνεται ορθότερη η αυτούσια παράθεση του σχετικού ορισμού ο οποίος έχει ως εξής (άρθρο 2): "Επενδυτική συμβουλή» σημαίνει την παροχή προσωπικών συστάσεων σε πελάτη, είτε κατόπιν αίτησής του είτε με πρωτοβουλία της ΕΠΕΥ, σχετικά με μία ή περισσότερες συναλλαγές που αφορούν χρηματοοικονομικά μέσα∙ για τους σκοπούς του παρόντος ορισμού, προσωπική σύσταση σημαίνει σύσταση που - (α) Δίνεται σε ένα πρόσωπο υπό την ιδιότητα του ως υφιστάμενου ή πιθανού πελάτη, ή υπό την ιδιότητα του ως αντιπροσώπου υφιστάμενου ή πιθανού πελάτη, (β) παρουσιάζεται ως κατάλληλη για τον πελάτη ή βασίζεται στις ιδιαιτερότητες του πελάτη και συμβουλεύει τον πελάτη για τη διενέργεια ενός από τα ακόλουθα σύνολα ενεργειών: (i) αγορά, πώληση, εγγραφή, ανταλλαγή, εξαγορά, διακράτηση ή αναδοχή συγκεκριμένου χρηματοοικονομικού μέσου, (ii) άσκηση ή μη άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος που παρέχει συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό μέσο για την αγορά, πώληση, εγγραφή, ανταλλαγή, ή εξαγορά χρηματοοικονομικού μέσου, αλλά δεν περιλαμβάνει σύσταση που εκδίδεται αποκλειστικά μέσω καναλιού επικοινωνίας ή απευθύνεται στο κοινό". (έμφαση δοθείσα) Στην παρούσα περίπτωση, εννοείται πως ως ΕΠΕΥ λογίζεται η ίδια η τράπεζα και ότι δεν υπήρξε αίτηση του πελάτη για συμβουλή. Ακόμα όμως κα αν τη ζητούσε και πάλι δεν θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι ήταν κατόπιν αίτησής του αφού πρόκειται για εξατομικευμένη προσέγγιση σε σχέση με συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό μέσο. Στην αιτιολογική σκέψη αρ.
(30)της Οδηγίας MiFID αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής: "
(30).Μια υπηρεσία θα πρέπει να θεωρείται ότι παρέχεται με πρωτοβουλία του πελάτη, εκτός εάν ο πελάτης τη ζητήσει κατόπιν εξατομικευμένης ανακοίνωσης της επιχείρησης ή εκ μέρους της επιχείρησης προς τον συγκεκριμένο πελάτη, η οποία καλεί, ή σκοπεί να επηρεάσει, τον πελάτη ως προς συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό μέσο ή συγκεκριμένη συναλλαγή". (έμφαση δοθείσα) Στην παρούσα περίπτωση σαφέστατα επρόκειτο για προσφορά και πρωτοβουλία της Εναγόμενης, εκπρόσωποι της οποίας τού είχαν τηλεφωνήσει για να τους επισκεφθεί. Δεν υπάρχει επίσης αμφιβολία πως όσα είχαν λεχθεί ήταν προσωπικά στον ίδιο υπό την ιδιότητά του ως πιθανού πελάτη και αφορούσαν χρηματοοικονομικά μέσα. Τα λεχθέντα παρουσιάζοντο κατάλληλα για τον Ενάγοντα σε σχέση με την αγορά και εγγραφή επ' ονόματί του αξιογράφων (ως αναφέρεται ρητώς στο Τεκμήριο 1). Ούτε υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία περί του ότι τα λεχθέντα αφορούσαν επενδυτικά θέματα από πλευράς τράπεζας, υπό την έννοια ότι και η ίδια έτσι αντιμετώπιζε τα αξιόγραφα, αν κρίνει κάποιος από το ίδιο το Μνημόνιο, το οποίο βρίθει αναφορών στον όρο "επένδυση". Το μόνο ερώτημα λοιπόν είναι κατά πόσον υπήρξαν συστάσεις και συμβουλή για την αγορά και εγγραφή των επίδικων αξιογράφων επ' ονόματί του. Είναι αυτονόητο πως οι ίδιες οι έννοιες "σύσταση" και "συμβουλή" περιλαμβάνουν κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση πληροφοριών ή γεγονότων ή στοιχείων ή γενικά ενημέρωσης προς τον πελάτη. Οι έννοιες αυτές απαιτούν την έκφραση γνώμης, τον σχολιασμό και γενικά την αξιολογική κρίση του εμπλεκόμενου ομιλητή, η οποία να ωθεί ή να παροτρύνει ή να πείθει τον πελάτη να συγκατανεύσει και προβεί στην επένδυση. Στην Έκθεση Ειδικού Ελέγχου, Τεκμήριο 23, η Κεντρική Τράπεζα επικαλείται περί του θέματος τη Δήλωση Πολιτικής της υφιστάμενης κατά τον ουσιώδη χρόνο Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών Κεφαλαιαγοράς (CESR νυν ESMA) και συνοψίζει τα πιο πάνω ως εξής στη σελ. 7: "Σε γενικές γραμμές, απλά η παροχή πληροφοριών σε επενδυτή ή δυνητικό επενδυτή χωρίς να γίνεται οποιοδήποτε σχόλιο ή αξιολόγηση σχετικά με την απόφαση που μπορεί να πάρει ο επενδυτής, δεν είναι συμβουλή. Σε μια τέτοια περίπτωση, η πληροφόρηση θα πρέπει να περιορίζεται στην απλή δήλωση των γεγονότων ή των στοιχείων. Σε γενικές γραμμές, η παροχή αντικειμενικής πληροφόρησης, χωρίς να γίνεται οποιοδήποτε σχόλιο ή αξιολογική κρίση για την απόφαση που ένας επενδυτής καλείται να πάρει, δεν αποτελεί σύσταση. Ωστόσο, οι πληροφορίες μπορούν να θεωρηθούν συμβουλές, εάν οι περιστάσεις υπό τις οποίες παρέχονται θεωρούνται τέτοιες. Για παράδειγμα, ένα άτομο μπορεί να παράσχει πληροφορίες σε μεροληπτική και όχι σε ισορροπημένη βάση (π.