ΑΓΡΟΤΟΥ ν. ΑΓΡΟΤΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 8955/03, 30/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A601 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8955/03 Ως Τροποποιήθηκε Δυνάμει Διαταγμάτων Δικαστηρίου Ημ. 30.6.17 και 10.10.17 ΜΕΤΑΞΥ: XXXXX ΑΝΤΩΝΑΚΗ ΑΓΡΟΤΟΥ Ενάγουσας -και-
- XXXXX ΑΝΤΩΝΑΚΗ ΑΓΡΟΤΟΥ
- XXXXX ΑΝΤΩΝΑΚΗ ΑΓΡΟΤΟΥ
- XXXXX ΑΓΡΟΤΟΥ, ως Διαχειρίστρια της περιουσίας του Αποβιώσαντος XXXXX Αγρότου Εναγόμενων --------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30 Οκτωβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: Η κ. Χ. Μαυρονικόλα, για Μαυρονικόλας & Σία ΔΕΠΕ (ΔΘ31). Για τις Εναγόμενες: Ο κ. Κ. Καντούνας (ΔΘ4). ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή τελεσιδίκησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (υπό διαφορετική σύνθεση) στις 20.9.10, οπόταν και εκδόθηκε απόφαση διά της οποίας η αγωγή έγινε αποδεκτή («η πρώτη δίκη»). Το Εφετείο - με απόφαση ημερομηνίας 31.5.16 στην Πολιτική Έφεση 288/10 (Αγρότου και Άλλης ν Αγρότου) - διέταξε επανεκδίκαση της αγωγής από διαφορετική δικαστική σύνθεση («η επανεκδίκαση»). Έτσι και έγινε. H ενάγουσα αξιώνει εναντίον των εναγόμενων, τα ακόλουθα: «Α. Απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η Εναγόμενη αρ.2 να επαναμεταβιβάσει και επανεγγράψει επ' ονόματι της Ενάγουσας την πιο κάτω ακίνητη περιουσία:
- Αρ. Εγγραφής XXXXX, Τεμάχιο XXXXX, Φ/Σχ. 21/40W2, Μερίδιο 1/6, Είδος Ακίνητης Περιουσίας Χωράφι, Τοποθεσία Βούρνες (Καϊμακλί).
- Αρ. Εγγραφής XXXXX, Τεμάχιο XXXXX, Φ/Σχ. 21/47Ε2 55Ε1, Μερίδιο 1/6, Είδος Ακίνητης Περιουσίας Χωράφι, Τοποθεσία Αλμυρίδια (Παλ/σσα).
- Αρ. Εγγραφής XXXXX, Τεμάχιο XXXXX, Φ/Σχ. 21/55Ε1, Μερίδιο 1/6, Είδος Ακίνητης Περιουσίας Οικόπεδο, Τοποθεσία Αλμυρίδια (Παλ/σσα).
- Αρ. Εγγραφής XXXXX, Τεμάχιο XXXXX, Φ/Σχ. 21/55Ε1, Μερίδιο 1/2, Είδος Ακίνητης Περιουσίας Οικόπεδο, Τοποθεσία Αλμυρίδια (Παλ/σσα).
- Αρ. Εγγραφής XXXXX, Τεμάχιο XXXXX, Φ/Σχ. 21/55Ε1, Μερίδιο 1/2, Είδος Ακίνητης Περιουσίας Οικόπεδο, Τοποθεσία Αλμυρίδια (Παλ/σσα).
- Αρ. Εγγραφής XXXXX, Τεμάχιο XXXXX, Φ/Σχ. 21/55Ε1, Μερίδιο 1/6, Είδος Ακίνητης Περιουσίας Οικόπεδο, Τοποθεσία Αλμυρίδια (Παλ/σσα).
- Αρ. Εγγραφής XXXXX, Τεμάχιο XXXXX, Φ/Σχ. 21/55Ε1, Μερίδιο 1/2, Είδος Ακίνητης Περιουσίας Οικόπεδο, Τοποθεσία Αλμυρίδια (Παλ/σσα).
- Αρ. Εγγραφής XXXXX, Τεμάχιο XXXXX, Φ/Σχ. 21/47.4.ΙΙ, Μερίδιο 1/2, Είδος Ακίνητης Περιουσίας Οικία, Τοποθεσία Παλλουριώτισσα.
- Αρ. Εγγραφής XXXXX, Τεμάχιο XXXXX, Φ/Σχ. 21/46.5.IV, Μερίδιο 1/2, Είδος Ακίνητης Περιουσίας Διώροφο κτίριο και υπόγειο, Τοποθεσία Οδός XXXXX.. Β. Απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνονται και/ή να θεωρούνται εξ υπαρχής άκυρες όλες οι μεταβιβάσεις αναφορικά με την ακίνητη περιουσία που περιγράφεται στο αιτητικό Α ανωτέρω και που φέρεται και/ή παρουσιάζεται στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας να έγιναν αρχικά την 1/8/2002 από την Ενάγουσα δυνάμει δήθεν δωρεάς στην Εναγόμενη αρ. 1 και μετέπειτα και πάλι δυνάμει δωρεάς από την Εναγόμενη αρ. 1 στην Εναγόμενη αρ. 2 στις 30/8/2002 τα τεμάχια που περιγράφονται στις υποπαραγράφους υπ' αριθμό 8 και 9 του αιτητικού Α ανωτέρω και στις 4/9/2002 τα τεμάχια που περιγράφονται στις υπόλοιπες υποπαραγράφους με αριθμούς 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 7 του αιτητικού Α ανωτέρω. Γ. Διαζευκτικά αποζημιώσεις εναντίον και των δυο Εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για ποσό μέχρι £1.000.000 που είναι περίπου η αξία του μεριδίου της Ενάγουσας επί της πιο πάνω ακίνητης περιουσίας της πριν από τις εν λόγω μεταβιβάσεις και/ή σήμερα και την οποία περιουσία οι Εναγόμενες δια διαφόρων ψευδών παραστάσεων, δόλου, απάτης αλλά και εξαναγκασμού, παρότρυνσης και ψυχολογικού και/ή άλλου εκβιασμού και/ή επηρεασμού προς τον πατέρα της Ενάγουσας, XXXXX Αναστάση Αγρότη, κατάφεραν με τη χρήση Πληρεξουσίου Εγγράφου ημερομηνίας 25/6/1985, για την ύπαρξη του οποίου η Ενάγουσα είχε πλήρη άγνοια αλλά και ουδέποτε είχε δώσει τη συγκατάθεση της ή γνώριζε ότι θα γίνουν οι εν λόγω μεταβιβάσεις, να μεταβιβαστεί ολόκληρη η πιο πάνω ακίνητη περιουσία αρχικά την 1/8/2002 δυνάμει δήθεν δωρεάς από την Ενάγουσα στην Εναγόμενη αρ.1 και μετέπειτα δυνάμει και πάλι δωρεάς από την Εναγόμενη αρ. 1 στην Εναγόμενη αρ. 2 στις 30/8/2008 τα τεμάχια που περιγράφονται στις υποπαραγράφους υπ' αριθμούς 8 και 9 του αιτητικού Α ανωτέρω και στις 4/9/2002 ολόκληρη η υπόλοιπη περιουσία όπως περιγράφεται στις υποπαραγράφους υπ' αριθμούς 1 έως 7 του αιτητικού Α ανωτέρω, πλέον ειδικές αποζημιώσεις όπως περιγράφονται στην παράγραφο 27 της Έκθεσης Απαίτησης και/ή διαζευκτικά το διάταγμα που ζητείται στην παράγραφο 27(ε) της Έκθεσης Απαίτησης. Δ. Γενικές, τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις. Ε. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία, απόφαση ή διάταγμα το δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις. .....................................................». Είναι εκδοχή της ενάγουσας - θυγατέρας της εναγόμενης 1 και του αποβιώσαντα πλέον XXXXX Αγρότη (του οποίου η περιουσία ενάγεται διά της αδελφής της ενάγουσας, εναγόμενης 2, ως διαχειρίστριας της περιουσίας του XXXXX Αγρότη) - ότι ο πατέρας της, είχε μεταβιβάσει στην ενάγουσα τα επίδικα (και άλλα) ακίνητα το 1985 («τα επίδικα ακίνητα»). Μετά από τον θάνατο του XXXXX Αγρότη, η ενάγουσα επισκέφθηκε το Κτηματολόγιο Λευκωσίας όπου και ενημερώθηκε για πρώτη φορά περί της ύπαρξης ενός γενικού πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 25.6.85 (βλ. Τεκμήριο 2), το οποίο φαίνεται να είχε υπογράψει η ίδια προς τον πατέρα της για τα επίδικα ακίνητα («το πληρεξούσιο»). Το πληρεξούσιο έχει τη σημασία του για όλους τους διαδίκους και έτσι, κρίνω, πως μόνον βοηθητική θα μπορούσε να αποδειχθεί η αυτούσια παράθεση του περιεχομένου του ώστε να μπορεί κανείς να ακολουθεί ευχερέστερα το δικαστικό σκεπτικό. Το πληρεξούσιο, έχει ως εξής: «Ο/Η κάτωθι υπογεγραμμένος/η XXXXX ΑΓΡΟΤΟΥ, ΑΡ. ΤΑΥΤ. XXXXX71 εκ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, διά του παρόντος διορίζω και αποκαθιστώ ως Πληρεξούσιον αντιπρόσωπον μου τον XXXXX ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΑΓΡΟΤΗ, XXXXX20 εκ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, όπως αντ' εμού, εξ ονόματος και διά λογαριασμόν μου, προβαίνη εις τα κάτωθι: α) Όπως διαχειρίζηται οιασδήποτε φύσεως περιουσίαν μου εν Κύπρω κινητήν ή ακίνητον. β) Όπως ενοικιάζη οιονδήποτε κτήμα μου, τερματίζη ενοικιάσεις, ενεργή εξώσεις, υπογράφη ενοικιαστήρια συμβόλαια, εισπράττη ενοίκια, υπογράφη αποδείξεις πληρωμών ή ενοικίων, ειδοποιήσεις τερματισμών ή εξώσεων κλπ. γ) Όπως πωλή, αγοράζη ή ανταλλάσση οιαδιποτε κτήματα ακίνητα ή κινητά, εγγεγραμμένα ή εγγραφησόμενα, οπουδήποτε κείμενα, παρ' οιουδήποτε ή εις οιονδήποτε και μεθ' οιουδήποτε προσώπου και αντ' οιουδήποτε ποσού και όρον. δ) Όπως δανείζηται μόνος ή μετ' άλλου προσώπου ή προσώπων οιονδήποτε ποσόν, με οιονδήποτε επιτόκιον και όρους κατά την απόλυτον αυτού κρίσιν. ε) Όπως υποθηκεύη μόνος ή μετ' άλλου προσώπου ή προσώπων, οιαδήποτε κτήματα εγγεγραμμένα ή εγγραφησόμενα επ' ονόματί μου, οπουδήποτε κειμένων, εις όφελος οιουδήποτε προσώπου, Εταιρείας, Τραπέζης ή Οργανισμού και αντ' οιουδήποτε ποσού, επιτοκίου και όρου όπως απαλλάσση εκ τοιούτων υποθηκών κτήματα κατά την απόλυτον αυτού κρίσιν. ζ) Όπως παρέχη εγγυήσεις δι' οιονδήποτε χρέος, οφειλήν και/ή υποχρέωσιν οιουδήποτε τρίτου προσώπου, Οργανισμού ή Εταιρείας και εγγράφη υποθήκην επί οιουδήποτε κτήματος εγγεγραμμένου ή εγγραφησομένου επ' ονόματι μου, οπουδήποτε κειμένου, εις όφελος οιουδήποτε προσώπου, Εταιρείας, Τραπέζης ή Οργανισμού και αντί οιουδήποτε ποσού προς εξασφάλισιν οιουδήποτε χρέους, οφειλής και/ή υποχρεώσεως οιουδήποτε τρίτου προσώπου, Εταιρείας ή Οργανισμού. η) Όπως δέχηται υποθήκας μόνος ή μετ' άλλου προσώπου ή προσώπων οιωνδήποτε κτημάτων οπουδήποτε κειμένων, υπό οιουδήποτε προσώπου, Εταιρείας ή Οργανισμού δι' οιονδήποτε ποσόν, επιτόκιον και όρους: όπως ακυροί ή εκποιή υποθήκας μερικώς ή ολικώς κατά την απόλυτον αυτού κρίσιν. θ) Όπως εισπράττη ενοίκια, γραμμάτια ή και οιαδήποτε ποσά οφειλόμενα εις εμέ προσωπικώς, ή από κοινού μετ' άλλου προσώπου ή προσώπων, παρ' οιουδήποτε προσώπου ή Εταιρείας ή Οργανισμού ή Αρχής, δίδη αποδείξεις πληρωμής, εξοφλήσεις και προβαίνη εν γένει εις πάντα τα υπό του νόμου προβλεπόμενα διαβήματα πρό είσπραξιν των τοιούτων ποσών. ι) Να δωρίζη ή δέχεται δωρεάς οιασδήποτε κινητής ή ακινήτου περιουσίας και να κάμνη ή δέχεται μεταβιβάσεις και εγγραφάς περιουσίας αναλόγως, μη εξαιρουμένου και του ιδίου προσωπικώς. κ) Όπως ενεργή διανομάς οιωνδήποτε κτημάτων ή μεριδίων κληρονομικών ή άλλων και υπογράφη οιαδήποτε έγγραφα συγκαταθέσεως διά την συμπλήρωσιν των εν λόγω διανομών. Επίσης όπως ενεργή καταναγκαστικάς διανομάς μέσω του κτηματολογίου και προβαίνη εις όλα τα σχετικά διαβήματα. λ) Όπως προβαίνη εις όλα τα διαβήματα διά την επ' ονόματι μου εγγραφήν οιωνδήποτε κτημάτων ή μεριδίων κληρονομικών ή άλλων, υπογράφων αντ' εμού πάσαν δήλωσιν, αίτησιν ή άλλον αναγκαίον έγγραφον. μ) Ιδρύη Εταιρείας πάσης φύσεως, παρακάθηται εις συνεδριάσεις αυτών ή των ήδη ιδρυθησομένων και λαμβάνη αποφάσεις κατά την κρίσιν του και γενικά με εκπροσωπή με πλήρεις εξουσίας. ν) Όπως πληρώνη ή εισπράττη οιαδήποτε ποσά οφειλόμενα ή πληρωτέα υπ' εμού ή εις εμέ ή εις οιονδήποτε πρόσωπον ή Αρχήν ή παρ' οιουδήποτε προσώπου ή αρχής και λαμβάνη ή δίδη αποδείξεις πληρωμής ή εξοφλήσεως. ξ) Όπως παρουσιάζηται εκ μέρους μου ενώπιον οιασδήποτε Αρχής ως Διοικητικής, Δικαστικής, Κτηματολογικής, Δημοτικής, Ταχυδρομικής ή άλλης και υπογράφη αντ' εμού οιανδήποτε αίτησιν, δήλωσιν, συγκατάθεσιν, συμβόλαιον ή οιονδήποτε άλλον έγγραφον και κατά την κρίσιν του δέχεται και κοινοποιή έγγραφα, αναγνωρίζη ή μη τοιαύτα, δέχεται και αντεπάγη όρκους ενώπιον οιουδήποτε Δικαστηρίου. ο) Όπως παρουσιάζηται ενώπιον οιουδήποτε Δικαστηρίου παντός βαθμού και πάσης δικαιοδοσίας, ως ενάγων ή εναγόμενος και διεξάγη εξωδίκως ή δικαστικώς διά παντός ενδίκου μέσου, τακτικού ή έκτακτου, τας μεταξύ εμού και οιουδήποτε άλλου υφισταμένας ή εν τω μέλλοντι υπαρξούσας δίκας, διαφοράς ή δοσοληψίας, ενεργή συμβιβασμούς ή κατασχέσεις, διορίζη διαιτητάς ή πραγματογνώμονας και γενικώς με αντιπροσωπεύη με πλήρεις εξουσίας και άνευ περιορισμού ενώπιον παντός Δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένων και υποθέσεων διαχειρίσεως οιασδήποτε περιουσίας. π) Όπως παρουσιάζηται ενώπιον οιουδήποτε Τραπεζικού Ιδρύματος και προσωπικώς ή από κοινού μετ' άλλου προσώπου ή προσώπων ανοίγη οιασδήποτε φύσεως λογαριασμούς, καταθέτη χρήματα, αποσύρη χρήματα κατατεθειμένα ή οφειλόμενα ή πληρωτέα είτε δυνάμει ανοιχθείσης πιστώσεως, εις Τρεχούμενον λογαριασμόν ή λογαριασμόν Ταμιευτηρίου ή άλλως πως να δανείζηται και υπογράφη χρεωστικά γραμμάτια ως και παν άλλον αναγκαίον έγγραφον και οπισθογραφή τας σχετικάς αποδείξεις πληρωμών ή εξοφλήσεων. ρ) Γενικώς ενεργή εκ μέρους μου και οιανδήποτε πράξιν μη ρητώς αναφερομένην εν τω παρόντι εγγράφω, συμπεριλαμβανομένου και του διορισμού και αντικαταστάσεως και άλλων πληρεξουσίων ή δικηγόρων με την αυτήν ή/και πλέον περιωρισμένην εν τω πληρεξουσίω τούτω εντολήν. Δηλώ διά του παρόντος ότι υποχρεούμαι και αναλαμβάνω ν' αναγνωρίσω πάσαν πράξιν και υπογραφήν του ειρημένου αντιπροσώπου μου, γενομένην ή δοθείσαν δυνάμει του παρόντος εγγράφου, ως εάν αυτή εγένετο ή εδίδετο υπ' εμού της ιδίας/του ιδίου προσωπικώς». Η ενάγουσα ενημερώθηκε στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας ότι τα επίδικα ακίνητα, αντί να είναι εγγεγραμμένα στο όνομα της, ήσαν εγγεγραμμένα στο όνομα της αδελφής της (εναγόμενης 2), αφού με τη χρήση του πληρεξουσίου, ο XXXXX Αγρότης μεταβίβασε τα επίδικα ακίνητα στο όνομα της εναγόμενης 1 διά δωρεάς και επακολούθως, από αυτήν διά δωρεάς στο όνομα της εναγόμενης
