ΣΤΑΥΡΙΝΑΚΗ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 5534/14, 26/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A602 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5534/14 Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημ. 23.12.16 ΜΕΤΑΞΥ: XXXXX ΣΤΑΥΡΙΝΑΚΗ Ενάγοντα -και- ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγόμενου --------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 26 Νοεμβρίου, 2020. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: Η κ. Σ. Χούρη, για Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία ΔΕΠΕ (ΔΘ57). Για τον Εναγόμενο: Οι κ.κ. Θ. Μαυρομουστάκη, Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας και Κ. Παπαδοπούλου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγων «. δυνάμει του άρθρου 172 του Συντάγματος και/ή της σχετικής νομοθεσίας και/ή λόγω παράβασης Σύμβασης», απαιτεί από τον εναγόμενο - ο οποίος ενάγεται υπό την ιδιότητα του ως εκπροσώπου της Κυπριακής Δημοκρατίας με βάση το άρθρο 57 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 - ειδικές, γενικές, τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις εξαιτίας «. παράβασης σύμβασης και/ή αντισυνταγματικής και/ή παράνομης και/ή αυθαίρετης και/ή άδικης και/ή αντινομικής και/ή χωρίς εξουσία και/ή καθ' υπέρβαση εξουσίας ενέργειας και/ή πράξης του Προέδρου της Δημοκρατίας.», η οποία σύγκειται (ως είναι αδρομερώς και η εκδοχή του ενάγοντα), στο ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κατά ή περί την 9.4.13 «. με την πράξη του Αρ. 679/2013 ενεργώντας αντισυνταγματικά και/ή παράνομα και/ή αυθαίρετα και/ή άδικα και/ή αντινομικά και/ή χωρίς να έχει εξουσία προς τούτο και/ή καθ' υπέρβαση εξουσίας και/ή κατά παράβαση των όρων της Σύμβασης, τερμάτισε τον διορισμό του Ενάγοντα και/ή έπαυσε τον Ενάγοντα από την θέση του Υποδιοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και/ή ανακάλεσε τον διορισμό του. Η πράξη Αρ. 679/2013 του Προέδρου της Δημοκρατίας δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας την 19/04/2013». Περαιτέρω (και επαλλήλως), ο ενάγων προτάσσει ότι η επίδικη πράξη του Προέδρου της Δημοκρατίας δεν είναι εκτελεστή διοικητική πράξη εντός της εννοίας του Άρθρου 146 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας («το Σύνταγμα»), αλλά πράξη κυβερνήσεως και πως ο εναγόμενος «. εμποδίζεται και/ή δεν δικαιούται να προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η πράξη . αποτελεί διοικητική πράξη εντός της εννοίας του άρθρου 146 του Συντάγματος, λόγω προηγούμενων δηλώσεων και/ή τοποθετήσεων και/ή θέσεων που προέβαλε στα πλαίσια των προσφυγών που προηγήθηκαν της παρούσας αγωγής μεταξύ των διαδίκων, σχετικά με την εν λόγω απόφαση αρ. 679/2013 του Προέδρου της Δημοκρατίας». Ο εναγόμενος παραδέχεται την ανάκληση του διορισμού τού ενάγοντα από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, μα αμφισβητεί τους ισχυρισμούς (και όλες τις παραφυάδες αυτών) περί αντισυνταγματικών και παράνομων ενεργειών, ισχυριζόμενος ότι η πράξη του Προέδρου της Δημοκρατίας να ανακαλέσει τον διορισμό ήταν καθόλα νόμιμη, ορθή και συμμορφούμενη προς το Σύνταγμα. Επιπροσθέτως, ο εναγόμενος υποβάλλει (ως προδικαστική ένσταση), πως η ανάκληση του διορισμού συνιστά διοικητική πράξη βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος «. και κατά συνέπεια το μόνο Δικαστήριο το οποίο θα μπορούσε να επιληφθεί της νομιμότητας της θα ήταν το Ανώτατο Δικαστήριο εν τη ενασκήσει της διοικητικής του δικαιοδοσίας» («η προδικαστική ένσταση»). Πέραν τούτου, ο εναγόμενος διατείνεται ότι «. περί την 4/2/13 ο απερχόμενος τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας αντικανονικά και ενάντια στο Σύνταγμα και τον νόμο καθώς και την δέουσα δεοντολογία σε συνεργασία και/ή με την συνέργεια του τότε Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας με τον οποίο ο Ενάγων διατηρούσε στενή φιλική σχέση διόρισε τον Ενάγοντα στην από το 1963 κενή θέση του Υποδιοικητή της Κεντρικής Τράπεζας με ανάλογη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα την οποίαν και ο Ενάγων απεδέχθη αφού προηγουμένως υπέβαλε οικειοθελώς την παραίτησή του από το υπαλληλικό προσωπικό της ΚΤΚ αφού εισέπραξε όλα τα επί τη αποχωρήσει του καταβλητέα ωφελήματά του». Στη βάση αυτή, ο εναγόμενος ανταξιώνει δηλωτική απόφαση «. ότι ο διορισμός του Ενάγοντα στην θέση του Υποδιοικητή της Κεντρικής Τράπεζας υπήρξε αντικανονική και ενάντια στο Σύνταγμα από τον Νόμο» και για το ότι «. η ανάκληση της πράξης με την οποία ο Ενάγων είχε διορισθεί στην θέση του Υποδιοικητή της Κεντρικής Τράπεζας είχε διενεργηθεί στα πλαίσια του Συντάγματος και του Νόμου», καθώς και επιδίκαση ποσού €13.504,13, το οποίο «. ο Ενάγων εισέπραξε αντικανονικά και/ή παράνομα και/ή λόγω λάθους ως εκ την παρ. 6.δ. ανωτέρω αναφέρεται εντόκως από Φεβρουάριο του 2012 μέχρις εξοφλήσεως», ή το ίδιο ποσό «. εντόκως ως ανωτέρω σαν προϊόν αδικαιολόγητου πλουτισμού». Στην υπόθεση, εκτός των παραδοχών στη δικογραφία, εγκρίθηκαν ως παραδεκτά, σειρά γεγονότων για συνιστώσες των επίδικων θεμάτων. Ενέταξα και ανέλυσα τα παραδεκτά αυτά γεγονότα στο μαρτυρικό υλικό, θεωρώντας τα ως δεδομένα και ως περιέχοντα παραδεκτή κατά το δίκαιον μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογίαν, John v Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 201/13, ημ. 17.6.16, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν Δημοκρατίας (Αρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 640, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, 501). Ως εκ της σημασίας τους για ό,τι εδώ μέλει, συνοψίζω αμέσως κάποια από τα παραδεκτά γεγονότα για να καταστεί έτσι πιο κατανοητή η επιχειρηματολογία των δικηγόρων και η εκτύλιξη του δικαστικού σκεπτικού. Ο ενάγων μετά από μακρά υπηρεσία στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου («η Κεντρική Τράπεζα») - από την 1.3.78 μέχρι την 3.2.18 (βλ. Τεκμήριο 6) - διορίστηκε την 4.2.13 από τον τέως Πρόεδρο της Δημοκρατίας στη θέση του Υποδιοικητή της Κεντρικής Τράπεζας. Αυτό έγινε με την πράξη 660/13 [βλ. Τεκμήριο 8] («ο διορισμός»). Την ίδια μέρα, υπεγράφη και σχετική σύμβαση η οποία περιείχε τους όρους υπηρεσίας του ενάγοντα στη θέση εκείνη (βλ. Τεκμήριο 9). Η πράξη 660/13 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας την 15.2.13 και είχε ισχύ από 4.2.13, για περίοδο πέντε
(5)ετών (βλ. Τεκμήριο 10). Την 5.2.13 ο ενάγων υπέβαλε διά επιστολής την παραίτηση του από τη θέση του Ανώτερου Διευθυντή στην Κεντρική Τράπεζα (βλ. Τεκμήριο 11). Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας την 9.4.13, με την πράξη 679/13 - η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας την 19.4.13 (βλ. Τεκμήριο 13) - ανακάλεσε τον διορισμό («η ανάκληση»). Συνεπόμενο της ανάκλησης ήταν και ο τερματισμός του διορισμού επειδή δεν υφίσταντο - ως αιτιολογικώς απεγράφη από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας συναφώς προς το ζήτημα την 9.4.13 (βλ. Τεκμήριο 12) - οι έκτακτες συνθήκες ή οι ανάγκες ή και τα δεδομένα που θα δικαιολογούσαν καταφυγή στο Δικαίο της Ανάγκης για παράκαμψη του Άρθρου 118.1 του Συντάγματος στο οποίο διαλαμβάνεται πως τη θέση του Υποδιοικητή της Κεντρικής Τράπεζας οφείλει να κατέχει μέλος της Τουρκοκυπριακής Κοινότητας (αν τη θέση του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας την κατέχει μέλος της Ελληνοκυπριακής Κοινότητας). Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας πληροφόρησε τον ενάγοντα για την ανάκληση (και τον τερματισμό) του διορισμού με επιστολή ημερομηνίας 9.4.