χ. με ιδιαίτερη έμφαση στα πλεονεκτήματα ενός προϊόντος), οι οποίες δύνανται να επηρεάσουν την απόφαση του παραλήπτη. Αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως έμμεση σύσταση. Παρόλο που η τράπεζα ενδεχομένως να μην προτίθεται να προβεί σε συστάσεις προς τους πελάτες της, μπορεί να θεωρηθεί ότι το κάνει εάν οι πληροφορίες που παρέχει είναι υποκειμενικές, έτσι ώστε να οδηγήσουν τους πελάτες προς την επένδυση σε ένα συγκεκριμένο προϊόν σε σχέση με τα άλλα". (έμφαση δοθείσα) Τα πιο πάνω βέβαια δεν αποτελούν κάποιο δεσμευτικό νομικό κείμενο για το Δικαστήριο, πλην όμως συνοψίζουν, κατά τη γνώμη μου ορθά και περιεκτικά, το τι είναι η απλή πληροφόρηση και περαιτέρω, εξ αντιδιαστολής, το τι συνιστά σύσταση ή συμβουλή. Όσον αφορά την κρινόμενη περίπτωση, δεν έχω οποιαδήποτε αμφιβολία πως η κα Θεοδούλου, μέσα στο κλίμα πίεσης το οποίο και η ίδια βίωνε, προέβη σε σύσταση και συμβουλή στον Ενάγοντα, πείθοντάς τον ότι τα αξιόγραφα ήταν καλή επένδυση για τον ίδιο. Είναι εμφανές πως με το δέλεαρ του υψηλού τόκου (7%), εκθειάζοντας τα αξιόγραφα, λέγοντάς του ότι ήταν τυχερός, ότι αυτά του συμφέρουν, ότι ήταν πολύ καλή δουλειά, ότι ήταν μεγάλη ευκαιρία και κυρίως ότι αυτά ήταν το ίδιο με το καταθετικό γραμμάτιο, τον παρότρυνε, ώθησε και τελικά έπεισε να επενδύσει σε αυτά. Αναμφίβολα, η βασικότερη όμως σύσταση και συμβουλή της κας Θεοδούλου ήταν η θέση την οποία του διεβίβασε ότι τα αξιόγραφα ήταν ακριβώς το ίδιο με το καταθετικό γραμμάτιο (το οποίο ο Ενάγων είχε προηγουμένως) και ότι τα χρήματά του αυτά, επενδυόμενα στα αξιόγραφα ήταν σίγουρα, δημιουργώντας του έτσι την πεποίθηση ότι δεν υπήρχε κάποιος κίνδυνος. Βασικά, αυτό το οποίο αποκόμισε ο Ενάγων ήταν ότι θα άφηνε τα χρήματά του για πέντε χρόνια στην τράπεζα και θα εισέπραττε ανά τρίμηνο τους συσσωρευμένους τόκους ύψους 7%. Η κα Θεοδούλου δεν παρέδωσε το Μνημόνιο στον Ενάγοντα, ούτε περιορίστηκε στο να του αναφέρει απλά κάποιες πληροφορίες, δηλαδή χωρίς σχόλια ή χωρίς δικές της αξιολογικές κρίσεις και εισηγήσεις. Έπραξε ακριβώς το αντίθετο από αυτό το οποίο όφειλε. Συνέστησε την αγορά αξιογράφων και συμβούλευσε τον Ενάγοντα ότι ήταν μια καλή και ορθή επενδυτική επιλογή για τον ίδιο. Έτσι αποκτούν νόημα τα όσα εν τέλει ομολόγησε ο Μ.Υ. 2. Ότι δηλαδή ο Ενάγων εμφανίστηκε με συμπληρωμένη την αίτηση μπροστά του και έτοιμος να την υποβάλει. Πολύ λίγα απέμεναν για τον ίδιο τον Μ.Υ.2 και πράγματι πολύ λίγα χρειάστηκε να πράξει. Επανέλαβε ορισμένα χαρακτηριστικά των αξιογράφων και φρόντισε να υπογραφεί η αίτηση διότι απλά έπρεπε να υπογραφεί μπροστά του, κατά τον τρόπο που έχει εξηγηθεί προηγουμένως στην αξιολόγηση. Προχωρώντας προς το κατά πόσον ετύγχανε εφαρμογής η σχετική νομοθεσία, σημειώνεται πως αυτή δεν ήταν η πρώτη έκδοση αξιογράφων από την Εναγόμενη. Ήταν η τρίτη κατά σειράν από το 2008 και αφορούσε 250.000.000 αξιόγραφα προς €1000 έκαστο. Όπως αναφέρεται στην Περίληψη Όρων Έκδοσης, Τεκμήριο 26, η έκδοση απευθύνετο σε περιορισμένο κύκλο προσώπων, σε επαγγελματίες επενδυτές και σε επενδυτές που πιθανόν να ενδιαφέροντο να καταβάλουν όμως τουλάχιστον € 50.000 για κάθε επιμέρους προσφορά. Είναι υπ' αυτή την έννοια που η έκδοση εξαιρείτο από την υποχρέωση δημοσίευσης Ενημερωτικού Δελτίου (άρθρο 4
(3)(γ) και (δ) του Ν.114
(1)/05). Μάλιστα, ως αναφέρεται στο Τεκμήριο 27 (σελ. 8), ακριβώς για αυτόν τον λόγο το ελάχιστο ποσό της αίτησης είχε τεθεί στα €50.