- Η υγεία του XXXXX Αγρότη κατά το 2002 μέχρι και τον θάνατο του την 20.3.03 (σε ηλικία 87 ετών), δεν ήταν καλή, λόγω γήρατος, δύο εγκεφαλικών επεισοδίων που υπέστη τον Ιανουάριο 1988 και τον Φεβρουάριο 2003, τοποθέτησης βηματοδότη και ακράτειας ούρων. Κατά την περίοδο αυτή, ο XXXXX Αγρότης είχε απόλυτη ανάγκη από φροντίδα, συμπαράσταση και στοργή. Ο XXXXX Αγρότης ουδέποτε επενέβη στις προσωπικές επιλογές και σχέσεις της ενάγουσας και ποτέ δεν είχε αντιτεθεί για κάποια σχέση που διατηρούσε τούτη με αλλοδαπό άνδρα από την Αργεντινή (από τις αρχές 2002). Μολαταύτα, οι εναγόμενες εκβίαζαν και πίεζαν τον XXXXX Αγρότη να επέμβει και να συμβουλεύσει την ενάγουσα να τερματίσει τον δεσμό της με τον αλλοδαπό άνδρα. Οι σχέσεις της ενάγουσας με τις εναγόμενες δεν ήσαν καλές. Στο σπίτι, όπου διέμεναν όλοι μαζί, υπήρχαν συνεχώς τσακωμοί μεταξύ τους, με τις εναγόμενες (οι οποίες διαφωνούσαν με τον δεσμό της ενάγουσας), να την καθυβρίζουν (μαζί με τον φίλο της), λέγοντας σε αυτήν ότι «. θα της φάει την περιουσία της ο αλλοδαπός». Εκμεταλλευόμενες την κακή κατάσταση υγείας του XXXXX Αγρότη, αλλά και την προχωρημένη του ηλικία, οι εναγόμενες (βάσει δόλιου σχεδίου), πίεσαν, εκβίασαν, παρέσυραν και παραπλάνησαν τον XXXXX Αγρότη στο να χρησιμοποιήσει το πληρεξούσιο για να μεταβιβάσει τα επίδικα ακίνητα στις εναγόμενες 1 και
- Ο XXXXX Αγρότης, ταλαιπωρημένος και εξαντλημένος ως ήταν, δεν καταλάβαινε απολύτως τι έκαμνε, ούτε και είχε το σθένος να αντισταθεί και να αντιταχθεί στα όσα του ζητούσαν οι εναγόμενες να πράξει, με παρεπόμενο, τούτος να χρησιμοποιήσει το πληρεξούσιο κατά τα προλεχθέντα. Η ενάγουσα δεν είχε ποτέ πληροφορηθεί από τον XXXXX Αγρότη ότι τούτος θα χρησιμοποιούσε το πληρεξούσιο για τις μεταβιβάσεις, μηδέποτε και συγκατατέθηκε σε κάτι τέτοιο αφού ποτέ δεν θα συμφωνούσε σε αποξένωση των επίδικων ακινήτων. Οι εναγόμενες, ενόσω η ενάγουσα διέμενε μαζί τους, συμπεριφέρονταν έναντι της με ιδιαίτερη μυστικοπάθεια, χωρίς να της αποκαλύπτουν πως τα επίδικα ακίνητα είχαν ήδη μεταβιβαστεί στο όνομα τους και πλάθοντας την απατηλή εικόνα πως εξακολουθούσε να είναι η ιδιοκτήτρια των επίδικων ακινήτων. Οι εναγόμενες παραδέχονται πως ο XXXXX Αγρότης μεταβίβασε τα επίδικα ακίνητα στην εναγόμενη 1 χρησιμοποιώντας το πληρεξούσιο και ότι την 30.8.02 και την 4.9.02, η εναγόμενη 1 μεταβίβασε τα επίδικα ακίνητα στην εναγόμενη
- Ισχυρίζονται επίσης, πως ο XXXXX Αγρότης ανησυχούσε για την περιουσία της ενάγουσας ως εκ του δεσμού της τελευταίας με τον Αργεντινό άνδρα κάτι που αποτέλεσε αίτιο συγκρούσεων και διαπληκτισμών του πατέρα με την ενάγουσα την οποία και τούτος προειδοποίησε πως αν δεν διέκοπτε τη σχέση της, θα μεταβίβαζε τα επίδικα ακίνητα στην εναγόμενη 1 ή και στην εναγόμενη
- Η ενάγουσα αγνόησε τις παραινέσεις, συμφώνησε όμως να μεταβιβάσει μέσω του πατέρα της (ως πληρεξουσίου αντιπροσώπου της), τα επίδικα ακίνητα. Ο XXXXX Αγρότης είχε πληροφορήσει την ενάγουσα ότι θα μεταβίβαζε τα επίδικα ακίνητα, με την ενάγουσα να συμφωνεί με τον χειρισμό. Λέγει προσθέτως η εναγόμενη 2, πως (μαζί με την εναγόμενη 1, τον XXXXX Αγρότη και την ενάγουσα), συμφώνησαν και συναίνεσαν πως οι γονείς θα μεταβίβαζαν στις δύο θυγατέρες ακίνητη περιουσία, τον έλεγχο της οποίας θα διατηρούσαν οι γονείς. Τα σχετικά πληρεξούσια - συμπεριλαμβανομένου και του πληρεξουσίου - δεν υπογράφθηκαν για να εξυπηρετεί ο XXXXX Αγρότης τις θυγατέρες του αλλά γιατί με βάση την προειρημένη οικογενειακή διευθέτηση (στην οποία όλοι συμφώνησαν), για την τελική απόληξη των ακινήτων θα αποφαίνονταν οι γονείς χωρίς να έχουν λόγο οι θυγατέρες, ήταν δε σαφές ότι ο XXXXX Αγρότης θα συνέχιζε να έχει δικαιώματα σε όλη την ακίνητη περιουσία (μαζί με την εναγόμενη 1) και μετά από τις μεταβιβάσεις. Τίποτα από όσα ισχυρίζεται η ενάγουσα περί δολοπλοκιών και άλλων τινών ισχύει, αφού ο XXXXX Αγρότης προέβη σε μια συνειδητή επιλογή, μαζί με την εναγόμενη 1, για τη μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων. Για επίρρωση της αγωγής, η ενάγουσα παρουσίασε τη μαρτυρία των XXXXX Αγρότου (ΜΕ1), XXXXX Τέρλα (ΜΕ2), XXXXX Χριστοφόρου (ΜΕ3), XXXXX Αργυρού (ΜΕ4) και XXXXX Δανού (ΜΕ5), ενώ οι εναγόμενες, προς υπεράσπιση τους, τη μαρτυρία των XXXXX Atamyan (ΜΥ1), XXXXX Πίτσιακκου (ΜΥ2), XXXXX Παρέλλη (ΜΥ3), XXXXX Κωνσταντίνου-Χαραλάμπους (ΜΥ4) και XXXXX Αγρότου (ΜΥ5). Στην υπόθεση, εκτός των δικογραφημένων παραδοχών, εγκρίθηκαν ως παραδεκτά, σειρά γεγονότων για συνιστώσες των επίδικων θεμάτων. Ενέταξα τα παραδεκτά γεγονότα στο μαρτυρικό υλικό θεωρώντας τα ως δεδομένα και περιέχοντα παραδεκτή κατά το δίκαιον μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογίαν, John v Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 201/13, ημ. 17.6.16, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν Δημοκρατίας (Αρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 640, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, 501). Οι αναφορές των μαρτύρων και τα κατατεθέντα τεκμήρια, αξιολογήθηκαν πλήρως έστω και αν δεν αποτυπώνονται εδώ ρητώς, μη χρειαζούμενης της καταγραφής και επανάληψης τού περιεχομένου τους, εκτός μιας πολύ σύντομης περίληψης για πρακτικούς κυρίως σκοπούς (βλ. κατ' αναλογίαν, G&K Exclusive Fashions Ltd v Παπαδόπουλου και Άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Al Watani και Άλλων v Παπαδόπουλου
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1924, 1936-1937, Paphos Stone C Estates v Ζαβρού και Άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Οι περικοπές μεταφέρθηκαν ανεπάφως στο ανά χείρας κείμενο, από τα πρακτικά, τις γραπτές αγορεύσεις και τη δικογραφία. Παραθέτω αμέσως και συντετμημένως τη μαρτυρία. Η XXXXX Αγρότου (ΜΕ1), διά της γραπτής της κατάθεσης/Έγγραφο Α, παρέθεσε την εκδοχή της, διατρανώνοντας το ορθόν και το αληθές αυτής και αντικρούοντας τα όσα περί του αντιθέτου λέγουν οι εναγόμενες. Ο XXXXX Τέρλας (ΜΕ2), Πρωτοκολλητής στο Αστικό Τμήμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, κατέθεσε ως Τεκμήριο 13 γραπτή δήλωση κάποιας XXXXX Νατζαριάν, ως τούτο είχε κατατεθεί κατά την πρώτη δίκη. Η XXXXX Χριστοφόρου (ΜΕ3), με τη γραπτή της κατάθεση/Έγγραφο Β, έδωσε μαρτυρία ως γειτόνισσα με την οικογένεια Αγρότη, τοποθετούμενη για συμβάντα που βίωσε ως εκ της εγγύτητας αυτής, σε διάφορες χρονικές στιγμές. Ο XXXXX Αργυρού (ΜΕ4), εκτός από τα αναφερόμενα στη γραπτή του κατάθεση/Έγγραφο Γ, μίλησε για πτυχές που σχετίζονταν προς τις επίδικες μεταβιβάσεις όταν τούτος υπηρετούσε στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας ως Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός. Ο XXXXX Δανός (ΜΕ5), κατέθεσε ως εγγεγραμμένος εκτιμητής ακινήτων, εξηγώντας εκθέσεις εκτίμησης που συνέταξε για τα επίδικα ακίνητα (βλ. Τεκμήρια 16, 16Α, 16Β). Ο XXXXX Atamyan (ΜΥ1) - με αναφορά και στη γραπτή του κατάθεση/Έγγραφο Δ - έδωσε μαρτυρία ως ειδικός παθολόγος και για σειρά ετών προσωπικός ιατρός του XXXXX Αγρότη, περιγράφοντας τη σωματική κατάσταση και πνευματική υγεία του τελευταίου μέχρι και τον θάνατο του. Ο XXXXX Πίτσιακκος (ΜΥ2), πέραν όσων έγραψε στη δήλωση/Έγγραφο Ε, έδωσε μαρτυρία ως επί δεκαετίες δικηγορικός υπάλληλος και ιδιοκτήτης γραφείου κτηματολογικών υποθέσεων, αλλά και ως πιστοποιών υπάλληλος. Περιέγραψε όσα περιστοίχισαν τη σύνταξη του πληρεξουσίου και ενός άλλου πληρεξουσίου που είχε υπογράψει η εναγόμενη 2 προς τον XXXXX Αγρότη, επεξηγώντας διάφορα συναφώς διαμειφθέντα μεταξύ του ιδίου και του XXXXX Αγρότη. Η XXXXX Παρέλλη (ΜΥ3), κατέθεσε ως Γραφέας στο Αστικό Τμήμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, για ένορκη δήλωση του XXXXX Αγρότη ημερομηνίας 31.7.02 (βλ. Τεκμήριο 7) και για την παρασχεθείσα προς αυτόν εξουσιοδότηση από την ενάγουσα διά του πληρεξουσίου, τοποθετούμενη και για την εντύπωση που αποκόμισε για τον ομνύοντα κατά τον χρόνο της ορκοδοσίας του. Η XXXXX Κωνσταντίνου-Χαραλάμπους (ΜΥ4), Κτηματολογική Γραφέας στο Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας, είπε για τις επίδικες μεταβιβάσεις και τη διαδικασία που ακολουθείται στο Κτηματολόγιο όταν δημιουργείται υποψία στον αρμόδιο κτηματολογικό λειτουργό (κατά τη μεταβίβαση) ότι ένας ή περισσότεροι των συμβαλλομένων δεν φαίνεται να κατανοεί την εκτυλισσόμενη δικαιοπραξία, προβαίνοντας ταυτοχρόνως η μάρτυς και σε ειδικότερες αναφορές για την επίδικη περίπτωση. Η XXXXX Αγρότου (ΜΥ5), διασαφηνίζοντας και επεκτείνοντας τη γραπτή της δήλωση/Έγγραφο ΣΤ, κατέθεσε περί όλου σχεδόν του φάσματος των θεμάτων που κειμένως αφορούν, υποστηρίζοντας την υπερασπιστική εκδοχή. Στις επιμελείς αγορεύσεις, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι επιχειρηματολόγησαν πως η μαρτυρία και οι εφαρμοζόμενες νομικές αρχές δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν σε αποδοχή των αντίστοιχων θέσεων τους. Διεξήλθα τη γραπτή και προφορική μαρτυρία στην πλήρη της μορφή. Το ίδιο έπραξα με τη δικογραφία και τις αγορεύσεις των συνηγόρων. Μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης - θέτουσα εκ των πραγμάτων το Δικαστήριο σε πλεονεκτική θέση να βλέπει και να αξιολογεί τους μάρτυρες, με όλα τα ευεργετήματα που αυτό ενέχει (βλ. κατ' αναλογίαν, Μελή ν Κωνσταντίνου και Άλλων, ΠΕ 2/13, ημ. 13.3.19) - παρακολούθησα και άκουσα με την ίδια προσοχή και υπομονή τους μάρτυρες που κατέθεσαν. Έθεσα ως δείκτη το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο προέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και κύρος της γνώσης των μαρτύρων, το όποιο προσωπικό τους συμφέρον ή προκατάληψη στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν για να αντιληφθούν τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή για να πιστεύουν αυτά περί των οποίων μιλούσαν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, τις όποιες υπερβολές, ανακολουθίες ή και αντιφάσεις (σε αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις), τις τυχόν προηγούμενες γραπτές ή προφορικές ασυνεπείς ή αντιφατικές τους δηλώσεις, τη φιλαλήθεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους, τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ κατέθεταν και άλλα. Ήμουν προσεκτικός στο να μην αποδώσω υπέρμετρο βάρος στα εξωτερικά γνωρίσματα της μαρτυριακής τους διαγωγής μια και τούτο εμπεριέχει επικινδυνότητα (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806), μιας και δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαζόντως ικανοί στο να φανερώνουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που τους χαρακτηρίζει στην πραγματικότητα (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και γιατί μερικές συμπεριφορές στο εδώλιο μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών και όχι πάντοτε από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Αποτιμώντας τη μαρτυρία, δεν περιορίστηκα στην ατομική εκτίμηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων αλλά συσχέτισα και αντιπαρέβαλα τη μαρτυρία αυτή και με το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιωαννίδη και Άλλων ν Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, ΠΕ 80/13, ημ. 13.1.20, Γερολέμου ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και Άλλου, Ποιν. Έφ. 486/12, ημ. 10.9.19, Ιορδάνους ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 152/14, ημ. 19.4.18, Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Εφόδιο αξιολόγησης απάρτισε και η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση για την ανθρώπινη προσωπικότητα, γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη πάντοτε), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ' αναλογίαν, Καραολή ν Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου και Άλλων, ΠΕ 418/11, ημ. 15.2.18, C&A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Όσα τεκμήρια κατατέθηκαν για αναγνώριση και δεν μετουσιώθηκαν σε κανονικά τεκμήρια, αγνοήθηκαν ως μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογίαν, Κυπριακή Δημοκρατία ν EPCO Cyprus Ltd και Άλλων
(2007)1(Β) ΑΑΔ 883, 889-890, Δήμος Λευκωσίας ν ELK Trading Ltd
(2003)2 AAΔ 120, 122). Ως θα αναπτύξω αμέσως - και σε αντίθεση με τις XXXXX Αγρότου (ΜΕ1) και XXXXX Χριστοφόρου (ΜΕ3), που μου προξένησαν αρνητική εντύπωση - οι υπόλοιποι μάρτυρες, μου δημιούργησαν θετική εντύπωση, αφού ήσαν μεταξύ άλλων (και σε διαφορετικές διαβαθμίσεις ο καθένας), σταθεροί, ορθολογικοί και συνεπείς στη μαρτυρία τους. Τους λόγους περί της μαρτυριακής αξιοπιστίας θα τους παραθέσω πιο κάτω. Πριν το πράξω, τονίζω ότι το γεγονός πως κάποιοι μάρτυρες γίνονται δεκτοί ως αξιόπιστοι, δεν εξυπακούει αδηρίτως ότι τα όσα είπαν οι μάρτυρες αυτοί υπέχουν και ανάλογης αποδεικτικής βαρύτητας, μια και το ζήτημα της γενικότερης αξιοπιστίας των μαρτύρων δεν εναρμονίζεται κατ' ανάγκην με την αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Κίμωνος ως Εκκαθαριστή της Blue Seal Shoes Ltd v Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ, ΠΕ 66/13, ημ. 4.11.19, Ευσταθίου ν Μιχαήλ και Άλλης, ΠΕ 269/12, ημ. 23.7.19, Θεοχαρίδης ν Ιωάννου και Άλλων
