← Κύπρος

ΜΙΧΑΗΛ κ.α. ν. GETCON (CONSTRUCTIONS) LIMITED, Συν. Αγωγές: 2817/10 και 4605/15, 23/12/2020

ΜΙΧΑΗΛ κ.α. ν. GETCON (CONSTRUCTIONS) LIMITED, Συν. Αγωγές: 2817/10 και 4605/15, 23/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A589 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: X. Β. Xαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Συν. Αγωγές: 2817/10 και 4605/15 Αγωγή αρ. 2817/10 Μεταξύ:

  1. *** ΜΙΧΑΗΛ
  2. *** ΜΙΧΑΗΛ Εναγόντων Και GETCON (CONSTRUCTIONS) LIMITED Εναγομένης ΚΑΙ ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΟΜΕΝΗ ΑΓΩΓΗ Αγωγή αρ. 4605/15 GETCON (CONSTRUCTIONS) LIMITED Μεταξύ Ενάγουσας Και
  3. *** ΜΙΧΑΗΛ
  4. *** ΜΙΧΑΗΛ Εναγομένων 23 Δεκεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες στην αγ. 2817/10 και Εναγόμενους στην αγ. 4605/15: κ. Χ. Καράς για Α. Κ. Καράς ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη στην αγ. 2817/10 και Ενάγουσα στην αγ. 4605/15: κ. Θ. Αγγελίδης για Π. Αγγελίδης και Σία ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή τους υπ' αρ. 2817/10 οι Ενάγοντες ("Αγοραστές") αξίωσαν από την Εναγόμενη ("Πωλήτρια") την ειδική εκτέλεση πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 27.5.06 και περαιτέρω συνολικό ποσό €123.434,23 ως αποζημιώσεις για κακοτεχνίες, για μείωση αξίας της επίδικης οικίας, για μίσθωση άλλου χώρου διαμονής και για πληρωμή επιπλέον τόκων σε στεγαστικό τους δάνειο. Οι Αγοραστές δέχονται ότι έλαβαν κατοχή της κατοικίας αλλά προβάλλουν ότι αυτή ήταν προσωρινή παραλαβή και ότι είχε γίνει με επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους, καθώς και ότι η πωλήτρια τότε απαιτούσε Λ.Κ 44.727,60 ενώ το υπόλοιπο ήταν μόνο Λ.Κ.28.421 και για αυτό στις 22.1.10 εκείνη είχε τερματίσει τη συμφωνία ζητώντας επιστροφή της κατοχής, αρνούμενη να παρουσιαστεί στο Κτηματολόγιο στις 16.3.10 για τη μεταβίβαση με την ταυτόχρονη εξόφληση του ποσού που αναγνώριζαν οι Αγοραστές. Κατά την ακροαματική διαδικασία και στο στάδιο των αγορεύσεων, οι Αγοραστές περιόρισαν τις οικονομικές τους αξιώσεις στο ποσόν των €33.622,69 και ειδικότερα σε: ‑ €1.190 πληρωμές σε αρχιτέκτονες ‑ €26.257 επιδιορθώσεις κακοτεχνιών ‑ €3.801,63 για ενοίκια άλλου χώρου διαμονής ‑ €2.374,06 για τόκους στεγαστικού δανείου Η Πωλήτρια με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτησή της είχε υποστηρίξει πως υπήρχε κώλυμα προβολής ζητημάτων για κακοτεχνίες λόγω ανεπιφύλακτης παραλαβής, ότι υπήρξαν επιπλέον εργασίες ύψους €46.918,69 ως η ανταπαίτησή της, ότι παρέμενε οφειλόμενο υπόλοιπο €97.497,86 για το τίμημα αγοράς, ότι η καθυστέρηση παράδοσης οφείλετο στους Αγοραστές, ότι δεν υπάρχουν κακοτεχνίες και ότι οι Αγοραστές δεν δικαιούνται σε ειδική εκτέλεση προτού προβούν σε εξόφληση αλλά ούτε και σε αποζημιώσεις. Η καταχωρισθείσα Ανταπαίτηση εν τέλει απεσύρθη άνευ βλάβης δικαιωμάτων. Με τη μεταγενέστερη αγωγή της υπ' αρ. 4605/15, η Πωλήτρια ισχυρίστηκε ότι παρέμενε ολικό υπόλοιπο ύψους €97.497, ότι οι Αγοραστές απαίτησαν και έλαβαν €165.086,02 ενεργοποιώντας εγγυητικές, ότι στην πραγματικότητα εκείνοι είχαν τερματίσει τη σύμβαση και ότι ήταν υπεύθυνοι για καταβολή λογικού ενοικίου μέχρι την επιστροφή της κατοικίας. Ως εκ τούτων, αξίωσαν διάταγμα έξωσης, ενδιάμεσα οφέλη ύψους €1.000 μηνιαίως από τον Απρίλιο του 2015, ειδικές αποζημιώσεις ύψους €329.436, 65 και γενικές αποζημιώσεις. Υπερασπιζόμενοι στη δεύτερη αγωγή οι Αγοραστές ισχυρίστηκαν ότι δεν ευθύνοντο για την καθυστέρηση στην παράδοση, ότι δεν υπήρξαν επιπλέον εργασίες και ότι τις εγγυητικές τις ενεργοποίησε η τράπεζα που τις είχε λάβει λόγω μη έκδοσης του τίτλου ιδιοκτησίας επί της επίδικης κατοικίας. Στις 23.1.19 μετά από ακρόαση σχετικής αίτησης διετάχθη η συνεκδίκαση των δύο αγωγών και ως οδηγός αγωγή ορίστηκε η αρχική υπ' αρ. 2817/
  5. Παρότι δεν είχαν δοθεί τότε σχετικές οδηγίες, εντούτοις αργότερα κατά την ακροαματική διαδικασία η δεύτερη αγωγή έτυχε χειρισμού ως Ανταπαίτηση στην πρώτη αγωγή και συνεκδικάστηκε ως τέτοια, δεδομένου ότι η Ανταπαίτηση στην πρώτη αγωγή είχε πλέον αποσυρθεί, λίγο πριν την έναρξη της ακρόασης, στις 18.10.
  6. Μαρτυρία Για να αποδείξουν την υπόθεσή τους οι Αγοραστές παρουσίασαν τη μαρτυρία του Ενάγοντος 1 ενώ η Πωλήτρια κάλεσε τέσσερις μάρτυρες. Ο Μ.Ε, Ενάγων 1, υιοθέτησε τη γραπτή δήλωσή του, Έγγραφο Α, στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρεται στο ιστορικό αγοράς της οικίας έναντι Λ.Κ.200.000, σε κάποιους όρους του αγοραπωλητηρίου, στην προσωρινή παραλαβή της στις 9.3.07, στο συνολικό ποσό των Λ.Κ. 170.000 που είχαν μέχρι τότε καταβάλει, στις διαφορές που υπήρχαν για το οφειλόμενο υπόλοιπο, στην ύπαρξη κακοτεχνιών, στην αλληλογραφία που είχαν με την Πωλήτρια μέχρι και τις 9.3.10 που την είχαν καλέσει στο Κτηματολόγιο, στη μεταγενέστερη αίτησή τους ως εγκλωβισμένοι αγοραστές, στην αποκατάσταση από τους ίδιους κακοτεχνιών ύψους €26.257, στα ενοίκια που είχαν καταβάλει λόγω καθυστέρησης, στην αμοιβή αρχιτεκτόνων και στους επιπλέον τόκους με τους οποίους χρεώθηκαν από την τράπεζά τους. Παρουσίασε διάφορα σχετικά έγγραφα ως Τεκμήρια 1‑
  7. Αντεξεταζόμενος δέχθηκε ότι εκκρεμεί η καταβολή της τελευταίας δόσης ύψους περίπου Λ.Κ. 28.500, ότι είχε ζητηθεί η έκδοση εγγυητικών αλλά δεν θυμόταν ποιος τη ζήτησε, χωρίς να διαφωνεί ότι αυτό ήταν όρος του συμβολαίου, ότι έχουν εξοφλήσει όλους τους φόρους, ότι επιπλέον του συμβολαίου υπήρξαν κάποιες "πολύ μικρές εργασίες" αρνούμενος ότι οφείλουν €20.834, ότι δεν γνώριζε για ποιον λόγο εξαργυρώθηκαν οι εγγυητικές, ότι υπήρξαν κακοτεχνίες οι οποίες συνεχίζουν να υπάρχουν, ότι δεν γνώριζαν τι θα ακολουθούσε από πλευράς προβλημάτων στην οικία όταν υπέγραφαν την παραλαβή οικίας, ότι δεν συμφώνησε ποτέ για μη χρέωση ΦΠΑ και ότι οι ίδιοι προέβησαν σε όλες τις επιπλέον εργασίες μέσω υπεργολάβων τους οποίους πλήρωσε προσωπικά. Ο Μ.Υ. 1, κ. Μαντζουράνος, εκ των διευθυντών της Πωλήτριας εταιρείας, υιοθέτησε επίσης τη γραπτή δήλωσή του, Έγγραφο Β, στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι το πωλητήριο είχε κατατεθεί στο Κτηματολόγιο, ότι στις 9.3.07 υπήρξε προσωρινή παραλαβή αλλά όχι τελική λόγω των οικονομικών διαφορών, ότι δεν υπήρχε τότε παράπονο για την κατασκευή, ότι ο διορισθείς επιμετρητής (Μ.Υ.4) ετοίμασε κατάσταση λογαριασμού στην οποία περιλαμβάνονται οι προσθαφαιρέσεις και τα ποσά, ότι μετά από παράκληση των Αγοραστών η Πωλήτρια έδωσε εγγυητικές προς όφελός τους τις οποίες αργότερα απαίτησε η τράπεζα και τις οποίες εξαργύρωσε, ότι οι Αγοραστές υπέβαλαν αίτηση εγκλωβισμένου αγοραστή η οποία ακυρώθηκε και ότι το τελικώς οφειλόμενο ποσό είναι €97.497 συν €165.086,02 πριν να γίνει μεταβίβαση της κατοικίας. Περαιτέρω, παρουσίασε διάφορα έγγραφα ως Τεκμήρια 22 και
  8. Προφορικά είπε πως ποτέ δεν τους κάλεσαν οι Αγοραστές για οποιεσδήποτε επιδιορθώσεις σε σχέση με κακοτεχνίες. Αντεξεταζόμενος επέμεινε ότι παρέδωσαν την κατοικία σε εξαιρετική κατάσταση για αυτό και υπάρχει το έγγραφο παραλαβής χωρίς σημείωση. Συμφώνησε ότι οι εγγυητικές δόθηκαν για πιστή εκτέλεση ενώ αγνοούσε αν ήταν και για την έκδοση ξεχωριστών τίτλων. Δέχθηκε ότι εγγυήθηκαν το δάνειο των Αγοραστών από την τράπεζα εκείνων επειδή το ακίνητο ήταν υποθηκευμένο και συμφώνησε ότι σήμερα η Πωλήτρια εταιρεία δεν είναι ενεργή. Για τις επιπλέον εργασίες παρέπεμψε στην έκθεση του επιμετρητή, Τεκμήριο 22, δεχόμενος ότι δεν είχαν γραπτή συμφωνία για αυτές. Αρνήθηκε ότι η Πωλήτρια οφείλει €52.000 για μη εκτελεσθείσες εργασίες ή €3.800 για καθυστερήσεις. Ο Μ.Υ.2, κ. Χαραλάμπους, υπάλληλος της ΚΕΔΙΠΕΣ, αναφέρθηκε στις εγγυητικές και στην εξαργύρωση των σχετικών επιταγών από την Ελληνική Τράπεζα για συνολικό ποσό €165.086,02 στις 22.4.15 με χρέωση λογαριασμού της Πωλήτριας. Παρουσίασε και αυτός διάφορα σχετικά με αυτό το θέμα έγγραφα ως Τεκμήρια 24‑
  9. Αντεξεταζόμενος δέχθηκε πως όσα ανέφερε ή παρουσίασε ήταν στοιχεία τα οποία έλαβε από το μηχανογραφημένο σύστημα. Η Μ.Υ.3, κα Γεωργιάδη, υπάλληλος στην Ελληνική Τράπεζα, εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο όλα τα έγγραφα του Συνεργατισμού περιήλθαν στην κατοχή της Ελληνικής μετά που αυτή εξαγόρασε τις εργασίες του. Στα πλαίσια αυτά αναγνώρισε τα Τεκμήρια 24‑29, τα οποία και επεξήγησε. Παρουσίασε περαιτέρω, τα Τεκμήρια 30 και 31 εξηγώντας τη διακίνηση του ποσού των εγγυητικών, μέχρι την κατάθεσή του σε λογαριασμό των Αγοραστών. Αντεξεταζόμενη προσέθεσε πως εξ όσων αντιλαμβάνεται από τα έγγραφα αυτά, την εξαργύρωση ζήτησε η Ελληνική Τράπεζα για τα θέματα τίτλου. Ο Μ.Υ.4, κ. Αγαπίου, επιμετρητής ποσοτήτων, παρουσίασε σχετική έκθεσή του ως Τεκμήριο 32 (ίδιο με το Τεκμήριο 22), λέγοντας ότι αφορά την κατάσταση λογαριασμού για το αγοραπωλητήριο, την οποία ετοίμασε μετά από οδηγίες της Πωλήτριας. Εξήγησε την έκθεσή του καταλήγοντας ότι είχαν εκτελεστεί πρόσθετες εργασίες ύψους Λ.Κ. 12.194,