  1. Για να εξασφαλιστεί δηλαδή η εξαίρεση από την υποχρέωση κατάρτισης Ενημερωτικού Δελτίου, του οποίου η διαδικασία απαιτούσε αρκετό χρόνο, ως επίσης καταγράφεται. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 27 (σελ. 8), οι επενδυτές θα ενημερώνοντο πλήρως μέσω ονομαστικού και αριθμημένου πολυσέλιδου πληροφοριακού Μνημονίου. Ο σχετικός αριθμημένος κατάλογος προσώπων τα οποία είχαν επιλεγεί για να τους εγίνετο προσφορά αριθμεί 1423 δυνητικούς επενδυτές. Η Εναγόμενη, έχοντας υπόψιν της τη σχετική νομοθεσία, τόνιζε στο Τεκμήριο 27 ότι για λόγους συμμόρφωσης με τη σχετική νομοθεσία, για την υποβολή κάθε αίτησης εγγραφής απαιτείται η διαμεσολάβηση εξουσιοδοτημένου προσώπου και ότι ως εκ τούτου θα έπρεπε να διασφαλίζεται πως εξουσιοδοτημένος συνάδελφος θα συμμετείχε στη διαδικασία πώλησης. Αυτός ο εξουσιοδοτημένος λειτουργός, για την επίδικη περίπτωση, ήταν ο Μ.Υ.2, ο οποίος και ήταν πιστοποιημένο πρόσωπο και εγγεγραμμένος στο υφιστάμενο τότε Δημόσιο Μητρώο βάσει της Κ.Δ.Π.217/
  2. Η συγκεκριμένη πράξη ήταν υπουργική γνωστοποίηση βάσει του άρθρου 56 του Ν.144
(1)/07 και, ως επεξηγείτο, εφαρμοζόταν στα πρόσωπα τα οποία επιθυμούσαν να πιστοποιηθούν για να δύνανται, όταν απασχολούνται σε ΕΠΕΥ ή πιστωτικό ίδρυμα, να παρέχουν τις επενδυτικές υπηρεσίες ή και να ασκούν τις επενδυτικές δραστηριότητες. Ασφαλώς η Εναγόμενη αναφερόμενη σε νομοθεσία είχε υπόψιν της και την Οδηγία MiFID I και την πιο πάνω ημεδαπή νομοθεσία. Είναι γεγονός πως η MiFID I στη Σκέψη
(7)ανέφερε ότι σκοπούσε να καλύψει τις επιχειρήσεις των οποίων η συνήθης επιχειρηματική απασχόληση είναι η παροχή‑άσκηση επενδυτικών υπηρεσιών σε επαγγελματική βάση, καθώς και ότι το "πεδίο εφαρμογής της δεν θα πρέπει να καλύπτει συνεπώς πρόσωπα με άλλη επαγγελματική δραστηριότητα", πλην όμως ακόμα και αυτό ήταν υπό όρους, αφού όπως προσέθεσε στη Σκέψη
(12): "Τα πρόσωπα που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες μόνο περιστασιακά κατά την άσκηση της επαγγελματικής τους δραστηριότητας θα πρέπει επίσης να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, υπό τον όρο ότι η δραστηριότητα αυτή υπόκειται σε ρυθμίσεις και ότι οι σχετικοί κανόνες δεν απαγορεύουν την παροχή, σε περιστασιακή βάση, επενδυτικών υπηρεσιών". (έμφαση δοθείσα) Το ουσιώδες όμως είναι ότι καθορίζοντας το πεδίο εφαρμογής της η οδηγία MiFID I, υπήρξε αρκούντως σαφής ως ακολούθως στο άρθρο 1: "
  1. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις επενδύσεων και στις ρυθμιζόμενες αγορές.
  2. Οι ακόλουθες διατάξεις εφαρμόζονται επίσης σε πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας βάσει της Οδηγίας 2000/12/ΕΚ, όταν τα εν λόγω ιδρύματα παρέχουν/ασκούν μια ή πλείονες επενδυτικές υπηρεσίες/δραστηριότητες". Είναι σαφές κατά τη γνώμη μου ότι η MiFID I ενέταξε τις τράπεζες στο πεδίο εφαρμογής της (για τα συγκεκριμένα άρθρα), θέτοντας ως μόνη προϋπόθεση την άσκηση μιας ή πλειόνων επενδυτικών υπηρεσιών. Έχω την άποψη πως δεν ήταν σκοπός από τη μια πλευρά να έχουν ενταχθεί οι τράπεζες στο πεδίο εφαρμογής με το άρθρο 1 και από την άλλη, πιο κάτω, με τις εξαιρέσεις του άρθρου 2, να εξαιρεθούν. Αυτό, με δεδομένο ότι εκ των πραγμάτων και εκ φύσεως οι τράπεζες ασκούν άλλη επαγγελματική δραστηριότητα. Συνεπώς, κρίθηκαν εξαρχής ως ιδιαίτερη περίπτωση και συνειδητά είχαν ενταχθεί ρητώς στο πεδίο εφαρμογής της MiFID I, μόνο και "όταν" ασκούν επενδυτική υπηρεσία. Η εξαίρεση του άρθρου 2.1.(ι) της MiFID Ι επιβεβαιώνει την πιο πάνω διαπίστωση. Έχει ως εξής: "
  3. Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται: ............................................................................................................ (ι) στα πρόσωπα που παρέχουν επενδυτικές συμβουλές κατά την άσκηση άλλης επαγγελματικής δραστηριότητας μη εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν αμείβονται ειδικά για την παροχή των συμβούλων αυτών". Παρατηρείται λοιπόν πως με την πρόνοια αυτή εξαιρούνται πρόσωπα που παρέχουν μεν επενδυτικές συμβουλές κατά την άσκηση άλλης δραστηριότητας, αλλά "μη εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας" (".not covered by this Directive"). Οι τράπεζες όμως με το άρθρο 1 είχαν ενταχθεί ρητώς και συνεπώς ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής της. Άρα η εξαίρεση δεν αφορούσε αυτές αλλά άλλα πρόσωπα με άλλη δραστηριότητα. Δεν παραγνωρίζω πως το άρθρο 3 του ημεδαπού Ν.144
(1)/07 δεν ακολούθησε την ίδια δομή με το αντίστοιχο άρθρο 1 της MiFID Ι αφού αναφέρθηκε σε "επαγγελματική βάση" όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής του, όπως επανέλαβε και το άρθρο 4 καθορίζοντας ποιοι έχουν δικαίωμα να παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες. Πλην όμως, δεν θεωρώ ότι με το λεκτικό αυτό ήταν πρόθεση του ημεδαπού νομοθέτη να εξαιρέσει τις τράπεζες καταστρατηγώντας την Οδηγία, η οποία τις συμπεριέλαβε στο πεδίο εφαρμογής της χωρίς μάλιστα όρους και προϋποθέσεις. Η αντίθετη ερμηνεία θα εσήμαινε μάλλον ότι οι τράπεζες καλύπτοντο από την οδηγία MiFID Ι μόνον όταν "αμείβονται ειδικά" για την παροχή συμβουλών και περαιτέρω, εξ αντιδιαστολής, θα εσήμαινε ότι μπορούσαν να παρέχουν ή ασκούν επενδυτικές υπηρεσίες χωρίς οποιαδήποτε ευθύνη, αρκεί μόνο να μην αμείβοντο ειδικά προς τούτο. Η παραπομπή από τον κ. Γιορδαμλή στη Σκέψη