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1311, 1319-1322). Αποσαφηνίζω αμέσως την αξιολογική μου κρίση για όλους τους μάρτυρες. Η XXXXX Αγρότου (ΜΕ1), προσπαθούσε να απομακρυνθεί κατά τη μαρτυρία της - προσχηματικώς και στοχευμένως - από οτιδήποτε θα μπορούσε να επιφέρει ρήγματα στην εκδοχή που προωθούσε. Για παράδειγμα, επιχείρησε προσεγμένως και επιτηδευμένως να συνδυάσει τις μεταβιβάσεις των επίδικων ακινήτων αποκλειστικώς και μόνον με τον XXXXX Αγρότη, παραδεχόμενη όμως στην αντεξέταση πως συγκεκριμένα ακίνητα είχαν μεταβιβαστεί στο όνομα της και στο όνομα της εναγόμενης 2 δυνάμει δωρεάς και από τους δύο γονείς και όχι μόνον από τον XXXXX Αγρότη. Η μάρτυς προφασίστηκε πως η επιλεκτική της αναφορά στον XXXXX Αγρότη δεν ήταν σκόπιμη, αφού «. πάνω στα έγγραφα του Κτηματολογίου φαίνονται και τα δύο ονόματα των γονιών μας». Αυτή η δικαιολογία, πέραν του ότι χρωματίζει έτι περισσότερον την τάση της μάρτυρος να διαλέγει να είναι ακριβής σε μερικές πτυχές της μαρτυρίας της (λέγοντας ας πούμε πως δεν θυμόταν κάποια γεγονότα ένεκεν του διαρρεύσαντος χρόνου αλλά και των συνθηκών που τούτα επισυνέβησαν, όπως η υπογραφή του πληρεξουσίου), ενώ σε άλλες πτυχές της μαρτυρίας της να περιγράφει ανακριβώς (για να λεχθεί το πιο λίγο), τον μεταβιβάσαντα τα επίδικα ακίνητα, ως τον XXXXX Αγρότη, χωρίς αναφορά στην εναγόμενη 1, με την πολύ επιφανειακή αιτιολογία ότι αμφότεροι (πατέρας και μητέρα) εμφαίνονται στα σχετικά κτηματολογικά έγγραφα ως οι μεταβιβάσαντες. Αυτή η δικαιολογία της μάρτυρος, όχι μόνον δεν αμβλύνει την από μέρους της παράλειψη αναφοράς και των δύο γονιών σε ό,τι τώρα συζητείται, αλλά και υπερθεματίζει τη βολετή επιλογή της - στη βάση και των όσων τούτη προωθεί με την αγωγή - να φέρει στο προσκήνιο μόνον τον πατέρα της (XXXXX Αγρότη). Παρενθέτω, πως οι αναφορές της μάρτυρος ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί κάποια πράγματα ως εκ του χρόνου που παρήλθε, δεν ήσαν, ως παρατήρησα, βασισμένες επί θεμιτών λόγων (ως είναι η ανθρώπινη αδυναμία). Απλούστατα, η μάρτυς κατέφευγε στα περί ελλειμμάτων μνήμης ως πρόφαση και τούτο επειδή δεν έλεγε ακεραία την αλήθεια. Προσεγγίζοντας τη μαρτυρία της υπό αυτήν την οπτική - πράττοντας το ίδιο και για όλους τους μάρτυρες - είχα υπόψιν (και ως αυτοπροειδοποίηση) τη θέση της νομολογίας ότι κατά κανόναν είναι ανθρωπίνως αδύνατον (χωρίς να υπαινίττεται η νομολογία πως δεν υπάρχουν άτομα με εξαιρετικό μνημονικό ή πρόσωπα που ψεύδονται), οι μάρτυρες να θυμούνται κάθε λεπτομέρεια που αφορά στο εκάστοτε επίδικο περιστατικό (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιωσηφίδης ν Αστυνομίας
(2014)2(Α) ΑΑΔ 307, 314-315, Κλεοβούλου ν Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 17, 28, Coleman v Wathen
(1793)5 TR 245) και ότι, ως υπεδείχθη στην Σκορδέλλη και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 101/13, ημ. 6.6.16 (διά της Ψαρά-Μιλτιάδους Δ.) «. η ανθρώπινη μνήμη δεν λειτουργεί μηχανιστικά και σίγουρα ο ανθρώπινος νους δεν εργάζεται ως ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής ώστε να καταγράφει εξομοιωτικά και να αναπαράγει με τον ίδιο τρόπο λεπτομέρειες περιγράφοντας μια σκηνή ή ένα επεισόδιο. Στο κάθε άτομο, ενδεχομένως να εντυπώνονται διαφορετικές λεπτομέρειες με βάση τα προκρίματα και τα ενδιαφέροντα του ...». Σε σχέση προς το πληρεξούσιο, η μάρτυς είπε ότι πληροφορήθηκε για πρώτη φορά περί της ύπαρξης του όταν επισκέφθηκε το Κτηματολόγιο Λευκωσίας την 17.4.
- Είχε πει όμως πως έμαθε εκ των υστέρων πως ο πατέρας της είχε προβεί σε μεταβιβάσεις περιουσίας, παρουσιαζόμενος στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας εκ μέρους της, με την ίδιαν να μην παρευρίσκεται αυτοπροσώπως για τον σκοπό αυτό. Η μάρτυς, προσθέτοντας στις απαντήσεις της και το ότι τα περί μεταβιβάσεων θα τα «. θυμόμουν πολύ περισσότερο εάν πήγαινα η ίδια στο Κτηματολόγιο και υπόγραφα τα σχετικά έγγραφα», επιχείρησε με γενικολογίες και αοριστολογίες να διαχωρίσει τις μεταβιβάσεις από την όποια γνώση είχε περί ύπαρξης του πληρεξουσίου. Σε άλλο στάδιο της αντεξέτασης, απαντώντας σε υποβολή πως τα ακίνητα είχαν δοθεί στην ίδιαν και στην εναγόμενη 2 από τους γονείς οι οποίοι θεωρούσαν ότι εκείνοι θα αποφάσιζαν για την τύχη των ακινήτων (και για την κατανομή τους), είπε πως τα ακίνητα ήσαν γραμμένα στο όνομα της καθεμιάς αδελφής και πως ο πατέρας τους είχε πληρεξούσιο και «. διαχειριζόταν την περιουσία προς όφελος της κάθε μιας. Και σίγουρα ο πατέρας μου ως δίκαιος άνθρωπος δεν θα αδικούσε καμιά από τις δύο εις βάρος της άλλης». Με την απάντηση, η μάρτυς - παραθέτοντας τη συγκεκριμένη εκδοχή με αδιάπτωτη ομολογουμένως ροή - έδειξε ότι ήξερε καλώς για την ύπαρξη του πληρεξουσίου και του περιεχομένου του, όπως και για τη δυνατότητα του XXXXX Αγρότη να διαχειρίζεται τα περί της ακίνητης περιουσίας που αφορούσε στις θυγατέρες του, κάτι που - ως ζήτημα εκδοχής και όχι αυστηρώς μαρτυριακής αξιοπιστίας - περιβάλλει με κάποια ανακολουθία τα όσα είπε η μάρτυς επί του σημείου. Περιπλέον, η μάρτυς παρέθεσε θέσεις που έτειναν να τεκμηριώσουν πως οι εναγόμενες πίεζαν και εκφόβιζαν τον XXXXX Αγρότη, με όλα τα προβλήματα υγείας που είχε (ως εκ της ηλικίας και του κατ' ακολουθίαν ευάλωτου του), για να πιέσει την μάρτυρα να διακόψει τη σχέση της με τον Αργεντινό άνδρα με τον οποίον συνδεόταν αισθηματικώς και ότι όταν αυτό απέτυχε, ο πατέρας προχώρησε στη μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων από το όνομα της μάρτυρος στο όνομα της εναγόμενης 1 διά του πληρεξουσίου. Όλα αυτά, κατά την μάρτυρα, συνέβησαν από τα μέσα 2002 μέχρι και τη μέρα που ο XXXXX Αγρότης υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο (στις 17.2.03). Εκείνο που φύεται ως εγγενώς ανακόλουθο (ως θέση και ισχυρισμός της μάρτυρος), είναι πως (με βάση τα λεχθέντα της), η συρροή των μεταβιβάσεων των επίδικων ακινήτων άρχισε την 1.8.02 και τέλεψε την 4.9.02 και έτσι δεν μπορεί να αποφευχθεί ως εύλογο, το αντικειμενικό ερώτημα - απτόμενο του συμπαγούς και λελογισμένου της εκδοχής και όχι της αξιοπιστίας τής μάρτυρος - γιατί είναι που οι εναγόμενες συνέχισαν να τρομοκρατούν, ως λέχθηκε από την μάρτυρα, τον XXXXX Αγρότη μέχρι και τον Φεβρουάριο
- Η υπερασπιστική αυτή εκδοχή τέθηκε στην μάρτυρα, με την τελευταία όμως να αποφεύγει να απαντήσει αμέσως και ευθέως λέγοντας (σε δεύτερο στάδιο), ότι δεν είχε ακούσει ποτέ περί της μεταβίβασης πριν από τον Απρίλιο 2002 και έτσι δεν θα ήταν δυνατόν να είχε διάφορη αντίληψη και αντίκριση επί των όσων είχε τοποθετηθεί προηγουμένως. Μολοντούτο - ακόμη και με βάση την υστερότερη (υποτιθέστο) γνώση της για το τι πραγματικώς συνέβη - η μάρτυς διάλεξε να παρουσιάσει μια πολύ δυσμενή εικόνα για τις εναγόμενες αποδίνοντας σε αυτές αντικειμενικώς απαράδεκτες συμπεριφορές προς τον ανήμπορο και επιρρεπή (κατά την εκδοχή της μάρτυρος) XXXXX Αγρότη (και σε βάθος χρόνου), για να πείσει πως, ακριβώς, οι ενέργειες του XXXXX Αγρότη προέρχονταν από το γεγονός πως τούτος ενέδωσε εν τέλει στις πιέσεις των εναγόμενων προχωρώντας στη μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων (όχι απευθείας στην εναγόμενη 2 ως θα μπορούσε να έκαμνε αλλά στην σύζυγο του). Όταν δικαίως κλήθηκε η μάρτυς από τον κ. Καντούνα να πει αν οι εναγόμενες «Από τον πατέρα σας είχαν τίποτε άλλο να εξασφαλίσουν σε σχέση με την περιουσία σας μετά την 01/08/2002 .», η μάρτυς (ευρισκόμενη εμφανώς σε αμηχανία), είπε ότι οι εναγόμενες χρησιμοποίησαν τον πατέρα της «. ως μέσο για να πετύχουν αυτό που ήθελαν, διαφορετικά ο πατέρας μου δεν υπήρχε περίπτωση να μου αφαιρούσε περιουσία», για να διευκρινίσει αμέσως μετά, πως δεν γνώριζε τις βλέψεις που μπορεί να είχαν επί τούτω οι εναγόμενες, αφήνοντας έτσι έωλη στήριξης, έστω και φραστικής, την υπό συζήτησιν εκδοχή. Η μάρτυς δεν κατέθεσε με ειλικρίνεια ούτε και σε αυτή την έκφραση της μαρτυρίας της. Τούτη η διαπίστωση, δεν συνιστά αποκλειστικώς απόρροια της κακής επί του εδωλίου μαρτυριακής διάθεσης που αντικαθρέφτισε η μάρτυς, αλλά και ορθολογικής συνοχής των όσων είπε επιχειρώντας να μεταθέσει τα βιώματα της στον χρόνο που τούτα επισυνέβαιναν και όχι σε ενεστώτα χρόνο έχοντας και το όφελος της μεταγενέστερης γνώσης που απέκτησε περί των πραγμάτων (ως αυτή η γνώση διαμορφώθηκε και διαρθρώθηκε στο μεταξύ). Με άλλα λόγια - και το έθιξε αυτό επιγραμματικώς ο κ. Καντούνας στην αγόρευση του - η μάρτυς είπε ότι δεν είχε ακούσει περί μεταβίβασης ακίνητης περιουσίας όταν εξακρίβωνε την κακή συμπεριφορά των εναγόμενων προς τον XXXXX Αγρότη κατά τους κρίσιμους χρόνους (μεταξύ του δεύτερου περίπου εξαμήνου 2002 και Φεβρουαρίου 2003). Πιο συγκεκριμένα - και έχει τη σημασία του να μεταφερθεί αυτούσια η περικοπή από τα πρακτικά ως εκ του περιεχομένου που αντανακλά - η μάρτυς είπε πως «. Δεν άκουσα εγώ για καμία μεταβίβαση. Η μητέρα και η αδελφή μου τον πίεζαν για κάτι, δεν είχαν αποκαλύψει ποτέ λεκτικά τι του ζητούσαν, απλά του έλεγαν «Αν δεν ακολουθάς τις υποδείξεις μας εμείς θα σε κλείσουμε στο γηροκομείο». Τι είδους, αυτό δεν το γνώριζα, δεν τις άκουσα να το λένε. Εγώ ό,τι άκουσα το άκουσα από το Κτηματολόγιο μετά τον θάνατο του πατέρα μου όταν επισκέφθηκα για να αποκτήσω περισσότερα κοτσιάνια, ό,τι δεν είχα». Παρ' όλα αυτά, η μάρτυς είχε αναφέρει στη γραπτή δήλωση/Έγγραφο Α, πως οι εναγόμενες (οι οποίες δεν ενέκριναν την προσωπική της σχέση και δεσμό με τον αλλοδαπό άνδρα) «. έλεγαν και άφηναν να εννοηθεί ότι δεν θα τον αφήσουν να μου φάει την περιουσία μου και μεταξύ άλλων μου έλεγαν «Δεν εδούλεψε τόσα χρόνια ο πατέρας σου για να κάμει τόση περιουσία και να έλθει τώρα να την φάει ο Αργεντινός»». Η μάρτυς, παραθέτοντας τα αυτά, ενέπλεξε εαυτόν σε ένα κυκεώνα αντιφατικών και αλυσιτελών ισχυρισμών, με τρόπο που φανερώς έδειχνε ότι έκρυβε κάτι από την όλη αλήθεια των πραγμάτων. Μπορεί μεν τούτη να προέβαλε ως δικαιολογία πως δεν άκουσε «. για καμία μεταβίβαση .», πλην όμως η απόλυτη θέση της ότι δεν ήξερε - ή έστω πως δεν μπορούσε να υπολογίσει - τι είναι αυτό που οι εναγόμενες και ο XXXXX Αγρότης σκέπτονταν ή σκόπευαν να κάνουν, δεν εξεικόνιζε πειστικότητα. Η μάρτυς περιέπεσε και σε αντιφάσεις αλλά και μαρτυριακές διαθλάσεις και όσον αφορά στην κατάσταση της σωματικής και ψυχικής υγείας του πατέρα της και προπάντων για τα παρεπόμενα αυτής στον τρόπο με τον οποίο ο XXXXX Αγρότης χειρίστηκε την επίδικη κατάσταση. Η μάρτυς ήταν και υπερβολική σε αρκετές περιπτώσεις και το χειρότερον, αόριστη και γενικόλογη, στην αιτιολόγηση που έδινε ανά περίπτωσιν για τον κάθε ανάλογο ισχυρισμό της. Ισχυρίσθηκε ότι μετά από τον Απρίλιο-Μάιο 2002 (όταν ο πατέρας της υπεβλήθη σε εγχείρηση στο πόδι), η «. κατάσταση του η φυσική δεν ήταν αναρρώσιμη .» και πως τούτος είχε κινητικά προβλήματα μη μπορώντας να περπατήσει πέραν μερικών βημάτων αφού ανισορροπούσε και έπρεπε τουτέστιν να συνοδεύεται. Μετέπειτα, η μάρτυς προσδιόρισε την κατάσταση ως άθλια, υπογραμμίζοντας πως ο πατέρας της «. βασιζόταν και επηρεαζόταν από τη μητέρα και την αδελφή μου. Του μουρμουρούσαν συνεχώς». Παρ' όλα αυτά - και το γράφω ως δείγμα ασυνέχειας στην εκδοχή της και ουχί ως ένδειξη μαρτυριακής αναξιοπιστίας - η μάρτυς δεν αντιτέθηκε ευθέως και σαφώς στην άποψη του ιατρού XXXXX Atamyan (ΜΥ1), ο οποίος, μ' όλο που εντόπισε κάποια μικρά προβλήματα (λόγου χάριν στην ευχέρεια του XXXXX Αγρότη να ντύνεται), τον είχε προσέξει να κινείται μονάχος, να πηγαίνει στην τουαλέτα του ιατρείου και να βγαίνει έξω άνευ βοήθειας και δίχως ιδιαίτερη δυσχέρεια. Η μάρτυς ήταν ασυνεπής και σε μια άλλη πτυχή της εκδοχής της. Υιοθετώντας το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, δέχθηκε κατ' ουσίαν και το ότι (ως περιγράφεται στην παράγραφο 13 της Έκθεσης Απαίτησης), πως ο πατέρας της «. τα τελευταία χρόνια λόγω γήρατος δεν μπορούσε να διαχειρίζεται τα οποιαδήποτε περιουσιακά του στοιχεία και τις προσωπικές του υποθέσεις και δεν είχε οποιαδήποτε ενεργό ανάμειξη σε αυτές». Η Έκθεση Απαίτησης (στην τροποποιημένη της μορφή), καταχωρίστηκε την 8.9.