  10. Έναντι του οφειλόμενου είχε καταβληθεί κάποιο μικροποσό (Λ.Κ. 879). Αντεξεταζόμενος είπε πως είχε επισκεφθεί την κατοικία κατά την εκτέλεση των εργασιών τον Μάρτιο του 2007 και ότι κρατούσε σημειώσεις. Σκοπός ήταν να δει τις διαφορές που υπήρχαν με βάση το συμβόλαιο και τα σχέδια και αυτό έπραξε. Εξήγησε τις πρόσθετες εργασίες που εντόπισε. Αξιολόγηση Μαρτυρίας‑Ευρήματα Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή και επιβαλλόμενη προσοχή τους μάρτυρες και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων επί των γεγονότων, σε σχέση με τα ουσιώδη ζητήματα της υπόθεσης. Ο Μ.Ε. δεν με έχει πείσει ούτε ότι ενθυμείτο τα γεγονότα όπως πραγματικά είχαν εξελιχθεί, αλλά ούτε και ότι είχε πρόθεση να αναφέρει όσα ενθυμείτο, όπως είχαν εξελιχθεί. Η εικόνα την οποία σχημάτισα είναι ότι απαντούσε γενικόλογα, με υπεκφυγές, αοριστολογίες και χωρίς συνοχή ή πειστικότητα. Ενδεικτικά σημειώνω πως ούτε ακόμα και για το θέμα των εγγυητικών δεν φάνηκε διατεθειμένος να πει κάτι συγκεκριμένο κατά την προφορική του μαρτυρία. Αντιθέτως, προέβαλε πως δεν ενθυμείτο τι ακριβώς είχε γίνει, ήτοι αν ήταν θέμα τράπεζας ή αν το ζήτησαν οι ίδιοι ή αν έτσι έπρεπε να γίνει. Όλα αυτά σε αντίθεση τόσο με την αρχική γραπτή δήλωσή του ότι η εγγυητική αφορούσε την υποχρέωση της Πωλήτριας να μεταβιβάσει την κατοικία επ' ονόματί τους, όσο και με τις επιστολές των δικηγόρων τους περί του ότι οι εξασφαλίσεις (μέσω εγγυητικών) δίδοντο "με σκοπό την ολοκλήρωση της χρηματοδότησης" προς τους ίδιους τους Αγοραστές. Όπως δεν δέχομαι και τη θέση του ότι δεν γνώριζε για ποιο λόγο είχε εισπράξει τις εγγυητικές η Τράπεζα ενώ ήταν προφανές ότι αυτό οφείλετο στη μη μεταβίβαση και ότι η είσπραξη έγινε προς εξόφληση της διευκόλυνσης την οποία εξασφάλιζαν, ήτοι του στεγαστικού τους δανείου. Όσον αφορά τα ζητήματα διεκπεραιωθεισών εργασιών ή κακοτεχνιών ή δαπανών και με εξαίρεση κάποια κονδύλια (για τα οποία παρουσίασε ειδική συγκεκριμένη μαρτυρία), σημειώνω ότι επίσης δεν μπορώ να δεχθώ τη μαρτυρία του, για λόγους που εξηγούνται σε άλλο σημείο. Ο Μ.Υ.1 μου έδωσε γενικά την εικόνα αξιόπιστου και ειλικρινούς προσώπου. Σχημάτισα την εντύπωση ότι περιέγραφε τα γεγονότα όπως τα είχε βιώσει και ότι δεν θέλησε σε οποιαδήποτε περίπτωση να αλλοιώσει οτιδήποτε. Δέχθηκε χωρίς δισταγμό ότι η Πωλήτρια εταιρεία έδωσε και έγγραφα στον επιμετρητή (Μ.Υ.4) όπως το συμβόλαιο, πληρωμές, αποδείξεις κλπ, ενέργεια που επιβεβαιώνει την κατάληξη ότι εκείνος επεκτάθηκε σε ζητήματα πέραν της επί τόπου παρατήρησης και επιμέτρησης. Πολύ ουσιώδες είναι πως ο Μ.Υ.1 δεν επέμενε να εκφράσει άποψη για ζητήματα για τα οποία δεν είχε γνώση. Σε καμία περίπτωση δεν αρνήθηκε ότι οι εγγυητικές είχαν δοθεί για πιστή εκτέλεση, χωρίς βέβαια το Δικαστήριο να δεσμεύεται από την ερμηνεία που ατυχώς του ζητήθηκε και έδωσε για το συμβόλαιο. Δέχομαι τη θέση του ότι τελικά για τις κατοικίες έχουν εκδοθεί χωριστοί τίτλοι και ότι οι υπόλοιπες πέντε του συγκροτήματος έχουν μεταβιβαστεί. Ούτε αρνήθηκε ότι παρείχαν εξασφάλιση για το δάνειο των Αγοραστών λόγω του ότι το επίδικο ακίνητο ήταν ήδη υποθηκευμένο. Γενικά θεωρώ ότι ο Μ.Υ.1 περιέγραψε τα γεγονότα όσο καλύτερα μπορούσε, με πειστικότητα και ειλικρίνεια. Μοναδική εξαίρεση στη γενική καλή εικόνα του αποτελεί η μαρτυρία του για ορισμένα κονδύλια εκ των ειδικών αποζημιώσεων που κατέγραψε στην παράγρ. 16 της γραπτής δήλωσής του και ειδικότερα για τα σημεία 16Β έως 16Δ και τα σημεία 16ΚΒ και 16ΚΔ (δηλαδή τόκους αγοράς, έξοδα επιμέτρησης και τόκους "έξτρα εργασιών"). Για τα κονδύλια αυτά ο Μ.Υ.1 προέβη απλά σε αντιγραφή από την έκθεση απαίτησής του. Κατά την προφορική του μαρτυρία αν και προκλήθηκε κατά την αντεξέτασή του, δεν έδωσε οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ή εξηγήσεις για αυτά, παραλείποντας να παρουσιάσει οποιοδήποτε σχετικό έγγραφο, παρότι μάλιστα ανέφερε ότι επισυνάπτει σχετικά έγγραφα. Βέβαια δεν παρουσίασε οποιαδήποτε έγγραφα ούτε για τα σημεία 16Ε έως 16ΚΑ της γραπτής δήλωσής του, πλην όμως ενόψει του ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφισβήτηση για αυτά από πλευράς Αγοραστών, δέχομαι ότι είχαν διενεργηθεί τέτοια έξοδα, εξεταζόμενου στο κατάλληλο σημείο του δικαιώματος ανάκτησής τους ή όχι (δηλαδή για έξοδα εγγυητικών, φόρους, ασφάλεια και υπηρεσίες νερού και ρεύματος). Ούτε για το σημείο 16Α υπάρχει διαφωνία, ενώ βέβαια για το σημείο 16ΚΓ ("έξτρα εργασίες"), απαιτείται ειδική ενασχόληση. Όσον αφορά τον Μ.Υ.4, αυτός αξιολογείται ως εμπειρογνώμονας κατωτέρω στη βάση των καθιερωμένων αρχών. Οι Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3 ήταν στην πραγματικότητα τυπικοί μάρτυρες, χωρίς οποιαδήποτε πρωτογενή ή άλλη ουσιαστική γνώση για τα επίδικα και πολύ περισσότερο για αμφισβητούμενα γεγονότα. Έχουν κληθεί και οι δύο αποκλειστικά λόγω της υπηρεσιακής τους ιδιότητας στα ιδρύματα στα οποία εργοδοτούνται και τούτο για να παρουσιάσουν ή εξηγήσουν κάποια έγγραφα. Στις πλείστες των περιπτώσεων τα όσα ανέφεραν αποτελούν στοιχεία τα οποία ούτως ή άλλως συνάγονται από τα ίδια τα έγγραφα. Εν πάση περιπτώσει, έδωσαν και οι δύο καλή εικόνα. Σχημάτισα την εντύπωση πως απλά προσπάθησαν να διευκρινίσουν κάποια ζητήματα και το έπραξαν με πειστικό και τεκμηριωμένο τρόπο. Δέχομαι τη μαρτυρία τους. Πριν από οτιδήποτε άλλο, θα πρέπει πρώτα καθηκόντως να σημειώσω πως σημαντικό μέρος των γεγονότων συνιστά κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών είτε λόγω παραδοχών στα δικόγραφα είτε λόγω του ότι παρέμειναν αναντίλεκτα κατά την ακροαματική διαδικασία. Η χρονολογική και θεματική εξέταση των γεγονότων θεωρώ ότι θα αναδείξει και αυτά τα γεγονότα στα κατάλληλα σημεία. Ενδεικτικά, υπενθυμίζεται ότι η Πωλήτρια παραδέχεται από την έκθεση απαίτησης στην πρώτη αγωγή τις παραγράφους 1‑5, 7 και 14‑16 (με ορισμένες επιφυλάξεις σε κάποιες). Εν πρώτοις λοιπόν, να επισημανθεί πως πράγματι η επίδικη σύμβαση ημερ. 27.5.06, Τεκμήριο 1, δεν ήταν η πρώτη που είχαν υπογράψει οι διάδικοι μεταξύ τους. Όπως και οι δύο πλευρές δικογραφικά παραδέχονται, πριν από το Τεκμήριο 1 προηγήθηκαν άλλα αγοραπωλητήρια, τα οποία για διάφορους λόγους είχαν ακυρωθεί με την υπογραφή της επίδικης σύμβασης. Το ότι υπήρξαν τέτοια παλαιότερα αγοραπωλητήρια επιβεβαιώνεται αφενός από το ότι οι δύο εγγυητικές για τις οποίες γίνεται λόγος, φέρουν αριθμούς του 2005 και του 2006 καθώς και ως ημερομηνίες έκδοσής τους τις 9.12.05 και 28.3.06 (Τεκμήριο 25) και αφετέρου από σχετική επιστολή δικηγόρων που αναφέρεται σε παλαιότερη σύμβαση ημερομηνίας 8.11.05 (Τεκμήριο 4). Η εν λόγω επιστολή φέρει ημερ. 22.6.06 και αν και παραμένει ανεξήγητο το πώς και γιατί στάλθηκε σε σχέση με το παλαιότερο έγγραφο χωρίς κάποια νύξη για το νεότερο, εντούτοις όμως, από αυτή την επιστολή συνάγονται, ως επίσης αναντίλεκτα, κάποια χρήσιμα στοιχεία όπως το ότι το ποσόν των Λ.Κ.160.000 είχε ήδη καταβληθεί δια δόσεων των: Λ.Κ.10.000 στις 21.10.05 Λ.Κ.100.000 στις 30.11.05 Λ.Κ.50.000 στις 30.3.06 Το ουσιωδέστερο όμως είναι η παραδοχή των Αγοραστών στο Τεκμήριο 4 πως για τις δόσεις των Λ.Κ. 100.000 και των Λ.Κ.50.000 η Πωλήτρια έπρεπε να παράσχει εξασφάλιση "με σκοπό την συμπλήρωση της χρηματοδότησης" από την Ελληνική Τράπεζα στους Αγοραστές, πλην όμως για το πρώτο ποσό είχε δοθεί εξασφάλιση μόνο για τις Λ.Κ.70.000 και για αυτό καλούσαν την Πωλήτρια όπως συμπληρώσει την εξασφάλιση μέχρι 30.6.06 (προφανώς για το υπολειπόμενο ποσό των Λ.Κ. 30.000) για να καταστεί δυνατή η χρηματοδότησή τους από την Ελληνική. Ως πωλητές στο Τεκμήριο 1 παρουσιάζοντο εκτός από την Πωλήτρια εταιρεία και δύο φυσικά πρόσωπα (Παναγιώτα και Ανδρέας) ως διαχειριστές περιουσίας άλλου προσώπου, το οποίο είχε αποβιώσει και το οποίο προφανώς ήταν συνιδιοκτήτης στο τεμάχιο 842 επί του οποίου θα ανεγείρετο η πωλούμενη οικία, ως μέρος συγκροτήματος έξι κατοικιών. Ας σημειωθεί πως η σύμβαση αφορούσε την κατοικία υπ' αρ. 2.2 η οποία θα ανεγείρετο στο υπό διαχωρισμό οικόπεδο αρ. 2 του εν λόγω τεμαχίου. Όπως προκύπτει από το πιστοποιητικό έρευνας ημερ. 15.1.14, Τεκμήριο 17, το τεμάχιο βαρύνετο τότε με τις υποθήκες Υ.94../03, Υ.68../04 και Υ.96../05 προς όφελος της τότε Νέας ΣΠΕ Καϊμακλίου Λτδ ("εφεξής ΣΠΕ Καϊμακλίου") για συνολικές πιστωτικές διευκολύνσεις ύψους €888.
  11. Εν πάση περιπτώσει, βάσει της επίδικης συμφωνίας, το τίμημα είχε συμφωνηθεί σε Λ.Κ. 200.000 και θα εξοφλείτο με: ‑ Λ.Κ. 160.000 κατά την υπογραφή ‑ Λ.Κ. 10.000 στις 30.5.06 ‑ Λ.Κ. 30.000 με την παράδοση της οικίας και μετά από εξασφάλιση από την Πωλήτρια για το ποσό των Λ.Κ. 30.
  12. Ως μέρα συμπλήρωσης των εργασιών καθορίστηκε η 30.9.06, οπότε και έπρεπε να παραδοθεί η κατοικία, όπως παραδέχεται και η Πωλήτρια στην Υπεράσπισή της. Η παράδοση θα γινόταν νοουμένου ότι οι Αγοραστές είχαν πληρώσει και την τελευταία τους δόση (παράγρ. 2.7 του Τεκμηρίου 1). Παράλληλα, η Πωλήτρια υποχρεούτο να πληρώσει και τακτοποιήσει όλες τις νομικές της υποχρεώσεις αναφορικά με την πληρωμή φόρων, ούτως ώστε να παρουσιάσει στο Κτηματολόγιο όλα τα απαραίτητα πιστοποιητικά και απαλλαγές για την προώθηση της μεταβίβασης και εγγραφής επ' ονόματι των Αγοραστών (παράγρ. 2.8 του Τεκμηρίου 1). Ως Παράρτημα I στη σύμβαση επισυνάπτονται τα αρχιτεκτονικά σχέδια και ως Παράρτημα II οι Τεχνικές Προδιαγραφές, τα οποία έγγραφα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της (αντίγραφα των Προδιαγραφών κατατέθηκαν και ως Τεκμήριο 3). Από τις δύο αποδείξεις είσπραξης ημερ. 27.5.06 και 18.7.06 επιβεβαιώνεται το αναντίλεκτο γεγονός ότι οι Αγοραστές είχαν δεόντως καταβάλει τα δύο πρώτα ποσά των Λ.Κ. 160.000 και Λ.Κ. 10.000 (Τεκμήριο 6). Στις 19.7.06 κατέθεσαν το επίδικο πωλητήριο στο Κτηματολόγιο (Τεκμήριο 2). Στις 22.2.07 οι Αγοραστές με επιστολή των δικηγόρων τους προς την Πωλήτρια παραπονέθηκαν για τη μη ολοκλήρωση μέχρι τις 30.9.06 των συμφωνηθεισών εργασιών και ενημέρωσαν ότι είχαν αναγκαστεί να παρατείνουν την ενοικίαση διαμερίσματος, επιφυλάσσοντας τα δικαιώματά τους. Ακολούθησε εκτενής αλληλογραφία μέσω των δικηγόρων της κάθε πλευράς, ως κατωτέρω. Με απάντησή της ημερ. 1.3.07 η Πωλήτρια επέρριπτε την ευθύνη για την καθυστέρηση στους Αγοραστές, λέγοντας ότι εκείνοι είχαν προβεί σε διάφορες αλλαγές κατ' επανάληψη και κατά τρόπο που επέφερε δικαιολογημένη καθυστέρηση, ότι εκείνοι είχαν ζητήσει πολλές επιπλέον εργασίες οι οποίες απαιτούσαν κάποιο λογικό χρονικό περιθώριο και τέλος, επισήμαναν ότι οφείλετο ένα σημαντικό ποσό (πέραν του ποσού για τις επιπλέον εργασίες), καθώς και ότι ήταν πρόθυμοι για καθορισμό αφενός συνάντησης προς επίλυση τυχόν (οικονομικών) διαφορών και αφετέρου ημερομηνίας παράδοσης αφού εξοφλούντο όλα τα οφειλόμενα ποσά. Ας σημειωθεί πως στις 5.3.07 ο Μ.Υ.4 επιμετρητής συνέταξε την έκθεσή του, Τεκμήριο 22, στην οποία είχε καταλήξει πως είχαν γίνει επιπλέον εργασίες ύψους Λ.Κ. 12.194,16 και η οποία αξιολογείται πιο κάτω. Είναι λογικό και προφανές πως αφορμή για τον διορισμό του έδωσε η επιστολή των αγοραστών ημερ. 22.2.07, όπως εξάλλου υπεβλήθη και στον Μ.Υ.
  13. Πάντως η κατοικία όντως είχε ολοκληρωθεί εκείνες τις μέρες, εξ ου και στις 9.3.07 πραγματοποιήθηκε η προσωρινή παράδοσή της με την υπογραφή από όλους τους εμπλεκομένους του σχετικού Εντύπου, Τεκμήριο 5, στο οποίο συμφώνησαν ότι: "Παραδίδεται από τους Πωλητές και παραλαμβάνεται από τους Αγοραστές, η πιο πάνω αναφερόμενη κατοικία, δυνάμει του εν ισχύ (sic) Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου, λαμβανομένων υπ' όψιν των ακολούθων:
  14. Οι Αγοραστές παραλαμβάνουν προσωρινά την κατοικία συμπληρωμένη και σύμφωνα με την μεταξύ των Μερών συμφωνία, προς πλήρη ικανοποίηση των Αγοραστών και αποδεχόμενοι όλες τις γενόμενες αλλαγές, εκτελεσθέντες (sic) καθ' υπόδειξη των ιδίων, τόσο εσωτερικώς, όσο και εξωτερικώς του κτηρίου εξαιρουμένης της σύνδεσης ηλεκτρικού ρεύματος.
  15. Οι Αγοραστές αποδέχονται και αναγνωρίζουν ότι η κατοικία έχει κατασκευασθεί συμφώνως των υπογραφέντων σχεδίων και προδιαγραφών και εν ουδεμία περιπτώσει αμφισβητείται η προσφερθείσα ποιότητα κατασκευής". (έμφαση δοθείσα) Πολύ σύντομα μετά την παράδοση και δη στις 20.3.07, η Πωλήτρια με σχετική επιστολή, Τεκμήριο 7, ζήτησε την καταβολή του ποσού των Λ.Κ.41.835 πλέον τόκους, επισυνάπτοντας σχετική κατάσταση λογαριασμού στην οποία ανέλυε το αξιούμενο υπόλοιπο ως εξής: Λ.Κ. 29.121 ως υπόλοιπο αγοράς Λ.Κ. 12.194 ως επιπλέον εργασίες Λ.Κ. 520 ως έξοδα εγγυητικών Λ.Κ. 41.835 Με απαντητική τους επιστολή ημερ. 26.4.07, Τεκμήριο 8, οι Αγοραστές συμφώνησαν πως είχαν καταβάλει ποσό πέραν των Λ.Κ. 170.000, δήλωσαν ότι ήταν πρόθεσή τους να τιμήσουν το συμβόλαιο εάν και εφόσον η Πωλήτρια έδιδε "εγγυήσεις ικανοποιητικές περί της έκδοσης τίτλου ιδιοκτησίας" και περαιτέρω όσον αφορά το αξιωθέν υπόλοιπο των Λ.Κ. 41.835 έθεσαν θέματα ότι: ‑ Δεν είχε τηρηθεί ο όρος 4.5 για ανέγερση βάσει των σχεδίων και των προδιαγραφών. ‑ Εξαιτίας της καθυστέρησης παράδοσης και λόγω παράτασης της ενοικίασης υπέστησαν ζημιές ύψους Λ.Κ. 2.225 και λόγω πληρωμής τόκων υπέστησαν ζημιές ύψους €2.374,06 για την περίοδο 1.10.06 έως 31.12.
  16. -Δεν είχαν εκτελεστεί οποιεσδήποτε επιπλέον εργασίες αλλά αντιθέτως, οι Αγοραστές είχαν πληρώσει σύνολο Λ.Κ.1.579 για τέσσερις αγορές (ντεποζίτου, παρκέ, καπακιών πάγκων και χώματος), το οποίο ποσό έπρεπε να αφαιρεθεί, όπως έπρεπε να αφαιρεθεί και ποσόν Λ.Κ. 1.600 για κατασκευή μικρότερης αποθήκης. ‑ Το όλο έργο παρουσίαζε σοβαρά προβλήματα κακοτεχνιών για τα οποία (ανέφεραν ότι) είχαν διορίσει επιμετρητή για τον καθορισμό τους και τη σχετική κοστολόγησή τους. Στις 30.11.07 με επιστολή τους οι Αγοραστές κάλεσαν την Πωλήτρια να παρουσιαστεί στην Ελληνική Τράπεζα ούτως ώστε να κατέθετε εγγυητική για να καταβάλουν το υπόλοιπο του τιμήματος το οποίο αναγνώριζαν οι Αγοραστές, ήτοι το ποσό των Λ.Κ. 28.421 (Τεκμήριο 10). Η Πωλήτρια με δική της επιστολή ημερ. 5.12.07 διαφώνησε με το προαναφερθέν υπόλοιπο, υποδεικνύοντας ότι το οφειλόμενο τώρα ήταν Λ.Κ. 44.721,60 και ότι θα ανέμενε επ' αυτού τη θέση των Αγοραστών (Τεκμήριο 11). Με νεότερη επιστολή της ημερ. 22.1.10 η Πωλήτρια τερμάτισε τη σύμβαση λόγω μη πληρωμής των οφειλόμενων ποσών ύψους €94.366,67 και προειδοποίησε για τη λήψη δικαστικών μέτρων (Τεκμήριο 12). Στις 9.3.10 οι Αγοραστές με δική τους επιστολή δήλωσαν ότι δεν αποδέχονται τον τερματισμό, ότι είχαν προσφέρει το υπόλοιπο αλλά η Πωλήτρια δεν το είχε αποδεχθεί, ότι η Πωλήτρια δεν είχε προσέλθει στην Ελληνική για να εξοφληθεί και ότι για τελευταία φορά την καλούσαν να εμφανιστεί στο Κτηματολόγιο στις 16.3.10, ούτως ώστε να μεταβιβάσει την οικία και να εξοφληθεί πλήρως (Τεκμήριο 13). Την επόμενη μέρα, 10.3.10, η Πωλήτρια απάντησε με επιστολή της ότι εμμένει στο περιεχόμενο της παλαιότερης επιστολής (τερματισμού), ότι το υπόλοιπο έπρεπε να πληρωθεί με την παράδοση που είχε γίνει προ καιρού, ότι ως εκ τούτου δεν υφίστατο θέμα παρουσίασής της στο Κτηματολόγιο και καλούσε τους Αγοραστές να συμμορφωθούν με τις πρόνοιες του αγοραπωλητηρίου εγγράφου (Τεκμήριο 14). Παρά ταύτα, στις 16.3.10 οι Αγοραστές εμφανίστηκαν στο Κτηματολόγιο αναμένοντας την Πωλήτρια και όταν αυτή δεν εμφανίστηκε, έλαβαν σχετική γραπτή βεβαίωση από την αρμόδια λειτουργό για την παράλειψη (Τεκμήριο 15). Η επόμενη εξέλιξη παρατηρείται τέσσερα περίπου χρόνια αργότερα όταν η Ελληνική Τράπεζα με επιστολή ημερ. 15.12.14, Τεκμήριο 24, αναφέρθηκε στην εγγυητική ημερ. 28.3.06 για ποσόν €85.430,07, λήξεως 9.1.15 και επικαλούμενη τη μη μεταβίβαση της κατοικίας επ' ονόματι των Αγοραστών, απαίτησε την πληρωμή της από τη ΣΠΕ Καϊμακλίου. Φαίνεται από την επόμενη επιστολή ημερ. 9.1.15, Τεκμήριο 25, πως η ΣΠΕ Καϊμακλίου είχε ζητήσει παράταση της λήξης τόσο της πιο πάνω εγγυητικής όσο και της παλαιότερης ημερ. 9.12.05 για ποσό €119.602,10, την οποία (παράταση) αρνήθηκε η Ελληνική Τράπεζα με το εν λόγω Τεκμήριο 25 απαιτώντας εξόφληση και των δύο εγγυητικών (που έληγαν την ίδια μέρα, 9.1.15). Στις 16.4.15 η Ελληνική Τράπεζα ενημέρωσε τη ΣΠΕ Λήδρας Λτδ, διάδοχο της προαναφερθείσας ΣΠΕ Καϊμακλίου, με το Τεκμήριο 27, πως το πληρωτέο ποσό που αφορούσε τις εγγυητικές της Πωλήτριας εταιρείας ήταν €165.086,02 (εννοούσε προς εξόφληση πιστωτικών διευκολύνσεων που είχαν χορηγήσει στους Αγοραστές). Την ίδια μέρα, 16.4.15, με το Τεκμήριο 26 η ΣΠΕ Λήδρας πληροφόρησε ότι θα καταβάλλετο το εν λόγω ποσό, πληρωτέο στις 22.4.
  17. Πράγματι, κατ' αυτή την ημερομηνία η ΣΠΕ Λήδρας με το Τεκμήριο 28 απέστειλε επιταγή υπ' αρ. ...021 για €165.086,02 για "πλήρη και τελικό διακανονισμό". Λίγες μέρες μετά ενημέρωσε σχετικά και την Πωλήτρια με το Τεκμήριο 29 γράφοντας ότι: "Σε συνέχεια της επιστολής μας ημερομηνίας 5 Ιανουαρίου 2010, σας πληροφορούμε πως παρά τις διάφορες ενέργειες που έγιναν, η Ελληνική Τράπεζα Λτδ, ως η δικαιούχος Τράπεζα, επέμενε στην πληρωμή/εξόφληση των πιο πάνω εγγυητικών επιστολών και ως εκ τούτου, έχουμε προχωρήσει στην τακτοποίηση/πληρωμή του οφειλόμενου ποσού. Το ποσό που έχει καταβληθεί στην Ελληνική Τράπεζα είναι €165.086,02 και με το ισόποσο έχει χρεωθεί ο τρεχούμενος λογαριασμός σας με αρ. ..522‑6, στον οποίο κατά το 2004 έναντι της ενυπόθηκης εξασφάλισης με την υποθήκη Υ68../04, σας παραχωρήθηκε όριο πίστωσης με σκοπό την κάλυψη των εγγυητικών επιστολών. Εν όψει των πιο πάνω, καλείστε όπως μεριμνήσετε για την άμεση εξόφληση του λογαριασμού". Η Ελληνική Τράπεζα κατέθεσε την πιο πάνω επιταγή αρχικά στον τρεχούμενο λογαριασμό των Αγοραστών και αργότερα, στις 27.4.15, από εκεί μετέφερε το ποσό των €165.020,54 στον λογαριασμό στεγαστικού δανείου τους εξοφλώντας κάθε οφειλόμενο, οπότε και ο λογαριασμός δανείου έκλεισε. Το Τεκμήριο 16 αποτελεί την προβλεπόμενη από το άρθρο 44 Κ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Ν. 9/65, Ειδοποίηση Τύπου ΙΔ (για εγκλωβισμένους αγοραστές), την οποία απέστειλε στους αγοραστές το Κτηματολόγιο στις 14.4.
  18. Από τα αναγραφόμενα σε αυτή στοιχεία προκύπτει πως οι Αγοραστές είχαν εντός του 2015 υποβάλει Αίτηση Εγκλωβισμένου Αγοραστή (εφεξής "ΑΕΑ"). Προφανώς με βάση τα στοιχεία που είχαν δηλώσει (ή αυτά που εντόπισε), το Κτηματολόγιο κάλεσε τους Αγοραστές όπως εντός 30 ημερών καταθέσουν στον Ειδικό Προσωρινό Λογαριασμό το ποσό των €24.878,09 έκαστος, ήτοι συνολικά το ποσόν των €49.756,18 ως υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης για να μπορούσε να προχωρούσε η αίτησή τους, πράγμα το οποίο οι Αγοραστές όντως έπραξαν στις 21.4.
  19. Το ποσόν αυτό παραμένει μέχρι σήμερα κατατεθειμένο στον πιο πάνω Ειδικό Προσωρινό Λογαριασμό. Στην πραγματικότητα, είναι το ποσόν το οποίο και οι Αγοραστές αναγνωρίζουν ως το οφειλόμενο υπόλοιπο από τους ίδιους για το αρχικό τίμημα αγοράς (ισόποσο με Λ.Κ. 29.121). Όπως δύναται να συναχθεί, οι διαφορές από πλευράς γεγονότων εστιάζονται: α. Στο κατά πόσον υπήρξαν επιπλέον ή μείον εργασίες ή κακοτεχνίες και ποια η αξία τους β. Στα διαδραματισθέντα κατά την παράδοση της οικίας γ. Στους λόγους για τους οποίους δεν έγινε μεταβίβαση και δ. Στο ποιο είναι το σημερινό γενικό υπόλοιπο μεταξύ των δύο πλευρών. Α. Κακοτεχνίες Ως προς το θέμα της ύπαρξης κακοτεχνιών, είναι αναντίλεκτο πως οι Αγοραστές παρέλαβαν την κατοικία στις 9.3.07 χωρίς την ύπαρξη οποιουδήποτε προβλήματος είτε ποιότητας είτε συμφωνίας με τα σχέδια. Εξ ου και υπέγραψαν στο Τεκμήριο 5 ότι παρέλαβαν προς πλήρη ικανοποίησή τους και μάλιστα ότι σε καμία περίπτωση δεν αμφισβητείτο η προσφερθείσα ποιότητα κατασκευής. Αν υπήρχε λοιπόν οποιοδήποτε τέτοιο ζήτημα, τότε είναι λογικό πως είτε δεν θα παρελάμβαναν την κατοικία είτε θα κατέγραφαν κάποιες επιφυλάξεις στο Τεκμήριο 5 (όπως έγραψαν π.χ. για το ρεύμα) είτε δεν θα υπέγραφαν καθόλου ένα τέτοιο έγγραφο. Ούτε κατά την αποστολή του Τεκμηρίου 8 στις 26.4.07 δέχομαι ότι υπήρχαν ή εμφανίστηκαν προβλήματα κακοτεχνιών, όπως και πάλι αόριστα και γενικά καταγράφεται. Θα ήταν παράλογο να μην υπήρχε πρόβλημα στις 9.3.07 και σε έναν περίπου μήνα, στις 26.4.07, να υπήρχαν "σοβαρά" προβλήματα όπως είχε καταγραφεί από τους δικηγόρους τους. Το ουσιώδες και εδώ είναι ότι αν υπήρχε οποιοδήποτε θέμα και πάλι θα ήταν λογικό αυτό να είχε καταγραφεί εξειδικευμένα και μάλιστα, να είχε ζητηθεί και επιδιόρθωσή του μέσω της επιστολής αυτής αφού θα ενέπιπτε στην εξάμηνη περίοδο εγγύησης που προνοούσε η σύμβαση. Το κυριότερο είναι πως δεν φαίνεται να έχουν οποτεδήποτε διορίσει κάποιον ειδικό για σχετική εκτίμηση και κοστολόγηση, ως προανήγγειλαν στην εν λόγω επιστολή (βάσει του ορθού νοήματος αφού το "δεν" πρέπει να διαβάζεται ως "δε" για να συνάδει με τα υπόλοιπα). Παράλειψη η οποία αποτελεί σαφώς ισχυρή ένδειξη και επιβεβαίωση περί του ότι δεν είχαν οποιοδήποτε θέμα κατά την παραλαβή. Ούτε όμως και στην επόμενή τους επιστολή ημερ. 30.11.07, Τεκμήριο 10, οι Αγοραστές ανέφεραν οτιδήποτε για κακοτεχνίες ή για κάποιον διορισθέντα ειδικό ή για τυχόν πόρισμά του. Αλλά και μέχρι τις 9.3.10, τρία ολόκληρα χρόνια μετά, όταν με το Τεκμήριο 13 κάλεσαν για μεταβίβαση, δεν ανέφεραν κάτι για κακοτεχνίες. Η θέση του Μ.Ε. προφορικά ότι στην αρχή αγνοεί κάποιος διότι μόλις παραλάβει μια κατοικία όλα φαίνονται κανονικά και φρεσκοβαμμένα κλπ, έχει βέβαια τη λογική της και είναι ορθή. Όμως τρία χρόνια μετά θα ήταν εξίσου λογικό να είχαν διαπιστώσει κατά πόσον υπήρχαν κακοτεχνίες οφειλόμενες στον τρόπο οικοδόμησης ή στα υλικά και να είχαν ως ανωτέρω τεθεί καταλλήλως τα ζητήματα στην Πωλήτρια εταιρεία. Αντί τούτου, όχι μόνον δεν έθεσαν οποιοδήποτε ζήτημα, αλλά στις 16.3.10 εμφανίστηκαν και στο Κτηματολόγιο έτοιμοι για μεταβίβαση επ' ονόματί τους, κάτι το οποίο διεκδικούσαν διακαώς. Δηλαδή ήταν έτοιμοι πλέον να εξοφλήσουν το υπόλοιπο αγοράς χωρίς να θέτουν οποιοδήποτε ζήτημα, υπό την έννοια προϋπόθεσης για εξόφληση. Ανεξαρτήτως όμως των πιο πάνω, θα πρέπει να παρατηρήσω πως ούτε η μαρτυρία, την οποία ο Μ.Ε. έχει παρουσιάσει, είναι ικανή και πειστική είτε ως προς το ύψος των δαπανών είτε ως προς την αιτία πρόκλησης κάποιων ζημιών. Υπενθυμίζω πως δεν προώθησε όλες τις αξιώσεις τις οποίες είχαν συμπεριλάβει στην έκθεση απαίτησής τους ενώ και για όσες ανέφερε, ο Μ.Ε. δεν προέβη σε ιδιαίτερη αναφορά κατά την προφορική του μαρτυρία. Η μόνη κάπως εξειδικευμένη αναφορά έγινε στη γραπτή δήλωσή του, στην παράγραφο 27 ως εξής: "
  20. Μεταξύ των επιδιορθώσεων που προβήκαμε ήταν η αντικατάσταση παρκέ, περί τα €1.200, βάψιμο κάγκελων λόγω σκουριάς και επιδιόρθωση υγρασιών περιμετρικά της οικίας περί τις €2.500, μόνωση οικίας και κλιμακοστασίου λόγω διαρροών από σπασμένες σωλήνες περί τα €1.500, βάψιμο ολόκληρης της οικίας εξαιτίας συνεχών διαρροών των υδραυλικών περί τις €5.
  21. Συνεχόμενες επιδιορθώσεις εξωτερικά και εσωτερικά του σπιτιού οι οποίες γίνονται κάθε 4 μήνες λόγω της συνεχούς υγρασίας, και οι οποίες μέχρι σήμερα ανέρχονται στο ποσό των €13.
  22. Έλεγχος με κάμερα και εντοπισμός σπασμένης αποχέτευσης από μεγάλη σπόντα και επιδιόρθωση €357, μπογιάτισμα και σπάτουλα τουαλέτα εξωτερικά και εσωτερικά €600, αλλαγή και εγκατάσταση υδραυλικών σωλήνων τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά της οικίας η οποία κόστισε περί τις €1.800". Δεν είναι μόνο το λεκτικό και η χρήση της λέξης "περί" στα τέσσερα πρώτα κονδύλια η οποία δημιουργεί από μόνη της αμφιβολίες για το ύψος αλλά και την ίδια την πληρωμή των πιο πάνω ποσών. Είναι περαιτέρω και η εμφανέστατη προχειρότητα των χειρόγραφων βεβαιώσεων από δύο φερόμενους τεχνίτες εκ των οποίων του πρώτου ούτε το ονοματεπώνυμο δεν μπορεί να διαβαστεί. Οι τεχνίτες αυτοί δεν έχουν κληθεί να καταθέσουν και ασφαλώς η μαρτυρία τους ως προς την αιτία των ζημιών κρίνεται με βάση το άρθρο 27 του Κεφ. 9 που αφορά εξ ακοής μαρτυρία. Δεν υπάρχει επί τούτου στοιχείο ή ένδειξη ενώπιόν μου στη βάση του οποίου θα μπορούσαν να κριθούν ως ειδικοί για την αιτία των υγρασιών ή της σκουριάς. Κυρίως ελλείπει οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να επιβεβαιώσει την αναφορά τους ότι όλα όσα αποδίδουν σε υδραυλικές (ή γενικά σε διαρροές), προέρχονται πράγματι από υδραυλικές διαρροές οι οποίες μάλιστα, διήρκεσαν από το 2008 μέχρι το 2010 ως ο ισχυρισμός που προκύπτει από τις αναφορές του δεύτερου (του κ. Ευθυμίου). Το πέμπτο κονδύλι στηρίζεται κατά παρόμοιο τρόπο σε μια άλλη πρόχειρη σημείωση (πάλι του κ. Ευθυμίου),στην οποίαν αναφέρει ότι από το 2010 μέχρι το 2018, λόγω σοβαρών διαρροών και πάλι, κάθε τέσσερις μήνες περίπου προέβαινε σε επιδιορθώσεις στους εσωτερικούς και εξωτερικούς τοίχους λόγω υγρασίας και ότι η χρέωσή του κάθε φορά ήταν περίπου €400‑
  23. Ο Μ.Ε. από μόνος του (και χωρίς δικογραφική κάλυψη) επεξέτεινε την περίοδο αυτή απαιτώντας €13.000 μέχρι και σήμερα (το 2020), κάτι που παραπέμπει σε €1.300 ετησίως, χωρίς βέβαια να το εξειδικεύσει ο ίδιος και σίγουρα χωρίς οποιαδήποτε απόδειξη πληρωμής οποιουδήποτε ποσού. Παρόμοιας φύσης είναι και το έβδομο κονδύλι των €600 για το οποίο παρουσιάστηκε μια απόδειξη ακόμα πιο πρόχειρη, χωρίς καν όνομα εισπράξαντος, με την περιγραφή για "μπογιάτισμα και σπάτουλα στην τουαλέτα". Στη βάση των πιο πάνω, δεν μπορώ να δεχθώ τους ισχυρισμούς του Μ.Ε. ότι υπήρχαν οι πιο πάνω ζημιές από το 2008 έως το 2010 και ότι δεν τις ανέφεραν στην Πωλήτρια και πολύ περισσότερο ότι αυτές οφείλονται σε υδραυλικές διαρροές όπως έχει καταγραφεί στις πρόχειρες σημειώσεις των δύο πιο πάνω προσώπων. Τα μόνα τιμολόγια τα οποία είναι κανονικά αριθμημένα και περιέχουν πλήρεις λεπτομέρειες για τις εργασίες είναι τα αναφερόμενα στο έκτο και όγδοο από τα κονδύλια που κατέγραψε ο Μ.Ε. Σε αυτά αναφέρθηκε και κατά την προφορική του μαρτυρία και δέχομαι ότι κατά το 2014 κατέβαλαν €1.800 για εξωτερική υδραυλική εγκατάσταση (στην κεντρική παροχή, στο ισόγειο και τον όροφο) και ότι κατά το 2018 κατέβαλαν €357 για έλεγχο με κάμερα, εντοπισμό σπασμένης αποχέτευσης από μεγάλη σπόντα και επιδιόρθωση σωλήνας. Ούτε ως προς αυτές έχει παρουσιαστεί όμως οποιαδήποτε μαρτυρία για τη διασύνδεσή τους με τον τρόπο κατασκευής ή την ποιότητα υλικών. Δεν μπορώ να δεχθώ επ' αυτού τις εικασίες και την αόριστη μαρτυρία του Μ.Ε. Β. Μείον Εργασίες Όσον αφορά τυχόν συμφωνηθείσες εργασίες (περιλαμβανόμενες δηλαδή στο αρχικό τίμημα), ο Μ.Ε. λόγω της αοριστολογίας του δεν μπόρεσε να διευκρινίσει κατά πόσον δύο τέτοιες εργασίες είχαν πληρωθεί από τους Αγοραστές, ούτε εάν τα ποσά είχαν γίνει δεκτά και για αυτό είχε αφαιρεθεί το ποσό των €879 από το υπόλοιπο κατά την αποστολή της κατάστασης λογαριασμού στις 20.3.07, Τεκμήριο 7 (π.χ. για το ντεπόζιτο το ποσό των €239 και για την αγορά παρκέ το ποσό των €640). Πάντως ένα τέτοιο ποσό εντόπισε και ο Μ.Υ.4 και το προσέθεσε στις εισπράξεις, ανεβάζοντας το σύνολο των εισπράξεων στις Λ.Κ. 170.879, (σε αντίθεση με το ποσόν των Λ.Κ. 170.000 που οι διάδικοι κατέγραψαν στα δικόγραφα και στις γραπτές δηλώσεις τους) και μειώνοντας έτσι το οφειλόμενο υπόλοιπο σε Λ.Κ. 29.
  24. Δεν παραγνωρίζω ότι ο Μ.Ε. στη γραπτή δήλωσή του αναφέρθηκε απλά κατ' όνομα και σε άλλες τέτοιες εργασίες. Πλην όμως πρόκειται εμφανώς για γενικόλογες και αόριστες αναφορές για εργασίες σχετικά με πάγκους κουζίνα, μάρμαρα και νιπτήρες αφού δεν αναφέρει κάποιο ποσό ή κάτι συγκεκριμένο και κυρίως δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε απόδειξη για την πληρωμή τους από τους Αγοραστές. Γ. Ενοίκια-Αμοιβή Αρχιτεκτόνων-Τόκοι Δέχομαι όμως τη θέση του Μ.Ε. ότι λόγω της καθυστέρησης στην παράδοση της οικίας παρέμειναν για ακόμα πέντε μήνες σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα καταβάλλοντας ενοίκιο Λ.Κ. 425 μηνιαίως, άρα συνολικά υπέστησαν έξοδα ύψους Λ.Κ. 2.125 (Τεκμήρια 19 και 20). Επίσης, δέχομαι ότι κατέβαλαν οι ίδιοι ποσόν €1.190 σε αρχιτέκτονες για την προώθηση διαδικασίας καλυπτικής άδειας και διαχωρισμού των έξι οικιών (Τεκμήριο 9). Το ίδιο ισχύει και για το ότι κατέβαλαν τόκους ύψους €2.374,06 για το στεγαστικό τους δάνειο για την περίοδο 1.10.06 έως 31.12.06 ως βεβαιώνεται από το Τεκμήριο 21 και το οποίο επίσης δέχομαι. Δ. Επιπλέον Εργασίες-Διαφοροποιήσεις Όσον αφορά το ζήτημα επιπρόσθετων εργασιών, έχει ήδη φανεί πως η πρώτη σχετική αναφορά είχε γίνει στην επιστολή της Πωλήτριας ημερ. 1.3.
  25. Έχει επίσης διαφανεί πως μια εβδομάδα περίπου μετά οι Αγοραστές παρέλαβαν την οικία στις 9.3.07 υπογράφοντας επί του Τεκμηρίου 5 προς πλήρη ικανοποίησή τους "και αποδεχόμενοι όλες τις γενόμενες αλλαγές, εκτελεσθέντες (sic) καθ' υπόδειξη των ιδίων". Θα πρέπει να σημειώσω πως, γενικότερα, επιβεβαίωση για το ότι υπήρξαν αλλαγές και επιπρόσθετες εργασίες παρέχεται και από έγγραφα τα οποία κατέθεσαν οι Αγοραστές, όπως π.χ. τα τιμολόγια των ξυλουργών S.G.K. Ltd, στα οποία πέραν του μικρού αριθμού εργασιών βάσει των σχεδίων, περιέχεται και σειρά πολλών άλλων εργασιών οι οποίες έγιναν διαφορετικά από ό,τι προνοείτο στα σχέδια. Άλλωστε, παρά την αρχική απόλυτη άρνηση των Αγοραστών, αργότερα κατά τη μαρτυρία του ο Μ.Ε. δέχθηκε ότι υπήρξαν επιπλέον εργασίες αν και παραδόξως αρχικά υποστήριξε πως (ήταν "πολύ μικρές εργασίες" και ότι) αφορούσαν το μικρό ποσό που είχε αφαιρέσει η Πωλήτρια από το υπόλοιπο των Λ.Κ. 30.000 (ενώ στην πραγματικότητα θα έπρεπε να αναφερθεί σε επιπρόσθετο οφειλόμενο ποσό σε σχέση με το υπόλοιπο). Αλλά ακόμα και όταν του εξηγήθηκε, το μόνο το οποίο προέβαλε είναι πως δεν είχαν υπογράψει οτιδήποτε για να εκτελεστούν επιπλέον εργασίες. Η σύγχυση του Μ.Ε. όπως και η προσπάθεια υπεκφυγής ήταν εμφανής. Η επιμονή του στο ότι δεν είχαν υπογράψει οτιδήποτε οφείλετο προφανώς σε κάποιον όρο της σύμβασης (περί της ανάγκης να "προσυμφωνούνται"), πλην όμως πρόκειται περί παρερμηνείας αφού εκεί δεν τίθεται ως όρος η γραπτή συμφωνία για κάθε αλλαγή. Εν πάση περιπτώσει, θεωρώ εξωπραγματική και αβάσιμη τη θέση ότι η Πωλήτρια είχε οποιοδήποτε κίνητρο ή λόγο να διαφοροποιεί την οικοδομή και μάλιστα με κόστος δικό της. Συνεκτιμώντας και τα προαναφερθέντα, δεν μπορώ να δεχθώ τη θέση του. Δέχομαι επί του θέματος τη θέση του Μ.Υ. 1 ότι υπήρξαν διάφορες προσθαφαιρέσεις στις εργασίες. Το ερώτημα είναι ποια είναι η οικονομική αξία των αλλαγών αυτών; Ως προς το τεθέν πιο πάνω ερώτημα, εν πρώτοις αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως ο Μ.Υ.1 δεν υπέδειξε αναλυτικά τις επιπλέον εργασίες στις οποίες είχε αναφερθεί. Υποστήριξε μεν ότι παραμένει υπόλοιπο Λ.Κ. 11.763,75 αλλά ως προς τη λεπτομερή αναφορά παρέπεμψε σχετικά στην έκθεση του επιμετρητή που είχαν διορίσει, δηλαδή του Μ.Υ.
  26. Άλλωστε, είναι λογικό πως από εκεί έλαβε τον αριθμό στον οποίο αναφέρθηκε. Κατ' ακολουθίαν λοιπόν και εξετάζοντας τη μαρτυρία του Μ.Υ.4, σημειώνεται ότι με ρητή δήλωση του συνηγόρου των Αγοραστών τα προσόντα και η 45ετής πείρα του δεν έχουν αμφισβητηθεί και αναμφίβολα αυτός, ως εμπειρογνώμονας στον τομέα της επιμέτρησης, αξιολογείται με βάση τις γνωστές και καλά καθιερωμένες αρχές. Δεν θεωρώ ότι είναι αναγκαία η λεπτομερής παράθεσή τους για σκοπούς της παρούσας. Αρκεί να λεχθεί πως όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Μελικίδης ν. Παπαγεωργίου

(2013)1(Α) Α.Α.Δ.832 για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων ισχύουν οι ίδιοι κανόνες που ισχύουν στην περίπτωση κάθε άλλου μάρτυρα. Το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, επιστημονικές πληροφορίες, ούτως ώστε το δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας αυτές τις πληροφορίες στα αποδειχθέντα ενώπιόν του γεγονότα, να σχηματίσει τη δική του κρίση. (Βλ. Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ.2298). Έχοντας παρακολουθήσει τον Μ.Υ.4, είμαι ικανοποιημένος ότι είχε τα προσόντα να μελετήσει τα σχέδια και επισκεπτόμενος την οικία να διαπιστώσει τις επιτόπου διαφοροποιήσεις οπότε με βάση τις γνώσεις του να κοστολογήσει τις εργασίες και τα υλικά αυτά. Βέβαια αυτά υπό τον όρο πάντοτε ότι το αναγκαίο υπόβαθρο τίθεται και ενώπιον του Δικαστηρίου ούτως ώστε να μπορεί να κρίνει τα συμπεράσματά του. Στην παρούσα υπάρχουν κάποιες εργασίες για τις οποίες δεν έχει τεθεί με την αναγκαία λεπτομέρεια ή επάρκεια το υπόβαθρο αυτό, ενώ και ο ίδιος φαίνεται να έχει επεκταθεί σε κάποια θέματα τα οποία δεν ανήκαν στην αρμοδιότητά του, ως εξηγείται πιο κάτω. Με εξαίρεση αυτά τα ζητήματα θεωρώ τον Μ.Υ.4 αξιόπιστο και ειλικρινή μάρτυρα, στον οποίο μπορώ με ασφάλεια να βασιστώ. Εντός των πιο πάνω πλαισίων, δέχομαι από τη μαρτυρία του πως πριν τις 5.3.07, ημερομηνία της έκθεσής του, η Πωλήτρια τού είχε αναθέσει να εντοπίσει τις προσθαφαιρέσεις και να ετοιμάσει σχετική κατάσταση, όπως και ο ίδιος έχει τιτλοφορήσει την έκθεσή του, Τεκμήριο
  1. Προς τούτο, τού είχαν παραδοθεί το Τεκμήριο 1 με τα επισυνημμένα Σχέδια και τις Προδιαγραφές. Φαίνεται όμως πως παράλληλα είχε στη διάθεσή του και αρκετά άλλα έγγραφα ή πληροφορίες σχετικά με την όλη συναλλαγή, τα οποία σχολιάζονται κατωτέρω. Δεν θα συμφωνήσω ότι ανήκε στη δική του αρμοδιότητα ή ότι είχε τις γνώσεις να κρίνει και αποφασίσει κατά πόσον οι καθυστερήσεις δημιουργήθηκαν ένεκα των αλλαγών ή των αποφάσεων ή της προμήθειας υλικών ή της επιλογής υπεργολάβων. Άλλωστε, ο ίδιος διορίστηκε εντός του 2007 και μάλιστα σχετικά πρόσφατα σε σχέση με την παράδοση της οικίας. Ούτως ή άλλως όμως αυτό είναι έργο του Δικαστηρίου το οποίο επιτελείται στη βάση γεγονότων τα οποία αποδεικνύονται ενώπιόν του. Δεν μπορώ να βασιστώ στη γνώμη του Μ.Υ.4 για αυτό το επιμέρους θέμα. Στα πλαίσια της εμπειρογνωμοσύνης του η ουσιαστική εργασία την οποίαν ανέλαβε ο Μ.Υ.4 ήταν να εξεύρει τις διαφορές βάσει του συμβολαίου. Προφανώς η Πωλήτρια τον διόρισε διότι είχε ήδη υπόψιν της τα παράπονα για τη μη τήρηση της προθεσμίας παράδοσης. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, είναι σαφές ότι ο Μ.Υ.4 δεν περιορίστηκε σε ζητήματα τα οποία θα ήταν αυταπόδεικτα από μια σύγκριση των σχεδίων με τα όσα διαπίστωσε ο ίδιος επιτόπου. Αναμφίβολα, η μελέτη της έκθεσης και της μαρτυρίας του δεικνύει ότι προχώρησε και εξέτασε αφενός σειρά εγγράφων, τα οποία δεν προσκόμισε (π.χ. αποδείξεις, τιμολόγια κλπ) και αφετέρου άκουσε μαρτυρία εκ μέρους της Πωλήτριας η οποία επίσης δεν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο (π.χ. "κτίσιμο και χάλασμα αποθήκης", "αφαίρεση και επανατοποθέτηση κεραμικών", βοήθειες σε υπεργολάβους κλπ). Είναι πολύ χαρακτηριστικό από τη μαρτυρία του πως δεν γνώριζε για κάποια ζητήματα (όπως της αποθήκης) και ότι υπέθετε χωρίς να έχει ιδία γνώση. Ουσιαστικά, ελλείπει το υπόβαθρο πραγματικών γεγονότων για κάποιες από τις εργασίες ή κονδύλια, τα οποία έχει αποδεχθεί και έχει συνυπολογίσει στην έκθεσή του. Η έλλειψη αυτή δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να ελέγξει τις διαπιστώσεις του Μ.Υ.4 και να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα. Αυτά είναι τα εξής: I. Διαφορά Κόστους Αγοράς Ειδών Υγιεινής Αναφέρεται σε διαφορά κόστους ύψους Λ.Κ. 113,66, χωρίς να έχουν παρουσιαστεί τα τιμολόγια υπ' αρ. ...561 ή ...367 ή άλλη μαρτυρία σχετικά με την αγορά και τοποθέτηση πιο ακριβών ειδών υγιεινής. Ούτε ο ίδιος εξήγησε πώς κατέληξε σε τέτοιο συμπέρασμα. II. Ηλεκτρολογικές Εργασίες (εσωτερικά) Αναφέρεται σε κόστος ύψους Λ.Κ. 168 για βοήθειες εργολάβου προς τον ηλεκτρολόγο, χωρίς να υπάρχει μαρτυρία για αυτές, τι συγκεκριμένα ήταν και κυρίως για ποιο λόγο πρέπει να θεωρηθούν ως επιπρόσθετες εργασίες σε μια οικία και δη στο εσωτερικό της μέρος. III. Κτίσιμο και Χάλασμα Αποθήκης Αναφέρεται σε επιπλέον κόστος ύψους Λ.Κ. 415 για εργατικά, υλικά και χρήση εργαλείων, χωρίς να έχει όμως προσφερθεί μαρτυρία για την ενέργεια αυτή ή το πώς ο ίδιος έλαβε γνώση για την εργασία, τα υλικά και τα εργαλεία που πραγματικά απαιτήθηκαν. IV. Καγκελόπορτα Αναφέρεται σε κόστος ύψους Λ.Κ.85 για αφαίρεση και επανατοποθέτηση κεραμικών, σκάψιμο και συναφείς εργασίες και πάλι χωρίς να έχει δοθεί μαρτυρία για τη διενέργεια τέτοιων εργασιών, τον χρόνο που απαιτήθηκε και το πώς υπολόγισε τις ώρες αυτές. V. Οικοδομικές Βοήθειες Εργολάβου Αναφέρεται σε βοήθειες εργολάβου προς ηλεκτρολόγο και υπεργολάβο πισίνας, συνολικού ύψους Λ.Κ. 356 χωρίς να έχει δοθεί μαρτυρία για τα φωτιστικά σημεία, για κανάλια κλπ ή για το πώς ο ίδιος έλαβε γνώση για τέτοιου είδους βοήθειες. Η κατάσταση είναι διαφορετική για όλες τις υπόλοιπες εργασίες και διαφορές, τις οποίες συμπεριέλαβε στην έκθεσή του ο Μ.Υ.
  2. Διαπιστώνεται μέσα από τη μαρτυρία του ότι αυτό το οποίο έπραξε είναι, με επισκέψεις του επιτόπου, να εντοπίσει τις εργασίες και κατασκευές τις οποίες διενήργησε ή προσέθεσε η Πωλήτρια παρότι δεν προνοούντο στη συμφωνία, στα σχέδια και στις προδιαγραφές. Βασικά, τα όσα αναφέρει στην έκθεσή του για τις προσθήκες αυτές δεν έχουν αντικρουστεί ούτε από την πλευρά των Αγοραστών με κάποια συγκεκριμένη μαρτυρία. Η θέση του Μ.Ε. ότι οι Αγοραστές δεν είχαν υπογράψει οτιδήποτε για επιπλέον εργασίες, αφήνει να νοηθεί το ευφάνταστο πως όλες αυτές τις εργασίες τις προώθησε η Πωλήτρια από μόνη της. Η ίδια η συμφωνία δεν προνοούσε την υπογραφή οποιουδήποτε ειδικού εγγράφου. Απαιτούσε απλά να "προσυμφωνούνται" οι εργασίες αυτές και είναι εντελώς εκτός πραγματικότητας και λογικής ο ισχυρισμός ότι η Πωλήτρια προέβη σε αυτές τις εργασίες, χωρίς να έχει λάβει οδηγίες. Άλλωστε, εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο, εύλογα θα ανέμενε κάποιος να είχαν επισημάνει οι Αγοραστές σε κάποια από τις επιστολές τους ότι είχαν γίνει αλλαγές και να ζητούσαν επαναφορά στα προβλεπόμενα από τα σχέδια. Οι υπόλοιπες αυτές εργασίες, για τις οποίες δέχομαι γενικά τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 και ειδικότερα του Μ.Υ. 4 τόσο ως προς το ότι έγιναν όσο και ως προς το κόστος τους, είναι οι εξής: Α/Α Περιγραφή Εργασίας Αξία Λ.Κ.
  3. Άνοιγμα παραθύρου στο κλιμακοστάσιο 148
  4. Περιποίηση χωμάτων και τοποθέτηση screed 1.620
  5. Αγορά και τοποθέτηση κεραμικών δαπέδων 3.645
  6. Περιποίηση χωμάτων και τοποθέτηση σκυροδέματος στο κιόσκι 144
  7. Κεραμικά γύρω από την πισίνα 705
  8. Δάπεδο δίπλα από την πισίνα 102
  9. Τοποθέτηση περιζώματος γύρω από την πισίνα 465
  10. Κατασκευή γούρνας στην αυλή 796
  11. Τοιχαράκι ανθώνα-κτίσιμο 702
  12. Σκυβαλαποθήκη-κεραμικά 148 8.475 Λ.Κ. Ε. Παραλαβή Οικίας Επιστρέφοντας στα γεγονότα τα οποία αφορούν την παραλαβή της οικίας, υπενθυμίζεται ότι από την 1.3.07 η Πωλήτρια είχε δηλώσει την προθυμία της για συνάντηση προς επίλυση των οικονομικών διαφορών και παράδοση αφού διευθετούντο τα οφειλόμενα. Εκ του αποτελέσματος, συμπεραίνεται πως επετεύχθη το δεύτερο σκέλος, αυτό της παράδοσης στις 9.3.07 πλην όμως όχι η διευθέτηση των οικονομικών ζητημάτων και βέβαια εξαιτίας αυτού ούτε η εξόφληση των οφειλόμενων. Υπενθυμίζεται επίσης, πως τουλάχιστον το υπόλοιπο του τιμήματος βάσει του συμβολαίου, κατέστη πληρωτέο και έπρεπε να καταβληθεί με την παράδοση της οικίας (αρχικά Λ.Κ. 30.000). Όταν ο Μ.Ε. ρωτήθηκε ειδικά ως προς τον λόγο για τον οποίο δεν κατέβαλαν το υπόλοιπο αφού είχαν παραλάβει την οικία, απάντησε ως εξής: "A. Διότι εκτός από τις 30.000 λίρες, η εταιρεία ζήτησε ακόμα ένα μεγάλο ποσό έξτρα εργασίες για τις οποίες ουδέποτε είχαμε υπογράψει ή συμφωνήσει οτιδήποτε, καμιά υπογραφή για έξτρα δεν συμφωνήσαμε, ούτε διατακτικό υπόγραψα, ούτε τίποτε". Βέβαια, είναι και εδώ προφανές πως ο Μ.Ε. δεν ενθυμείτο με ακρίβεια τα γεγονότα. Η αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων καταδεικνύει πως δεν ήταν η διαφορά ως προς τις επιπλέον εργασίες το βασικό πρόβλημα αλλά η απαίτηση για παροχή ικανοποιητικών εγγυήσεων περί της έκδοσης τίτλου, όπως είχαν αναφέρει οι Αγοραστές στο Τεκμήριο 8 ημερ. 26.4.07, καθώς και στο Τεκμήριο 11 ημερ. 30.11.07, όπου και απαίτησαν ρητώς την εμφάνιση της Πωλήτριας στην Ελληνική Τράπεζα για να καταθέσει εγγυητική σε σχέση με το υπόλοιπο το οποίο εκείνοι αναγνώριζαν, δηλαδή το υπόλοιπο τιμήματος αγοράς και να πληρωθεί. Αυτό επανέλαβαν και μετά τον τερματισμό με το Τεκμήριο 13 ημερ. 9.3.
  13. Είναι λογικό πως εάν επιλύετο το βασικό θέμα της καταβολής του οφειλόμενου υπολοίπου αγοράς, τότε θα παρέμενε μόνο το επιμέρους ζήτημα των επιπλέον εργασιών. Το θέμα όμως αυτό άπτεται της νομικής ανάλυσης των εγειρόμενων θεμάτων καθότι όντως υπήρχε σχετικός όρος για παροχή εξασφάλισης κατά την καταβολή της τελευταίας δόσης του τιμήματος αγοράς. ΣΤ. Άλλες Αξιώσεις Πωλήτριας (Τόκοι, Φόροι κλπ) Έχει ήδη αναφερθεί πως δεν έχουν αμφισβητηθεί από τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 τα σημεία 16Ε έως 16ΚΑ της γραπτής δήλωσής του και χωρίς να σημαίνει ότι η Πωλήτρια δικαιούται όλα αυτά τα ποσά, δέχομαι ότι προέβη στις εξής δαπάνες: "Ε. Έξοδα Εγγυητικών 9/12/05-9/12/06 €601,43 ΣΤ. Έξοδα Εγγυητικών 28/3/20065-9/12/2007 €287,05 Ζ. Έξοδα Εγγυητικών LG 230/05-2010 €512,00 Η. Φόρος Ακίνητης Ιδιοκτησίας €208,00 Θ. Δημοτικός Φόρος €345,24 Ι. Αποχετευτικά 2009 €865,00 Κ. Ασφάλεια €236,00 ΚΑ. Αρχή Ηλεκτρισμού και Υδατοπρομήθεια €899,95" Όπως έχει ήδη σημειωθεί πιο πριν, ο Μ.Υ.1 δεν ήταν καθόλου πειστικός σε σχέση με τις αξιώσεις τις οποίες συμπεριέλαβε στις παραγράφους 16Β έως 16Δ, 16ΚΒ και 16ΚΔ της γραπτής του δήλωσης. Ο Μ.Υ.1 απλώς επανέλαβε τα καταγραφέντα στην έκθεση απαίτησης, (ακόμα και την εσφαλμένη αναφορά σε έτος "20065" αντί 2006), με εξαίρεση το ποσό των €6.014,30 το οποίο διόρθωσε σε €601,30, χωρίς να διορθώσει τη συνολική αξίωση. Για τους τόκους ζήτησε για τα έτη 2007, 2008 και 2010 διάφορα ποσά χωρίς να εξηγήσει αφενός για ποιο λόγο άφησε πίσω το 2009 και αφετέρου πώς προκύπτουν αυτά τα ποσά ενώ το ίδιο έπραξε για τα έξοδα επιμέτρησης και τους τόκους επιπλέον εργασιών. Το λογικό είναι πως για όλα αυτά θα υπήρχαν (ή έπρεπε να υπήρχαν) έγγραφα τα οποία επεξηγούν και επιβεβαιώνουν τέτοιες τυχόν δαπάνες. Η αλήθεια είναι πως κατέγραψε στη δήλωσή του ότι επισυνάπτει σχετικά έγγραφα. Στην πραγματικότητα όμως τίποτε δεν έχει επισυνάψει σχετικά με όλα αυτά τα κονδύλια. Σχετικά με την παράγρ. 16ΚΒ, ούτε ακόμα και ο Μ.Υ.4 δεν ανέφερε κάτι για την αμοιβή του. Ούτε και παρουσίασε κάποιο τιμολόγιο ή κάποια απόδειξη είσπραξης. Είναι πολύ καλά γνωστή η αρχή πως τέτοιου είδους δαπάνες ή αποζημιώσεις θα πρέπει να αποδεικνύονται με σαφήνεια και αυστηρότητα (βλ. Πίριλλος ν. Κονναρή
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1153). Η υποχρέωση ανήκε στην πλευρά του Μ.Υ.1 να τα εξηγήσει και να πείσει το Δικαστήριο για τις λεπτομέρειές τους, το ύψος τους, την αναγκαιότητά τους και το ότι πράγματι τα έχει επιβαρυνθεί η ίδια. Δεν έχω πειστεί από τη γενικόλογη αυτή καταγραφή τους και δεν δέχομαι το μέρος αυτό της μαρτυρίας του Μ.Υ.1. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Όσον αφορά τη νομική πτυχή της υπόθεσης, το πρώτο εγειρόμενο ζήτημα αφορά το κατά πόσον υπήρξε παράβαση της σύμβασης πώλησης και από ποιο συμβαλλόμενο. Σύμφωνα με το άρθρο 51 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, εάν η σύμβαση συνίσταται από αμοιβαίες υποχρεώσεις ταυτοχρόνως εκπληρωτέες, τότε κανένας από τους συμβαλλόμενους δεν υποχρεούται σε εκπλήρωση της δικής του υποχρέωσης εκτός εάν και ο αντισυμβαλλόμενός του είναι έτοιμος και πρόθυμος να εκπληρώσει την υποχρέωση με την οποία βαρύνεται (Σπύρου ν. Aristo Developers Ltd
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1159). Βασικά, όλοι οι συμβαλλόμενοι έχουν υποχρέωση να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους ή να προσφέρονται ως έτοιμοι να το πράξουν. Στην περίπτωση που υπάρχει αθέτηση κάποιας συμφωνίας, το αθώο μέρος έχει το δικαίωμα είτε να τερματίσει τη σύμβαση και να ζητήσει αποζημιώσεις είτε να επιμείνει στην τήρησή της και να ζητήσει αποζημιώσεις (Θεοχαρίδης ν. Ιωάννου κ.ά. Πολ. Εφ. 23/2009, ημ. 20.6.12). Στην παρούσα περίπτωση δεν εγείρεται οποιοδήποτε ζήτημα όσον αφορά την καταβολή των δύο πρώτων δόσεων από πλευράς των Αγοραστών. Μάλιστα, μετά από μαρτυρία της Πωλήτριας (ήτοι του Μ.Υ.4), είναι δεκτό πως οι Αγοραστές πιστώθηκαν και με άλλο ποσό το οποίο δεν είχαν καν αναφέρει οι ίδιοι (αφού στο δικόγραφο και στη μαρτυρία τους ισχυρίζοντο ότι κατέβαλαν μόνο Λ.Κ.170.000). Εν πάση περιπτώσει, το ποσόν των Λ.Κ.29.121 που είχε καταγράψει ο Μ.Υ.4 ισοδυναμεί με €49.756 που είναι το ποσόν που αναγνωρίζουν οι Αγοραστές και το οποίο κατέθεσαν μάλιστα και στο Κτηματολόγιο. Το πρώτο ζήτημα το οποίο εγείρεται αφορά την υποχρέωση της Πωλήτριας να παραδώσει την κατοικία συμπληρωμένη στις 30.9.
  1. Αλλά και επ' αυτού δεν υπάρχει οποιαδήποτε αντιμαχία αφού είναι δεκτό από την Πωλήτρια ότι καθυστέρησε η ολοκλήρωση των εργασιών και ότι εν τέλει η κατοικία παραδόθηκε στις 9.3.
  2. Σαφέστατα πρόκειται για παράβαση της υποχρέωσης την οποία είχε η Πωλήτρια. Οι αγοραστές τότε δεν άσκησαν το δικαίωμά τους για τερματισμό. Επέλεξαν να εμμείνουν στην τήρησή της και να διεκδικήσουν αποζημιώσεις, πράγμα το οποίο έπραξαν με την αγωγή την οποίαν ήγειραν λίγους μήνες αργότερα. Η Πωλήτρια επιχείρησε να αποδώσει την ευθύνη για την καθυστέρηση στους Αγοραστές, επικαλούμενη βασικά τον όρο 2.6 της συμφωνίας και προβάλλοντας ότι λόγω των αλλαγών και των επιπλέον εργασιών, τις οποίες είχαν ζητήσει οι Αγοραστές, απαιτήθηκε κάποιος περαιτέρω, εύλογος ως ισχυρίστηκε, χρόνος για τη συμπλήρωση της κατοικίας. Θα πρέπει όμως να λεχθεί πως δεν έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία, η οποία θα δικαιολογούσε ένα τέτοιο εύρημα ή συμπέρασμα. Είναι γεγονός πως έχει γίνει δεκτή η θέση της Πωλήτριας για σημαντικό μέρος των επιπλέον εργασιών, πλην όμως αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι απαιτούντο ή δικαιολογούντο πέντε περαιτέρω μήνες μέχρι την ολοκλήρωση της οικοδομής εξαιτίας αυτών. Για ένα τέτοιο συμπέρασμα, ασφαλέστατα απαιτείτο εξειδικευμένη μαρτυρία η οποία θα κατεδείκνυε ότι, για τις εργασίες ή αλλαγές αυτές, απαιτείτο τέτοιος εργασιακός χρόνος που ισοδυναμεί με πέντε μήνες ή ότι για κάποιον άλλο λόγο οι εργασίες αυτές οδήγησαν στην πολύμηνη αυτή καθυστέρηση. Δεν υπήρξε όμως τέτοια μαρτυρία, ως έχει λεχθεί και δεν δέχομαι την εισήγηση της Πωλήτριας επ' αυτού του θέματος. Η πιο πάνω συμπεριφορά της Πωλήτριας συνιστά παράβαση. Αναμφίβολα, τα ενοίκια τα οποία κατέβαλαν οι Αγοραστές για αυτούς τους πέντε μήνες συνιστούν δαπάνες και ζημιές οι οποίες προέκυψαν λόγω της παράβασης εκ μέρους της Πωλήτριας για τις οποίες και δικαιούνται να αποζημιωθούν, δεδομένου ότι αν παρελάμβαναν εγκαίρως την κατοικία τους δεν θα κατέβαλλαν ενοίκια για διαμονή σε άλλον χώρο. Δικαιούνται λοιπόν σε απόφαση για το ποσό των Λ.Κ. 2.
  3. Ας σημειωθεί εδώ ότι συμφωνώ ότι δικαιούνται σε αποζημίωση και για το ποσόν των €1.190 που κατέβαλαν σε αρχιτέκτονες αφού η προώθηση της έκδοσης ξεχωριστών τίτλων βάρυνε την πλευρά της Πωλήτριας, ως επιβεβαιώνεται από την παραχώρηση σχετικής εγγυητικής για αυτόν τον σκοπό. Αντιθέτως, δεν συμφωνώ με το ότι υπάρχει οποιαδήποτε νομική βάση που τους παρέχει δικαίωμα να αποζημιωθούν για τόκους ύψους €2.374,06, δεδομένου ότι αυτοί δεν συνδέονται και ασφαλώς δεν προέκυψαν λόγω της καθυστέρησης παράδοσης της οικίας, αλλά λόγω σύναψης δανείου από τους ίδιους. Το επόμενο θέμα ‑ και το ουσιώδες της υπόθεσης ‑ σχετίζεται με τις εκατέρωθεν αμοιβαίες υποχρεώσεις κατά το στάδιο της παράδοσης. Ο σχετικός όρος 1.2Γ του Τεκμηρίου 1 είναι σαφέστατος και δεν χωρεί οποιαδήποτε παρερμηνεία. Βάσει αυτού, θα έπρεπε να καταβληθεί: "Γ. Το ποσόν των Λ.Κ. 30.000.‑ (Τριάντα χιλιάδων λιρών Κύπρου) με την παράδοση της κατοικίας και μετά από εξασφάλιση από τον Πωλητή για το ποσό των Λ.Κ. 30.000". (έμφαση δοθείσα) Από τον πιο πάνω όρο, είναι σαφές ότι με την παράδοση ενεργοποιείτο μεν υποχρέωση των Αγοραστών να καταβάλουν το υπόλοιπο του τιμήματος, αλλά αυτή ήταν συνδεδεμένη με μια άλλη υποχρέωση της Πωλήτριας. Ουσιαστικά, η υποχρέωση των Αγοραστών ήταν αμοιβαία με την υποχρέωση της Πωλήτριας να παράσχει εξασφάλιση για το ποσό το οποίο εκκρεμούσε. Έχει καταστεί επίσης σαφές πως με τον όρο "εξασφάλιση" τα δύο μέρη εννοούσαν την παροχή τραπεζικής εγγύησης, όπως και είχαν εφαρμόσει με τις παλαιότερες πληρωμές. Το να αναζητηθεί η εξήγηση ή η δικαιολογία για κάτι τέτοιο δεν είναι βέβαια απαραίτητο για την προηγηθείσα ερμηνεία, αφού ο όρος είναι σαφής. Όμως ενόψει του ότι το θέμα αφορά και αξίωση στην αγωγή της Πωλήτριας, να σημειωθεί πως εξαιτίας των παλαιότερων υποθηκών, της αδυναμίας άμεσης μεταβίβασης και του ότι οι Αγοραστές προέβαιναν στην αγορά λαμβάνοντας στεγαστικό δάνειο για το οποίο δεν μπορούσαν να υποθηκεύσουν ακόμα την οικία ή μέρος της γης, ήταν απαραίτητο να δίδει εγγυητικές η Πωλήτρια ούτως ώστε να εγκρίνει (ή αποδεσμεύει) το δάνειο η Ελληνική Τράπεζα και να πληρώνεται η Πωλήτρια. Ουσιαστικά λοιπόν, ήταν όρος τον οποίον ζήτησαν οι Αγοραστές για την εξασφάλιση της τράπεζάς τους σε σχέση με τη χρηματοδότηση της αγοράς μέσω του στεγαστικού δανείου το οποίο παραχωρούσε. Απόδειξη και επιβεβαίωση των πιο πάνω είναι ο μεταγενέστερος όρος 1.6 του Τεκμηρίου 1, ο οποίος έχει ως εξής: "1.6 Σε περίπτωση που ο Πωλητής καλέσει τον Αγοραστή να του παραχωρήσει τίτλο ιδιοκτησίας μεριδίου γης αναφορικά με την αναφερθείσα στο παρόν συμβόλαιο κατοικία, τότε ο αγοραστής υποχρεούται να δεχτεί μεταβίβαση μεριδίου γης και ταυτόχρονα να προβεί σε όλες τις ενέργειες προς ακύρωση όλων των Εγγυητικών που αφορούν την αναφερθείσα κατοικία. Μετά δε την μεταβίβαση μεριδίου γης αμφότερα τα μέρη υποχρεούνται όπως προβούν σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες και συνυπογράφουν οποιαδήποτε έγγραφα ζητηθούν από τις αρμόδιες αρχές για την έκδοση ξεχωριστού τίτλου της κατοικίας επ' ονόματι του Αγοραστή". (έμφαση δοθείσα) Παρατηρείται λοιπόν, πως μόλις η Πωλήτρια θα ήταν σε θέση να μεταβιβάσει τίτλο μεριδίου γης αναφορικά με την κατοικία, οι Αγοραστές ήταν υποχρεωμένοι να δεχθούν τέτοια μεταβίβαση και κυρίως να προβούν "σε όλες τις ενέργειες προς ακύρωση όλων των εγγυητικών" που θα είχαν δοθεί σχετικά με την αγορά. Δεν απαιτείται ιδιαίτερη ανάλυση για να διαπιστωθεί ότι η παροχή της αναγκαίας εξασφάλισης ήταν ακριβώς αυτό το οποίο είχαν ζητήσει οι Αγοραστές με την επιστολή τους ημερ. 26.4.07, Τεκμήριο 8, ήτοι εγγυήσεις ικανοποιητικές περί της έκδοσης του τίτλου ιδιοκτησίας. Ήταν αυτό το οποίο απαιτείτο για την εκταμίευση του δανείου, πράγμα το οποίο επανέλαβαν στις 30.11.07, Τεκμήριο 10, καλώντας την Πωλήτρια να εμφανιστεί στην τράπεζα με την εγγυητική για να πληρωθεί. Ουσιαστικά, η Πωλήτρια θα έπαιρνε το υπόλοιπο του τιμήματος εάν η τράπεζα έπαιρνε την εξασφάλιση που ζητούσε ούτως ώστε να χορηγήσει το δάνειο. Έχει προκύψει μέσα από την αξιολόγηση πως η διαφωνία σε σχέση με τις επιπλέον εργασίες περιέπλεξε κάπως την κατάσταση. Οι Αγοραστές αρνούντο να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό για επιπλέον εργασίες και η Πωλήτρια ένεκα τούτου, με τη σειρά της αρνείτο να συνεργαστεί και παραδώσει την εγγυητική, όπως της ζητήθηκε. Δεν θεωρώ και δεν συμφωνώ ότι η Πωλήτρια είχε τέτοιο δικαίωμα. Η υποχρέωσή της για παροχή εξασφάλισης ήταν ξεχωριστή και αμοιβαία σε σχέση με την καταβολή του υπολοίπου του τιμήματος. Όφειλε να την τηρήσει ή τουλάχιστον να προσφέρεται έτοιμη να την τηρήσει. Η εφαρμογή του μέρους αυτού της σύμβασης δεν επηρέαζε καθόλου την αξίωσή της για τις επιπλέον εργασίες. Αντιθέτως, η παροχή της εγγυητικής, όπως εξάλλου είχε εξαρχής συμφωνηθεί, θα επέτρεπε την είσπραξη από αυτήν και του τελευταίου μέρους της τιμής αγοράς. Η συμπεριφορά της Πωλήτριας και συγκεκριμένα το γεγονός ότι αρνήθηκε ή παρέλειψε να παρουσιάσει την εγγυητική δεν της έδιδε το δικαίωμα ακύρωσης ή τερματισμού της σύμβασης. Κατ' αναλογίαν προς όσα είχαν αποφασιστεί στην Σπύρου ν. Aristo (ανωτέρω) κρίνεται ότι και στην παρούσα ο τερματισμός από την Πωλήτρια δεν επέφερε οποιοδήποτε έγκυρο αποτέλεσμα. Ας σημειωθεί όμως, πως παρά τον τερματισμό στον οποίο είχε προβεί, εν τέλει η Πωλήτρια δεν φαίνεται να επιμένει στο να ακυρωθεί η πώληση ή στο να ανακτήσει την κατοικία ή στο να λάβει αποζημιώσεις για την απώλεια κατοχής. Όχι μόνο δεν έχει προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία προς τέτοια κατεύθυνση, αλλά ο Μ.Υ.1 έχει δηλώσει ρητώς στη γραπτή δήλωσή του (παράγρ. 17) πως οι Αγοραστές οφείλουν να εξοφλήσουν τα οφειλόμενο "πριν τη μεταβίβαση της εν λόγω κατοικίας", πράγμα το οποίο συνάδει και εξηγεί και την επιμονή της να πληρωθεί για τις επιπλέον εργασίες, καθώς και να αποζημιωθεί για την είσπραξη των εγγυητικών. Ας σημειωθεί επίσης, ότι στις οικονομικές αξιώσεις περιορίστηκαν και οι συνήγοροί της, οι οποίοι βέβαια δεν προώθησαν καθ' οιονδήποτε τρόπο το δικογραφηθέν διάταγμα έξωσης. Αλλά και οι Αγοραστές εξακολουθούν να διεκδικούν την κατοικία και να εισηγούνται την ειδική εκτέλεση της σύμβασης. Η επίδικη σύμβαση κατατέθηκε εμπρόθεσμα με βάση τις διατάξεις του τότε ισχύοντος Κεφ. 232 στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας. Έχει ήδη κριθεί πως η σύμβαση παραμένει σε ισχύ αφού ποτέ δεν έχει έγκυρα τερματιστεί ενώ διαπιστώνεται ότι και οι δύο πλευρές επιθυμούν την υλοποίησή της. Υπάρχει κάποιο υπόλοιπο αγοράς, πλην όμως αυτό είναι παραδεκτό από τους Αγοραστές. Μάλιστα, στην αγόρευσή τους δηλώνουν πως το οφειλόμενο ποσόν το έχουν καταθέσει στο Κτηματολόγιο και ότι είναι διαθέσιμο προς όφελος της Πωλήτριας σε πρώτη ζήτηση. Ειδικότερα όσον αφορά το ζήτημα της ειδικής εκτέλεσης επισημαίνεται κατ' αρχάς πως βάσει του άρθρου 16
(2)του μεταγενέστερου σχετικού περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Ν. 81
(1)/11, οι διατάξεις του εφαρμόζονται και εν σχέσει με συμβάσεις που είχαν κατατεθεί πριν την έναρξη του ακόμα και αν σε σχέση με αυτές εκκρεμούσε κατά την έναρξη ισχύος του νέου Νόμου οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία, όπως συμβαίνει και στην παρούσα περίπτωση, δεδομένου ότι η πρώτη αγωγή των Αγοραστών είχε καταχωριστεί κατά το 2010. Λαμβανομένων υπόψιν των αναγκαίων διατυπώσεων του άρθρου 6 του Ν. 81
(1)/11 αναμφίβολα η επίδικη σύμβαση είναι δεκτική ειδικής εκτέλεσης δεδομένου ότι: α) Η σύμβαση κατατέθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. β) Δεν εγείρεται ούτε και έχει προβληθεί οποιοδήποτε ζήτημα παραγραφής. Ζήτημα προκύπτει στις περιπτώσεις στις οποίες είτε δεν υπάρχει ο τίτλος, οπότε τίθενται αναγκαίοι όροι με βάση το άρθρο 7
(1)είτε εξακολουθεί να υφίσταται κάποια από τις παλαιότερες υποθήκες, οπότε θα πρέπει να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι οι Αγοραστές κατέβαλαν έναντι του ενυπόθηκου χρέους το ποσό που αναλογεί στη δική τους κατοικία, με βάση το άρθρο 7
(4). Όμως ο Μ.Υ.1 διαβεβαίωσε αφενός ότι έχουν εκδοθεί οι τίτλοι (πράγμα που επιβεβαιώνεται και από την ύπαρξη ειδοποίησης για διαδικασίαα εγκλωβισμένων αγοραστών) και αφετέρου ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε πρόβλημα με υποθήκη. Από δικής τους πλευράς οι Αγοραστές παρουσίασαν Πιστοποιητικό Έρευνας του 2014, χωρίς να προσκομίσουν οποιαδήποτε αντίθετη νεότερη μαρτυρία για τυχόν ύπαρξη υποθήκης μέχρι σήμερα. Εξάλλου, ούτε έχουν προωθήσει αξίωση εναλλακτικά για αποζημιώσεις στην περίπτωση που δεν θα μπορούσε να διαταχθεί ειδική εκτέλεση. Εν πάση περιπτώσει, εκλαμβάνω πως ακόμα και να υπήρχε απαίτηση από κάποιο δανειστή, οι Αγοραστές θα μπορούσαν, ως οφείλουν, να συμμορφωθούν με τις πρόνοιες του άρθρου 7
(4)του Ν.81
(1)/11, ήτοι να διευθετήσουν το μερίδιο τυχόν ενυπόθηκου χρέους που αναλογεί στη δική τους κατοικία. Εγγυητικές Επιστολές Η ουσιαστικότερη αξίωση της Πωλήτριας εταιρείας είναι η απαίτηση επιστροφής του ποσού των €165.086,02, με το οποίο χρεώθηκε η ίδια κατά την εκτέλεση των εγγυητικών επιστολών το 2015. Σε σχέση με αυτές, έχει ήδη καταγραφεί το ιστορικό έκδοσης και είσπραξης του πιο πάνω ποσού κατ' απαίτησιν της Ελληνικής Τράπεζας. Δεν έχουν παρουσιαστεί βέβαια οι ίδιες οι εγγυητικές, πλην όμως προκύπτει από τις επιστολές της Ελληνικής Τράπεζας (και όλοι συμφωνούν) πως αυτές είχαν δοθεί για την πιστή εκτέλεση υπό μορφή εξασφάλισης για το στεγαστικό δάνειο των αγοραστών. Είναι σαφές πως διασφάλιζαν την ίδια τη χρηματοδότηση μέσω της μεταβίβασης της κατοικίας επ' ονόματι των Αγοραστών. Είναι ακριβώς αυτή την παράλειψη που επικαλέστηκε κατά το 2015 η Ελληνική Τράπεζα, οπότε βέβαια η εκδώσασα την εγγυητική ΣΠΕ υποχρεώθηκε να την τιμήσει, καθότι μέχρι τότε όντως δεν είχε μεταβιβαστεί η κατοικία. Αυτό το οποίο ζήτησε η Ελληνική Τράπεζα ήταν βέβαια την πληρωμή του εξασφαλισμένου ποσού, το οποίο για την εν λόγω τράπεζα ήταν, όπως είναι λογικό, το οφειλόμενο υπόλοιπο του στεγαστικού δανείου, για το οποίο άλλωστε είχαν δοθεί και οι εξασφαλίσεις αυτές. Θεωρώ πως είναι αντιληπτό και αυτονόητο ότι εάν αυτό το δάνειο είχε εξοφληθεί δεόντως από το 2005 (που είχε δοθεί) έως το 2015 (που εισπράχθηκαν οι εγγυητικές), τότε η Ελληνική Τράπεζα ούτε λόγο θα είχε ούτε και θα ζητούσε την είσπραξη των εγγυητικών. Εντός των πιο πάνω πλαισίων δεν είναι καθόλου τυχαίο το ότι ως δικαιούχος των εγγυητικών αποκαλείτο η Ελληνική Τράπεζα. Προς εκείνη απευθύνοντο οι εγγυητικές, ως δικαιούχος αναφερόταν στην αλληλογραφία, εκείνη αρνήθηκε την ανανέωσή τους και εκείνη ζήτησε την εξόφληση του εξασφαλισμένου με αυτές ποσού βάσει του στεγαστικού δανείου, το οποίο είχε χορηγήσει χρηματοδοτώντας τους Αγοραστές για την απόκτηση οικίας. Η ενέργειά της όμως ήταν προς όφελος των Αγοραστών, για λογαριασμό των οποίων και ενήργησε εφόσον με αυτό τον τρόπο εξοφλήθηκε το δικό τους χρέος. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η περίπτωση αφορά τραπεζική εγγύηση η οποία εξασφάλιζε δάνειο των Αγοραστών και ειδικότερα την περίπτωση να μην έπαιρναν στο τέλος τίτλο ιδιοκτησίας, δηλαδή την ίδια την οικία ή έστω μερίδιο επί της γης, πράγμα το οποίο θα εσήμαινε ότι η χρηματοδότηση μέσω του στεγαστικού δανείου θα παρέμενε χωρίς αντάλλαγμα και χωρίς ενυπόθηκη εξασφάλιση, στην περίπτωση βέβαια που δεν εξυπηρετείτο από τους ίδιους τους Αγοραστές. Η φύση και τα χαρακτηριστικά της τραπεζικής εγγύησης εξηγούνται επαρκώς στο σύγγραμμα "Το Δίκαιο των Συμβάσεων", Π. Γ. Πολυβίου, 2014, Τόμος Β, σελ. 890 επ. Όπως αναφέρεται, η σημασία της τραπεζικής εγγύησης είναι ότι η εκδίδουσα (την εγγυητική) τράπεζα αναλαμβάνει την καταβολή του σχετικού ποσού μόλις το ζητήσει ο δικαιούχος και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ένσταση (πιθανόν να) έχει ο άλλος συμβαλλόμενος. Για παράδειγμα, στην παρούσα περίπτωση η ΣΠΕ ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει σε πρώτη ζήτηση το ποσό ασχέτως τυχόν ένστασης της Πωλήτριας εταιρείας (όπως και έπραξε). Απόρροια του ότι οι εγγυητικές ουσιαστικά θεωρούνται ως μετρητά και στην απουσία ισχυρότατου λόγου δεν νοείται η μη πληρωμή ή η μη εκτέλεσή τους (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ. 1235). Όπως εξηγείται στο πιο πάνω σύγγραμμα "Το Δίκαιο των Συμβάσεων" (σελ. 891‑894), τα τρία βασικά χαρακτηριστικά μιας εγγυητικής είναι ότι: 1. Η έκδοσή της συνιστά σύμβαση μεταξύ της εκδίδουσας τράπεζας και του δικαιούχου της εγγυητικής και δεν σχετίζεται με την κυρίως σύμβαση σε σχέση με την οποία εκδόθηκε. Είναι διαφορετική, ανεξάρτητη και αυτόνομη (βλ. ΣΠΕ Πέγειας ν. CAA Travel Media Ltd
(2008)1 Α.Α.Δ. 837).
  1. Η τραπεζική εγγύηση είναι ανέκκλητη επιβεβαίωση ότι θα πληρωθεί στη βάση των όρων της ανεξάρτητα από ενστάσεις ή αμφισβητήσεις (βλ. Hellenic Bank, άνω).
  2. Τα Δικαστήρια σπάνια επεμβαίνουν και δη μόνο στις περιπτώσεις δόλου, να εμποδίσουν την πληρωμή. Την πιο πάνω αυτονομία και αυτοτέλεια της τραπεζικής εγγύησης επικαλούνται οι Αγοραστές στην παρούσα, προβάλλοντας ότι δεν δικαιολογείται προσπάθεια παρεμπόδισης του προσώπου προς όφελος του οποίου εκδόθηκε η εγγυητική από το να υποβάλει απαίτηση ή της εκδότριας τράπεζα από το να προχωρήσει σε πληρωμή. Είναι όμως ηλίου φαεινότερο πως δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα στην παρούσα, δεδομένου ότι όλες οι πιο πάνω αρχές έχουν τηρηθεί. Κανένας δεν εμπόδισε την πληρωμή όταν απαιτήθηκε. Εξ ου και έχει πληρωθεί κανονικά. Η εισήγηση των Αγοραστών όμως ισοδυναμεί με το να κρατήσουν την κατοικία καταβάλλοντας μόνο το ποσό που κατέθεσαν στο Κτηματολόγιο, επωφελούμενοι της εξόφλησης του στεγαστικού τους δανείου από χρήματα που έχουν χρεωθεί στην Πωλήτρια κατά την εκτέλεση της εγγυητικής. Πλην όμως, η τραπεζική εγγύηση ανήκει μεν στην ειδική κατηγορία εγγυήσεων, αλλά δεν παύει από του να είναι εγγύηση. Η απάντηση στο εγειρόμενο θέμα δίδεται στην υπόθεση Comdel Commodities Ltd v. Siporex Trade SA, η οποία επεξηγείται στο σύγγραμμα "Paget's Law of Banking", 13η έκδοση, σελ. 864, στην παράγρ. 34.2 ως εξής: "34.2 The essential difference between a guarantee in the strict sense (ie a contract of suretyship) and a demand guarantee is that the liability of a surety is secondary, whereas the liability of the issuer of a demand guarantee is primary. A surety's liability is co-extensive with that of the principal debtor and, if default by the principal debtor is disputed by the surety, it must be proved by the creditor. Neither proposition applies to a demand guarantee. The principle which underlies demand guarantees is that each contract is autonomous. In particular, the obligations of the guarantor are not affected by disputes under the underlying contract between the beneficiary and the principal. If the beneficiary makes an honest demand, it matters not whether as between himself and the principal he is entitled to payment. The guarantor must honour the demand, the principal must reimburse the guarantor (or counter-guarantor), and any disputes between the principal and the benefici­ary, including any claim by the principal that the drawing was a breach of the contract between them, must be resolved in separate proceedings to which the bank will not be a party. As Potter LJ explained in Comdel Commodities Ltd v Siporex Trade SA1: 'Those authorities are to the effect that it is implicit in the nature of a performance bond that, in the absence of some clear words to a different effect, when the bond is called, there will at some stage in the future be an "accounting" between the parties to the contract of sale in the sense that their rights and obligations will finally be determined at some future date. The bond is a guarantee of due performance; it is not to be treated as representing a pre-estimate of the amount of damages to which the beneficiary may be entitled in respect of the breach of contract giving rise to the right to call for payment under the bond. If the amount of the bond is not enough to satisfy the seller's claim for damages, the buyer is liable to the seller for the damages in excess of the amount of the bond. On the other hand, if the amount of the bond is more than enough to satisfy the seller's claim for damages, the buyer can recover from the seller the amount of the bond which exceeds the seller's damages". (έμφαση δοθείσα) Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία πως οι υπό εκδίκαση δύο αγωγές συνιστούν την εκκαθάριση λογαριασμών μεταξύ των δύο συμβαλλόμενων ("accounting"), κατά την οποίαν έχουν διακριβωθεί τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις τους και ασφαλώς το δίκαιο επιβάλλει την απόδοση χρημάτων τα οποία έχουν καταβληθεί καθ' υπέρβαση των οφειλόμενων. Συνεπώς, οι Αγοραστές οφείλουν να επιστρέψουν τα χρήματα αυτά στην Πωλήτρια, η οποία και είχε χρεωθεί με το ισόποσο κατά την εκτέλεση των εγγυητικών. Υπόλοιπες Αξιώσεις Πωλήτριας Όσον αφορά τις αξιώσεις της Πωλήτριας υπό παράγρ. 16Β‑Δ, 16ΚΒ και 16ΚΔ της γραπτής δήλωσης του Μ.Υ.1, έχω ήδη αναφέρει πως δεν μπορούν να γίνουν δεκτές εν όψει της απουσίας οποιουδήποτε στοιχείου που να τις υποστηρίζει ή να καταδεικνύει τον τρόπο υπολογισμού ή το ότι έχουν δαπανηθεί τέτοια ποσά από την Πωλήτρια για τους σκοπούς που αναφέρει ή έστω ότι έχει χρεωθεί τέτοια ποσά για τέτοιους σκοπούς. Σχετικά με τα έξοδα εγγυητικών υπό 14Ε‑Ζ, η αλήθεια είναι πως ο όρος 4.8 επιβάλλει τα έξοδα τυχόν εγγυητικών στους Αγοραστές, αλλά ρητώς προνοεί για αυτές (τις εγγυητικές) που θα χρειαστούν για περίοδο 2,5 ετών από της υπογραφής του Τεκμηρίου
  3. Από τις ημερομηνίες που έχουν καταγραφεί διαπιστώνεται πως τα κονδύλια αφορούν εγγυητικές που εκδόθηκαν στις 9.12.05, στις 28.3.06 και κατά το 2010, οπότε εκφεύγουν της περιόδου που αφορά το Τεκμήριο
  4. Ούτε και υπάρχει μαρτυρία που να βοηθά στον κατ' αναλογία επιμερισμό των δύο πρώτων. Όσον αφορά τα κονδύλια υπό παραγρ. 16Η‑16ΚΑ της γραπτής δήλωσης του Μ.Υ.1, αυτά δεν έχουν αμφισβητηθεί καθόλου, προφανώς διότι αυτό προνοεί και το Τεκμήριο 1 στους όρους 3.4, 3.5 και 3.7, δηλαδή την καταβολή των φόρων, της ασφάλισης και των εξόδων σύνδεσης ηλεκτρισμού και νερού. Κατάληξη Στη βάση της πιο πάνω μαρτυρίας, της αξιολόγησής της, των ευρημάτων και της νομικής ανάλυσης, έχει αποδειχθεί και καταδειχθεί ότι: (α) Οι Αγοραστές δικαιούνται σε διάταγμα ειδικής εκτέλεσης και σε αποζημιώσεις - για τις δαπάνες ενοικίων ύψους €3.630,80 (Λ.Κ. 2.125) και - για την αμοιβή αρχιτεκτόνων ύψους €1.
  5. (β) Η Πωλήτρια δικαιούται σε απόφαση ‑ για το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς ύψους €49.756 (Λ.Κ. 29.121) ‑ για τις επιπλέον εργασίες ύψους €14.480,49 (Λ.Κ. 8.475) - για φόρο ακίνητης ιδιοκτησίας, δημοτικό φόρο και αποχετευτικά, ασφάλιση, σύνδεση ρεύματος και νερού, συνολικού ύψους €2.554,19 ‑ για διακανονισμό λογαριασμού μετά από είσπραξη τραπεζικής εγγύησης το ποσό των €165.086,
  6. Εννοείται βέβαια ότι το Δικαστήριο βάσει του άρθρου 7
(1)του Ν.81
(1)/11 δύναται να επιβάλει όρους σε σχέση με το διάταγμα ειδικής εκτέλεσης, όπως και να διατάξει τον συμψηφισμό των εξόδων των δύο αγωγών βάσει της Δ.59, δεδομένης της διασύνδεσής τους και του ότι έχουν συνεκδικαστεί μέχρι σήμερα που αποσυνδέονται για σκοπούς έκδοσης των αποφάσεων. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, οι δύο αγωγές αποσυνενώνονται και εκδίδονται αποφάσεις και διάταγμα ως ακολούθως: Α) Στην αγωγή υπ' αρ. 2817/10 εκδίδονται: 1. Διάταγμα ως η παράγραφος 24(Α) της Έκθεσης Απαίτησης (6.5.19), δια του οποίου διατάσσεται η ειδική εκτέλεση της επίδικης σύμβασης πώλησης ημερ. 27.5.06, υπό τους όρους ότι: (
  1. i)Προηγουμένως ή ταυτόχρονα με την εκτέλεσή της, οι Ενάγοντες-Αγοραστές θα εξοφλήσουν τα οφειλόμενα ποσά βάσει της απόφασης που εκδίδεται στην αγωγή υπ' αρ. 4605/15 του Ε.Δ. Λευκωσίας. (
  2. ii)Υπάρχει ξεχωριστός τίτλος εγγραφής για την ως άνω κατοικία και (iii) Δεν υπάρχει ή έχει διευθετηθεί τυχόν προγενέστερη κατατεθειμένη υποθήκη η οποία την επιβαρύνει. Νοείται ότι οι Αγοραστές οφείλουν, σύμφωνα με το άρθρο 9 του Ν.81
(1)/11 να προβούν σε όλες τις αναγκαίες πράξεις και ενέργειες για να καταστεί δυνατή η διενέργεια της εγγραφής εντός ενός έτους από σήμερα, εκτός εάν εξασφαλίσουν ανανέωση με αίτηση που θα καταθέσουν πριν από τη λήξη της περιόδου της ισχύος του παρόντος διατάγματος. Προς αυτό τον σκοπό, οι Ενάγοντες διορίζονται ως αρμόδιοι όπως λάβουν όλα τα τυχόν αναγκαία μέτρα και διαβήματα προς εξασφάλιση των απαιτούμενων πιστοποιητικών, αδειών ή εγκρίσεων, εάν τυχόν απαιτείται οτιδήποτε για τη διενέργεια χωριστής εγγραφής βάσει του άρθρου 7
(1)του Ν.81
(1)/
  1. Απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εις βάρος της Εναγομένης για ποσό €4.820,80 συν νόμιμο τόκο.
  2. Επιδικάζονται προς όφελος των Εναγόντων και εις βάρος της Εναγομένης έξοδα, ως θα υπολογιστούν συν νόμιμο τόκο από σήμερα και ΦΠΑ. Β) Στην αγωγή υπ' αρ. 4605/15 εκδίδονται:
  3. Απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως για το ποσόν των €231.876,70 συν νόμιμο τόκο.
  4. Επιδικάζονται έξοδα προς όφελος της Ενάγουσας και εις βάρος των Εναγομένων 1 και 2 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως ως θα υπολογιστούν, συν νόμιμο τόκο από σήμερα και ΦΠΑ. Γ) Νοείται ότι από την ημερομηνία συνένωσης των δύο αγωγών και μέχρι σήμερα θα υπολογιστεί ένα σετ εξόδων, το οποίο θα επιμεριστεί εξ ημισείας στις δύο πλευρές. Δίδονται περαιτέρω οδηγίες στην Πρωτοκολλητή όπως, μετά τον υπολογισμό των εξόδων της κάθε πλευράς, προβεί σε συμψηφισμό των δύο καταλόγων βάσει της Δ.59κ.12-14 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. (Υπ.) ............... Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.