(45)της επόμενης Οδηγίας MiFID ΙΙ, δεν διαφοροποιεί τη διαπίστωση διότι η αναφερόμενη εκεί "διεύρυνση" αφορούσε την επέκταση του ορισμού "εκτέλεση εντολών" ούτως ώστε να καλύπτει και χρηματοπιστωτικά μέσα που εκδίδονται από τράπεζες "χωρίς την παροχή συμβουλών", ενώ εδώ το ερώτημα είναι κατά πόσον δεσμεύοντο από τη MiFiD Ι όταν παρέχουν συμβουλές. Θεωρώ λοιπόν ότι εφαρμοζόταν η MiFID I, ότι ορθώς είχε αντιληφθεί τις πρόνοιές της Οδηγίας η Εναγόμενη και ότι ορθώς είχε αναφερθεί σε διαμεσολάβηση πιστοποιημένου λειτουργού της με βάση το υφιστάμενο τότε Δημόσιο Μητρώο. Μόνο που, όπως έχει αποδειχθεί, η παραίνεση αυτή παρέμεινε γράμμα κενό ή μόνο στα χαρτιά. Στην πράξη τα πράγματα λειτουργούσαν εντελώς διαφορετικά. Άλλωστε, στο ίδιο το Τεκμήριο 27 (σελ. 9) ακόμα και η ίδια αναφερόταν στους προσωπικούς τραπεζίτες ("personal bankers") ως τα εξουσιοδοτημένα πρόσωπα τα οποία θα στήριζαν τη πτυχή αυτή της διαδικασίας πώλησης, ενώ έχει διαφανεί πως και οι σχετικοί κατάλογοι με τους μεγαλοκαταθέτες δυνητικούς αγοραστές έφταναν στα καταστήματα, τα οποία δεν είχαν μια πρώτη τυπική ή επουσιώδη επαφή, αλλά ουσιωδέστατο ρόλο αν όχι τον πρωτεύοντα και καθοριστικότατο ρόλο στο να πειστεί ο πελάτης να επενδύσει στα αξιόγραφα. Ε.2. Παράβαση Νομίμων Καθηκόντων Ως προς το τελικό συμπέρασμα, δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία πως η εν λόγω συμπεριφορά και δράση αλλά κυρίως οι παραλείψεις έχουν παραβιάσει συγκεκριμένες διατάξεις τις MiFID Ι, του Ν.144
(1)/07 και κατά συνέπειαν της ίδιας της Κ.Δ.Π. 558/07, την οποία εξειδικευμένα έχει επικαλεστεί ο Ενάγων. Ο ίδιος ο τίτλος της οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας, ο οποίος αναφέρεται σε επιβαλλόμενη "Επαγγελματική Συμπεριφορά των Τραπεζών κατά την Παροχή Επενδυτικών Υπηρεσιών" επιβεβαιώνει τα προηγηθέντα. Ειδικότερα, διαπιστώνεται ότι υπήρξαν παραβάσεις των άρθρων 6, 10 και 14 ως λεπτομερέστερα εξηγείται κατωτέρω. 1. Προϋποθέσεις Ακριβείας, Σαφήνειας και Μη Παραπλάνησης‑(άρθρο 6) Το άρθρο 6 της Κ.Δ.Π. 558/07 προνοεί τα ακόλουθα στα εδ.
(1)και
(2): "
(1)Η τράπεζα διασφαλίζει ότι όλες οι πληροφορίες, περιλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, τις οποίες απευθύνει σε ή διαδίδει με τρόπο που καθιστά πιθανή τη λήψη τους από υφιστάμενους ή πιθανούς ιδιώτες πελάτες, πληρούν τους όρους των υποπαραγράφων
(2)έως
(8). 2. Η πληροφόρηση που αναφέρεται στην υποπαράγραφο
(1): (α) περιλαμβάνει την επωνυμία της τράπεζας (β) είναι ακριβής και ιδίως δεν δίνει έμφαση σε πιθανά οφέλη από μια επενδυτική υπηρεσία ή ένα χρηματοοικονομικό μέσο χωρίς να παρέχει παράλληλα μια δίκαιη και εμφανή ένδειξη για κάθε σχετικό κίνδυνο (γ) είναι επαρκής και παρουσιάζεται με τρόπο ώστε να είναι πιθανόν η κατανόησή της από ένα μέσο μέλος της ομάδας του κοινού στο οποίο απευθύνεται ή από το οποίο είναι πιθανόν να ληφθεί (δ) δεν αποκρύπτει, υποβαθμίζει ή συγκαλύπτει σημαντικά στοιχεία, δηλώσεις ή προειδοποιήσεις". Υπενθυμίζεται ότι ιδιώτης είναι (εξ αντιδιαστολής προς τον επαγγελματία), ο πελάτης ο οποίος δεν διαθέτει την πείρα, τις γνώσεις και την εμπειρογνωμοσύνη ώστε να λαμβάνει τις δικές του επενδυτικές αποφάσεις και να εκτιμά δεόντως τον κίνδυνο που αναλαμβάνει (βλ. Άρθρο 2 και Δεύτερο Παράρτημα του Νόμου). Στη βάση της προηγηθείσας ανάλυσης, δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία πως η Εναγόμενη έχει παραβιάσει κάθε πρόνοια του άρθρου 6
(2)της πιο πάνω ημεδαπής Οδηγίας. Η Εναγόμενη μέσω των υπαλλήλων της έπραξε ακριβώς το αντίθετο από αυτό το οποίο επέβαλλε η Οδηγία. Στη γενικόλογη (και όχι ακριβή) ενημέρωση στην οποία προέβη η κα Θεοδούλου σαφώς είχε δώσει έμφαση στα οφέλη των αξιογράφων χωρίς να παράσχει μια δίκαιη και εμφανή ένδειξη για τους σχετικούς κινδύνους. Αφενός έδωσε έμφαση στους τόκους τους οποίους παρουσίαζε ότι θα έπαιρνε για πέντε έτη ο Ενάγων και αφετέρου του το παρουσίαζε ως ακριβώς το ίδιο με το γραμμάτιό του, δηλαδή ως καταθετικό. Ιδιαίτερα με την τελευταία αυτή θέση της απέκλειε εκ των πραγμάτων την όποια νύξη για τους υπαρκτούς σχετικούς κινδύνους, οι οποίοι μπορούσαν να προκύψουν από την αδυναμία της τράπεζας να εξαγοράσει στη λήξη τους κατά το 2014 τα αξιόγραφα ή και από την τελεσίδικη αφερεγγυότητά της. Η ανεπάρκεια της πληροφόρησης αυτής προκύπτει ακριβώς από το ότι περιελάμβανε μόνο ορισμένα χαρακτηριστικά των αξιογράφων χωρίς οποιαδήποτε αναφορά σε κινδύνους. Οι πραγματικοί κίνδυνοι είχαν καταγραφεί στο εσωτερικό σημείωμα Τεκμήριο 27 και θα έπρεπε να τους γνωρίζουν οι τραπεζικοί λειτουργοί. Η οποιαδήποτε πληρωμή τόκου εξαρτάτο από την αφερεγγυότητα της τράπεζας και αυτό με τη σειρά του από την κεφαλαιακή της επάρκεια. Τα αξιόγραφα ήταν μη εξασφαλισμένες και δευτερεύουσας προτεραιότητας υποχρεώσεις. Το πιο ουσιώδες, (ως αναφέρεται ρητώς στην παρ. 7 του εν λόγω εγγράφου), ήταν ότι υπήρχε το ενδεχόμενο απώλειας τόκου και κυρίως απώλειας κεφαλαίου, δηλαδή βασικά ολόκληρης της επένδυσης κάποιου. Η μη αναφορά σε αυτά τα μειονεκτήματα συνιστά τον ορισμό της απόκρυψης, υποβάθμισης ή συγκάλυψης σημαντικών στοιχείων, δηλώσεων ή προειδοποιήσεων που έπρεπε να δοθούν στον Ενάγοντα επακριβώς και σαφώς σε μια δίκαιη και έντιμη ενημέρωση, πράγμα που δεν έγινε. 2. Πληροφορίες σχετικά με τα Αξιόγραφα (άρθρο 10) Το άρθρο 10 της Κ.Δ.Π. 558/07 προνοεί στα εδ.