- Ο ενάγων απέστειλε προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας επιστολή ημερομηνίας 25.4.13, σε απάντηση της επιστολής του τελευταίου ημερομηνίας 9.4.13, με την οποία αμφισβήτησε την εγκυρότητα και νομιμότητα της ανάκλησης (βλ. Τεκμήριο 14). Ο ενάγων την 26.4.13 προσέβαλε την πράξη 679/13 διά της Προσφυγής 998/13 στη βάση του Άρθρου 139 του Συντάγματος (βλ. Τεκμήριο 1). Την ίδια μέρα, καταχωρίστηκε και η Προσφυγή 999/13 από την Κεντρική Τράπεζα δυνάμει του Άρθρου 139 του Συντάγματος (βλ. Τεκμήριο 3). Ο ενάγων καταχώρισε την 21.6.13 την Προσφυγή 5663/13 βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, ως το Τεκμήριο 2 («η Προσφυγή 5663/13»). Την 10.7.13 - κατά την εκδίκαση των Προσφυγών 998/13 (βλ. Τεκμήριο 1) και 999/13 (βλ. Τεκμήριο 3) - ο τότε δικηγόρος του ενάγοντα ζήτησε άδεια για να αποσύρει την Προσφυγή 5663/13, λέγοντας αυτά προς την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου («η Ολομέλεια»): «. μπορώ να ζητήσω αυτή τη στιγμή την άδεια του Δικαστηρίου να αποσύρω τη μετέπειτα Προσφυγή του
- Είναι ο αριθμός 5663/13 και ζητώ άδεια να την αποσύρω. Εμάς πάντοτε η θέση μας ήταν, και των συναδέλφων και εμένα, ότι είναι υπόθεση του 139 η πράξη του Προέδρου, δεν είναι διοικητική πράξη, είναι πράξη άσκησης εξουσίας του Προέδρου που ορίζει το Σύνταγμα και δεν λαμβάνεται με βάση το
- Μας παρέσυρε ο Αργυρός και ζητώ άδεια να την αποσύρω» (βλ. Παράρτημα Ξ/Έγγραφο Παραδεκτών Γεγονότων Α/6.6.17). Η Ολομέλεια αποδέχθηκε το αίτημα και απέρριψε την Προσφυγή 5663/13 (η οποία δεν είχε ακόμη επιδοθεί). Η Προσφυγή 998/13 (βλ. Τεκμήριο 1) απορρίφθηκε την 29.11.13 κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, με την Ολομέλεια να παραθέτει (διά του Χατζηχαμπή, Π.) και τα εξής (βλ. Σταυρινάκης ν Προέδρου της Δημοκρατίας
(2013)3 ΑΑΔ 731, 732-737): «Ο Αιτητής διορίσθη από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ως Υποδιοικητής της Κεντρικής Τράπεζας την 4.2.2013. Την 9.4.2013 ο νέος Πρόεδρος της Δημοκρατίας απεφάσισε την ανάκληση και τον τερματισμό του διορισμού, αναφέροντας στην πράξη ανάκλησης τα ακόλουθα: «Επειδή με βάση το Άρθρο 118
(1)του Συντάγματος όταν τη θέση του Διοικητή της Κεντρικής Τραπέζης της Κύπρου κατέχει μέλος της Ελληνοκυπριακής Κοινότητας της Κύπρου τη θέση του Υποδιοικητή της Κεντρικής Τραπέζης της Κύπρου οφείλει να την κατέχει μέλος της Τουρκοκυπριακής Κοινότητας της Κύπρου, και Επειδή την 4ην Φεβρουαρίου, 2013 τη θέση του Διοικητή της Κεντρικής Τραπέζης της Κύπρου κατείχε ο κ. Πανίκος Δημητριάδης ο οποίος είναι μέλος της Ελληνοκυπριακής Κοινότητας της Κύπρου, και Επειδή από το 1963 η θέση του Υποδιοικητή είναι κενή λόγω αποχώρησης του Τουρκοκύπριου που εδιορίσθη δυνάμει του Συντάγματος, και Επειδή την 4ης Φεβρουαρίου, 2013 διορίστηκε με απόφαση του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Δημήτρη Χριστόφια στη θέση του Υποδιοικητή της Κεντρικής Τραπέζης της Κύπρου ο κ. Σπύρος Σταυρινάκης ο οποίος επίσης είναι μέλος της Ελληνοκυπριακής Κοινότητας, και Επειδή κατά την 4ην Φεβρουαρίου, 2013 δεν υφίσταντο οι έκτακτες συνθήκες ή οι ανάγκες ή/και τα δεδομένα εκείνα που θα δικαιολογούσαν επίκληση του Δικαίου της Ανάγκης αναφορικά με το διορισμό του κ. Σπύρου Σταυρινάκη στη θέση του Υποδιοικητή της Κεντρικής Τραπέζης της Κύπρου. Η απόφαση διορισμού του κ. Σπύρου Σταυρινάκη αντιβαίνει προς τις διατάξεις του Άρθρου 118
(1)του Συντάγματος και ως εκ τούτου είναι άκυρη εν τη γενέσει της και ο δυνάμει αυτής διορισμός άκυρος εξ υπαρχής και ως αποτέλεσμα τούτου η απόφαση ανακαλείται και ο διορισμός τερματίζεται με άμεση ισχύ.» Ο Αιτητής κατεχώρησε τότε την ενώπιόν μας Αίτηση δυνάμει του Άρθρου 139 του Συντάγματος ζητώντας δήλωση ότι η εν λόγω απόφαση του Πρόεδρου της Δημοκρατίας ελήφθη άνευ εξουσίας ή αρμοδιότητας και σε σύγκρουση με συγκεκριμένες συνταγματικές πρόνοιες και την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, σε συνδυασμό και με τους περί της Κεντρικής Τράπεζας Νόμους και την Ευρωπαϊκή νομοθεσία. Στην Ένσταση του Προέδρου της Δημοκρατίας ηγέρθησαν προδικαστικές ενστάσεις των οποίων και κρίναμε ορθό να επιληφθούμε προδικαστικώς, εξετάζοντας κατά πρώτον την προδικαστική ένσταση ότι ο Αιτητής δεν είναι «όργανο» ή «αρχή» της Δημοκρατίας εν τη εννοία του Άρθρου 139.1, το οποίο προνοεί: «
- Το Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον κέκτηται αρμοδιότητα να αποφασίζη οριστικώς και αμετακλήτως επί πάσης προσφυγής αφορώσης σύγκρουσιν ή αμφισβήτησιν εξουσίας ή αρμοδιότητος εγειρομένης μεταξύ της Βουλής των Αντιπροσώπων και των Κοινοτικών Συνελεύσεων ή εκατέρας αυτών, ως και μεταξύ οιωνδήποτε οργάνων ή αρχών της Δημοκρατίας. Η παρούσα όμως διάταξις δεν έχει εφαρμογήν επί των μεταξύ των δικαστηρίων ή δικαστικών αρχών της Δημοκρατίας συγκρούσεων ή αμφισβητήσεων, αίτινες επιλύονται υπό του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ο όρος 'δικαστήρια ή δικαστικαί αρχαί της Δημοκρατίας' εν τη παρούση παραγράφω δεν περιλαμβάνει το Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον.» ..................................................... Με αυτό το νομολογιακό υπόβαθρο υπ' όψη, είναι που ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εισηγείται ότι ο Υποδιοικητής της Κεντρικής Τράπεζας δεν μπορεί να θεωρείται, για σκοπούς του Άρθρου 139, όργανο ή αρχή της Δημοκρατίας. Δεν είναι, κατά την εισήγηση, ο Υποδιοικητής της Κεντρικής Τράπεζας πρωτογενής φορέας κρατικής εξουσίας ούτε ανεξάρτητη αρχή, εν τη εννοία της αυτοτελούς αρχής. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας παραπέμπει συναφώς στη φύση της Κεντρικής Τράπεζας (διαδόχου της Εκδοτικής Τράπεζας της Δημοκρατίας με αναφορά στο Άρθρο 121) ως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, συνιστώντας θεσμοθετημένη αρχή ασκούσα κρατική πολιτειακή εξουσία, για να καταδείξει ότι ο Υποδιοικητής εντάσσεται στο πλαίσιο εκείνο και μάλιστα ως απλός βοηθός του Διοικητή ο οποίος, δυνάμει του Άρθρου 118.2, προϊσταται αυτής, του Υποδιοικητή επομένου αυτού (Άρθρο 118.2) και αναπληρούντος τον Διοικητή (Άρθρο 120.2). Από μόνος του λοιπόν ο Υποδιοικητής, καταλήγει ο κ. Βελάρης, δεν είναι θεσμοθετημένη αρχή, ούτε ασκεί κρατική πολιτειακή εξουσία ούτε είναι πρόσωπο δημοσίου δικαίου, ως φορέας εξουσίας με αποφασιστική αρμοδιότητα. Υποδεικνύεται μάλιστα ότι, δυνάμει του Άρθρου 120, ο Υποδιοικητής δεν έχει καν χωριστές εξουσίες παρά μόνο εκείνες που του ανατίθενται από το Διοικητή, ως βοηθός και με τις υποδείξεις του οποίου και ενεργεί. Είναι, λοιπόν, ο Υποδιοικητής μόνο μέρος οργάνου ή αρχής στα πλαίσια του Άρθρου
- Οι εισηγήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου για τον Υποδιοικητή δομούνται στην ιδιότητά του ως ανεξάρτητου αξιωματούχου και δη στα πλαίσια του δικοινοτικού χαρακτήρα της Δημοκρατίας, με αναφορά στο Άρθρο 118.1 που ορίζει ότι ο Διοικητής και ο Υποδιοικητής «δεν θα ανήκωσιν εις την αυτήν κοινότητα». Επιχειρείται ακόμα, στα πλαίσια αυτά, να καταδειχθεί αναλογία μεταξύ του Διοικητή και Υποδιοικητή αφ' ενός και των άλλων «ζευγών» των ανεξάρτητων αξιωματούχων (Γενικού Εισαγγελέα και Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, και Γενικού Ελεγκτή και Βοηθού Γενικού Ελεγκτή). Υποβάλλεται περαιτέρω από τον κ. Λαδά ότι ο Υποδιοικητής ασκεί πρωτογενείς εξουσίες δυνάμει του Άρθρου 120.1 αλλά και του Άρθρου 120.2 και ότι πληροί τις προϋποθέσεις της νομολογίας καθ' όσον είναι δημιούργημα του ιδίου του Συντάγματος, έχει τα χαρακτηριστικά ξεχωριστού οργανικού θεσμού διακυβέρνησης και λειτουργεί εκ μέρους της Δημοκρατίας. Έχει πλήρες έρεισμα η προδικαστική ένσταση. Η ιδιότητα του Υποδιοικητή ως ανεξάρτητου αξιωματούχου δεν του προσθέτει αφ' εαυτής την ιδιότητα του «οργάνου» ή «αρχής» εν τη εννοία του Άρθρου
- Ούτε το γεγονός ότι το Άρθρο 118.1 περιλαμβάνεται στα θεμελιώδη άρθρα του Συντάγματος κατά το Παράρτημα ΙΙΙ αυτού προσθέτει έρεισμα στη θέση ότι ο Υποδιοικητής είναι όργανο ή αρχή. Στην περίπτωση της Κεντρικής Τράπεζας, αυτή είναι η θεσμοποιημένη αρχή που, ως πρόσωπο δημοσίου δικαίου, και δη δυνάμει του Συντάγματος, ασκεί τη σχετική πολιτειακή εξουσία. Αυτής είναι οι αποφάσεις που δεσμεύουν την πολιτεία και υπόκεινται σε ανάλογο έλεγχο. Τόσο ο Διοικητής, όσο και ακόμα περισσότερο ο Υποδιοικητής, εντάσσονται στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της Κεντρικής Τράπεζας, αρκεί δε να γίνει αναφορά στο Άρθρο 119.1 το οποίο προνοεί: «119.