- Αντεξεταζόμενη, η μάρτυς περιόρισε, στα πολλά, το χρονικό φάσμα της παρουσιαζόμενης αδυναμίας ή ανικανότητας του XXXXX Αγρότη να διαχειρίζεται τα περιουσιακά του στοιχεία και τις προσωπικές του υποθέσεις, από τον Μάιο 2002 μέχρι τον Μάρτιο 2003 (στην πιο έντονη μορφή της). Αυτή η εξελικτική διεργασία, μέχρι που να καταλήξει η μάρτυς στην τοποθέτηση που είπα, πέρασε μέσω αλυσίδας ερωτήσεων και αξιοσημείωτων προσπαθειών της να αποφύγει την εκφορά σαφών απαντήσεων, περιορίζοντας και το χρονικό διάστημα περί του οποίου ομιλούσε (από έτη σε μερικούς μήνες), γεγονός που (εκτός από μαρτυριακή υπεκφυγή), ανέδειξε (για μια ακόμη φορά) και μαρτυριακή υπερβολή. Επέμεινε η μάρτυς ότι ο πατέρας της δεν ήταν σε θέση να διαχειριστεί την περιουσία του «. και λόγω της ηλικίας του, ήταν 86-87 χρονών και θέμα ηλικίας και υγείας .». Όταν της τέθηκε πως ο πατέρας της την 19.7.02 (λίγες βδομάδες πριν από τη μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων) είχε υπογράψει ως εγγυητής σε τραπεζικό δάνειο - αναγνωρίζοντας η μάρτυς την υπογραφή του επί του αντίστοιχου εγγράφου (βλ. Τεκμήριο για Αναγνώριση 2) - η μάρτυς κατά τρόπον που εκδήλωνε εναργώς ένα αμυντικογενές εγχείρημα μετατόπισης της ουσίας του ερωτήματος, είπε ότι ο πατέρας της ήταν για έτη πολύ καλός πελάτης της τράπεζας διερωτώμενη και γιατί τούτος να μην γινόταν αποδεκτός ως εγγυητής και υποκρινόμενη (ως είδα) πως δεν εννοούσε ότι η ουσία του ερωτήματος έγκειτο αλλού και δη στο ότι ο XXXXX Αγρότης δεν βρισκόταν στην εξαθλιωμένη και μη αναστρέψιμη κατάσταση σωματικής (και πνευματικής) υγείας για να μην μπορεί να εκτελεί ενέργειες ως η περιγραφόμενη. Παρεμβάλλω, πως το γεγονός ότι το περί ου ο λόγος έγγραφο εγγύησης έμεινε κατατεθειμένο ως τεκμήριο για αναγνώριση (δίχως να μετατραπεί σε κανονικό τεκμήριο), δεν ακυρώνει υπό τις περιστάσεις τη μαρτυρία και παραδοχές της μάρτυρος για ό,τι τούτη επιθυμούσε να εκφράσει μη αρνούμενη το γεγονός της υπογραφής του εγγράφου (ασχέτως περιεχομένου), αφού η από μέρους της σχετική αναφορά στο έγγραφο έγινε για να καταδείξει απλώς την ύπαρξη του εγγράφου ως τέτοιου και όχι την αλήθεια του περιεχομένου του (βλ. κατ' αναλογίαν, Κυπριακή Δημοκρατία ν Epco Cyprus Ltd και Άλλων
(2007)1(Β) ΑΑΔ 883, 890). Εν πάση περιπτώσει, το ίδιο έγγραφο, κατατέθηκε και ως Τεκμήριο 26 (από την Υπεράσπιση), χωρίς ένσταση. Η μάρτυς αμφισβητήθηκε και για την αναφορά της (στην παράγραφο 13 της γραπτής κατάθεσης/Έγγραφο Α), ότι ο πατέρας της τον «. Ιανουάριο του 1998 υπέστη το πρώτο εγκεφαλικό επεισόδιο .». Τη θέση της αυτή, η μάρτυς αναγκάστηκε να τη διαφοροποιήσει όταν της υποβλήθηκε πως ο πατέρας της δεν υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο το 1998 και ότι το εγκεφαλικό του XXXXX Αγρότη προκλήθηκε την 17.2.03. Ως δικαιολογία για τη σοβαρή - ως τη θεωρώ (με γνώμονα τα επίδικα θέματα) - παραπληροφόρηση της μάρτυρος (αναγόμενης και σε ψεύδος), τούτη προέταξε πως τον Ιανουάριο 1998 ο πατέρας της είχε «. πάθει . μια λιποθυμία και είχε δοθεί η εντύπωση ότι πέρασε ελαφρύ εγκεφαλικό .». Ο τρόπος με τον οποίο η μάρτυς απάντησε επί του προκειμένου (έχοντας προηγουμένως δηλώσει ενόρκως διαφορετικώς [αλλά όχι αυτομάτως ως εξ αυτού του λόγου και μόνον]), δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητος (βλ. κατ' αναλογίαν, Αυξεντίου ν Δίγκλη
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1367, 1371). Με τον τρόπο που εκφράστηκε η αναφορά της, αναδεικνύει την ευκολία με την οποία η μάρτυς μετάλλασσε και προσάρμοζε αναλόγως των ερωτήσεων και του αντεξεταστικού κλίματος, τις απαντήσεις και εκδοχές της. Στο ίδιο μοτίβο, κατατάσσεται και η παραδοχή της λίγο μετά που ομίλησε για την εντύπωση της περί του εγκεφαλικού του XXXXX Αγρότη, ότι ο γιατρός που εξέτασε τον πατέρα της διέγνωσε πως ο XXXXX Αγρότης «. έπασχε από καρδιακή μυοπάθεια και μας σύστησε ότι όταν θα είχε χαμηλή αρρυθμία της καρδιάς του θα έπρεπε να τοποθετηθεί βηματοδότης και αυτό και έγινε. Ακολουθήσαμε τις οδηγίες του γιατρού» και πως δεν άκουσε τον γιατρό να μιλά περί εγκεφαλικού και ότι απλώς στο «. σπίτι συζητιόταν ότι ενδεχομένως να είχε πάθει ελαφρύ εγκεφαλικό». Από όλα αυτά φύεται πως ενώ η μάρτυς κάτεχε κατά τα φαινόμενα ευθύς εξαρχής ότι, κατά το έλασσον, ο πατέρας της δεν είχε υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο και πως τα περί εγκεφαλικού συζητιούνταν στο σπίτι, τούτη διάλεξε να μην το απογράψει στη γραπτή κατάθεση/Έγγραφο Α αλλά ούτε και να το εξειδικεύσει ιδιοβούλως κατά την κυρίως εξέταση, ακόμη και μετά που υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης/Έγγραφο Α. Η μάρτυς, επιχειρώντας να εξηγήσει την άποψη της πως ο XXXXX Αγρότης απώλεσε, κατά τους κρίσιμους χρόνους, την ικανότητα να αντιλαμβάνεται τα τεκταινόμενα γύρω του, είπε και το ότι αυτός άρχισε «. να μας λέει διάφορα ότι βλέπει σκιές. Το πώς εγώ το αντιλαμβάνομαι το θέμα της ικανότητας αυτής που περιγράφει ο κύριος Καντούνας, μας έλεγε «Βλέπω σκιές», έκανε επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις τύπου «Πήρα τα χάπια μου; Δεν τα πήρα», αν είχε φάει, έχει τίποτε άλλο και αυτό ήταν καθημερινό φαινόμενο. Για εμένα κάποιος που λέει ότι βλέπει σκιές μου δίνει την εντύπωση ενός ανθρώπου που δεν έχει καθαρό μυαλό και αυτό συνεχίστηκε και μέχρι τη μέρα που έπαθε εγκεφαλικό το 2003». Ό,τι ενδιαφέρει τώρα δεν είναι τόσον τα τελικά συμπεράσματα της μάρτυρος (για τα οποία δεν κατέχει και πραγματογνωμοσύνη), αλλά η διάθεση και ροπή της να ερμηνεύει σχεδόν τα πάντα ως ενδεικτικά πνευματικής ανικανότητας, δυσχέρειας ή και αστοχίας του πατέρα της, στη βάση όσων η ίδια θεωρούσε ως σταθερές ή μεταβλητές και όχι (επί παραδείγματι) ως αίτιο ανησυχίας της (μεταφερόμενος κανείς στους χρόνους εκείνους), για να επιδιώξει η μάρτυς κάποιας μορφής ιατρική βοήθεια για τον πατέρα της. Επιβάλλεται μια παρένθεση. Η κ. Μαυρονικόλα επιχειρηματολόγησε ότι η Υπεράσπιση πάσχισε παραπλανητικώς να εμφανίσει την μάρτυρα ως επιχειρούσα να παρουσιάσει τον πατέρα της ως διανοητικώς ανίκανο. Ήταν θέση της συνηγόρου πως η μαρτυρία της μάρτυρος εστιάστηκε στο ότι ο XXXXX Αγρότης δεν μπορούσε να αντιληφθεί την πλεκτάνη των εναγόμενων και πως αυτός δεν ήταν σε θέση να τους αντισταθεί και πως αν τούτος «. αντιλαμβανόταν τι έκαμνε (ότι δηλαδή αποξένωνε περιουσία από τη μία του κόρη και την οποία περιουσία θα έπιανε η άλλη) δεν θα προέβαινε στις επίδικες μεταβιβάσεις» και ότι η μάρτυς «. δεν είπε ποτέ ότι δεν ήταν στα καλά του ή ότι δεν τα είχε 400, όπως πολλές φορές της υπέβαλε ο συνάδελφος. Όλη της η μαρτυρία δείχνει την αδυναμία του XXXXX να αντισταθεί στις Εναγόμενες λόγω της ηλικία και της υγείας του και ότι ο XXXXX έκανε ότι του έλεγαν οι Εναγόμενες. Ότι τον ξεγέλασαν στο να πιστέψει ότι ο Αργεντινός θα της έτρωγε την περιουσία της, για να τον οδηγήσουν να προβεί στις επίδικες μεταβιβάσεις νομιζόμενος ότι η Εναγόμενη 1 θα προστάτευε την Ενάγουσα». Δεν έχουν έτσι τα πράγματα. Συχνώς είναι που η μάρτυς εκτόξευε αιχμές στη μαρτυρία της (ή άφηνε να νοηθεί) πως πράξεις, συμπεριφορές ή και καταστάσεις σχετιζόμενες προς την υγεία του XXXXX Αγρότη, έδειχναν πως αυτός ήταν άτομο που δεν «. έχει καθαρό μυαλό .», ή αντίληψη ότι ενεργούσε σωστά (όπως όταν η μάρτυς ερμήνευσε τη συμμετοχή του XXXXX Αγρότη στη ψηφοφορία για τις προεδρικές εκλογές της εποχής, μεταφερόμενος από τις εναγόμενες σε εκλογικό κέντρο «. εφόσον από μέρες πριν του έκαμναν εκπαίδευση ποιον να ψηφίσει, του έφερναν δείγμα του ψηφοδελτίου, πού να βάλει τον σταυρό και ποιον να ψηφίσει τη μέρα των προεδρικών»). Ένα από τα παραδείγματα που η μάρτυς έδωσε για τα περί (ανυπαρξίας) καθαρού μυαλού του XXXXX Αγρότη, ήταν και το ότι αυτός (ισχυριζόμενη η μάρτυς πως τούτος έβλεπε σκιές), έδινε στην μάρτυρα (ως αυτή είπε για τον XXXXX Αγρότη) «. την εντύπωση ενός ανθρώπου που δεν έχει καθαρό μυαλό και αυτό συνεχίστηκε και μέχρι τη μέρα που έπαθε εγκεφαλικό το 2003». Επομένως, τούτα όλα διόλου δεν συνυφαίνονται ή συνταιριάζονται με την υπό ανάλυσιν άποψη της μάρτυρος, αφού αναδύουν, όντως (και το λιγότερον), αύρα διαφιλονίκησης τής διανοητικής κατάστασης του XXXXX Αγρότη (στους χρόνους που τα παραδείγματα τούτα αφορούσαν) και όχι απλώς αδυναμία του (από παραπλάνηση ή δολιότητα των εναγόμενων) να καταλάβει την μηχανορραφία τους. Δεν μπορεί να παραβλεφθεί και το ότι οι θέσεις αυτές της μάρτυρος (περί διανοητικής ανικανότητας του XXXXX Αγρότη), συναποτέλεσαν σημείο αναφοράς στην Έκθεση Απαίτησης (στην παράγραφο 18) «. αναφορικά με τους ισχυρισμούς των παραγράφων 17 και/ή 18 της Έκθεσης Απαίτησης και/ή των υπολοίπων παραγράφων», όπου (στην παράγραφο 18(β)), αναφέρεται πως, ενώ οι εναγόμενες «. εγνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι ο πατέρας της Ενάγουσας δεν ήταν σε καλή διανοητική και/ή πνευματική και/ή ψυχολογική κατάσταση και/ή ότι ήταν άρρωστος και/ή όχι υγιής και/ή ότι δεν ήταν σε θέση να χειριστεί περιουσιακά θέματα και/ή μεταβιβάσεις ακινήτων, τον παρέσυραν και/ή τον παραπλάνησαν και/ή τον μετέφεραν στο Κτηματολόγιο και/ή στο Δικαστήριο και/ή τον υποχρέωσαν και/ή τον εξανάγκασαν και/ή τον ξεγέλασαν και/ή τον έπεισαν να κάνει χρήση του εν λόγω Πληρεξουσίου Εγγράφου ημερομηνίας 25/6/1985, να μεταβιβάσει την εν λόγω ακίνητη περιουσία της Ενάγουσας δυνάμει δήθεν δωρεάς στο όνομα της μητέρας της, Εναγόμενης αρ. 1, και αμέσως μετά να μπορούν να την μεταβιβάσουν και/ή όντως την μεταβίβασαν στον όνομα της Εναγόμενης αρ. 2». Ομοίως, στην παράγραφο 18(ε) της Έκθεσης Απαίτησης, δικογραφείται πως οι εναγόμενες εκμεταλλεύτηκαν «. το βαθύ γήρας του πατέρα της Ενάγουσας και/ή την αρρώστια του και/ή την όχι καλή κατάσταση της υγείας του και/ή της διανοητικής του ικανότητας και/ή τον επικείμενο θάνατο του και πέτυχαν πρώτα να μεταβιβαστεί η εν λόγω ακίνητη περιουσία της Ενάγουσας ως δήθεν δωρεά από την Ενάγουσα προς την Εναγόμενη αρ. 1 αλλά η πράξη να γίνει από τον πατέρα της Ενάγουσας και με την χρήση του εν λόγω Πληρεξουσίου Εγγράφου ημερομηνίας 25/6/1985, ο οποίος μετά θα πέθαινε και όντως πέθανε, και μετά από την Εναγόμενη αρ. 1 στην Εναγόμενη αρ. 2 για να περιπλέξουν τα πράγματα και/ή την όλη υπόθεση και/ή να δυσκολέψουν την Ενάγουσα να επανακτήσει την εν λόγω περιουσία της αφού ισχυρίζονται και/ή παρουσιάζονται και/ή επικαλούνται ότι οι πρώτες μεταβιβάσεις από την Ενάγουσα προς την Εναγόμενη αρ. 1 έγιναν από την πατέρα της Ενάγουσας νομότυπα, οπόταν οι μετέπειτα δεύτερες μεταβιβάσεις από την Εναγόμενη αρ. 1 προς την Εναγόμενη αρ. 2 δεν έχουν οποιοδήποτε πρόβλημα» (οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου). Μια έτερη πτυχή της μαρτυρίας της μάρτυρος (που πάλι προξένησε κακή εντύπωση) - και που δεν διαχωρίζεται απολύτως από όσα μόλις τώρα υποδείχθηκαν για τα περί των αναφορών της στη διανοητική ικανότητα του XXXXX Αγρότη - αφορά στο αμφίσημο της εκδοχής της πως (σε αδρές γραμμές), ο πατέρας της εκβιαζόταν από τις εναγόμενες ενώ συν τω χρόνω τούτος δεν βρισκόταν σε θέση να αντιληφθεί (εξαιτίας μειωμένης πλέον πνευματικής ικανότητας από τα προβλήματα υγείας του), τι συνέβαινε γύρω του, τι υπέγραφε και τι δεν υπέγραφε. Οι τοποθετήσεις της επί σειράς στοχευμένων ερωτήσεων του κ. Καντούνα για το θέμα, χαρακτηρίζονταν από ένα συνονθύλευμα θέσεων