← Κύπρος

Κασάπη ν. Κασάπη κ.α., Αρ. Αγωγής: 7472/11, 24/2/2020

Κασάπη ν. Κασάπη κ.α., Αρ. Αγωγής: 7472/11, 24/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A598 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7472/11 Μεταξύ: XXXXX Κασάπη Ενάγοντα και

  1. XXXXX Κασάπη
  2. XXXXX Κασάπη
  3. Ακίνητα Λ.Α.Κ. ΛΤΔ
  4. XXXXX Κασάπη Εναγομένων Αναφορικά με τον Περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμο Κεφ. 62 και Αναφορικά με την αίτηση του XXXXX Κασάπη Αιτητή και
  5. Ακίνητα Λ.Α.Κ. ΛΤΔ
  6. XXXXX Κασάπη Καθ' ων η Αίτηση --------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 24 Φεβρουαρίου,
  7. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: Ο κ. Α. Ζαχαρίου, για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ. Για τους Καθ' ων η Αίτηση: Οι κ.κ. Α. Αιμιλιανίδης και Α. Μαστίχη, για Αχιλλεύς & Αιμίλιος, Κωνσταντίνος Αιμιλιανίδης ΔΕΠΕ. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο αιτητής, επικαλούμενος τα άρθρα 1-5 του Περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμου, Κεφ.62, ζητεί: «Α) Ακύρωση της μεταβίβασης και εγγραφής της ακίνητης περιουσίας που περιγράφεται κατωτέρω η οποία έγινε από τους εναγόμενους 3 - καθ' ων η αίτηση 1 προς τον εναγόμενο 1 - καθ' ου η αίτηση 2, δυνάμει κατ' ισχυρισμό πώλησης και/ή δόλια και/ή με πρόθεση να εμποδίσει τους ενάγοντες - Αιτητές στην εκτέλεση της δικαστικής απόφασης ημερ. 09/03/2016 το υπόλοιπο της οποίας ανέρχεται σε €1.364,690 πλέον τόκους και έξοδα. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ: α) Ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, τεμάχιο XXXXX, Τμήμα Ο, Φ/Σχ. 55.30, το όλο μερίδιο, Κατάστημα αρ. 6 στο ισόγειο, αυλή αρ. 19 στο ισόγειο, στον Ψεματισμένο στη Λάρνακα. β) Ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, τεμάχιο XXXXX, Τμήμα Ο, Φ/Σχ. 55/19, το όλο μερίδιο, Χωράφι με έξι χαρουπιές και μια ελιά, στην Καλαβασό, στη Λάρνακα. γ) Ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, τεμάχιο XXXXX, Τμήμα Ο, Φ/Σχ. 55/37, 18/23 μερίδιο, Χωράφι, στο Ζύγι, στη Λάρνακα. δ) Ακίνητο με αρ. εγγραφής 2/XXXXX, τεμάχιο XXXXX, Τμήμα 2, Φ/Σχ. 21/64W1, το όλο μερίδιο, Οικόπεδο, στο Δήμο Αγλαντζιάς, στη Λευκωσία. Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάζεται η επανεγγραφή της ανωτέρω υπό το σημείο Α περιγραφόμενης ακίνητης ιδιοκτησίας επ' ονόματι των εναγόμενων 3 - καθ' ων η αίτηση
  8. Γ) Οιανδήποτε περαιτέρω και/ή καλύτερη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει ορθή και δίκαιη. ....................................................». Η εκδοχή του αιτητή περιγράφεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ως εξής: « ..................................................
  9. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε την 10/11/
  10. 3.Σημείωμα εμφάνισης για τους εναγόμενους 3 - καθ' ων η αίτηση 1 καταχωρήθηκε στις 16/11/2011 από το δικηγορικό γραφείο Αχιλλεύς & Αιμίλιος Κ. Αιμιλιανίδης, ενώ η αγωγή επιδόθηκε στον καθ' ου η αίτηση 3 την 11/11/2011 και για τον καθ' ου η αίτηση 2 - εναγόμενο 1 επεδόθη στις 11/11/2011 και καταχωρήθηκε Εμφάνιση στις 16/11/
  11. 4.Περί την 09/03/2016 εξεδόθη απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων 3 για ποσό €1.134,690 πλέον τόκους και έξοδα. Αντίγραφο της απόφασης ημερ. 09/03/2016 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α.
  12. Οι καθ' ων η ECLI:CY:AD:2016:D147, αίτηση 1 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες της κατωτέρω αναφερόμενης ακίνητης περιουσίας ως εμφαίνεται και στο Πιστοποιητικό έρευνας ημερ. 05/04/2016 το οποίο επισυνάπτω ως Τεκμήριο Β. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ: α) Ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, τεμάχιο XXXXX, Τμήμα Ο, Φ/Σχ. 55/30, το όλο μερίδιο, Κατάστημα αρ. 6 στο ισόγειο, αυλή αρ. 19 στο ισόγειο, στον Ψεματισμένο στη Λάρνακα. β) Ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, τεμάχιο XXXXX, Τμήμα Ο, Φ/Σχ. 55/19, το όλο μερίδιο, Χωράφι με έξι χαρουπιές και μια ελιά στην Καλαβασό, στη Λάρνακα. γ) Ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, τεμάχιο XXXXX, Τμήμα Ο, Φ/Σχ. 55/37, 18/23 μερίδιο, Χωράφι, στο Ζύγι, στη Λάρνακα. δ) Ακίνητο με αρ. εγγραφής 2/XXXXX, τεμάχιο XXXXX, Τμήμα 2, Φ/Σχ. 21/64W1, το όλο μερίδιο, Οικόπεδο, στο Δήμο Αγλαντζιάς, στη Λευκωσία. 6.Οι καθ' ων η αίτηση 1 από της επίδοσης της αγωγής γνώριζαν την ύπαρξη της συγκεκριμένης απαίτησης και το βάσιμο αυτής. 7.Παρά τα ανωτέρω, οι καθ' ων η αίτηση 1 κατά την 17/04/2015, δηλαδή λίγο πριν την έκδοση της απόφασης, μεταβίβασαν τα ανωτέρω ακίνητα στον καθ' ου η αίτηση 2 δυνάμει κατ' ισχυρισμό πώλησης και με σκοπό να καθυστερήσουν και παρεμποδίσουν τον ενάγοντα από του να ανακτήσει το χρέος. 8.Στα πλαίσια έρευνας με σκοπό την λήψη μέτρων εκτέλεσης της απόφασης εναντίον των εναγομένων αποταθήκαμε και λάβαμε το ανωτέρω Πιστοποιητικό (Τεκμήριο Β), από το οποίο προκύπτει ότι οι εναγόμενοι 3- καθ' ων η αίτηση 1 έσπευσαν να αποξενώσουν την επ' ονόματι τους εγγεγραμμένη ακίνητη ιδιοκτησία που είχε ουσιαστική αξία μεταβιβάζοντας την στον εναγόμενο 2 - καθ' ου η αίτηση
  13. Εξ' όσων γνωρίζω και πιστεύω, ο καθ' ου η αίτηση 2 αποδέχθηκε την επ' ονόματι του εγγραφή και μεταβίβαση των ως άνω ακινήτων δόλια και κακόπιστα και με πρόθεση να εμποδίσει τον ενάγοντα από το να εκτελέσει την υπέρ του εκδοθείσα δικαστική απόφαση και την είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους των εναγομένων. 10.(α) Ο καθ' ου η αίτηση 2 ενώ δήλωσε ότι απέκτησε τα ακίνητα με αγορά, κανένα ποσό δεν κατέβαλε στους κατ' ων η αίτηση 1 και η όλη πράξη έγινε δόλια με σκοπό την καταδολίευση του ενάγοντα, αφού ο αιτητής και ο καθ' ου η αίτηση 2 με κοινό κεφάλαιο παρεχώρησαν στην καθ' ης η αίτηση 1 το ποσό των €1.134,690 έκαστος, το οποίο βασικά και στην ουσία χρησιμοποιήθηκε ως κεφάλαιο για αγορά των επίδικων ακινήτων και των ακινήτων με αρ. εγγραφής 0/XXXXX και 7/99 τα οποία είναι ακόμη εγγεγραμμένα επ' ονόματι των καθ' ων η αίτηση
  14. (β) Την αποκλειστική διαχείριση και διοίκηση των καθ' ων η αίτηση 1 είχαν πάντοτε ο καθ' ου η αίτηση 2, τα παιδιά του και η σύζυγός του κατά διαστήματα και εναλλάξ και οι ως άνω ενέργειες και τυχόν αποφάσεις των καθ' ων η αίτηση 1 λήφθηκαν δόλια με μοναδικό στόχο να αποξενωθεί η καθ' ης η αίτηση 1 από ακίνητη περιουσία αξίας, ώστε να παρεμποδισθεί ο αιτητής να εισπράξει το ποσό της δικαστικής απόφασης που διεκδικούσε με την παρούσα αγωγή. (γ) Όλες οι ως άνω ενέργειες είναι δόλιες, κακόπιστες και μοναδικό στόχο είχαν την καταδολίευση του αιτητή, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη και τη θέση τους που προτάχθηκε στην αγωγή με αρ. XXXXX/11 ότι τα χρήματα που δόθηκαν από τον καθ' ου η αίτηση 2 δεν θα επιστρέφονταν γιατί ήταν δωρεά και ότι θα διευθετούνταν εντός της οικογένειας των εναγομένων που ήταν οικογένεια. ....................................................». Οι καθ' ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι από τη μαρτυρία δεν προκύπτει να τηρούνται οι νομοθετικές απαιτήσεις για επιτυχία του αιτήματος και πως (ως καταγράφεται στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων τους) «. δεν έχει αποδειχθεί δόλος από την πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση ούτε και οποιαδήποτε δόλια μεταβίβαση. Αντίθετα . οι Καθ' ων η Αίτησις απέδειξαν στο Δικαστήριο ότι η μεταβίβαση έγινε καλή τη πίστει και χωρίς πρόθεση να εμποδίσουν τον Αιτητή από την είσπραξη του χρέους του. Οι Καθ' ων η Αίτηση απέδειξαν στο Δικαστήριο ότι με την μεταβίβαση των ακινήτων πλήρωσαν υφιστάμενο οφειλόμενο χρέος προς τον Καθ' ου η Αίτηση αρ. 2». Οι μάρτυρες που έδωσαν μαρτυρία στη δίκη θα προσδιορίζονται εδώ και αναλόγως (για πρακτικούς σκοπούς), ως μάρτυρες ενάγοντος (ΜΕ), για όσους μάρτυρες κάλεσε ο αιτητής και ως μάρτυρες υπεράσπισης (ΜΥ), για εκείνους τους μάρτυρες που κάλεσαν οι καθ' ων η αίτηση. Τούτο, διότι η διαδικασία δυνάμει του Περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμου, Κεφ.62, θεωρείται ως αυτόνομη και κατατασσόμενη στην ευρύτερη κατηγορία των αγωγών (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιωακείμ και Άλλης ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (Αρ 2)

(2003)1(Β) ΑΑΔ 986, 989). Για στοιχειοθέτηση της αίτησης, ο αιτητής παρουσίασε τη μαρτυρία των XXXXX Τσίγκη (ΜΕ1), XXXXX Κασάπη (ΜΕ2), XXXXX Μαρίνου (ΜΕ3) και XXXXX Παυλίδη (ΜΕ4), ενώ οι καθ' ων η αίτηση, προς επίρρωση της ένστασης, τη μαρτυρία των XXXXX Κασάπη (ΜΥ1), XXXXX Κασάπη (ΜΥ2) και XXXXX Αρτεμίου (ΜΥ3). Οι αναφορές των μαρτύρων και άπαντα τα κατατεθέντα τεκμήρια αξιολογήθηκαν πλήρως, έστω και αν δεν επιλέχθηκε να αποτυπωθούν ρητώς στο κείμενο (βλ. κατ' αναλογίαν, Al Watani και Άλλων v Παπαδόπουλου
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1924, 1936-1937), μη χρειαζούμενης τής καταγραφής και επανάληψης τού περιεχομένου τους, εκτός μιας περίληψης, πρωτίστως για λόγους πρακτικότητας (βλ. κατ' αναλογίαν, G&K Exclusive Fashions Ltd v Παπαδόπουλου και Άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Paphos Stone C Estates v Ζαβρού και Άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Ό,τι καθηκόντως επράχθη, είναι ο προσδιορισμός των επιδίκων υπό το φως των εμπεριεχόμενων στην αίτηση και ένσταση, η συνάρθρωση τους με τη μαρτυρία και η κατάληξη σε ευρήματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Λεοντίου ν Καραγιώργη, ΠΕ 189/12, ημ. 12.7.18, Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd v Παύλου και Άλλου, ΠΕ 240/10, ημ. 20.12.17, Βασιλείου και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 12/15, ημ. 4.7.17, Λάρκου ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1399, 1406). Οι περικοπές που παρατίθενται μεταφέρθηκαν ανεπάφως από τα πρακτικά, τις γραπτές αγορεύσεις, την αίτηση, την ένσταση και τη δικογραφία. Παραθέτω αμέσως και συντετμημένως τη μαρτυρία. Ο κτηματολογικός υπάλληλος XXXXX Τσίγκης (ΜΕ1), κατέθεσε και επεξήγησε κτηματολογικά έγγραφα σχετιζόμενα με τα επίδικα θέματα. Ο αιτητής XXXXX Κασάπης (ΜΕ2), με παραπομπή και στη γραπτή του δήλωση (βλ. Έγγραφο Α), ανέφερε θέσεις και γεγονότα που κατά την άποψη του οικοδομούν την αίτηση. Ο XXXXX Μαρίνου (ΜΕ3), εγκεκριμένος λογιστής/ελεγκτής (Certified Accountant), με σημείο αναφοράς και τη γραπτή του δήλωση (βλ. Έγγραφο Β), αμφισβήτησε πτυχές της ένστασης. Ο XXXXX Παυλίδης (ΜΕ4), εγγεγραμμένος εκτιμητής ακινήτων, ανέπτυξε εκτίμηση που ετοίμασε για την αγοραία αξία των επίδικων ακινήτων, ως τούτα απογράφονται στο πιο πάνω αιτητικό («τα ακίνητα»). Ο XXXXX Κασάπης (ΜΥ1), διευθυντής των καθ' ων η αίτηση 1 και γιος του καθ' ου η αίτηση 2, κατέθεσε για την ιστορική διαδραμάτιση των διαφορών μεταξύ των διαδίκων και για ποικίλες άλλες εκφάνσεις των επίμαχων θεμάτων. Ο καθ' ου η αίτηση 2 XXXXX Κασάπης (ΜΥ2), αδελφός του αιτητή και του XXXXX Κασάπη (ΜΥ1), αναφέρθηκε - στο πλαίσιο των όσων συνιστούν σημείο τριβής μεταξύ των διαδίκων στην παρούσα - σε δάνειο (€1.188.690) που είχε δοθεί από τον μάρτυρα και τον αιτητή προς τους καθ' ων η αίτηση 1 («το δάνειο»). Ο XXXXX Αρτεμίου (ΜΥ3), εγγεγραμμένος εκτιμητής (ΕΤΕΚ), ανέλυσε εκτιμήσεις που ετοίμασε για την αγοραία αξία των ακινήτων. Στις αγορεύσεις, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι επιχειρηματολόγησαν πως η μαρτυρία και οι εφαρμοζόμενες νομικές αρχές δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν σε αποδοχή των αντίστοιχων θέσεων τους. Διεξήλθα την αίτηση και την ένσταση (μετά των συνοδευτικών ενόρκων δηλώσεων), στην πλήρη τους μορφή και ομοίως έπραξα για την υπόλοιπη γραπτή και προφορική μαρτυρία. Το ίδιο και για τις ευσύνοπτες αγορεύσεις. Μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης - θέτουσα εκ των πραγμάτων το Δικαστήριο σε πλεονεκτική θέση να βλέπει και να αξιολογεί τους μάρτυρες, με όλα τα ευεργετήματα που αυτό ενέχει (βλ. κατ' αναλογίαν, Μελή ν Κωνσταντίνου και Άλλων, ΠΕ 2/13, ημ. 13.3.19) - παρακολούθησα και άκουσα με την ίδια προσοχή και υπομονή τους μάρτυρες που κατέθεσαν. Έθεσα ως δείκτη, μεταξύ άλλων, το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και κύρος της γνώσης των μαρτύρων, το όποιο προσωπικό τους συμφέρον ή προκατάληψη στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν για αντίληψη των διαδραματιζομένων, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή για να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, τις όποιες υπερβολές, ανακολουθίες ή αντιφάσεις σε αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις, τις τυχόν προηγούμενες γραπτές ή προφορικές ασυνεπείς ή αντιφατικές τους δηλώσεις, τη φιλαλήθεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμουν προσεκτικός στο να μην αποδώσω υπέρμετρο βάρος στα εξωτερικά γνωρίσματα της μαρτυριακής τους διαγωγής μια και τούτο εμπεριέχει επικινδυνότητα (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806), μιας και δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαζόντως ικανοί στο να φανερώνουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικώς τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και γιατί μερικές συμπεριφορές στο εδώλιο μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών και όχι πάντοτε από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Σταθμίζοντας τη μαρτυρία, τελούσα σε εγρήγορση μήπως και συμπλέξω απαραδέκτως την αξιοπιστία με το εφαρμοζόμενο βάρος και επίπεδο απόδειξης (βλ. κατ' αναλογίαν, Λεριός ν Αλεξίου και Άλλου
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1195, 1205, Αθανασίου και Άλλου ν Κουνούνη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 614, 636-642). Για τους πραγματογνώμονες μάρτυρες - και ως τέτοιοι κατέθεσαν οι Δημήτρης Μαρίνου (ΜΕ3), Κωνσταντίνος Παυλίδης (ΜΕ4) και Βασίλης Αρτεμίου (ΜΥ3) - δεν θεώρησα τη μαρτυριακή τους συμπεριφορά τόσον σημαντική όσον άλλων μαρτύρων και τούτο από σαφείς επί τούτω υποδείξεις της νομολογίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Genzyme Corporation v Kayat Trading Limited, ΠΕ 199/14, ημ. 25.5.18, Αθηνής ν Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41, 62-65). Αυτό δεν σημαίνει πως αξιολόγησα τη μαρτυρία των ειδικών αυτών, εκτός των καθιερωμένων αρχών ή ότι τους αντιμετώπισα διαφορετικώς από τους υπόλοιπους μάρτυρες μια και τούτο θα ήταν κατ' αρχήν κατακριτέο (βλ. κατ' αναλογίαν, ΠΕ ν KRU, Έφεση 23/18, ημ. 3.12.19, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν Κονναρή
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2298, 2309-2310, Ψάλτης ν Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 113, 119). Αναμφιβόλως, η σοβαρότητα και υπευθυνότητα με την οποία οι μάρτυρες που κατέθεσαν ως πραγματογνώμονες είδαν το έργο τους, συνέθεσε στοιχείο αξιολόγησης τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Μιτσιγιώργη και Άλλος ν Αδελφών Γαλάζη (Ομόρρυθμης Εταιρείας)
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1811, 1814). Αποτιμώντας τη μαρτυρία δεν περιορίστηκα στην ατομική εκτίμηση τής αξιοπιστίας των μαρτύρων αλλά συσχέτισα και αντιπαρέβαλα τη μαρτυρία αυτή και με το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιωαννίδη και Άλλων ν Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, ΠΕ 80/13, ημ. 13.1.20, Γερολέμου ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και Άλλου, Ποιν. Έφ. 486/12, ημ. 10.9.19, Ιορδάνους ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 152/14, ημ. 19.4.18, Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Εφόδιο αξιολόγησης αποτέλεσε και η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση για την ανθρώπινη προσωπικότητα, γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη πάντοτε), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ' αναλογίαν, Καραολή ν Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου και Άλλων, ΠΕ 418/11, ημ. 15.2.18, C&A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Κατά το σκεπτικό αποφάσεων όπως η ΛΚ ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 547, 554, Pal και Άλλων v Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551, 590-591 και Τάκη ν Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 599, 609, πραγματεύθηκα την κάθε παράλειψη αντεξέτασης (που δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς), πέραν από δυνητικώς δεικτική αποδοχής της μαρτυρίας τού αφορώντος μάρτυρα επί της όποιας κρίσιμης πτυχής - με εξαίρεση (στην κανονική πορεία των πραγμάτων) τους πραγματογνώμονες μάρτυρες (βλ. κατ' αναλογίαν, Μιχαηλίδου και Άλλου ν Societe Generale Bank - Cyprus Limited, Ποιν. Έφ. 233/16, ημ. 10.9.18) - και ως δηλωτική αναίρεσης θέσεων τού αντεξετάζοντος, ή και ως αποδυναμωτική τούτων ζυγιάζοντας τις παραβλέψεις κατά συμμετρίαν της σοβαρότητας τους, με το απόσταγμα της ζύμωσης αυτής να αντανακλάται στα δικαστικά ευρήματα και συμπεράσματα (βλ. κατ' αναλογίαν, ΑΜ ν ΓΑΜ και Άλλων, ΠΕ 249/13,ημ. 18.2.20, Περσιάνη ν Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 194/12, ημ. 20.3.18, Στέλιος Σάββα και Υιοί Λτδ ν Medcon Constructions Limited, ΠΕ 53/13, ημ. 20.3.18, Σκάρος ν Χριστοδούλου και Άλλου
(1998)1(Α) ΑΑΔ 291, 296-298). Ως θα αναπτύξω, οι XXXXX Τσίγκης (ΜΕ1), XXXXX Κασάπης (ΜΥ1), XXXXX Κασάπης (ΜΥ2) και XXXXX Αρτεμίου (ΜΥ3), μου προξένησαν καλή εντύπωση ως μάρτυρες. Ήσαν (ανάμεσα σε άλλα) σταθεροί, ορθολογικοί, συνεπείς, με κάποιες μικροαντιφάσεις και μικροανακολουθίες που μπορεί να παρατηρήθηκαν στη μαρτυρία τους να μην επηρεάζουν καθόλου τη θετικότητα της γενικής προκύπτουσας μαρτυριακής τους εικόνας, με το γεγονός αυτό, μάλιστα, να αποτελεί (αναλόγως της περίπτωσης) και ένδειξη έλλειψης αθέμιτης προσυνεννόησης και προσχεδιασμού μεταξύ των μαρτύρων αυτών. Εκτός τούτου, γνωρίζουμε και το ότι η μαρτυρία ενός μάρτυρα δεν αναμένεται να συνάδει απολύτως με τη μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων και πως διαφορές στη μαρτυρία - αναλόγως του είδους τους - είναι κατά κανόναν αναπόφευκτες (βλ. κατ' αναλογίαν, Τυμπιώτης ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 612, 629). Οι XXXXX Κασάπης (ΜΕ2), XXXXX Μαρίνου (ΜΕ3) και XXXXX Παυλίδης (ΜΕ4), μου δημιούργησαν αρνητική εντύπωση. Με σεβασμό αναφέρω ότι οι μάρτυρες αυτοί ήσαν (μεταξύ άλλων), αντιφατικοί, ασυνεχείς, γενικοί, αόριστοι και κλονισθέντες κατά την αντεξέταση (σε διαφορετικές διαβαθμίσεις ο καθένας). Οι απαντήσεις τους χαρακτηρίζονταν από διστακτικότητα και αισθητή προσπάθεια αυτοπροαίρετης απομάκρυνσης από οτιδήποτε θα μπορούσε να καταταχθεί ως βλαπτικό τής εκδοχής και των συμφερόντων που προωθούσαν. Εξηγώ. Ο XXXXX Τσίγκης (ΜΕ1) παρέθεσε τη μαρτυρία του αποστασιοποιημένα από τους διαδίκους, δίχως να περιπέσει σε αντιφάσεις ή ασυμφωνίες, περιοριζόμενος, βασικώς, σε επανάληψη και διευκρίνιση των κτηματολογικών εγγράφων που κατέθεσε. Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Τσίγκη (ΜΕ1). Ο XXXXX Κασάπης (ΜΕ2) ήταν - πέραν από αντιφατικός και αόριστος - πολύ εύκολος στο να παρουσιάζει κατά τρόπον αποκλίνοντα από το θεμιτό, μια εικόνα που έδειχνε πως στόχευση του ήταν να ξεδιπλώσει τη δική του εκδοχή βασιζόμενος σε εικασίες και υποθέσεις. Επέμεινε ότι το δάνειο οφειλόταν προσωπικώς από τον XXXXX Κασάπη (ΜΥ1) προς τον ίδιον και τον XXXXX Κασάπη (ΜΥ2) και όχι από τους καθ' ων η αίτηση 1. Μολαταύτα, ήταν ο μάρτυς που είχε ζητήσει την έκδοση απόφασης κατά των καθ' ων η αίτηση 1 στην αγωγή 7472/11 ως τα Τεκμήρια 1Α, 4-6 («η αγωγή»), την οποία (αγωγή) απέσυρε μεταγενέστερα εναντίον του XXXXX Κασάπη (ΜΕ1). Οι απαντήσεις του στην αντεξέταση, η οποία ευθύς εξαρχής καταπιάστηκε με το ζήτημα, δεν χαρακτηρίζονταν από ειλικρίνεια και αμεσότητα, ίσως γιατί, εκ των πραγμάτων, η τελική επιλογή απόσυρσης της αγωγής να θεωρούνταν πως εξανδραπόδιζε άνευ ετέρου την οποιαδήποτε προσπάθεια διάφορης επεξήγησης, στην απουσία μάλιστα και εξωγενών παραγόντων ή επιδράσεων. Δεν διαλανθάνει την προσοχή πως ο μάρτυς παραδέχθηκε ότι η δικογράφηση της αξίωσης για επιστροφή του δανείου από τους καθ' ων η αίτηση 1, τέθηκε για πρώτη φορά, στην αγωγή, με την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης την 20.10.15 («η τροποποίηση») διά αίτησης τροποποίησης ημερομηνίας 19.10.15 («η αίτηση τροποποίησης») και πως μέχρι εκείνη τη στιγμή, τούτος διεκδικούσε διά της αγωγής ποσοστό επί των μετοχών των καθ' ων η αίτηση 1 (εναγομένων 3 στην αγωγή). Μήτε και αρνήθηκε ο μάρτυς ότι η μεταβίβαση των ακινήτων προς τον XXXXX Κασάπη (ΜΥ2), συντελέστηκε την 17.4.15, ως το Τεκμήριο 1 («η μεταβίβαση»), ένα περίπου έτος πριν από την εκ συμφώνου έκδοση της δικαστικής απόφασης στην αγωγή την 9.3.16 («η εκ συμφώνου απόφαση»). Την ίδια, με άλλα λόγια, χρονική περίοδο που ο μάρτυς διεκδικούσε ποσοστό επί του μετοχικού κεφαλαίου των καθ' ων η αίτηση 1 και όχι κάποια θεραπεία ρητώς απτόμενη τού δανείου. Ο μάρτυς αρνήθηκε πως το δάνειο χορηγήθηκε για να αγοραστούν ακίνητα, παρότι δεν γνώριζε τι είναι που έπραττε ο XXXXX Κασάπης (ΜΥ1) με τα χρήματα αυτά. Ο μάρτυς προσέθεσε στην πορεία ότι ο XXXXX Κασάπης (ΜΥ1) θα προχωρούσε σε δικές του επιχειρηματικές δραστηριότητες και πως θα επέστρεφε τα λεφτά του δανείου σε αυτόν όταν τούτο θα επιτρεπόταν από τις επενδύσεις του. Οι θέσεις του μάρτυρα παρέμειναν γενικευμένες. Στην Τροποποιηθείσα Έκθεση Απαίτησης στην αγωγή - και δη στην παράγραφο 19 αυτής - αναφέρεται εντούτοις πως το δάνειο θα ήταν πληρωτέο με νόμιμο τόκο περί το 2010, μετά δηλαδή την ολοκλήρωση της αγοράς των ακινήτων από τους καθ' ων η αίτηση 1, κάτι που αναδεικνύει εν τίνι τρόπω και αστάθεια από απόψεως εκδοχών του μάρτυρα με όσα είναι που δικογραφικώς επιδίωκε με την αγωγή. Ο μάρτυς έμμενε ότι τα χρήματα που κατέβαλε ο XXXXX Κασάπης (ΜΥ2) προς τον XXXXX Κασάπη (ΜΥ1), θα χαρίζονταν μετά από συνεννόηση των δύο ανδρών, ως εκ της σχέσης πατέρα-γιου που υφίστατο. Ρωτήθηκε αν η γνώση του αυτή προέκυπτε από λεχθέντα του XXXXX Κασάπη (ΜΥ2), με τον μάρτυρα να απαντά αρνητικώς και δίχως να αναφέρει (με τρόπο παραπεμπτικό στην αλήθεια), κατιτί το διαφορετικό. Δεν ήταν μόνον η ουσία των πραγμάτων περί των οποίων κατέθεσε ο μάρτυς που ανέδειξε ουσιώδεις ανακολουθίες αφορώσες στον πυρήνα της εκδοχής του, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο τα κατέθεσε αυτά, ο οποίος μου δημιούργησε την ισχυρή, τωόντι, εντύπωση πως ο μάρτυς επεδίωκε απομάκρυνση από την όλη αλήθεια και αντικατάσταση αυτής με τη δική του πραγματικότητα, μα προσαρμοσμένη βολετώς στα όσα προέτασσε εξυπηρετικώς. Απορρίπτω τη μαρτυρία του XXXXX Κασάπη (ΜΕ2). Ο XXXXX Μαρίνου (ΜΕ3), καίτοι δεν παρουσιάστηκε για να παραπλανήσει - κάθε άλλο - έδωσε μαρτυρία επί ζητημάτων για τα οποία δεν είχε προσωπική ή και ακριβή γνώση, με παρεπόμενο όσα είπε να μην αποτελούν ασφαλή βάση επί της οποίας να μπορεί να στηριχθεί το Δικαστήριο για τα δικά του αντικειμενικά συμπεράσματα. Ο μάρτυς ανέλυσε, κυρίως, εκδοχές του XXXXX Κασάπη (ΜΥ1) στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την ένσταση των καθ' ων η αίτηση στην τωρινή αίτηση. Η συμπεριφορά του μάρτυρα στο εδώλιο εκπορεύθηκε, ως πρόσεξα, από τον ζήλο του να υποστηρίξει τη μαρτυρία και εκδοχή του XXXXX Κασάπη (ΜΕ1), όχι όμως κατά τα δικονομικοαποδεικτικά ειωθότα και την προσδοκώμενη προσήλωση του μάρτυρα στην ακριβή αιτιολόγηση και επεξήγηση της γνώμης του. Παραδέχθηκε στην αντεξέταση πως πράγματι δεν είχε ανάμειξη στη διενέργεια των συναλλαγών περί των οποίων κατέθεσε και ότι τα όσα ήξερε για αυτές, τα αποκόμισε από πληροφορίες που του έδωσε ο XXXXX Κασάπης (ΜΕ2) και (ως δήλωσε στην αντεξέταση) «. και από διάφορα έγγραφα και από τη δικογραφία των διάφορων υποθέσεων που έχει [ο XXXXX Κασάπης (ΜΕ2)] .». Μολοντούτο, σε άλλο σημείο της αντεξέτασης ο μάρτυς παραδέχθηκε πως μ' όλο που ο XXXXX Κασάπης (ΜΕ2) τού έδωσε και τη σχετική δικογραφία, δεν τη διάβασε, μηδέ και κατείχε τα αίτια απόρριψης της αγωγής κατά του XXXXX Κασάπη (ΜΥ1). Είπε, ότι όσα ρωτούνταν από τον κ. Αιμιλιανίδη για τους λόγους απόρριψης της αγωγής και άλλα τινά, δεν αναφέρονταν στα τεκμήρια που του είχαν δοθεί για μελέτη. Η θέση του μάρτυρα, με τον τρόπο που εκφράστηκε παρέπεμπε (χωρίς πολλά), σε μάρτυρα που προσπαθούσε πάση θυσία να καλύψει μια κατάσταση πραγμάτων που αναφάνηκε χωρίς να την αναμένει. Στο τέλος, μετά που ο κ. Αιμιλιανίδης υπέδειξε προς αυτόν το κείμενο της εκ συμφώνου απόφασης (το οποίο ο ίδιος ο μάρτυς κατέθεσε), παραδέχθηκε ότι το είχε στην κατοχή του. Εκεί που θα περίμενε κανείς πως ο μάρτυς θα άδραχνε την ευκαιρία και θα προέβαινε σε εύλογες εξηγήσεις για το πώς του διέφυγε το περιεχόμενο τού τεκμηρίου, εξακολουθούσε να επιχειρεί ακύρωση της σοβαρής ασυμφωνίας που διαπιστώθηκε στη μαρτυρία του, προφασιζόμενος ότι δεν ήξευρε για τη διασύνδεση τής αγωγής με την εκ συμφώνου απόφαση (βλ. Τεκμήριο 2) και όσα κειμένως αφορούν στην εκτυλισσόμενη διαδικασία, για να επιχειρήσει μετέπειτα, μια άλλη προσέγγιση, η οποία επικεντρώθηκε σε μια, τρόπον τινά, μετατόπιση τού συζητούμενου από την ανάλυση που επιχειρούνταν σε μια ετέρα διάσταση και δη, στο ότι (και να είχε απορριφθεί η αγωγή), τούτο δεν σχετιζόταν με την άποψη του για τον λογιστικό χειρισμό που υποτίθεται πως έτυχαν τα πράγματα από τους καθ' ων η αίτηση. Ούτε και σε αυτό το μέρος της, η μαρτυρία του μάρτυρα ήταν ειλικρινής. Παραδέχθηκε ότι δεν είχε δει ή εξετάσει τους τραπεζικούς λογαριασμούς των καθ' ων η αίτηση 1, παρόλο που, ως φύεται από τα λεγόμενα του και ιδιαίτερα από τη γραπτή του δήλωση (βλ. Έγγραφο Β), η κατάληξη του σε σειρά συμπερασμάτων που συνδέονται με όσα προτάσσει ο XXXXX Κασάπης (ΜΕ2) ως συγκροτημένη εκδοχή, αποτυπώνεται άτεγκτη σε σχέση προς τους καθ' ων η αίτηση και όσα προβάλλουν ως θέση. Η δικαιολογία που ανέπτυξε ο μάρτυς για την προσέγγιση και ενέργειες του, είναι ότι λειτούργησε αυστηρώς εντός των όρων εντολής που του είχε δώσει ο XXXXX Κασάπης (ΜΕ2), θέση που συχνώς προέβαλλε ο μάρτυς ως ασπίδα σε καίριες αντεξεταστικές ερωτήσεις. Οι αιτιάσεις του απείχαν από το να παράσχουν εντύπωση γνήσιας και αντικειμενικής τοποθέτησης για την ουσία που ο μάρτυς εξέφραζε. Αναμενόταν πως, υπό την ιδιότητα του ως πραγματογνώμονας-λογιστής, ο μάρτυς θα ήταν περισσότερον έτοιμος στο να επιρρώνει καταλλήλως και γνησίως τις θέσεις του, ασχέτως των όποιων περιορισμών είχαν υποτιθέστο τεθεί σε αυτόν διά των φερόμενων όρων εντολής του. Ο μάρτυς - και το λέγω αυτό με εκτίμηση προς το άτομο του ως επαγγελματία - ήλθε στο Δικαστήριο για να υποβοηθήσει με κάθε κόστος (και σε παρέκβασιν των επιτρεπτώς αναμενόμενων), τις θέσεις του XXXXX Κασάπη (ΜΕ2). Απορρίπτω τη μαρτυρία του XXXXX Μαρίνου (ΜΕ3). Ο XXXXX Παυλίδης (ΜΕ4), είπε κατά την αντεξέταση πως οι εκτιμήσεις που διενήργησε για υπολογισμό της αγοραίας αξίας των ακινήτων (βλ. Τεκμήρια 9-14), κατατέθηκαν «. για σκοπούς Δικαστηρίου .» εξού και «. σε αυτές τις περιπτώσεις παίρνουμε πάντα το πιο αισιόδοξο σενάριο». Ως ορθώς υπέδειξε ο κ. Αιμιλιανίδης, ο μάρτυς, ως διαπίστωσα και εγώ, δεν κατάφερε να αποσαφηνίσει τι ακριβώς είναι που εννοούσε με τη δήλωση περί αισιόδοξων σεναρίων, έτσι που να μπορούσαν να ενταχθούν τα λεχθέντα και η γνωμοδότηση του εντός παραμέτρων που να καθιστούν λελογισμένως εφικτή τη δυνατότητα, πλέον, του Δικαστηρίου να ιχνηλατήσει το υπόβαθρο της γνώμης του και να καταλήξει στα όποια δικά του ευρήματα. Εξήγησε ο μάρτυς ότι οι εκτιμήσεις του δεν έγιναν «. για σκοπούς πώλησης .» και πως ως εκ τούτου είθισται «.να αφαιρούμε 10% για τα μερίδια, το οποίο το 10% είναι κάτι το οποίο δεν είναι ας πούμε κάτι που είναι... μπορεί να είναι 5%, μπορεί να είναι 0%, μπορεί να είναι 20%». Πέραν τού ότι η τοποθέτηση χαρακτηρίζεται από διάχυτη ασάφεια, την οποία ο μάρτυς όφειλε να ξεκαθαρίσει ως πραγματογνώμονας (αν μη τι άλλο στην επανεξέταση), δεν απάντησε στο ερώτημα περί τού ούτω καλουμένου προσδιορισμού (ορολογικού και ουσιαστικού) των αισιόδοξων σεναρίων. Η θέση του αντεξετάζοντος (ως απαύγασμα προφανώς των όσων ο ίδιος θεωρούσε πως θα μπορούσε να συνοψίσει τη θέση του μάρτυρα (ότι η εκτίμηση «. είναι για να δώσει στο Δικαστήριο μια πραγματική εικόνα της αξίας που είχε αυτό το ακίνητο κατά τον επίδικο χρόνο της εκτίμησης» με την οποία συμφώνησε ο μάρτυς), δεν αμβλύνει τη δικαστική διαπίστωση πως ο μάρτυς παρουσίασε διακριτή αδυναμία στο να επικουρήσει το Δικαστήριο να αντιληφθεί τι ακριβώς είναι που εννοούσε με τα λεγόμενα του, εκτός του ότι, η σύνοψη αρχής (καθότι περί αυτού επρόκειτο) στην οποία προέβη ο κ. Αιμιλιανίδης για τις στοχεύσεις των εκτιμήσεων αυτού του είδους, άφησε αναπάντητο έτσι κι αλλιώς το ερώτημα περί αισιόδοξων σεναρίων. Ας μην ξεχνιέται - και τούτο ως παρένθεση - πως το Δικαστήριο είναι και το μόνο, ως τελικός κριτής, ακόμη και αν οι άλλοι παράγοντες της δίκης συμφωνούν (ή διαφωνούν) μεταξύ τους για ό,τι αναλόγως εξυφαίνεται (βλ. κατ' αναλογίαν, Pirikkis v The Republic
(1985)2 CLR 232, 243-246), που δύναται να αποφανθεί δεσμευτικώς και αυθεντικώς για την αξιοπιστία και - (στην ώρα της) - για την αποδεικτική αξία της προσαχθείσας μαρτυρίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Πισσάς ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 229/16, ημ. 14.3.18, Κυπρίζογλου και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 53/17, 15.12.17, Βασιλείου και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 12/15, ημ. 4.7.17). Ο μάρτυς ήταν και αμφίσημος ως προς τη μέθοδο εντοπισμού και αξιολόγησης συγκριτικών στοιχείων που χρησιμοποίησε για τις εκτιμήσεις του και ως προς το τι είναι που ο ίδιος εκλάμβανε ως συγκριτικό στοιχείο και τι όχι, αφήνοντας κάποιες φορές να νοηθεί πως τα περί μη εντοπισμού άλλων συγκριτικών, εκτός των όσων συγκριτικών χρησιμοποίησε ο ίδιος, οφειλόταν στη φυσική ανυπαρξία τους ή άλλοτε στην ύπαρξη τους, χωρίς όμως να είναι ικανοποιητικά ή αξιόπιστα ως συγκριτικά για ό,τι ο μάρτυς επιθυμούσε να τα χρησιμοποιήσει, με ένα τέτοιο ενδεικτικό παράδειγμα να εντοπίζεται στο μέρος εκείνο της μαρτυρίας του που αφορά στο τεμάχιο 270 στην Καλαβασό. Απορρίπτω τη μαρτυρία του XXXXX Παυλίδη (ΜΕ4). Ο XXXXX Κασάπης (ΜΥ1), ήταν ειλικρινής, άμεσος και λεπτομερής σε όλες σχεδόν τις απαντήσεις του. Επιχειρήθηκε να πληγεί η αξιοπιστία του με τη θέση ότι το ποσό τού δανείου θα έπρεπε να είναι καταχωρισμένο στους εξελεγμένους λογαριασμούς των καθ' ων η αίτηση 1 για το έτος 2012 (ή και προγενέστερα), νοουμένου ή δοσμένου πως οι λογαριασμοί αυτοί ετοιμάζονταν και καταθέτονταν εγκαίρως και στον χρόνο που αφορούσαν και όχι, όπως έγινε εδώ, πολύ αργότερα, το 2019 (βλ. Τεκμήριο 25). Τούτο, υπέδειξε (ή άφησε να νοηθεί) ο κ. Ζαχαρίου, καταδεικνύει αναξιοπιστία του μάρτυρα. Όσον και αν η επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνηγόρου δεν ήταν άτοπη από μια πρώτη ανάγνωση, ο μάρτυς, κρίνω, έδωσε καθαρές εξηγήσεις για τη διαχείριση αυτή δίχως διαθλάσεις και χωρίς να προκύπτει κάτι που να αναδύει αναλήθεια. Το ότι ο μάρτυς δεν μπορούσε να τοποθετηθεί αμέσως (ή και καθόλου) περί των όποιων οφειλόμενων χρεών των καθ' ων η αίτηση 1 «. προς διάφορους .» (ως συγκεκριμένως υποβλήθηκε προς αυτόν σε αντεξεταστική ερώτηση), ή και για τα όποια χρέη βρίσκονταν καταχωρισμένα σε εξελεγμένους λογαριασμούς τους για πολύ παλαιότερα έτη από εκείνα που τρεχόντως συναποτελούν αντικείμενο μνείας, ποσώς επηρέασε την καλή εντύπωση που προξένησε ως μάρτυς. Απεναντίας, δεν μπορούσε να προβλέψει ότι όφειλε να τοποθετηθεί επί των πτυχών αυτών, ή ακόμη και να προσκόμιζε λογαριασμούς αφορώντες σε τέτοιο βάθος χρόνου, στη βάση των επίδικων θεμάτων. Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Κασάπη (ΜΥ1). Ο XXXXX Κασάπης (ΜΥ2), ήταν και αυτός ευθύς στις απαντήσεις του. Οι θέσεις του παρέμειναν ακλόνητες. Δοκιμάστηκε να πληγεί η μαρτυρία του (ως προς την αξιοπιστία της), με ερωτήσεις για την ανάμειξη της συζύγου του μάρτυρα ως μετόχου των καθ' ων η αίτηση 1 στην αποδοχή τής μεταβίβασης στο όνομα της. Το εγχείρημα παρέμεινε έωλο θεμελίωσης. Το λέγω τούτο - ως έπραξα και αλλού κατά την αξιολόγηση των μαρτύρων - χωρίς να συμπλέκω απαραδέκτως το οποιοδήποτε βάρος απόδειξης με ζητήματα μαρτυριακής αξιοπιστίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Λεριός ν Αλεξίου και Άλλου
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1195, 1205, Αθανασίου και Άλλου ν Κουνούνη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 614, 636-642), για να καταδείξω πως ο μάρτυς απεριφράστως είναι που παραδέχθηκε τη μετοχική συμμετοχή της συζύγου του στους καθ' ων η αίτηση 1 και στα όσα εμφανίζονται να περιστοίχισαν από οικονομικής θεώρησης την εμπλοκή της (αλλά και του μάρτυρα) στα καθέκαστα. Πέραν τούτων, ο μάρτυς ήταν εναργής σε ό,τι σχετιζόταν με τις δικές του πράξεις εν σχέσει (και) προς την σύζυγο του αλλά και με το ότι η συζυγική τους σχέση εξισωνόταν (στη δική του αντίληψη) και με το ενιαίο των όποιων οικονομικών συμφερόντων προέκυπταν μεταξύ τους στις κοινές επιχειρηματικές τους δραστηριότητες. Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Κασάπη (ΜΥ2). Ο XXXXX Αρτεμίου (ΜΥ3), ήταν κατατοπιστικός και επεξηγηματικός για τις εκτιμητικές μεθόδους που ακολούθησε και για τα ευρήματα στα οποία κατέληξε για υπολογισμό τής αγοραίας αξίας των ακινήτων (βλ. Τεκμήρια 34-37). Κατόρθωσε - σε αντίθεση με τους άλλους πραγματογνώμονες που κατέθεσαν στη δίκη - να παρουσιάσει στο Δικαστήριο, διά τεκμηριωμένης και αμερόληπτης γνώμης, τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια ώστε να δώσει στο Δικαστήριο δυνατότητα να κρίνει ευχερώς την ακρίβεια των συμπερασμάτων του μάρτυρα και να διαμορφώσει τουτέστιν τη δική του ανεξάρτητη άποψη με την εφαρμογή των κριτηρίων αυτών στα γεγονότα της υπόθεσης (βλ. κατ' αναλογίαν, AFK ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 44/18, ημ. 6.12.19). Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Αρτεμίου (ΜΥ3). Πριν από οτιδήποτε άλλο, επισημαίνω ότι αξιολογώντας τη μαρτυρία των XXXXX Κασάπη (ΜΥ1) και XXXXX Κασάπη (ΜΥ2) και μόλο που η παρούσα διαδικασία δεν είναι ποινική αλλά κατά βάσιν αστική, αυτοπροειδοποιήθηκα - έχοντας υπόψιν τον δικαστικό λόγο σε αποφάσεις Αμερικανικών Δικαστηρίων, όπως οι United States v Tirouda, 394 F3d 683, 687 (9th Cir 2005), United States v Urdiales, 523, F2d 1245, 1248 (5th Cir 1975), United States v Bolin, 35 F3d 306, 308 (7th Cir 1974), United States v Nolte, 440 F2d 1124, 1126-27 (5th Cir 1971) - για την ανάγκη επίδειξης ύψιστης προσοχής κατά την αξιολόγηση των μαρτύρων αυτών ένεκα της φερόμενης εμπλοκής τους ως συνεργών, εν τη ευρεία εννοία του όρου, στα όσα ο αιτητής καταλογίζει στους καθ' ων η αίτηση, για το ενδεχόμενο η μαρτυρία των μαρτύρων τούτων να είναι μιασμένη από ιδιοτελή κίνητρα. Δεν διακρίβωσα κάτι τέτοιο. Οι νομικές αρχές που διέπουν τη θεματολογία των δολίων μεταβιβάσεων, υπενθυμίστηκαν στην Ζίττη και Άλλων ν Φθαρτεμπορική Α/φοί Α. Κατσάρης Π. Λτδ, ΠΕ 92/14, ημ. 16.7.19, ως ακολούθως: «Στην υπόθεση The Pissouri Farm Ltd v. Α. Βουγιουκλάκης Λτδ, ECLI:CY:AD:2019:A198, Πολ. Έφ. 433/2012, ημερ. 27 Μαΐου 2019, υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Παπανδρέας Αθανάση ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:B470, Ποιν. Έφ. 45/2014, ημερ. 5 Οκτωβρίου 2016: ″Με δεδομένο ότι τα ευρήματα του πρωτόδικου δικαστηρίου βασίζονται κυρίως πάνω στην αξιολόγηση της προφορικής μαρτυρίας που παρουσιάζεται, μπορεί να αποτυπωθεί ως απόσταγμα της όλης σχετικής νομολογίας, ότι το ζήτημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας και συνακόλουθα της αξιοπιστίας των μαρτύρων, ανήκει στο πρωτόδικο δικαστήριο, το οποίο έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει, στα πλαίσια της ενώπιόν του ζωντανής διαδικασίας την όλη συμπεριφορά των μαρτύρων. Η εξουσία του Εφετείου για επέμβαση στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα του πρωτόδικου δικαστηρίου, θα πρέπει πάντοτε να ασκείται με μεγάλη προσοχή, ακριβώς ώστε να μην εξουδετερώνεται το μεγάλο πλεονέκτημα που έχει το πρωτόδικο δικαστήριο της άμεσης επαφής με τους μάρτυρες. Ως εκ τούτου, το Εφετείο επεμβαίνει μόνο αν η αξιολόγηση της μαρτυρίας ή τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του πρωτόδικου δικαστηρίου συγκρούονται με την κοινή λογική ή δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία ή από τα ίδια τα ευρήματά του. Σε σχέση με ζητήματα αντιφάσεων στη μαρτυρία, επέμβαση του Εφετείου χωρεί στην περίπτωση και μόνο όπου αυτές είναι τέτοιας μορφής που να δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση. Ως τέτοιες μπορούν να καθορισθούν οι αντιφάσεις οι οποίες, υπό το φως της φύσης της υπόθεσης και του ζητήματος που καλύπτουν, πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή φανερώνουν διάθεση καταφυγής στο ψεύδος.″ Tο δικαστήριο με βάση τις διατάξεις των άρθρων 3 και 4 του περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμου, Κεφ. 62, έχει εξουσία να ακυρώσει, μεταξύ άλλων, οποιαδήποτε μεταβίβαση ή διάθεση ακίνητης περιουσίας που θεωρείται ως «δόλια». Το άρθρο 3 προβλέπει ότι: ″1) Κάθε δωρεά, πώληση, ενέχυρο, υποθήκη ή άλλη µεταβίβαση ή διάθεση οποιασδήποτε κινητής ή ακίνητης περιουσίας που γίνεται από οποιοδήποτε πρόσωπο µε πρόθεση να παρεµποδίσει ή καθυστερήσει τους πιστωτές του ή οποιοδήποτε από αυτούς να ανακτήσουν από αυτόν, τα χρέη αυτού ή αυτών, θα θεωρείται ότι είναι δόλια, και θα είναι άκυρη εναντίον του εν λόγω πιστωτή ή πιστωτών και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε τέτοια δωρεά, πώληση, ενέχυρο, υποθήκη ή άλλη µεταβίβαση ή διάθεση, η περιουσία που φέρεται ότι µεταβιβάστηκε ή έτυχε µεταχείρισης κατά άλλο τρόπο δύναται να κατασχεθεί και να πωληθεί προς ικανοποίηση οποιουδήποτε χρέους από δικαστική απόφαση που οφείλεται από το πρόσωπο που προβαίνει στη δωρεά, πώληση, ενέχυρο, υποθήκη ή άλλη µεταβίβαση ή διάθεση.
(2)Σε οποιαδήποτε αίτηση, βάσει των διατάξεων του Νόµου αυτού για ακύρωση µεταβίβασης ή εκχώρησης οποιασδήποτε περιουσίας που έγινε σε οποιοδήποτε γονιό, σύζυγο, παιδί, αδελφό ή αδελφή του δικαιοπάροχου ή εκχωρητή, όχι µε χρηµατικό αντάλλαγµα ή µε αντάλλαγµα άλλη περιουσία ισοδύναµης αξίας ή µε καλή αντιπαροχή, το βάρος απόδειξης ότι αυτή η µεταβίβαση ή εκχώρηση έγινε καλή τη πίστει και δεν έγινε µε πρόθεση να παρεµποδίσει ή καθυστερήσει τους πιστωτές του θα έχει ο δικαιοπάροχος ή εκχωρητής και το πρόσωπο στο οποίο έγινε η εν λόγω µεταβίβαση ή εκχώρηση.
(3)Καµιά πώληση, υποθήκη, µεταβίβαση ή εκχώρηση που γίνεται µε αντάλλαγµα χρηµάτων ή άλλης περιουσίας ισοδύναµης αξίας δεν θα είναι ακυρώσιµη βάσει των διατάξεων του Νόµου αυτού, εκτός αν ο αγοραστής, ο ενυπόθηκος δανειστής, ο δικαιοδόχος ή εκδοχέας φανεί ότι έχει αποδεχτεί αυτή εν γνώσει του ότι η πώληση αυτή, υποθήκη, µεταβίβαση ή εκχώρηση έγινε από τον πωλητή, ενυπόθηκο οφειλέτη, δικαιοπάροχο ή εκχωρητή µε πρόθεση να καθυστερήσει ή καταδολιεύσει τους πιστωτές του″. Η διαδικασία ακύρωσης προβλέπεται στο άρθρο 4 του Κεφ. 62 ήτοι: ″Οιαδήποτε δωρεά, πώληση, ενέχυρο, υποθήκη ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση οποιασδήποτε κινητής ή ακίνητης περιουσίας που θεωρείται ως δόλια βάσει των διατάξεων του άρθρου 3 του Νόμου αυτού η οποία έγινε πριν από ή μετά την έναρξη αγωγής ή άλλης διαδικασίας στην οποία το δικαίωμα για ανάκτηση του χρέους έχει αποδειχτεί, δύναται να ακυρωθεί με διάταγμα του Δικαστηρίου που εξασφαλίζεται με αίτηση οποιουδήποτε εξ αποφάσεως πιστωτή που γίνεται στην εν λόγω αγωγή ή άλλη διαδικασία, και στο Δικαστήριο ενώπιον του οποίου η αγωγή ή άλλη διαδικασία έχει ακουστεί ή εκκρεμεί.″ Στη βάση του εδαφίου
(2)του άρθρου 3 του Κεφ. 62, όταν η μεταβίβαση γίνει σε παιδί, χωρίς χρηματικό αντάλλαγμα, δημιουργείται μαχητό τεκμήριο ότι η μεταβίβαση ήταν δόλια και το βάρος απόδειξης, ότι αυτή έγινε καλή τη πίστει, είναι στους ώμους του δικαιοπάροχου. Το εν λόγω μαχητό τεκμήριο μπορεί να ανατραπεί στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων με την προσκόμιση αξιόπιστης μαρτυρίας. Η πρόθεση που ο μεταβιβάζων είχε, κατά το χρόνο της μεταβίβασης, αποτελεί το ουσιώδες, ώστε να διαπιστωθεί αν η πράξη έγινε για να καθυστερήσει τους πιστωτές του. Αρχικώς θα εξετάσουμε τον προβληθέντα ισχυρισμό των εφεσειόντων, ότι η εφεσίβλητη δεν ήταν πιστωτής εντός της εννοίας του Κεφ. 62. Το ποιος μπορεί να θεωρηθεί πιστωτής είναι θέμα πραγματικό και το δικαστήριο θα πρέπει να το αποφασίσει με κριτήριο το χρόνο μεταβίβασης. Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι πρόκειται για πιστωτή, τον οποίο ο οφειλέτης, κατά το χρόνο της μεταβίβασης, είχε πρόθεση να παρεμποδίσει στην ανάκτηση του οφειλόμενου προς αυτόν χρέους. Από παλαιότερα η νομολογία καθόρισε το ζητούμενο. Σύμφωνα με την υπόθεση Lymperopoulou v. Christodoulou and others
(1957)Vol. 22 CLR 184, δόλια μεταβίβαση μπορεί να ακυρωθεί μόνο εάν ο πιστωτής που υποβάλλει την αίτηση ακύρωσης, συγκαταλέγεται μεταξύ αυτών που ο οφειλέτης κατά το χρόνο της μεταβίβασης, είχε πρόθεση να παρεμποδίσει ή να καθυστερήσει στην ανάκτηση του οφειλόμενου προς αυτόν χρέους του. . Το ίδιο το άρθρο 4 του Κεφ. 62, προκαθορίζει ότι, «... θεωρείται δόλια. που .. έγινε πριν από ή μετά την έναρξη αγωγής ». Θα πρέπει κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για ακύρωση να υπάρχει απόφαση υπέρ του αιτητή. Στην Πολ. Εφ. 214/2012, ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ Λτδ (σε εκκαθάριση) ν. Lakis Georgiou Constructions, 28 Σεπτεμβρίου 2018, σημειώθηκε ότι: "Η δωρεά, όπως είναι εν προκειμένω η περίπτωση, προς όφελος τρίτου του περιουσιακού στοιχείου της εφεσείουσας εταιρείας τεκμαίρεται να αποτελεί πράξη καταδολίευσης των εφεσιβλήτων και αυτό ανεξάρτητα από το χρονικό σημείο που έγινε η μεταβίβαση δηλαδή πριν ή μετά την καταχώρηση αγωγής, ή, στα δεδομένα της παρούσας διαφοράς, της έκδοσης της διαιτητικής απόφασης και της μεταγενέστερης εγγραφής της στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου." .................................................... Στη βάση της νομοθετικής πρόνοιας (άρθρο 4 του Κεφ. 62) και της νομολογίας, όπως έχουμε αναφέρει, το βάρος απόδειξης ότι η μεταβίβαση δεν ήταν δόλια, αλλά έγινε καλόπιστα, μετατίθεται στους ώμους του δικαιοπαρόχου. Συνεπώς, το βάρος απόδειξης ότι η μεταβίβαση δεν έγινε δόλια βρισκόταν, εν προκειμένω, στους ώμους των εφεσειόντων, οι οποίοι έπρεπε να αποδείξουν ότι κατά το χρόνο της μεταβίβασης δεν ήταν στη σκέψη της εφεσείουσας 1, ότι η εφεσίβλητη ήταν πιστωτής και ότι η μεταβίβαση δεν έγινε με σκοπό να αποξενώσουν περιουσία για να μην μπορέσει η εφεσίβλητη να εισπράξει το οφειλόμενο ποσό. Το πρωτόδικο δικαστήριο αποδέχθηκε τη μαρτυρία που προσέφερε η εφεσίβλητη και απέρριψε τη μαρτυρία της εφεσείουσας 1, χαρακτηρίζοντας την ως αναξιόπιστη. Η κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου ήταν, επί του προκειμένου, στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ορθή. Η εφεσείουσα 1 γνώριζε ότι με τη μεταβίβαση θα εμπόδιζε την εφεσίβλητη να εισπράξει το λαβείν της. Το πρωτόδικο δικαστήριο, παρέθεσε με πληρότητα τους λόγους που το οδήγησαν στο συμπέρασμα της επίγνωσης που είχε η εφεσείουσα 1, όταν προέβαινε στις σχετικές μεταβιβάσεις. Η μεγάλης διάρκειας εμπλοκή της με την επιχειρηματική δραστηριότητα «παζάρι», η δήθεν αφέλεια στο τι υπόγραφε, ή ότι δεν αντιλαμβανόταν ότι ως εγγυήτρια ενδεχομένως να καλείτο να πληρώσει, ούτε η δήθεν εμπιστοσύνη στα παιδιά της, έπεισαν ότι δεν αντιλαμβανόταν το περιεχόμενο της επιδοθείσας αγωγής, για το γραμμάτιο, ούτε το διοριστήριο δικηγόρου ή την εκ συμφώνου εκδοθείσα απόφαση. Το κρίσιμο ερώτημα που αναφύεται είναι αν ο δικαιούχος γραμματίου, όταν η ημερομηνία πληρωμής δεν έχει φθάσει, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως πιστωτής του εγγυητή; Η απάντηση είναι θετική, εξαρτώμενη βεβαίως από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, έστω και αν το δικαίωμα του «πιστωτή» δεν είναι ακόμη εκτελεστό, αφού δεν μπορούσε να κινήσει αγωγή για να το ανακτήσει. Εν προκειμένω, τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως περιγράφονται πιο πάνω και δη η τεκμηριωμένη αδυναμία ανταπόκρισης των πρωτοφειλετών στις υποχρεώσεις τους, σε συνάρτηση με τις ηθελημένες ενέργειες της εφεσείουσας και τη γνώση, οδηγούν στην επιβεβαίωση της ορθότητας του πρωτόδικου συμπεράσματος ως προς το χαρακτηρισμό της εφεσίβλητης ως πιστωτή. Περαιτέρω, το ουσιώδες στοιχείο για να χαρακτηριστεί ως «δόλια» μια μεταβίβαση, είναι η πρόθεση του μεταβιβάζοντος κατά τον ουσιώδη χρόνο. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Vassiliades v. Vassiliades and another
(1941)XVII (Part 1) CLR 10: "The Law of Cyprus as stated in sections 2 and 3 of the Fraudulent Transfers Avoidance Laws, 1886 and 1927 makes the intent of the transferor the crucial test for deciding whether the transfer or disposal is to be deemed to be "fraudulent". The fraud contemplated is note what has been called 'moral' fraud; But consist in the intention of the transferor to 'hinder' or 'delay' (that is something less than 'revent') his creditors. Whether or not that intention exists, must be decided as an inference of fact considering all the circumstances of the case". Στην υπόθεση Τζίεπρα ν. Σάββα
(2013)1 Α.Α.Δ. 2410 αποφασίστηκε ότι: "Το Κεφ. 62, και ειδικά το Άρθρο 4, παρέχει εξουσία στο δικαστήριο να ακυρώσει, μεταξύ άλλων, οποιαδήποτε μεταβίβαση ή διάθεση ακίνητης περιουσίας που θεωρείται ως «δόλια» βάσει των διατάξεων του Άρθρου 3 του Νόμου. Το Άρθρο 3
(1)του Κεφ. 62 προνοεί, μεταξύ άλλων, ότι κάθε μεταβίβαση ή διάθεση ακίνητης περιουσίας, που γίνεται από οποιοδήποτε πρόσωπο, με πρόθεση να παρεμποδίσει ή να καθυστερήσει τους πιστωτές του ή οποιοδήποτε απ' αυτούς να ανακτήσουν απ' αυτόν τα χρέη τους, θα θεωρείται ότι είναι δόλια και θα είναι άκυρη εναντίον του εν λόγω πιστωτή ή πιστωτών. Στην παλιά, αλλά καθοδηγητική απόφαση, Lymperopoulou v. Christodoulou a.ο.
(1957)Vol. 22 C.L.R., 184 αποφασίστηκε ότι μια δόλια μεταβίβαση είναι άκυρη εναντίον πιστωτή ή πιστωτών τους οποίους, ο μεταβιβάζων και ο δεχόμενος τη μεταβίβαση είχαν πρόθεση να παρεμποδίσουν ή να καθυστερήσουν να ανακτήσουν τα χρέη τους. Δόλια μεταβίβαση δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 3
(1)του περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμου, Κεφ. 62 μπορεί ν' ακυρωθεί μόνον εάν ο πιστωτής, που υποβάλλει την αίτηση ακύρωσης, συγκαταλέγεται μεταξύ αυτών που ο μεταβιβάζων (χρεώστης), κατά το χρόνο της μεταβίβασης, είχε πρόθεση να παρεμποδίσει ή να καθυστερήσει, στην ανάκτηση του οφειλόμενου, προς αυτόν, χρέους″. ....................................................». Προχωρώ στα (πρόσθετα) τελικά μου ευρήματα. Ο καθ' ου η αίτηση 2 XXXXX Κασάπης (ΜΥ2), είναι πατέρας του XXXXX Κασάπη (ΜΥ1), ο οποίος είναι ο διευθυντής των καθ' ων η αίτηση
  1. Στην αγωγή (XXXXX/11), η οποία καταχωρίστηκε την 10.11.11 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας από τον XXXXX Κασάπη (ΜΕ2) ως ενάγοντα κατά των εδώ καθ' ων η αίτηση 1 ως εναγομένων 3 και XXXXX Κασάπη (ΜΥ2) και XXXXX Κασάπη (ΜΥ1) ως εναγομένων 1 και 2 αντιστοίχως, αλλά και της XXXXX Κασάπη, συζύγου του XXXXX Κασάπη (ΜΥ2) ως εναγομένης 4 (βλ. Τεκμήριο 1Α) είχε καταχωρισθεί ταυτοχρόνως με την αγωγή και μονομερής αίτηση από τον ίδιον αιτητή διά της οποίας επιδιωκόταν η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος που να απαγορεύει την αποξένωση της κινητής και ακίνητης περιουσίας των εναγομένων μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Στην ένορκη δήλωση που συνόδευε τη μονομερή αίτηση, ο XXXXX Κασάπης (ΜΕ2) ισχυρίστηκε (λόγου χάριν στην παράγραφο 19 αυτής), πως οι εναγόμενοι σε συμπαιγνία μεταξύ τους προσπάθησαν να τον καταδολιεύσουν διά της μεταβίβασης μετοχών των καθ' ων η αίτηση 1 και έτσι να τον αποξενώσουν μετοχικώς από την εν λόγω εταιρεία. Ισχυρίστηκε περιπλέον ότι οι καθ' ων η αίτηση 1 ανήκαν ουσιαστικώς στους XXXXX Κασάπη (ΜΕ2) και XXXXX Κασάπη (ΜΥ2) και πως αμφότεροι οι τελευταίοι επένδυαν μερίσματα στους καθ' ων η αίτηση
  2. Οι εναγόμενοι καταχώρισαν ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης την 5.12.11 (βλ. Τεκμήριο 19), διά της οποίας απέρριπταν τους ισχυρισμούς του XXXXX Κασάπη (ΜΕ2) πως οι καθ' ων η αίτηση 1 ανήκαν σε αυτόν και στον XXXXX Κασάπη (ΜΥ2). Εξήγησαν, ότι είχε δοθεί το δάνειο από τους XXXXX Κασάπη (ΜΥ2) και XXXXX Κασάπη (ΜΕ2) για να βοηθηθεί ο XXXXX Κασάπης (ΜΥ1), ως μοναδικός μέτοχος και διευθυντής των καθ' ων η αίτηση 1, στη νέα του επιχειρηματική δραστηριότητα. Στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 5.12.11, που συνόδευσε την ένσταση, ο XXXXX Κασάπης (ΜΥ1) είπε σαφώς (και αληθώς) ότι είχε εγγράψει τους καθ' ων η αίτηση 1 στο όνομα του για να δραστηριοποιηθεί στον τομέα των ακινήτων ως μέτοχος και διευθυντής τους, πως σε καμιά περίπτωση κατείχε μετοχές εκ μέρους του XXXXX Κασάπη (ΜΕ2) ή του XXXXX Κασάπη (ΜΥ2) και ότι γύρεψε οικονομική βοήθεια από τον XXXXX Κασάπη (ΜΕ2) και τον XXXXX Κασάπη (ΜΥ2) για την οικονομική δραστηριότητα του, με αυτούς να συμφωνούν και να δίδουν το δάνειο στους καθ' ων η αίτηση 1 και τον XXXXX Κασάπη (ΜΥ1) να τονίζει περαιτέρω πως το δάνειο δεν δόθηκε χαριστικώς και ότι εξακολουθούσε να οφείλεται. Δήλωσε ο ομνύων XXXXX Κασάπης (ΜΕ2) στην παράγραφο 19 της ένορκης δήλωσης του, πως δεν απαίτησε επιστροφή του δανείου με την αγωγή. Έπειτα από ακροαματική διαδικασία, η αίτηση του XXXXX Κασάπη (ΜΕ2) απορρίφθηκε την 17.5.
  3. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι δεν ικανοποιούνταν οι προϋποθέσεις για έκδοση προσωρινού διατάγματος (βλ. Τεκμήριο 20). Την 19.10.15, ο XXXXX Κασάπης (ΜΕ2) καταχώρισε την αίτηση τροποποίησης (βλ. Τεκμήριο 21). Λίγους μήνες αργότερα, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων στην αγωγή, όπως εκδοθεί η εκ συμφώνου απόφαση υπέρ του XXXXX Κασάπη (ΜΕ2) και εις βάρος των καθ' ων η αίτηση 1, για το ποσό των €1.134,690, που αντιστοιχούσε (περίπου) στο δάνειο, πλέον τόκους προς 4% από 1.1.15, μέχρι εξοφλήσεως και με αναστολή πληρωμής μέχρι την 30.9.
  4. Κατ' ακολουθίαν, η αγωγή απορρίφθηκε εναντίον των XXXXX Κασάπη (ΜΥ1), XXXXX Κασάπη (ΜΥ2) και XXXXX Κασάπη (βλ. Τεκμήριο 2). Υποσημειώνεται, πως όπου ο XXXXX Κασάπης (ΜΥ1) έτυχε να αναφέρει ότι το δάνειο δόθηκε προς τον ίδιον από τους XXXXX Κασάπη (ΜΥ2) και XXXXX Κασάπη (ΜΕ2), εννοούσε στην πραγματικότητα - και αυτή ήταν - πως δανειολήπτες ήσαν οι καθ' ων η αίτηση
  5. Οι περί ων ο λόγος αναφορές του XXXXX Κασάπη (ΜΥ1), σχετίζονταν με το ότι τούτος ήταν ο μέτοχος και ο διευθυντής των καθ' ων η αίτηση
  6. Οι καθ' ων η αίτηση 1, ήσαν οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες των ακινήτων και δη εκείνων: (α) με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, Τεμάχιο XXXXX, Τμήμα Ο, Φ/Σχ. 55.30, το όλο μερίδιο, κατάστημα με αριθμό 6 στο ισόγειο, αυλή με αριθμό 19 στο ισόγειο, στον Ψεματισμένο της Επαρχίας Λάρνακας, (β) με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, Τεμάχιο XXXXX, Τμήμα Ο, Φ/Σχ. 55/19, το όλο μερίδιο, χωράφι με έξι χαρουπιές και μια ελιά, στην Καλαβασό, στην Επαρχία Λάρνακας, (γ) με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, Τεμάχιο XXXXX, Τμήμα Ο, Φ/Σχ. 55/37, 18/23 μερίδιο, χωράφι, στο Ζύγι, στην Επαρχία Λάρνακας και (δ) με αριθμό εγγραφής 2/XXXXX, Τεμάχιο XXXXX, Τμήμα 2, Φ/Σχ. 21/64W1, το όλο μερίδιο, Οικόπεδο, στον Δήμο Αγλαντζιάς, στη Λευκωσία (βλ. Τεκμήριο 3). Η αγοραία αξία των ακινήτων εμφαίνεται αναλυτικώς στις εκθέσεις εκτίμησης του XXXXX Αρτεμίου (ΜΥ3), ως τα Τεκμήρια 34-
  7. Στην ιδιοκτησία των καθ' ων η αίτηση 1, εξακολουθούν να παραμένουν δύο ακίνητα τα οποία δεν έχουν εισέτι μεταβιβαστεί, ήτοι εκείνα με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, Τεμάχιο XXXXX, Φ/Σχ.0/2-260-371, Τμήμα 03, μερίδιο το όλο, στην Ορόκλινη της Επαρχίας Λάρνακας και με αριθμό εγγραφής 7/XXXXX, Τεμάχιο XXXXX, Φ/Σχ. 30/46 Ε1, Τμήμα 07, μερίδιο το όλο (επί του δρόμου Χαλεπιανών), στο Τσέρι της Επαρχίας Λευκωσίας. Ο XXXXX Κασάπης (ΜΥ1), όταν περί τον Οκτώβριο 2015 είχε αναδειχθεί το θέμα της απαίτησης του XXXXX Κασάπη (ΜΕ2) για το ποσό του δανείου (€1.188,690), είχε προτείνει εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση 1 προς τον XXXXX Κασάπη (ΜΕ2) να μεταβιβαστούν στο όνομα του τελευταίου ακίνητα των καθ' ων η αίτηση 1 έναντι του ποσού του δανείου. Ο XXXXX Κασάπης (ΜΕ2), αρνήθηκε την πρόταση, θέλοντας να διεκδικήσει το 50% των μετοχών των καθ' ων η αίτηση
  8. Η μεταβίβαση (των ακινήτων), έγινε δυνάμει νόμιμης και πραγματικής πώλησης την 17.4.15, ένα περίπου έτος πριν από την έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης (ημερομηνίας 9.3.16) και πριν από την υποβολή της αίτησης τροποποίησης (ημερομηνίας 19.10.15) αναφορικώς προς την Έκθεση Απαίτησης (βλ. Τεκμήρια 1, 3, 22-24). Η μεταβίβαση έγινε έναντι του χρέους των καθ' ων η αίτηση 1 προς τον XXXXX Κασάπη (ΜΥ2). Ο XXXXX Κασάπης (ΜΥ2), είχε πολλές κοινές επιχειρήσεις μαζί με τον XXXXX Κασάπη (ΜΕ2). Σε κάποια στιγμή οι δρόμοι τους χώρισαν και οι επιχειρήσεις έπρεπε, κατά τον XXXXX Κασάπη (ΜΥ2), να τύχουν διαχωρισμού. Ο XXXXX Κασάπης (ΜΥ2), προσπάθησε να διαμοιράσει την περιουσία του εν ζωή, διατηρώντας συν τω χρόνω περιουσία στο όνομα του την οποία θα μπορούσε να αξιοποιεί. Έκρινε ότι εντός αυτών των συνισταμένων, θα έπρεπε να του επιστραφεί το δάνειο (που χορήγησε προς τους καθ' ων η αίτηση 1), ή τουλάχιστον, μέρος αυτού. Τούτο είναι που ζήτησε από τους καθ' ων η αίτηση
  9. Έτσι είναι που οδηγήθηκε ο XXXXX Κασάπης (ΜΥ2) στο να αποδεχθεί την προσφορά για μεταβίβαση των ακινήτων των καθ' ων η αίτηση 1 προς τον ίδιον, με στόχο και προοπτική την εξόφληση μέρους της οφειλής (και με την ίδια προσφορά να γίνεται και προς τον XXXXX Κασάπη (ΜΕ2)). Το ποσό που οφειλόταν προς τον XXXXX Κασάπη (ΜΥ2), είναι καταχωρισμένο και στους λογαριασμούς των καθ' ων η αίτηση 1 και δηλωμένο ως χρησιμοποιηθέν για την αγορά και ανάπτυξη ακινήτων. Το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης των ακινήτων προς τον XXXXX Κασάπη (ΜΥ2), αφαιρέθηκε από το χρέος των καθ' ων η αίτηση 1 (βλ. Τεκμήρια 25 και 26). Συμφώνως όλων αυτών, κατά τη μεταβίβαση, ο XXXXX Κασάπης (ΜΕ2) δεν ήταν (με τις προβλέψεις του Περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμου, Κεφ.62), πιστωτής των καθ' ων η αίτηση 1 και δεν ήταν προσέτι δυνατόν (με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία), να βρίσκεται στη σκέψη τους κατά τους χρόνους της μεταβίβασης. Ο Περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμος, Κεφ.62, δεν παρέχει θεραπεία σε μεταγενέστερους πιστωτές. Η εκ συμφώνου απόφαση εκδόθηκε μετά τη μεταβίβαση και χωρίς να ζητείται η επιστροφή τού δανείου ως θεραπεία από τον XXXXX Κασάπη (βλ. κατ' αναλογίαν, Pambos Zenios Trading Ltd και Άλλων ν Μιχάλης Χατζηπαύλου & Υιός Λτδ και Άλλου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2322, 2327-2329). Τούτου δοθέντος - και στην ανυπαρξία άλλων ενδείξεων περί του αντιθέτου - δεν φύεται ότι η μεταβίβαση θα μπορούσε, σε οποιοδήποτε μέτρο, να ταξινομηθεί ως δόλια εκ πλευράς καθ' ων η αίτηση (βλ. κατ' αναλογίαν, Τσιάρτας και Άλλου ν Alocay Holdings Ltd και Άλλου
(2010)1(Γ) ΑΑΔ 1523, 1538-1539, Χριστοφόρου και Άλλου ν Barclays Bank Plc
(2009)1(A) ΑΑΔ 25, 30-31). Παρενθέτεται, πως τα όποια δικαστικά ευρήματα περί δόλου και άλλων τέτοιων προθέσεων, πρέπει να απορρέουν αντικειμενικώς και ευλόγως από στέρεα και ουσιαστική αξιόπιστη μαρτυρία, που εδώ δεν υπάρχει (βλ. κατ' αναλογίαν, Chr Petrides Tradelinks Ltd v Πετρίδου, ΠΕ 201/12, ημ. 7.2.18). Αντιθέτως, η μεταβίβαση, κατά τις λεπτομέρειες των προλεχθέντων, έγινε καλοπίστως και άνευ πρόθεσης πρόκλησης εμποδίων ή προσκομμάτων στον XXXXX Κασάπη (ΜΕ2) στη διεκδίκηση των όποιων δικαιωμάτων τούτος νόμιζε πως είχε έναντι των καθ' ων η αίτηση. Η μεταβίβαση πραγματοποιήθηκε για πληρωμή υφιστάμενου οφειλόμενου χρέους των καθ' ων η αίτηση 1 προς τον XXXXX Κασάπη (ΜΥ2). Κατά συνέπειαν - και ελλείψει άλλης αξιόπιστης μαρτυρίας για το ανάστροφο - ουδείς δόλος ή άλλα παρόμοια ή όμοια ελατήρια και συνθήκες υπήρξαν από πλευράς καθ' ων η αίτηση για ό,τι εδώ απασχολεί ως αίτημα και τούτο αναφύεται από τα καταδειχθέντα και αποδειχθέντα (από τους καθ' ων η αίτηση) διά μαρτυρίας αλλά και από την αποδόμηση των όσων καταγνώστηκαν σε βάρος τους από τον αιτητή. Η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή, ως τούτα θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.