- Ο διοικητής της Εκδοτικής Τραπέζης της Δημοκρατίας βοηθούμενος υπό του υποδιοικητού, εφαρμόζει τους νομισματικούς νόμους της Δημοκρατίας, είναι επιφορτισμένος με την διοίκησιν της Εκδοτικής Τραπέζης της Δημοκρατίας, ασκεί πάσαν ετέραν εξουσίαν και εκτελεί πάσαν ετέραν υπηρεσίαν ή καθήκον εμπίπτον εις την αρμοδιότητα της Εκδοτικής Τραπέζης της Δημοκρατίας.» Ο Υποδιοικητής μάλιστα, όπως έχει επισημανθεί από τον κ. Βελάρη, δεν έχει καν δικές του πρωταρχικές και καθοριζόμενες από το Σύνταγμα αρμοδιότητες παρά μόνο αυτές που του ανατίθενται από το Διοικητή του οποίου είναι βοηθός. Ισχύουν λοιπόν και στην προκειμένη περίπτωση τα λεχθέντα στη Muderrisoglou, ώστε ο Υποδιοικητής να μην είναι «όργανο» ή «αρχή» της Δημοκρατίας αλλά «a part of such an organ». Και βεβαίως, ως η νομολογία καταδεικνύει, συγκεκριμένο άτομο ως μέρος οργάνου δεν μπορεί να προσφύγει δυνάμει του Άρθρου
- Με την αποδοχή της προδικαστικής ένστασης αυτής, δεν υπάρχει έδαφος για εξέταση οποιασδήποτε άλλης προδικαστικής ένστασης ή θέματος ουσίας και απορρίπτουμε την Αίτηση ως απαράδεκτη». Την 6.12.13, ο ενάγων καταχώρισε αίτηση επαναφοράς της Προσφυγής 5663/
- Η αίτηση απορρίφθηκε από την Ολομέλεια την 24.2.14 (έπειτα από ακρόαση). Η Ολομέλεια τόνισε στην ομόφωνη απόφαση της (βλ. Σταυρινάκης ν Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπ. Αρ. 5663/13, ημ. 24.2.14), πως: « ...................................................... Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει το παραμικρό στοιχείο πάνω στο οποίο θα μπορούσε ο Αιτητής να στηριχθεί, αφού το ιστορικό της αίτησης του αντιστρατεύεται πλήρως τη θέση του. Ούτε θέμα λάθους αλλά ούτε θέμα πίεσης μπορεί να τίθεται. Ο Αιτητής, επιλέγοντας να αποταθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο με δύο Αιτήσεις, μία δυνάμει του 139 και μία δυνάμει του 146, προώθησε μόνο εκείνη του 139, χωρίς καν να επιδώσει εκείνη του
- Όταν δε απεσύρθη και απερρίφθη εκείνη του 146 τον Ιούλιο, για πέντε μήνες δεν αντέδρασε καθόλου, όπως αντιδρά τώρα, πάρα μόνο όταν τελικά απερρίφθη εκείνη του
- Ευλόγως μπορεί να θεωρηθεί ότι ήταν η οριστική αποτυχία της 998/2013, την οποία είχε επιλέξει να προωθήσει, που τον εκίνησε να επιδιώξει να επανέλθει στην 5663/2013 και όχι οποιαδήποτε συνειδητοποίηση έλλειψης πρόθεσης εγκατάλειψης της 5663/
- Τέτοια συνειδητοποίηση θα αναμένετο να είχε εκδηλωθεί αμέσως μετά την απόσυρση και απόρριψη της 5663/2013 και όχι πέντε ολόκληρους μήνες μετά και μάλιστα αμέσως μετά την απόρριψη της 998/
- Ουδόλως μπορεί να υποστηριχθεί, υπό αυτές τις συνθήκες, γνήσια και πειστική έλλειψη πρόθεσης εγκατάλειψης. Τούτο ενισχύεται από την ίδια τη δήλωση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του Αιτητή, που, όπως εξ άλλου είναι δεκτό, έγινε στην παρουσία και με συγκατάθεση του. Δεν ήταν δε μόνο η αμεσότητα και ευθύτητα με την οποία δηλώθη η απόσυρση, αλλά και η δοθείσα συγχρόνως εξήγηση ότι «Εμάς πάντοτε η θέση μας ήταν, και του συναδέλφου και εμένα, ότι είναι υπόθεση του 139 η πράξη του Προέδρου, είναι πράξη άσκησης εξουσίας του Προέδρου που ορίζει το Σύνταγμα και δεν λαμβάνεται με βάση το 146». Υπήρχε δηλαδή πλήρης συνειδητοποίηση και έκφραση της πεποίθησης ότι το θέμα αφορούσε το 139 και όχι το
- Δεν μπορεί τώρα να ακούεται ο Αιτητής να λέγει ότι απέσυρε την 146 χωρίς να το επιθυμεί ή ότι επιέσθη τεθείς προ διλήμματος. Αν έτυχε λανθασμένης νομικής εκτίμησης το όλο θέμα, τούτο δεν αποτελεί λόγο επαναφοράς της προσφυγής και καταστρατήγησης της συνταγματικής προθεσμίας. Ο Αιτητής «είναι ο αρμοδιώτερος de juris e de jure κριτής του ιδίου συμφέροντος». Δεν θα ήταν δε άστοχο να παραπέμψουμε στην απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας στην υπόθεση Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2000)3 ΑΑΔ 384, στην οποία απερρίφθη αίτημα για επαναφορά προσφυγής προς το σκοπό διαχωρισμού δικογράφου ώστε δεύτερη θεραπεία η οποία κατά την εκδίκαση της υπόθεσης εκρίθη ως μη συναφής προς την πρώτη να αποτελούσε αντικείμενο νέας προσφυγής. Ο Αιτητής είχε κάνει τις επιλογές του και δεν μπορούσε πλέον να επανήρχετο σε άλλη πορεία όταν η επιλεγείσα πορεία ήταν ανεπιτυχής. Και η άλλη πτυχή των θέσεων του Αιτητή, ότι η Πλήρης Ολομέλεια δεν είχε αρμοδιότητα να επιληφθεί της 5663/2013, είναι όμως ανεδαφική. Ότι η Πλήρης Ολομέλεια έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί Αίτησης δυνάμει του ΄Αρθρου 146 οποτεδήποτε επιλέξει είναι δεδομένο από την ίδια την αναφερθείσα απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας Σωματείο Μεταφ. ΣΕΚ κ.α. ν. Δημοκρατίας ανωτέρω. Η απόφαση βεβαιώνει τη θεμελιακή συνταγματική θέση ότι η δικαιοδοσία ανήκει στην Ολομέλεια έστω και αν μπορεί να ασκείται, ως ορίζει ο Νόμος 33/1964, και από ένα Δικαστή αναλόγως απόφασης της Πλήρους Ολομέλειας, εξ ου και η αίτηση επαναφοράς μπορούσε να αναληφθεί από την Πλήρη Ολομέλεια και όχι από το Δικαστή ο οποίος είχε χειριστεί και απορρίψει την προσφυγή (η αντίθετη άποψη περιέχεται μόνο στην απόφαση του Νικήτα, Δ, ο οποίος διεφώνησε). Η Rousos v. Republic, ανωτέρω, ουδόλως αντιστρατεύεται τούτο αφού εκεί η Πλήρης Ολομέλεια εκλήθη να εξετάσει το θέμα στα πλαίσια της δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας της, δηλαδή ως θέμα έφεσης κατά της απόφασης με την οποία απερρίφθη η προσφυγή από ένα Δικαστή (που δεν μπορούσε να γίνει αφού εκρίθη ότι το ορθό δικονομικό μέτρο δεν ήταν η έφεση αλλά η αίτηση επαναφοράς) και όχι στα πλαίσια της δικής της πρωτογενούς δικαιοδοσίας για επαναφορά της προσφυγής. Η Ολομέλεια, η οποία περιλαμβάνει και το Δικαστή ενώπιον του οποίου είχε τεθεί υπόθεση, μπορεί ωσαύτως οποτεδήποτε να αναλάβει την υπόθεση είτε για να τη χειρισθεί περαιτέρω είτε για να την απορρίψει. Ιδιαιτέρως στην περίπτωση, όπως η προκειμένη, που ο Δικαστής δεν έχει χειρισθεί καθόλου την υπόθεση, αφού μάλιστα αυτή δεν έχει καν επιδοθεί και η πρώτη ημερομηνία ορισμού της δεν έχει ακόμα επέλθει. Και που ο μόνος λόγος που η Ολομέλεια αναλαμβάνει την υπόθεση είναι όχι για να την εκδικάσει αλλά για να την απορρίψει ως αποσυρόμενη ενώπιον της με δήλωση του συνηγόρου ο οποίος ζητά άδεια από την ίδια την Ολομέλεια για να την αποσύρει και μάλιστα αιτιολογώντας το αίτημά του. Η εισήγηση ότι η Ολομέλεια δεν είχε αρμοδιότητα να απορρίψει την υπόθεση υπό αυτές τις συνθήκες είναι προδήλως λανθασμένη. .....................................................». Την 4.3.14, η Κεντρική Τράπεζα υπέβαλε προς το Ανώτατο Δικαστήριο αίτηση «. για άδεια απόσυρσης.» της Προσφυγής 999/13/Τεκμήριο 3 (βλ. Παράρτημα Μ/Έγγραφο Παραδεκτών Γεγονότων Α/6.6.17). Η Ολομέλεια απέρριψε την προσφυγή στις 19.3.14 (βλ. Παράρτημα Ν/Έγγραφο Παραδεκτών Γεγονότων Α/6.6.17). Για στοιχειοθέτηση της αξίωσης, ο ενάγων παρουσίασε, πέραν της δικής του ένορκης μαρτυρίας ως (ΜΕ2) - με αυτόν να επεξηγεί εκφάνσεις της αξίωσης του (ιδίως επί της ενότητας των επιδιωκόμενων αποζημιώσεων) - τη μαρτυρία των XXXXX Καραπατάκη (ΜΕ1), Βοηθού Γραμματειακού Λειτουργού στο Διοικητικό Δικαστήριο, η οποία κατέθεσε τους δικαστηριακούς φακέλους των Προσφυγών 998/13 (ως Τεκμήριο 1), 5663/13 (ως Τεκμήριο 2) και 999/13 (ως Τεκμήριο 3) και του Εγκεκριμένου Αναλογιστή XXXXX Γιαννά (ΜΕ3), ο οποίος κατέθεσε και επεξήγησε Αναλογιστική Έκθεση που ετοίμασε σε σχέση και προς τη «. δίκαιη αξία των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που προκύπτουν από τους . όρους υπηρεσίας [του ενάγοντα].» (βλ. Τεκμήριο 33), ενώ ο εναγόμενος, για επίρρωση της υπεράσπισης του, κάλεσε τον Αναλογιστή XXXXX Θεοδοσίου (ΜΥ1), ο οποίος μέσω και της γραπτής δήλωσης/Έγγραφο Β, τοποθετήθηκε (κυρίως) επί των θέσεων του XXXXX Γιαννά (ΜΕ3). Οι αναφορές των μαρτύρων (και τα τεκμήρια), αξιολογήθηκαν πλήρως, έστω και αν δεν αποτυπώνονται εδώ ρητώς, μη χρειαζούμενης τής καταγραφής και επανάληψης του περιεχομένου τους, εκτός μιας πολύ σύντομης περίληψης για πρακτικούς ιδίως σκοπούς (βλ. κατ' αναλογίαν, G&K Exclusive Fashions Ltd v Παπαδόπουλου και Άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Al Watani και Άλλων v Παπαδόπουλου