και απόψεων που είτε απέδιδαν επίδικες πράξεις και ενέργειες του XXXXX Αγρότη σε διανοητική του αδυναμία, είτε σε συνειδητοποιημένες αποφάσεις του στη βάση συγκεκριμένων γεγονότων και περιστάσεων που αυτός είχε ενώπιον του προς κρίσιν στους επίδικους χρόνους. Αυτή η ετερογενής σύμμειξη εκδοχών και θέσεων παρατηρήθηκε από την αρχή, στη γραπτή κατάθεση της μάρτυρος (βλ. Έγγραφο Α), όπου παραδείγματος χάριν (στην παράγραφο 22), αυτή απέγραψε πως «. ο πατέρας μου ήταν βαριά άρρωστος και αρκετά γέρος που δεν αντιλαμβανόταν πλήρως τι έκαμνε αλλά ούτε και είχε τη δύναμη να αντισταθεί και να αρνηθεί στις Εναγόμενες αυτά που του ζητήσαν να κάνει» και στην παράγραφο 25 ισχυρίστηκε πως «. οι Εναγόμενες πίεσαν τον πατέρα μου . ενώ γνώριζαν ότι αυτός δεν ήταν σε καλή διανοητική, πνευματική και ψυχολογική κατάσταση .» (οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου). Το ευμετάβλητο (και) της εκδοχής αυτής της μάρτυρος, φαίνεται και από άλλες αναφορές της. Όπως, για το ότι ο πατέρας της αν καταλάβαινε «. τι έκανε, σε καμιά περίπτωση δεν θα υπέγραφε αυτό το χαρτί και ούτε τα υπόλοιπα, ότι χρειάστηκαν», ως και από δηλώσεις της πως ο XXXXX Αγρότης εξαπατήθηκε από τις εναγόμενες, με αυτές να τον πείθουν ότι ο Αργεντινός φίλος της (ως είπε η μάρτυς) «. δήθεν θα μου έτρωγε την περιουσία . και ότι έπρεπε να προστατευθεί η περιουσία μου» και πως ο πατέρας της δεν αντιλήφθηκε την παγίδα των εναγόμενων «. γι' αυτό και εκ των υστέρων η περιουσία μου μεταβιβάστηκε πρώτα στη μητέρα μου, εκείνη ήταν η παγίδα για τον πατέρα μου, το οποίο δεν αντιλήφθηκε τι θα ακολουθούσε. Διότι η μητέρα θα προστάτευε την περιουσία. Και γι' αυτό πείσθηκε ο πατέρας μου». Έτσι - και υπό αυτό το πρίσμα - η μαρτυρία και εκδοχή της μάρτυρος παρέπεμπε σε μια νεφελώδη κατάσταση από την οποία τούτη αλίευε, αναλόγως των δικονομικών και αποδεικτικών της αναγκών (ως τις κατανοούσε), για να πετύχει τη δημιουργία των απαραίτητων (κατά τη γνώμη της) εντυπώσεων (και ουσίας) και να δρέψει τους όποιους καρπούς πρόκυπταν. Απορρίπτω τη μαρτυρία της XXXXX Αγρότου (ΜΕ1). Ο XXXXX Τέρλας (ΜΕ2), κατέθεσε χειρουργικώς για ό,τι του ζητήθηκε, με τρόπο επαγγελματικό και αποστασιοποιημένο. Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Τέρλα (ΜΕ2). Η XXXXX Χριστοφόρου (ΜΕ3), ενώ παρουσιάστηκε αρχικώς ως μάρτυς που θα κατέθετε για όσα παρατήρησε πρωτογενώς στους χρόνους που ξεχώρισε για να καλύψει με τη μαρτυρία της, απέληξε στο να εκφράζει γνώμη για τα επίδικα θέματα και ιδιαίτερα για το ότι οι γονείς της ενάγουσας αδίκησαν την τελευταία, στερώντας από αυτήν «. την περιουσία της εν αγνοία της τη στιγμή που ο κύριος XXXXX αρχικά τα είχε μοιράσει και στις δύο απ' ό,τι ήξερα». Όταν η μάρτυς κλήθηκε αντεξεταστικώς να εξειδικεύσει τα περί άγνοιας της ενάγουσας και αποστέρησης της περιουσίας της από τον πατέρα της, παρέπεμψε σε αναφορές της ενάγουσας προς την ίδιαν (την μάρτυρα) αλλά και σε κάποιο περιστατικό κατά το οποίο η ενάγουσα την είχε επισκεφθεί απελπισμένη μετά που επέστρεψε από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας όπου είχε μεταβεί «. για να δει την περιουσία που είχε στο όνομά της, την ακίνητη περιουσία, και ανακάλυψε ότι κάποιο μέρος της περιουσίας, ένα μεγάλο μέρος της περιουσίας της, μεταβιβάστηκε και δεν ήταν πια στο όνομά της». Η μάρτυς, καίτοι δεν μπορούσε, ως είπε, να πει με βάση τη δική της προσωπική εμπειρία για το αν (με μνεία στην οικογένεια Αγρότη) «. κάποιος που εκείνην την οικογένεια ήταν ανέντιμος, κακός άνθρωπος .», μπορούσε να πει - και το είπε - πως θεώρησε «. ανέντιμη . την πράξη που έγινε» σε βάρος της ενάγουσας. Η μάρτυς ήταν, με κάθε σεβασμό, σαφώς προδιατεθειμένη υπέρ της ενάγουσας, υπερασπιζόμενη σχεδόν πιστώς την εκδοχή της τελευταίας, εδραζομένη όμως αποκλειστικώς σε όσα της είχε πει η ενάγουσα και όχι από δική της γνώση και βαρύνουσα παρατήρηση. Δεν παραβλέπω ότι ως μέτρο κρίσης της μάρτυρος για την αξιοπιστία των όσων της έλεγε η ενάγουσα, συναπάρτισε και η συμπεριφορά της τελευταίας μετά από την επιστροφή της από το Κτηματολόγιο Λευκωσίας, χωρίς όμως ποτέ η μάρτυς να φανεί πως στάθμισε και διήθησε την ενώπιον της κατάσταση ως προς την ειλικρίνεια που μπορεί να εξέφραζε ή να μην εξέφραζε η ενάγουσα επί του προκειμένου, καταφεύγοντας η μάρτυς σε αξιολογικές ερμηνευτικές περί λόγων και πράξεων της ενάγουσας αντί να παραμένει αυστηρώς επί της περιγραφής των γεγονότων που τούτη έζησε, χωρίς αχρείαστους σχολιασμούς και ψυχολογήσεις. Αποτιμώντας τη μαρτυρία της από αξιολογικής εντυπώσεως - και ξεύροντας ότι τούτη, ως δήλωσε, είχε «. πάρα πολλά καλή σχέση . με την ενάγουσα» - είχα κατά νουν πως, ως ζήτημα αρχής, η ύπαρξη στενών φιλικών σχέσεων μεταξύ μαρτύρων και διαδίκων (ως είναι εδώ η περίπτωση μεταξύ της μάρτυρος και της ενάγουσας), δεν αποτελεί λόγο για άνευ ετέρου απόρριψη της μαρτυρίας και εκδοχής της μάρτυρος ως μιασμένης και αναξιόπιστης, με την μάρτυρα ωστόσο να υπερβαίνει τα απώτερα όρια αξιολογικής ανοχής (βλ. κατ' αναλογίαν, Δημητρίου και Άλλων ν Ξανδρή
(2012)1(Γ) ΑΑΔ 2184, 2192, Μουζάκης ν Της Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 220, 223-224). Απορρίπτω τη μαρτυρία της XXXXX Χριστοφόρου (ΜΕ3). Ο XXXXX Αργυρού (ΜΕ4), ήταν υποδειγματικώς λεπτομερής και απομακρυσμένος από τα όποια συμφέροντα των διαδίκων, μεταφέροντας γεγονότα και παρατηρήσεις που βίωσε και διαμόρφωσε επί του εδάφους, δίχως ποτέ να κλονιστεί κατά την αντεξέταση ή να περιπέσει σε σημαντικές αντιφάσεις και ανακολουθίες ώστε να στρωθεί η βάση για άλλες δικαστικές σκέψεις. Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Αργυρού (ΜΕ4). Ο XXXXX Δανός (ΜΕ5), έδωσε τη μαρτυρία του χωρίς ιδιαίτερες και ουσιώδεις ασυνέπειες. Κάποιες μικρές παρασπονδίες που παρατηρήθηκαν στη μαρτυρία του, με τον μάρτυρα να εφοδιάζει το Δικαστήριο (και τους αντιδίκους) με αντίγραφα της έκθεσης εκτίμησης που συνέταξε και στα οποία περιλαμβάνονταν και κάποια άλλα στοιχεία από εκείνα που περιείχε το κατατεθέν τεκμήριο δεν ήσαν εσκεμμένες ούτε και επηρέασαν - κατ' αρχήν και υπό τις περιστάσεις (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοδούλου ν Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 83, Ντάγκλας ν Ντάγκλας
(2007)1(Α) ΑΑΔ 375) - την κατά τα άλλα θετική εικόνα που εξέπεμψε ως πραγματογνώμονας. Ουδέ και ο περιγραφόμενος χειρισμός από τον μάρτυρα, δημιούργησε αμφιβολίες ως προς την επιμέλεια, σοβαρότητα και υπευθυνότητα με την οποία προσέγγισε το έργο του στο Δικαστήριο (βλ. κατ' αναλογίαν, Μιτσιγιώργη και Άλλος ν Αδελφών Γαλάζη (Ομόρρυθμης Εταιρείας) 1997 1(Γ) ΑΑΔ 1811, 1814). Επί της ουσίας, ο μάρτυς κατόρθωσε να εφοδιάσει το Δικαστήριο, ως είχε και καθήκον, με ικανοποιητική γνώση και γνώμη, ώστε να το επικουρήσει να αντιληφθεί καλύτερα το επιστημονικό υπόβαθρο επί του οποίου βασίστηκε για να διαμορφώσει τη γνώμη του και να βοηθήσει το Δικαστήριο να οδηγηθεί στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Αγγελή ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 155/17, ημ. 27.11.19, ΑΠ ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 192/16, ημ. 26.9.19). Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Δανού (ΜΕ5). Ο XXXXX Atamyan (ΜΥ1), κατέθεσε με επαγγελματισμό και μακράν των όποιων συμφερόντων των διαδίκων, ιδιαίτερα των εναγόμενων, που τον κάλεσαν ως μάρτυρα. Ήταν εναργής και περιεκτικός στις τοποθετήσεις του, αιτιολογώντας τα ευρήματα και παρατηρήσεις του τα οποία βασίστηκαν σε πρωτογενείς πραγματογνωμικές παρατηρήσεις του σε όλη τη δεκαετία (περίπου) που τούτος παρακολουθούσε ιατρικώς τον XXXXX Αγρότη (τον οποίον έβλεπε για τον σκοπό αυτό 6-8 φορές κάθε έτος). Ο μάρτυς - παρότι διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον XXXXX Αγρότη και την οικογένεια του (στοιχείο που σύμφωνα με τις αρχές που ήδη παρέθεσα δεν παρέβλεψα κατά τα νομολογιακώς απαιτούμενα δίκην αυτοπροειδοποίησης) - παρέμεινε αυστηρώς εντός των ιατρικών του καθηκόντων και πραγματογνωμοσύνης. Μία από τις καταλήξεις του μάρτυρα, ήταν πως ο XXXXX Αγρότης δεν έπασχε από άνοια και πως είχε καλή πνευματική υγεία συγκριτικώς προς άλλα άτομα της ηλικίας του, επεξηγώντας πως τέτοια άτομα διαφέρουν ως προς την πνευματική τους υγεία, από άτομα μικρότερης ηλικίας (50 ετών), στο ότι (σε αντίθεση προς τα άτομα αυτά), οι άνθρωποι στην ηλικία του XXXXX Αγρότη είναι «. πιο αργοί στα reflexes, στη σκέψη, αλλά δεν λέει ότι αν κάποιος είναι αργός στις σκέψεις του έχει άνοια» (θέση που αποδέχθηκε και η κ. Μαυρονικόλα ενώ αντεξέταζε). Δεν διαλανθάνει την προσοχή, πως ο μάρτυς παραδέχθηκε - ως ευστόχως υπέδειξε η κ. Μαυρονικόλα στην αγόρευση της - πως δεν θυμόταν να πει ποια ήταν η κατάσταση του XXXXX Αγρότη τον Αύγουστο 2002 (όταν έγιναν οι μεταβιβάσεις των επίδικων ακινήτων) και ότι το μόνον που ανακαλούσε στη μνήμη ήταν μια γενική κατάσταση του XXXXX Αγρότη, η οποία είχε καλές και κακές μέρες. Η αδυναμία μνήμης την οποία πρότεινε ο μάρτυς, απέρρευσε ως εκ της παρόδου πολλού χρόνου από τότε που είχε εξετάσει και παρακολουθήσει τον XXXXX Αγρότη και σίγουρα όχι από οιανδήποτε προσπάθεια του να παραπλανήσει το Δικαστήριο ή να σκιάσει αθεμίτως την πραγματική εικόνα που ήθελε γνησίως να παρουσιάσει. Μάλιστα - και τούτο έχει τη δική του σημασία - εκεί όπου ο μάρτυς δεν μπορούσε να θυμηθεί γεγονότα ή περιστατικά για τα οποία ρωτούνταν, το δήλωνε απεριφράστως, δίχως διολισθήσεις. Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Atamyan (ΜΥ1). Ο XXXXX Πίτσιακκος (ΜΥ2) - ηλικίας 85 ετών και 6 μηνών όταν έδωσε τη μαρτυρία ενώπιον μου - ήταν χειμαρρώδης και αυθεντικός στον μαρτυριακό λόγο και συμπεριφορά του. Εκεί όπου δεν ήξερε ή δεν θυμόταν κάτι, το έλεγε αυθωρί, χωρίς περιστροφές και μεταστροφές. Κάποιες ασυμφωνίες στη μαρτυρία του - τις οποίες έθιξε η κ. Μαυρονικόλα (όπως για το αν είχε πει στον XXXXX Αγρότη ότι έπρεπε να ενημέρωνε και την εναγόμενη 2, ως υποτίθεται είχε προτρέψει τον XXXXX Αγρότη να κάνει και για την ενάγουσα) - ήσαν επουσιώδεις και καθόλου δεν έπληξαν τον πυρήνα της μαρτυρίας και εκδοχής του. Επιπλέον, έγινε λόγος εκ πλευράς ενάγουσας - ιδίως κατά την αντεξέταση του μάρτυρα - πως τούτος δεν θυμόταν να πει (με αναφορά στην παράγραφο 14 της γραπτής δήλωσης/Έγγραφο Ε), σε ποια χρονική στιγμή είναι που παραπέμπει η εκείθεν δήλωση του πως μετά «. από αρκετά χρόνια ήρθεν στο γραφείο μου ο XXXXX με ύφος περίπου ότι ήδη εφάαν του την περιουσία του .» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου), λέγοντας στον μάρτυρα ότι ήθελε «. να μεταβιβάσει ακίνητα από την XXXXX στην XXXXX και του είπα τότε να φέρει τα κοτσάνια για να κάνουμε τις μεταβιβάσεις». Η επισήμανση είναι σωστή ως προς την πραγματικότητα που εκφράζει, όχι όμως, ως προς το αίτιο της τοποθέτησης αυτής και που δεν ήταν άλλο από τον πολλή χρόνο που μεσολάβησε έκτοτε. Η αδυναμία μνήμης, αν μπορεί να χαρακτηριστεί έτσι, δεν οφειλόταν σε τίποτε περισσότερο παρά στον λόγο που είπε ο μάρτυς και όχι σε διάθεση του να ψευσθεί ή να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα του μέρους που τον κάλεσε ως μάρτυρα. Ευκόλως θα μπορούσε ο μάρτυς να αναφέρει μια τυχαία ημερομηνία ξεύροντας, ως εκ των συνθηκών που μεσολάβησαν έκτοτε, πως δυσκόλως θα μπορούσε να αντικρουστεί επί αυτής της πτυχής. Δεν το έπραξε. Είπε ότι δεν θυμόταν. Καθάρια. Εν είδει παρενθέσεως σημειώνω ότι, επί της θεματικής αυτής, ο κ. Καντούνας αντέτεινε, πως η ερώτηση που είχε τεθεί στον μάρτυρα ζητούσε από αυτόν να τοποθετηθεί επακριβώς επί του χρόνου που διαδραματίστηκαν τα όσα ο μάρτυς περιγράφει στην παράγραφο 14 της γραπτής δήλωσης/Έγγραφο Ε («Ε. Θυμάσαι να μας πεις όταν λες στην παράγραφο 14 της δήλωσης σου, μετά από αρκετά χρόνια, δεν θυμάσαι να μας πεις πότε ακριβώς;» [η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου]), κάτι που πρέπει να θεωρηθεί ότι αυξάνει τα όρια αξιολογικής ανοχής για την περιγραφόμενη αδυναμία μνημονικού του μάρτυρα λόγω του χρόνου που πέρασε (την οποία ενέταξα και αξιολόγησα αυτοπροειδοποιούμενος για τις εφαρμοζόμενες αρχές, ως έπραξα και κατά την αξιολόγηση της XXXXX Αγρότου [ΜΕ1]). Είπε ο ευπαίδευτος συνήγορος, πως αυτή «. η μικρή λέξη, αυτό το 'ακριβώς' είναι που κάνει τη διαφορά. Βεβαίως και δεν θυμόταν, 16 χρόνια μετά, να πει πότε ακριβώς. Από την μαρτυρία του όμως προκύπτει ξεκάθαρα ότι ήταν η περίοδος η οποία αμέσως προηγήθηκε των μεταβιβάσεων. Και όταν δεν θυμάσαι να προσδιορίσεις το πότε ακριβώς, σίγουρα δεν σημαίνει ότι '. δεν μπορούσε να προσδιορίσει τον χρόνο κατά τον οποίο τον επισκέφθηκε ο XXXXX .' γενικά και αόριστα». Χωρίς να έχω διαφορετική κατά βάσιν άποψη στην προκειμένη από εκείνη του κ. Καντούνα, υπογραμμίζω, διαφοροποιούμενος κατά τι από το επιχείρημα του, πως το ίδιο ερώτημα τέθηκε στον μάρτυρα και υστερότερα κατά την αντεξέταση, υπό μια πλατύτερη μορφή («. δεν θυμάσαι να μας πεις πότε;») - χωρίς να τον καλεί να τοποθετηθεί ακριβώς - με αυτόν να απαντά (όπως και την πρώτη φορά), μονολεκτικώς και αποφατικώς («Α. Όχι»). Το τι προκύπτει από τούτα (και ενδιαφέρει εδώ) - πέραν από το ότι ο μάρτυς ήταν ειλικρινής και άδολος στη μαρτυρία του - είναι πως η συνάντηση του μάρτυρα με τον XXXXX Αγρότη συνέβη πριν από τις μεταβιβάσεις των επίδικων ακινήτων προς την εναγόμενη
- Το χρονικό αυτό σημείο, συγκρότησε και σταθεράν για τον μάρτυρα ώστε να δηλώσει ακολούθως (στην παράγραφο 22 της γραπτής δήλωσης/Έγγραφο Ε), πως έπειτα «. από ένα μήνα που εμεταβιβάσθησαν τα ως άνω κτήματα και όταν ο XXXXX είδεν ότι η XXXXX δεν άλλαζεν απόψεις, ήρθεν ο XXXXX στο γραφείον μου και μου ανέφερεν ότι τα κτήματα που μεταβιβάσθησαν επ' ονόματι της XXXXX ήθελε να μεταβιβαστούν επ' ονόματι της XXXXX» (όπερ και εγένετο). Άλλο σημείο χρονικής αναφοράς - αυτή τη φορά βάσει της παραγράφου 25 της ίδια δήλωσης - ήταν και η υπογράμμιση από τον μάρτυρα πως ένα περίπου έτος μετά από τη μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων στο όνομα της εναγόμενης 2, αυτή τον είχε επισκεφθεί στο γραφείο του, πληροφορώντας τον ότι η αδελφή της (XXXXX Αγρότου [ΜΕ1]) «. κίνησε αγωγή της μητέρας της και της XXXXX». Αυτά αφορούσαν στην παρούσα αγωγή η οποία, υπομιμνήσκεται για ό,τι αξίζει, πως καταχωρίστηκε την 20.8.
- Η κ. Μαυρονικόλα επιχείρησε να υποβιβάσει την αξιοπιστία της μαρτυρίας του μάρτυρα, ως αντιτιθέμενη κάθε λογικής, στη βάση ότι αν ο μάρτυς έλεγε την αλήθεια πως η ενάγουσα είχε συγκατατεθεί (ως η εκδοχή της εναγόμενης 2) στην απαίτηση του XXXXX Αγρότη για μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων, αφού «. δεν εξηγείται λογικά γιατί να μην μεταβεί η ίδια στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο προς διενέργεια των σχετικών πράξεων μεταβίβασης και αντί αυτής να το πράξει ο υπερήλικας πατέρας με όλα τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε. Ούτε συνάδει με τη λογική η χρησιμοποίηση ενός πληρεξουσίου το οποίο δόθηκε πριν δεκαεπτά χρόνια. Πολύ περισσότερο όταν για να γίνει το πληρεξούσιο δεκτό, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ίδιου μάρτυρα, ο υπερήλικας XXXXX θα έπρεπε να μεταβεί και στο Δικαστήριο, όπως και έκανε, για να υπογράψει ένορκη δήλωση (Τεκμ. 7)». Δεν τίθεται εδώ θέμα λογικής. Το τι τίθεται είναι θέμα επιλογής του XXXXX Αγρότη να πράξει ως τούτος επιθυμούσε, για δικούς του λόγους, με τον μάρτυρα να τονίζει πως το τι τον ενδιέφερε ήταν η ουσία (η επιδιωκόμενη από τον XXXXX Αγρότη μεταβίβαση) και όχι (με αναφορά στον XXXXX Αγρότη), το «. γιατί δεν ήρθε και γιατί δεν έφερε την κόρη του». Μια άλλη πτυχή που ανέκυψε στην αντεξέταση του μάρτυρα, σχετίζεται προς τη θέση του στην παράγραφο 18 της γραπτής δήλωσης/Έγγραφο Ε, για ό,τι είχε ακούσει την ενάγουσα να λέει προς τον XXXXX Αγρότη σε τηλεφωνική συνομιλία ανοικτής ακρόασης που είχαν μεταξύ τους (και ενώπιον του μάρτυρα), πριν από τη μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων (κατά τον μάρτυρα) προς την εναγόμενη 1 (από τον XXXXX Αγρότη). Ήταν θέση του μάρτυρα πως ο XXXXX Αγρότης τηλεφώνησε στην ενάγουσα ενώ αυτός βρισκόταν στο γραφείο του μάρτυρα για να της πει ότι ετοιμάζονταν τα περί μεταβίβασης «. μερικών κτημάτων σου εις την μάμα σου όπως εμιλήσαμε εχθές .», με την εναγόμενη να απαντά «όπως σου είπα κάνε ότι νομίζεις». Εκείνο που ξεδιάλεξε κατά κύριον λόγον να ψέξει η συνήγορος της ενάγουσας στη γραπτή της αγόρευση, ήταν το ότι ο μάρτυς «. ενώ αρχικά αναφέρει στη γραπτή του δήλωση ότι η Ενάγουσα απάντησε στον XXXXX «όπως σου είπα κάνε ότι νομίζεις» (παρ. 18) στην αντεξέταση του ανέφερε ότι η Ενάγουσα είπε μόνο «παπά όπως σου είπα ψες .». Δεν έπεται από τούτο αντίφαση ή ανακολουθία. Μήτε και κλονίστηκε η θέση του από τα όσα αντεξεταστικώς υποβλήθηκαν σε αυτόν όπως ούτε και από το ότι τούτος πληκτρολόγησε (ή σχημάτισε) τον αριθμό τηλεφώνου της ενάγουσας ως του τον είχε μεταφέρει ο XXXXX Αγρότης ενώ βρίσκονταν στο γραφείο. Το εξειδικευμένο παράπονο που εκφράστηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο, ήταν ότι η μαρτυρία που είχε δοθεί για αυτό το θέμα από τον μάρτυρα συνιστά εξ ακοής μαρτυρία η οποία «. δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για την αλήθεια του περιεχομένου της και ούτε και μπορεί να της δοθεί βαρύτητα για να βασιστεί πάνω της το Δικαστήριο και να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα». Παρά ταύτα, τα περί εξ ακοής μαρτυρίας κατέστησαν άνευ αντικειμένου, δεδομένης και της συγκεκριμενοποίησης από τον κ. Καντούνα περί της τελικής στόχευσης της μαρτυρίας αυτής, που δεν ήταν άλλη από το να δείξει το τι είχε ειπωθεί στον μάρτυρα και όχι για να αποδείξει την αλήθεια του περιεχομένου της αναφοράς, θέση που έγινε αποδεκτή από την κ. Μαυρονικόλα, εξού και τούτη απέσυρε τη σχετική ένσταση που είχε υποβάλει για την αποδεκτότητα των συναφώς αναφερομένων στην παράγραφο 18 της γραπτής δήλωσης/Έγγραφο Ε. Συνεπώς, ούτε και επί αυτής της έκφανσης των λεχθέντων του μάρτυρα ανεδείχθη, τελικώς, κάτι που να εξανδραποδίζει το απαραποίητο και ορθολογικό των όσων είπε, ανεξαρτήτως βεβαίως της όποιας αποδεικτικής τους βαρύτητας. Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Πίτσιακκου (ΜΥ2). Η XXXXX Παρέλλη (ΜΥ3), ήταν και αυτή - κατά τα πρότυπα του XXXXX Τέρλα (ΜΕ2) - ανεξάρτητη και ειλικρινής στη μαρτυρία της. Δέχομαι τη μαρτυρία της XXXXX Παρέλλη (ΜΥ3). Η XXXXX Κωνσταντίνου-Χαραλάμπους (ΜΥ4) - ομοίως με τον XXXXX Αργυρού (ΜΕ4) - ήταν αντικειμενική και προσηλωμένη στην αλήθεια, την οποία κατέθεσε με βάση τις πρωτογενείς διαπιστώσεις, άνευ ιδιοτελών συμφερόντων. Δέχομαι τη μαρτυρία της XXXXX Κωνσταντίνου-Χαραλάμπους (ΜΥ4). Η XXXXX Αγρότου (ΜΥ5), ήταν ακράδαντη στην μαρτυρία της. Οι εκδοχές που προώθησε δεν ήσαν αλληλοσυγκρουόμενες ως αντέταξε στη γραπτή της αγόρευση η κ. Μαυρονικόλα. Απεναντίας, οι εκδοχές και θέσεις της μάρτυρος εξ απόψεως γεγονότων και αποκομισθεισών εντυπώσεων ήσαν συμπαγείς και σταθερές. Ως παράδειγμα, θα μπορούσε να αναφερθεί πως η θέση ότι αν ο XXXXX Αγρότης ήθελε πράγματι να προστατεύσει την περιουσία του (ως ανέπτυξε συναφώς η κ. Μαυρονικόλα στην αγόρευση της), τότε σίγουρα «. θα μεταβίβαζε όλη την περιουσία της Ενάγουσας επ' ονόματι της XXXXX και δεν θα περιοριζόταν μόνο στα 9 επίδικα ακίνητα τα οποία ήταν και τα μόνα στα οποία είχε ½ μερίδιο εξ' αδιαιρέτου με την Εναγόμενη .» και «. θα μεταβίβαζε επ' ονόματι της XXXXX σίγουρα, όλα τα ακίνητα στα οποία η Ενάγουσα είχε ολόκληρο το μερίδιο και μπορούσε εύκολα να τα πωλήσει .», συνιστά (ως και άλλες παρόμοιες εισηγήσεις στην αγόρευση), εικασία και πρωθύστερη ερμηνευτική των πράξεων και ενεργειών του XXXXX Αγρότη κατά τους επίμαχους χρόνους. Τίποτα δεν ανεφύει από την ανεξεταστική γραμμή που να προσδίδει διάφορη δυναμική στα λεχθέντα της μάρτυρος και στη διάθεση της να πει ό,τι κατείχε για τα πράγματα. Η μάρτυς ήταν συγκροτημένη και ανυπόκριτη στα όσα είπε. Αντεξετάστηκε φερ' ειπείν για την αναφορά της (περί της ενάγουσας) στην παράγραφο 14 της γραπτής της δήλωσης/Έγγραφο ΣΤ, πως ο XXXXX Αγρότης «. προειδοποίησε αρκετές φορές την XXXXX ότι αν δεν διέκοπτε τη σχέση της με τον αλλοδαπό, θα μεταβίβαζε την περιουσία από πάνω της». Η μάρτυς επιβεβαίωσε την αναφορά, λέγοντας ότι αυτό, της το είχε πει ο XXXXX Αγρότης και πως η ίδια δεν είχε ακούσει ποτέ από πρώτο χέρι τις προειδοποιήσεις του πατέρα της προς την ενάγουσα και ότι, ομοίως, δεν γνώριζε πώς είναι που αντέδρασε η ενάγουσα στις προειδοποιήσεις αυτές και τούτο γιατί - και πάλι - η μάρτυς δεν ήταν ποτέ παρούσα στις κατ' ισχυρισμόν στιχομυθίες. Μηδέ και η μάρτυς, ως προσέτι παραδέχθηκε χωρίς περιδινήσεις, ήξευρε προσωπικώς αν η ενάγουσα είχε συγκατατεθεί στη μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων και ότι εκείνο που ήξερε στα σίγουρα επί των ζητημάτων αυτών ήσαν τα όσα της είχε πει σχετικώς ο πατέρας της. Εξάγεται από αυτά - και όχι εννοείται αυτοματοποιημένως αλλά μετά από προσεκτική αξιολόγηση τού συνόλου της μαρτυριακής εικόνας και του περιεχομένου των λεχθέντων της - πως η μάρτυς, αν αληθινώς ήταν, τόσον δόλια, ιδιοτελής και κακόπιστη (ως άφησε να νοηθεί η ενάγουσα διά της μαρτυρίας ή/και των εκδοχών της), τότε για ποιο λόγο είναι που δεν ανέφερε (και ευκόλως θα μπορούσε να το πράξει), ότι υπήρξε αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυς των συμβουλών και προειδοποιήσεων του XXXXX Αγρότη προς την ενάγουσα, θέση που ίσως και να διευκόλυνε - για όση σημασία θα μπορούσε να έχει αυτό - την προώθηση των υπερασπιστικών της εκδοχών. Δεν έπραξε τοιουτοτρόπως η μάρτυς. Λέγω, κατά παρέκβασιν, πως πρέπει να είναι κανείς ιδιαίτερα προσεκτικός στην ερμηνευτική της δικαστικής τούτης διατύπωσης. Δεν αποδίδω στην μάρτυρα ειλικρίνεια, γιατί τούτη επέλεξε να μην ψευσθεί. Κάθε άλλο. Αναδεικνύω, απλώς, ως γνώμονα αξιοπιστίας της το αδιάβλητο της μαρτυρίας και εκδοχής της μάρτυρος υπό την γωνία της καχυποψίας και όσων άλλων καταμαρτυρήθηκαν σε αυτήν κατά την αντεξέταση και τίποτα περισσότερο. Ένα δείγμα μαρτυριακής ευθύτητας της μάρτυρος - με τα λεχθέντα της να τα έχω προσεγγίσει αυτοπροειδοποιούμενος περί των όποιων συμφερόντων και προσπαθειών της να εντυπωσιάσει αθεμίτως ως μάρτυς - αντικατοπτρίζεται και από τα όσα είπε τούτη (χωρίς να αντεξεταστεί επ' αυτών) στις παραγράφους 27-30 της γραπτής της δήλωσης/Έγγραφο ΣΤ και συγκεκριμένως ότι: «
- Θεωρώ άδικο και απαράδεκτο για τα τελευταία 15 χρόνια να αμαυρώνεται η μνήμη του πατέρα μας και η υπόληψη της μητέρα μου η οποία είναι τώρα 92 χρονών με αυτόν τον τρόπο και ζητώ όπως η αγωγή της αδελφής μου εναντίον της μητέρας της και εναντίον μου απορριφθεί.
- Θέλω όμως να προσθέσω και κάτι. Τα ακίνητα αυτά ήταν στο όνομα μου από το 2002 μέχρι την απόφαση του προηγούμενου Δικαστηρίου. Ούτε τα πούλησα, ούτε τα ξόδεψα. Ούτε αυτά, ούτε οποιοδήποτε από τα άλλα ακίνητα που μου μεταβίβασαν οι γονείς μας. Πούλησα μόνο για να μπουν χρήματα στην επιχείρηση και για συντήρηση της πολυκατοικίας στην οδό XXXXX, ή και για να πληρώσω χρέη της επιχείρησης, πάντα με την έγκριση των γονιών μου. Εγώ είμαι 56 χρονών και η XXXXX
- Ούτε εγώ έχω παιδιά και εξ' όσων γνωρίζω ούτε η XXXXX έχει παιδιά. Δεν είμαι φιλοχρήματη ούτε θέλω να φάω την περιουσία οποιουδήποτε. Όπως έχω πει και πριν την Ακρόαση, και επιθυμώ να το επαναλάβω και τώρα, παρόλον ότι γνωρίζω ότι δεν ήταν αυτή η επιθυμία του πατέρα μας, πρότεινα να διαλέξει η XXXXX περιουσία της μισής αξίας του όλου των επίδικων κτημάτων εκτός από το κτήριο στην οδό XXXXX. Και λίγο περισσότερο του μισού, δεν με νοιάζει. Στο κτήριο στην οδό XXXXX ζω με την μητέρα μας, 92 χρονών σήμερα. Εκεί βρίσκεται και το XXXXX (XXXXX μπαρ) το οποίο διαχειρίζομαι και δουλεύω εδώ και περίπου 35 χρόνια και στο οποίο περνώ μαζί με την μητέρα μου τις περισσότερες ώρες της μέρας. Ο πατέρας μου επιθυμούσε να το πάρω εγώ, και για αυτό και μου μεταβίβασαν και οι δύο μου γονείς τις μετοχές τους όσο ακόμα ζούσε ο πατέρας μου. Όπως μπορεί να γίνει αντιληπτό, τα όσα περάσαμε εγώ και η μητέρα μου μέχρι τώρα με την XXXXX απέδειξαν ότι δεν μπορούμε να συνυπάρξουμε και ούτε υπάρχει η οποιαδήποτε προοπτική να συνυπάρξουμε ειρηνικά από εδώ και στο εξής ιδιαίτερα με τα όσα διαδραματίστηκαν τα τελευταία 15 χρόνια. Όπως προανέφερα, είπα στην XXXXX να διαλέξει ότι θέλει, όχι όμως το ακίνητο στην οδό XXXXX. Εάν όχι, επειδή δεν έχει δίκαιο και επειδή δεν λέει την αλήθεια, ζητώ όπως η αγωγή της αδελφής μου απορριφθεί με έξοδα εναντίον της. Η πρόταση αυτή ισχύει και αυτή την στιγμή. Θα ήθελα να παρακαλέσω το Δικαστήριο να διακόψουμε για 5 λεπτά να σκεφτεί η αδερφή μου ξανά την πρόταση μου.
- Η υγεία της μητέρας μου δεν της επιτρέπει να εμφανιστεί στο Δικαστήριο και για αυτό δεν βρίσκεται στη διαδικασία αυτή. Παρόλα τα προβλήματα υγείας που έχει η μητέρα μου, η XXXXX δεν έχει έρθει να την επισκεφθεί τα τελευταία χρόνια ούτε και όταν έπαθε ένα πολύ σοβαρό εγκεφαλικό στις 06.04.
- 30 . Επαναλαμβάνω ότι ουσία για μένα δεν έχει η περιουσία και τα χρήματα. Ουσία έχει να μπορώ να προχωρήσω την ζωή μου μαζί με την μητέρα μου, τα όσα χρόνια της έμειναν, στον χώρο που μεγάλωσα, δούλεψα, και πάλεψα να κρατήσω στην επιφάνεια χωρίς άλλες προστριβές και εντάσεις με την αδερφή μου. Πραγματικά πιστεύω ότι οι προστριβές αυτές θα είναι αναπόφευκτες αν της επιτραπεί να κατέχει μερίδιο στο ακίνητο στην οδό XXXXX και για αυτό παρακαλώ το δικαστήριο να λάβει και αυτό το γεγονός υπόψη του στην λήψη της απόφασης του». Ουδόλως κατορθώθηκε να πληγεί η συνοχή και η φιλαλήθεια της μάρτυρος. Δέχομαι τη μαρτυρία της XXXXX Αγρότου (ΜΥ5). Πριν από τα τελικά ευρήματα, απαιτούνται έξι επισημάνσεις. Η πρώτη επισήμανση, αφορά στην αποδεικτική βαρύτητα της γραπτής κατάθεσης της XXXXX Νατζαριάν που είχε δοθεί κατά την πρώτη δίκη (βλ. Τεκμήρια 13 και 20). Στον χρόνο που μεσολάβησε, το άτομο αυτό απεβίωσε και έτσι, εκ των πραγμάτων, δεν κλήθηκε ως μάρτυς (για οποιοδήποτε σκοπό). Υπό τις συνθήκες, η αφορώσα μαρτυρία στην πρώτη δίκη - μολονότι αποδεκτή ως τέτοια κατά την επανεκδίκαση με τον τρόπο που κατατέθηκε εδώ (βλ. κατ' αναλογίαν, R v Shabir
(2012)EWCA Crim 2564) - δεν μπορεί παρά να έχει (ως εξ ακοής πια μαρτυρία), μηδενική αξία για ό,τι τώρα μέλει (συνεκτιμωμένων των προνοιών του άρθρου 27 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9), αφού η Υπεράσπιση δεν είχε την ευκαιρία (ως έπραξε και κατά την πρώτη δίκη προσδίδοντας προφανώς σημασία στα λεχθέντα της μάρτυρος ως εκ της φύσης των όσων τούτη είπε), να αντεξετάσει την XXXXX Νατζαριάν (είτε κλητευόταν από την ενάγουσα είτε εξασφαλιζόταν η προσαγωγή της για αντεξέταση βάσει του άρθρου 26 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9). Η δεύτερη επισήμανση, άπτεται της αποδεικτικής εμβέλειας της ένορκης δήλωσης του XXXXX Αγρότη ημερομηνίας 31.7.02 (βλ. Τεκμήριο 7). Εκεί, αναφέρεται (για το πληρεξούσιο) ότι ήταν εις γνώσιν του αντιπροσωπευόμενου (της ενάγουσας) η «. σκοπούμενη δικαιοπραξία» (με αναφορά στις επίδικες μεταβιβάσεις). Η ένορκη αυτή δήλωση, από τη στιγμή που κατατέθηκε ως τεκμήριο - και δοσμένου πως δεν μπορεί να καταταχθεί ως επιθανάτια δήλωση του XXXXX Αγρότη κατά τους ισχύοντες αποδεικτικούς κανόνες και αρχές αφού (ανάμεσα σε άλλα) όταν αυτή αποτυπωνόταν, δεν αποδείχθηκε ότι υφίστατο συναίσθηση από τον XXXXX Αγρότη για αμέσως επικείμενο θάνατο του (βλ. κατ' αναλογίαν, Muskita Aluminium Industries Ltd και Άλλων ν Alsako Aluminium Ltd και Άλλων
(2009)1(Β) ΑΑΔ 1481, 1504-1505, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλοι ν Δημοκρατίας (Αρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 642-644) - θα πρέπει (και έτσι πράχθηκε), να αξιολογηθεί πλέον ως εξ ακοής μαρτυρία συμφώνως των προβλέψεων του άρθρου 27 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9 (βλ. κατ' αναλογίαν, Αγρότου και Άλλης ν Αγρότου, ΠΕ 288/10, ημ. 31.5.16). Ως εκ του θανάτου του ο XXXXX Αγρότης δεν κλήθηκε ως μάρτυς για να αντεξεταστεί επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης/Τεκμήριο 7, κάτι που, ένεκα της φύσης τής επίδικης διαφοράς και της ιδιαίτερης σημασίας που θα μπορούσε να ενέχει η μαρτυρία αυτή για την ενάγουσα και τη διασφάλιση του δικαιώματος της για δίκαιη δίκη, δεν θα μπορούσε παρά να σταθμιστεί (και έτσι έγινε) υπέρ της απόδοσης μηδενικής αξίας σε αυτή κατά τα προειρημένα (βλ. κατ' αναλογίαν, A Panayides Contracting Ltd v Χαραλάμπους
(2004)1(Α) ΑΑΔ 416, 453-462). Μ' όλα αυτά, η ένορκη δήλωση, συνιστά αποδεκτή πραγματική μαρτυρία για την ύπαρξη και τον σκοπό που τούτη ήθελε να εξυπηρετήσει (και εξυπηρέτησε) για τη μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων από τον XXXXX Αγρότη (βλ. κατ' αναλογίαν, VB and Others v Westminster Magistrates' Court
(2014)UKSC 59). Η τρίτη επισήμανση - που δεν είναι αποτμημένη στην ουσία της από τα όσα αναφέρθηκαν ως προς τις εφαρμοζόμενες αρχές στην πρώτη επισήμανση και στη δεύτερη επισήμανση - συνδέεται με τη μαρτυρία του XXXXX Πίτσιακκου (ΜΥ2), ότι τούτος υπήρξε, ως ήδη αναλύθηκε, μάρτυς τηλεφωνικής συνομιλίας (σε ανοικτή ακρόαση) μεταξύ XXXXX Αγρότη και ενάγουσας λίγο πριν, ως είπε ο μάρτυς κατά τα συμφραζόμενα, τη μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων την 1.8.02. Η μαρτυρία του XXXXX Πίτσιακκου (ΜΥ2) για το τι είχε ακούσει από την ενάγουσα συνθέτει αποδεκτή μαρτυρία, όχι για το αληθές των όσων είπαν οι δύο συνομιλητές (πατέρας και θυγατέρα) - κάτι που αποτέλεσε εξάλλου και κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων ύστερα από σχετική ένσταση της κ. Μαυρονικόλα και απόσυρσης της κατόπιν επεξήγησης των στοχεύσεων της μαρτυρίας αυτής από τον κ. Καντούνα - αλλά ως πραγματική μαρτυρία με τη σημασία υπαρκτής δήλωσης από την ενάγουσα προς τον XXXXX Αγρότη περί διενέργειας συγκεκριμένων μεταβιβάσεων ακίνητης περιουσίας (βλ. κατ' αναλογίαν, R v Doyle
(2017)EWCA Crim 340, R v Khan and Others
(2013)EWCA Crim 2230, R v Mateza
(2011)EWCA Crim 2587, R v Twist and Others
(2011)2 Cr App R 17, 189). Έμεινε όμως ανεξακρίβωτο σε ποια ακριβώς περιουσία αναφερόταν η μαρτυριακή δήλωση. Μόνον κατά επικίνδυνο (και άδικο για την ενάγουσα) συνειρμό - βάσει της περιορισμένης στόχευσης της ερώτησης από την οποία πήγασε η μαρτυρία αυτή (βλ. κατ' αναλογίαν, Τσιελεπής και Άλλων v Eurogoal Bookmakers Limited
(2014)1(Β) ΑΑΔ1548, 1556, Βασιλείου ν Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 104, 134-135) - θα μπορούσε να εξαχθεί εύρημα, τοσούτω μάλλον ασφαλές, ότι η περιουσία αυτή δεν ήταν άλλη από τα επίδικα ακίνητα. Η τέταρτη επισήμανση, αφορά στο ότι η εναγόμενη 1 δεν κλήθηκε να δώσει μαρτυρία στη δίκη. Τούτο, ως δικαιωματική επιλογή της Υπεράσπισης, δικαιολογήθηκε και αιτιολογήθηκε στη βάση τού ότι η παρουσία της εναγόμενης 1 ως μάρτυρος στο Δικαστήριο ήταν αδύνατον να υλοποιηθεί γιατί τούτη είναι υπερήλικας και βρισκόταν (όταν τέθηκε το ζήτημα για την κλήση της) «. στο παρά πέντε .» (με τη νύξη να σχετίζεται μάλλον προς τον πιθανό θάνατο της). Ως εκ τούτου, κανένα δυσμενές συμπέρασμα μπορεί να εξαχθεί εναντίον της εναγόμενης 1 και κατ' επέκτασιν κατά της εναγόμενης 2 υπό την προσωπική και διαχειριστική της ιδιότητα (βλ. κατ' αναλογίαν, Λοφίτης ν Δημητρίου και Άλλης
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1402, 1410). Η πέμπτη επισήμανση, σχετίζεται με τη θέση της ενάγουσας πως δεν είναι δικογραφημένη η εκδοχή τής εναγόμενης 2 για ύπαρξη συμφωνίας με την ενάγουσα και τους γονείς τους (ως το Τεκμήριο 11) και το ότι «. τα επίδικα ακίνητα, μαζί και με άλλη περιουσία που είχε μεταβιβαστεί επ' ονόματι τους από τους γονείς . θα ήταν γραμμένη στο όνομα τους αλλά στην πραγματικότητα δεν θα ήταν δική τους .» και πως είναι για αυτό τον λόγο που (οι γονείς) «. τους έβαλαν όρο να υπογράψουν την Γραπτή Αμετάκλητη Συμφωνία (τεκμ.11) στις 5/6/1985 καθώς επίσης και πληρεξούσια στον πατέρα τους για να κάνει ότι θέλει - και όχι για να της εξυπηρετεί και ότι ήταν ξεκάθαρο και στις δύο τους ότι ο πατέρας τους θα συνέχιζε και μετά τις μεταβιβάσεις των ακινήτων να έχει δικαιώματα σε όλη την περιουσία μαζί με την μητέρα τους .», με παρεπόμενο να μην μπορεί «. η εκδοχή αυτή να θεωρηθεί επίδικο θέμα στην αγωγή .» και έτσι η «. οποιαδήποτε μαρτυρία περί τούτου θα πρέπει να αγνοηθεί». Η εκδοχή, τωόντι, δεν δικογραφήθηκε στην Έκθεση Υπερασπίσεως και έτσι - ελλείψει νομιμοποιητικού υποβάθρου - δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για οποιοδήποτε ισχυρισμό των εναγόμενων (βλ. κατ' αναλογίαν, Γεωργίου ν Πασττελλά και Άλλου, ΠΕ 102/13, ημ. 24.7.20). Το ίδιο ισχύει και για τη δυνατότητα επίκλησης της συμφωνίας/Τεκμήριο 11 ως εφαλτηρίου - κάτι που επιχείρησε η Υπεράσπιση στην αντεξέταση της ενάγουσας - για αμφισβήτηση της αξιοπιστίας της τελευταίας, τη στιγμή που η μάρτυς δεν είχε αναφερθεί αυτοβούλως στη συμφωνία/Τεκμήριο 11 κατά τη μαρτυρία της διότι, ως είπε, η συμφωνία δεν δικογραφούνταν στην Έκθεση Υπερασπίσεως (βλ. κατ' αναλογίαν, Total Pack (Cyprus) Ltd v Siva Plus Detergents Ltd, ΠΕ 318/12, ημ. 13.1.20, Κατζιή ν Φουκαρίδης & Σία Λτδ, Εργολάβοι Ελαιοχρωματιστές, ΠΕ 40/11, ημ. 11.7.17). Η έκτη επισήμανση, συνδέεται με το ότι σειρά δηλώσεων που έγιναν από τους δικηγόρους των διαδίκων σε διάφορα στάδια της διαδικασίας (που φαίνονται στα πρακτικά), για προσπάθειες συμβιβασμού της αγωγής και οι οποίες διέπονταν έτσι και αλλιώς από προνόμιο (βλ. κατ' αναλογίαν, Photiou Bros Co Ltd and Another v Autolifts and Engineering Co Ltd
(1984)1 CLR 422, Barnetson v Framlington Group Ltd and Another
(2007)3 All ER 1054) - διαγράφθηκαν από τη σκέψη μου ώστε να διασφαλίσω και με αυτό τον τρόπο, σε ύψιστο βαθμό, τη δίκαιη δίκη και τα δικαιώματα όλων ανεξαιρέτως των διαδίκων (βλ. κατ' αναλογίαν, ΧΧ ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 294/18, ημ. 19.11.19). Περνώ στα τελικά ευρήματα, με κάποιες επαναλήψεις να κρίνονται αναπόφευκτες ως εκ της αλληλουχίας των γεγονότων και της αναγκαιότητας για αρραγή συνοχή και ειρμό στα καταγραφόμενα. Εννοείται, πως ως αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων μου, είναι και τα όσα έχουν ήδη αναφερθεί ως περιγραφή και ανάλυση (υπό τις στοχεύσεις που ξεψαχνίσθηκαν ανά περίπτωσιν), χωρίς κατ' ανάγκην τούτα να προσδιορίζονται ορολογικώς ως ευρήματα ή ως συμπεράσματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Ζερβός ν Hellenic Bank Public Company Ltd
(2013)1(Γ) ΑΑΔ 2357, 2373, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Μαλιώτη (Αρ 2)
(1998)2 ΑΑΔ 167, 176). Η ενάγουσα (γεννηθείσα την 25.8.65), είναι θυγατέρα του αποβιώσαντα (την 20.3.03) XXXXX Αναστασίου Αγρότη και της εναγόμενης 1, καθώς και αδελφή της εναγόμενης 2 (που γεννήθηκε την 5.2.62). Οι δύο θυγατέρες ζούσαν με τους γονείς τους στο διαμέρισμα XXXXX, επί της οδού XXXXX 15 (στον πρώτο όροφο), όπου και συνέχιζαν να διαμένουν με την εναγόμενη 1 μητέρα τους. Στην πορεία, η εναγόμενη 2 διορίστηκε ως διαχειρίστρια της περιουσίας του XXXXX Αγρότη με διάταγμα περιορισμένου παραχωρητηρίου που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την 9.5.17 στην αίτηση XXXXX/17 (βλ. Τεκμήριο 1). Μετά από σχετική τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης (ημερομηνίας 30.6.17), η εναγόμενη 2 προστέθηκε και ως εναγόμενη 3 (υπό την προλεχθείσα ιδιότητα της ως διαχειρίστριας της περιουσίας του XXXXX Αγρότη). Ο XXXXX Αγρότης ήταν γνωστός πολίτης της Λευκωσίας και ιδιοκτήτης ακινήτου στην οδό XXXXX 15 στην Λευκωσία, στο ισόγειο του οποίου λειτουργούσε η κοσμική ταβέρνα «XXXXX Bar». Ο XXXXX Αγρότης κληρονόμησε ακίνητη περιουσία από τους γονείς του, αγοράζοντας και ο ίδιος πρόσθετα ακίνητα στον κατοπινό του βίο. Τούτος - έχοντας κατά τα φαινόμενα κάποιες ανησυχίες που αφορούσαν και σε ζητήματα φόρου κληρονομίας - αποφάσισε να μεταβιβάσει στο όνομα των θυγατέρων του διάφορα ακίνητα. Αρχομένης της 28.8.85, μεταβίβασε και ενέγραψε στο όνομα της ενάγουσας/θυγατέρας του ακίνητα (εξ ολοκλήρου αλλά και μερίδια επί άλλων ακινήτων), ήτοι αυτά με αριθμούς εγγραφής XXXXX (Φ/Σχ. 21/55Ε1, Τεμ. XXXXX), XXXXX (Φ/Σχ. 21/55Ε1, Τεμ. XXXXX), XXXXX (Φ/Σχ. 21/55Ε1, Τεμ. XXXXX), XXXXX (Φ/Σχ. 21/55Ε1, Τεμ. XXXXX), XXXXX (Φ/Σχ. 21/55Ε1, Τεμ. XXXXX), XXXXX (Φ/Σχ. 21/55Ε1, Τεμ. XXXXX), XXXXX (Φ/Σχ. 21/55Ε1, Τεμ. XXXXX), XXXXX (Φ/Σχ. 38/57, Τεμ. XXXXX), Φ/Σχ. 11/27, Τεμ. 399/2/1, Φ/Σχ. 11/27, Τεμ. 399/2/2, XXXXX (Φ/Σχ. 21/40W2, Τεμ. XXXXX), XXXXX (Φ/Σχ. 21/55W1, Τεμ. XXXXX), XXXXX (Φ/Σχ. 21/47Ε2, 55Ε1, Τεμ. XXXXX), XXXXX (Φ/Σχ. 21/55Ε1, Τεμ. XXXXX), XXXXX (Φ/Σχ. 21/55Ε1, Τεμ. XXXXX), XXXXX (Φ/Σχ. 21/55Ε1, Τεμ. XXXXX), XXXXX (Φ/Σχ. 21/55Ε1, Τεμ. XXXXX), XXXXX (Φ/Σχ. 21/55Ε1, Τεμ. XXXXX), XXXXX (Φ/Σχ. 21/47.4.ΙΙ, Τεμ. XXXXX), XXXXX (Φ/Σχ. 21/46.5.ΙV, Tεμ. XXXXX). Το ακίνητο με αριθμό εγγραφής XXXXX, ήταν αρχικώς εγγεγραμμένο ως χωράφι και διαχωρίστηκε πιο μετά σε οικόπεδα, με την ενάγουσα να λαμβάνει δύο οικόπεδα (ως της αναλογούσαν), δηλαδή εκείνα υπό στοιχεία XXXXX (Φ/Σχ. 21/55W1, Τεμ. XXXXX) και XXXXX (Φ/Σχ. 21/55W1, Τεμ. XXXXX). Την 25.6.85 - πριν από τις περί ων ο λόγος μεταβιβάσεις - η ενάγουσα είχε εθελουσίως και ελευθέρως υπογράψει γενικό πληρεξούσιο έγγραφο στον XXXXX Αγρότη με στοιχεία XXXXX/85 (το πληρεξούσιο), διά του οποίου τον διόριζε και αποκαθιστούσε ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της όπως αντί αυτής εξ ονόματος και για λογαριασμό της προβαίνει σε όσα προβλέπονται στο πληρεξούσιο (με τούτα να έχουν ήδη μεταφερθεί ανωτέρω κατ' αντιγραφήν στην παράθεση της εκδοχής της ενάγουσας). Η ενάγουσα και η εναγόμενη 2 είχαν συμφωνήσει με τους γονείς τους (XXXXX Αγρότη και εναγόμενη 1), όπως μεταβιβαστεί στο όνομα των δύο θυγατέρων ακίνητη περιουσία, της οποίας όμως τον ουσιαστικό έλεγχο θα διατηρούσαν οι γονείς. Αυτή η ακίνητη περιουσία θα ήταν μεν γραμμένη στο όνομα των θυγατέρων αλλά στην πραγματικότητα δεν θα ήταν δική τους υπό την κατά νόμον αυστηρή ιδιοκτησιακή έννοια. Τούτο, ήταν σαφές ως πρόθεση και προοπτική από όλους τους εμπλεκομένους (διάδικους) ως και ολότελα κατανοητό από τις δύο θυγατέρες ειδικότερα (και βεβαίως από την ενάγουσα). Εντός των παραμέτρων αυτών, συμφωνήθηκε μεταξύ των γονέων και των θυγατέρων ότι η καθεμιά από αυτές θα υπέγραφε, όπως και έγινε, πληρεξούσιο έγγραφο στον XXXXX Αγρότη για να πράττει τούτος ό,τι ήθελε εν σχέσει προς την ακίνητη περιουσία. Ένα από τα πληρεξούσια ήταν και το πληρεξούσιο (βλ. Τεκμήριο 2).Το πληρεξούσιο είχε υπογραφθεί από την ενάγουσα, όχι για εξυπηρέτηση της από τον XXXXX Αγρότη, αλλά γιατί (με βάση την αναλυθείσα οικογενειακή διευθέτηση), θα ήσαν οι γονείς που θα αποφάσιζαν για την ακίνητη περιουσία (και άρα για τα επίδικα ακίνητα) και όχι οι θυγατέρες (και η ενάγουσα), οι οποίες δεν θα είχαν λόγο σε τούτα. Αρχές 2002, η ενάγουσα διατηρούσε σχέση με άνδρα από την Αργεντινή. Για τη σχέση αυτή, δεν ήσαν σύμφωνες οι εναγόμενες, ούτε και ο XXXXX Αγρότης, με όλους αυτούς να προσπαθούν να συμβουλεύσουν την ενάγουσα, με καλές και έντιμες προθέσεις, για το ότι τούτη θα έπρεπε ίσως να τερμάτιζε τη σχέση. Ο XXXXX Αγρότης ανησυχούσε πως η σχέση αυτή θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις στην οικογενειακή περιουσία. Την 1.8.02, ο XXXXX Αγρότης (ενεργώντας βάσει του πληρεξουσίου και των σαφών και ισχυόντων όρων εντολής από την ενάγουσα και έτσι είναι που τους δέχθηκε και το Κτηματολόγιο Λευκωσίας), μεταβίβασε δυνάμει δωρεάς στην εναγόμενη 1 τα επίδικα ακίνητα (συμπεριλαμβανομένου του ½ μεριδίου του ακινήτου στην οδό XXXXX 15). Λίγες μέρες αργότερα, την 30.8.02 και την 4.9.02, η εναγόμενη 1 μεταβίβασε δυνάμει δωρεάς τα επίδικα ακίνητα στην εναγόμενη 2. Η διαδικασία μεταβίβασης των επίδικων ακινήτων ήταν τυπικής μορφής αφού όλα έγιναν υπό το καθεστώς της αμοιβαίας συνεννόησης μεταξύ γονέων και θυγατέρων (διά της ελεύθερης συναίνεσης τους). Οι μεταβιβάσεις συνέθεσαν απόφαση του XXXXX Αγρότη. Έτσι, παρά τις μεταβιβάσεις των επίδικων ακινήτων, εξακολουθούσε να είναι εντελώς αντιληπτό και δεδομένο στην ενάγουσα και στην εναγόμενη 2 (όπως και στην εναγόμενη 1 και στον XXXXX Αγρότη), πως ήταν ο XXXXX Αγρότης που θα συνέχιζε να έχει δικαιώματα σε όλη την ακίνητη περιουσία (μαζί με την εναγόμενη 1). Τούτου δοθέντος, τίποτα δεν επέβαλλε στον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο XXXXX Αγρότη να επιζητήσει και λάβει (για τις μεταβιβάσεις των επίδικων ακινήτων), την εκ των προτέρων νέα εξουσιοδότηση της ενάγουσας, αφού όσα τούτη εξουσιοδότησε διά του πληρεξουσίου τον XXXXX Αγρότη εξακολουθούσαν να έχουν ισχύ μη έχοντας ποτέ ακυρωθεί ή ανακληθεί μέχρι τη στιγμή εκείνη (βλ. κατ' αναλογίαν, Πρωτοπαπά ν Πρωτοπαπά και Άλλου
(2002)1(Β) ΑΑΔ 1329, 1335-1336). Το πληρεξούσιο, ακυρώθηκε πολύ αργότερα, μετά από διάβημα της ενάγουσας ημερομηνίας 17.4.03 (βλ. Τεκμήριο 3). Οι μεταβιβάσεις των επίδικων ακινήτων έγιναν χωρίς συμπαιγνία, συνωμοσία, δόλο, απάτη, αθέμιτη παρότρυνση, επηρεασμό ή καθοδήγηση του XXXXX Αγρότη από τις εναγόμενες ή και από την εναγόμενη 1 (βλ. κατ' αναλογίαν, Τσιάρτας και Άλλου ν Alocay Holdings Ltd και Άλλου
(2010)1(Γ) ΑΑΔ 1523, 1538-1539, Χριστοφόρου και Άλλου ν Barclays Bank Plc
(2009)1(A) ΑΑΔ 25, 30-31). Καμιά αξιόπιστη μαρτυρία δόθηκε ώστε να μπορούσαν αντικειμενικώς και ευλόγως (και επί στέρεας μαρτυρίας), να διαπλαστούν δικαστικά ευρήματα περί του ανάστροφου, ως η εισήγηση της ενάγουσας (βλ. κατ' αναλογίαν, Chr Petrides Tradelinks Ltd v Πετρίδου, ΠΕ 201/12, ημ. 7.2.18). Έως και τον θάνατο του, ο XXXXX Αγρότης διαβιούσε στην οικογενειακή εστία ακολουθώντας την ρουτίνα του, με όση ανεξαρτησία του επέτρεπε η κατάσταση της υγείας του, υπό τις περιστάσεις. Τούτος αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας. Ένα από αυτά, καρδιακής φύσεως, οδήγησε και στην τοποθέτηση βηματοδότη (με τοπική αναισθησία) τον Νοέμβριο 1998, μετά από λιποθυμικό επεισόδιο (βλ. Τεκμήριο 19). Ο XXXXX Αγρότης, το βράδυ της 17.2.03, υπέστη και εγκεφαλικό επεισόδιο. Μέχρι εκείνη τη στιγμή - αν και μιλούσε καθημερινώς με την ενάγουσα, μα έχοντας συχνούς διαπληκτισμούς μαζί της (όπως και με τις εναγόμενες) - τίποτα δεν έδειχνε ότι ο XXXXX Αγρότης υστερούσε σε καθαρότητα πνεύματος ή σε ικανότητα να κατανοεί τα όσα έπραττε. Αντιθέτως - όπως εξάλλου και προηγουμένως (και καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους) - ο XXXXX Αγρότης ήταν σε θέση να διαχειρίζεται πλήρως, ενσυνειδήτως και δεόντως τις περιουσιακές και άλλες υποθέσεις του και να αυτοσυντηρείται, με την προσήκουσα επικουρία όπου χρειαζόταν, από πρόσωπα του οικογενειακού του περιβάλλοντος και κυριότερα από τις εναγόμενες που τον φρόντιζαν καταλλήλως και νομίμως. Ενδεικτικά παραδείγματα της διαύγειας του αυτής, ήταν και το ότι ο XXXXX Αγρότης παρουσιάστηκε την 19.7.02 στην Τράπεζα Κύπρου (λίγες μέρες πριν από τη μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων στην εναγόμενη 1) και εγγυήθηκε προσωπικώς δάνειο της εναγόμενης 2 υπογράφοντας στην παρουσία δύο μαρτύρων (βλ. Τεκμήριο 26) και το ότι την 2.8.02 (την επομένη της μεταβίβασης των επίδικων ακινήτων στην εναγόμενη 1), μεταβίβασε, όπως και η εναγόμενη 1, μετοχές σε επιχειρήσεις της οικογένειας στο όνομα της εναγόμενης 2 (βλ. Τεκμήριο 27). Ακριβώς γιατί η κατάσταση του XXXXX Αγρότη ήταν η περιγραφόμενη, ποτέ δεν τέθηκε θέμα εγκλεισμού του σε γηροκομείο ή σε άλλο παρόμοιο ίδρυμα. Μέλημα των εναγόμενων ήταν συνεχώς η παροχή κατάλληλης φροντίδας και αγάπης στον XXXXX Αγρότη, την οποία και του παρείχαν. Ως δεικτικό της γενικότερης στάσης και διάθεσης των εναγόμενων έναντι του XXXXX Αγρότη, ήταν και το ότι, μετά από επέμβαση του στο δάκτυλο του ποδιού το 2002, οι εναγόμενες είχαν ζητήσει προνομιακή εξυπηρέτηση στην κλινική όπου έγινε η επέμβαση αλλά και το ότι όταν υπέστη το εγκεφαλικό την 17.2.03 (και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας), οι εναγόμενες συμφώνησαν για μετακίνηση του σε ιδιωτική κλινική ώστε τούτος να τύχει, κατά τη γνώμη τους, καλύτερης ιατρικής και νοσηλευτικής φροντίδας περιθαλπόμενος «. στην 1η θέση». Για τη μετακίνηση του XXXXX Αγρότη, είχε υπογράψει τα σχετικά η εναγόμενη 2. Το ίδιο και για τα έξοδα περίθαλψης του (βλ. Τεκμήρια 24-25). Καμιά από τις εναπομείνασες εισηγήσεις και προτάσεις της ενάγουσας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, αφού τούτες στερούνται επίρρωσης από αξιόπιστη μαρτυρία, με όσα αναπτύχθηκαν και αναλύθηκαν πιο πάνω, να συμπαρασύρουν τις θέσεις αυτές και ως νομικώς και πραγματικώς αβάσιμες. Ο XXXXX Αγρότης είχε κάθε νομικό και ηθικό δικαίωμα να μεταβιβάσει τα επίδικα ακίνητα με τον τρόπο που αποφάσισε και πρόκρινε. Οι λόγοι εξηγήθηκαν. Εν κατακλείδι. Η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την αγωγή στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα - και ο ΦΠΑ αν υπάρχει - επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων και εναντίον της ενάγουσας, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο