OSCAR ESTATES LTD ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 1227/08, 23/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A591 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1227/08 Μεταξύ: OSCAR ESTATES LTD Εναγόντων και ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγομένου ----------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 23 Δεκεμβρίου 2020 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για τον Εναγόμενο/Αιτητή: Ο κ. Χρ. Τσέκουρας, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για τους Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση: Ο κ. Κ. Καντούνας, για Κωνσταντής Καντούνας Δ.Ε.Π.Ε. -------------- Ενδιάμεση απόφαση σε αίτηση ημερομηνίας 18/06/2020 για εκδίκαση νομικού σημείου προδικαστικά Η με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή καταχωρήθηκε σε κλητήριο γενικά οπισθογραφημένο στις 07/03/2008, με την οποία οι Ενάγοντες ζητούν εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές, απώλειες, δαπάνες και έξοδα που έχουν υποστεί από τη διοικητική πράξη και/ή απόφαση και/ή παράλειψη της Κυπριακής Δημοκρατίας και συγκεκριμένα του Υπουργού Εσωτερικών ημερομηνίας 17/01/05, με την οποία αφού υιοθέτησε προειλημμένες αποφάσεις του Δήμου Παραλιμνίου, απέρριψε σειρά ιεραρχικών προσφυγών που οι Ενάγοντες είχαν υποβάλει σύμφωνα με το Άρθρο 18
(1)του περί Ρυθμίσεως Οδών Και Οικοδομών Νόμου για τα 11 κτήματά τους στο Παραλίμνι, η οποία ακυρώθηκε με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 31/10/07 σύμφωνα με το Άρθρο
- 4 του Συντάγματος στις προσφυγές με αριθμούς 244/05-253/05 και 264/05, η οποία δεν έχει εφεσιβληθεί, αλλά δεν έχει προσφερθεί καμία αποζημίωση ή θεραπεία σύμφωνα με το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος, παρόλο ότι έχει επανειλημμένα ζητηθεί. Ζητούν επίσης δίκαιες και εύλογες αποζημιώσεις και/ή νόμιμη θεραπεία στη βάση του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος, όπως και τιμωρητικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις λόγω της στάσης των Διοικητικών Οργάνων και Κρατικών Λειτουργών που κατά καιρούς ασχολήθηκαν με την υπόθεση και την ολιγωρία και καθυστέρηση που υπέδειξαν. Τέλος, ζητούν οποιανδήποτε άλλη θεραπεία ή διαταγή το Δικαστήριο ήθελε κρίνει υπό τις περιστάσεις ως δίκαιη, έξοδα και ΦΠΑ. Στις 20/02/2019, μετά που καταχωρήθηκε εμφάνιση εκ πλευράς του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας στις 20/03/08, οι Ενάγοντες καταχώρησαν την Έκθεση Απαίτησής τους. Σύμφωνα με αυτήν, είναι εταιρεία που ασχολούνται με την κατοχή, εμπορία και ανάπτυξης γης και ακίνητης ιδιοκτησίας. Το 1980 αγόρασαν μία μεγάλη έκταση γης στην τοποθεσία «Σάκκος» στο Παραλίμνι για να την αναπτύξουν με τον διαχωρισμό της σε μικρότερα τμήματα, τα οποία θα διέθεταν σε διάφορα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, αφού προηγουμένως θα έκτιζαν σε αυτά εξοχικές κατοικίες. Είναι η θέση τους ότι η σκοπούμενη ανάπτυξη ήταν εφικτή σύμφωνα με το νομικό και πολεοδομικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο για την περιοχή και ότι στα πλαίσια της πιο πάνω ανάπτυξης οι Ενάγοντες προέβηκαν στον διαχωρισμό του εν λόγω κτήματος σε 32 τεμάχια έκτασης, 1.400 τετραγωνικά μέτρα περίπου για καθένα, για τα οποία είχε εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας, τα επίδικα κτήματα περιγράφονται σε σχετικό πίνακα που παραθέτουν στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης. Αναφέρουν ότι αρχικά εξασφάλισαν άδεια και έκτισαν δύο κατοικίες στο τεμάχιο XXXXX που βρισκόταν στο ακρινό βορειοανατολικό τμήμα του κτήματος και εφαπτόταν δημόσιου δρόμου. Για να εκδώσουν τις αναγκαίες άδειες οι Αρμόδιες Αρχές και Υπηρεσίες της Δημοκρατίας απαίτησαν από τους Ενάγοντες όπως: Α) παραχωρήσουν δωρεάν από το κτήμα τους έκταση γης πλάτους 35 ποδών και μήκους 300 μέτρων εκτεινόμενο από τον δημόσιο δρόμο νοτιοδυτικά για την επέκταση του οδικού δικτύου της περιοχής όπως ήταν σκιαγραφημένο στα σχετικά σχέδια, και Β) να μεταβιβάσουν την πιο πάνω έκταση στο Δημόσιο και να εγγραφεί σαν δημόσιος δρόμος, αφού προηγουμένως τον κατασκευάσουν και τον επιστρώσουν με δικά τους έξοδα σύμφωνα με τους όρους και προδιαγραφές που θα τους έδιναν οι εν λόγω Αρχές. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι συμμορφώθηκαν πλήρως με τις πιο πάνω απαιτήσεις, όμως η μεταβίβαση του δρόμου δεν έγινε δυνατό να ολοκληρωθεί λόγω παράλειψης ή άρνησης των Αρμόδιων Αρχών να αποδεχτούν τη μεταβίβαση, η οποία κατ' επανάληψη τους είχε προσφερθεί από τους Ενάγοντες. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι οι εν λόγω Αρχές παρέλειπαν και αρνούνταν να ολοκληρώσουν την εν λόγω μεταβίβαση κακόβουλα και εσκεμμένα, ώστε να εμποδίσουν τους Ενάγοντες να αναπτύξουν το υπόλοιπο κτήμα τους και για αυτήν την κωλυσιεργία και τις συνέπειές τους οι Ενάγοντες απαιτούν τιμωρητικές ή και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις. Κατά το έτος 2002 οι Ενάγοντες υπέβαλαν στον Δήμο Παραλιμνίου 11 αιτήσεις συνοδευόμενες με όλα τα σχετικά σχέδια, έγγραφα και δικαιολογητικά όπως απαιτούντο από τη νομοθεσία και τους κανονισμούς που ίσχυαν τότε, για έκδοση αδειών για την ανάπτυξη όλων των επίδικων κτημάτων με την ανέγερση οικοδομής σε κάθε ένα από αυτά. Σε κάθε μία από τις αιτήσεις οι Ενάγοντες υποδείκνυαν διαβάσεις πλάτους 25 ποδών για να μπορούν να μετατραπούν σε δημόσιους δρόμους. Ο Δήμος Παραλιμνίου, σαν η μόνη Αρμόδια Αρχή κατά τον ουσιώδη χρόνο, με ισάριθμες επιστολές τους προς τους Ενάγοντες ημερομηνίας 28/02/04 απέρριψε κάθε μία από τις πιο πάνω αιτήσεις με το σκεπτικό ότι δεν ήταν σύμφωνες με το Άρθρο 15Β(Ι) των περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Κανονισμών και το Άρθρο 4Α του ίδιου Νόμου, Κεφ.
- Είναι η θέση των Εναγόντων ότι στην πραγματικότητα οι αιτήσεις είχαν απορριφθεί, γιατί οι Αρμόδιες Αρχές λανθασμένα υπολόγιζαν τις διαβάσεις από τον υφιστάμενο δημόσιο δρόμο, χωρίς να υπολογίζουν το τμήμα που κατά απαίτησή τους οι Ενάγοντες είχαν παραχωρήσει να γίνει δημόσιος δρόμος, ανεξάρτητα του ότι η καθυστέρηση για αυτό οφειλόταν στους ιδίους. Οι Ενάγοντες μετά που έλαβαν τις αρνητικές απαντήσεις του Δήμου Παραλιμνίου προσέφυγαν στον Υπουργό Εσωτερικών καταχωρώντας ισάριθμες ιεραρχικές προσφυγές στις 06/09/
- Παρά του ότι ο Νόμος προβλέπει ότι ο Υπουργός Εσωτερικών πρέπει να επιλαμβάνεται τάχιστα των εν λόγω αιτήσεων και παρά τις επανειλημμένες ενοχλήσεις των Εναγόντων, τελικά ο Υπουργός Εσωτερικών μόλις στις 28/01/2005 τις απέρριψε όλες, χωρίς προηγουμένως να ζητήσει οποιεσδήποτε διευκρινίσεις από τους Ενάγοντες ή να τους καλέσει να επιχειρηματολογήσουν ενώπιον του. Μετά που απορρίφθηκαν οι ιεραρχικές τους προσφυγές, οι Ενάγοντες καταχώρησαν στο Ανώτατο Δικαστήριο 11 προσφυγές σύμφωνα με το Άρθρο 146 του Συντάγματος, όλες πλην μίας στις 09/03/
- Η 11η προσφυγή είχε καταχωρηθεί στις 05/03/
- Οι προσφυγές συνεκδικάστηκαν με οδηγίες του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 09/11/05, το οποίο με ακυρωτική απόφασή του ημερομηνίας 31/10/07 σύμφωνα με το Άρθρο 146.4(β) του Συντάγματος ακύρωσε όλες τις επίδικες αποφάσεις όπως περιέχονταν στις επιστολές του Υπουργού Εσωτερικών ημερομηνίας 28/01/05, γεγονός που σύμφωνα με τους Ενάγοντες συμπαρέσυρε όλες τις προηγούμενες διοικητικές πράξεις, στις οποίες αυτές είχαν στηριχτεί. Η απόφαση του Δικαστηρίου δεν εφεσιβλήθηκε και επομένως κατέστη δεσμευτική και τελεσίδικη για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη σε ό,τι αφορά τις προσφυγές. Είναι ο ισχυρισμός των Εναγόντων ότι οι ακυρωθείσες διοικητικές πράξεις προξένησαν στους Ενάγοντες βλάβη και ζημιές συμπεριλαμβανομένου διαφυγόντος κέρδους που θα πραγματοποιούσαν από την πώληση των κατοικιών που θα ανεγείροντο στα επίδικα κτήματα, όπως αναφέρουν. Εξηγούν επίσης ότι αντί να καταχωρήσουν ξεχωριστή αγωγή για κάθε προσφυγή, εφόσον αυτές συνεκδικάστηκαν, επέλεξαν να καταχωρήσουν μία αγωγή, την παρούσα, και να συμπεριλάβουν όλες τις προσφυγές σε αυτές, αλλά αν ο Εναγόμενος δεν αποδεχτεί όπως εξεταστούν μαζί ή διαφορετικά διατάξει το Δικαστήριο, θα επανέλθουν με τέτοιο αριθμό αγωγών, που να αφορά κάθε μία προσφυγή. Οι Ενάγοντες παραχώρησαν τον χώρο για κατασκευή του δημόσιου δρόμου όπως τους ζητήθηκε και υπέστησαν τις δαπάνες με την κατασκευή του, αφού ήταν προϋπόθεση που τους λέχθηκε ότι μόνο έτσι μπορούσαν να εξασφαλίσουν την άδεια για τις κατοικίες στο τεμάχιο XXXXX, το οποίο ήδη εφάπτεται σε υφιστάμενο δημόσιο δρόμο. Μετά την άρνηση των Αρχών να χορηγήσουν άδειες για τα επίδικα κτήματα, η πιο πάνω παραχώρηση και δαπάνη που συνεπαγόταν ήταν αχρείαστη. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι είχαν εκπονήσει σχέδια και μελέτες και είχαν προβεί και σε διευθετήσεις για την ανέγερση των 11 κατοικιών στα επίδικα κτήματα, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο υπήρχε για αυτές αυξημένη ζήτηση για πώληση, το συνολικό εμβαδόν που σκόπευαν να ανεγείρουν ήταν 1.782 τετραγωνικά μέτρα, η συνολική δαπάνη για την ανέγερση είχε υπολογιστεί σε €1.200 τ.μ., ενώ η τιμή που θα μπορούσαν να τις πουλήσουν, και είχαν προσφορές, ήταν €3.900 τ.μ. και επιπλέον είχαν δαπανήσει και άλλα σημαντικά ποσά που αφορούσαν υποδομή και εγκαταστάσεις ηλεκτρισμού, τηλεφώνων και υδροδότησης, πρόνοιες για μελλοντική σύνδεση με το αποχετευτικό σύστημα Παραλιμνίου και έχασαν αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας που διατέθηκε για διαβάσεις με υποδομή και προοπτική να μετατραπούν σε δρόμο. Κατά το 2007 δημοσιεύτηκε και τέθηκε σε ισχύ το τοπικό σχέδιο Παραλιμνίου, σύμφωνα με το οποίο το πολεοδομικό καθεστώς των επίδικων κτημάτων έχει μεταβληθεί σημαντικά, επειδή αυτά εντάσσονται σε δασική ζώνη, με αποτέλεσμα η αξία τους να έχει σχεδόν εκμηδενιστεί, εφόσον δεν μπορούν να αναπτυχθούν και δεν έχουν καμία εμπορευσιμότητα. Οι Ενάγοντες υπέβαλαν ένσταση στην αρμόδια αρχή για την ένταξη των επίδικων κτημάτων σε δασική ζώνη, χωρίς όμως αυτή να τύχει οποιασδήποτε ανταπόκρισης. Είναι η θέση τους ότι οι ζημιές που έχουν υποστεί ένεκα των ακυρωθεισών διοικητικών πράξεων και απαιτούν από τον Εναγόμενο ως τον εκπρόσωπο της Κυπριακής Δημοκρατίας και των Οργάνων της σύμφωνα με το Σύνταγμα και το Άρθρο 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου, συμποσούνται, όπως έχει εκτιμηθεί, σε €7.200.000, αναφέροντας ότι με τη μεταβολή του πολεοδομικού καθεστώτος μόνο η αξία των κτημάτων έχει χάσει €140 το τ.μ. Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι στις 06/11/07 οι Ενάγοντες απευθύνθηκαν προς τον Υπουργό Εσωτερικών με επιστολή και του ζήτησαν ενόψει της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου να επανεξετάσει το ζήτημα και να μεριμνήσει για τη χορήγηση των αδειών που είχαν ζητηθεί, στην οποία όμως ο Υπουργός αρνήθηκε ή παρέλειψε να ανταποκριθεί. Θεωρούν ότι η όλη συμπεριφορά των Αρμόδιων Αρχών της Δημοκρατίας σε συνδυασμό με την κωλυσιεργία τους, της μεγάλης καθυστέρησης που επέδειξαν, αλλά και της επίκλησης διάφορων λόγων για αλλότριους σκοπούς, οι ζημιές που προκλήθηκαν από αυτές τις ενέργειες στους Ενάγοντες, αλλά και όλες οι περιστάσεις της υπόθεσης, καθιστούν το Κράτος υπόλογο για επαυξημένες και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις, για αυτό και με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον του Εναγόμενου με βάση το Άρθρο
- 6 του Συντάγματος: Α) Ποσό €7.200.000 ως ειδικές αποζημιώσεις, Β) Τόκο προς 9% από την ημερομηνία που ακυρώθηκαν οι διοικητικές πράξεις, δηλαδή 28/07/04, Γ) Γενικές αποζημιώσεις, Δ) Επαυξημένες και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις και Ε) Έξοδα πλέον ΦΠΑ. Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας καταχώρησε Υπεράσπιση στις 15/04/2010, σύμφωνα με την οποίαν εγείρει δύο προδικαστικές ενστάσεις και συγκεκριμένα: Α) θεωρεί ότι η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη αφού οι Ενάγοντες δεν αποτάθηκαν πριν την καταχώρηση της αγωγής, ως όφειλαν, προς τη Διοίκηση, ζητώντας αποζημιώσεις υπό το φως των ακυρωτικών αποφάσεων που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησής τους και Β) η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη και/ή αβάσιμη για τον λόγο ότι το θέμα δεν έχει ακόμα τύχει επανεξέτασης από τη Διοίκηση. Άνευ βλάβης των θέσεών του που εγείρει με τις εν λόγω προδικαστικές ενστάσεις, ο Eναγόμενος απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς των Εναγόντων και με μία γενική Υπεράσπιση απορρίπτει κάθε ισχυρισμό των Εναγόντων που εγείρεται σε κάθε παράγραφο της Έκθεσης Απαίτησης και καλεί τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Τέλος, αρνείται όλους μαζί και κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς των Εναγόντων, όπως και τις θεραπείες και τα ποσά που ζητούν με την παράγραφο 29 της Έκθεσης Απαίτησης τους και ζητά την απόρριψη της αγωγής με έξοδα εις βάρος των Εναγόντων. Στις 31/10/2012 άλλος συνήγορος εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας καταχώρησε αίτηση, με την οποία ζητούσε τροποποίηση της Υπεράσπισής με την προσθήκη νέων προδικαστικών ενστάσεων και επίσης με την προσθήκη ουσιαστικών θέσεων σε ό,τι αφορά τον τρόπο που ενήργησε ο Δήμος Παραλιμνίου και τον τρόπο με τον οποίο εξετάστηκαν από αυτόν οι αιτήσεις. Ζητούσε επίσης να εισάξει ισχυρισμό ότι παραδέχεται ότι ο Υπουργός Εσωτερικών απέρριψε τις ιεραρχικές προσφυγές, ότι το Δικαστήριο απέρριψε τις προσφυγές που καταχωρήθηκαν εναντίον του, χωρίς όμως να ασχοληθεί με την ουσία της υπόθεσης, ούτε με τα υπό κρίση γεγονότα, ούτε με την ορθότητα των λόγων για τους οποίους δεν εγκρίθηκαν οι σχετικές άδειες οικοδομής, αλλά περιορίστηκε στη διαπίστωση της απουσίας επαρκούς αιτιολογίας της απόφασης για απόρριψη των ιεραρχικών προσφυγών και επίσης επιχείρησε να εισάξει θέσεις ότι η αγωγή, πέραν του ότι είναι πρόωρη και αβάσιμη, δεν αποκαλύπτει καμία ζημιά εκ πλευράς Εναγόντων και ότι το πολεοδομικό καθεστώς των επίδικων τεμαχίων έχει μεταβληθεί σε παραθεριστική ζώνη (Π.Κ.), με την οποία παρέχεται ευνοϊκότερη εκμετάλλευση των τεμαχίων σε σχέση με τους όρους που προνοούσε η ζώνη Γ, η οποία υφίστατο κατά την καταχώρηση των υπό κρίση αιτήσεων για άδεια οικοδομής. Συγκεκριμένα, η ζώνη Γ που υφίστατο κατά τον χρόνο καταχώρησης των αιτήσεων το 2002, προνοούσε ποσοστό κάλυψης 0,15:1 και συντελεστή δόμησης 0,20:1, ενώ η νέα πολεοδομική ζώνη προνοεί μεταξύ άλλων ποσοστό κάλυψης 0,20:1 και συντελεστή δόμησης 0,20:1, άρα ο ισχυρισμός των Εναγόντων ότι τα επίδικα τεμάχια δεν είναι εκμεταλλεύσιμα και/ή ότι η αξία τους εκμηδενίστηκε και δεν έχουν εμπορευσιμότητα λόγω της αλλαγής πολεοδομικής ζώνης, δεν ευσταθεί. Την αίτηση συνόδευε η ένορκος δήλωση Λειτουργού του Υπουργείου Εσωτερικών, ο οποίος προέβηκε σε μία καταγραφή των λόγων που οδήγησαν στην καταχώρηση της αίτησης. Οι Ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση του Eναγόμενου για τροποποίηση της Υπεράσπισης του στις 19/12/2012, θεωρώντας ότι η αίτηση δεν βασίζεται στο σωστό νομικό υπόβαθρο, είναι κακόπιστη, παραπλανητική και υποβάλλεται αργά, κατά τρόπο που να προκαλεί κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας και πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης, ισχυρίζονταν ότι η αίτηση αντίκειται σε βασικούς κανόνες δικογράφησης με την έννοια του ότι αποπειράται να εισάξει μαρτυρία, αντί απαραίτητα στοιχεία, και ότι με την αίτησή του ο Αιτητής εκτροχιάζει την αγωγή από την αρχική της βάση. Την ένσταση συνόδευε η ένορκος δήλωση του XXXXX Θεοδοσίου, εκ των δικηγόρων που εργαζόταν στο γραφείο που εκπροσωπούσε τότε τους Ενάγοντες, στην οποία αναπτύσσει τους λόγους ένστασης και επισυνάπτει διάφορα τεκμήρια, συνολικά 11 τεκμήρια. Η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε λόγω μη προώθησής της με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση στις 25/02/
- Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας επανήλθε με την ίδια αίτηση, την οποία και καταχώρησε στις 19/04/2013, η οποία και πάλι στηριζόταν στην ένορκη δήλωση του XXXXX Βασιλείου, Λειτουργού στο Υπουργείο Εσωτερικών, σύμφωνα με την οποία τον Οκτώβριο του 2012 έγινε κατορθωτό να εντοπιστούν τα απαραίτητα έγγραφα για να μπορέσει η Δημοκρατία να υπερασπίσει τον εαυτό της και μόλις αυτά εντοπίστηκαν αποστάληκε Έκθεση Γεγονότων στη Νομική Υπηρεσία, με σκοπό να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου και δήλωνε ότι θεωρούσε ότι είναι δίκαιο και εύλογο να του επιτραπεί η τροποποίηση της Υπεράσπισης. Στην εν λόγω αίτηση καταχωρήθηκε και πάλι ένσταση εκ πλευράς Εναγόντων ‑ Καθ' ων η Αίτηση στις 22/06/2013 με παρόμοιους νομικούς λόγους, όπως και οι προηγούμενοι, την οποία και συνόδευε ένορκη δήλωση άλλου δικηγόρου που εργαζόταν τότε στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπούσε τους Ενάγοντες ‑ Καθ' ων η Αίτηση και η οποία επίσης επισύναπτε στην ένορκή της δήλωση 10 τεκμήρια. Ακολούθως, έγινε αλλαγή δικηγόρου που εκπροσωπούσε τους Ενάγοντες ‑ Καθ' ων η Αίτηση, η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 19/02/14 και με ενδιάμεση απόφασή του, ημερομηνίας 26 Φεβρουαρίου του 2014, Δικαστήριο με άλλη σύνθεση που της επιλήφθηκε, επέτρεψε την τροποποίηση της Υπεράσπισης ως η αίτηση, καθορίζοντας χρόνο 21 ημερών από τη σύνταξη του Διατάγματος για καταχώρησή της και τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση, αν χρειάζεται, εντός 21 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Υπεράσπισης. Στις 17 Μαρτίου του 2014, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου, καταχωρήθηκε η τροποποιημένη Υπεράσπιση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, στην οποία συμπεριλήφθηκαν οι πιο κάτω προδικαστικές ενστάσεις που είναι και αυτές που αφορούν την υπό κρίση αίτηση: «1) Η αγωγή είναι πρόωρη, αφού οι Ενάγοντες δεν αποτάθηκαν πρώτα και πριν την καταχώρηση της αγωγής ως όφειλαν προς τη Διοίκηση να ζητήσουν αποζημιώσεις υπό το φως των ακυρωτικών αποφάσεων που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησής τους, 2) Η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη και/ή αβάσιμη για τον λόγο ότι το θέμα που προέκυψε μετά την ακύρωση των διοικητικών πράξεων δεν έχει επανεξετασθεί ακόμα από τη Διοίκηση, 3) Η Δημοκρατία δεν ευθύνεται και δεν έχει αστική ευθύνη για πράξεις και/ή παραλήψεις των Οργάνων Τοπικής Αυτοδιοίκησης και συνακόλουθα, ο Γενικός Εισαγγελέας δεν δύναται να εναχθεί σε σχέση με αξιώσεις που προκύπτουν από διαφορές ανάμεσα σε ιδιώτες και Όργανα Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Τα Όργανα Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι νομικά πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, έχουν αυτοτέλεια και ξεχωριστή νομική προσωπικότητα και ως εκ των ανωτέρω, η αγωγή θα έπρεπε να καταχωρηθεί εναντίον του Δήμου Παραλιμνίου ως η καθ' ύλην αρμόδια αρχή που εξέδωσε τις ακυρωτικές διοικητικές πράξεις, από τις οποίες ως ισχυρίζονται οι Ενάγοντες προέκυψε αγώγιμο δικαίωμα για αποζημιώσεις και άνευ βλάβης των εν λόγω προδικαστικών ενστάσεων ο συνήγορος της Δημοκρατίας προβαίνει και στην τροποποιημένη του Υπεράσπιση.» Οι Ενάγοντες δεν καταχώρησαν Απάντηση στην τροποποιημένη Υπεράσπιση, η αγωγή ορίστηκε αρκετές φορές για οδηγίες και για ακρόαση και στις 18/06/20 καταχωρήθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητά «Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάττει όπως τα νομικά σημεία και/ή οι προδικαστικές ενστάσεις που ηγέρθηκαν στην παράγραφο 1 (α), (β) και (γ) της τροποποιημένης Υπεράσπισης του Εναγόμενου ‑ Αιτητή ημερομηνίας 18/03/14 εξεταστούν προδικαστικώς και/ή αποφασιστούν από το Δικαστήριο πριν από την ακρόαση της ουσίας με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής». Νομική βάση της αίτησης είναι οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί Δ.27 θ.θ.1 και 2, Δ.29 θ.2 και Δ.48 θ.θ.1-4 και 7-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η Αγγλική Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1958 (Annual Practice 1958), οι αρχές της επιείκειας και οι συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου, καθώς και οι γενικές αρχές του Νόμου και η επί του θέματος νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και οποιαδήποτε άλλη σχετική καθοδηγητική νομολογία. Τα γεγονότα επί των οποίων αυτή βασίζεται φαίνονται στον φάκελο του Δικαστηρίου και την επισυνημμένη ένορκη δήλωση της XXXXX Νεοφύτου από τη Λευκωσία. Στην ένορκη δήλωσή της η XXXXX Νεοφύτου αναφέρει ότι είναι Γραμματειακός Λειτουργός στη Νομική Υπηρεσία, τοποθετημένη στο αρχείο αγωγών, είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση, τα γεγονότα της οποίας γνωρίζει από μελέτη του φάκελου που τηρείται στη Νομική Υπηρεσία και αναφορικά με τα νομικά σημεία που προκύπτουν, έχει λάβει συμβουλή από τον Δικηγόρο της Δημοκρατίας που χειρίζεται την παρούσα υπόθεση. Η πρώτη της θέση είναι ότι η υπό κρίση αίτηση έχει υποβληθεί εγκαίρως και δεν έχει επιδειχθεί οποιαδήποτε υπέρμετρη καθυστέρηση που να εξουδετερώνει τα ευεργετήματα της εκδίκασης της υπόθεσης προδικαστικά. Προβαίνει σε μία σύντομη αναδρομή του ιστορικού της υπόθεσης όπως έχει αναδιπλωθεί και μέσα από την παρούσα απόφαση και είναι η θέση της ότι, όπως τη συμβουλεύει ο δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση, η παρούσα αίτηση έχει καταχωρηθεί χωρίς καθυστέρηση και εντός εύλογου χρόνου, αφού ληφθεί υπόψη η εξέλιξη της υπόθεσης. Ο χρόνος που μεσολάβησε από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης δεν μπορεί να αποδοθεί εξ ολόκληρου σε καθυστέρηση από την πλευρά του Γενικού Εισαγγελέα, εν πάση, όμως, περιπτώσει, υπό τις περιστάσεις που επεξηγεί πιο κάτω θεωρεί είναι προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης να ακουστούν οι προδικαστικές ενστάσεις και να αποφασιστούν πριν την ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης. Ειδικότερα, θα πρέπει να εξεταστεί η θέση του Γενικού Εισαγγελέα ότι δεν έχει ολοκληρωθεί ή συμπληρωθεί ή αποκρυσταλλωθεί αγώγιμο δικαίωμα και βάση αγωγής εναντίον του Eναγόμενου, με αποτέλεσμα η παρούσα αγωγή να είναι πρόωρη και επίσης κακώς στρέφεται εναντίον του Eναγόμενου. Όπως τη συμβουλεύει ο δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση, τα νομικά σημεία αποτελούν προδικαστικές ενστάσεις που άπτονται σοβαρών νομικών σημείων, τα οποία αν αποφασιστούν υπέρ του Eναγόμενου ‑ Αιτητή, θα κρίνουν την τύχη όλης της υπόθεσης και ακολούθως προχωρά και αναφέρει τα γεγονότα που πλαισιώνουν το πιο πάνω νομικό σημείο και κατά τη θέση της είναι παραδεκτά, τα οποία έχουν ως εξής: 1) Οι Ενάγοντες υπέβαλαν αιτήσεις για την εξασφάλιση αδειών οικοδομής για τα τεμάχια XXXXX μέχρι XXXXX, οι οποίες απορρίφθηκαν από τον Δήμο Παραλιμνίου, όπως επίσης και οι αντίστοιχες ιεραρχικές προσφυγές που οι Ενάγοντες καταχώρησαν στον Υπουργό Εσωτερικών. 2) Οι Ενάγοντες καταχώρησαν τις προσφυγές 244/05-253/05 και την προσφυγή 264/05, οι οποίες συνεκδικάστηκαν με οδηγίες του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 09/11/