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1924, 1936-1937, Paphos Stone C Estates v Ζαβρού και Άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Οι περικοπές μεταφέρθηκαν ανεπάφως στο ανά χείρας κείμενο από τα πρακτικά, τις γραπτές αγορεύσεις, τη δικογραφία, τη νομολογία και τη νομοθεσία. Στις επιμελείς τους αγορεύσεις, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι πρότειναν πως η μαρτυρία και οι εφαρμοζόμενες νομικές αρχές πρέπει να οδηγήσουν σε αποδοχή των αντίστοιχων θέσεων τους. Διεξήλθα τη γραπτή και προφορική μαρτυρία στην πλήρη της μορφή και το ίδιο έπραξα με τη δικογραφία και τις αγορεύσεις των δικηγόρων. Μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης - θέτουσα εκ των πραγμάτων το Δικαστήριο σε πλεονεκτική θέση να βλέπει και να αξιολογεί τους μάρτυρες, με όλα τα ευεργετήματα που αυτό ενέχει (βλ. κατ' αναλογίαν, Μελή ν Κωνσταντίνου και Άλλων, ΠΕ 2/13, ημ. 13.3.19) - παρακολούθησα και άκουσα με την ίδια προσοχή και υπομονή τους μάρτυρες που κατέθεσαν. Έθεσα ως δείκτη το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και κύρος της γνώσης των μαρτύρων, το όποιο προσωπικό τους συμφέρον ή προκατάληψη στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν για να αντιληφθούν τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή για να πιστεύουν αυτά περί των οποίων μιλούσαν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, τις όποιες υπερβολές, ανακολουθίες ή αντιφάσεις (σε αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις), τις τυχόν προηγούμενες γραπτές ή προφορικές ασυνεπείς ή αντιφατικές τους δηλώσεις, τη φιλαλήθεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους, τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ κατέθεταν και άλλα. Ήμουν προσεκτικός στο να μην αποδώσω υπέρμετρο βάρος στα εξωτερικά γνωρίσματα της μαρτυριακής τους διαγωγής μια και τούτο εμπεριέχει επικινδυνότητα (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806), αφού δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαζόντως ικανοί στο να φανερώνουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικώς τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και γιατί μερικές συμπεριφορές στο εδώλιο μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών και όχι πάντοτε από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Εφόδιο αξιολόγησης αποτέλεσε και η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση για την ανθρώπινη προσωπικότητα, γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη πάντοτε), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ' αναλογίαν, Καραολή ν Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου και Άλλων, ΠΕ 418/11, ημ. 15.2.18, C&A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Αποτιμώντας τη μαρτυρία, δεν περιορίστηκα στην ατομική εκτίμηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, αλλά τη συσχέτισα και αντιπαράβαλα με το σύνολο της υπόλοιπης (βλ. κατ' αναλογίαν, Γερολέμου ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και Άλλου, Ποιν. Έφ. 486/12, ημ. 10.9.19, Ρ ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 253/17, ημ. 28.2.19, Ιορδάνους ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 152/14, ημ. 19.4.18, Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175, Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489, 500). Προσθέτως, τελούσα σε διαρκή εγρήγορση μήπως συμπλέξω απαραδέκτως την αξιοπιστία των μαρτύρων με το εφαρμοζόμενο βάρος και επίπεδο απόδειξης (βλ. κατ' αναλογίαν, Λεριός ν Αλεξίου και Άλλου
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1195, 1205, Αθανασίου και Άλλου ν Κουνούνη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 614, 636-642). Για τους (παραδεκτώς) πραγματογνώμονες μάρτυρες XXXXX Γιαννά (ΜΕ3) και XXXXX Θεοδοσίου (ΜΥ1), υπογραμμίζω ότι δεν θεώρησα τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο τόσον σημαντική όσον των άλλων μαρτύρων και τούτο από σαφείς υποδείξεις της νομολογίας επί του θέματος (βλ. κατ' αναλογίαν, Genzyme Corporation v Kayat Trading Limited, ΠΕ 199/14, ημ. 25.5.18, Αθηνής ν Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41, 62-65). Αυτό δεν σημαίνει πως αξιολόγησα τους πραγματογνώμονες εκτός των καθιερωμένων αρχών ή ότι τους είδα αλλιώς από τους υπόλοιπους μάρτυρες, αφού τούτο θα ήταν κατ' αρχήν κατακριτέο (βλ. κατ' αναλογίαν, ΠΕ ν KRU, Έφεση 23/18, ημ. 3.12.19, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν Κονναρή
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2298, 2309-2310, Ψάλτης ν Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 113, 119). Ως θα αναπτύξω, οι XXXXX Καραπατάκη (ΜΕ1), XXXXX Σταυρινάκης (ΜΕ2) και XXXXX Γιαννάς (ΜΕ3), μου προξένησαν θετική εντύπωση (σε διαφορετική κλίμακα ο καθένας), ενώ ο XXXXX Θεοδοσίου (ΜΥ1), μου εμποίησε αρνητική εντύπωση. Εννοείται, πως το γεγονός πως κάποιοι μάρτυρες έγιναν δεκτοί ως αξιόπιστοι, δεν εξυπακούει αδηρίτως ότι τα όσα είπαν υπέχουν και ανάλογης αποδεικτικής βαρύτητας, μια και το ζήτημα της γενικότερης μαρτυριακής αξιοπιστίας δεν εναρμονίζεται κατ' ανάγκην με την αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Κίμωνος ως Εκκαθαριστή της Blue Seal Shoes Ltd v Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ, ΠΕ 66/13, ημ. 4.11.19, Ευσταθίου ν Μιχαήλ και Άλλης, ΠΕ 269/12, ημ. 23.7.19, Θεοχαρίδης ν Ιωάννου και Άλλων
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1311, 1319-1322). Αναπτύσσω την αξιολογική μου θεώρηση για όλους τους μάρτυρες. Η XXXXX Καραπατάκη (ΜΕ1) - πέραν του ότι δεν αντεξετάστηκε - κατέθεσε αποστασιοποιημένη από τα συμφέροντα των διαδίκων. Δέχομαι τη μαρτυρία της XXXXX Καραπατάκη (ΜΕ1). Ο XXXXX Σταυρινάκης (ΜΕ2), ήταν γενικώς σταθερός στη μαρτυρία του χωρίς να περιπέσει σε ουσιώδεις αλληλοαναιρέσεις. Μολαταύτα, πολλά ζητήματα περί των οποίων μίλησε άπτονταν νομικών ζητημάτων αλλά και προσωπικών αξιολογικών του απόψεων με τρόπο συζητητικό και γενικόλογο. Ενίοτε, η μαρτυρία του - αθέλητα - αντιμαχόταν και των παραδεκτών γεγονότων. Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Σταυρινάκη (ΜΕ2), υπό τους περιορισμούς που κατέγραψα. Ο XXXXX Γιαννάς (ΜΕ3), κατέθεσε υποδειγματικώς, εισφέροντας γνώση και γνώμη επαρκή για να επικουρήσει το Δικαστήριο αντικειμενικώς και δικαίως για όλους τους διαδίκους - ως είχε καθήκον να κάνει (βλ. Tristram Hodgkinson, Mark James, Expert Evidence: Law and Practice, Sweet and Maxwell, 5η έκδ., 2020, παρ. 6-003 μέχρι 6-006) - με την παροχή των αναγκαίων επιστημονικών κριτηρίων ούτως ώστε εφαρμόζοντας τα κριτήρια αυτά στα γεγονότα της υπόθεσης, το Δικαστήριο να διαμορφώσει επί τούτων τη δική του ανεξάρτητη κρίση (βλ. κατ' αναλογίαν, Κωνσταντάς ν Διέτης και Άλλου, ΠΕ 289/13, ημ. 6.11.20). Ο μάρτυς δεν κλονίστηκε στην αντεξέταση, κατορθώνοντας να παράσχει πολύ λεπτομερείς και ξεκάθαρες απαντήσεις επί όλων των εγερθέντων ζητημάτων που αφορούσαν στην ειδικότητα του. Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Γιαννά (ΜΕ3). Ο XXXXX Θεοδοσίου (ΜΥ1) - μολονότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να υποβοηθήσει γνησίως ως πραγματογνώμονας (και πράγματι συμφώνησε με αρκετές από τις θέσεις του XXXXX Γιαννά [ΜΕ3]) - δεν κατάφερε να δώσει πειστικές και αρκούντως αιτιολογημένες εξηγήσεις για τις θέσεις που προώθησε και οι οποίες, σε μεγάλο βαθμό, στόχευσαν στο να αποδομήσουν πτυχές της μαρτυρίας του XXXXX Γιαννά (ΜΕ3). Μία από τις κυριότερες διαφορές του μάρτυρα με όσα εξέφρασε ο XXXXX Γιαννάς (ΜΕ3), εστιάζεται (ως εντόπισαν και οι δικηγόροι του ενάγοντα), στην παραδοχή για τη διαφορά του προεξοφλητικού επιτοκίου από την αύξηση των συντάξεων η οποία (ως ανέφερε ο μάρτυς στη γραπτή δήλωση/Έγγραφο Β) «. τοποθετείται στο 1,5%, δηλαδή ίση με τον πληθωρισμό .». Ο μάρτυς θεώρησε πως οι αυξήσεις των συντάξεων υπολογίζονται στο 50% του πληθωρισμού (σε αντίθεση με τον XXXXX Γιαννά (ΜΕ3) που έλαβε ως παραδοχή για τις αυξήσεις των συντάξεων το ποσοστό 1.5%). Ο XXXXX Θεοδοσίου (ΜΥ1), παραδέχθηκε στην αντεξέταση ότι σε καμιά από τις αναλογιστικές μελέτες που αυτός εκπόνησε στην Κύπρο δεν είχε χρησιμοποιήσει ποσοστό 0.75% για τις αυξήσεις των συντάξεων (ως υιοθέτησε στην επίδικη περίπτωση). Απεναντίας, υπήρξαν και περιπτώσεις όπου για σκοπούς χρηματοδότησης ο μάρτυς είχε συνεκτιμήσει ως παραδοχή, προεξοφλητικό επιτόκιο 3% και για τις αυξήσεις συντάξεων 1.25%, με τη διαφορά των δύο αυτών παραδοχών να ανέρχεται στο 1.75% (κάτι που επίσης φαίνεται να παραδέχθηκε ο μάρτυς κατά την αντεξέταση). Παρομοίως, σε αναλογιστική μελέτη για την Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου (για σκοπούς λογιστικής απεικόνισης), ο μάρτυς δέχθηκε ως παραδοχή προεξοφλητικό επιτόκιο 1.79% και αύξηση συντάξεων 1% (με τη διαφορά των δύο παραδοχών να αθροίζεται στο 0.79%), κάτι που επίσης φαίνεται να παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση. Περιπλέον - και με όλο τον απαιτούμενο σεβασμό προς την αδιαμφισβήτητη πραγματογνωμική του ικανότητα - ο μάρτυς υπήρξε γενικόλογος και αόριστος για τα περί του υπολογισμού της αξίας των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του ενάγοντα (τα οποία και υπολόγισε ο XXXXX Γιαννάς (ΜΕ3) στην αναλογιστική έκθεση/Τεκμήριο 33). Ο μάρτυς, σε αντίθεση με τον XXXXX Γιαννά (ΜΕ3), δεν προέβη σε υπολογισμούς, τοσούτω μάλλον σαφείς και περιεκτικούς, για να καταστεί τοιουτοτρόπως εφικτή η όποια συγκριτική αντιπαραβολή. Ο μάρτυς, δεν πέτυχε να βοηθήσει το Δικαστήριο, κατά τις προσταγές της προαναφερθείσας νομολογίας - στην οποία θα προσέθετα και την Αγγελή ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 155/17, ημ. 27.11.19 - ώστε τούτο να μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του και να εξαγάγει (ή και να συναγάγει) τα δικά του αντικειμενικά συμπεράσματα. Απορρίπτω τη μαρτυρία του XXXXX Θεοδοσίου (ΜΥ1). Κατά δικαιϊκή λογική και τάξη, προέχει η εξέταση της προδικαστικής ένστασης ότι ο ενάγων «. εμποδίζεται (estopped) και ή δεν νομιμοποιείται στην προώθηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής λόγω αναρμοδιότητος και ή έλλειψης δικαιοδοσίας εκ μέρους του Δικαστηρίου». Συνυφασμένη με την προδικαστική ένσταση - και αυτό πέραν της εναντίωσης του ενάγοντα επί της ουσίας της - είναι και η θέση του πως ο εναγόμενος κωλύεται ένεκα της συμπεριφοράς του Προέδρου της Δημοκρατίας διά της οποίας τούτος φαίνεται να αποδέχθηκε τη λειτουργία του ενάγοντα ως Υποδιοικητή της Κεντρικής Τράπεζας. Διαφωνώ. Καμιά πράξη ή ενέργεια του Προέδρου της Δημοκρατίας - ή του εναγόμενου - δεν θα μπορούσε αντικειμενικώς και λελογισμένως να οδηγήσει σε αποδοχή των περί ων ο λόγος θέσεων βάσει της δοθείσας (αξιόπιστης) μαρτυρίας. Το ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας φέρεται να χρησιμοποίησε τις υπηρεσίες του ενάγοντα ως Υποδιοικητή της Κεντρικής Τράπεζας, ή το ότι απευθυνόταν προς τον ενάγοντα με την ιδιότητα του Υποδιοικητή της Κεντρικής Τράπεζας, ή ακόμη και το ότι τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης αναφέρονταν στον ενάγοντα ως τον Υποδιοικητή της Κεντρικής Τράπεζας (βλ. ενδεικτικώς, Τεκμήρια 18-30), αλλά και το ότι ο ενάγων εκπροσώπησε την Κύπρο υπό την ιδιότητα του Υποδιοικητή της Κεντρικής Τράπεζας στο εξωτερικό, δεν συνέθεταν ως εκ της φύσης των ενεργειών αυτών, συγκατάνευση ή εγκατάλειψη των όποιων δικαιωμάτων του Προέδρου της Δημοκρατίας, ως εκτελεστικής αρχής, να ανακαλέσει τον διορισμό, μηδέ και - συνακολούθως - εμποδίζει τον εναγόμενο από το να επιμένει στην προδικαστική ένσταση (βλ. κατ' αναλογίαν, Πουρίκκος ν Σάββα και Άλλων
(1991)1 ΑΑΔ 507, 518-519). Η εισήγηση του ενάγοντα περί κωλύματος του εναγόμενου απορρίπτεται. Περνώ στην ουσία της προδικαστικής ένστασης. Ό,τι προσμετρά για προσδιορισμό της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και του αγώγιμου δικαιώματος επί του οποίου ερείδεται η απαίτηση, είναι (προπαντός) τα γεγονότα που καθορίζουν τα επίδικα θέματα στην Έκθεση Απαίτησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Φιλίππου ν Κυπριακής Δημοκρατίας, ΠΕ 280/13, ημ. 16.11.20, Gurkina v Gurkin, Έφεση Αρ. 14/17, ημ. 3.7.18, Κυθραιώτης και Άλλων ν Ward
(2001)1(B) AAΔ.1480, 1488). Όπου χρειαστεί - για ό,τι θα απασχολήσει περί των δικαιοδοτικών αυτών - ενυπάρχει πάντα η δυνατότητα του Δικαστηρίου για καταφυγή στα παραδεκτά γεγονότα και στην αξιόπιστη μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογίαν, Total Pack (Cyprus) Ltd v Siva Plus Detergents Ltd, ΠΕ 318/12, ημ. 13.1.20, Ζαχαριάδη ν Universal Life Insurance Co Ltd και Άλλου, ΠΕ 144/13, ημ. 16.4.19). Η επίδικη περίπτωση - και τούτο προηγείται ως κρίση καθότι καθάπτεται του πυρήνα τού αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντα (βλ. κατ' αναλογίαν, Takis P. Markides Ltd v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1(Γ) 1424, 1431) - αφορά στην προβληματική τού αν το επίδικο θέμα εντάσσεται στην ιδιωτική ή στη δημόσια δικαιοδοτική σφαίρα (ως εκ της υπογραφής της σύμβασης Τεκμήριο 9, που εμπερίκλειε και τους όρους υπηρεσίας του ενάγοντα στην επίδικη θέση). Στην Γεωργίου ν Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου
(1995)3 ΑΑΔ 424, 434-436, αποφασίστηκαν και αυτά για τη διάκριση μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου δικαίου: «...................................................... Το κύριο κριτήριο για τη διάκριση μεταξύ πράξεων δημοσίου δικαίου και πράξεων ιδιωτικού δικαίου είναι η φύση της ίδιας της πράξης και ο επιδιωκόμενος με την πράξη αυτή σκοπός. Πράξη ή απόφαση μπορεί να εκδοθεί από διοικητικό όργανο κατά την άσκηση της εκτελεστικής ή διοικητικής λειτουργίας του και εν τούτοις να εκφεύγει του ελέγχου του Δικαστηρίου κάτω από το Άρθρο 146 του Συντάγματος, για τον αποκλειστικό λόγο ότι ο κύριος σκοπός που επιδιώκεται με την πράξη ή την απόφαση αυτή δεν είναι δημοσίου συμφέροντος, αλλά ο καθορισμός των αστικών δικαιωμάτων των πολιτών (βλ. Ερωτοκρίτου ν. Γενικού Εισαγγελέα Υπόθεση αρ. 439/90, ημερ. 3.9.1992. Βλ. επίσης Τhe Greek Registrar of the Co - Operative Societies v. Nicos Nicolaides
(1965)3 C.L.R. 164, Poyadjis v. The Republic
(1975)3 C.L.R. 378, και Charalambides v. The Republic