(1)και
(2)τα εξής: "10.
(1)Η τράπεζα παρέχει σε υφιστάμενους και πιθανούς πελάτες γενική περιγραφή της φύσης των κινδύνων των χρηματοοικονομικών μέσων, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη την κατηγοριοποίηση του πελάτη ως ιδιώτη ή επαγγελματία πελάτη. Η περιγραφή αυτή πρέπει να εξηγεί τη φύση του σχετικού είδους χρηματοοικονομικού μέσου και τους ειδικούς κινδύνους που αυτό ενέχει, με επαρκείς λεπτομέρειες ώστε ο πελάτης να μπορεί να λαμβάνει επενδυτικές αποφάσεις βασισμένες σε σωστή ενημέρωση.
(2)Η περιγραφή των κινδύνων περιλαμβάνει, ανάλογα με το είδος του σχετικού χρηματοοικονομικού μέσου και την κατηγορία και το επίπεδο της γνώσης του πελάτη, τα ακόλουθα στοιχεία: (α) τους κινδύνους που σχετίζονται με το συγκεκριμένο είδος του χρηματοοικονομικού μέσου, με επεξηγήσεις για τη σχετική μόχλευση (leverage) και τα αποτελέσματά της, καθώς και για τον κίνδυνο απώλειας του συνόλου της επένδυσης (β) τη μεταβλητότητα της τιμής του συγκεκριμένου χρηματοοικονομικού μέσου και τυχόν περιορισμούς στη διαθέσιμη αγορά για αυτό το μέσο (γ) το γεγονός ότι ο επενδυτής ενδέχεται να αναλάβει, ως αποτέλεσμα συναλλαγών στα μέσα αυτά, επιπρόσθετες χρηματοοικονομικές δεσμεύσεις και άλλες πρόσθετες υποχρεώσεις περιλαμβανομένων ενδεχόμενων οφειλών επιπρόσθετων από το κόστος απόκτησης των εν λόγω μέσων (δ) κάθε απαίτηση περιθωρίου ασφάλισης ή παρόμοια υποχρέωση που εφαρμόζεται στα εν λόγω μέσα". Από τη στιγμή που είχε επιλεγεί για να του γίνει προσφορά, ο Ενάγων ήταν πιθανός πελάτης στα αξιόγραφα. Ήταν ταυτόχρονα ιδιώτης πελάτης και όχι επαγγελματίας. Τα αξιόγραφα ήταν ένα πολύπλοκο είδος χρηματοοικονομικού μέσου. Σαφώς η Εναγόμενη είχε το καθήκον να παράσχει όχι μόνο γενική περιγραφή της φύσης του αλλά κυρίως των εγγενών κινδύνων λόγω των δύο πιο πάνω χαρακτηριστικών, δηλαδή αφενός λόγω της κατηγοριοποίησης του Ενάγοντος ως ιδιώτη και αφετέρου λόγω της φύσης των αξιογράφων, αφού ήταν προφανές ότι αυτός δεν είχε οποιαδήποτε σχετική με αυτά γνώση. Το σημαντικότερο όμως, και πάλι, ήταν πως είχε το καθήκον να περιλάβει στην περιγραφή της "τον κίνδυνο απώλειας του συνόλου της επένδυσής του". Τα προηγηθέντα καταδεικνύουν πως τίποτε σχετικό δεν του είχε αναφερθεί σχετικά με αυτό. Η παράλειψη αυτή συνιστά την πεμπτουσία των παραβάσεων νόμιμων καθηκόντων από την Εναγόμενη μέσω των λειτουργών της. 3. Αξιολόγηση Καταλληλότητας (άρθρο 14) Το άρθρο 14 της Κ.Δ.Π. 558/07 προνοεί πως η τράπεζα λαμβάνει από πιθανόν πελάτη τις πληροφορίες οι οποίες είναι απαραίτητες προκειμένου η ίδια να κατανοήσει τα βασικά δεδομένα του πελάτη και να σχηματίσει εύλογα την πεποίθηση ότι η επικείμενη συναλλαγή είναι σύμφωνη με τους επενδυτικούς στόχους του πελάτη, ότι είναι τέτοια που ο πελάτης δύναται οικονομικά να επωμιστεί το βάρος κάθε σχετικού επενδυτικού κινδύνου συμβατού με τους επενδυτικούς του στόχους και τέλος είναι τέτοια ώστε ο πελάτης με την αναγκαία πείρα και τις απαιτούμενες γνώσεις που διαθέτει, να μπορεί να κατανοήσει τους κινδύνους που συνεπάγεται η συναλλαγή. Στην παρούσα περίπτωση, δεν φαίνεται να είχε γίνει οποιαδήποτε αξιολόγηση καταλληλότητας σε σχέση με τους επενδυτικούς στόχους ή με το κατά πόσον μπορούσε ο Ενάγων να κατανοήσει τους κινδύνους ή να τους επωμιστεί. Βασικά εκ του ότι δεν είχαν επισημανθεί στον ίδιο οποιοιδήποτε κίνδυνοι, συνάγεται και το ότι ουδεμία εύλογη πεποίθηση είχε σχηματιστεί από την Εναγόμενη και τους λειτουργούς της περί συνδρομής των προβλεπόμενων κριτηρίων. Αναπόφευκτα βέβαια δεν είχαν ληφθεί πληροφορίες σε σχέση με τις προτιμήσεις του όσον αφορά την ανάληψη κινδύνου, το δικό του προφίλ κινδύνου και τους σκοπούς της επένδυσής του (άρθρο 14
(4). Ελλείψει όλων των πιο πάνω πληροφοριών, η τράπεζα είχε ρητή υποχρέωση με βάση το εδ.
(5)του ιδίου άρθρου να μην συστήσει τα συγκεκριμένα χρηματοοικονομικά μέσα (αξιόγραφα) στον Ενάγοντα, την οποία παρέβη. ΣΤ. Αμέλεια-Αμελείς Συμβουλές Όσον αφορά τη συνήθη αμέλεια, επαναλαμβάνεται αυτό το οποίο τονίστηκε στην υπόθεση Ξενοφώντος ν. Κ. Ν. Zoo Bar Restaurant Ltd κ.α. Πολ. Εφ. 447/11, ημερ. 15.12.16, ήτοι ότι είναι έννοια νομικά πασίγνωστη, δεν απαιτεί ιδιαίτερη ανάλυση, οριοθετείται από το άρθρο 51 του Κεφ. 148 και ότι: "Το καθήκον επιμέλειας, η διάρρηξη του καθήκοντος αυτού και η επέλευση ζημιάς ως αποτέλεσμα αποτελούν τα τρία κλασσικά συστατικά ή παράγοντες που ο ενάγων πρέπει να αποδείξει για να στοιχειοθετήσει ισχυριζόμενη αμέλεια εκ μέρους του εναγομένου". Ειδικά όμως εν σχέσει με αμελείς δηλώσεις, πληροφορίες ή συμβουλές, εξηγείται στο σύγγραμμα "Αστικά Αδικήματα", Π.Γ. Πολυβίου (ανωτέρω, σελ. 277) πως για πρώτη φορά με την υπόθεση Hedley Byrne & Co v. Heller & Partners
(1964)A.C. 465, αναγνωρίστηκε ότι είναι δυνατό να αποτελέσουν το αντικείμενο της αγωγής για αμέλεια, νοουμένου ότι συντρέχουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις. Μετά την ανάλυση όλης της σχετικής νομολογίας, οι προϋποθέσεις συνοψίζονται ως ακολούθως στο εν λόγω σύγγραμμα (σελ. 283): "Με άλλα λόγια, σε υποθέσεις όπου καταβάλλεται προσπάθεια εξασφάλισης αποζημιώσεων για οικονομική απώλεια που προκλήθηκε από κατ' ισχυρισμόν αμελείς πληροφορίες και συμβουλές, πρέπει να στοιχειοθετηθούν τα ακόλουθα: Πρώτον, ο Εναγόμενος έχει δώσει συμβουλές ή πληροφορίες σε κάποιο πρόσωπο με το οποίο δεν έχει συμβατική σχέση, γνωρίζοντας όμως ότι το άλλο πρόσωπο θα βασιστεί επ' αυτών. Δεύτερον, ο Ενάγων είτε αυτός είναι το πρόσωπο προς το οποίο κοινοποιούνται οι επίδικες συμβουλές ή πληροφορίες είτε κάποιο τρίτο πρόσωπο προς το οποίο ο άμεσος αποδέκτης θα κοινοποιήσει τις συγκεκριμένες πληροφορίες, έχει εύλογα βασιστεί επ' αυτών. Τρίτον, υπήρχε σε εξέλιξη ή ήταν υπό συζήτηση κάποια συγκεκριμένη συναλλαγή ή δοσοληψία και οι επίδικες συμβουλές ή πληροφορίες δόθηκαν από τον Εναγόμενο και χρησιμοποιήθηκαν από τον Ενάγοντα σε σχέση με τη συγκεκριμένη συναλλαγή ή δοσοληψία. Σε τέτοιες περιπτώσεις, εγείρεται καταρχήν καθήκον αμέλειας, νοουμένου ότι οι πληροφορίες ή συμβουλές παρέχονται από τον Εναγόμενο χωρίς αυτός να καθιστά σαφές ότι πράττει τούτο χωρίς ανάληψη οποιασδήποτε ευθύνης και νοουμένου ότι ο Ενάγων που βασίστηκε επί των επίδικων πληροφοριών ή συμβουλών έπραξε τούτο εύλογα, υπό τις περιστάσεις". Στην ημεδαπή υπόθεση Premier Chemical Co Ltd v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ 1951, αναγνωρίστηκε η ίδια αρχή, ότι δηλαδή πρόσωπο το οποίο, χωρίς να υπέχει συμβατική ή άλλη ευθύνη, δίδει πληροφορίες ή συμβουλές υπό περιστάσεις υπό τις οποίες ένας λογικός άνθρωπος θα έπρεπε εύλογα να γνωρίζει ότι του δίδεται εμπιστοσύνη, ότι δηλαδή ο δέκτης βασίζεται σε αυτές και παράλληλα, ο δότης παραλείπει να καταστήσει σαφές ότι πληροφορεί ή συμβουλεύει χωρίς ανάληψη ευθύνης, τότε έχει νομική υποχρέωση να επιδείξει την απαιτούμενη επιμέλεια. Το σχετικό απόσπασμα έχει ως ακολούθως (σελ. 288): "Ειδικότερα όσον αφορά το θέμα της αμέλειας, γύρω από το οποίο περι­στρέφεται κατά κύριο λόγο η έφεση, η εφεσείουσα επεδίωξε να στηρίξει την ισχυριζόμενη αμέλεια εκ μέρους της εφεσίβλητης πάνω στη βάση της αρχής που διατυπώθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στην υπόθεση Hedley Byrne & Co ν. Heller & Partners
(1963)2 All E.R. 575, όπως αναλύθη­κε και επεξηγήθηκε με τις νεότερες αποφάσεις, επίσης της Βουλής των Λόρδων, στις υποθέσεις Caparo Industries Pic ν. Dickman
(1990)2 A.C. 605, Henderson v. Merret Syndicates
(1994)3 All E.R. 506 και White v. Jones
(1995)1 All E.R. 691. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, αν κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών του ένα πρόσωπο ζητήσει πληροφορίες ή συμβουλές από ένα άλλο πρόσωπο, το οποίο δεν υπέχει έναντι του συμβατική ή άλλη ευθύ­νη να του δώσει πληροφορίες ή συμβουλές, κάτω από τέτοιες συνθή­κες που ένας λογικός άνθρωπος θα έπρεπε εύλογα να γνωρίζει ότι του δίδεται εμπιστοσύνη, ότι δηλαδή εκείνος που επιζητεί τις πληροφορίες ή τις συμβουλές βασίζεται στην εξειδικευμένη κατάρτιση και κρίση του, και αποφασίζει να παράσχει τις πληροφορίες ή τις συμβουλές, χωρίς να καθιστά σαφές ότι πληροφορεί ή συμβουλεύει χωρίς ανάληψη οποιοσ­δήποτε ευθύνης, τότε το πρόσωπο αυτό έχει νομική υποχρέωση να επι­δείξει την υπό τις περιστάσεις απαιτούμενη επιμέλεια προτού δώσει τις απαντήσεις του. Η δε τυχόν παράλειψή του να επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια στοιχειοθετεί το αδίκημα της αμέλειας αν, λόγω των απαντή­σεων που έδωσε, το άλλο άτομο ενήργησε με αποτέλεσμα να υποστεί οικονομική απώλεια (economic loss)". Έχοντας υπόψιν την ανάλυση στο πιο πάνω σύγγραμμα "Αστικά Αδικήματα" (σελ. 113) και ειδικότερα την υπόθεση Robinson v. Chief Constable of West Yorkshire Police
(2018)2 W.L.R. 595, κρίνω πως δεν απαιτείται να ακολουθηθεί η μεθοδολογία της υπόθεσης Caparo Industries plc v. Dickman
(1990)2 A.C. 605, καθότι στη σχέση τραπεζίτη-πελάτη υπάρχει καθιερωμένο καθήκον επιμέλειας κατά τη χορήγηση συμβουλών ή πληροφοριών από την εποχή της πρώτης βασικής αυθεντίας, ήτοι της υπόθεσης Hedley Byrne & Co (ανωτέρω), στην οποία μάλιστα αυτή χρησιμοποιήθηκε ως κλασικό παράδειγμα στο ακόλουθο απόσπασμα: "I shall therefore content myself with the proposition that wherever there is a relationship equivalent to contract, there is a duty of care. Such a relationship may be either general or particular. Examples of general relationship are those of solicitor with client and of banker and customer. [.] There may well be others yet to be established. Where there is a general relationship of this sort, it is unnecessary to do more than prove its existence and the duty follows". Αλλά και αν ακόμα έκρινα ότι θα έπρεπε να εφαρμοστούν τα κριτήρια της υπόθεσης Caparo (ανωτέρω) και πάλι, έχοντας υπόψιν τα επίδικα γεγονότα, θα κατέληγα ασφαλώς ότι: α) Η ζημιά την οποία υπέστη ο Ενάγων ήταν προβλέψιμη με δεδομένο ότι αποκτώντας αξιόγραφα, στην πραγματικότητα δεν μπορούσε να ξαναπάρει πίσω τα χρήματά του εκτός αν η τράπεζα καθίστατο φερέγγυα και μόνον αν αυτή αποφάσιζε, κατ' επιλογήν της να εξαγοράσει τα αξιόγραφα, ενώ στο ενδιάμεσο η αξία τους στην αγορά υπέκειτο σε ανάλογες διακυμάνσεις. β) Υφίστατο σχέση εγγύτητας μεταξύ τράπεζας και πελάτη με δεδομένο ότι προηγείτο πολυετής συνεργασία, ότι τον γνώριζε και ότι ο πελάτης είχε τις καταθέσεις του στην τράπεζα. γ) Κρίνεται απολύτως σωστό, δίκαιο και εύλογο (fair, just or reasonable) να αναγνωριστεί νομική υποχρέωση επιμέλειας επί της Εναγομένης, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, δεδομένου ότι προηγήθηκε επιλογή του πελάτη από την τράπεζα λόγω των καταθέσεών του, για να του προσφερθούν αξιόγραφα με ιδιωτική τοποθέτηση. Έχω τη γνώμη πως θα ήταν αντίθετο προς κάθε έννοια δικαίου και δημοσίου συμφέροντος να μην αναγνωρίζετο καθήκον επιμέλειας της τράπεζας προς τον πελάτη και πιθανό αγοραστή, τον οποίο παρότι εκείνος είχε ήδη το γραμμάτιό του, τον καλεί η τράπεζα για να του προτείνει κάτι άλλο. Στην παρούσα περίπτωση, η αναγκαία εξειδικευμένη σχέση μεταξύ των διαδίκων έγκειται στην αναντίλεκτη ιδιότητα των διαδίκων και αποκρυσταλλώνεται στη σχέση τραπεζίτη‑πελάτη. Αυτή η σχέση στοιχειοθετεί αφ' εαυτής και την αναγκαία εγγύτητα (proximity). Οι λειτουργοί της τράπεζας οι οποίοι συνομίλησαν με τον Ενάγοντα γνώριζαν ότι αυτός θα βασιζόταν σε πληροφορίες, δηλώσεις και συμβουλές τους. Πράγμα το οποίο έγινε όντως την ίδια μέρα και σε συντομότατο χρόνο ενώπιόν τους με τη συγκατάνευση και υπογραφή της ανέκκλητης και δεσμευτικής αίτησης. Όλες οι πληροφορίες, δηλώσεις και συμβουλές από τους δύο λειτουργούς αναμφίβολα έγιναν εξ αφορμής της επίμαχης έκδοσης αξιογράφων και της ακολουθήσασας προσφοράς της Εναγόμενης προς τον Ενάγοντα με ιδιωτική τοποθέτηση. Το διαπιστωθέν νωρίτερα καθήκον επιμέλειας προς τον Ενάγοντα σαφώς επέβαλλε να είναι πολύ πιο προσεκτικοί και να μην υπερτονίζουν τα πλεονεκτήματα αλλά να προβαίνουν σε μια δίκαιη και ισορροπημένη ενημέρωση, η οποία θα έδιδε την πραγματική εικόνα για τα συγκεκριμένα χρηματοοικονομικά μέσα. Αντί τούτου, κινούμενοι και οι δύο στα ίδια πλαίσια, τόνισαν μόνο τα θετικά στοιχεία, ήτοι ότι θα υπήρχε ψηλός τόκος, ότι αυτά ήταν ακριβώς το ίδιο με την κατάθεση και ότι ήταν σίγουρα τα χρήματά του, παραλείποντας οποιαδήποτε νύξη για τους σοβαρότατους κινδύνους που υπήρχαν σε μια τέτοια επένδυση. Κανένας από τους δύο λειτουργούς δεν επέστησε την προσοχή στον Ενάγοντα ότι δηλώνει, πληροφορεί ή συμβουλεύει χωρίς ανάληψη οποιασδήποτε ευθύνης, πράγμα το οποίο εάν γινόταν, θα έθετε τον ίδιο σίγουρα σε κάποια εγρήγορση. Έχω τη γνώμη πως υπό τις περιστάσεις αυτές ο Ενάγων ευλόγως βασίστηκε στις δοθείσες πληροφορίες και συμβουλές. Ήταν η τράπεζά του και εκεί είχε κατατεθειμένο το μεγάλο αυτό ποσό, πράγμα που από μόνο του δείχνει την εμπιστοσύνη που είχε και την ικανοποίησή του από τη μέχρι τότε συνεργασία. Θα ήταν, υπό τις περιστάσεις εντελώς παράλογο να του αποδοθεί αποκλειστική ευθύνη για το ότι, έχοντας τη σχέση που είχε, βασίστηκε σε όσα άκουσε και αποφάσισε να επενδύσει υπογράφοντας την αίτηση. Καταλήγω συνεπώς, πως οι λειτουργοί της Εναγόμενης επέδειξαν αμέλεια δηλώνοντας τα όσα δήλωσαν και παρέχοντας τις πληροφορίες και συμβουλές τις οποίες παρείχαν στον Ενάγοντα. Ζ. Εκ Προστήσεως Ευθύνη Η σχέση εργοδότησης που είχαν οι πιο πάνω λειτουργοί με την Εναγόμενη καθώς και το ότι η διαπιστωθείσα αμέλεια διεπράχθη στα πλαίσια της εν λόγω σχέσης, δηλαδή της εργασίας τους, ασφαλώς καθιστά την Εναγόμενη εκ προστήσεως ευθυνόμενη για τα αστικά αδικήματα που οι εργοδοτούμενοί της διέπραξαν. Η. Συντρέχουσα Αμέλεια Η Εναγόμενη αγορεύοντας προέβαλε πως ο Ενάγων επέδειξε αμέλεια, επιπολαιότητα και απερισκεψία με την επιλογή του να μην αναγνώσει την αίτηση αγοράς αξιογράφων προτού την υπογράψει. Είναι γεγονός πως αυτό ήταν μια αμελής συμπεριφορά του ιδίου του Ενάγοντος. Η ανάγνωση της αίτησης ενδεχομένως να ανεδείκνυε την ύπαρξη Μνημονίου, το οποίο ενδεχομένως να ζητούσε να δει και τα πράγματα ίσως έπαιρναν άλλη πορεία. Με δεδομένη όμως την στοιχειοθέτηση των πιο πάνω αστικών αδικημάτων σε βάρος της Εναγόμενης, το μόνο ζήτημα το οποίο θα μπορούσε να τεθεί είναι αυτό της συντρέχουσας αμέλειας βάσει του άρθρου 57 του περί Αστικών Αδικημάτων, Κεφ. 148. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Clerk and Lindsell on Torts, 20η έκδοση, σελ 210, παρ. 3‑52, η υπεράσπιση αυτή είναι διαθέσιμη και σε αγωγή για παράβαση θέσμιου καθήκοντος ("The defence of contributory negligence is available in an action for breach of statutory duty"). Σχετική είναι η υπόθεση Caswell v. Powel Duffryn Associated Collieries Ltd
(1940)A.C.152. Όμως η απόδοση συντρέχουσας ευθύνης δεν μπορεί να γίνει χωρίς να έχει προηγηθεί ειδική δικογράφηση για τέτοιου είδους υπεράσπιση. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα των Bullen and Leake and Jacob's "Precedents of Pleadings", 12η έκδοση, σελ. 1228: "If the defendant alleges contributory negligence, this should be specifically pleaded.....Particulars of contributory negligence should, as a rule, be given in the pleading...Although evidence that the injury complained of was wholly occasioned by the negligence of the plaintiff may be admissible under a denial of any negligence on the part of the defendant, the proper practice is that such defence also, when relied upon, should specifically pleaded". Η Εναγόμενη δεν έχει δικογραφήσει τέτοιους ισχυρισμούς στην υπεράσπιση της και δη με τον απαραίτητο και εξειδικευμένο πιο πάνω τρόπο. Κατά συνέπειαν, δεν είναι δυνατό να συζητηθεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ήτοι να υπάρξει καταμερισμός ευθύνης στην όποια απόφαση. Για σκοπούς πληρότητας όμως και για την περίπτωση διαφορετικής μελλοντικής κρίσης, σημειώνω πως θα απέδιδα ευθύνη στον Ενάγοντα σε ποσοστό 25%. Θ. Απώλεια ή Ζημιά Στην προαναφερθείσα υπόθεση Hedley Byrne ανωτέρω αναγνωρίστηκε ότι είναι δυνατό να αποδοθούν αποζημιώσεις σε σχέση με την οικονομική ζημιά την οποία υπέστη ο Ενάγων συνεπεία αμελών παραστάσεων του Εναγομένου (βλ. και Premier Chemical Co Ltd, ανωτέρω). Ο ίδιος ο Ν. 144
(1)/07 προνοεί ότι ο παραβάτης του Νόμου ή της Οδηγίας υποχρεούται να αποζημιώσει οποιονδήποτε έχει υποστεί ζημιά ή απώλεια κέρδους συνεπεία της παράβασής του. Στην παρούσα περίπτωση, η οικονομική απώλεια (economic loss) την οποία έχει υποστεί ο Ενάγων ανέρχεται στο ποσό το οποίο είχε επενδύσει εφόσον αυτό έχει εκμηδενιστεί, μειωμένο όμως κατά το ποσό το οποίο είχε εισπράξει από την Εναγόμενη υπό τη μορφή τόκων, άρα ανέρχεται στο ποσό των €1.319.530,54 (ήτοι 1.700.000-380.469,46). Στη βάση των όσων έχουν εξηγηθεί προηγουμένως, καθώς και των βάσεων αγωγής οι οποίες έχουν επιτύχει, δεν θεωρώ ότι δικαιολογείται η ακύρωση οποιωνδήποτε εγγράφων ή και της ίδιας της συναλλαγής ως έχει εισηγηθεί ο Ενάγων. Κατάληξη Με βάση τα πιο πάνω, η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον της Εναγόμενης 1 για το ποσό των €1.319.530,54 συν νόμιμο τόκο, συν έξοδα ως θα υπολογιστούν με νόμιμο τόκο από σήμερα και Φ.Π.Α. (Υπ.) ............... Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.