- 3) Στις 31/10/07, στα πλαίσια των πιο πάνω προσφυγών, εκδόθηκε ακυρωτική απόφαση λόγω ελλιπούς και/ή μη δέουσας αιτιολογίας. 4) Στις 05/12/07 ο Υπουργός Εσωτερικών με επιστολή του προς τον δικηγόρο των Εναγόντων τον ενημέρωσε ότι ενόψει της ακυρωτικής απόφασης από το Ανώτατο Δικαστήριο θα προχωρήσει σε επανεξέταση, 5) Στις 20/03/08 καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή ενώ στις 22/04/10 ο Υπουργός Εσωτερικών αποφάσισε να αποδεχτεί τις ιεραρχικές προσφυγές. Είναι συνεπώς η θέση της ότι, εφόσον τα γεγονότα που αφορούν τα προδικαστικά σημεία είναι παραδεκτά, είναι δικαιολογημένο και προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης να αποφασιστούν προδικαστικά και πιστεύει ότι αν τα νομικά σημεία που εγείρονται με τις προδικαστικές ενστάσεις εκδικαστούν πριν την ουσία της υπόθεσης και το ζήτημα της προδικαστικής ένστασης αποφασιστεί υπέρ του Εναγόμενου, τότε η αγωγή θα απορριφθεί. Άρα, η εξέταση του ζητήματος κατά πόσο έχει ολοκληρωθεί και θεμελιωθεί αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων να προωθεί την παρούσα αγωγή είναι ουσιώδες ζήτημα της αγωγής, αφού επιδρά καταλυτικά στην έκβαση της υπόθεσης και πιστεύει ότι είναι δίκαιο και ορθό όπως οι εν λόγω προδικαστικές ενστάσεις ακουστούν προδικαστικά. Στην εν λόγω αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση από τον συνήγορο των Εναγόντων ‑ Καθ' ων η Αίτηση στις 03/09/
- Νομική βάση της ένστασης είναι τα άρθρα 82-87, 90, 91(Α)-(Στ) του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, ως έχουν τροποποιηθεί με τον Ν.134(Ι)/99, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.27, Δ.29, Δ.39, θ.θ.1 και 2, Δ.48, θ.θ.1-4, στην Αγγλική Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1958 (Annual Practice 1958), στις αρχές της επιείκειας, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 αρ.42, στη νομολογία και διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και σε οποιαδήποτε άλλη σχετική καθοδηγητική νομολογία και ο μοναδικός λόγος που αναφέρεται είναι ότι ο Αιτητής δεν έχει αποκαλύψει και/ή έχει αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα, τα οποία είναι απαραίτητο να βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου για να μπορέσει να δικάσει τα προδικαστικά σημεία. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση παρατίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του XXXXX Δημητρίου ημερομηνίας 03/09/
- Στην εν λόγω ένορκη δήλωση, ο XXXXX Δημητρίου αναφέρει ότι είναι Διευθυντής των Εναγόντων, εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβεί στην ένορκη δήλωση, έχει πλήρη γνώση των γεγονότων που αφορούν την υπόθεση προσωπικά και έχει λάβει και συμβουλή από τον συνήγορο των Εναγόντων, για να προβεί σε αυτήν. Όπως έχει πληροφορηθεί από τον δικηγόρο του, ο Εναγόμενος στις 18/06/20 έχει καταχωρήσει αίτηση, με την οποία ζητά να εκδικαστούν προδικαστικά τα νομικά σημεία και/ή οι προδικαστικές ενστάσεις που ηγέρθηκαν στην παράγραφο 1 (α) (β) και (γ) της τροποποιημένης Υπεράσπισης του ημερομηνίας 18/03/14, εξεταστούν προδικαστικά και/ή αποφασιστούν από το Δικαστήριο πριν από την ακρόαση της ουσίας της αγωγής. Όπως περαιτέρω τον πληροφορεί ο δικηγόρος του, η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν αποκαλύπτει διάφορα γεγονότα, τα οποία είναι απαραίτητο να βρίσκονται στη γνώση του Δικαστηρίου σε περίπτωση που θα προβεί σε προδικαστική εξέταση των προδικαστικών ενστάσεων. Συγκεκριμένα, δεν αναφέρονται τα εξής: Α) Τα στατιστικά στοιχεία που προκύπτουν από το Κτηματολόγιο δείχνουν ότι το έτος 2008 έχει μία σοβαρή μείωση της ζήτησης ακινήτων και απουσία ξένων αγοραστών ακινήτων από το τέλος του
- Β) Από 05/04/07 τα επίδικα κτήματα εντάχθηκαν στη ζώνη προστασίας με μηδενικό συντελεστή δόμησης. Η αγωγή καταχωρήθηκε τον Μάρτιο του 2008, κατά τον οποίο ο συντελεστής δόμησης ήταν 0%. Γ) Ο συντελεστής δόμησης επανήλθε στο 20% 14 μήνες μετά στις 22/04/09 και αφού είχε προηγηθεί το 2008 πτώση στην πώληση των ακινήτων παγκύπρια, ενώ δε για την Επαρχία Αμμοχώστου η πτώση του 2009 ήταν της τάξης του 55,84% σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία του Κτηματολογίου. Δ) Στις 06/11/07, πολύ πριν την καταχώρηση της αγωγής, οι Ενάγοντες απηύθυναν στον Εναγόμενο επιστολή που τον καλούσαν να τους αποζημιώσει και/ή αποκαταστήσει τη βλάβη που τους είχε προξενηθεί από τις ακυρωθείσες διοικητικές πράξεις. Ε) Κατά την εξέταση της προσφυγής ο Εναγόμενος δεν προέβαλε τους λόγους που προβάλλει με την προδικαστική ένσταση (γ). Όπως περαιτέρω αναφέρει ο XXXXX Δημητρίου, τα πιο πάνω γεγονότα πρέπει να είναι οπωσδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου για να είναι σε θέση για να προχωρήσει στην προδικαστική εξέταση των συγκεκριμένων ενστάσεων και πιστεύει ότι θα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση του Εναγόμενου με έξοδα εναντίον του, όμως αν τα γεγονότα που παραθέτει πιο πάνω γίνουν αποδεκτά και τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου, οι Ενάγοντες δεν ενίστανται στην προδικαστική εκδίκαση ως η αίτηση του Εναγόμενου ‑ Αιτητή. Μετά από άδεια που δόθηκε από το Δικαστήριο καταχωρήθηκαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις τόσο από πλευράς των Εναγόντων ‑ Καθ' ων η Αίτηση, όσο και από πλευράς του Εναγόμενου ‑ Αιτητή. Στις 28/09/20 καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση από τον XXXXX Δημητρίου εκ πλευράς των Εναγόντων ‑ Καθ' ων η Αίτηση. Σε αυτήν επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 την επιστολή ημερομηνίας 06/11/07, με την οποία πολύ, πριν την καταχώρηση της αγωγής, οι Ενάγοντες απεύθυναν προς τον Υπουργό Εσωτερικών επιστολή, με την οποία τον καλούσαν να τους αποζημιώσει και/ή να αποκαταστήσει τη βλάβη που τους είχε προκληθεί από τις ακυρωθείσες διοικητικές πράξεις. Επισυνάπτει επίσης ως Τεκμήριο 2 την απόδειξη αποστολής της εν λόγω επιστολής μέσω Φαξ στον αριθμό 22676709 που ανήκει στο αρμόδιο τμήμα της Διοίκησης. Αναφέρει επίσης ότι οι Ενάγοντες είχαν προσφύγει έναντι του Εναγόμενου για όλες τις αποφάσεις του που περιέχονταν σε επιστολές του Υπουργού Εσωτερικών ημερομηνίας 28/01/05, οι οποίες είχαν απορροφήσει κάθε προηγούμενη απόφαση του Δήμου Παραλιμνίου. Συνεκδικάστηκαν οι προσφυγές και εκδόθηκε ακυρωτική απόφαση στις 31/10/07 και η ακύρωση αυτή συμπαρέσυρε όλες τις προηγούμενες διοικητικές πράξεις, στις οποίες αυτές είχαν στηριχθεί. Αν και οι προσφυγές δεν στρέφονταν εναντίον του Δήμου Παραλιμνίου, αλλά εναντίον της Δημοκρατίας, στην απόφαση του Δικαστηρίου αναφέρεται ότι έπασχε η αιτιολογία και προσθέτει και το γεγονός ότι δεν συμπληρώθηκε η διαδικασία εγγραφής του δρόμου. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 3 αντίγραφο του κειμένου της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου και είναι η θέση του ότι αν η Διοίκηση αποδεχόταν τις ιεραρχικές προσφυγές και δεν τις απέρριπτε, εσφαλμένα όπως αποφάσισε το Δικαστήριο, οι Ενάγοντες θα είχαν τη δυνατότητα να προχωρήσουν με την ανάπτυξη όταν αυτή ακόμα ήταν επικερδής. Επιπρόσθετα, αναφέρει ότι ο Εναγόμενος δεν προέβαλε στην προσφυγή τον λόγο που προβάλλει με την προδικαστική ένσταση (γ). Περαιτέρω αναφέρει ότι είχαν λάβει από ειδικό εμπειρογνώμονα και/ή εκτιμητή, τον κύριο XXXXX Λοΐζου, συμβουλή ότι η οποιαδήποτε επένδυση στην επίδικη ακίνητη περιουσία ήταν ασύμφορη πια, γιατί από το 2007 και μετά υπήρξε σοβαρή μείωση της ζήτησης ακινήτων και απουσία ξένων αγοραστών ακινήτων. Ο κύριος Λοΐζου έχει προβεί σε έρευνα στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας και τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι το 2008 υπήρχε πτώση παγκύπρια στην πώληση ακινήτων της τάξης του 30,96%, στην Επαρχία Αμμοχώστου το 2009 η πτώση ήταν της τάξης του 55,84%. Θεωρεί ότι τα γεγονότα αυτά θα πρέπει να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου και αναφέρει ότι εάν γίνουν αποδεκτά και τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν ενίστανται οι Ενάγοντες στην προδικαστική εκδίκαση ως η αίτηση του Εναγόμενου, διαφορετικά αιτούνται την απόρριψη της αίτησης. Με τη δική της συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 06/10/20, η XXXXX Νεοφύτου εκ πλευράς του Εναγόμενου αναφέρει ότι όντως έχει σταλεί η επιστολή που επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ημερομηνίας 28/09/20 ο XXXXX Δημητρίου, όμως στην εν λόγω επιστολή πέραν της γενικής αναφοράς περί της πρόθεσης των Εναγόντων να διεκδικήσουν αποζημιώσεις, κανένα ποσό για την ισχυριζόμενη ζημιά δεν ζητείται ως επιβάλλεται σε τέτοιες περιπτώσεις, για να μπορεί η Διοίκηση να έχει την απαραίτητη γνώση για τη ζημιά κατά τη διαδικασία επανεξέτασης. Δεν αμφισβητείται η έκδοση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του XXXXX Δημητρίου, οτιδήποτε άλλο όμως αναφέρεται από αυτόν δεν είναι παρά μία προσπάθεια των Εναγόντων να εισάξουν στο παρόν στάδιο μαρτυρία για την ισχυριζόμενη ζημιά, για την οποία υπέστηκε, η οποία δεν είναι απαραίτητη για την προδικαστική εξέταση των νομικών σημείων που αναφέρει στην Υπεράσπισή του ο Εναγόμενος και δεν αποτελεί παρά μία προσπάθεια των Εναγόντων να δημιουργήσουν δήθεν αμφισβήτηση και αμφιβολία επί του ξεκάθαρα υπαρκτού από τα δικόγραφα πραγματικού κοινού υπόβαθρου γεγονότων. Ειδικότερα, οι Ενάγοντες προσπαθούν να αποτρέψουν το Δικαστήριο να αποφασίσει ότι η αγωγή είναι πρόωρη, μίας και με επιστολές του Δήμου Παραλιμνίου ημερομηνίας 04/12/12 γνωστοποιήθηκε στους Ενάγοντες ότι ολοκληρώθηκε από τον Δήμο η επανεξέταση κατόπιν της ακυρωτικής απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις 12/10/20, επαναβεβαιώνοντας την προηγούμενη απόφασή του και επισυνάπτει σχετικά επιστολή του Δήμαρχου Παραλιμνίου προς τον δικηγόρο της Δημοκρατίας ημερομηνίας 22/09/20 ως Τεκμήριο Α στην ένορκο της δήλωση. Στη γραπτή του αγόρευση ο συνήγορος του Εναγόμενου ‑ Αιτητή, αφού επαναλαμβάνει το αιτητικό της αίτησής του και τη νομική της βάση, αναφέρει ότι υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση είναι πρόσφορη και προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης η προδικαστική εκδίκαση των νομικών σημείων που εγείρονται στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου ‑ Αιτητή και ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που επιτάσσουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας και η Νομολογία, ώστε το Δικαστήριο να αποφασίσει υπέρ της ένστασης. Η μόνη ένσταση που προβάλλεται από τον δικηγόρο των Εναγόντων ‑ Καθ' ων η Αίτηση είναι ότι δεν είναι αρκετά τα κοινώς παραδεκτά πραγματικά γεγονότα που έχει το Δικαστήριο ενώπιον του μέσω των δικογράφων για να είναι εφικτή η εκδίκαση της αίτησης. Η θέση του είναι ακριβώς αντίθετη, θεωρεί ότι τόσο οι ισχυρισμοί της κυρίας XXXXX Νεοφύτου στην πρώτη της ένορκη δήλωση, όσο και στην συμπληρωματική της ένορκη δήλωση είναι αρκετά για να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλάβει το κοινό υπόβαθρο γεγονότων και αφού αναφέρεται στη νομική πτυχή του θέματος, παραπέμποντας το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία, είναι η θέση του ότι πληρούνται στην παρούσα υπόθεση όλα τα κριτήρια που επιτάσσουν και οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας και η Νομολογία. Αν κριθεί από το Δικαστήριο ότι η αγωγή είναι πρόωρη, ως η θέση του Αιτητή, τότε αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής και επομένως δεν θα σπαταληθεί πολύτιμος χρόνος και χρήμα που θα χρειαστεί για την ακρόαση της υπόθεσης. Εξάλλου, δεν υπάρχει αμφισβήτηση των γεγονότων που επικαλείται ο ίδιος, ούτε υπάρχει από τα διάδικα μέρη οποιαδήποτε αμφισβήτηση των όσων έχουν αποκαλυφθεί με τις ένορκες δηλώσεις και τις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις, εκτός από το θέμα που αφορά την ισχυριζόμενη ζημιά των Καθ' ων η Αίτηση. Είναι η θέση του ότι η μαρτυρία για απόδειξη του ύψους της ισχυριζόμενης ζημιάς που επικαλείται ότι έπαθαν οι Καθ' ων η Αίτηση σε καμία περίπτωση δεν συνιστά μαρτυρία, η οποία είναι απαραίτητη στο παρόν στάδιο, ώστε το Δικαστήριο να προχωρήσει και να εξετάσει την προδικαστική εξέταση των αμιγώς νομικών σημείων που εγείρονται από τον Αιτητή. Έτσι, ζητά από το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της επιτυχίας της αίτησης με έξοδα υπέρ του και εναντίον των Εναγόντων ‑ Καθ' ων η Αίτηση. Με τη δική του αγόρευση ο συνήγορος των Εναγόντων ‑ Καθ' ων η Αίτηση αφού επαναλαμβάνει τη νομική βάση της αίτησης και της ένστασης και τον λόγο ένστασης που προβάλλει, παραθέτει τόσο την αρχική ένορκη δήλωση του XXXXX Δημητρίου ημερομηνίας 03/09/20, αλλά και την συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ιδίου προσώπου που καταχωρήθηκε στις 28/09/
- Όπως αναφέρει οι προδικαστικές ενστάσεις που επιθυμεί να ακουστούν ο Εναγόμενος ‑ Αιτητής είναι τρεις,
(1)ότι η αγωγή είναι πρόωρη επειδή οι Ενάγοντες δεν αποτάθηκαν στη Διοίκηση πριν την καταχώρησή της για να ζητήσουν αποζημιώσεις,
(2)η αγωγή είναι πρόωρη γιατί το θέμα που προέκυψε μετά την ακύρωση των διοικητικών πράξεων δεν έχει ακόμα επανεξεταστεί από τη Διοίκηση και
(3)ότι η Δημοκρατία δεν ευθύνεται ή δεν έχει αστική ευθύνη για πράξεις ή παραλήψεις των Οργάνων Τοπικής Αυτοδιοίκησης και ότι συνεπώς η παρούσα αγωγή θα έπρεπε να καταχωρηθεί εναντίον του Δήμου Παραλιμνίου. Αφού αναφέρεται στη νομολογία που διέπει το θέμα, αναφέρει ότι για να μπορεί να εξεταστεί μία αίτηση για προδικαστικές ενστάσεις, όλα τα γεγονότα πρέπει να είναι ενώπιον του Δικαστηρίου και να μην αμφισβητούνται. Είναι η θέση του ότι, όπως προκύπτει από τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση εκ μέρους του Εναγόμενου, δεν υπάρχει καν συναντίληψη ως προς τα ποια είναι τα επίδικα γεγονότα. Η θέση της Δημοκρατίας δεν είναι κατανοητή, ισχυρίζεται ότι η πάροδος του χρόνου και η οποιαδήποτε καθυστέρηση οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στη Δημοκρατία και αν μεταβλήθηκαν οι συνθήκες σε τέτοιο βαθμό που η ανάπτυξη πλέον θα ήταν ασύμφορη, αυτό σίγουρα δεν είναι άσχετο γεγονός, αλλά αντίθετα, είναι γεγονός που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Από τη στιγμή, λοιπόν, που δεν υπάρχει συμφωνία ως προς τα ποια είναι τα σχετικά γεγονότα, τα οποία θα πρέπει να ληφθούν υπόψη, είναι η θέση των Εναγόντων είτε ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, είτε αν γίνει αποδεχτή να προσδιοριστούν επ' ακριβώς σε ποια γεγονότα θα βασιστεί το Δικαστήριο για να εκδικάσει τις τρεις προδικαστικές ενστάσεις. Για τις τρεις προδικαστικές ενστάσεις που εγείρουν οι Αιτητές, η θέση των Εναγόντων είναι ως ακολούθως: 1) Για τη θέση ότι η αγωγή είναι πρόωρη επειδή οι Ενάγοντες δεν ζήτησαν αποζημιώσεις από τη Διοίκηση πριν, έχει αποδειχτεί ότι έχει αποσταλεί επιστολή ημερομηνίας 28/09/20 στην ένορκη δήλωση του XXXXX Δημητρίου. Μετά τη συμπληρωματική τους ένορκη δήλωση άλλαξε το επιχείρημά του ο Εναγόμενος - Αιτητής αναφέροντας ότι με την εν λόγω επιστολή δεν συγκεκριμενοποιείται η ζημιά, όμως είναι η θέση των Εναγόντων ότι το περιεχόμενο της επίδικης επιστολής είναι επαρκέστατο, και έτσι αυτή η προδικαστική ένσταση θα πρέπει να απορριφθεί. Σε σχέση με τη δεύτερη προδικαστική ένσταση, ότι δηλαδή είναι πρόωρη αγωγή επειδή το θέμα που προέκυψε δεν είχε ακόμα επανεξεταστεί από τη Διοίκηση, αναφέρει ότι η ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ήταν στις 31/10/07, και όφειλε η Διοίκηση μέχρι τις 31/01/08 να απαντήσει στην επανεξέταση, πράγμα που δεν έπραξε, και στις 05/04/07, πριν καν την έκδοση της ακυρωτικής απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τα επίδικα κτήματα εντάχθηκαν στη ζώνη προστασίας με μηδενικό συντελεστή δόμησης, άρα, διερωτάται, τι θα έπρεπε να αναμένουν οι Ενάγοντες. Θεωρεί ότι είναι ανεπίτρεπτο ο Εναγόμενος να προβάλλει τη δική του παρανομία, δηλαδή να μην έχει απαντήσει εγκαίρως και εντός των τριών μηνών που επιτάσσει το Σύνταγμα, η Νομοθεσία και Νομολογία, για να επιχειρηματολογεί ότι οι Ενάγοντες καταχώρησαν πρόωρα την παρούσα αγωγή. Τέλος, σε ό,τι αφορά την τρίτη προδικαστική ένσταση και τον ισχυρισμό ότι η Δημοκρατία δεν ευθύνεται για πράξεις ή παραλήψεις των Οργάνων Τοπικής Αυτοδιοίκησης και ότι θα έπρεπε η αγωγή να καταχωρηθεί εναντίον του Δήμου Παραλιμνίου, η απάντηση είναι απλή, η αγωγή είναι αποτέλεσμα της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου εναντίον Δημοκρατίας. Το επιχείρημα αυτό, επομένως, θα έπρεπε να είχε εγερθεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά τη διάρκεια εκδίκασης της προσφυγής όπου και θα μπορούσε να εξεταστεί. Το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει αυτό το θέμα και επίσης ισχυρίζεται ότι η απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών απορρόφησε κάθε άλλη προγενέστερη οποιουδήποτε Διοικητικού Οργάνου και είναι αυτή που οδήγησε στην προσφυγή, ήταν το αντικείμενο της προσφυγής, η οποία προσφυγή έγινε αποδεχτή. Έτσι, ισχυρίζεται ο συνήγορος των Εναγόντων ότι, είναι η θέση του Εναγόμενου που προκάλεσε την όποια ζημιά, για αυτό και η καταχώρηση της παρούσας αγωγής εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Το θέμα της εξέτασης νομικών σημείων που εγείρονται στα δικόγραφα διέπεται από τη Δ.27 θ.1 και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών και είναι νομικά κατοχυρωμένη αρχή ότι οποιοδήποτε εγειρόμενο σημείο για να ακουστεί προδικαστικά θα πρέπει: α) Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται να είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά και β) Το σημείο που εγείρεται να είναι αμιγώς νομικό και σε περίπτωση που γίνει δεκτό από το Δικαστήριο να οδηγεί σε απόρριψη της αγωγής ή στην έκδοση οποιουδήποτε άλλου διατάγματος που το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο. Η Διαταγή 27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας έχει ως ακολούθως: «ORDER 27: POINTS OF LAW RAISED BY PLEADINGS 1. Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient. 2. If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just. 3. The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just. 4. No action or proceeding shall be open to objection on the ground that a merely declaratory judgment or order is sought thereby, and the Court may make binding declarations of right whether any consequential relief is or could be claimed, or not.» Μέσα από την διατύπωση της πιο πάνω διαταγής προκύπτει ότι η προδικαστική εξέταση νομικού σημείου εναπόκειται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση ασκείται με βάση αρχές και προϋποθέσεις που νομολογιακά τέθηκαν. Εν προκειμένω και μέσα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχουν καθοριστεί και τεθεί οι αρχές που καθορίζουν τα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου και οι οποίες συνοψίζονται σε σωρεία αποφάσεων. Ενδεικτικά αναφέρω την υπόθεση Χ"Οικονόμου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ.949 στην οποία αναφέρθηκε ότι η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή αποφασίζεται η όλη υπόθεση ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του Νόμου θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Η αίτηση πρέπει να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις κατά το προτιμότερο δε στα πλαίσια της αίτησης για οδηγίες δυνάμει της Δ.30. Όπου τα γεγονότα όπως αυτά φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις είναι ικανά να δώσουν πλήρη εικόνα στο Δικαστήριο τότε το Δικαστήριο υιοθετεί τη διαδικασία της προδικαστικής επίλυσης. Στις περιπτώσεις όπου χρειάζεται να δοθεί πρόσθετο φως στα γεγονότα με μαρτυρία, είναι ορθότερο όπως η υπόθεση προχωρήσει σε δίκη. Ο αιτητής είναι αυτός που φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του και για τους οποίους υπάρχει ένσταση από την άλλη πλευρά. Στην υπόθεση Malachtou v. Armeftis
(1984)1 C.L.R.548 τονίστηκε μεταξύ άλλων ότι με βάση τη Δ.27 θ.1, αποφασίζονται αμιγώς νομικά θέματα όταν μια τέτοια απόφαση θα είναι καθοριστική για την τύχη της διαδικασίας μεταξύ των μερών, υπό τον όρο όμως ότι το πραγματικό υπόβαθρο δε βρίσκεται κάτω από αμφισβήτηση. Προκύπτει επομένως ότι η εκδίκαση προκαταρκτικών νομικών σημείων γίνεται μόνο στη βάση παραδεκτού πραγματικού υπόβαθρου. Στην υπόθεση Π.Ε.151/10 ημερ. 7.3.14, LIBERTY LIFE INSURANCE PUBLIC CO LTD ν. 1. NADA TERZIAN ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του Vahan Terzian, κ.ά. έχουν λεχθεί τα ακόλουθα: «Η Δ.27 θ.3 παρέχει κατ΄ ουσία στο Δικαστήριο το μηχανισμό και την εξουσία, χωρίς τη διεξαγωγή δίκης, να απορρίψει την αγωγή όταν δεν αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής ή ως επιπόλαια ή παρενοχλητική, εξουσία που αποτελεί εξαιρετικής μορφής μέτρο και ασκείται με φειδώ (Ν. Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon
(1998)1 A.A.Δ.1338). Είναι ορθή η αρχή, την οποία άλλωστε αποδέχονται οι διάδικοι, πως για να ακουστεί προδικαστικά νομικό σημείο θα πρέπει τα γεγονότα με βάση τα οποία θα πρέπει να αποφασιστεί να μην τίθενται υπό αμφισβήτηση. Επίσης είναι ορθό ότι ένα νομικό σημείο πρέπει να είναι αμιγώς νομικό και ότι η απόφαση υπέρ του αιτητή ουσιαστικά θα πρέπει να επιλύει ολόκληρη την αγωγή. Τυγχάνει νομολογιακά αναγνωρισμένη αρχή που διέπει τα του κωλύματος λόγω δεδικασμένου (res judicata) ή του λεγόμενου «issue estoppel» ότι το εμπόδιο στην έγερση μιας αγωγής εγείρεται όχι μόνο εκεί όπου ένα ή περισσότερα θέματα έχουν εγερθεί στην ίδια μορφή κατά την προηγηθείσα αγωγή, αλλά καλύπτει επίσης και τις διαδικασίες στο πλαίσιο των οποίων θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί τέτοια θέματα ως επίδικα αλλά δεν ηγέρθησαν (Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 670, Κ.S.R. Commercio S.A. κ.α. ν. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 309). Όπως συνοψίστηκε η αρχή στην K.S.R. Commercio (ανωτέρω): «Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου, η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματα του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε, ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίζει την υπόθεση ή υπεράσπιση του, δεν δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ό,τι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ΄ επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι, η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα.» Το δεδικασμένο μπορεί να είναι γενικής μορφής και να αφορά ολόκληρη τη διαδικασία ή μπορεί να παραπέμπει μόνο σε συγκεκριμένο επίδικο θέμα του οποίου επιχειρείται η εκδίκαση εκ νέου (Henderson v. Henderson (1943-60) All E.R. Rep. 378, Theori and another v. Djoni and another
(1984)1 C.L.R. 296, Nicolaides and another v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1). Την έκταση του δεδικασμένου σε τρίτα πρόσωπα πέραν των διαδίκων οι οποίοι είτε έλκουν τα δικαιώματα τους από τους τελευταίους και παραλείπουν να παρέμβουν στην αντιδικία, από τη στιγμή που και οι ίδιοι διεκδικούν ταυτόσημα με τα υπό κρίση συμφέροντα, δίνει η Christos Boyadji v. Eleni Papachristoforou
(1958)23 C.L.R. 299. Εγείρεται λοιπόν κατά πάντα χρόνο το ερώτημα κατά πόσο οι εφεσίβλητοι νομιμοποιούνται να εγείρουν εναντίον των εφεσειόντων στα πλαίσια της αγωγής 4953/00 τα υπόλοιπα ζητήματα και αξιώσεις που ήγειραν με την δεύτερη αγωγή. Τα θέματα δηλαδή των δικών τους αξιώσεων στη βάση του ιδίου ασφαλιστηρίου συμβολαίου υπό άλλη ιδιότητα για λογαριασμό των δικαιούχων. Αυτό πάντοτε κρινόμενο ιδιαιτέρως υπό το φως της αίτησης την οποία καταχώρισαν για συνένωση τους ως συνεναγόμενοι και είναι αποδεκτό ότι την απέσυραν, ανεξαρτήτως των λόγω που τους οδήγησαν σε αυτή την απόφαση. Στην υπόθεση Carl-Zeiss-Stiftung v. Rayner & Keeler Ltd and others (No.3)
(1969)All E.R. 897, σελ. 909, στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο η συνήγορος των εφεσειόντων, κρίθηκε ότι η διαγραφή ενός δικογράφου δεν είναι επιτακτική αλλά δυνητική και εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο αποφασίζει αν ένα θέμα αποτελεί δεδικασμένο μόνο όταν όλες οι σχετικές πληροφορίες βρίσκονται ενώπιον του διαφορετικά η αίτηση ως πρόωρη απορρίπτεται. Το γεγονός ότι ένα σημείο κρίνεται δύσκολο δεν αποτελεί δικαιολογία γιατί να μην εξεταστεί, νοουμένου όμως ότι όλα τα γεγονότα βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου: «I do not think however that because an issue is res judicata, the court in the exercise of its discretion should always strike out an allegation raising that issue the court . might consider in a particular case that the better course would be .to be raised by pleading.and dealt with at the trial.Ord.18 r. 19 is framed in language which is not mandatory but permissive.» ........................ if as will normally be the case, the relevant information is before the court before which the interlocutory application comes, the judge ought then to decide whether the issue is res judicata or not, however difficult or obscure the point may be, for it will not become less so by waiting for the trial. If, on the other hand, the necessary information is not before him, the application will be premature and should fail.» Η διαπίστωση αν η δικογραφία αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα, δεν εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αλλά συνιστά νομικό ζήτημα και επομένως το Εφετείο είναι σε θέση όπως και το πρωτόδικο Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπεράσματα σε σχέση με την υπόσταση του δικογράφου. (Οverseas Shipping & Forwarding Co v. Kappa Shipping Co Ltd & others
(1977)1 C.L.R. 248, Paikkos v. Kontemeniotis
(1989)1 C.L.R. 50, In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246).» Στην υπόθεση Χ'Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας (ανωτέρω) έχουν αναφερθεί οι αρχές που καθορίζουν τα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οι οποίες μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: «Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρκτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα.» Όπου τα γεγονότα, όπως αυτά εκτίθενται στις έγγραφες προτάσεις, είναι ικανά να δώσουν πλήρη εικόνα στο Δικαστήριο, τότε το Δικαστήριο υιοθετεί την διαδικασία της προδικαστικής επίλυσης. Σε περίπτωση όπου χρειάζεται, όμως, να δοθεί πρόσθετο φως στα γεγονότα με μαρτυρία, είναι ορθότερο όπως η υπόθεση προχωρήσει σε δίκη σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 33. Μόνο καθαρά νομικά ζητήματα μπορούν να τύχουν εξέτασης δυνάμει της Διαταγής 27, Θεσμός 1, τα οποία θα είναι καθοριστικά της αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων. Σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ.229 όπου αναφέρθησαν τα ακόλουθα: «Στην πρωτόδικη απόφαση γίνεται εκτενής αναφορά στη νομολογία η οποία διέπει τον καθορισμό και την επίλυση Θέματος βάσει τηςΔ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (Βλ. μεταξύ άλλων, Western S.S. Co v. Amaral Sutherland&Co. [1914] 3 K.B.
- Windsor Refrigerator Co Ltd. v. Branch Nominees Ltd [1961] Ch.
- Isaacs and Sons Ltd. v. Cook [1925] 2 K.B.886 Andreson v. Midland Railway [1902] 1 Ch.
- Papamichael v. Haholiades
(1970)1 C.L.R.360. Malachtou v. Armefti and another
(1984)1 C.L.R. 548). Ό,τι προκύπτει από τη νομολογία, είναι ότι η επίλυση θέματος προδικαστικά και, γενικότερα, η επίλυση θέματος έξω από το πλαίσιο της δίκης - το φυσιολογικό πεδίο για τη διαπίστωση των γεγονότων και τον καθορισμό των δικαιϊκών τους συνεπειών - αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο εφ' όσο τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Δικαιολογείται, συνεπώς η επίκληση της Διάταξης 27 εφ' όσο το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Τα γεγονότα, άλλωστε, τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι, όπως υποδεικνύεται στη Sevegep Ltd. v. United Sea Transport Ltd And others
(1989)1 Α.Α.Δ.(E)729 εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση, και αποκλειστική πηγή αναζήτησης τους είναι η Έκθεση Απαιτήσεως». Χωρίς επηρεασμό της βασικής νομολογιακής αρχής ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για προδικασία των νομικών σημείων δυνάμει της Δ.27 πρέπει να ασκείται με φειδώ γιατί αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, η στάθμιση του χρονικού παράγοντα συσχετίζεται πάντοτε με το εύλογο του χρόνου για τη διάγνωση των δικαιωμάτων στα οποία αφορά η εκκρεμοδικεία τηρουμένης της όποιας περιπλοκότητας των επίδικων θεμάτων. Παραπέμπω συναφώς στην υπόθεση Σιακόλας ν Federal Bank of Lebanon (SAL)
(1998)I Α.Α.Δ.1338 στην οποία επαναλαμβάνεται το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Βίκτωρος ν Χριστοδούλου
(1992)I Α.Α.Δ.512, 520꞉ «Ούτε το Σύνταγμα, ούτε ο περί Δικαστηρίων Νόμος, ούτε οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας καθορίζουν ακριβή χρονικά όρια για την απονομή της δικαιοσύνης. Όπως αναγνωρίζεται στην Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ.149, το εύλογο του χρόνου για τη διάγνωση των δικαιωμάτων ή της ευθύνης του πολίτη εξαρτάται από σειρά παραγόντων που συσχετίζονται με τις ιδιομορφίες της υπόθεσης, τη φύση, το χαρακτήρα και το περίπλοκο των θεμάτων που εγείρονται προς επίλυση και τη διαγωγή των διάδικων. (Βλ. επίσης Άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών που κυρώθηκε με το Ν. 39/62, και την ερμηνεία που αποδόθηκε στις διατάξεις του από την Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων DIGEST OF STRASBOURG CASE LAW, Vol.2 [1348] Cases on Interpretation and Application of Article 6.1 of the Contention).» Περαιτέρω στην Κυριάκος Σάββα v Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ.609, λέχθηκε ότι: "..Όπως αναφέρθηκε στην Χ'Οικονόμου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 A.A.Δ.949, διαταγή δυνάμει της Δ.27, θ.1 για εκδίκαση προδικαστικού νομικού σημείου εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στην περίπτωση σημείου που το εγειρόμενο θέμα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου θα πρέπει να αποφασίζεται κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Η παρούσα περίπτωση κατά την άποψη μας δεν ήταν καθαρή περίπτωση." Στις Προσφυγές 93/09 και 140/09, CYBARCO PLC και PAFILIA PROPERTY DEVELOPMENTS LIMITED v. ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΟΡΩΝ κ.ά., ημερ. 18.1.10, ο έντιμος πρώην Δικαστής του Ανώτατου Δικαστηρίου κ. Φωτίου συνόψισε τις αρχές σε ότι αφορά το θέμα που απασχολεί το Δικαστήριο ως εξής: "Είναι σαφώς νομολογημένο ότι για να είναι κατάλληλη μια υπόθεση για να ακουστεί πρώτα το εγειρόμενο προδικαστικό νομικό σημείο, θα πρέπει τα γεγονότα με βάση τα οποία τούτο θα αποφασιστεί, να μην είναι υπό αμφισβήτηση. Επίσης το εγειρόμενο σημείο να είναι καθαρά νομικό, κι' ότι απόφαση υπέρ του αιτητή ουσιαστικά περατώνει (substantially disposes of) την αγωγή. Σημειώνω εδώ ότι η Δ.27 κ.2 καθιστά κατάλληλο για προδικαστική εκδίκαση όχι μόνο το σημείο εκείνο το οποίο φέρει σε πέρας ολόκληρη την αγωγή, αλλά ακόμα και σημείο που αποτελεί ξεχωριστή βάση αγωγής ή υπεράσπισης ή ανταπαίτησης ή ακόμα και απάντησης σ' αυτά, ανάλογα με την περίπτωση. (Βλ. Γενικά κ.2 Δ.2 The heirs of the Late Theodora Panayi v. The administration of the Late Stylianos Mandriotis
(1963)2 C.L.R.167, Malacthou v. Armefti & Another
(1984)1 C.L.R.548, Overseas Shipping&Fowarding Co. v. Kappa Shipping Co. Ltd & Others
(1977)1 C.L.R.248, Paikos v. Kontemeniotis
(1989)1 C.L.R.50, Χ'Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας
(1992)1 Α.Α.Δ.949 και Πιερίδης ν. Keshishian κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ.224. Όσον αφορά τις περιπτώσεις εκείνες που το εγειρόμενο νομικό σημείο είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου τότε, όχι απλώς είναι ορθό ή επιθυμητό να εκδικάζεται τούτο πριν την κυρίως αγωγή, αλλά και επιβάλλεται αυτή η διαδικασία. (Βλ. μεταξύ άλλων Kolokoudhias and Another v. Varnavidou κ.ά.
(1988)1 C.L.R.566, Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ κ.ά. v. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά.
(1991)2 Α.Α.Δ.225 και την υπόθεση Ναυτοδικείου Michael v. United Sea Trasnport
(1981)1 C.L.R.322). Στην προαναφερθείσα υπόθεση Χ"Oικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας, τονίστηκε ότι τέτοια αίτηση πρέπει να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η εκδίκαση προδικαστικών σημείων πρέπει να γίνεται στην αίτηση για οδηγίες (summons for directions). Στην ίδια υπόθεση λέχθηκε ότι μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές υποθέσεις κι' όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, είτε λόγω ασάφειας του Νόμου, είτε των γεγονότων, είναι προτιμότερο να αποφασίζονται κατά την ακρόαση." Όπως έχει αναφερθεί, οι δύο συνήγοροι δεν έχουν καταλήξει σε παραδεκτά γεγονότα οπόταν το πρώτο θέμα το οποίο πρέπει το Δικαστήριο να εξετάσει είναι κατά πόσο, μέσα από τα δικόγραφα της υπόθεσης, δηλαδή την Έκθεση Απαίτησης και την τροποποιημένη Υπεράσπιση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας προκύπτουν παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο των οποίων το Δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει και να εκδικάσει προδικαστικά τα νομικά σημεία που εγείρονται στην τροποποιημένη Υπεράσπισή του Γενικού Εισαγγελέα στην παράγραφο 1, και συγκεκριμένα τις προδικαστικές ενστάσεις (α), (β) και (γ). Επίσης, θα πρέπει το Δικαστήριο να ανατρέξει στις ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωρηθεί τόσο εκ πλευράς του Διευθυντή των Εναγόντων, όσο και εκ πλευράς του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας τόσο τις αρχικές όσο και τις συμπληρωματικές για να διαπιστώσει κατά πόσο όντως υπάρχουν αυτά τα κοινώς αποδεκτά και/ή παραδεκτά και/ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα σύμφωνα με τα οποία το Δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει στην εκδίκαση των προδικαστικών ενστάσεων της Δημοκρατίας στο στάδιο αυτό. Από όλα λοιπόν τα δικόγραφα και τις ένορκες δηλώσεις που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, τα ακόλουθα προκύπτουν ως αναντίλεκτα και/ή παραδεκτά γεγονότα: Οι Ενάγοντες είναι οι ιδιοκτήτες των ακινήτων τα οποία περιγράφονται στον πίνακα της παραγράφου 6 της Έκθεσης Απαίτησης των οποίων όμως οι αριθμοί τεμαχίων έχουν τροποποιηθεί ως αναφέρονται στην παράγραφο 6 της τροποποιημένης Υπεράσπισης. Οι Ενάγοντες υπέβαλαν στον Δήμο Παραλιμνίου αιτήσεις για άδειες οικοδομής για τα προαναφερθέντα τεμάχια καθώς και για το τεμάχιο υπ' αριθμό XXXXX του οποίου ο αριθμός τώρα έχει τροποποιηθεί σε τεμάχιο
- Ο Δήμος Παραλιμνίου παραχώρησε άδεια οικοδομής στους Ενάγοντες για το τεμάχιο XXXXX υπό τον όρο ότι οι Ενάγοντες θα παραχωρούσαν και/ή θα κατασκεύαζαν δημόσιο δρόμο ο οποίος θα ενωνόταν με τον ήδη δημόσιο δρόμο. Οι Ενάγοντες προσέφυγαν στον Υπουργό Εσωτερικών με ισάριθμες ιεραρχικές προσφυγές σύμφωνα με το άρθρο 18 του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96 τις οποίες καταχώρησαν στο γραφείο του στις 6/9/2004 μετά από την απόρριψη των αιτήσεων τους που αφορούσαν τα τεμάχια της παραγράφου 6 της Τροποποιημένης Υπεράσπισης. Ο Υπουργός Εσωτερικών απέρριψε τις ιεραρχικές προσφυγές με απόφαση του ημερομηνίας 28/2/
- Μετά τις απορρίψεις των ιεραρχικών προσφυγών, οι Ενάγοντες καταχώρησαν στο Ανώτατο Δικαστήριο, 11 προσφυγές σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος. Πρόκειται για τις προσφυγές με αριθμούς 245/05 - 253/05 που καταχωρήθηκαν στις 9/3/05 για τα τεμάχια με αριθμούς XXXXX ‑ XXXXX αντίστοιχα, και την προσφυγή 264/05 που καταχωρήθηκε στις 5/3/2005 για το τεμάχιο XXXXX. Οι προσφυγές συνεκδικάστηκαν με οδηγίες του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 9/11/05 το οποίο και με ακυρωτική απόφασή του ημερομηνίας 31/10/07 σύμφωνα με το άρθρο 146.4(β) του Συντάγματος ακύρωσε όλες τις επίδικες αποφάσεις όπως περιέχονταν στις επιστολές του Υπουργού Εσωτερικών προς τους Ενάγοντες ημερομηνίας 28/1/
- Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 31/10/07 αυτή που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του XXXXX Δημητρίου. Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν εφεσιβλήθηκε και κατέστη τελεσίδικη και δεσμευτική για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη καθώς αφορά όλες τις προσφυγές. Στις 6/11/2007 οι Ενάγοντες απεύθυναν προς τον Εναγόμενο με επιστολή με την οποία τον καλούσαν να τους αποζημιώσει και/ή να αποκαταστήσει τη βλάβη που τους είχε προξενηθεί από τις ακυρωθείσες διοικητικές πράξεις, το Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του XXXXX Δημητρίου ημερομηνίας 28/9/
- Η επιστολή αυτή φέρει ημερομηνία 6/11/07 και στάληκε στο αρμόδιο τμήμα της Διοίκησης. Αυτά είναι τα γεγονότα που όπως έχω ήδη αναφέρει φαίνεται ότι προκύπτουν ως παραδεκτά και/ή αδιαμφισβήτητα μέσα από τα δικόγραφα, την αίτηση, την ένσταση, τις ένορκες δηλώσεις και τις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Κοιτάζοντας τα γεγονότα στην ολότητά τους, παρατηρώ ότι υπάρχουν αρκετά γεγονότα για τα οποία φαίνεται να μην υπάρχει συμφωνία και/ή αποδοχή τα οποία κρίνω ότι είναι ουσιαστικής σημασίας για την εκδίκαση των νομικών σημείων αυτών προδικαστικά όπως για παράδειγμα η αλλαγή των πολεοδομικών ζωνών, η ουσία της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το τοπικό σχέδιο Παραλιμνίου που δημοσιεύτηκε το 2007 το οποίο μετέβαλε το πολεοδομικό καθεστώς των επίδικων κτημάτων, τα λεφτά που οι Ενάγοντες δαπανούσαν για να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις της Διοίκησης για την άδεια που τους είχε δοθεί για το τεμάχιο XXXXX, οι ζημιές που υπέστηκαν οι Ενάγοντες από την έγκριση του τοπικού σχεδίου Παραλιμνίου το 2007 και τη μεταβολή του πολεοδομικού καθεστώτος, η μείωση της ζήτησης για αγορά ακινήτων στον Δήμο Παραλιμνίου λόγω της ισχυριζόμενης καθυστέρησης αν όντως υπήρξε τέτοια καθυστέρηση να εγκριθούν οι αιτήσεις για τα υπόλοιπα τεμάχια πλην του τεμαχίου XXXXX, και κατά πόσο η Διοίκηση επέδειξε κωλυσιεργία που επέδειξε η Διοίκηση εξετάζοντας την, η μη απάντηση στην ένσταση των Εναγόντων για την ένταξη των επίδικων κτημάτων σε δασική ζώνη σύμφωνα με το τοπικό σχέδιο Παραλιμνίου που δημοσιεύτηκε το 2007, η καθυστέρηση ή μη του αρμόδιου Υπουργού να επανεξετάσει το θέμα μετά την ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τι σημαίνει η αλλαγή ζώνης και του πολεοδομικού καθεστώτος των επίδικων κτημάτων σε παραθεριστική ζώνη. Έτσι είναι η θέση μου, ότι η αίτηση για εκδίκαση προδικαστικών σημείων δεν μπορεί να επιτύχει και συναφώς απορρίπτεται. Επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων /Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου /Αιτητή τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Με το δεδομένο πλέον ότι η υπόθεση θα προχωρήσει σε πλήρη ακρόαση και λαμβάνοντας υπ' όψιν μου την ημερομηνία καταχώρησής της και το γεγονός ότι είναι από τις παλαιότερες υποθέσεις στο ημερολόγιο του Δικαστηρίου το Δικαστήριο θα προχωρήσει και θα την ορίσει τάχιστα για ακρόαση. (Υπ.) Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου Π.Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο