← Κύπρος

LOIZOS IORDANOU CONSTRUCTIONS LTD κ.α. ν. ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΡΕΙΑ Χ.Π.Θ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 204/16, 19/8/2020

LOIZOS IORDANOU CONSTRUCTIONS LTD κ.α. ν. ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΡΕΙΑ Χ.Π.Θ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 204/16, 19/8/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοι

νωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A595 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 204/16 ΜΕΤΑΞΥ:

  1. LOIZOS IORDANOU CONSTRUCTIONS LTD
  2. XXXXX ΙΟΡΔΑΝΟΥΣ Εναγόντων και
  3. ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΡΕΙΑ Χ.Π.Θ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΛΤΔ
  4. XXXXX Θ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
  5. ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΠΘ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ & LOIZOS IORDANOU CONSTRUCTIONS LIMITED J.V. Εναγομένων --------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 19 Αυγούστου,
  6. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: Ο κ. Κ. Γεωργιάδης, για Chrysses Demetriades & Co LLC (ΔΘ54). Για τους Εναγομένους: Ο κ. Μ. Κυριακίδης, για Μάριος Ι. Κυριακίδης ΔΕΠΕ (ΔΘ70). ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες αξιώνουν από τους εναγομένους «. αλληλέγγυα και χωριστά .» (ως το παρακλητικό στην Έκθεση Απαίτησης): «Α. Διάταγμα και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου που να κηρύσσει την εγγραφή και/ή καταχώριση του Εντύπου Ο/Ε 1 ημερομηνίας 6/5/2008 που υποβλήθηκε στον Έφορο Εταιρειών από τους Εναγόμενους 1-3 και/ή οποιοδήποτε απ' αυτούς με την οποία δηλώθηκε στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη ότι ο εναγόμενος 2 (για λογαριασμό των Εναγομένων 1 και/ή των Εναγομένων 3) είχε το δικαίωμα από μόνος του να διαχειρίζεται τα ζητήματα των Εναγομένων 3 και/ή να τον διευθύνει και/ή να υπογράφει εκ μέρους τους ως άκυρη και/ή άνευ αποτελέσματος και/ή ως αποτέλεσμα δόλου και/ή πλαστογραφίας και/ή παραποίησης και/ή ως να υποβλήθηκε χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση. Β. Διάταγμα και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου που να κηρύσσει ως άκυρο και/ή άνευ αποτελέσματος και/ή ως αποτέλεσμα δόλου και/ή πλαστογραφίας και/ή παραποίησης και/ή ως να υποβλήθηκε χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση οποιουδήποτε άλλου εγγράφου και/ή ζητήματος και/ή δικαιοπρακτικής ενέργειας που έγινε και/ή καταρτίστηκε για λογαριασμό των Εναγομένων 3 από τον Ενάγοντα 1 και/ή τον Εναγόμενο 2 χωρίς την συγκατάθεση των Εναγόντων. Γ. Διάταγμα και/ή Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου που να δηλώνει και/ή αποφασίζει ότι οι Ενάγοντες 1 και/ή 2 είναι οι μόνοι που δικαιούνταν από μόνοι τους από της σύστασης των Εναγομένων 3 να διαχειρίζονται και/ή να εκπροσωπούν τους Εναγόμενους
  7. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγόμενους και/η οποιοδήποτε από αυτούς να υπογράψουν και υποβάλλουν κάθε αναγκαίο έγγραφο προς τον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη ούτως ώστε οι Ενάγοντες 1 να εμφανίζονται στο Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ως το πρόσωπο που δικαιωματικά και νόμιμα δικαιούται μέσω του Ενάγοντος 2 να διαχειρίζονται και/ή εκπροσωπούν τους Εναγόμενους 3 έναντι παντός τρίτου προσώπου και Εμπορικών Επωνυμιών Νόμο, Κεφ.
  8. ....................................................». Συνιστά εκδοχή των εναγόντων ότι οι εναγόμενοι 3 είναι συνεταιρισμός - που έλαβε τη μορφή Κοινοπραξίας - ο οποίος συστάθηκε από τους ενάγοντες 1 και τους εναγομένους 1 δυνάμει του Περί Ομορρύθμων και Ετερορρύθμων Συνεταιρισμών και Εμπορικών Επωνυμιών Νόμου, Κεφ.116 («η Κοινοπραξία»). Η Κοινοπραξία δημιουργήθηκε με βούληση των διαδίκων την ανάληψη του έργου «Contract B-SBP 07/2007-Pafos Sewerage and Drainage Project Phase II» («το Έργο») που είχε προκηρύξει το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Πάφου («ΣΑΠΑ»). Για σύσταση της Κοινοπραξίας, υποβλήθηκε και εγκρίθηκε αίτηση με τον Τύπο Ο/Ε1 [βλ. Τεκμήριο 1] («η Αίτηση»). Οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 συνέταξαν και/ή καταχώρισαν την Αίτηση δολίως και/ή συνωμοτικώς και/ή κατά παράβασιν των συμφωνηθέντων μεταξύ των διαδίκων. Οι εναγόμενοι - εκτός της προδικαστικής ένστασης στην παράγραφο 1 της Έκθεσης Υπεράσπισης περί «. έλλειψης αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να επιληφθεί των αξιώσεων Α, Β και Δ του Αιτητικού της αγωγής, καθ' όσον αυτή ανήκει στο Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου υπό την Αναθεωρητική Δικαιοδοσία του .» - αρνούνται όσα τους καταμαρτυρούν οι ενάγοντες, ισχυριζόμενοι πως η Αίτηση και όσα οδήγησαν σε αυτή, περιβάλλεται από νομιμότητα και έτσι η αγωγή πρέπει να απορριφθεί. Για επίρρωση της αγωγής, οι ενάγοντες κάλεσαν τούς XXXXX Κετώνη (ΜΕ1), XXXXX Παφίτη (ΜΕ2), XXXXX Ιορδάνους (ΜΕ3), XXXXX Λάμπρου (ΜΕ4), XXXXX Χριστοδούλου (ΜΕ5), XXXXX Λοφίτου (ΜΕ6) και XXXXX Μιχαήλ (ΜΕ7), ενώ οι εναγόμενοι τούς XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΥ1), XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΥ2), XXXXX (XXXXX) Αδάμου (ΜΥ3), XXXXX Μανούρη (ΜΥ4), XXXXX Γερολέμου (ΜΥ5), XXXXX Γεωργιάδου (ΜΥ6) και XXXXX Μακρή (ΜΥ7). Στην υπόθεση, εκτός των δικογραφημένων παραδοχών, δηλώθηκαν και εγκρίθηκαν ως παραδεκτά, σειρά γεγονότων για συνιστώσες των επίδικων θεμάτων, με κάποια από αυτά να παρατίθενται πιο κάτω. Ενέταξα και ανέλυσα όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο μαρτυρικό υλικό θεωρώντας τα ως δεδομένα και ως περιέχοντα παραδεκτή κατά το δίκαιον μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογίαν, John v Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 201/13, ημ. 17.6.16, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν Δημοκρατίας (Αρ 2)

(2000)2 ΑΑΔ 628, 640, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, 501). Μερικά από τα παραδεκτά γεγονότα είναι και αυτά: « ............................................... · Ο Ενάγων 1, είναι και καθ΄ όλους τους ουσιώδεις χρόνους ήταν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στην Κύπρο, δυνάμει του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
  1. · Ο Ενάγων 2 είναι και καθ΄ όλους τους ουσιώδεις χρόνους ήταν ο μόνος διευθυντής του Ενάγοντα
  2. · Ο Εναγόμενος 1 είναι και καθ΄ όλους τους ουσιώδεις χρόνους ήταν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στην Κύπρο, δυνάμει του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
  3. · Ο Εναγόμενος 2 είναι και καθ΄ όλους τους ουσιώδεις χρόνους ήταν ο μόνος διευθυντής, του Εναγόμενου
  4. · Ο Εναγόμενος 1 και ο Ενάγων 2 καθ΄ όλους τους ουσιώδεις χρόνους ήσαν κάτοχοι άδειας Εργολήπτη Α' Τάξεως βάση του Περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Νόμου του 2001 Ν. 29
(1)/
  1. · Ο Εναγόμενος 3 είναι και καθ΄ όλους τους ουσιώδεις χρόνους ήταν Συνεταιρισμός που συστάθηκε από τον Ενάγοντα 1 και Εναγόμενο 1 δυνάμει του Περί Ομορρύθμων και Ετερορρύθμων Εταιρειών Νόμου Κεφ.
  2. · Ο Συνεταιρισμός ή Κοινοπραξία, συστάθηκε με σκοπό την προσφοροδότηση και ανάληψη του Έργου Contract B-SBP 07/2007 - Pafos Sewerage and Drainage Project - Phase II (Το "Έργο"), που είχε προκηρύξει το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Πάφου. · Το Έργο κατακυρώθηκε στον Ενάγοντα 1 και Εναγόμενο 1 οι οποίοι ανέλαβαν την εκτέλεση του ως μέλη και για λογαριασμό του Εναγόμενου 3 συνεταιρισμού δυνάμει του αρ. 35 του Ν. 29
(1)/2001. · Μεταξύ των μερών υπογράφτηκε σύμβαση εκτέλεσης του Έργου ημ. 05.12.2008. · Την εν λόγω συμφωνία ημ. 05.12.2008, συνιστούσαν οι εις αυτήν όροι καθώς και σύμφωνα με τον όρο της 2 (α) η επιστολή αποδοχής της προσφοράς του Ενάγοντα 1 και Εναγόμενου 1 δια του Συνεταιρισμού, (β) η προσφορά και τα Παραρτήματα της Προσφοράς (γ) οι Όροι του Συμβολαίου (Μέρος Ι) (δ) οι όροι του Συμβολαίου (Μέρος ΙΙ) (ε) οι Προδιαγραφές (Τμήμα Ι & ΙΙ), (στ) τα σχέδια (Έμπα, Αναβαργός, Κονιά), (ζ) η Πρόταση του Εργολάβου (η οποία συνίσταται στα (
  1. i)Δεδομένα προσόντων (
  2. ii)Τεχνικά δεδομένα και (iii) Τιμολογημένο Δελτίο ποσοτήτων, σε γραπτή φόρμα και ηλεκτρονική μορφή, 3 τόμοι, (η) όλα τα άλλα έγγραφα όπως καταγράφονται στο Παράρτημα της Προσφοράς (Πληροφοριακά Δεδομένα - Δεδομένα Γεωλογικών και Τοπογραφικών Πληροφοριών - Υπόγειες Υπηρεσίες σε cd), και (θ) Σχέδιο Υγείας και Ασφάλειας - Προκατασκευαστική φάση. Στην ενλόγω συμφωνία, Εργοδότης ήταν το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Πάφου, Επιβλέπων Μηχανικός η Sogreah, A.F. Modinos & S.A. Vrahimis Joint Venture, και Εργολάβος οι Ενάγων 1 και Εναγόμενος 1 ως μέρη και για λογαριασμό του Εναγόμενου 3 συνεταιρισμού. · Ο Ενάγων 1 διορίστηκε από τους συνεταίρους Ενάγοντα 1 και Εναγόμενο 1, Επικεφαλής της Κοινοπραξίας (Leader Partner) σύμφωνα με τον όρο 2.3 (
  3. b)των Οδηγιών προς τους Προσφοροδότες (Instructions to Tenderers) με τις εξουσίες δέσμευσης όλων των συνεταίρων που καθορίζονται στον όρο 2.3 (c). · Στις 3.3.2008 υπογράφτηκε μεταξύ του Ενάγοντα 1 και Εναγόμενου 1 συμφωνία που τιτλοφορείται "Pre-Bid Joint Venture Agreement". · Μεταξύ Ενάγοντα 1 και Εναγόμενου 1 υπογράφτηκε το Μνημόνιο Συναντίληψης (Memorandum of Understanding). · Με διευκρινιστική επιστολή του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Πάφου ημ. 20.3.2008 διευκρινίστηκε ότι δεν απαιτείτο να συσταθεί η Κοινοπραξία Ενάγοντα 1 και Εναγόμενου 1 πριν από την υποβολή της προσφοράς. · Ο Εναγόμενος 1 αποδέχθηκε όπως ο Ενάγων 2 υπογράφει όλα τα έγγραφα σε σχέση με την προσφορά για το Συμβόλαιο Β αρ. 07/2007 - Δεύτερη φάση του Αποχετευτικού Συστήματος και Συστήματος Όμβριων Υδάτων της Πάφου. · Με απόφαση του Εναγόμενου 1 ημ. 25.3.2008 υπογραμμένη από τον Εναγόμενο 2 υπό την ιδιότητα του Συμβούλου και Γραμματέα του, συμφωνούσε ότι Επικεφαλής της Κοινοπραξίας, θα ήταν ο Ενάγων 1. · Ο Ενάγοντας 2, υπέγραψε την προσφορά της Κοινοπραξίας ημ. 7.4.2008 προς το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Πάφου για το ποσό των €24,462,030.60. · Μετά την κατακύρωση του Έργου στην Κοινοπραξία, καταρτίστηκε έγγραφο ημ. 5.12.2008 μεταξύ του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Πάφου αφ΄ ενός και Κοινοπραξίας με το όνομα Joint Venture Loizos Iordanou ltd & Ergoliptiki Eteria CH.P.TH. Alexandrou ltd, το οποίο υπογράφτηκε από τον XXXXX Βέργα Πρόεδρο του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Πάφου και τον Ενάγοντα 2 με τη σφραγίδα "Εργοληπτική Εταιρεία Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου Λτδ & Loizos Iordanou Constructions Ltd J.V." · Ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε το έγγραφο ημ. 5.12.2008 σαν μάρτυρας των υπογραφών. · Στην συμφωνία ημ. 5.12.2008 αναφέρεται ως αντισυμβαλλόμενος του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Πάφου το Joint Venture Loizos Iordanou Ltd & Ergoliptiki Eteria Ch.P.Th. Alexandrou Ltd ενώ η ονομασία η οποία αναφέρεται στο έγγραφο ΟΕ/1 και ενεγράφει στον Έφορο Εταιρειών είναι Εργοληπτική Εταιρεία Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου Λτδ & Loizos Iordanou Constructions Ltd J.V. · Οι Εναγόμενοι 1 και 2 αρνήθηκαν να καταχωρήσουν αλλαγές στο Γραφείο του Εφόρου Εταιρειών ώστε το Συνεταιρισμό να διαχειρίζεται διευθύνει και υπογράφει γι΄ αυτόν ο Ενάγων 2 με την υπογραφή του από μόνος του και το όνομα του Συνεταιρισμού. · Η απόφαση του Συμβούλιου των Διευθυντών του Εναγομένου 1 ημ. 25.3.2008 παρέχει στο διευθυντή Χαράλαμπο Αλεξάνδρου πληρεξουσιότητα υπογραφής των αναγκαίων εγγράφων για την υποβολή της προσφοράς κατασκευής της Β φάσης του Αποχετευτικού Συστήματος και Συστήματος Ομβρίων Υδάτων της Πάφου. · Με το πληρεξούσιο έγγραφο ημ. 3.3.2008 τιτλοφορούμενο "Power of Attorney" ο Ενάγων 1 και ο Εναγόμενος 1 εξουσιοδότησαν αντίστοιχα τον XXXXX Ιορδάνου και τον XXXXX Αλεξάνδρου να υπογράφουν όλα τα έγγραφα και συμφωνίες για λογαριασμό και προς δέσμευση των εταιρειών τους σχετικά με την υποβολή της προσφοράς προς το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Πάφου. · Με το έγγραφο που τιτλοφορείται "Power of Attorney" το οποίο υπογράφει ο Λοΐζος Ιορδάνου προς οιονδήποτε ενδιαφερόμενο ( to whom it may concern) ότι ο Ενάγων 1 και ο Εναγόμενος 1 σύστησαν συνεταιρισμό με σκοπό την υποβολή προσφοράς και κατασκευής του Έργου και μόνο και η εξουσιοδότηση αφορούσε μόνο την υποβολή προσφοράς και ότι έχει εξουσιοδοτηθεί με αποφάσεις των συμβουλίων των διευθυντών του Ενάγοντα 1 αι του Εναγόμενου 1 να υπογράφει όλα τα έγγραφα και συμφωνίες για λογαριασμό της Loizos Iordanou Constructions Ltd & Ch.P.Th. Alexandrou Ltd J.V. σχετικά με την προσφορά για το συμβόλαιο Β (Νο. 7/2007) Second Phase of the Pafos Sewerage and Drainage Project (Konia-Empa and Anavargos communities). · Με την κατάθεση του εντύπου Ο/Ε-1 το οποίο φέρει ημερ. 6/5/08 και σφραγίδα του Εφόρου Εταιρειών ημερ. 07/05/2008, ενεγράφη ο Εναγόμενος 3 συνεταιρισμός. · Ο Ενάγων 2 κατήγγειλε στην αστυνομία στις 15.5.2010 τους Εναγόμενους 1 και 2 καθώς και τον γιό του Εναγόμενου 2, XXXXX Αλεξάνδρου για πλαστογραφία του Εγγράφου Ο/Ε1, ότι δηλαδή το υπέγραψε και σφράγισε με την σφραγίδα του Ενάγοντα 1 ασυμπλήρωτο και αντί να το συμπληρώσουν γράφοντας ότι διευθυντής του συνεταιρισμού ήταν ο Ενάγων 1, όπως είχε συμφωνηθεί, καταχώρησαν ότι διευθυντής ήταν ο Εναγόμενος 1 που διεύθυνε τον Συνεταιρισμό με την υπογραφή του Εναγόμενου 2 από μόνου του και το όνομα του Συνεταιρισμού. · Κατ' ακολουθία της καταγγελίας, η αστυνομία σύνταξε κατηγορητήριο με αρ. 41426-11 εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 και του γιού του Εναγόμενου 2 XXXXX Αλεξάνδρου για πλαστογραφία και άλλες κατηγορίες. · Η αθωωτική απόφαση δεν εφεσιβλήθηκε. · Οι Ενάγοντες ζήτησαν από τους Εναγόμενους τροποποίηση της μεταξύ τους συμφωνίας συνεταιρισμού έτσι ώστε οι Ενάγοντες να καταστούν οι μόνοι διευθυντές του συνεταιρισμού αλλά και επικεφαλής της κοινοπραξίας. · Η επίσημη ημερομηνία έναρξης των εργασιών εκτέλεσης του Έργου καθορίστηκε με επιστολή του Μηχανικού η. 9.2.2009 προς τον Εργολάβο και ήταν η 3η Μαρτίου 2009. · Ο Εναγόμενος 1 έστειλε επιστολή ημ. 14.6.2010 προς τους Ενάγοντες 1 και 2 με κοινοποίηση στο Μηχανικό και Εργοδότη, η οποία παραλήφθηκε. · Πρόταση διαμοιρασμού του Έργου ημ. 18.5.2010 προς τους Ενάγοντες, τον Εργοδότη και τον Μηχανικό, στάληκε και παραλήφθηκε. · Επιστολή ημ. 14.6.2010 του Ενάγοντα 2 προς τον Εναγόμενο 1 με κοινοποίηση προς τους Εργοδότη και Μηχανικό, λήφθηκε από τον Εναγόμενο 1 με τηλεομοιότυπο στις 15.6.2010. · Με επιστολή του ημ. 19.6.2010 προς τον Εναγόμενο 1 η οποία παραλήφθηκε, ο Ενάγων 2 επικαλούμενος την ιδιότητα του Επικεφαλής Συνεταίρου απαντά στην επιστολή του Εναγόμενου 1 ημ. 16.6.2010. · Επιστολή των Εναγόντων 1 και 2 ημ. 19.6.2010 προς τους Εναγόμενους, παραλήφθηκε. · Επιστολή ημ. 16.1.2010 προς τους Εναγόμενους 1 και 2 υπογραμμένη από το XXXXX Μιχαήλ, παραλήφθηκε. · Επιστολή του δικηγόρου των Εναγόντων 1 και 2 ημ. 15.5.2010, επιστολή του Ενάγοντα 2 επίσης ημ. 15.5.2010, επιστολή του Ενάγοντα 2 ημ. 25.3.2010, επιστολή του Ενάγοντα 2 ως Επικεφαλής της Κοινοπραξίας ημ. 18.1.2010 παραλήφθηκαν από τους Εναγόμενους. · Επιστολή ημ. 9.6.2010 του δικηγόρου των Εναγόντων 1 και 2 προς τον Εργοδότη με την οποία ζητούσαν όπως ολόκληρο το Έργο εκτελεστεί από τον Ενάγοντα 1 και όπως επίσης όλες οι πληρωμές για την εκτέλεση του γίνονται προς τον Ενάγοντα 1 έγινε δεκτή από το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Πάφου. · Ο Μηχανικός συμφώνησε και αποδέχθηκε την ωσάνω συμφωνία και διευθέτηση. · Οι Ενάγοντες 1 και 2, ο Μηχανικός και ο Εργοδότης, αποφάσισαν όπως οι εργασίες προς εκτέλεση του 50% του Έργου που θα έπρεπε να γίνουν από τον Εναγόμενο 1 γίνουν από τον Ενάγοντα 1 και υπεργολάβους. · Οι Ενάγοντες 1 και 2 δεν δέχονται ότι δυνάμει των όρων της συμφωνίας Συνεταιρισμού και της συμφωνίας με τον Εργοδότη το Έργο θα έπρεπε να διαμοιραστεί εδαφικά σε δύο Τμήματα 50% έκαστο και το κάθε τμήμα να εκτελεστεί ξεχωριστά από τον κάθε συνέταιρο. · Οι Ενάγοντες 1 και 2 θεωρούν ότι ο διορισμός του Ενάγοντα 1 σαν Επικεφαλής της Κοινοπραξίας του δίδει το δικαίωμα διαχείρισης και διεύθυνσης του Συνεταιρισμού δια της υπογραφής του Ενάγοντα 2 από μόνου του και του ονόματος του Συνεταιρισμού. · Οι Ενάγοντες 1 και 2 ως Επικεφαλής της Κοινοπραξίας θεωρούσαν ότι το Έργο θα εκτελείτο από το Συνεταιρισμό με δικούς του υπαλλήλους, κεφάλαια, μηχανήματα υπεργολάβους και ό,τι απαιτείτο για την εκτέλεση του Έργου. · Οι Ενάγοντες 1 και 2 προέβησαν σε αγορά μηχανημάτων και υλικών, εργοδότησαν προσωπικό και κατάρτισαν συμφωνίες με τρίτους, στο όνομα του Συνεταιρισμού για την εκτέλεση του Έργου». Οι αναφορές των μαρτύρων και τα κατατεθέντα τεκμήρια αξιολογήθηκαν πλήρως έστω και αν το αντίστοιχο περιεχόμενο τους επιλέχθηκε να μην αποτυπωθεί ρητώς στην ετυμηγορία στην πλήρη του έκταση, μη χρειαζούμενης τής καταγραφής και επανάληψης του εκτός μιας πάρα πολύ σύντομης περίληψης για πρακτικούς κυρίως λόγους (βλ. κατ' αναλογίαν, G&K Exclusive Fashions Ltd v Παπαδόπουλου και Άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Al Watani και Άλλων v Παπαδόπουλου
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1924, 1936-1937, Paphos Stone C Estates v Ζαβρού και Άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Οι περικοπές στο ανά χείρας κείμενο έχουν μεταφερθεί ανεπάφως από τα πρακτικά, τις γραπτές αγορεύσεις και τη δικογραφία. Παραθέτω συντετμημένως τη μαρτυρία των μαρτύρων. Η XXXXX Κετώνη (ΜΕ1), υπάλληλος στο Γραφείο Εφόρου Εταιρειών, κατέθεσε την Αίτηση (έντυπο Ο/Ε1). Δεν γνώριζε ποιος την είχε υποβάλει διά παρουσίας στα γραφεία τους. Η μάρτυς δεν αντεξετάστηκε. Η XXXXX Παφίτη (ΜΕ2), Γραμματειακός Λειτουργός στο Ποινικό Τμήμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, κατέθεσε έγγραφα από τον φάκελο της ποινικής υπόθεσης XXXXX/11 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας v
  1. Εργολ. Εταιρεία ΧΠΘ Αλεξάντρου Λτδ,
  2. XXXXX Αλεξάντρου,
  3. XXXXX Αλεξάντρου). Δεν αντεξετάστηκε. Ο XXXXX Ιορδάνους (ΜΕ3), ενάγων 2, Διοικητικός Σύμβουλος των εναγόντων 1, με σημείο αναφοράς τη γραπτή του δήλωση/Έγγραφο Α, είπε για τα επίδικα ζητήματα, με επικέντρωση όσα περιέβαλαν τη σύνταξη και υποβολή της Αίτησης. Ο XXXXX Λάμπρου (ΜΕ4), Διευθυντής των εναγόντων 1 στην Πάφο, με υπόμνηση τη γραπτή του δήλωση/Έγγραφο Β, μίλησε ως αυτόπτης μάρτυς κατά την υπογραφή της Αίτησης (στα γραφεία των εναγόντων στην Πάφο ως είπε), περί τα τέλη Απριλίου
  4. Ο XXXXX Χριστοδούλου (ΜΕ5), έδωσε μαρτυρία ως Διευθύνων Σύμβουλος του ελεγκτικού οίκου CSC Christodoulou Ltd, εξωτερικών ελεγκτών των εναγόντων
  5. Με τη γραπτή δήλωση/Έγγραφο Γ (αλλά και προφορικώς), ο μάρτυς αναφέρθηκε στην εμπλοκή του σε κάποια εκ των επίμαχων θεμάτων. Η XXXXX Λοφίτου (ΜΕ6), διά της γραπτής της δήλωσης/Έγγραφο Δ, είπε - και επεξέτεινε προφορικώς - για την εξασφάλιση πιστοποιητικών των εναγόντων από τα Γραφεία του Εφόρου Εταιρειών τον Δεκέμβριο
  6. Ο XXXXX Μιχαήλ (ΜΕ7), διά της γραπτής του δήλωσης/Έγγραφο Ε, έδωσε μαρτυρία (ως Διευθυντής του Έργου) για τα καθήκοντα και συνολική ανάμειξη του σε αυτό. Ο XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΥ1), εναγόμενος 2, με σταθεράν τη γραπτή του δήλωση/Έγγραφο ΣΤ, είπε για γεγονότα και περιστάσεις που επιδείχνουν την πλεκτάνη των εναγόντων εναντίον των εναγομένων. Ο XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΥ2), Οικονομικός Διευθυντής των εναγομένων 1, με τη γραπτή δήλωση/Έγγραφο Ζ απέρριψε όσα καταλογίζονται στους εναγομένους από τους ενάγοντες, επεκτείνοντας τις θέσεις του και προφορικώς. Ο XXXXX (XXXXX) Αδάμου (ΜΥ3), υπάλληλος στην Τράπεζα Κύπρου, με τη γραπτή δήλωση/Έγγραφο Η, έγραψε και μετά διευκρίνισε προφορικώς, όσα αφορούσαν στο άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού από τους εναγομένους 3 κατά τους κρίσιμους χρόνους. Ο XXXXX Μανούρης (ΜΥ4), αστυφύλακας στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Πάφου, παραπέμποντας και στη γραπτή του δήλωση/Έγγραφο Θ, περιέγραψε μέρος του ανακριτικού έργου το 2014 κατά τη διερεύνηση διάπραξης ποινικών αδικημάτων στο Συμβούλιο Αποχετεύσεων Πάφου (ΣΑΠΑ) σχετιζομένων με την εκτέλεση του Έργου. Διασάφησε, ως μέλος της ανακριτικής ομάδας, ότι με υπόβαθρο το ανακριτικό υλικό, συντάχθηκε κατηγορητήριο στην υπόθεση XXXXX/14 που καταχωρίστηκε στο Μόνιμο Κακουργιοδικείο Πάφου και η οποία οδήγησε στη φυλάκιση διαφόρων προσώπων την 18.2.15 (βλ. Τεκμήριο 89) «. μεταξύ των οποίων και οι κ.κ. XXXXX Βέργας τέως Δήμαρχος Πάφου και XXXXX Μαληκίδης τέως Γενικός Διευθυντής του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Πάφου». Ο XXXXX XXXXX Γερολέμου (ΜΥ5), που υπηρετούσε στο ΤΑΕ Πάφου κατά τους κρίσιμους χρόνους, με τη γραπτή του δήλωση/Έγγραφο Ι, έδωσε λεπτομέρειες ως μέλος της ανακριτικής ομάδας που εξέταζε τα όσα περιέγραψε ο XXXXX Μανούρης (ΜΥ4). Η XXXXX Γεωργιάδου (ΜΥ6), Οικονομική Διευθύντρια του ΣΑΠΑ, κατέθεσε σειρά τεκμηρίων σχετιζομένων προς την υπόθεση, επί των οποίων και αντεξετάστηκε. Η XXXXX Μακρή (ΜΥ7), Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (υπεύθυνη του Τμήματος Ποινικών Υποθέσεων), κατέθεσε έγγραφα συνδεόμενα με την ποινική υπόθεση XXXXX/
  7. Στις επιμελείς αγορεύσεις οι ευπαίδευτοι δικηγόροι επιχειρηματολόγησαν πως η μαρτυρία και οι εφαρμοζόμενες νομικές αρχές πρέπει να οδηγήσουν σε αποδοχή των εκατέρωθεν θέσεων τους. Διεξήλθα και εξονύχισα τη γραπτή και προφορική μαρτυρία στην πλήρη της μορφή και το ίδιο έπραξα και για τις αγορεύσεις. Επιβάλλεται πρώτα, ως ζήτημα δικαιϊκής τάξης και λογικής, η απόφανση επί της προδικαστικής ένστασης των εναγομένων (περί απουσίας αρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου να επιληφθεί καθορισμένων αξιώσεων των εναγόντων). Η προδικαστική ένσταση δεν ευσταθεί. Από όσα τέθηκαν ως παραδεκτό γεγονός - και έτυχαν εντρύφησης από τους ευπαίδευτους δικηγόρους - αναδύεται πως τα επίδικα δεν εμπίπτουν στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου (ως πρότεινε ο κ. Κυριακίδης), αλλά σε εκείνη του ιδιωτικού δικαίου (ως ξεδίπλωσε ο κ. Γεωργιάδης). Στην Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Επίσημου Παραλήπτη και Εφόρου Εταιρειών και Άλλων v Ιωαννίδης και Άλλων, ΑΕ 101/10, ημ. 15.7.16, η Πενταμελής Ολομέλεια (διά της Σταματίου, Δ.), έκρινε και τούτα (για όσα εδώ ενδιαφέρουν προδικαστικώς): «................................................................................................... Στο στάδιο της έφεσης εγέρθηκε για πρώτη φορά ως προδικαστικό θέμα εκ μέρους των εφεσειόντων-καθ΄ων η αίτηση και του ενδιαφερόμενου μέρους, ότι η προσφυγή των εφεσιβλήτων-αιτητών στρεφόταν εναντίον μη εκτελεστής διοικητικής απόφασης, ενώ τα επίδικα θέματα εμπίπτουν στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου. Ως αποτέλεσμα, εισηγούνται ότι η έφεση θα πρέπει να επιτύχει, αφού η προσφυγή είναι απαράδεκτη. Παρά το ότι το ζήτημα αυτό δεν εγέρθηκε, ούτε πρωτοδίκως, ούτε στην ειδοποίηση έφεσης, εφόσον αποτελεί θέμα δημόσιας τάξης, μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Αποτελεί θέση των εφεσειόντων ότι η απόφαση για εγγραφή συνεταιρισμού στερείται εκτελεστότητας και ανάγεται στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναθεωρητικού ελέγχου από το Ανώτατο Δικαστήριο. Προς τούτο, παρέπεμψαν στην υπόθεση Photos Photiades , personally and/or in his capacity as partner of Photos Photiades and Company and Another v. Takis Photiades v. The Republic of Cyprus
(1988)3 CLR 2084, τα γεγονότα της οποίας, σύμφωνα με την εισήγησή τους, προσομοιάζουν με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Από την πλευρά τους οι εφεσίβλητοι εισηγήθηκαν ότι η εν λόγω απόφαση δεν έχει καμία εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση. Αποτελεί θέση των εφεσιβλήτων ότι ο Έφορος Εταιρειών, με βάση τις εξουσίες που του παρέχονται από τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, και τον περί Ομορρύθμων και Ετερορρύθμων Εταιρειών και Εμπορικών Επωνυμιών Νόμο, Κεφ. 116, (στο εξής «ο Νόμος»), έχει καθήκον και υποχρέωση, μεταξύ άλλων, να μην εγγράφει συνεταιρισμούς οι οποίοι φέρουν ανεπιθύμητο όνομα. Οι εξουσίες αυτές του παρέχονται στα πλαίσια άσκησης δημόσιας εξουσίας εν τη εννοία του Άρθρου 146 του Συντάγματος, ανεξαρτήτως του ότι τόσο οι εταιρείες του Κεφ. 113 ή οι συνεταιρισμοί του Κεφ. 116 δημιουργούνται δυνάμει συμφωνιών ιδιωτικού δικαίου. Πρόκειται για εκτελεστή διοικητική πράξη, εισηγήθηκαν οι εφεσίβλητοι, με την οποία δηλώθηκε η βούληση του Εφόρου, η οποία παρήγαγε έννομο αποτέλεσμα όχι μόνον έναντι των εφεσιβλήτων αλλά και έναντι του κοινού, εφόσον με την επίδικη πράξη επετράπη εγγραφή συνεταιρισμού με ταυτόσημο και ανεπιθύμητο όνομα. Προς τούτο, παρέπεμψαν στις υποθέσεις JMC POLYTRADE v. Κυπριακής Δημοκρατίας (πιο πάνω) και Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Εφόρου Εταιρειών ν. Μεσαρίτη-Αναστασίου-Πελεκάνου Αρχιτεκτόνων Μηχανικών
(1998)3 ΑΑΔ 92. Μία πράξη για να μπορεί να προσβληθεί με προσφυγή πρέπει να ανάγεται στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου. Βασικό κριτήριο για να αποφασιστεί κατά πόσο μία πράξη εμπίπτει στη σφαίρα του δημοσίου ή του ιδιωτικού δικαίου είναι, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Δημοκρατίας ν. Τόκα
(1995)3 ΑΑΔ 218, στη σελ. 222, «η εγγενής φύσις της πράξης σε συνδυασμό με το συμφέρον του κοινού στο συγκεκριμένο τομέα λειτουργίας δημόσιας αρχής ή οργάνου». Πράξεις διοικητικών οργάνων με τις οποίες ρυθμίζονται ιδιωτικά δικαιώματα των πολιτών ανάγονται στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου (βλ. Hellenic Bank v. Republic 1984 3 CLR 381, στη σελ. 486). Για τη διάκριση μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου σημασία έχει ο σκοπός και η ουσία για την οποία λαμβάνεται η απόφαση και όχι ο τύπος της (βλ. Κολοκάσης ν. Δημοκρατίας
(2008)3 ΑΑΔ 373). Στην υπόθεση Photiades, πιο πάνω, το ερώτημα που εγέρθηκε ήταν κατά πόσο η πράξη του Εφόρου να εγγράψει ανανέωση συνεταιρισμού μετά από αίτηση που απεστάλη από έναν εκ των συνεταίρων και για την οποία ο άλλος συνέταιρος ισχυρίστηκε ότι έγινε χωρίς τη δική του συγκατάθεση, μπορεί να αναθεωρηθεί στα πλαίσια της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η Ολομέλεια, ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση, θεώρησε ότι η πράξη αυτή εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου. Στις σελίδες 2090-2091 αναφέρονται τα εξής: «Neither the keeping of a register nor its availability for inspection can possibly alter the character of the act of registration. The act of registration is par excellence a ministerial act entailing the certification of an existing fact. The registration of a partnership leaves unaffected the rights and obligations of the parties. It produces no noticeable legal consequences. The decision of the Registrar to register a partnership is not amenable to judicial review under article 146.1 of the Constitution. Not only a decision under s.56
(1)of the Partnership Law, Cap. 116, lacks executory character but, furthermore, it is one wholly incidental to a decision affecting private law rights. » Περαιτέρω, στην ίδια απόφαση υπεδείχθη η διαφοροποίηση του θέματος από την περίπτωση εμπορικών σημάτων, η εγγραφή των οποίων δεν πηγάζει από σχέση ιδιωτικού δικαίου, αλλά συναρτάται προς τη δημόσια πολιτική της διοίκησης ως προς το πώς θα διεξάγεται το εμπόριο γενικά. Αναφέρθηκαν, συναφώς, τα ακόλουθα στις σελίδες 2091-2092: «The anonymous public is directly affected by decisions of the Registrar of Trade Marks and has a corresponding interest in the sustenance of the purity of the register. The interest, on the other hand, of third parties in the existence of a partnership, is limited to those who trade or contemplate trading with the partnership. The classification of the registration of a partnership can appropriately be compared to the registration of mortgages under the Company Law. In Hellenic Bank v. Republic, it was decided that the refusal of the Registrar of Companies to register a mortgage under Part III of the Companies Law, Cap. 113, was non justiciable because the register and its keeping were matters primarily affecting private law rights and as such cognizable by a competent civil court. Relevant also is the decision in York Inter-national Securities Ltd. v. Republic where it was decided that a decision of the Registrar of Companies under s.159 of the Companies Law, Cap. 113, involving the appointment of inspectors to investigate the affairs of a company is not justiciable under article 146.1 because it is wholly incidental to the protection of private law rights and the extent of the penal provisions of the law associated with the management of the affairs of the company.» Παρόλο που η Photiades αφορούσε ανανέωση συνεταιρισμού και όχι εγγραφή, όπως εν προκειμένω, οι αρχές που εκεί τέθηκαν, δεν αφήνουν αμφιβολία ότι ο λόγος (ratio) της απόφασης εκείνης καλύπτει και την περίπτωση εγγραφής συνεταιρισμού. .................................................. Η διαφορά που παρέμεινε δεν ήταν διοικητικής φύσεως προς επίλυση από τον Έφορο, αλλά ιδιωτική διαφορά προς επίλυση μεταξύ των εμπλεκομένων προσώπων. Ειδικά, έχοντας υπόψη ότι αυτό που καταλογίζεται είναι η εγγραφή του δεύτερου συνεταιρισμού τη αγνοία των εφεσιβλήτων- συνεταίρων του πρώτου συνεταιρισμού και πως το όνομα αποτελεί περιουσιακό στοιχείο του συνεταιρισμού του οποίου επίκειτο η διάλυση. Όμως, το κατά πόσο προωθήθηκε η εγγραφή του δεύτερου συνεταιρισμού κάτω από αυτές τις συνθήκες ή ακόμα κατά πόσο υπήρχε ή όχι πρόθεση εξαπάτησης, δεν αποτελούν ζητήματα δημοσίου αλλά ιδιωτικού δικαίου, τα οποία θα μπορούσαν να προωθηθούν με αγωγή. Είναι φανερό ότι τέτοια ζητήματα δεν εμπίπτουν στα πλαίσια διοικητικής εποπτείας από τον Έφορο, αλλά ζητήματα ιδιωτικού δικαίου. ....................................................». Η προδικαστική ένσταση απορρίπτεται. Το ως άνω σκεπτικό αποφασίζει δίχως άλλο το υπό ανάλυσιν. Κάθε άλλη συζήτηση θα ήταν περιττή και αλυσιτελής. Προχωρώ στα της μαρτυριακής αξιολόγησης. Μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης - θέτουσα εκ των πραγμάτων το Δικαστήριο σε πλεονεκτική θέση να βλέπει και να αξιολογεί τους μάρτυρες, με όλα τα ευεργετήματα που αυτό ενέχει (βλ. κατ' αναλογίαν, Μελή ν Κωνσταντίνου και Άλλων, ΠΕ 2/13, ημ. 13.3.19) - παρακολούθησα και άκουσα με την ίδια προσοχή και υπομονή τους μάρτυρες που κατέθεσαν. Έθεσα ως δείκτη το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και κύρος της γνώσης των μαρτύρων, το όποιο προσωπικό τους συμφέρον ή προκατάληψη στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν για να αντιληφθούν τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή για να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, τις όποιες υπερβολές, ανακολουθίες ή αντιφάσεις σε αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις, τις τυχόν προηγούμενες γραπτές ή προφορικές ασυνεπείς ή αντιφατικές τους δηλώσεις, τη φιλαλήθεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους, τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία και άλλα Ήμουν προσεκτικός στο να μην αποδώσω υπέρμετρο βάρος στα εξωτερικά γνωρίσματα της μαρτυριακής τους διαγωγής μια και τούτο εμπεριέχει επικινδυνότητα (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806), μιας και δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαζόντως ικανοί στο να φανερώνουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικώς τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και γιατί μερικές συμπεριφορές στο εδώλιο μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών και όχι πάντοτε από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Αποτιμώντας τη μαρτυρία δεν περιορίστηκα στην ατομική εκτίμηση τής αξιοπιστίας των μαρτύρων αλλά συσχέτισα και αντιπαρέβαλα τη μαρτυρία αυτή και με το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιωαννίδη και Άλλων ν Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, ΠΕ 80/13, ημ. 13.1.20, Γερολέμου ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και Άλλου, Ποιν. Έφ. 486/12, ημ. 10.9.19, Ιορδάνους ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 152/14, ημ. 19.4.18, Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Αξιολογώντας τους μάρτυρες, υπενθύμισα εαυτόν ότι ακόμη και η απόρριψη κάποιων εκδοχών τους, δεν οδηγεί αναγκαστικώς και δίχως άλλο σε μη αποδοχή της μαρτυρίας τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Αυξεντίου ν Δίγκλη
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1367, 1371). Εφόδιο αξιολόγησης αποτέλεσε και η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση για την ανθρώπινη προσωπικότητα, γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη πάντοτε), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ' αναλογίαν, Καραολή ν Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου και Άλλων, ΠΕ 418/11, ημ. 15.2.18, C&A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Ως θα επεκτείνω, η XXXXX Κετώνη (ΜΕ1), η XXXXX Παφίτη (ΜΥ2), ο XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΥ1), ο XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΥ2), ο XXXXX (XXXXX) XXXXX (ΜΥ3), ο XXXXX Μανούρης (ΜΥ4), ο XXXXX Γερολέμου (ΜΥ5), η XXXXX Γεωργιάδου (ΜΥ6) και η XXXXX Μακρή (ΜΥ7), μου προξένησαν καλή εντύπωση ως μάρτυρες. Ήσαν (ανάμεσα σε άλλα), σταθεροί, ορθολογικοί και συνεπείς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όσα ανέφεραν υπέχουν και ανάλογης αποδεικτικής βαρύτητας. Το ζήτημα της γενικότερης αξιοπιστίας ενός μάρτυρα δεν συνταιριάζεται κατ' ανάγκην με την αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας του (βλ. κατ' αναλογίαν, Κίμωνος ως Εκκαθαριστή της Blue Seal Shoes Ltd v Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ, ΠΕ 66/13, ημ. 4.11.19, Ευσταθίου ν Μιχαήλ και Άλλης, ΠΕ 269/12, ημ. 23.7.19, Θεοχαρίδης ν Ιωάννου και Άλλων
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1311, 1319-1322). Ως επίσης θα πραγματευθώ οι XXXXX Ιορδάνους (ΜΥ3), XXXXX Λάμπρου (ΜΥ4), XXXXX Χριστοδούλου (ΜΥ5), XXXXX Λοφίτου (ΜΥ6) και XXXXX Μιχαήλ (ΜΥ7), μου δημιούργησαν αρνητική εντύπωση, αφού ήσαν (μεταξύ άλλων), αντιφατικοί, ασυνεχείς, γενικοί, αόριστοι και κλονισθέντες κατά την αντεξέταση (σε διαφορετικές διαβαθμίσεις ο καθένας). Εξηγώ. Η XXXXX Κετώνη (ΜΕ1), ήταν συγκεκριμένη χωρίς να αμφισβητηθεί. Δέχομαι τη μαρτυρία της XXXXX Κετώνη (ΜΕ1). Η XXXXX Παφίτη (ΜΕ2), κατέθεσε πέρα από το συμφέρον των διαδίκων. Δέχομαι τη μαρτυρία της XXXXX Παφίτη (ΜΕ2). Ο XXXXX Ιορδάνους (ΜΕ3), είχε πρωταρχικό μέλημα την απομάκρυνση από οτιδήποτε μπορούσε να διαπλάσει ερείσματα για διαφιλονίκηση της εκδοχής του. Είχε υποβληθεί στον μάρτυρα κατά την αντεξέταση πως όταν τον Φεβρουάριο 2008 συναντήθηκε με τους εναγόμενους στο γραφείο τους, είπε σε αυτούς ότι «."ξέρετε έχω πληροφόρηση από αρμοδίους" . "ότι θα μας αξιολογήσουν καλύτερα εάν leader είναι η εταιρεία μου που έχω και τον μεγαλύτερο τζίρο".» και πως «. "leader θα μπω, ανεξάρτητα από αυτό εσείς θα κάνετε κουμάντο του έργου που ξέρετε τη δουλειά"», με τον μάρτυρα να το αρνιέται (με τρόπο όμως που έδειχνε πως δεν ήταν πιστώς ευθυγραμμισμένος με την ολική αλήθεια των πραγμάτων), λέγοντας ανάμεσα σε άλλα ότι ποτέ δεν τέθηκε θέμα «. ότι θα ήταν αυτοί γιατί καταλαβαίνουν από αποχετευτικά ή οτιδήποτε». Μετέπειτα, του υποβλήθηκε πως ο XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΥ1) είπε σε αυτόν πως «."δεν έχω πρόβλημα να μπεις εσύ ο leader αφού θα είμαι εγώ ο διευθυντής".» και ότι ο XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΥ1), ανταπάντησε «."εντάξει μπες εσύ"». Στην τελευταία αναφορά, ο μάρτυς εισήγαγε μια νέα θέαση ως θεμελιωτική της άρνησης του στην υποβολή των εναγομένων πως ποτέ στις κοινοπραξίες που είχε κάνει «. τουλάχιστον με όλους τους μεγάλους, σε καμία έγραφε ότι θα διοικείται η κοινοπραξία από τον οποιονδήποτε της κοινοπραξίας. Όλες ήσαν από κοινού». Ο μάρτυς - ως παρατήρησα βλέποντας τον να αντιδρά και να κατανοεί απολύτως την κάθε πτυχή της ερώτησης - παρουσιάστηκε να προσπαθεί μετατόπιση των πραγμάτων από τα ερωτόμενα. Περαιτέρω, στη γραπτή του δήλωση/Έγγραφο Α, ο μάρτυς είπε - για το πλέον κρίσιμο ζήτημα στην παρούσα αγωγή - ότι ο XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΥ2) τού είχε ζητήσει να υπογράψει εν λευκώ την Αίτηση και πως τούτος το έπραξε υπογράφοντας καλή τη πίστει. Κατά την αντεξέταση - και ενώ ο μάρτυς είχε την ευκαιρία να προτάξει την εκδοχή αυτή ως αντικρουστική υποβολών που του έθετε χειρουργικώς ο κ. Κυριακίδης - ποτέ δεν είπε πως υπέγραψε την Αίτηση ως είχε προσδιορίσει στη γραπτή δήλωση/Έγγραφο Α (εν λευκώ), γιατί έτσι του ζήτησε να πράξει ο XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΥ2). Αντ' αυτού, ο μάρτυς επέλεξε να επαναλάβει ότι «. η υπογραφή από εμένα έγινε στη Πάφο, στο γραφείο μου στη Πάφο». Μπορεί εκ πρώτης όψεως να φαίνεται πως ο μάρτυς απάντησε επί του ζητήματος με τρόπο που διαμήνυε εναργώς την ουσία των όσων ήθελε να πει (ότι δηλαδή είχε υπογράψει την Αίτηση εν λευκώ πριν υπογράψει οποιοσδήποτε άλλος επί του εγγράφου). Μολαταύτα, έχοντας κατά νουν τη σημασία της μαρτυρίας αυτής για τον μάρτυρα ως εκ της εκδοχής που προωθούσε, τούτος δεν άδραξε την ευκαιρία να επαναλάβει και εμπεδώσει τη θέση του για όσα υποτίθεται τού είχε ζητήσει να κάνει ο XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΥ2) σε σχέση προς την υπογραφή της Αίτησης, επαναλαμβάνοντας (ως αυτοματοποιημένη και μηχανιστική αντίδραση), την υπογραφή από αυτόν της Αίτησης. Ο μάρτυς εκεί που ήθελε - όπως λόγου χάριν όταν αντεξεταζόταν για τον τόπο διαμονής του κατά τους χρόνους υπογραφής της Αίτησης - μπορούσε να προβλέψει όχι μόνον την επερχόμενη ερώτηση αλλά και να προτάξει και προσφέρει αυτοβούλως μαρτυρία πριν καν ρωτηθεί, κάτι που ο μάρτυς διάλεξε να μην πράξει - όχι αυτεπαγγέλτως αλλά έχοντας ρωτηθεί επί της θεματικής - για το θέμα της κατ' ισχυρισμόν εν λευκώ υπογραφής της Αίτησης από μέρους του. Η μαρτυριακή συμπεριφορά του μάρτυρα - και επί αυτής της πτυχής - υπολειπόταν πολλά από το να έδινε την εντύπωση ότι μιλούσε ειλικρινώς για όσα ρωτούνταν. Ο μάρτυς επέμεινε πως ο XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΥ2) δεν του είχε τηλεφωνήσει για να ορίσουν ραντεβού στην Πάφο για σκοπούς υπογραφής της Αίτησης. Η μονολεκτικώς αποφατική απάντηση του σε σχετική υποβολή, εκδηλώθηκε με δισταγμό. Μένοντας στην ίδια ενότητα (περί τηλεφωνικής επικοινωνίας του XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΥ2) με τον μάρτυρα για το ζήτημα που αναλύεται) - και αυτό ως δείγμα ασυνέχειας στην εκδοχή των εναγόντων - δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει πως ο XXXXX Λάμπρου (ΜΕ4), έμμενε στη θέση ότι ο XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΥ2) μετέβη στην Πάφο για υπογραφή της Αίτησης μετά από «... τηλεφωνικές συνομιλίες .» για κλείσιμο «. ραντεβού στη Πάφο για υπογραφή.». Κάλεσε δε το Δικαστήριο ο XXXXX Λάμπρου (ΜΕ4), αφού ήταν βέβαιος πως έτσι συνέβησαν τα πράγματα, να «.ζητήσει τις τηλεφωνικές συνομιλίες [από τη CYTA] για να αποδειχθεί ότι ορίστηκε ραντεβού στην Πάφο για υπογραφή.». Επί της πτυχής αυτής θα επιστρέψω κατά την αξιολόγηση του XXXXX Λάμπρου (ΜΕ4). Όπως και να έχει, ο XXXXX Ιορδάνους (ΜΕ3), με την πρώτη ευκαιρία που του δινόταν την άδραχνε και επαναλάμβανε σχεδόν με ξύλινη γλώσσα πως η συνάντηση για την υπογραφή της Αίτησης είχε γίνει στα γραφεία τους στην Πάφο και όχι στην Λευκωσία. Όταν κλήθηκε από τον κ. Κυριακίδη να δώσει λεπτομέρειες για τις διεργασίες που ακολουθήθηκαν κατά την υπογραφή της Αίτησης (χωρίς να μέλει ιδιαίτερα ο χώρος όπου έγινε η συνάντηση), υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι ο XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΥ1) καθόταν στο γραφείο του, ο μάρτυς πήρε μια καρέκλα, την εναπόθεσε απέναντι «. και ο γιος του XXXXX άλλη καρέκλα και κάθισε και αυτός απέναντι του στο γραφείο που καθόταν ο κύριος XXXXX Αλεξάνδρου». Ο μάρτυς απέκρουσε μεμιάς την υποβολή, προσθέτοντας πως δεν μπορούσε να ενθυμηθεί τη χωροθεσία των παρισταμένων και πως αυτό που ανακαλούσε στη μνήμη ήταν ότι, τέθηκε μπροστά του το έντυπο της Αίτησης για τα σχετικά και τίποτε άλλο. Εκείνο που κατέπληξε, ήταν η αυθωρεί άρνηση του μάρτυρα στην υποβολή, τη στιγμή που είχε παραδεχθεί πως δεν μπορούσε να θυμηθεί λόγω παρέλευσης πολλού χρόνου από το συμβάν. Δεν απαιτείται, θεωρώ, πραγματεία για το οξύμωρον της θέσης του μάρτυρα ως προς το πώς μπορούσε να απορρίψει ως γεγονός κάτι που δεν θυμόταν. Οφείλω να πω και τούτο, για την επίκληση από τον μάρτυρα της αστοχίας μνημονικού (ένεκεν του ότι πέρασαν χρόνια από το συμβάν ως δήλωσε). Δεν ήταν η περίπτωση αυτή, μάρτυρα που δεν ενθυμείτο (για κάποιο θεμιτό λόγο ή και ως εκ ανθρώπινης αδυναμίας), αλλά μάρτυρα που κατέφευγε στην ένδεια μνήμης προφασιστικώς, διότι δεν έλεγε την πλήρη αλήθεια. Προς τούτο, είχα στη σκέψη και τη επί του θέματος νομολογία που ορίζει πως είναι κατά κανόναν ανθρωπίνως αδύνατον - χωρίς να υπονοείται ότι δεν υπάρχουν άτομα με εξαιρετικό μνημονικό ή πρόσωπα που ψεύδονται - οι μάρτυρες να επαναφέρουν στη μνήμη κάθε λεπτομέρεια που αφορά στο εκάστοτε επίδικο περιστατικό (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιωσηφίδης ν Αστυνομίας
(2014)2(Α) ΑΑΔ 307, 314-315, Κλεοβούλου ν Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 17, 28) και πως (ως υπεδείχθη από το Εφετείο στην Σκορδέλλη και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 101/13, ημ. 6.6.16 διά της Ψαρά-Μιλτιάδους Δ.) «. η ανθρώπινη μνήμη δεν λειτουργεί μηχανιστικά και σίγουρα ο ανθρώπινος νους δεν εργάζεται ως ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής ώστε να καταγράφει εξομοιωτικά και να αναπαράγει με τον ίδιο τρόπο λεπτομέρειες περιγράφοντας μια σκηνή ή ένα επεισόδιο. Στο κάθε άτομο, ενδεχομένως να εντυπώνονται διαφορετικές λεπτομέρειες με βάση τα προκρίματα και τα ενδιαφέροντα του ...». Εκτός από αυτά, αξίζει μνείας ότι ο μάρτυς δεν ήγειρε στην υπό ανάλυσιν απάντηση του - παρότι θα μπορούσε αφού τόσον άκαμπτος ήταν για το ζήτημα - θέμα διαρρύθμισης του χώρου όπου υποτίθεται πως είχε γίνει η συνάντηση με τον XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΥ2), στα γραφεία των εναγόντων στην Πάφο και όχι στα γραφεία των εναγομένων στην Λευκωσία, πτυχή που θα μπορούσε να απαρτίσει παράμετρο διαφοροποίησης στην όποια παράταξη των εκεί παρισταμένων. Με άλλα λόγια, ο μάρτυς δεν προέταξε τη χωροταξική εικόνα των γραφείων του στην Πάφο ως αντενέργεια στα όσα τέθηκαν σε αυτόν από τον κ. Κυριακίδη με αναφορά στα γραφεία των εναγομένων στην Λευκωσία. Ο μάρτυς κάθε άλλο παρά ανυπόκριτος και γνήσιος ήταν σε αυτά που έλεγε. Εκτός αυτού - ή και σε συνάρμοση με τούτο - ο μάρτυς (μολονότι η περίπτωση το καλούσε αφού κατά την εκδοχή του τούτος ήταν αυτόπτης στην υπογραφή της Αίτησης [στην Πάφο]), δεν εισέφερε στη μαρτυρία του την παρουσία του XXXXX Λάμπρου (ΜΕ4) στον χώρο. Περιπλέον, υποβλήθηκε στον μάρτυρα πως (στα γραφεία των εναγομένων στην Λευκωσία), όταν υπογράφθηκε η Αίτηση από τον XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΥ1) έχοντας συμπληρωθεί από τον XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΥ2), δόθηκε προς τον μάρτυρα ο οποίος την υπέγραψε και σφράγισε με τη σφραγίδα των εναγόντων 1 και με αυτόν να ζητά φωτοτυπία τού εγγράφου, παράκληση που έγινε αποδεκτή από τους εναγομένους, με αποτέλεσμα (κατά τη θέση του αντεξετάζοντα) να φωτοτυπηθεί «. στις φωτοτυπικές εκεί του γραφείου τους και σας έδωσαν». Ο μάρτυς, χωρίς να αντιτεθεί ευθέως τη θέση αυτή (και με μαρτυριακό ύφος που πόρρω απείχε από το να μπορούσε να καταταχθεί ως αυθεντικό), είπε ότι είδε «. το έντυπο αρχές του 2010.», χωρίς όμως κατ' ουσίαν να απαντά σε ό,τι του υποβλήθηκε. Τέθηκε στον μάρτυρα, γιατί τα σχετιζόμενα με το επίδικο συμβόλαιο και τον συνεταιρισμό έγγραφα είχαν υπογραφθεί στην Λευκωσία, ενώ η Αίτηση υπογράφθηκε στην Πάφο (κατά τις λεπτομέρειες της εκδοχής των εναγόντων). Ο μάρτυς, στο εύστοχο ερώτημα (βλέποντας κανείς διά του φακού των εναγομένων), δεν κατόρθωσε να δώσει μια συγκροτημένη έστω απάντηση (τη μαρτυριακή εμβέλεια της οποίας δεν θα κρίνω τώρα), αφού διασύνδεσε γενικόλογα και αόριστα το λογιστήριο των εναγόντων στην Πάφο και άλλα τινά, με την υπογραφή της Αίτησης από τον μάρτυρα στα εκεί γραφεία τους και όχι στην Λευκωσία. Αξίζει τον κόπο να παρατεθεί η σχετική ερωταπάντηση - και το πράττω παραχρήμα - αφού αυτό θα δείξει γλαφυρώς και τον συμφυρμό και αμφιρρέπεια των θέσεων και σκέψεων του μάρτυρα επί του ερωτήματος (και τούτο γιατί δεν έλεγε την αλήθεια ως ήταν πασίδηλο ενώ μιλούσε): «E. Όλα τα έγγραφα που αφορούν αυτό το συμβόλαιο, που αφορούν τον συνεταιρισμό, υπογράφτηκαν στη Λευκωσία κύριε μάρτυς, μόνο το ΟΕ1 υπογράφτηκε στην Πάφο; A. Ναι, διότι αντιλαμβάνεστε συμπληρώθηκαν η προσφορά στη Λευκωσία, όλα τα έντυπα που ήρθαν στη Λευκωσία, ο τεχνικός διευθυντής του γραφείου μας στη Λευκωσία ήταν το τμήμα προσφορών, ενώ στην Πάφο στο λογιστήριο για τα υπόλοιπα και υπογράφτηκαν στο γραφείο μου στη Λευκωσία». Ο μάρτυς διισχυρίστηκε και ότι ανακάλυψε το τι είχε γίνει στην πραγματικότητα περί της Αίτησης, πολύ αργότερα «. όταν προέκυψαν προβλήματα και διαφωνίες μεταξύ των Συνεταίρων στην Κοινοπραξία τον Ιανουάριο του 2010 και μου κοινοποιήθηκε συγκεκριμένα η επιστολή του Εναγομένου 2 ημερομηνίας 29/01/2010 προς τον XXXXX Αρέστη, Επικεφαλή Μηχανικό (Chief Resident Engineer) των Σύμβουλων Μηχανικών του Έργου. Στην εν λόγω επιστολή οι Εναγόμενοι 1 και 2 επικαλέστηκαν για πρώτη φορά Πιστοποιητικό στο οποίο αναφέρεται ότι ο Εναγόμενος 2 για λογαριασμό των Εναγομένων 1 εξουσιοδοτείται να διαχειρίζεται την Κοινοπραξία, διευθύνει αυτή και υπογράφει γι' αυτή» (βλ. παράγραφο 13 της γραπτής δήλωσης/Έγγραφο Α). Για να στηρίξει τη θέση κατέθεσε αντίγραφο τής υπό αναφοράν επιστολής (βλ. Τεκμήριο 18). Ο κ. Κυριακίδης εναντιώθηκε στη θέση, υποβάλλοντας του πως γνώριζε από τις αρχές 2008 τα όσα περιγράφει ως νεοφερμένα στην αντίληψη του τον Ιανουάριο 2010, με τον μάρτυρα να επιμένει στα όσα είχε δηλώσει. Τότε, ο κ. Κυριακίδης του έθεσε ότι τον Δεκέμβριο 2008 ο μάρτυς είχε δώσει οδηγίες στην Proservus Ltd για την εξασφάλιση αντιγράφου «. της σύστασης και διευθυντή του συνεταιρισμού από το γραφείο του Εφόρου Εταιρειών.», με τον μάρτυρα να συμφωνεί και να λέγει πως το αντίγραφο θα «. πήγαινε στην Τράπεζα Κύπρου». Κατατέθηκε συναφώς η αίτηση ανοίγματος λογαριασμού των εναγόντων 3, ημερομηνίας 4.12.08 (βλ. Τεκμήριο 42), επί της οποίας συνάπτεται και πιστοποιητικό συνεταίρων των εναγόντων 1 και 3, ημερομηνίας 2.12.08. Κατ' ακολουθίαν τούτων, υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι ήξερε από τότε πως «. διευθυντής ήταν, του συνεταιρισμού, ήταν η εναγόμενη 1 εταιρεία από τον Δεκέμβρη του 2008 και όχι από τις 29/01/10 που λέγετε εσείς εις στην παράγραφο 13 της γραπτής σας δήλωσης», με τον μάρτυρα να ανταπαντά (σαφώς αποτμημένος από κάθε υποψία ανυστεροβουλίας), πως δεν γνώριζε για τούτο το γεγονός «. όταν υπογράφαμε το συμβόλαιο στις 5 του Δεκέμβρη.». Εκτός αυτού, όταν του επιδείχθηκε αντίγραφο της Επίσημης Εφημερίδας της Κυπριακής Δημοκρατίας ημερομηνίας 8.4.09 (βλ. Τεκμήριο 43) - όπου αναφέρεται ότι η Εργοληπτική Εταιρεία ΧΠΘ Αλεξάνδρου Λίμιτεδ & Loizos Iordanou Construction Limited JV, συστάθηκε βάσει του Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ.113 και πως ο εναγόμενος 2, XXXXX Θ. Αλεξάνδρου «. για την ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Χ.Π.Θ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ εξουσιοδοτείται να διαχειρίζεται την εταιρεία, διευθύνει αυτή και υπογράφει γι' αυτή» (από τον Μάιο 2008) - ο μάρτυς περιορίστηκε στο να επικρίνει τον χρόνο δημοσίευσης αντί να ενασχοληθεί με το μεδούλι τού τι του υποβαλλόταν και που δεν ήταν άλλη (κατά τα διαχύτως συμφραζόμενα από την αντεξεταστική γραμμή), ότι γνώριζε καλώς για όσα λέγει πως δεν ήξευρε από τότε και για τα οποία όμως προκατασκευασμένως δήλωσε διαφορετικώς. Ο μάρτυς δεν είπε την αλήθεια. Υπάρχουν και άλλες εκδηλώσεις μαρτυριακών τοποθετήσεων του μάρτυρα για ποικίλα θέματα - όπως για τον χρόνο της καταγγελίας από τους ενάγοντες των επιδίκως επισυμβάντων προς την Αστυνομία εν σχέσει προς την Αίτηση το 2010 (και όχι νωρίτερα) αλλά και για τα όσα οδήγησαν στην απόφαση αυτή, καθώς και για τη γνώση του μάρτυρα περί του ακριβούς περιεχόμενου όρων και προνοιών που αναφέρονται σε συμβάσεις των διαδίκων και άλλα μεταξύ τους έγγραφα (βλ. ενδεικτικώς, Τεκμήριο 68) - που και αυτές (οι εκδηλώσεις μαρτυριακών τοποθετήσεων του μάρτυρα), έχουν ως κοινό παρονομαστή την αναξιοπιστία του έπειτα από όμοιο αξιολογικό έλεγχο και χωρίς εννοείται παραγκωνισμό των υπολοίπων θέσεων που ανέπτυξαν σθεναρώς οι δικηγόροι (ο καθένας υπό το δικό του πρίσμα). Απορρίπτω τη μαρτυρία του XXXXX Ιορδάνους (ΜΕ3). Ο XXXXX Λάμπρου (ΜΕ4), ήταν πασιφανές ως εκ της μαρτυριακής του συμπεριφοράς, ότι είχε ως αποκλειστική μέριμνα και βλέψη την πάση θυσία στήριξη της εκδοχής των εναγόντων (ανεξαρτήτως θεμιτών ορίων) και ιδιαίτερα εκείνης του XXXXX Ιορδάνους (ΜΕ3), που είναι και ο προϊστάμενος του μάρτυρα (ως Διευθυντής που είναι ο τελευταίος, των εναγόντων 1 στην Πάφο). Ρωτήθηκε ο μάρτυς για το ποιος έδωσε εντολή στην Proservus Ltd για εξασφάλιση από τον Έφορο Εταιρειών πιστοποιητικών εγγραφής και διευθυντών του συνεταιρισμού. Ο μάρτυς, αποσκοπώντας σε καθολική αποστασιοποίηση του από το γεγονός - η σημασία του οποίου καθάπτεται (ως αναπτύχθηκε κατά την αξιολόγηση του XXXXX Ιορδάνους [ΜΕ3]), στο ζήτημα τής όποιας ενημέρωσης είχε ο τελευταίος (ή και οι ενάγοντες) για τη διαχείριση των εναγόντων 1 από τον XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΥ1) - απάντησε ότι δεν θυμόταν ποιος είχε δώσει την εντολή αυτή (με την οποία δεν διχογνώμησε), για να προσθέσει αμέσως πως δεν ήξερε κατιτί περί τούτης της εντολής, ασχέτως αν λελογισμένως η φτώχεια θυμητικού δεν προκρίνει δίχως άλλο και την ανεπάρκεια γνώσης. Όταν ρωτήθηκε αν την εντολή την είχε δώσει ο XXXXX Ιορδάνους (ΜΕ3), ο μάρτυς απάντησε ότι μπορούσε και να είναι έτσι τα πράγματα, δεν θυμόταν όμως. Αυτό, συγκρούεται με την προηγούμενη θέση του από την οποία φύεται πως ο μάρτυς γνώριζε ποιος έδωσε την εντολή αλλά δεν θυμόταν, για να δηλώσει ποιος ήταν αυτός (και όχι πως δεν ήξερε τίποτε περί του θέματος έτσι ώστε να εγείρεται ζήτημα μνήμης). Διύλισα τη μαρτυρία του μάρτυρα (ακόμη και στην έκταση που τούτος τη συνταίριαζε με την αμνημοσύνη του) και μέσα από την επί τούτω νομολογία ως αναλύθηκε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του XXXXX Ιορδάνους (ΜΕ3). Κατέληξα στο ότι και ο XXXXX Λάμπρου (ΜΕ4), προέτασσε προσχηματικώς ως ασπίδα το κακό δήθεν μνημονικό του χωρίς να αιτιολογεί ή να δικαιολογεί το αστόχημα κατά την απάντηση (κάτι που έπραξε όμως κατοπινά σε άλλη απάντηση για την ακριβή ημερομηνία επίσκεψης του XXXXX Χριστοδούλου (ΜΕ5) στα γραφεία των εναγόντων στην Πάφο, λέγοντας ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί αφού πέρασαν έκτοτε εννιά τόσα έτη). Δεν διαλανθάνει την προσοχή - και τούτο αφορά στο ευμετάβλητο της εκδοχής των εναγόντων και όχι στην αξιοπιστία του μάρτυρα - πως συμφώνως των όσων κατέθεσε ο XXXXX Χριστοδούλου (ΜΕ5) εκείνος που του είχε τηλεφωνήσει για να εξασφαλίσει «. πιστοποιητικά από τον Έφορο Εταιρειών, σχετικά με τον συνεταιρισμό .», ήταν ο XXXXX Λάμπρου (ΜΕ4) «. της εταιρείας LOIZOS IORDANOU CONSTRUCTIONS». Κατά τον XXXXX Χριστοδούλου (ΜΕ5) ο XXXXX Λάμπρου (ΜΕ4), του ζήτησε αν μπορούσε να μεριμνήσει ώστε τα πιστοποιητικά να λαμβάνονταν ταχέως από τον Έφορο Εταιρειών. Η αναντιστοιχία εκδοχής είναι φανερή και δεν καλεί σε πρόσθετο σχολιασμό. Με την αξιολόγηση του XXXXX Χριστοδούλου (ΜΕ5), θα ασχοληθώ υστερότερα. Επανέρχομαι στον XXXXX Λάμπρου (ΜΕ4). Ο μάρτυς ανέφερε στην παράγραφο 4 της γραπτής του δήλωσης/Έγγραφο Β, ότι όταν (κατά τον ισχυρισμό του) μετέβηκε στα γραφεία των εναγόντων στην Πάφο ο XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΥ2), ο τελευταίος καθόταν με τον XXXXX Ιορδάνους (ΜΕ3) «. στο γραφείο του δεύτερου και συζητούσαν για το Έργο.». Ρωτήθηκε ο μάρτυς αν από τη θέση που βρισκόταν, παρατηρώντας αυτά που περιέγραφε, μπορούσε να ακούει το τι διαμειβόταν μεταξύ των δύο αντρών, με τον μάρτυρα να παραδέχεται (όχι από ειλικρίνεια αλλά από επιλογή) - γιατί αυτή ήταν η αλήθεια των πραγμάτων που έπρεπε να κατέγραφε ξεκάθαρα στη γραπτή δήλωση/Έγγραφο Β από την αρχή - ότι από τη θέση που βρισκόταν δεν μπορούσε να ακούει τι συζητούσαν οι δύο μάρτυρες και πως η τοποθέτηση του εδραζόταν σε εικασία αφού ο XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΥ2) «. ήρθε για αυτόν τον σκοπό». Δεν εντυπωσίασε ο μάρτυς - αντιθέτως - με την ευκολία που παρουσίαζε ως γεγονός ζητήματα που εκπορεύονταν από εικοτολογίες. Επιπλέον, είπε ο μάρτυς πως σε κάποια στιγμή ο XXXXX Ιορδάνους (ΜΕ3) τον φώναξε για να του πάρει «. την σφραγίδα της εταιρείας πράγμα το οποίο και έκανα». Αφήνοντας κατά μέρος το εύλογο της εκδοχής για το ότι ο XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΥ2) πήγε στα γραφεία τους στην Πάφο για να εξασφαλίσει υπογραφή της Αίτησης και πως, ως εκ τούτου, αναμενόμενο θα έπρεπε να ήταν, η σφραγίδα των εναγόντων 1 να ήταν ήδη στο γραφείο του XXXXX Ιορδάνους (ΜΕ3) για τα σχετικά - για να μη χρειαστεί να κληθεί περί τούτου ο Σάββας Λάμπρου (ΜΕ4) στο γραφείο του XXXXX Ιορδάνους (ΜΕ3) - τονίζεται η αμεσότητα και βεβαιότητα με την οποία απάντησε ο μάρτυς ως προς το πού βρισκόταν η Αίτηση όταν τούτος εισήλθε στο γραφείο του XXXXX Ιορδάνους (ΜΕ3), στην παρουσία των XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΥ1) και του XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΥ2), με τον μάρτυρα να απαντά ότι η Αίτηση βρισκόταν έμπροσθεν του XXXXX Ιορδάνους (ΜΕ3). Δεν επικαλέστηκε ο μάρτυς δυστοκία μνημονικού για το ζήτημα αυτό, αν και είχαν περάσει το ίδιο πολλά έτη όπως και για άλλες ενέργειες του που σχετίζονταν με το γενικότερο ζήτημα και τα επίδικα θέματα. Η απάντηση του, ως έβλεπα, δεν επιχειρούσε να καταδείξει πως προερχόταν κατά συμπερασμόν του μάρτυρα αλλά από πρωτογενή του εξακρίβωση. Δεν είναι όμως τούτο το κύριο. Ο μάρτυς ρωτήθηκε εάν ενόσω βρισκόταν στο γραφείο του XXXXX Ιορδάνους (ΜΕ3) μαζί με τον XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΥ2), έλαβε χώραν «. συνδιάλεξη . μεταξύ του Ιορδάνους και του κυρίου Αλεξάνδρου.», με τον μάρτυρα να λέγει ότι δεν θυμόταν κάποια «. συνδιάλεξη.», ενθυμείτο όμως πως ο XXXXX Ιορδάνους (ΜΕ3), είπε πως «. υπογράφω εν λευκώ νοουμένου ότι θα τηρηθούν οι συμφωνίες οι οποίες έχουν προηγηθεί». Ο μάρτυς, απαντώντας τοιουτοτρόπως, εξέπεμψε καθαρώς μια καλώς προσχεδιασμένη (κατά το έλασσον) προσπάθεια παροδήγησης και το αναφέρω αυτό με απόλυτη θεσμική αισθαντικότητα προς την υπόληψη του. Είναι όντως αξιοπερίεργο - και αυτό διασυνδέεται με το συμπαγές της εκδοχής των εναγόντων και ουχί με την αξιοπιστία του μάρτυρα - πώς και μια τόσον σημαντική, ή έστω αξιοσημείωτη, έκφανση των επισυμβάντων στα γραφεία των εναγόντων, η οποία αποδίδει αν μη τι άλλο στον XXXXX Ιορδάνους (ΜΕ3), μια νοητική στάση και συνειρμική διεργασία που αφορά ευθέως στη φανέρωση των προθέσεων του κατά την υπογραφή της Αίτησης, δεν αποτέλεσε ταυτοχρόνως (κατά το ελάχιστον και αυτό), δόρυ στην εκδοχή που ξετύλιξε ο XXXXX Ιορδάνους (ΜΕ3) για τα περί υπογραφής της Αίτησης, με αυτόν, τουναντίον, να μην ασχολείται καθόλου με τη θεματολογία, ως τη διέγραψε ο XXXXX Λάμπρου (ΜΕ4). Απορρίπτω τη μαρτυρία του XXXXX Λάμπρου (ΜΕ4). Ο XXXXX Χριστοδούλου (ΜΕ5), έδωσε μαρτυρία επί παρεμφερών κυρίως θεμάτων. Μ' όλο που ο μάρτυς θα έπρεπε κανονικώς εχόντων των πραγμάτων να μην είχε ιδιαίτερα προσκόμματα στο να παραθέσει αντικειμενικώς τη μαρτυρία του, ελέγχεται - ασχέτως της όποιας αποδεικτικής δυναμικής των αναφορών του - στο ότι απέρριψε διαρρήδην και οριζοντίως ως συλλογισμούς και υποθέσεις που «. δεν ανταποκρίνονται προς τα πραγματικά γεγονότα .», αλλά και ως εσφαλμένα συμπεράσματα (στην παράγραφο 8 της γραπτής του δήλωσης/Έγγραφο Γ), ό,τι είναι που ο μάρτυς διατείνεται πως πληροφορήθηκε από τον XXXXX Ιορδάνους (ΜΕ3) ως στοχεύσεις των εναγομένων στην παρούσα διαδικασία (όπως τις παραθέτει ο μάρτυς στην παράγραφο 7 της γραπτής του δήλωσης/Έγγραφο Γ) και δη πως «. οι Εναγόμενοι θέλουν να παρουσιάσουν και να πείσουν ότι οι Ενάγοντες 1 και 2 γνώριζαν από τις 2/12/2008, όταν η Proservus Ltd έκανε την πιο πάνω έρευνα στο Γραφείο του Εφόρου Εταιρειών και έλαβαν το Πιστοποιητικό των Συνεταίρων της Κοινοπραξίας, αυτό μέσω μας γνωστοποιήθηκε στους Ενάγοντες 1 και 2 και ότι γνώριζαν από τότε ότι ο Εναγόμενος 2 είχε καταγραφεί στα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών ως το μόνο πρόσωπο που δικαιούταν να διαχειρίζεται, διευθύνει και υπογράφει εκ μέρους της Κοινοπραξίας». Ο μάρτυς δεν ήταν σε θέση να αιτιολογήσει τη συλλογιστική του, ασχέτως αν η γνώμη του δεν θα είχε και ιδιαίτερη σημασία, στερημένη ούσα πραγματογνωμικής βάσης, εκτός του ότι ανεπιτρέπτως εξέφρασε εμμέσως και θέση περί της αξιοπιστίας μαρτυρίας άλλων μαρτύρων που κατέθεσαν αντίθετα με αυτόν (βλ. κατ' αναλογίαν, North Australian Territory Company v Goldsborough Mort and Company
(1893)2 Ch 381, 385-386). Με αυτά, ο μάρτυς έδειξε ανεπίτρεπτη προδιάθεση υπέρ των εναγόντων, που δεν κατορθώθηκε να καταπνιχθεί, ως δυνητική που ήταν κιόλας (λόγω και της ιδιότητας του ως Διευθύνοντα Συμβούλου των εξωτερικών ελεγκτών των εναγόντων 1). Ο μάρτυς αντεξετάστηκε και για το αν έλαβε αντίγραφο των πιστοποιητικών συνεταίρων της Κοινοπραξίας, ως τού είχε ζητήσει ο XXXXX Λάμπρου (ΜΕ4), λέγοντας ότι είχε αναθέσει την αποστολή αυτή στην XXXXX Λοφίτου (ΜΕ6), χωρίς όμως να θυμάται αν έλαβε αντίγραφο εκείνου που εξασφαλίστηκε από τον Έφορο Εταιρειών. Ο μάρτυς δεν έδειξε επιμονή και ευθύτητα στην πτυχή αυτή. Ο μάρτυς δεν αντεξετάστηκε επί των προειρημένων παραγράφων της γραπτής του δήλωσης. Αυτό όμως δεν άμβλυνε την υποχρέωση για δικαστική παρακολούθηση του ενώ κατέθετε, με την απουσία αντεξέτασης (επί ενός θέματος αξιοπιστίας), να μην εξοστρακίζει τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να προβαίνει σε εκείνο που είναι επωμισμένο εκ καθήκοντος να πράττει - κατεξοχήν αυθεντικώς - ήτοι στην κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. κατ' αναλογίαν, Πισσάς ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 229/16, ημ. 14.3.18, Κυπρίζογλου και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 53/17, ημ. 15.12.17, Βασιλείου και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 12/15, ημ. 4.7.17). Απορρίπτω τη μαρτυρία του XXXXX Χριστοδούλου (ΜΕ5). Η XXXXX Λοφίτου (ΜΕ6), είπε ότι μετά που έλαβε τις οδηγίες για την εξασφάλιση πιστοποιητικών από τον Έφορο Εταιρειών για την Κοινοπραξία, τα προώθησε σε «. Κάποιο κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου .» στην Πάφο, ως της υπέδειξε ο XXXXX Λάμπρου (ΜΕ4), δίχως όμως να στείλει αντίγραφα στον XXXXX Χριστοδούλου (ΜΕ5), ή σε οποιονδήποτε άλλον. Ο τρόπος με τον οποίο έδωσε τη μαρτυρία της επί αυτού του θέματος, δεν ήταν θετικός. Δημιούργησε την εντύπωση πως είχε ως βλέψη, διά μιας προειλημμένης απόφασης, την απομάκρυνση των εναγόντων και ιδιαίτερα του XXXXX Ιορδάνους (ΜΕ3), αλλά και του μάρτυρα αυτών XXXXX Λάμπρου (ΜΕ4) - όπως και της ιδίας και κατ' επέκτασιν και του XXXXX Χριστοδούλου (ΜΕ5) - από την παραλαβή των πιστοποιητικών ώστε να μπορούσε να συζητηθεί, τεκμαρτώς έστω, ότι η μάρτυς (και οι υπόλοιποι μάρτυρες στους οποίους προαναφέρθηκα εδώ), γνώριζαν ή θα μπορούσαν να γνωρίζουν για την ιδιότητα με την οποία περιγραφόταν στα πιστοποιητικά ο XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΥ1). Απορρίπτω τη μαρτυρία της XXXXX Λοφίτου (ΜΕ6). Ο XXXXX Μιχαήλ (ΜΕ7), κατέθεσε με τρόπο που έδειχνε πως επιδίωξη του ήταν να προσαρμόσει τη μαρτυρία του (ουσιαστικώς και φραστικώς) με όσα προωθούσαν οι ενάγοντες ως γενικότερη εκδοχή αλλά και οι μάρτυρες που κάλεσαν τούτοι (και που προηγήθηκαν της δικής του μαρτυρίας), ιδιαίτερα για την ερμηνευτική όρων που περιστοίχισαν την ανάληψη και διεκπεραίωση του Έργου. Η μαρτυρία του υπήρξε γενικόλογη - με την αναφορά σε αντιμαχία της μαρτυρίας αυτής προς την έγγραφη μαρτυρία - να συνδέεται με τη συνέπεια της εκδοχής των εναγόντων παρά με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Ο μάρτυς υπήρξε ασαφής στις αναφορές του για μη χρήση των μηχανημάτων των εναγομένων 1 ως εκ της υποτιθέμενης μεγάλης τους ηλικίας και μηχανικών προβλημάτων αλλά και για τα περί ανυπαρξίας προγράμματος εργασιών εκτέλεσης του Έργου (για λόγους που και πάλι αποδόθηκαν τακτικιστικώς στους εναγομένους). Ο μάρτυς ήταν πασίδηλο πως κατέθεσε υπό την ομπρέλα ιδιοτελών συμφερόντων και προσωπικής εκτίμησης προς τους ενάγοντες, με επακόλουθο η μαρτυρία του (και ιδιαίτερα η επί του εδωλίου συμπεριφορά του), να εκφράζει όσα διά της μαρτυρίας του επιχείρησε να συγκαλύψει προς όφελος των εναγόντων. Απορρίπτω τη μαρτυρία του XXXXX Μιχαήλ (ΜΕ7). Ο XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΥ1), παρέμεινε αταλάντευτος στη μαρτυρία του και ιδιαίτερα επί του ζητήματος της υπογραφής της Αίτησης (που ενδιαφέρει κατά το μείζον) αλλά και για όσα συναπάρτισαν τη θέση του κατά τη συμφωνηθείσα κατανομή εξουσιών μεταξύ των διαδίκων για διεκπεραίωση του Έργου. Ο κ. Γεωργιάδης - και το προέταξε στη γραπτή αγόρευση/Έγγραφο Β ως ενδεικτικό αναξιοπιστίας - αντεξετάζοντας τον μάρτυρα, του υπέβαλε ότι οι εναγόμενοι και ο XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΥ2) ενήργησαν δολίως, συνωμοτικώς και κατά παράβασιν των μεταξύ τους συμφωνηθέντων, αποβλέποντας στη σύσταση της Κοινοπραξίας για να καταστήσουν τον μάρτυρα «. ως το μόνο πρόσωπο που δικαιούνταν να τη διαχειρίζεται και να τη διευθύνει». Ο μάρτυς ήταν κάθετος (και περιεκτικός) στην απάντηση του, επεξηγώντας βήμα προς βήμα τους λόγους της ασυμφωνίας του. Αποκλίνω από την άποψη που διατύπωσε στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος δικηγόρος, ότι ο μάρτυς απαντώντας στην υποβολή επανέλαβε «. σαν ″παπαγάλος″ . σχεδόν όλους τους ισχυρισμούς του όπως αυτοί εκτίθενται στο Έγγραφο Στ» (τη γραπτή του δήλωση). Κατ' αρχάς, ακόμη και ορθή να ήταν η διαπίστωση για αυτολεξεί επανάληψη όσων απογράφονται στη γραπτή δήλωση του μάρτυρα/Έγγραφο ΣΤ, τούτο από μόνον του δεν θα μπορούσε να επισκιάσει το ορθολογικόν της απάντησης και σίγουρα όχι τον αυθορμητισμό που διέκρινα στον μάρτυρα ενώ τούτος απαντούσε από το εδώλιο, τονίζοντας (και παραθέτω αυτουσίως την περικοπή ώστε να μεταφέρω καλύτερα τον ειρμό και ένταση της θέσης): «.Και αυτό ψεύδος Εντιμότατε. Αλλά και αφού πράξαμε με παραποτιές για να γίνουν διευθυντές, σε ποιο σημείο εκμεταλλεύτηκαν το ότι είμαστε διευθυντές; Εκμεταλλευτήκαμε κάποιο σημείο τη θέση μας ως διευθυντές; Παρά μόνο ο leader εκμεταλλεύτηκε τη θέση του ως leader, και έπραττε ό,τι ήθελε και όπου ήθελε διότι το έργο έπρεπε να ξεκινήσει Εντιμότατε και το καθυστερούσαν. Λοιπόν, και υποχρεωθήκαμε να ξεκινήσουμε το έργο με την ελπίδα ότι θα επιβάλλαμε στον κύριο Λοΐζο Ιορδάνους να εφαρμόσει την συμφωνία που συμφωνήσαμε. Δυστυχώς, συνέχεια κάποιες σκέψεις, κάποιες πονηριές σοφιζόταν και καθημερινά είχαμε προστριβές και προπαντώς όταν ξεκίνησαν οι δωροδοκίες. Όταν ξεκίνησαν οι δωροδοκίες Εντιμότατε, τότε ήταν το μεγάλο σκάνδαλο. Υπέγραφα του επιταγή για χορηγία. Εν λευκώ η επιταγή Εντιμότατε, κατόπιν πιέσεων. Και αποτέλεσμα βρεθόταν η επιταγή με συγκεκριμένα ονόματα. Και φτάσαμε εις το σημείο να με καπελώνουν συνέχεια με στόχο να με φύγουν από το έργο για να μπορούν να κινούνται ελεύθερα και να ανεβάσουν το κόστος του έργου από το 24 εις τα 30 εκατομμύρια και πέραν, δεν γνωρίζω διότι δεν μου έδιναν λογιστικά βιβλία να δω καθόλου. Και όχι μόνο, ο σκοπός των δωροδοκιών ήταν να με φύγουν που μέσα για να κινούνται ελεύθερα. Αυτός ήταν ο στόχος και αυτό είναι το ψεύδος που λέει για πλαστογραφία για να νομιμοποιήσουν τις κλεψιές που έχουν παραδεχτεί και τις δωροδοκίες που έκαμαν». Ο μάρτυς ήταν το ίδιο χειμαρρώδης απαντώντας και σε πρότερη υποβολή του κ. Γεωργιάδη που αφορούσε στα της υπογραφής της Αίτησης και δη πως «. ουδέποτε έγινε συνάντηση στα γραφεία σας στις 5.5.08. Αυτό που πραγματικά έγινε ήταν ότι περί τα τέλη του Απριλίου του 2008 ο κύριος XXXXX Αλεξάνδρου επισκέφθηκε το γραφείο των Εναγόντων στην Πάφο και παρουσίασε το Τεκμήριο 1 στον κύριο Ιορδάνους, όπου και του ζήτησε να το υπογράψει εκ μέρους των Εναγόντων 1 και του είπε ότι θα συμπλήρωνε τις υπόλοιπες πληροφορίες ο ίδιος και θα προχωρούσε με την καταχώρηση του εντύπου στον Έφορο Εταιρειών. Συμφωνείς ή διαφωνείς;». Ο μάρτυς απάντησε με τρόπο δηλωτικό ειλικρίνειας, πως: «.Είναι το μεγαλύτερο ψεύδος που έχω ακούσει ποτέ. Και το υπέγραψε ο κύριος XXXXX Ιορδάνους; Αφού πήγε εις την Πάφο το υπέγραψε ο κύριος XXXXX Ιορδάνους; Δεν μας είπετε εάν το υπέγραψε ο κύριος XXXXX Ιορδάνους. Και όταν πήγε εις την Πάφο πήγε για να του το υπογράψει; Δεν μας είπατε. Και εάν του το υπέγραψε. Και εάν είχε και μάρτυρες τζιαμέ. Σας λέω ότι είναι το μεγαλύτερο ψεύδος που έχω ακούσει ποτέ. Και αυτό το ψεύδος περικλείει άλλες υποθέσεις Εντιμότατε. Ο λόγος που γίνεται αυτή η καταγγελία και αυτό το μεγάλο ψεύδος Εντιμότατε, είναι ο τρόπος για να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα. Δηλαδή το φαγοπότι των εκατομμυρίων. Ήταν ένα έργο Εντιμότατε 24 εκατομμύρια. Διευθυντής της κοινοπραξίας ήμουν εγώ Εντιμότατε, και έκαμα ένα εκατομμύριο 200 χιλιάδες έργο, τα κατάφεραν να πιάσω μόνο περίπου 230 χιλιάδες, και η συμμορία κατάφερε να με διώξει από το έργο. Δεν ήμουν τόσο παλαβός για να σηκωστώ να φύγω, διότι δεν ήταν μόνο απλό, οι πιέσεις που δεχόμουν ήταν τεράστιες. Με υποχρέωσαν Εντιμότατε να δίνω προσφορά και εάν είμαι ο πιο χαμηλός τότε να κάνω έργο. Αντί να εφαρμόσουν τη συμφωνία την οποία υπογράψαμε ότι οι εταιρείες μας θα εκτελούσαν που 50% η κάθε μια με δικά τους έξοδα, δικά τους μηχανήματα και κάτω από την ομπρέλα της κοινοπραξίας. Και αντί αυτού Εντιμότατε, ήταν τεράστια η συμμορία, με ανάγκασαν όχι να φύγω, η απαίτηση μου επέμενα να εφαρμοστεί η συμφωνία. Δυστυχώς κανένας μα κανένας δεν με άκουγε. Ούτε ο Δήμαρχος κύριος Βέργας, ούτε ο μηχανικός του έργου κύριος Μαληκίδης, ούτε κανένα. Όσες επιστολές και να έκανα, όσα προφορικά και εάν τους είπα και κατέληξαν να με διώξουν και σοφίστηκαν το ψεύδος της πλαστογραφίας. Και πάνω στο θέμα ψευδούς πλαστογραφίας, ο έντιμος δικηγόρος του κυρίου Λοΐζου αρχικά είπαν μας ότι ήταν καταλάθος που υπέγραψε ο πελάτης του. Ο κύριος Λοΐζος είπε εν λευκώ υπέγραψα. Και ήταν και ο διευθυντής της εταιρείας του κυρίου Λοΐζου στην υπογραφή λέει. Εάν είναι δυνατό ένας διευθυντής μιας τόσο μεγάλης εταιρείας όπως λαλούν, έβλεπε τον μάστρο του να υπογράφει εν λευκώ ένα έγγραφο, τι άλλο να πω. Το μόνο που έχω να πω Εντιμότατε είναι τεράστιο ψέμα. Τεράστιο. Δεν έχω να πω τίποτε άλλο πάνω στην ερώτηση του». Παρέθεσα το πλήρες απόσπασμα της απάντησης, για να καταδειχθεί τουτέστιν και εκείνο που πρωτογενώς είδα παρακολουθώντας τον μάρτυρα να καταθέτει επί του σημείου και που δεν ήταν άλλο από το ότι οι απαντήσεις του (και αυτό επί γενικότερου επιπέδου), δεν είχαν τίποτα να κάνουν με αθεμίτως προετοιμασμένη μαρτυρία ή με αδυναμία του να εξωτερικεύει και επαναλαμβάνει, χωρίς μάλιστα αρωγή από γραπτό κείμενο (τη γραπτή δήλωση/Έγγραφο ΣΤ), όσα χρειάζονταν ως απάντηση στις ερωτήσεις που του θέτονταν. Δεν ανεφύει κάτι από την εναπομείνασα αντεξέταση (ή από τη μαρτυρία του μάρτυρα εν συνόλω), που να εντάσσει τη μαρτυριακή του συμπεριφορά ως αναξιόπιστη. Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΥ1). Ο XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΥ2) αντεξετάστηκε επί ενός ευρέως φάσματος γεγονότων και ισχυρισμών για την υπογραφή της Αίτησης, χωρίς η μαρτυρία του να διαβρωθεί (υπό την αξιολογική οπτική που ενδιαφέρει). Σχολιάστηκε από τον κ. Γεωργιάδη στην αγόρευση του/Έγγραφο Β, ότι ο μάρτυς παρέλειψε να πει στη γραπτή του κατάθεση προς την Αστυνομία ημερομηνίας 29.5.10 (βλ. Τεκμήριο 4), όσα ανέπτυξε στην εδώ μαρτυρία του με παραπομπή σε κάποια κατ' ισχυρισμόν συνάντηση που έγινε τον Φεβρουάριο 2008 μεταξύ των διαδίκων, με αντικείμενο το ποιος θα ήταν ο επικεφαλής (leader) και ποιος ο Διευθυντής της Κοινοπραξίας. Συνέθεσε θέση του δικηγόρου, πως τούτο «.δείχνει σε μεγάλο βαθμό την αναξιοπιστία του ΜΥ2.» γιατί, πρώτον, ο μάρτυς «. απέφυγε να απαντήσει την ερώτηση .» και δεύτερον «. επειδή όταν κλήθηκε ο Λοχ. XXXXX Δ. Γερολέμου (ΜΥ5) να καταθέσει στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής και ερωτηθείς εάν ένιωσε ότι υπήρχε οποιαδήποτε τριβή με τον ΜΥ2, αυτός απάντησε ″Ως ανακριτής της υπόθεσης, μιλώ διότι δεν μπορώ να θυμάμαι για τη συγκεκριμένη μέρα, απ' ότι βλέπω ήταν με ερωτήσεις και απαντήσεις, άρα προσπαθούσα να ανακρίνω τον ύποπτο, να πάρω σχετικές απαντήσεις σύμφωνα με τις ερωτήσεις που του υπέβαλα″». Αναφορικώς προς το πρώτο, η εντύπωση που αποκόμισα κατά τη διά ζώσης μαρτυρία (επί της περί ης ο λόγος έκφανσης), δεν συμβαδίζει με εκείνη του κ. Γεωργιάδη, που είπε ότι ο μάρτυς όταν έδινε την απάντηση του ήταν «. κλονισμένος.». Ο μάρτυς δεν ήταν κλονισμένος. Ήταν, ως πρόσεξα, άσειστος. Πέραν τούτου, η νομολογία που διέπει το ζήτημα - και η οποία δεν μπορεί παρά να εφαρμόζεται τηρουμένων των αναλογιών και στις πολιτικές υποθέσεις - δεν δικαιώνει ατέγκτως εύρημα περί αναξιοπιστίας ενός τέτοιου μάρτυρα υπό παρόμοιες συνθήκες. Πραγματευόμενος τη μαρτυρία αυτή - δίκην αυτοπροειδοποίησης - είχα στο μυαλό ότι ως ζήτημα αρχής, όταν μάρτυς παραλείπει κατά τη γραπτή του κατάθεση προς την Αστυνομία να αποτυπώσει τα όσα γνωρίζει, ή τα όσα εκ των υστέρων ανακύπτουν ως κρίσιμα και τα οποία ήσαν εις γνώσιν του, τούτο δεν οδηγεί απαρεγκλίτως σε αποδοκιμασία της μαρτυρίας του, μια που αυτή είναι αναγκαίο να προσεγγίζεται στο σύνολο της, με ιδιαίτερη, όπως πάντα, προσοχή και δικαστική εγρήγορση (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιωάννου ν Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 14, 19). Εν προκειμένω, ο μάρτυς έδωσε αντιληπτό και επαρκή λόγο για το συνοπτικό της απάντησης του, χωρίς μάλιστα να αμφισβητηθεί. Για το δεύτερο, δεν φύεται σύγκρουση μεταξύ των όσων ο μάρτυς ανέφερε ως υποστήριγμα για την απάντηση του (με αναφορά στον αστυνομικό που του έλαβε τη γραπτή κατάθεση/Τεκμήριο 4), αφού η θέση του μάρτυρα περί εντάσεων (τριβών) κατά τη λήψη της κατάθεσης με τον περί ου ο λόγος αστυνομικό, ποσώς αντιστρατεύεται αυτά περί των οποίων μίλησε ο XXXXX Γερολέμου (ΜΥ5), αφού ο τελευταίος, σε αντίθεση με τον μάρτυρα (που μετέφερε μαρτυριακώς τα όσα βίωσε από πρώτο χέρι), είπε πως δεν θυμόταν τι επικρατούσε κατά τη συγκεκριμένη μέρα και στιγμή και πως, βασικώς, εκείνο που μπορούσε να επαληθεύσει είναι το ότι, από την όψη της κατάθεσης και των ερωταπαντήσεων που αποτυπώνονται εκεί, ο μάρτυς προσπαθούσε να ανακρίνει τον ύποπτο (XXXXX Αλεξάνδρου [ΜΥ2]), για να λάβει από αυτόν τις όποιες απαντήσεις. Τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο από αυτό. Ο μάρτυς αντεξετάστηκε προσέτι και για τα όσα πλαισίωσαν την υπογραφή της Αίτησης, συμπεριλαμβανομένου και του χρόνου κατάθεσης της στον Έφορο Εταιρειών. Ήταν θέση του πως την επομένη της υπογραφής τής Αίτησης από τον XXXXX Ιορδάνους [ΜΕ3] (η υπογραφή τέθηκε την 5.5.08), η Αίτηση παρουσιάστηκε (στις 6.5.08) για κατάθεση στον Έφορο Εταιρειών (ως αναγράφεται στο σώμα της Αίτησης). Μολοντούτο, υποβλήθηκε στον μάρτυρα αντεξεταστικώς ότι συμφώνως αντιγράφου επιστολής του Εφόρου Εταιρειών ημερομηνίας 8.5.08 προς τον μάρτυρα (βλ. Τεκμήριο 96), η Αίτηση υποβλήθηκε την 7.5.08 (και όχι την 6.5.08). Ο μάρτυς απάντησε στην υποβολή με τρόπο φυσικό, ήρεμο και απροσποίητο - και όχι «. εντελώς κλονισμένος.» ως εισηγήθηκε ο συνήγορος των εναγόντων στη γραπτή του αγόρευση/Έγγραφο Β - πως «. Γίνεται σε ημερομηνία 7 Μαΐου όμως το Ο Ε 1, γράφει 6 Μαΐου. Εκεί οι ένορκες δηλώσεις γίνονται μετά που κάποιο χρονικό διάστημα Εντιμότατε, βασίζομαι. Δεν έχω ημερολόγιο μέσα στο μυαλό μου και δεν θυμούμαι τις μέρες. Βασίζομαι στα έγγραφα που έχω. Το έγγραφο που είχα, το Τεκμήριο 1, γράφει 6/05. Εγώ το Τεκμήριο 96, γράφει η κυρία XXXXX Σκούρου αναφορικά με αίτηση σας, ημερομηνίας 7 Μαΐου». Προσθέτως, ο κ. Γεωργιάδης υποστήριξε το επιχείρημα του και με το ότι η σφραγίδα του Εφόρου Εταιρειών που τέθηκε επί της Αίτησης (στο εσωτερικό της μέρος, πάνω δεξιά), εντυπώνεται η εγγραφή «. ″ΕΛΗΦΘΗ 7 ΜΑΙ. 2008″». Έτσι, περαίωσε ο συνήγορος - αφήνοντας αιχμές για την αξιοπιστία του μάρτυρα - εναπόκειται στο Δικαστήριο να κρίνει ποια «. είναι η πιο αξιόπιστη μαρτυρία σε σχέση με την ημερομηνία καταχώρησης του Εντύπου Ο/Ε 1.». Δεν έχω αμφιβολία ότι διέλαθε την προσοχή του κ. Γεωργιάδη (αλλά και του κ. Κυριακίδη), πως στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας ημερομηνίας 8.4.09 (βλ. Τεκμήριο 43), εντοπίζεται ως καταχώριση (ι) η καταγραφή «06/05/2008.» ύπερθεν της αναφοράς «. 8 Μαΐου, 2008». Πέραν της αναφοράς «(ι) Ημερ. Ενάρξεως Εργασίας.», δεν δόθηκε μαρτυρία για το τι ακριβώς είναι που υποδηλώνεται διά της καταχώρισης. Αυτά, θα έπρεπε να είχαν επισημανθεί και διασαφηνιστεί από τους δικηγόρους (ίσως και διά της XXXXX Κετώνη [ΜΕ1]). Δεν έγινε τούτο. Οπότε - και υπό μια αυστηρή θεώρηση - η αφορώσα διάσταση μεταξύ των υπό συζήτησιν εγγράφων, εξακολουθεί να παραμένει. Το ζήτημα δεν είναι δυσεπίλυτο. Εν πρώτοις - και αυτό είναι το κυριότερο - ο μάρτυς ειλικρινώς είναι που είπε πως η Αίτηση υποβλήθηκε προς καταχώρησιν την 6.5.08 και ότι η σφραγίδα παραλαβής από τον Έφορο Εταιρειών αναγράφει ως ημερομηνία παραλαβής της Αίτησης την 7.5.08, με τον μάρτυρα να αποσαφηνίζει - μετά από δίκαιη υποβολή του κ. Γεωργιάδη («Κύριε μάρτυς, το Τεκμήριο 1, παραδόθηκε 6/05 και καταχωρήθηκε 7/05») - λέγοντας «Εντάξει, δεν τα γνωρίζω πως γίνονται». Άρα - και αυτή ήταν η παρατήρηση μου όταν κατέθετε - ο μάρτυς δεν εκδήλωσε συμπτώματα αναξιόπιστης μαρτυριακής συμπεριφοράς. Απεναντίας. Τα λεχθέντα του δεν ανέδωσαν κάτι το ουσιωδώς παράταιρο από την περι ης ο λόγος γραπτή μαρτυρία. Τίποτε δεν προσέβαλε ή διέρρηξε την αξιοπιστία του μάρτυρα. Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΥ2). Ο XXXXX (XXXXX) Αδάμου (ΜΥ3), περιορίστηκε σε τυπικής φύσης μαρτυρία την οποία και παρέθεσε θετικώς και απομεμακρυσμένως από τα συμφέροντα των διαδίκων. Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX (XXXXX) Αδάμου (ΜΥ3). Ο XXXXX Μανούρης (ΜΥ4), αντεξετάστηκε για ενέργειες του ως μέλος της ανακριτικής ομάδας που είχε διερευνήσει την καταγγελία του XXXXX Ιορδάνους (ΜΕ3) εναντίον των εναγομένων, για πλαστογραφία της Αίτησης, την οποία, ως είπε ο μάρτυς «. κατέθεσε ο XXXXX Αλεξάνδρου στο Γραφείο του Εφόρου Εταιρειών στη Λευκωσία». Δεν γνώριζε ο μάρτυς να πει κάτι για τις γραπτές καταθέσεις του XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΥ1) προς την Αστυνομία (βλ. Τεκμήρια 100-101). Ο μάρτυς παρέμεινε μακράν της υφιστάμενης αστικής διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Μανούρη (ΜΥ4). Ο XXXXX Γερολέμου (ΜΥ5), μίλησε με ευθύτητα για όσα έπραξε ως μέλος και αυτός της ανακριτικής ομάδας που διερευνούσε τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων στο ΣΑΠΑ. Έχω ήδη αναφερθεί σε μέρος της μαρτυρίας του (υπό τη γωνία που εξεταζόταν), κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΥ2). Δεν υπάρχει κάτι άλλο που θα μπορούσε να προστεθεί σε αυτή την ενότητα, παρά μόνον ότι ο μάρτυς ήταν αξιόπιστος. Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Γερολέμου (ΜΥ5). Η XXXXX Γεωργιάδου (ΜΥ6), περιορίστηκε στην καταχώριση τεκμηρίων που αφορούν στην υπόθεση, προβαίνοντας εκεί όπου κλήθηκε να το πράξει και σε κάποιες αναφορές που εμπεριέχονταν σε αυτά. Δεν ήταν σε θέση ως επί το πλείστον να δώσει πρωτότυπη μαρτυρία (τουλάχιστον επ' αυτών που ρωτήθηκε), αφού δεν εκέκτητο πρωτογενούς επίγνωσης για να κατατοπίσει. Η αδυναμία της αυτή, δεν φάνηκε να εκπηγάζει από συμφεροντολογικά κίνητρα. Παραπονέθηκε ο κ. Γεωργιάδης ότι η μάρτυς εψεύσθη όταν απάντησε πως δεν γνώριζε ποιο είναι το επίδικο θέμα στην παρούσα αγωγή αφού (ως κατέγραψε στη γραπτή του αγόρευση), η μάρτυς «. στην συνέχεια είπε πως ″άκουσε ότι το θέμα αφορούσε πλαστογραφία υπογραφής αλλά δεν ήταν σίγουρη ποιο μέρος αφορά″». Ο συνήγορος, για να επικουρήσει τη γνώμη του (πως «. η εν λόγω θέση της ΜΥ6 είναι εντελώς ψευδής.»), παρέπεμψε και σε προγενέστερες ένορκες δηλώσεις της μάρτυρος (αλλά και σε δηλώσεις τρίτων ως και στο περιεχόμενο δικογραφίας), μεριμνώντας συν τω χρόνω για την πρέπουσα κατάθεση των σχετιζόμενων ως τεκμηρίων, διά της ενδεδειγμένης δικονομικοαποδεικτικώς αντεξεταστικής μεθόδου. Ωστόσο, ουδέν αξιόλογο ανέκυψε από τον δικηγορικό μόχθο. Επί το ειδικότερον (για το ότι η μάρτυς δεν γνώριζε το αντικείμενο της παρούσας αγωγής), τούτη είπε πως το τι εννοούσε απαντώντας σε πρώτο στάδιο προς τον κ. Γεωργιάδη, είναι πως δεν ήξερε ακριβώς περί του αντικειμένου της αγωγής και ότι τούτο το αντικείμενο φαίνεται να σχετίζεται προς «. κάποια πλαστογραφία υπογραφής. Δεν είμαι σίγουρη καν ποιο μέρος. ειλικρινά, δεν γνωρίζω». Δεν είπε ψέματα η μάρτυς. Αυτό θα ήταν και άσκοπο και παντελώς ατελέσφορο έτσι κι αλλιώς. Η μάρτυς απάντησε αυθόρμητα και αυτό, ως αναντιρρήτως είπε και παρέμεινε, λόγω του ότι είχε, απλώς, κληθεί για να καταθέσει τεκμήρια μόνον. Τούτο, βεβαίως, δεν μπορούσε να εμποδίσει υπό τις περιστάσεις - και δεν εμπόδισε - τον κ. Γεωργιάδη από το να αντεξετάσει την μάρτυρα. Έτερον εκάτερον. Όμως, όλα αυτά δεν εντάσσουν ως απαύγασμα την περίπτωση της, στην κατηγορία των μαρτύρων οι οποίοι προξενούν δυσμενείς εικόνες στο Δικαστήριο από αξιολογικής σκοπιάς. Επί το γενικότερον - αλλά ουχί αποσυναρτημένο από την ευρύτερη δικαιολογία και αιτιολογία που έδωσε η μάρτυς για την εν γένει μαρτυριακή της απόδοση, αυτή είπε πειστικώς πως η όποια αδυναμία της να επιβεβαιώσει ή να επεκταθεί σε πτυχές επί των οποίων αντεξετάστηκε για το περιεχόμενο προγενέστερων ενόρκων δηλώσεων της, οφειλόταν και στο ότι μεταξύ των διαδίκων εκκρεμούσαν και εκκρεμούν σειρά αντιμαχιών και πως, ακριβώς ένεκα της θέσης της ως οικονομικής διευθύντριας του ΣΑΠΑ, οι «. ένορκες δηλώσεις που έχω κάμει τα τελευταία χρόνια μετά τα σκάνδαλα του Σ.Α.ΠΑ, είναι τόσες πολλές υποθέσεις, που πραγματικά αδυνατώ να τα θυμάμαι όλα και ο λόγος που ήρθα σήμερα εδώ, εγώ ήρθα να καταθέσω κάποια τεκμήρια, δεν είμαι καθόλου προετοιμασμένη, δεν έχω διαβάσει για να θυμηθώ οτιδήποτε. Πραγματικά δεν θυμάμαι. Αν θα μπορούσα να μελετήσω και να έρθω πιο μελετημένη, αν γνώριζα ότι θα γίνει οποιαδήποτε αντεξέταση εις βάθος». Δέχομαι τη μαρτυρία της XXXXX Γεωργιάδου (ΜΥ6). Η XXXXX Μακρή (ΜΥ7), ήταν άμεμπτη στη μαρτυρία της, καταθέτοντας επαγγελματικώς και παρέχοντας όπου της ζητήθηκε, αρμόδια πληροφόρηση και εξηγήσεις για δικαστηριακά τεκμήρια που κατέθεσε στην παρούσα διαδικασία (ως Τεκμήρια 114-115), από τον φάκελο της ποινικής υπόθεσης XXXXX/11 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας v 1.Εργολ. Εταιρεία ΧΠΘ Αλεξάντρου Λτδ, 2.XXXXX Αλεξάντρου, 3.XXXXX Αλεξάντρου), με σχετικό προς τούτο και το Τεκμήριο 92 (το οποίο κατέθεσε ο XXXXX Αλεξάνδρου [ΜΥ2]). Δέχομαι τη μαρτυρία της XXXXX Μακρή (ΜΥ7). Πριν από τα τελικά ευρήματα, επιβάλλονται δύο επισημάνσεις. Η πρώτη επισήμανση - και τούτο δίκην αυτοπροειδοποίησης - σχετίζεται με το ότι η προώθηση της αγωγής ύστερα από την αθώωση των εναγομένων 1 και 2 την 12.2.15 (ως αντίστοιχων κατηγορουμένων) στην ποινική υπόθεση 41426/11 (βλ. Τεκμήριο 93), δεν απαγορεύεται, μηδέ και συνθέτει δεδικασμένο ή κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Λουκά v Κούρτη και Άλλων
(1993)1 ΑΑΔ 601, 605-606). Η δεύτερη επισήμανση, αφορά στη θέση των εναγομένων πως, ως εκ της εκδοχής των εναγόντων ότι η Αίτηση υπογράφθηκε εν λευκώ από τον XXXXX Ιορδάνους (ΜΕ3) «. στερεί τον υπογραφέα της δυνατότητας να αμφισβητήσει το περιεχόμενο και τις πρόνοιες του . Συνεπώς καμιά αξίωση των Εναγόντων δεν μπορεί να επιτύχει στη βάση του γεγονότος ότι το Ο/Ε1 σφραγίστηκε και υπογράφτηκε από τον Ενάγοντα 2 εν λευκώ, αφού επιτυχία των αξιώσεων υπό στοιχεία Β, Γ και Δ προϋποθέτει επιτυχία της αξίωσης υπό Α». Συμπεραίνουν οι εναγόμενοι, πως «. Κατ' ουσίαν οι Ενάγοντες ήγειραν σε σχέση με το Ο/Ε1 το θέμα "non est factum" για να στηρίξουν την αξίωση τους ότι είναι άκυρο και παράνομο.» και ότι «. η αξίωση αυτή δεν είναι δυνατό να ικανοποιηθεί από το Δικαστήριο στη βάση του αδιαμφισβήτητου γεγονότος ότι ο Ενάγων 2 σαν διευθυντής της Ενάγουσας 1 εταιρείας, σφράγισε και υπέγραψε την προβλεπόμενη θέση». Οι εναγόμενοι δεν δικογραφούν τέτοιο ισχυρισμό στην Υπεράσπιση. Αυτό, ως προτίμησαν να το προωθήσουν οι εναγόμενοι, καθιστά το εγχείρημα θνησιγενές λόγω παραβίασης των ισχυόντων θεμελιωδών περί του πράγματος δικογραφικών κανόνων (βλ. κατ' αναλογίαν, Allied Irish Bank Plc v Griffin
(2020)IECA 221 [Εφετείο Ιρλανδίας], Federal Bank of Lebanon (SAL) v Σιακόλα
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1422, 1447-1454). Τα ίδια παρατηρούνται και για τα περί εμποδισμού των εναγόντων να εισάγουν αντιτιθέμενες θέσεις προς το περιεχόμενο της Αίτησης δυνάμει της Δ.36Θ4 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών (βλ. γενικώς και κατ' αναλογίαν, Ιωαννίδη και Άλλων ν Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, ΠΕ 80/13, ημ. 13.1.20). Όμοια ισχύουν (με τις ανάλογες αναπροσαρμογές) - αν εκλαμβανόταν πως τα περί non est factum είχαν εδώ απήχηση εξ απόψεως ουσίας, κάτι που εξ ορισμού δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό αφού οι ενάγοντες ενάγουν και δεν υπερασπίζονται στην προκειμένη (βλ. κατ' αναλογίαν, Emmanuel v Avison and Others
(2020)EWHC 1696 (Ch), Εργατίδη v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ΠΕ 293/12, ημ. 7.2.18, Τουτζικιάν ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1(Β) ΑΑΔ 1240, 1245-1246, Saunders v Anglia Building Society
(1970)3 All ER 961) - και στην περίπτωση που θεωρούνταν πως αυτά συναρμόζονται και με κάποιας μορφής κώλυμα των εναγόντων βάσει της αρχής non est factum να επιδιώκουν τα απαιτούμενα (βλ. Yashod Vardhan, Chitta Narayan (eds), Pollock & Mulla, The Indian Contact & Specific Relief Acts, 16η έκδ., 2019, Τομ.1, σελ. 351-352). Οι περί ων ο λόγος θέσεις των εναγομένων απορρίπτονται. Προχωρώ στα (επιπρόσθετα) τελικά ευρήματα. Μέρος των ευρημάτων είναι και όλα τα παραδεκτά γεγονότα. Αυτά, δεν χρειάζεται να επαναληφθούν. Την 5.5.08 ο XXXXX Ιορδάνους (ΜΕ3), είχε τηλεφωνήσει στον XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΥ2) πληροφορώντας τον ότι υπήρχε μεγάλη πιθανότητα να κατακυρωνόταν το Έργο στον συνεταιρισμό, παρόλο που ήταν ο δεύτερος σε σειρά κατάταξης επιτυχών προσφοροδότης. Ο XXXXX Ιορδάνους (ΜΕ3) ζήτησε από τον XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΥ2) να εξασφαλίσει από τον Έφορο Εταιρειών το έντυπο για εγγραφή του συνεταιρισμού. Όπερ και εγένετο. Την 4.5.08 διευθετήθηκε συνάντηση των διαδίκων στα γραφεία των εναγομένων στην Λευκωσία, κατόπιν συνεννόησης με τον XXXXX Ιορδάνους (ΜΕ3). Η συνάντηση έγινε στις 5.5.08 στα γραφεία των εναγομένων 1 στην Λευκωσία. Η Αίτηση συμπληρώθηκε ιδιοχείρως από τον XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΥ2), στην παρουσία του XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΥ1) και του Λοΐζου Ιορδάνους (ΜΕ3), προς τον οποίον ο XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΥ2) διάβασε συμπληρωμένη την Αίτηση και την έδωσε σε αυτόν για να την υπογράψει και σφραγίσει με τη σφραγίδα των εναγόντων
  1. Ο XXXXX Ιορδάνους (ΜΕ3), αφού διάβασε την Αίτηση συμπληρωμένη και με πλήρη επίγνωση τού τί έπραττε, αφού διάβασε την Αίτηση συμπληρωμένη, την υπέγραψε και σφράγισε εκουσίως και με ελεύθερη βούληση, χωρίς οποιαδήποτε παραπλάνηση, εξαπάτηση ή συνομωσία των παρισταμένων (ή των εναγομένων 1 και 3 προς το πρόσωπο του) (ή προς τους ενάγοντες 1). Η Αίτηση υπογράφθηκε επί τόπου και εκεί που χρειαζόταν και από τον XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΥ1) και σφραγίστηκε από αυτόν με τη σφραγίδα των εναγομένων
  2. Την επομένη (6.5.08), ο XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΥ2) παρέδωσε προς καταχώριση την Αίτηση στον Έφορο Εταιρειών. Η Αίτηση παραλήφθηκε επισήμως από τον Έφορο Εταιρειών (διά εναπόθεσης της σχετικής σφραγίδας) την 7.5.
  3. Ακολούθησε η ετοιμασία των ζητηθέντων πιστοποιητικών, τα οποία απεστάλησαν σε μεταγενέστερο χρόνο προς τους ενάγοντες και προς όσους άλλους τα χρειάζονταν και απαιτούσαν. Εν κατακλείδι. Οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την αξίωση τους εναντίον όλων των εναγομένων, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα (και ο ΦΠΑ), επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.