(1982)3 C.L.R. 403). Εξάλλου στα Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929 - 959 και στις σελ. 232 και 233, αναφέρεται ότι οι πράξεις οι οποίες δεν αποτελούν προϊόντα άσκησης της δημόσιας εξουσίας, αλλά ενεργούνται από την Πολιτεία σαν υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αναγομένων στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου, δεν είναι προσβλητές δι' αιτήσεως ακυρώσεως και υπόκεινται, όπως οι πράξεις οποιουδήποτε ιδιώτη, στην αρμοδιότητα των κοινών Δικαστηρίων. Της προσβολής δι' αιτήσεως ακυρώσεως διαφεύγουν όχι μόνο οι πράξεις διαχείρισης του κράτους, αλλά και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Στην Ελλάδα έχει σταθερά νομολογηθεί ότι η κύρωση διά νόμου ή διατάγματος σύμβασης με το Δημόσιο ή με νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου δεν αίρει το συμβατικό χαρακτήρα διαφορών που προκύπτουν από αυτή και συνεπώς αποκλείεται η καθ' ύλην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ειδικότερα κρίθηκε ότι δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας πράξεις διοικητικής αρχής που εκδίδονται κατ' εφαρμογήν συμβατικών όρων τεθειμένων στη σύμβαση, έστω και αν οι όροι αυτοί αποτελούν επανάληψη κανονιστικής διάταξης. Το ίδιο ισχύει και για πράξεις διοικητικής αρχής που επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη εκτέλεση ή την πλημμελή εκτέλεση από τον αντισυμβαλλόμενο όρου της σύμβασης. Το Συμβούλιο της Επικρατείας δέκτηκε ακόμα ότι άνκαι από μη συμβληθέντα τρίτο παραδεκτώς ασκείται αίτηση ακυρώσεως κατά πράξεως διοικητικής αρχής που εκδόθηκε πριν από την κατάρτιση της σύμβασης, για τον συμβληθέντα που αποδέκτηκε διά της υπογραφής της σύμβασης τις προηγηθείσες αυτής διοικητικές πράξεις, δεν είναι δυνατή η προσβολή των πράξεων αυτών (βλ. Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929-1959, σελ. 177-178). Για το ίδιο θέμα στην υπόθεση Pelopidas Sevastides v. The Electricity Authority of Cyprus
(1963)2 C.L.R. 497 αναφέρεται στις σελ. 500, 501: "In determining whether or not a decision, act or omission of a public corporation, such as the Respondent, is "a decision, an act or omission of any organ, authority or person, exercising any executive or administrative authority", in the sense of paragraph I of Article 146 of the Constitution, due regard must be had not only to its nature and character but also, primarily, to the powers vested in, and duties imposed on, such public corporation and its functions generally, as well as to the particular nature of the decision, act or omission concerned." Το γεγονός ότι εγείρονται ζητήματα που προσελκύουν το ενδιαφέρον του κοινού δεν θεωρήθηκε αρκετό για να θεωρηθεί ότι η πράξη κείται στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου (βλ. Machlouzarides v. The Republic
(1985)3 C.L.R. 2342). Ακόμα και όταν η απόφαση επηρεάζει παρεμπιπτόντως δικαιώματα του ευρύτερου κοινού, ο χαρακτήρας της παραμένει αναλλοίωτος, εφόσον ο πρωταρχικός σκοπός της απόφασης είναι η ρύθμιση δικαιωμάτων ιδιωτικού δικαίου. Αποφάσεις του ίδιου οργανισμού ή αρχής σε διαφορετικές περιοχές διοικητικής δράσης μπορούν να ανήκουν είτε στον τομέα του δημοσίου ή του ιδιωτικού δικαίου, ανάλογα με την ειδική φύση της απόφασης και του δημόσιου ενδιαφέροντος στο θέμα. Το κριτήριο δεν είναι κατά πόσο η νομοθεσία σύμφωνα με την οποία ελήφθη η επίδικη απόφαση εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό, αλλά κατά πόσο η συγκεκριμένη απόφαση εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό (Ηellenic Bank Limited v. The Republic
(1986)3 C.L.R. 481, 486). ..................................................................». Η σύμβαση/Τεκμήριο 9 και όσα επακολούθησαν του διορισμού (με απόληξη την ανάκληση), δεν εντάσσονται, ως εκ της δημόσιας φύσης τής περί ης ο λόγος σύμβασης (και κατ' επέκτασιν την υπό κρίσιν περίπτωση), εντός του πεδίου του ιδιωτικού δικαίου, αλλά του δημοσίου δικαίου. Αναδύεται από τα παραδεκτά γεγονότα (και τεκμήρια), καθώς και από την αξιόπιστη προφορική μαρτυρία, ότι κύριος στόχος του διορισμού (και της ανάκλησης κατοπινώς), ήταν η παραγωγή νομικών αποτελεσμάτων στο πλαίσιο ρύθμισης ενεργειών της Πολιτείας και της σχέσης αυτής προς άλλα πρόσωπα (βλ. κατ' αναλογίαν, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα ν Δημοκρατίας
(1989)3 ΑΑΔ 729,734-735, Antoniou and Others v The Republic
(1984)3(A) CLR 623, 627). Στην Takis P. Markides Ltd v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1(Γ) 1424, 1432-1433, το Ανώτατο Δικαστήριο είπε για όσα εδώ ενδιαφέρουν: «.................................................... Είναι ορθό ότι η αγωγή βασίζεται σε παράβαση καθήκοντος επιμέλειας. Αυτό δεν εξουδετερώνει την προέλευση του δικαιώματος ούτε αλλοιώνει το γεγονός ότι η πράξη ή παράλειψη η οποία στοιχειοθετεί το δικαίωμα αποτελεί αναπόσπαστη πτυχή της διοικητικής λειτουργίας συνυφασμένη με την έκδοση εκτελεστής απόφασης στο πεδίο του δημοσίου δικαίου. Η χορήγηση άδειας . δεν ανάγεται ούτε στο ιδιωτικό δίκαιο ούτε σχετίζεται με το δίκαιο των συναλλαγών. Συναρτάται με μονομερή κυριαρχική (imperium) πράξη, δηλωτική της βούλησης της Διοίκησης. Άξονας της διοικητικής λειτουργίας στο δημόσιο τομέα είναι η προαγωγή των σκοπών του δικαίου για τους οποίους παρέχεται η εξουσία σε κρατική αρχή η όργανο. (Βλ. μεταξύ άλλων Antoniou and others v. Republic
(1984)3 C.L.R. 623. Machlouzarides v. Republic
(1985)3 C.L.R.2342). Η διοικητική λειτουργία περιλαμβάνει το σύνολο των πράξεων που σχετίζονται με την άσκησή της και η οποία απολήγει στην έκδοση εκτελεστής διοικητικής πράξης ή απόφασης· περιλαμβανόμενης και κάθε προπαρασκευαστικής πράξης και ενέργειας σχετιζόμενης προς την άσκησή της. Η έρευνα η οποία διεξήχθη από την αρμόδια Αρχή, για τη χορήγηση της άδειας εισαγωγής των εμπορευμάτων περιλαμβανομένου και του ελέγχου των κυλίνδρων και βαλβίδων, αποτελούσε προπαρασκευαστική πράξη και αναπόσπαστο μέρος της διοικητικής διαδικασίας για την έκδοση της άδειας εισαγωγής. Η ζημιογόνος πράξης αφετέρου, εκείνη από την οποία προέκυψε η ζημία, δηλαδή η ανάκληση του μέρους της άδειας εισαγωγής που αφορούσε τις βαλβίδες, συνιστούσε αυτοτελή διοικητική πράξη επενεργούσα όπως και η απόφαση την οποία ανακάλεσε, στο πεδίο του δημοσίου δικαίου. Η αναθεώρηση εκτελεστών διοικητικών πράξεων στον τομέα του δημοσίου δικαίου ανάγεται αποκλειστικά στην αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Άρθρο 146.1 αποκλείει την εξέταση, άμεσα, έμμεσα ή παρεμπιπτόντως, από οποιοδήποτε δικαστήριο άλλο από το Ανώτατο Δικαστήριο, της νομιμότητας και εγκυρότητας εκτελεστής διοικητικής πράξης και κάθε προπαρασκευαστικής πράξης ή ενέργειας συναφούς προς την έκδοσή της. Όπως υποδεικνύεται στη Λανίτη Λτδ και Άλλοι v. Γεν. Εισαγγελέα
(1991)1 Α.Α.Δ. 225, 231, "Όπως είναι πρόδηλο από το κείμενο του άρθρ. 146, παρέχεται στο Ανώτατο Δικαστήριο αποκλειστική δικαιοδοσία για την αναθεώρηση κάθε πράξης διοικητικής Αρχής ή οργάνου το οποίο ασκεί εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία. Το άρθρο 146.1 καλύπτει την ολότητα του φάσματος διοικητικών πράξεων, αποφάσεων και παραλείψεων της Διοίκησης στον τομέα του δημοσίου δικαίου. Ο μόνος περιορισμός αφορά το πεδίο της λειτουργίας διοικητικής Αρχής ή οργάνου το οποίο εξυπακούεται από τη φύση της δικαιοδοσίας, κάτω από το άρθρο 146.1. Υπόκεινται στην αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου μόνο αποφάσεις ή παραλείψεις της Διοίκησης στον τομέα του δημοσίου δικαίου." Ο διαχωρισμός, όπως νωρίτερα σημειώσαμε, μεταξύ της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου και της πολιτικής δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου, είναι απόλυτος. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας στην Συμβ. Εγγρ. Αρχ. & Πολιτικών Μηχανικών v. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1994)3 Α.Α.Δ. 453, 458, κατοπτρίζει το απόλυτο του διαχωρισμού. "Η αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος διαχωρίζεται θεσμικά από την πολιτική δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων. Οι δύο δικαιοδοσίες δεν εφάπτονται σε κανένα σημείο." ...................................................................». Η επίδικη διαφορά σταχυολογείται στην κατηγορία του δημόσιου δικαίου και ουχί του ιδιωτικού δικαίου. Η ανάκληση απαρτίζει αυτοτελή διοικητική πράξη, υποκείμενη σε προσβολή αναφορικώς προς τη νομιμότητα της ενώπιον αρμόδιου δικαστηρίου. Στην The Director of the Department of Customs and Excise v Grecian Hotel Enterprises Limited
(1985)1 CLR 476, 481-485, υπογραμμίσθηκαν και τούτα: « ....................................................... As Triantafyllides, J., as he then was, observed in A. & S. Antoniades & Co. v. The Republic
(1965)3 C.L.R. 673, there is power in administrative law to revoke an erroneous decision and decisions of the customs authorities are no exception. A decision revoking an earlier one, is reviewable under Article 146.1 of the Constitution, in accordance with settled principles of administrative law pertaining to the validity of revocatory acts. As explained by Stassinopoulos [See, Law of Administrative Disputes, p. 230 et seq.] there is power in administrative law to revoke an illegal administrative act, that is, an act contrary law [See, also, Conclusions from the Jurisprudence of Greek Council of State 1929-
- P. 199]. Thus there is amenity on the part of the Administration to recall a decision claimed to be contrary to law. Whether this power was properly exercised in the present case, is a matter of no concern to us for the review of any such act could only be undertaken, in the context of proceedings challenging the act, under Article 146.1 of the Constitution. Every illegal administrative act is liable, in appropriate circumstances, to revocation, the effect of which is to remove the decision recalled and create a new situation in law, definitive of the rights of those affected thereby. Once there was discretion to revoke in this case the original decision for the classification of the marble on the ground it was taken contrary to law, namely the classification of goods under the Customs and Excise Law, the original decision disappeared and a new, situation arose, imposing a burden on the respondents to pay duty according to the new decision. They had a right to question the decision of 17.4.78, a right they forfeited by failing to mount a challenge before the Supreme Court in its revisional jurisdiction within 75 days, as required by Article 146.3 of the Constitution. Only the Supreme Court could inquire, on a recourse into the presumed validity of the revocatory act, as provided in para. 1 of Article
- Thereafter, the debt or obligation of the respondents accruing under the decision of 17.4.78, was recoverable in a customs prosecution as the appellants sought to recover it by the present proceedings. To this claim, respondents had no valid defence; therefore, appellants were entitled to judgment for a sum of C£3, 346.-. ...................................................... While administrative authorities in Cyprus, have inherent power to revoke an administrative act, in virtue of general principles of administrative law introduced in our legal system by Article 146 of the Constitution. A right to revoke a decision for illegality inheres, according to settled principles of administrative law, in every administrative authority. Its proper exercise can only be questioned before a Court of revisional jurisdiction. Respondents failed to exercise this right within the time limit set by Article 146.3 and, it is too late in the day to question its propriety. Certainly, it could not be tested before the District Court for exclusive jurisdiction vested in the Supreme Court. .....................................................». Κατά συνέπειαν, η ανάκληση θα μπορούσε να προσβληθεί (και διηθηθεί ως εν γένει διοικητική λειτουργία), διά αιτήσεως ακυρώσεως δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, κάτι που, τωόντι, επιχείρησε ο ενάγων με την Προσφυγή 5663/13, την οποία όμως τελικώς απέσυρε (ως απογράφηκε ανωτέρω). Η απόρριψη της Προσφυγής 5663/13 αλλά και το αίτημα για επαναφορά της (στην Σταυρινάκης ν Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπ. Αρ. 5663/13, ημ. 24.2.14), ενέδυσε (ως ορθώς υπέδειξαν και οι ευπαίδευτες δικηγόροι του εναγόμενου), την ανάκληση με το τεκμήριο πλέον της νομιμότητας και κανονικότητας (βλ. κατ' αναλογίαν, Χατζηγεωργίου ν Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, ΑΕ 37/14, ημ. 6.10.20), δίχως κειμένως να παρέχεται πεδίο (λόγω έλλειψης άλλων προβληθέντων νομιμοποιητικών λόγων) για κάτι διάφορο (βλ. κατ' αναλογίαν, Γενακρίτου και Άλλοι ν Κυπριακής Δημοκρατίας
(1992)3 ΑΑΔ 497, 504-506). Επιπλέον, είναι άποψη του ενάγοντα - η οποία βασικώς δεν αποτέμνεται από την πρότερη επιχειρηματολογία του - πως η ανάκληση είναι κυβερνητική πράξη και τουτέστιν ανέλεγκτη ακυρωτικώς, με συνακόλουθο το παρόν Δικαστήριο να δύναται, με δικονομική και δικαιοδοτική άνεση, να επιληφθεί των χρειαζούμενων, για να απολήξει επί των πραγματικώς επιδίκων θεμάτων. Δεν συμφωνώ με το επιχείρημα. Επεξηγώ. Οι κυβερνητικές πράξεις - ασχέτως αν δεν υφίσταται άσειστο και καταλεπτώς αποδεκτό a priori κριτήριο διαπίστωσης του κυβερνητικού τους χαρακτήρα (βλ. κατ' αναλογίαν, Louca v The President of the Republic
(1983)3(B) CLR 783, 786-788) - είναι κατά τα λοιπά (ιδιόμορφες) διοικητικές πράξεις, ήτοι εκτελεστές διοικητικές πράξεις οι οποίες διαφορετικώς θα υπόκεινταν σε ακυρωτικό έλεγχο. Τούτες, εκδίδονται βάσει αρμοδιότητας που παρέχεται από το Σύνταγμα, ή από νομοθετικές πράξεις που ρυθμίζουν θέματα σχετικώς προς την πολιτική εξουσία ή κυβερνητική λειτουργία για τον καθορισμό και κατεύθυνση της γενικής πολιτικής του κράτους (βλ. γενικώς, Ηλιάνας Νικολάου και Πέτρου Μιχαηλίδη, Κυπριακό Διοικητικό Δίκαιο: Θεμελιώδεις Αρχές-Δικαστικός Έλεγχος, 2019, σελ. 16-18). Ως αναπτύσσεται στο σύγγραμμα του Επαμεινώνδα Π. Σπηλιωτόπουλου, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, Τόμ. 1, 12η έκδ., 2010, σελ. 107-108, τα όρια της υπό ανάλυσιν λειτουργίας χαράσσονται από τη νομολογία «. με την οποία κάθε φορά συγκεκριμένες πράξεις χαρακτηρίζονται ως κυβερνητικές πράξεις και για το λόγο αυτό απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση ακυρώσεως που έχει ασκηθεί κατά των πράξεων αυτών.» και πως (με τούτο να ενέχει ιδιαίτερης σημασίας για ό,τι εδώ απασχολεί), αρμόδιο «. να κρίνει για τη φύση μιας πράξης ως κυβερνητικής είναι αποκλειστικά αυτό το ίδιο το Συμβούλιο Επικρατείας (ΣΕ 105/1981).» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) και ότι ο χαρακτηρισμός «. από το νόμο μιας πράξης ως κυβερνητικής είναι ανίσχυρος και δεν καθιστά απαράδεκτη την αίτηση ακυρώσεως .». Το μόνον αρμόδιο δικαιοδοτικώς Δικαστήριο για να κρίνει αυθεντικώς και δεσμευτικώς αν η ανάκληση ήταν ή δεν ήταν κυβερνητική πράξη ήταν το Ανώτατο Δικαστήριο. Δεν ανιχνεύεται εδώ αποδεκτή δυνατότητα ελέγχου της ανάκλησης από το Επαρχιακό Δικαστήριο, μια που κάτι τέτοιο (ως δυνητική αναθεώρηση διοικητικής πράξης), θα συνιστούσε ενέργεια δικαστικώς ανεπίτρεπτη (βλ. κατ' αναλογίαν, Φιλίππου ν Κυπριακής Δημοκρατίας, ΠΕ 280/13, ημ. 16.11.20, The Director of the Department of Customs and Excise v Grecian Hotel Enterprises Limited
(1985)1 CLR 476, 482-483). Απορρίπτεται και αυτό το επιχείρημα του ενάγοντα. Η προδικαστική ένσταση ευσταθεί. Υπό αυτή την οπτική, η αγωγή καλεί σε απόρριψη. Επανέρχομαι - για πληρότητα - στα του Άρθρου 172 του Συντάγματος. Οι συνήγοροι του ενάγοντα προτείνουν ότι σύμφωνα με το Άρθρο 47(στ) του Συντάγματος «. η εκτελεστική εξουσία ασκούμενη από κοινού υπό του Προέδρου και του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας περιορίζεται στους διορισμούς που προβλέπονται από συγκεκριμένα άρθρα του Συντάγματος, μεταξύ των οποίων και το άρθρο 118 και στις παύσεις των διοριζομένων σύμφωνα με το άρθρο 131 (δηλαδή των αρχηγών, υπαρχηγών στρατού, αστυνομίας κλπ.) μόνο. Ως εκ τούτου ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν έχει εξουσία απορρέουσα από το Σύνταγμα να παύσει ή να ανακαλέσει τον διορισμό οποιουδήποτε αξιωματούχου που έχει διορισθεί βάσει άλλων άρθρων του Συντάγματος, στα οποία περιλαμβάνεται και το Άρθρο 118, που προβλέπει διορισμό του Διοικητή και Υποδιοικητή της Κεντρικής Τράπεζας. Σύμφωνα με το άρθρο 118.4 του Συντάγματος, που αναφέρεται στους Διοικητή και Υποδιοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, αξιωματούχοι αυτοί παύονται μόνο από το συμβούλιο που συνιστάται βάση του άρθρου 153.8 του Συντάγματος και υπό όρους και προϋποθέσεις που καθορίζονται σε νόμο που διέπει τη λειτουργία της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Το άρθρο 153.8 του Συντάγματος προνοεί για τη σύσταση συμβουλίου το οποίο έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφασίζει για την αποχώρηση, απόλυση ή τερματισμό του διορισμού του Προέδρου και των Δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Όπως αναφέρεται δε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως ασκούν την αρμοδιότητα του Συμβουλίου που προβλέπεται στο άρθρο 153.8
(1),
(2),
(3)του Συντάγματος, στην Αίτηση Αρ. 1/2015, ημερομηνίας 15.06.2015 «Το Συμβούλιο κέκτηται αποκλειστικήν αρμοδιότητα να αποφασίζει επί παντός θέματος αναφερομένου, μεταξύ άλλων, εις την απόλυσιν ή τον τερματισμό του διορισμού του Προέδρου ή των Μελών του Ανωτάτου Δικαστηρίου και κατ' επέκταση και των ανεξαρτήτων Αξιωματούχων του Κράτους (η υπογράμμιση είναι δική μου), δηλαδή του Γενικού Εισαγγελέα και του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα .»». Στη βάση αυτή, περαίνουν οι συνήγοροι, εφόσον στην Έκθεση Απαίτησης «. εγείρεται ως βάση αγωγής παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων του Ενάγοντα και διεκδίκηση αποζημιώσεων στα πλαίσια του άρθρου 172 του Συντάγματος, τούτο είναι αρκετό για να έχει δικαιοδοσία το Επαρχιακό Δικαστήριο να εκδικάσει την παρούσα αγωγή» και αυτό διότι για να ευθύνεται η Δημοκρατία δυνάμει του Άρθρου 172 του Συντάγματος, πρέπει (ως προσέτι λέγουν οι δικηγόροι) «. (α). Να υπάρχει άδικη πράξη ή παράλειψη. Άδικη είναι η πράξη η οποία διεπράχθη χωρίς εξουσιοδότηση από το Νόμο (στην παρούσα υπόθεση το Σύνταγμα δεν δίδει τέτοια εξουσία στον Πρόεδρο). (β) Η άδικη πράξη ή παράλειψη να έχει προκαλέσει ζημία (στην παρούσα υπόθεση ο Ενάγων έχει υποστεί μεγάλη ζημιά). (γ) Η ζημιογόνα άδικη πράξη να έχει τελεσθεί κατά την άσκηση των καθηκόντων ή κατ' επίκληση της άσκησης καθηκόντων του λειτουργού ή της αρχής της Δημοκρατίας (στην παρούσα υπόθεση και του ιδίου του Προέδρου της Δημοκρατίας)». Ούτε και με αυτή τη θέση του ενάγοντα συγκλίνω. Διευκρινίζω. Το Άρθρο 172 του Συντάγματος «. δίδει από μόνο του αγώγιμο δικαίωμα αφού οι διατάξεις του είναι δηλωτικές και οριστικές των δικαιωμάτων που δημιουργούνται ώστε να μπορούν να επιβάλλονται χωρίς περαιτέρω ρύθμιση και εκτείνεται και σε πράξεις στον τομέα του Δημοσίου Δικαίου. Οι ζημιογόνες όμως άδικες πράξεις ή παραλείψεις που αναφέρονται στο Άρθρο 172, και οι οποίες είναι εκτελεστές ώστε η αναθεώρηση τους εμπίπτει μέσα στα όρια του Άρθρου 146 δημιουργούν αγώγιμο δικαίωμα, που δεν ασκείται απ΄ ευθείας σε πολιτικό δικαστήριο αλλά μόνο σύμφωνα με το Άρθρο 146.6 μετά από απόφαση του Δικαστηρίου κάτω από την παράγραφο 4 του Άρθρου 146. Σε περιπτώσεις, όμως, αμφιβολίας λόγω εμφανούς ή ισχυριζόμενης σύγκρουσης δικαιοδοσίας, το αποφασιστικό κριτήριο είναι να στραφεί ένας προς το Άρθρο 146, για να αποφασίσει κατά πόσο το συγκεκριμένο θέμα ήταν μέσα στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου. Όταν η απαίτηση εμπίπτει μέσα στη σφαίρα του Άρθρου 146.1 δεν μπορεί να εγερθεί παράλληλη θεραπεία κάτω από το Άρθρο 172» (βλ. Ανδρέα Ν. Λοΐζου, Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας, 2001, σελ. 410). Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ως είχε δικαίωμα να πράξει ασκώντας εκτελεστική εξουσία με βάση το Άρθρο 47(στ) του Συντάγματος, διόρισε τον ενάγοντα ως Υποδιοικητή της Κεντρικής Τράπεζας βάσει του Άρθρου 118.1 του Συντάγματος. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, έχοντας προβεί στον διορισμό, ήταν και ο μόνος, ως ασκών την ίδια εκτελεστική εξουσία, που μπορούσε νομιμοποιημένως -κατά το άρθρο 55
(1)του Περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου 158(Ι)/99 - να προβεί στην ανάκληση. Η ανάκληση (ως ενέργεια), αλλά και ως πραγματικό γεγονός για ό,τι τώρα ενδιαφέρει, διαφοροποιείται από την απομάκρυνση του επηρεαζόμενου (ενάγοντα) από τη θέση του Υποδιοικητή - ως προβλέπεται στο άρθρο 18
(4)του Περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου 138/02, που ορίζει πως η απομάκρυνση επισυμβαίνει μόνον «. εάν κατά την κρίση του συμβουλίου, το οποίο συνίσταται σύμφωνα με την όγδοη παράγραφο του Άρθρου 153 του Συντάγματος, δεν πληρούν πλέον τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την εκτέλεση των καθηκόντων τους ή έχουν υποπέσει σε βαρύ παράπτωμα .» - για να δικαιολογείται δυνητικώς η ενεργοποίηση των όσων περιστοιχίζουν τις εξουσίες του Συμβουλίου στο Άρθρο 153.8 του Συντάγματος (ως προτείνουν οι δικηγόροι του ενάγοντα). Εν προκειμένω, δεν ομιλεί κανείς για απομάκρυνση (παύση ή απόλυση) του ενάγοντα, αλλά για ανάκληση του διορισμού του. Η εισήγηση του ενάγοντα - και επεκτείνω κατά τι το σκεπτικό μου - εξισώνει με κάθε σεβασμό τα περί ανάκλησης του διορισμού με τα περί απομάκρυνσης. Η τοποθέτηση τούτη - ανεξαρτήτως αν το αποτέλεσμα της ανάκλησης είναι δυνατόν να συνταιριάζεται (ως καταληκτικό επακόλουθο) με εκείνο της απομάκρυνσης - δεν καθιστά την ανάκληση ως ομοειδή πράξη με την απομάκρυνση, ως η τελευταία καθορίζεται στον Περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμο 138/02. Πουθενά στο περί ου ο λόγος νομοθέτημα προβλέπεται ότι το Συμβούλιο κέκτηται εξουσίας ανάκλησης του διορισμού του Υποδιοικητή της Κεντρικής Τράπεζας. Κατ' ακολουθίαν, δεν φύεται οποιαδήποτε άδικη πράξη ή παράλειψη κατά τα προβλεπόμενα στο Άρθρο 172 του Συντάγματος για επιτυχία της αγωγής, αφού ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας - υπό το διαζευκτικό πρίσμα που τώρα εξετάζεται - νομιμοποιούνταν κατ' αρχήν να δράσει ως έδρασε, αποφασίζοντας την ανάκληση εντός των παραμέτρων των αφορώντων συνταγματικών προνοιών (και της νομολογίας που τις ερμήνευσε). Επομένως, ο ενάγων δεν απέδειξε ένα εκ των σωρευτικώς προαπαιτούμενων για επιτυχία της αξίωσης δυνάμει του Άρθρου 172 του Συντάγματος (βλ. κατ' αναλογίαν, Κίρζη και Άλλων ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ΠΕ 34/11, ημ. 19.5.17). Η αγωγή χρήζει απόρριψης και γι' αυτό τον λόγο. Ως εκ της φύσης της κατάληξης και όσων τη συναποτέλεσαν, δεν υπάρχει αποχρών λόγος ενασχόλησης με όσα άλλα ικανώς προβλήθηκαν από τους δικηγόρους, μήτε και για διατύπωση πρόσθετων ευρημάτων (βλ. κατ' αναλογίαν, Cydive Ltd ν Αρχής Λιμένων Κύπρου, ΠΕ 207/12, ημ. 7.6.18). Η αγωγή απορρίπτεται. Η Ανταπαίτηση συμπαρασύρεται ως προς το δικαιοδοτικό της έρεισμα, από όσα συγκροτούν το σκεπτικό στην αγωγή. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Η Ανταπαίτηση δεν συνέθεσε το επίκεντρο της διαφοράς, παρά μόνον μια παράλληλη έκφανση της. Τίποτε περισσότερον. Έτσι, θα υιοθετηθεί, χωρίς παρέκκλιση, ο κανόνας ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα (της αγωγής). Δεν αποδίδονται έξοδα υπέρ του ενάγοντα στην Ανταπαίτηση. Τα έξοδα της αγωγής, επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου και εναντίον του ενάγοντα, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ).......... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο