← Κύπρος

Σωτηρίου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αγωγή 3165/08, 19/8/2020

Σωτηρίου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αγωγή 3165/08, 19/8/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A599 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ (ΠΑΡΑΠΕΜΦΘΕΙΣΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΘΕΙΣΑ ΣΤΟ ΕΙΔΙΚΟ ΜΗΤΡΩΟ ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ 7/10) ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Ειδικού Μητρώου: 7/10 (Αγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού: 3165/08) Ως Τελευταίως Τροποποιήθηκε Με Δικαστικό Διάταγμα Ημερομηνίας 26.1.17 ΜΕΤΑΞΥ: XXXXX Σωτηρίου Ενάγοντα -και- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένου --------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 19 Αυγούστου, 2020. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: Ο κ. Γ. Θωμά, για Yiannakis K. Thoma Law Firm LLC (ΔΘ186). Για τον Εναγόμενο: Η κ. Χ. Καραολίδου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγων αξιώνει από τον εναγόμενο ειδικές και γενικές αποζημιώσεις για ιατρική αμέλεια. Είναι εκδοχή του ότι έχοντας εισαχθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού την 15.6.06 λόγω οξέως εμφράγματος μυοκαρδίου, μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας στις 30.6.06 και υπεβλήθη σε αορτοστεφανιαία παράκαμψη/bypass την 1.7.06 («η εγχείρηση»). Μετά από την εγχείρηση, ο ενάγων άρχισε να αντιμετωπίζει αναπνευστικά προβλήματα που προέκυψαν, ως λέγει, από πάρεση του αριστερού ημιδιαφράγματος του αριστερού πνεύμονα. Το παράπονο του ως αυτό περιορίστηκε στο στάδιο των αγορεύσεων, με παραδεκτό (ως ανεπάφως καταγράφεται στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων του), πως «... η πάρεση του αριστερού ημιδιαφράγματος και/ή η πάρεση ημιδιαφραγμάτων ήταν και είναι μια πιθανή και σοβαρότατη και συχνή επιπλοκή που συμβαίνει σε άτομα που υποβάλλονται σε παρόμοιες εγχειρίσεις» - σύγκειται στο ότι «(α). οι λειτουργοί του Εναγομένου δεν τον είχαν προειδοποιήσει για μια τόσο πιθανή σοβαρή και συχνή επιπλοκή όπως είναι η πάρεση ημιδιαφράγματος ή/και ημιδιαφραγμάτων η οποία υλοποιήθηκε στην περίπτωση του με την πάρεση του αριστερού ημιδιαφράγματος του και η οποία είχε και εξακολουθεί να έχει δραστικές αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία αλλά και στην ποιότητα ζωής του Ενάγοντος και (β) ενώ ο Ενάγων αντιμετώπιζε και παραπονείτο για το σοβαρότατο πρόβλημα δύσπνοιας από τη στιγμή που είχε ξυπνήσει μετά την νάρκωση και ενώ η διαπίστωση της πάρεσης ημιδιαφράγματος όπως έχει εξηγηθεί από τον Δρ. Ελευθερίου ήταν απλό θέμα σύγκρισης των ακτινογραφιών θώρακος του Ενάγοντος, αυτό δεν έγινε και/ή αν έγινε ουδέποτε ο Ενάγων πληροφορήθηκε από τους λειτουργούς του Εναγομένου που τον υπέβαλαν σε εγχείρηση ότι αντιμετώπιζε μετεγχειρητική πάρεση του αριστερού ημιδιαφράγματος με αποτέλεσμα να μην αποταθεί έγκαιρα σε ειδικό πνευμονολόγο και/ή να παραπεμφθεί από τους λειτουργούς του Εναγομένου που είχαν άμεση σχέση με τη διενέργεια της χειρουργικής επέμβασης. Αποτέλεσμα αυτής της αμέλειας ήταν να χαθεί πολύτιμος χρόνος και ο Ενάγων να μην τύχει έγκαιρα της ενδεδειγμένης θεραπείας με σκοπό να μεγιστοποιήσει τις δυνατότητες να ξεπεράσει την πάρεση. Ουσιαστικά, χορηγήθηκε κατάλληλη θεραπεία στον Ενάγοντα μετά τον Νοέμβριο του 2006, πέντε τουλάχιστο ολόκληρους μήνες μετά την υποβολή του σε εγχείρηση όταν στάληκε σε ειδικό πνευμονολόγο στο Νοσοκομείο της Λεμεσού και δη στον κ. XXXXX Ελευθερίου από καρδιολόγους του Νοσοκομείου Λεμεσού, οι οποίοι δεν είχαν οποιαδήποτε σχέση με την εγχείρηση στην οποία υπεβλήθηκε ο Ενάγων». Ο εναγόμενος υποστηρίζει ότι αν ο ενάγων δεν χειρουργούνταν αμέσως την 1.7.06, υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να πέθαινε. Ο ενάγων είχε ενημερωθεί από τους ιατρούς για την εγχείρηση και τους ελλοχεύοντες κινδύνους. Η εγχείρηση συντελέστηκε κατά τα ιατρικά ειωθότα και επιμελώς. Η περίθαλψη του ενάγοντα ήταν ορθή. Η πάρεση συνιστά συχνή επιπλοκή καρδιολογικών χειρουργικών επεμβάσεων, με τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο ενάγων να μην μπορούν να αποδοθούν στην εγχείρηση. Για επίρρωση της αγωγής, ο ενάγων παρουσίασε τη δική του μαρτυρία (ως ΜΕ2) και τη μαρτυρία της XXXXX Σωτηρίου (ΜΕ1) και του ιατρού XXXXX Ελευθερίου (ΜΕ3), ενώ ο εναγόμενος, για σκοπούς υπεράσπισης, τη μαρτυρία των ιατρών XXXXX Αδαμίδη (ΜΥ1), XXXXX Καουτζάνη (ΜΥ2), XXXXX Ευαγγελάκη (ΜΥ3), XXXXX Χούρη (ΜΥ4) και XXXXX Γιαπανά (ΜΥ5). Παραθέτω αμέσως και συντετμημένως τη μαρτυρία. Η XXXXX Σωτηρίου (ΜΕ1), θυγατέρα του ενάγοντα, αναφέρθηκε (και διά της γραπτής της δήλωσης/Έγγραφο Α), στην κατάσταση της υγείας του πατέρα της πριν και μετά από την εγχείρηση. Ο XXXXX Σωτηρίου (ΜΕ2), ως ενάγων - με αναφορά και στη γραπτή του δήλωση/Έγγραφο Β - έδωσε λεπτομέρειες όσων περιστοίχισαν την εγχείρηση και τα απότοκα της. Ο XXXXX Ελευθερίου (ΜΕ3), πνευμονολόγος και Διευθυντής της Πνευμονολογικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου από το 2008, έδωσε μαρτυρία για την επίδικη πάρεση ημιδιαφράγματος, παρέχοντας - μέσω και της γραπτής του δήλωσης/Έγγραφο Γ - τη γνώμη του για την κατάσταση του ενάγοντα. Εξήγησε πως η πάρεση, ως γενικότερος όρος, αφορά «. στη διακοπή της φυσιολογικής λειτουργίας ενός νεύρου, η οποία διακοπή μπορεί να είναι νευροαπραξία, μπορεί να είναι κάτι το παροδικό, μπορεί ένας μικρός τραυματισμός ο οποίος επανέρχεται, μπορεί η αξονοτμήση που είναι σοβαρός τραυματισμός νεύρου, χωρίς όμως διατομή του και μπορεί να είναι νευρότμηση το οποίο είναι πλήρης διατομή του νεύρου .». Ο μάρτυς διευκρίνισε ότι με τον όρο παράλυση εννοείται συνήθως η μόνιμη και πλήρης διακοπή της λειτουργίας του νεύρου και πως η πάρεση που βρήκε στον ενάγοντα το 2006 μεταβλήθηκε σήμερα σε παράλυση του ημιδιαφράγματος. Η XXXXX Αδαμίδη (ΜΥ1), πνευμονολόγος στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και Βοηθός Διευθύντρια στην Πνευμονολογική Κλινική, κατέθεσε (με παραπομπή και στη γραπτή της δήλωση/Έγγραφο Δικαστήριο), για την μετεγχειρητική πάρεση αριστερού ημιδιαφράγματος στον ενάγοντα, εξηγώντας την υφιστάμενη εμπειρική και βιβλιογραφική ιατρική γνώση, την οποία και συζήτησε προσαρμοσμένη στην περίπτωση του ενάγοντα και τα υποκείμενα του νοσήματα, όπως η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, η βρογχίτιδα, η άπνοια ύπνου, ο σακχαρώδης διαβήτης και η στεφανιαία νόσος, σε συνδυασμό με τη νοσογόνο παχυσαρκία. Ο XXXXX Καουτζάνης (ΜΥ2), καρδιοχειρουργός και υπεύθυνος σήμερα του Καρδιοχειρουργικού Τμήματος στο Απολλώνειο Ιδιωτικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, με σημείο αναφοράς και τη γραπτή του δήλωση/Έγγραφο Ε, μίλησε για τη διενεργηθείσα από αυτόν εγχείρηση (όταν εργαζόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας). Εξήγησε τις ενέργειες στις οποίες προέβη υπό την κατάσταση ανάγκης στην οποία βρισκόταν ο ενάγων έχοντας μεταφερθεί εκεί το απόγευμα της 30.6.06 από το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού στο οποίο είχε εισαχθεί επειγόντως λόγω σοβαρού βαθμού στεφανιαίας νόσου σε ασταθή στηθάγχη, με σοβαρότατου βαθμού στένωση 95% των δύο κύριων καρδιακών αρτηριών και με υποκινησία του προσθίου τοιχώματος της καρδίας, που απειλούσε άμεσα τη ζωή του. Ο μάρτυς είπε και για τα όσα προηγήθηκαν της εγχείρισης αλλά και για την προφορική ενημέρωση που είχε κάνει προς τον ενάγοντα (όπως και η αναισθησιολόγος XXXXX Γιαπανά [ΜΥ5]), πριν από την εγχείρηση για τους ενδεχόμενους κινδύνους και επιπλοκές της εγχείρησης, με τον ενάγοντα να υπογράφει και σχετικό έντυπο συγκατάθεσης. Ο XXXXX Ευαγγελάκης (ΜΥ3), σήμερα καρδιοχειρουργός στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και κατά τους κρίσιμους χρόνους ιατρικός λειτουργός στην Αγγειοκαρδιοθωρακοχειρουργική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, είπε (με βάθρο τη γραπτή του δήλωση/Έγγραφο ΣΤ), για τη συμμετοχή του στην εγχείρηση μαζί με τον XXXXX Καουτζάνη (ΜΥ2). Ο XXXXX Χούρης (ΜΥ4), αναισθησιολόγος - και τοποθετημένος στο ίδιο Τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας όπως τότε ο XXXXX Ευαγγελάκης (ΜΥ3) - έδωσε λεπτομέρειες (με επίκληση και τη γραπτή του δήλωση/Έγγραφο Ζ), για την εισφορά του στην εγχείρηση. Η XXXXX Γιαπανά (ΜΥ5), αναισθησιολόγος στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας - και διά της γραπτής της δήλωση/Έγγραφο Η - αναφέρθηκε στην εγχείρηση και στον προεγχειρητικό έλεγχο που διενήργησε, έχοντας ενημερώσει τον ενάγοντα για τις πιθανές επιπλοκές της εγχείρησης. Οι αναφορές των μαρτύρων και τα κατατεθέντα τεκμήρια, αξιολογήθηκαν καθ' ολοκληρίαν, έστω και αν δεν επιλέχθηκε να αποτυπωθούν ρητώς στην ανά χείρας ετυμηγορία, μη χρειαζούμενης της επανάληψης τού περιεχομένου τους, εκτός μιας συντομότατης περίληψης (βλ. κατ' αναλογίαν, G&K Exclusive Fashions Ltd v Παπαδόπουλου και Άλλων

(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Al Watani και Άλλων v Παπαδόπουλου
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1924, 1936-1937, Paphos Stone C Estates v Ζαβρού και Άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Στις επιμελείς αγορεύσεις, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι επιχειρηματολόγησαν πως η μαρτυρία και οι εφαρμοζόμενες νομικές αρχές δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν σε αποδοχή των αντίστοιχων θέσεων τους. Ξεψάχνισα τη γραπτή και προφορική μαρτυρία στην πλήρη της μορφή και το ίδιο έπραξα σε σχέση προς τη δικογραφία και τις αγορεύσεις. Μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης - θέτουσα εκ των πραγμάτων το Δικαστήριο σε πλεονεκτική θέση να βλέπει και να αξιολογεί τους μάρτυρες, με τα ευεργετήματα που αυτό ενέχει (βλ. κατ' αναλογίαν, Μελή ν Κωνσταντίνου και Άλλων, ΠΕ 2/13, ημ. 13.3.19) - παρακολούθησα και άκουσα με την ίδια προσοχή και υπομονή τους μάρτυρες που κατέθεσαν. Έθεσα ως δείκτη μεταξύ άλλων, το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο πήγασε η μαρτυρία, την πηγή και κύρος της γνώσης των μαρτύρων, το όποιο προσωπικό τους συμφέρον ή προκατάληψη στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν για αντίληψη των διαδραματιζομένων, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή για να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, τις όποιες υπερβολές, ανακολουθίες ή αντιφάσεις σε αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις, τις τυχόν προηγούμενες γραπτές ή προφορικές ασυνεπείς ή αντιφατικές τους δηλώσεις, τη φιλαλήθεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμουν προσεκτικός στο να μην αποδώσω υπέρμετρο βάρος στα εξωτερικά γνωρίσματα της μαρτυριακής τους διαγωγής μια και τούτο εμπεριέχει επικινδυνότητα (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806), μιας και δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαζόντως ικανοί στο να φανερώνουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικώς τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και γιατί μερικές συμπεριφορές στο εδώλιο μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών και όχι πάντα από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Εφόδιο αξιολόγησης αποτέλεσε και η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση για την ανθρώπινη προσωπικότητα, γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα (ανθρώπινης) κρίσης για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ' αναλογίαν, Καραολή ν Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου και Άλλων, ΠΕ 418/11, ημ. 15.2.18, C&A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Αποτιμώντας τη μαρτυρία δεν περιορίστηκα στην ατομική εκτίμηση τής αξιοπιστίας των μαρτύρων αλλά συσχέτισα και αντιπαρέβαλα τη μαρτυρία αυτή και με το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιωαννίδη και Άλλων ν Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, ΠΕ 80/13, ημ. 13.1.20, Γερολέμου ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και Άλλου, Ποιν. Έφ. 486/12, ημ. 10.9.19, Ιορδάνους ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 152/14, ημ. 19.4.18, Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Ως θα αναπτύξω, οι XXXXX Σωτηρίου (ΜΕ1) και XXXXX Σωτηρίου (ΜΕ2), ως και XXXXX Ελευθερίου (ΜΕ3), που κατέθεσε ως πραγματογνώμονας - σε αντίθεση προς τους άλλους καταθέσαντες (πραγματογνώμονες) μάρτυρες - μου προξένησαν αρνητική εντύπωση (και το λέγω αυτό με θεσμικό σεβασμό προς το πρόσωπο τους). Οι μάρτυρες τούτοι, σε αλλιώτικη ένταση και κλίμακα ο καθένας - και χωρίς ποτέ να ξεχνώ ότι η μαρτυριακή συμπεριφορά των ιατρών/πραγματογνωμόνων μόλο που δεν είναι τόσον μεγάλης σπουδαιότητας όσον των κοινών μαρτύρων εξακολουθεί να είναι ουσιώδης για την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Σπύρου ν Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 298, 308-309) - ήσαν πλειστάκις διστακτικοί στις απαντήσεις τους και τείνοντες να εκπλέουν από οτιδήποτε (σχεδόν) θα μπορούσε να ζημιώσει την εκδοχή που προωθούσαν. Οι εναπομείναντες μάρτυρες (σε διάφορες διαβαθμίσεις ο καθένας), ήσαν σταθεροί, λεπτομερείς και επεξηγηματικοί σε όσα είπαν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αυτά υπέχουν και ανάλογης αποδεικτικής βαρύτητας, μια και το ζήτημα της γενικότερης αξιοπιστίας των μαρτύρων δεν εναρμονίζεται κατ' ανάγκην με την αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Κίμωνος ως Εκκαθαριστή της Blue Seal Shoes Ltd v Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ, ΠΕ 66/13, ημ. 4.11.19, Ευσταθίου ν Μιχαήλ και Άλλης, ΠΕ 269/12, ημ. 23.7.19, Θεοχαρίδης ν Ιωάννου και Άλλων
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1311, 1319-1322). Εξηγώ. Η XXXXX Σωτηρίου (ΜΕ1), ήταν κάθετη για το ότι ο ενάγων δεν είχε «. ιδιαίτερα προβλήματα με την υγεία του μέχρι το 2003 ή το 2004, οπόταν άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα με την καρδία του .» και περισσότερο, πως ποτέ τούτος δεν αντιμετώπιζε «. οποιαδήποτε προβλήματα με τους πνεύμονες του πριν την εγχείρηση στην οποία υποβλήθηκε στις 01/07/2006 .». Όταν τέθηκε στην μάρτυρα κατά την αντεξέταση ότι με βάση την έκθεση του ιατροσυμβουλίου ημερομηνίας 14.10.13 (βλ. Τεκμήριο 3), ο ενάγων πιθανόν να έπασχε από το σύνδρομο αποφρακτικής άπνοιας ύπνου πριν από την εγχείρηση, η μάρτυς (η οποία απαντώντας είχε στα χέρια το Τεκμήριο 3), είπε πως ο ενάγων «. δεν αντιμετώπιζε κανέναν απολύτως πρόβλημα, κανέναν, ήταν εντελώς φυσιολογικός . είχε δύσπνοια, δεν μπορούσε να αναπνεύσει, δεν έπαιρνε επαρκές οξυγόνο, υπήρχαν σοβαρά αναπνευστικά προβλήματα, δυσκολευόταν να αναπνεύσει και αυτό ήταν ακριβώς μετά την επέμβαση, μετά την εγχείρηση που έκανε 1/07/2006». Στις απαντήσεις της αυτές (όπως και σε μερικές άλλες επί της ίδιας θεματικής), η μάρτυς ήταν ανυποχώρητη στην περιγραφή γεγονότων ουσίας που εξέφραζε ως την αλήθεια, δίχως πάντως να κέκτηται ειδικών γνώσεων - μια και που ποτέ δεν προέβη η μάρτυς σε τέτοιο ισχυρισμό (χώρια και από το ότι ο κ. Θωμά ενέστη σε αντεξεταστική ερώτηση που είχε υποβληθεί σε αυτήν επί ενός αμιγώς ιατρικού θέματος λέγοντας πως τούτη «. δεν είναι γιατρός .») - ώστε να δικαιολογείται η άκαμπτη επιμονή της. Δεν υποτιμώ πως η μάρτυς λόγω της πολύ στενής και άριστης σχέσης που είχε (ως παραδέχθηκε), με τον πατέρα της (ενάγοντα), ίσως να ένιωθε δυνατά για αυτόν και την υπόθεση του, ή ακόμη να αντιλαμβανόταν πως τούτος αδικήθηκε ή αδικείται από τους επίδικους ιατρικούς χειρισμούς (ίσως γιατί εξίσωσε το πρόβλημα πάρεσης του ενάγοντα «. ακριβώς μετά την εγχείρηση .», ως προκύψασα από την εγχείρηση δυνάμει σχέσης αιτίου-αιτιατού). Αυτό είναι ένα. Άλλο είναι όμως να παρουσιάζεται η μάρτυς τόσον κατηγορηματική σε αυτά που ισχυριζόταν - με κάποιους ιατρούς μάλιστα, που κατά τεκμήριον είχαν περισσότερη γνώση από αυτήν (αλλά και ειδικότητα), να μην μπορούσαν να αποφανθούν με βεβαιότητα για την όποια αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της εγχείρησης και των τωρινών προβλημάτων υγείας (ως συνάγεται και από την έκθεση του ιατροσυμβουλίου/Τεκμήριο 3) - με τη στάση της, να συναποτελεί πτυχή η οποία (κατόπιν αυτοπροειδοποίησης κατά τα νομολογιακώς επιβεβλημένα σε συνδυασμό και με τη διά ζώσης δικαστική μου παρατήρηση), δείχνει καθαρώς (και όχι αποκλειστικώς ως εκ της συγγένειας), πως η μάρτυς είχε ως ελατήριο την υποβοήθηση της εκδοχής του ενάγοντα μακράν του θεμιτού (βλ. κατ' αναλογίαν, Θεμιστοκλέους ν Πυρκώτη
(2014)1(Γ) ΑΑΔ 2389, 2398, Δημητρίου και Άλλων ν Ξανδρή
(2012)1(Γ) ΑΑΔ 2184, 2192, Μουζάκης ν Της Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 220, 223-224). Η μάρτυς υπήρξε ασταθής και σε άλλα μέρη της μαρτυρίας. Ενώ ισχυρίστηκε στη γραπτή δήλωση/Έγγραφο Α, ότι ο πατέρας της εργαζόταν «. πριν από το 2006 . σαν πλανόδιος πωλητής. Πωλούσε αλλαντικά, τα οποία κατασκεύαζε ο ίδιος σε εργαστήριο που διατηρούσε στην περιοχή Αγίου Νικολάου στη Λεμεσό . μέχρι τις 15/06/2006», απέφυγε ευσχήμως (και διά σιωπής), να δώσει έστω μια εξήγηση στη βάση της δικής της γνώσης και αντίληψης, για ποιο λόγο είναι που σε βεβαίωση των Κοινωνικών Ασφαλίσεων Λεμεσού ημερομηνίας 24.1.08, αναφέρεται (δίχως αμφισβήτηση εκ πλευράς ενάγοντα), πως τούτος «εξασκούσε το επάγγελμα του Σερβιτόρου από 6/7/1998 - 24/4/2005 .» (βλ. Τεκμήριο 1). Μια έτερη πτυχή που απασχόλησε - για τη συνέπεια της εκδοχής της μάρτυρος και όχι για την αξιοπιστία της μια και αυτό (και όσα θα πω ισχύουν οριζοντίως ως αρχή για κάθε παραπλήσια περίπτωση), θα συνέπλεκε απαραδέκτως το ζήτημα της μαρτυριακής αξιοπιστίας με το εφαρμοζόμενο βάρος και επίπεδο απόδειξης (βλ. κατ' αναλογίαν, Λεριός ν Αλεξίου και Άλλου
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1195, 1205, Αθανασίου και Άλλου ν Κουνούνη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 614, 636-642) - είναι και το ότι η μάρτυς, απαντώντας σε αντεξεταστική υποβολή πως ο ενάγων είχε πληροφορηθεί για τους κινδύνους της εγχείρησης στην οποία θα υποβαλλόταν, η μάρτυς απάντησε ότι ήταν «. 1000% σίγουρη, γιατί ήμουν συνέχεια εκεί κοντά του, δεν του είχαν πει τίποτε. Όχι, δεν είχε ενημερωθεί». Μολοντούτο, στην αντεξέταση του XXXXX Καουτζάνη (ΜΥ2), υποβλήθηκε σε αυτόν μια άλλη εκδοχή, που - έστω κι αν περιείχε απαραδέκτως επιχειρηματολογία και εισαγωγή μαρτυρίας, εκλαμβανόμενης ως δεδομένης (βλ. κατ' αναλογίαν, Libke v The Queen
(2007)HCA 30 [130-131], R v Baldwin
(1925)All ER Rep 402, 404-405) - εξέπεμψε μια παράταιρη εικόνα από εκείνη που περιέγραψε η μάρτυς. Πιο συγκεκριμένα (και πρέπει να παρατεθεί το σύνολο της υποβολής για να καταστεί ευχερέστερη η κατανόηση των αναφορών), τέθηκε στον XXXXX Καουτζάνη (ΜΥ2), ότι «. πράγματι στις 30.06.06 είχες επισκεφθεί τον κύριο Σωτηρίου στον θάλαμο που βρισκόταν, αφού είχε μεταφερθεί από τη Λεμεσό, μαζί του συνεχώς ήταν η κόρη του η XXXXX, η οποία είναι παρούσα σ' αυτό το Δικαστήριο. Πράγματι συζήτησες για πολλά ζητήματα για την εγχείριση, αλλά ουδέποτε τον προειδοποίησες για οποιονδήποτε κίνδυνο επιπλοκών, είτε αυτό που αναφέρατε προηγουμένως ή τη δυνατότητα να πάθει άνωση το διάφραγμα του ή οτιδήποτε άλλο. Τι έχεις να πεις;». Εκείνο που φύεται, είναι πως διά της υποβολής, συνάγεται ως παραδεκτό από την πλευρά του ενάγοντα πως τούτος συζήτησε με τον XXXXX Καουτζάνη (ΜΥ2) πολλά θέματα για την εγχείρηση χωρίς όμως να προειδοποιηθεί για τους μετεγχειρητικούς κινδύνους. Στη βάση αυτή, η μάρτυς, η οποία ως είπε βρισκόταν συνεχώς με τον ενάγοντα (και άρα και κατά την 30.6.06 συμφώνως της θέσης που τέθηκε στον XXXXX Καουτζάνη [ΜΥ2]), θα έπρεπε κατά λογική ακολουθία να αναφερόταν σε αυτά τα «. πολλά ζητήματα για την εγχείρηση .» που είχαν συζητηθεί μεταξύ ενάγοντα και μάρτυρα ώστε, αν μη τι άλλο, να τόνιζε ή να διέκρινε όσα υποτίθεται λέχθηκαν κατά την εκδοχή της για το αναλυόμενο. Δεν το έπραξε. Μήτε τέθηκε στην μάρτυρα διευκρινιστική ερώτηση κατά την επανεξέταση για τις λεπτομέρειες που περιστοίχισαν (ως συνειρμό και εν τέλει ως θέση), την απόλυτη απάντηση της πως ο ενάγων δεν είχε πληροφορηθεί για τους κινδύνους της εγχείρησης. Πέραν τούτου - και μένοντας στη θεματική που αφορά στο συμπαγές της εκδοχής της μάρτυρος - ο XXXXX Σωτηρίου (ΜΕ2) στην αντεξέταση αναφέρθηκε στο ότι τού είχε πει κάποια νοσοκόμα «. υπόγραψε τούτο το χαρτί γιατί θα σε χειρουργήσουν είπεν μου και εν ένα απλό χαρτί τζαί υπόγραψα το, δεν μου είπε με για την καρδία με για τους πνεύμονες τίποτε .». Το έγγραφο [συγκατάθεσης του ενάγοντα για την εγχείρηση, ως τα ίδια Τεκμήρια 10 και 51] («το έντυπο συγκατάθεσης»), έχει τη δική του σπουδαιότητα (ως θα διαφανεί στην ώρα του) για όσα επιδίκως απασχολούν επί της ουσίας αλλά και για την αξιοπιστία του Λοΐζου Σωτηρίου (ΜΕ2). Το τι ενεστώτως ενδιαφέρει είναι πως η μάρτυς δεν αναφέρθηκε στην υπογραφή του εντύπου συγκατάθεσης από τον πατέρα της, αν και βρισκόταν αδιαλείπτως μαζί του, ξεύροντας συνάμα την έννοια της ενημέρωσης του ενάγοντα για τα παρεπόμενα της εγχείρησης και αυτό διότι, όχι μόνον τα ανέδειξε και η ίδια στη μαρτυρία της αλλά και γιατί η θέση του εναγομένου περί υπογραφής του εντύπου βρισκόταν καταγεγραμμένη στην Υπεράσπιση από την 13.5.10 και έτσι ήταν ή θα μπορούσε να είναι και έπρεπε να είναι γνωστή στην μάρτυρα (και στον ενάγοντα). Το έντυπο αναμενόταν να τύγχανε αναφοράς και ανάλυσης από την μάρτυρα (ως εκδοχή του ενάγοντα την οποία η μάρτυς μπορούσε να υποστηρίξει), κυρίως ως εκ του περιεχομένου του εντύπου (το οποίο υπεγράφη φερόμενα από τον ενάγοντα) και δη στην εκείθεν αναφορά ότι «. ο γιατρός μου έχει εξηγήσει λεπτομερώς το είδος της επέμβασης, τους κινδύνους, τα ωφελήματα και τις υπαλλακτικές λύσεις της θεραπείας αυτής». Τίποτε δεν λέχθηκε από την μάρτυρα. Μια ετέρα κατηγορία μαρτυρίας με την οποία καταπιάστηκε η μάρτυς, ήταν και οι επισκέψεις του ενάγοντα μετά από την έξοδο του από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, για εξέταση από τον XXXXX Καουτζάνη (ΜΥ2). Ήταν θέση της πως είχε μεταφέρει τον πατέρα της στην Λευκωσία συνολικώς «. 5 ή 6 φορές .» και ότι οι επισκέψεις γίνονταν στο παλαιό Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας «. στο κέντρο της πόλης .», ενώ τις τελευταίες φορές τον είχε πάρει «. στο ιατρείο του Δρ. Καουτζιάνη στο Νέο Γενικό Νοσοκομείο στα Λατσιά. Ήταν τέλος του 2006, χωρίς να θυμάμαι ακριβή ημερομηνία». Η μάρτυς, ως είδα, δεν παρουσιαζόταν βεβαία για όσα έλεγε για τον αριθμό των επισκέψεων ή για τις επισκέψεις αυτές καθαυτές του ενάγοντα στον XXXXX Καουτζάνη (ΜΥ2). Δεν αγνοώ ότι οι αναφορές της στον αριθμό επισκέψεων ήσαν μάλλον ενδεικτικές (5-6 φορές περίπου ως είπε), αλλά ως παρατήρησα ενώ κατέθετε, ο τρόπος της έδειχνε πως διακατεχόταν, εκτός από αβεβαιότητα και από υπερβολή. Η μάρτυς σε άλλο σημείο (στην αντεξέταση) είχε δηλώσει πως όλες κατά βάσιν οι επισκέψεις που είχε πει ότι έγιναν στον XXXXX Καουτζάνη (ΜΥ2) - με άλλα λόγια οι πέντε ή έξι φορές για τις οποίες τούτη αναφέρθηκε - έγιναν στο «. παλιό Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας .» και πως κατά την τελευταία, ή ίσως προτελευταία, επίσκεψη «. Την 5η, 6η φορά περίπου .», ο XXXXX Καουτζάνης (ΜΥ2) είχε πει στον ενάγοντα «. ότι δεν χρειαζόταν πια να τον παρακολουθεί ο ίδιος και ότι μπορούσε να πηγαίνει στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού να τον παρακολουθούν και αυτό είχε γίνει». Αντιληπτώς, η θέση της αυτή συγκρούεται με τις προγενέστερες τοποθετήσεις της πως κάποιες από τις επισκέψεις έγιναν στο παλαιό Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και άλλες στο νέο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Ως πρόσθετη αστάθεια στην εκδοχή του ενάγοντα (και σε αυτή την κατηγορία ισχυρισμών), σημειώνω πως συγκρότησε θέση του ότι επισκέφθηκε τον XXXXX Καουτζάνη (ΜΥ2) τέσσερεις φορές στο παλαιό Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και δύο στο νέο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Η παράμετρος αυτή δεν είναι τόσον ασήμαντη ως μπορεί να φαντάζει και τούτο γιατί διασυνδέεται ευθέως με την απόδοση στον XXXXX Καουτζάνη (ΜΥ2) πολλών ευκαιριών (και σε βάθος ικανού χρόνου) ώστε τούτος να μπορούσε να διαγνώσει τα κακά που ο ενάγων λέγει πως επήλθαν σε αυτόν από την εγχείρηση. Απορρίπτω τη μαρτυρία της XXXXX Σωτηρίου (ΜΕ1). Ο XXXXX Σωτηρίου (ΜΕ2), επιχείρησε να παρουσιάσει εαυτόν (ακόμη και από τη γραπτή του δήλωση/Έγγραφο Β), ως άτομο του οποίου η κατάσταση υγείας μέχρι το 2004 «. ήταν πολύ καλή» και ότι από το 2004 «. και μετά αντιμετώπιζα κάποια προβλήματα υγείας που είχαν σχέση με την καρδιά μου, τα οποία όμως δεν είχαν απολύτως καμία σχέση με τους πνεύμονες μου». Παρά ταύτα, ο μάρτυς στην προφορική του μαρτυρία (κατά την αντεξέταση), είπε πως αντιμετώπιζε καρδιακά προβλήματα και πριν από το 2004 - «. που το 2003 .» - δείχνοντας (όχι για πρώτη φορά εν συνόλω στη μαρτυρία του), ότι έγνοια του ήταν να παρουσιάσει μια όσον το δυνατόν θετικότερη εξ απόψεως υγείας εικόνα πριν από την εγχείρηση έτσι ώστε να χρωματίσει έτι περισσότερον τη διαφοροποίηση των πραγμάτων προς το αρνητικότερο μετά από την εγχείρηση. Συνδυαζόμενο με τούτη την πτυχή, είναι και το ότι ο μάρτυς, ενώ διατεινόταν πως κατά το 2006 κάπνιζε ημερησίως «. κανένα πακέτο έτσι, παραπάνω εν τζιαί έπινα . Μπορεί και μισό .» - έχοντας αρχίσει το κάπνισμα από το 1965 - κατά την αντεξέταση, όταν του υποδείχθηκε έγγραφο ημερομηνίας 15.6.06 όπου περιγράφεται η εισαγωγή του στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, με σχετική καταγραφή στο ιστορικό, πως κάπνιζε δυόμιση πακέτα τσιγάρα την ημέρα για 30 έτη (βλ. Τεκμήριο 7), ο μάρτυς με ολοφάνερη αγωνία αποφυγής της αλήθειας απάντησε (με τρόπο που έδειχνε αναξιοπιστία), πως δεν παραδεχόταν («Δεν παραδέχομαι»), δίχως καν να δοκιμάσει να εξηγήσει τη μνεία αυτή που παρέπεμπε σε δικές του δηλώσεις. Περιπλέον, όταν ο μάρτυς ρωτήθηκε αν το 2006 είχε προβλήματα υπέρτασης, τούτος διολισθαίνοντας, μετατόπισε την ερώτηση (και έτσι την απαιτούμενη απάντηση), λέγοντας ότι όταν είχε επισκεφθεί τον «. γιατρό και με εξέτασε είχα κανονική πίεση», για να πει αμέσως (σε επακόλουθη τοποθέτηση/ερώτηση της κ. Καραολίδου), πως όταν είχε αρρωστήσει «. που το 2003 με 2004 πάλι είχα πρόβλημα με την καρδία μου και μετρούσαν με, ήταν λλίο πάνω λλίο κάτω μετά ερυθμίζετουν, μέχρι σήμερα πίνω χάπια», για να παραδεχθεί τελικώς (μετά από άλλη ερώτηση της κ. Καραολίδου), ότι έχει πρόβλημα πίεσης («. έχω πίεση αλλά όι πολλήν εντάξει») και να αποδεχθεί (πολύ πιο ομαλά αυτή τη φορά), πως για να λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή σημαίνει ότι είχε όντως πρόβλημα πίεσης. Μολαταύτα, όταν ρωτήθηκε ξανά εάν κατά το 2006 είχε πρόβλημα με την πίεση του, ο μάρτυς δήλωσε πως όταν είχε μεταβεί στο νοσοκομείο κατά τους κρίσιμους χρόνους «. εν είχα τίποτε με την πίεση μου, απλώς έπαθα το έμφραγμα». Πιο μετά, δέχθηκε πως είχε πρόβλημα υπέρτασης από το 2004, με τούτο να απεικονίζεται σε έγγραφα που του δείχθηκαν από την αντεξετάζουσα (βλ. Τεκμήρια 8 και 9). Οι τάσεις αποφυγής του μάρτυρα επί θεμάτων που αφορούσαν στην υγεία του ήσαν περισσότερον από κτυπητές σε όλο το μήκος και πλάτος της μαρτυρίας του. Ο μάρτυς υπήρξε εντονότατος (και το έβλεπα διαρκώς) και για το ότι το πρόβλημα πάρεσης που προέτασσε πως υπέστηκε - «. χωρίς να είμαι γιατρός, λέω ότι είναι από το κόψιμο του νεύρου με το οποίο καταστράφηκε ο πνεύμονας μου» - είχε προκληθεί από λάθος «. του γιατρού που με χειρούργησε στο νοσοκομείο», προβάλλοντας ως αφετηρία διαμόρφωσης της άποψης του, όσα του είπαν κάποιοι ιατροί, όπως ο XXXXX Ελευθερίου (ΜΕ3) που μιλούσαν για μετεγχειρητική πάρεση. Αξίζει υποσημείωσης, πως ο XXXXX Ελευθερίου (ΜΕ3), μηδέποτε επιβεβαίωσε αυτή τη θέση του μάρτυρα σε οιοδήποτε επίπεδο. Η αναντιστοιχία αυτή έχει την τιμή της για ό,τι είναι που σχετίζεται προς τη σταθερότητα της εκδοχής του ενάγοντα (παρά προς το γενικότερο ζήτημα της αξιοπιστίας του ως μάρτυρα). Ακολούθως όμως, ο μάρτυς παραδέχθηκε στην επανεξέταση (σε επόμενη ημερομηνία), πως οι ιατροί (τους οποίους είχε ονοματίσει στην αντεξέταση), δεν του είχαν πει «. ότι φταίνε οι γιατροί, μου είπαν ότι ήταν μετεγχειρητικό το πρόβλημα σου, αυτά . δεν μου είπαν ότι φταίνε οι γιατροί». Ο μάρτυς ήταν πολύ κατανοητό πως αποπειράθηκε να ανασκευάσει όσα είχε πει πρωτύτερα, όχι από πίστη προς την αλήθεια αλλά από τακτικιστική ανάγκη για διορθωτική ευθυγράμμιση της μαρτυρίας του με την εκδοχή που προωθούσε. Υπό αυτά τα δεδομένα, το τι αρχικώς ανέκυψε - και ήταν - ως μεταβολή εκδοχής του ενάγοντα μετατράπηκε σε ουσιώδη αντίφαση η οποία, ασχέτως της όποιας δυνητικής αποδεικτικής αξίας των όσων τούτη εξέφραζε ως περιεχόμενο, κατεδείκνυε εναργέστατα ότι ο μάρτυς περιβαλλόταν από κίνητρα και διάθεση κατάγνωσης ευθυνών στον εναγόμενο πάση θυσία, ανεξάρτητα από οποιοδήποτε κόστος ακεραιότητας. Ο μάρτυς διισχυρίστηκε επίσης πως η πάρεση του διαφράγματος ήταν μια επιπλοκή για την οποία δεν είχε ενημερωθεί και ότι ποτέ δεν συγκατατέθηκε για κάτι τέτοιο. Μεταγενέστερα, είπε πως γνώριζε για τους κινδύνους στην καρδία ως εκ της διαφαινόμενης τότε εγχείρησης, ωστόσο «. δεν μου είπαν τίποτε μέσα στο νοσοκομείο, μου είπε η νοσοκόμα υπόγραψε τούτο το χαρτί γιατί θα σε χειρουργήσω είπε μου και εν ένα απλό χαρτί τζιαί υπόγραψα το, δεν μου είπε με για την καρδία με για τους πνεύμονες τίποτε». Τούτη η θέση εκδηλώθηκε μετά που ο μάρτυς είχε απαντήσει νωρίτερα κατά την αντεξέταση ότι είχε υπογράψει το έντυπο συγκατάθεσης δηλώνοντας (διά της υπογραφής) πως ο ιατρός τού είχε εξηγήσει λεπτομερώς το είδος της εγχείρησης, τους κινδύνους, τα ωφελήματα και τις υπαλλακτικές λύσεις καθώς και τις τυχόν επιπλοκές. Ήταν θέση του πως, αν και υπέγραψε το έντυπο συγκατάθεσης, δεν του είχε εξηγηθεί το περιεχόμενο του και ότι του είχε λεχθεί πως «. είναι ένα απλό χαρτί να το υπογράψετε διότι θα σας πάρουμε Λευκωσία επειγόντως για να χειρουργηθεί η καρδία, γιατί ήξερα ότι είχα πρόβλημα σοβαρό αλλά δεν μου εξήγησαν ότι θα μείνω παράλυτος με έναν πνεύμονα και να μην μπορώ να ζήσω τη ζωή μου, ήταν να πάω στο εξωτερικό να κάμω τη θεραπεία μου να χειρουργηθώ τζιεί κάτω και να ήταν όλα μια χαρά». Αργότερα (και σε διάσταση με την τοποθέτηση αυτή), ο μάρτυς είπε πως ήξερε για τους κινδύνους στην καρδία του (σχετιζόμενων τούτων προς την εγχείρηση), όμως δεν του είχαν πει «. τίποτε μέσα στο νοσοκομείο» και πως το έντυπο συγκατάθεσης θα έπρεπε να υπογραφθεί από αυτόν αφού, ως του λέχθηκε (δίχως να του πουν για καρδία ή πνεύμονες), θα τον χειρουργούσαν. Όταν απαντούσε για τα ζητήματα αυτά κατέστη πασιφανές πως ο μάρτυς απέβλεπε στο να απαλλαχθεί από όσα διά της υπογραφής του επαλήθευσε ότι αναγνώριζε ως ενημέρωση (ειδάλλως η εκδοχή του για ανυπαρξία προειδοποίησης περί κινδύνων και άλλων τινών της εγχείρησης θα ίσχναινε). Ο μάρτυς επεκτάθηκε και στις μετεγχειρητικές επισκέψεις του στον XXXXX Καουτζάνη (ΜΥ2), λέγοντας πως τούτες έλαβαν χώραν τέσσερεις φορές στο παλαιό Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και δύο στο νέο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Ο μάρτυς ήταν γενικόλογος και αόριστος, με τα αναφερόμενα του να εκδηλώνονται (ως είδα και κατάλαβα), με θεατό συμπεριφεριακό δισταγμό και ενδοιασμό. Ενώ θυμόταν με αθροιστική βεβαιότητα το σύνολο των επισκέψεων του στον XXXXX Καουτζάνη (ΜΥ2) και την κατανομή τους (μεταξύ παλαιού και νέου Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας), ο μάρτυς δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε είχαν γίνει οι επισκέψεις αυτές μία προς μία για να επέτρεπε στην αντεξετάζουσα να αμφισβητήσει στοχευμένως πια την εκδοχή του και από ημερολογιακής εντύπωσης. Το εκτείνω αυτό κατά τι. Όταν ο μάρτυς απαντούσε πως ο XXXXX Καουτζάνης (ΜΥ2) «. έβαλε με να ξαναπάω επήα 4 φορές και 2 φορές .» (εκτός του ότι η μαρτυριακή συμπεριφορά του ενάγοντα επί του εδωλίου απείχε πολύ από εκείνη ενός μάρτυρα που έλεγε την αλήθεια), όταν ρωτήθηκε από την κ. Καραολίδου πότε επισκέφθηκε τον XXXXX Καουτζάνη (ΜΥ2), τούτος δήλωσε πως πήγε «. μια εβδομάδα μετά, έναν μήνα εν θυμούμαι καλά». Η απάντηση του, αν και εκ πρώτης όψεως απλή και λογική, εκφράσθηκε καθέτως περί του αριθμού των επισκέψεων του στον XXXXX Καουτζάνη (ΜΥ2), τον οποίο (αριθμό) ο ενάγων καθόρισε τη στιγμή εκείνη σε ένα (μία επίσκεψη), με τον χρόνο της επίσκεψης του αυτής να τον προσδιορίζει (από ό,τι θυμόταν) μεταξύ μιας εβδομάδας και ενός μηνός περίπου μετά από το εξιτήριο. Ενώ λοιπόν ρωτήθηκε να αναφέρει τις ημερομηνίες των έξι συνολικώς επισκέψεων του προς τον XXXXX Καουτζάνη (ΜΥ2), ο μάρτυς επέλεξε συνειδητώς να απαντήσει με τρόπο που υποδήλωνε ότι μία ήταν η μετεγχειρητική επίσκεψη στον XXXXX Καουτζάνη (ΜΥ2) και όχι έξι. Η ερώτηση που του είχε τεθεί δεν τον καλούσε να απαντήσει πότε επισκέφθηκε τον XXXXX Καουτζάνη (ΜΥ2) για πρώτη φορά, αλλά «. πότε πήγατε .» αναφορικώς προς τις έξι φορές που πρότερα είχε πει. Μετά, σε άλλη ερώτηση της αντεξετάζουσας για το αν ο μάρτυς είχε «. συγκεκριμένες ημερομηνίες στις οποίες τον επισκεφθήκατε .» (τον XXXXX Καουτζάνη [ΜΥ2]), με αντίδραση που υπολειπόταν πολλά για να ταξινομηθεί ως προσεταιριζόμενη την αλήθεια, ο ενάγων απάντησε πως δεν θυμόταν. Δεν ήταν η περίπτωση αυτή, μάρτυρα που δεν θυμόταν ένεκα οιουδήποτε θεμιτού λόγου ή ανθρώπινης αδυναμίας - και ανάπτυξη για τη νομολογιακή αντίκριση του θέματος γίνεται στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του XXXXX Καουτζάνη (ΜΥ2) - με τον ενάγοντα να μην αντιτάσσει ειδικώς και κάποια αιτίαση για το αστόχημα κατά την απάντηση του. Απλούστατα, ο μάρτυς κατέφυγε στο έλλειμμα μνήμης ως πρόφαση γιατί δεν έλεγε ακεραία την αλήθεια. Δεν χρειάζεται, θεωρώ, άλλη εις βάθος αξιολογική ανάλυση της μαρτυρίας του μάρτυρα καίτοι στα πρακτικά (σε αρκετά σημεία), είναι ευκόλως ανιχνεύσιμες και άλλες αμφιρρέπειες του, ως και απανωτές προσπάθειες να διαφύγει δυσμενών για την εκδοχή του αντεξεταστικών υποβολών. Δύο από τα σημεία αυτά στη μαρτυρία του είναι (ενδεικτικώς) και κατά πρώτον, ο συμφυρμός εξηγήσεων, εκδοχών, θέσεων και αντιθέσεων του για το πώς, πού, πότε και γιατί διακόπηκε βοήθημα που λάμβανε από το Γραφείο Ευημερίας για κάποια κοπέλα που τον βοηθούσε στο σπίτι. Ο μάρτυς είπε (ή άφησε να νοηθεί), ότι το βοήθημα αυτό τερματίστηκε αναιτιολογήτως από το Γραφείο Ευημερίας και πως ως εκ τούτου «. συνέχισα με την κόρη μου τζιαί με τα παιδιά μου να με σάζουν». Μετά, είπε ότι η κοπέλα «. έπρεπε να πληρώνετουν . τα λεφτά της που ήρτε τζιαί εκαθάριζε με τζιαί εγώ δεν είχα τη δύναμη να την πληρώνω τζιαί έτσι την σταμάτησα» (τουτέστιν όχι απευθείας από το Γραφείο Ευημερίας). Όταν του υποβλήθηκε πως ο λόγος που το Γραφείο Ευημερίας τερμάτισε τη βοήθεια που του παρείχε για την κοπέλα γιατί ανακάλυψε «. ότι τα τελευταία χρόνια συμβίωνες με κάποια άλλη κοπέλα και το παιδί της και αυτή σε φρόντιζε», ο μάρτυς αρνήθηκε την υποβολή λέγοντας πως η σχέση του με την κοπέλα εξελίχθηκε σε κάτι πιο σοβαρό από φιλική και ότι άρχισε να συμβιώνει μαζί της (και με τον γιο της). Υστερότερα, είπε πως η κοπέλα δεν έμενε μαζί του συνεχώς στην οικία του, με τον τρόπο εκφοράς του λόγου να μην εντυπωσιάζει καθόλου ως μαρτυριακό ύφος. Κατά δεύτερον, ο μάρτυς είπε - στην παράγραφο 32 της γραπτής δήλωσης/Έγγραφο Β - πως αν πληροφορούνταν για τους κινδύνους που ίσως να επέρχονταν στο αναπνευστικό του σύστημα από την εγχείρηση, δεν θα δεχόταν να τον «. χειρουργήσουν στο Νοσοκομείο Λευκωσίας αλλά θα πήγαινα στην Ελλάδα όπως έκανα και το 1987 που υποβλήθηκα σε εγχείρηση για αφαίρεση του εχινόκοκκου» και ότι (ως υπέδειξε και ο κ. Θωμά στη γραπτή αγόρευση για να δομήσει τις προθέσεις του πελάτη του με παραπομπή σε αντεξεταστική απάντηση του), αν του εξηγούνταν πως θα πάθαινε «. τη ζημιά με τον πνεύμονα ήταν να αναλάβω την ευθύνη εγώ προσωπικά με τα παιδιά μου να πάω στην Αγγλία ή στο εξωτερικό να κάμω ένα χειρουργείο σωστό για να μην είμαι ανίκανος όπως σήμερα, αλλά δεν μου εξήγησαν τίποτε ότι με την εγχείρηση θα παραλύσουν οι πνεύμονες μου, με την καρδία μου δόξα σοι ο Θεός πάμε καλά». Ο μάρτυς, όταν απαντούσε (και αυτό ήταν ζωηρώς διακριτό στα μάτια μου ως παρατήρηση από την Έδρα), επιχειρούσε να προωθήσει μια γραμμή μαρτυρίας η οποία, πολύ απλά, βόλευε την εκδοχή του (ή εκείνη που έπρεπε να προωθήσει). Ουδόλως παραγνωρίζω - και θίχθηκε αυτό ήδη - πως το μεδούλι της θέσης του μάρτυρα είχε αποτυπωθεί από την αρχή στη γραπτή δήλωση/Έγγραφο Β. Μα εκείνο που ανεφάνει ως μαρτυριακή αντίδραση (εκπορευόμενη φανερώς από σκοπιμότητα), ήταν και το ότι είχε αμέσως προηγουμένως συμφωνήσει με αντεξεταστική θέση της κ. Καραολίδου, πως «. η επέμβαση στην οποία είχατε υποβληθεί ήταν σοβαρή και έπρεπε να πάτε επειγόντως στην Λευκωσία να υποβληθείτε σε αυτήν». Μετά από την καταφατική απάντηση και ύστερα από επακόλουθη υποβολή της αντεξετάζουσας («Άρα συμφωνείτε ότι δεν είχατε περιθώριο οποιασδήποτε άλλης λύσης»), ο μάρτυς (με τον τρόπο που περιεγράφηκε), αντί να επικεντρωθεί στην ουσία του ερωτήματος (την οποία και δέχθηκε), πασχίζοντας να μεταστρέψει το ζήτημα τού επείγοντος της κατάστασης και να το εξισώσει με ό,τι παρουσιάστηκε ασυμβάτως να ισχύει έτη πριν, παραβλέποντας - και αυτό είναι το σημαντικότερο τώρα - πως λεπτά πριν αρχίσει η μαρτυρία του, εγκρίθηκε σειρά παραδεκτών γεγονότων, ανάμεσα στα οποία ήταν και το ότι ο μάρτυς είχε υποστεί οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου την 15.6.06, πως βρισκόταν σε ασταθή στηθάγχη με στένωση 95% των δύο κύριων στεφανιαίων αρτηριών της καρδιάς και ότι για να χειρουργηθεί και να σωθεί η ζωή του παρακάμφθηκε η λίστα αναμονής καρδιοχειρουργικών περιστατικών. Αυτό, πέραν τού ότι έδειξε πως ο μάρτυς υπέκφευγε να απαντήσει στο επακριβώς ζητούμενο, αντιμάχεται - και τούτο αφορά στη αντοχή της εκδοχής του - και μιας άλλης θέσης που προωθήθηκε εκ μέρους του (στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων του), ότι επειδή μετακινήθηκε «. σε κανονικό θάλαμο στο Καρδιοχειρουργικό Τμήμα .» μετά από την εισαγωγή του στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου «. παρέμεινε στον θάλαμο Εντατικής Θεραπείας για μερικές ημέρες .», ο άμεσος κίνδυνος «. δια τη ζωή του συνεπεία του εμφράγματος είχε ξεπεραστεί». Περέλκει άλλος σχολιασμός. Απορρίπτω τη μαρτυρία του XXXXX Σωτηρίου (ΜΕ2). Ο XXXXX Ελευθερίου (ΜΕ3), δεν είχε πρωτογενή γνώση της κατάστασης υγείας του ενάγοντα πριν από την εγχείρηση. Αυτό, δεν προκαταλαμβάνει ή καταργεί ως θέμα αρχής τη δυνατότητα του να τοποθετούνταν ικανώς ως πραγματογνώμονας περί των θεμάτων αυτών (βλ. κατ' αναλογίαν, Κωνσταντίνου ν Τσιλίδη
(2011)1(Α) ΑΑΔ 301, 309). Παρ' όλον όμως που ο μάρτυς συχνώς επαναλάμβανε την επιφύλαξη αυτή, παρουσιαζόταν αδιάλλακτος ως προς την ταύτιση τής πάρεσης του ημιδιαφράγματος του ενάγοντα με την εγχείρηση, αποδίδοντας στον συσχετισμό, δυναμική ανάλογη εκείνης μεταξύ αιτίου και αιτιατού. Όχι μόνον αυτό, αλλά ο μάρτυς ενέταξε στην εξίσωση και τα αναπνευστικά προβλήματα του ενάγοντα χωρίς, ως παραδέχθηκε στο τέλος, να γνωρίζει, φερ' ειπείν, το αν η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια τού ενάγοντα προϋπήρχε της εγχείρησης ή απέρρευσε ως εξ αυτής. Εκεί που η μαρτυρία του ελέγχεται πιο πολύ (και θα το επεξηγήσω αυτό με επίγνωση της αναμφισβήτητης επαγγελματικής ικανότητας και κατάρτισης του μάρτυρα), είναι στο ότι σε καίριες πτυχές της μαρτυρίας του, τούτος έδειχνε, ως παρακολούθησα, ροπές συγκεκαλυμμένου υποκειμενισμού υπέρ του ενάγοντα, κάτι που δεν αναμένεται από πραγματογνώμονες μάρτυρες, κυριότερο μέλημα των οποίων είναι (ή θα πρέπει να είναι) η αντικειμενικότητα (βλ. Tristram Hodgkinson, Mark James, Expert Evidence: Law and Practice, Sweet and Maxwell, 5η έκδ., 2020, παρ. 6-003 μέχρι 6-006). Επί παραδείγματι, ο μάρτυς απέγραψε στη γραπτή δήλωση/Έγγραφο Γ (την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του χωρίς περιστολές), πως όταν τον Νοέμβριο 2006 τον είχε επισκεφθεί ο ενάγων για πρώτη φορά στην Πνευμονολογική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού (όπου ο μάρτυς εργαζόταν ως πνευμονολόγος) και τον εξέτασε, μελετώντας το ιατρικό ιστορικό του (όπως το διέθεσε ο ενάγων) και τις ακτινογραφίες που του προσκόμισε, είδε ότι «. εμφάνιζε πάρεση του αριστερού ημιδιαφράγματος ως επιπλοκή θωρακοτομής στην οποία είχε υποβληθεί .» (οι εμφάσεις είναι του Δικαστηρίου). Κατά την αντεξέταση, παραδέχθηκε πως για να μπορεί κανείς να ομιλεί περί πάρεσης «. πρέπει να περάσει ένα χρονικό διάστημα το οποίο είναι συνήθως από 6 μήνες μέχρι έναν χρόνο, μέχρι έναν χρόνο και εννοούμε ότι θα μπορέσει να επανέλθει το τμήμα εκείνο». Άρα, εκείνο που αναφύεται ως εύλογο ερώτημα, είναι με κριτήριο ποια στοιχεία που ο μάρτυς έκρινε, δίχως άλλο, ότι η πάρεση προήλθε ως άμεση επιπλοκή της εγχείρησης. Ας σημειωθεί πως ο μάρτυς, όταν την 15.11.06 συνέτασσε την Ιατρική Βεβαίωση/Τεκμήριο 32 και στις 24.11.06 την Ιατρική Έκθεση/Τεκμήριο 34, αναφερόταν σε μετεγχειρητική πάρεση του αριστερού ημιδιαφράγματος του ενάγοντα και όχι σε πάρεση που είχε προκληθεί συγκεκριμένως από την εγχείρηση. Το γεγονός - και είναι εξάλλου παραδεκτό - πως ο ενάγων πληροφορήθηκε ότι υπέστη μετεγχειρητική πάρεση τον Νοέμβριο 2006, δεν εξυπακούει, ως ζήτημα κοινής και δικαιϊκής λογικής πως η πάρεση προκλήθηκε αυτομάτως και δεδομένως από την εγχείρηση. Ο μάρτυς (ως κατακλείδα αυτό), αν και δεν προσήλθε για να παραπλανήσει το Δικαστήριο - κάθε άλλο - δεν εισέφερε γνώση και γνώμη επαρκή για να το επικουρήσει, ως είχε καθήκον, στο να αντιληφθεί καλύτερα το επιστημονικό υπόβαθρο επί του οποίου ο μάρτυς βασίστηκε για να διαρθρώσει γνώμη (βλ. κατ' αναλογίαν, Αγγελή ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 155/17, ημ. 27.11.19). Η περί του αντιθέτου άποψη της εκπροσώπου του εναγομένου - η οποία πιθανώς να εκκίνησε από το ότι ο μάρτυς αναφερόταν στην πάρεση ως μια μετεγχειρητική κατάσταση και όχι όπως είπε, ως «. επιπλοκή θωρακοτομής στην οποία είχε υποβληθεί . [ο ενάγων] .» - δεν εξοστρακίζει την ευχέρεια του Δικαστηρίου να προβεί σε ό,τι είναι επωμισμένο εκ καθήκοντος να πράξει, κατεξοχήν αυθεντικώς, ήτοι στην κρίση αξιοπιστίας του μάρτυρα (βλ. κατ' αναλογίαν, Πισσάς ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 229/16, ημ. 14.3.18, Κυπρίζογλου και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 53/17, ημ. 15.12.17, Βασιλείου και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 12/15, ημ. 4.7.17). Απορρίπτω τη μαρτυρία του XXXXX Ελευθερίου (ΜΕ3). Η XXXXX Αδαμίδη (ΜΥ1), ήταν αμερόληπτη και απομακρυσμένη από συμφέροντα και υποκειμενισμούς. Ήταν θέση της πως η κατάσταση του ενάγοντα δεν μπορεί να αποδοθεί με ασφάλεια στην επίμαχη πάρεση του ημιδιαφράγματος. Είπε επιπλέον, πως η πάρεση είναι μια συχνή επιπλοκή που δημιουργείται μετά από χειρουργείο καρδιάς, ως εκ της ανύψωσης του ημιδιαφράγματος και ότι «. στην προκειμένη περίπτωση φαίνεται ότι επειδή δεν επανήλθε ποτέ το ημιδιάφραγμα του ασθενούς, πρόκειται για αποκοπή του νεύρου κατά την επέμβαση .» και πως κατά την εγχείρηση η αποκοπή τούτη «. μπορεί να γίνει είτε λόγω του πάγου που βάλλουν για να ψύξουν το μυοκάρδιο για να μπορέσουν να δουλέψουν, είτε ανοίγοντας τον θώρακα, είτε αποκοπή των νευρικών χειρισμών». Σε άλλη στιγμή της αντεξέτασης, η μάρτυς έγινε ακόμη πιο συγκεκριμένη, υπενθυμίζοντας ότι δεν μπορούσε να πει σε ποιο βαθμό ευθύνεται η άνωση του ημιδιαφράγματος για την κατάσταση του ενάγοντα. Ήταν προσεκτική στο να επισημάνει πως δεν είναι καρδιοχειρουργός και πως δεν παρευρισκόταν στις επίδικες διαγνωστικές και χειρουργικές στιγμές. Επιπροσθέτως - απαντώντας σε αντεξεταστικό ερώτημα για το αν ο ενάγων θα μπορούσε να προέκρινε μετά από ιατρική προειδοποίηση «. κάποιον άλλον δρόμο ή ένα άλλο νοσοκομείο ή έναν άλλον χειρουργό .» για την εγχείρηση (στην Κύπρο ή στο εξωτερικό) - δήλωσε ότι κρίνοντας από τα «. ιατρικά αρχεία . η κατάσταση του ήταν πολύ σοβαρή και δεν νομίζω να μπορούσε να ταξιδέψει με συμβατική πτήση, σε ένα αεροπλάνο χωρίς συνοδεία γιατρών και λοιπά .». Το μέρος αυτό της μαρτυρίας της, άμεσα σχετικό με μία εκ των κρίσιμων εκδοχών του ενάγοντα, παρέμεινε βασικώς αναντίρρητο, αφήνοντας ασάλευτη τη μαρτυρία της. Δέχομαι τη μαρτυρία της XXXXX Αδαμίδη (ΜΥ1). Ο XXXXX Καουτζάνης (ΜΥ2), ήταν αμετάβλητος και άσειστος στη θέση πως ο ενάγων έπρεπε να υποβληθεί αμέσως στην εγχείρηση αφού η ζωή του απειλούνταν ως εκ του σοβαρότατου βαθμού στεφανιαίας νόσου και στένωσης (κατά 95%) δύο καρδιακών αρτηριών και ότι η γενική του εικόνα, ως τη διέγνωσε, δεν παρείχε δυνατότητα υποβολής σε εκτενή προεγχειρητικό έλεγχο, ο οποίος και να γινόταν δεν θα άλλαζε την απόφαση για εγχείρηση αφού η ζωή του ενάγοντα έπρεπε να σωθεί. Έγιναν όμως τα απολύτως απαραίτητα κατά τον προεγχειρητικό έλεγχο. Ο μάρτυς είπε πως ο ενάγων μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας με τα αποτελέσματα της αγγειογραφίας να τον συνοδεύουν και ότι τον εξέτασε κλινικώς (και την αγγειογραφία) κρίνοντας πως έπρεπε να χειρουργηθεί επειγόντως και έτσι έγινε. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα πως όταν ο ενάγων έφθασε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας δεν είχε μαζί του κανένα έγγραφο καθότι ο ιατρικός του φάκελος έμεινε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Ο μάρτυς αμφισβήτησε εντόνως την υποβολή εμμένοντας πως «. ο άρρωστος ήρθε με τη στεφανιογραφία του, ήρθε με τα φάρμακά του, υποστηριζόταν η καρδιά του για να αντέξει μέχρι την επόμενη που θα τον χειρουργούσα και χρειαζόταν, νομίζω χρειαζόταν οξυγόνο. Είναι ρουτίνα το οξυγόνο σε έναν τέτοιον άρρωστο, παίρνει sedocal, έπαθε έμφραγμα, δηλαδή και εμείς του δώσαμε οξυγόνο του αρρώστου». Εκτός τού ότι δεν υπήρξε θέση από την πλευρά του ενάγοντα πως μια αγγειογραφία/στεφανιογραφία, ή οι φαρμακολογικές πληροφορίες του ασθενούς, εμπερικλείονται μόνον στον ιατρικό φάκελο του ασθενούς και κυκλοφορούν πάντα ως μέρος του ιατρικού φακέλου, ο μάρτυς προέταξε πως διεξήλθε την εξέταση αυτή του ενάγοντα και όσα έκρινε σχετικά ειδεμί δεν θα τον χειρουργούσε, προτάσσοντας και το ότι χειρούργησε χιλιάδες αρρώστους, ώστε να προέβαινε σε ένα τέτοιο λανθασμένο προφανώς χειρισμό, με τον μάρτυρα να εκδηλώνει, αγνώς, έντονη δυσφορία στη θέση του ενάγοντα, λέγοντας πως «. αυτά είναι εξωφρενικά πράγματα, είναι εξωφρενικά για να γραφτούν στα χαρτιά. Εντάξει; Τελεία και παύλα ... Δεν έχω χειρουργήσει ποτέ μου χωρίς να δω τη στεφανιογραφία του ασθενούς. Ποτέ, ποτέ». Ο μάρτυς ήταν συνεπής και απροσποίητος στη θέση ότι, όπως και η XXXXX Γιαπανά (ΜΥ5), είχε ενημερώσει τον ενάγοντα για τους κινδύνους της εγχείρησης. Ο μάρτυς αναγνώρισε και το έντυπο συγκατάθεσης που υπέγραψε ο ίδιος και ο ενάγων. Έγινε αρκετός λόγος για το ότι ο μάρτυς είπε, κατά την ερμηνευτική του ευπαίδευτου δικηγόρου του ενάγοντα, πως ενημέρωσε μαζί με την XXXXX Γιαπανά (ΜΥ5) τον ενάγοντα για τις επενέργειες της εγχείρησης. Ο μάρτυς ποτέ δεν είπε ότι η ενημέρωση του ενάγοντα έγινε ταυτοχρόνως από αυτόν και την XXXXX Γιαπανά (ΜΥ5) με τους δύο τους να βρίσκονται παρόντες την ίδια στιγμή και επιτόπου μπροστά στον ενάγοντα για τα καθέκαστα. Ήταν καθαρό πως ο μάρτυς, για την πτυχή αυτή εννοούσε ότι ενημέρωσε τον ενάγοντα για όσα έπρεπε να ενημερωθεί και πως έτσι έπραξε και η XXXXX Γιαπανά (ΜΥ5) σε άλλη χρονική στιγμή (από ό,τι ο μάρτυς μπορούσε να θυμηθεί μια και πλέον δεκαετία από τα επισυμβάντα). Δεν διέλαθε την προσοχή, ως πρότεινε και ο κ. Θωμά, ότι ο μάρτυς ήταν σαφής στη γραπτή δήλωση/Έγγραφο Ε, πως αυτός και η XXXXX Γιαπανά (ΜΥ5) ενημέρωσαν πλήρως τον ενάγοντα για τους κινδύνους και επιπλοκές της εγχείρησης. Αυτό δεν σκίασε τις απαντήσεις του μάρτυρα, αφού τούτος δεν διέγραψε τη θέση για ενημέρωση του ενάγοντα από τον ίδιον και την XXXXX Γιαπανά (ΜΥ5). Δεν υποβαθμίζω το ότι πέρασαν πολλά έτη από τα διαδραματισθέντα μέχρι που ο μάρτυς να καταθέσει στο Δικαστήριο και τούτο ασφαλώς ισχύει για όλους τους μάρτυρες που έδωσαν μαρτυρία στην υπόθεση (με αυτό ωστόσο να χρήζει κατάλληλης αξιολόγησης ανά περίπτωσιν και εξατομικευμένως). Όταν αφέθηκε να νοηθεί κατά την αντεξέταση πως οι τοποθετήσεις του μάρτυρα επί της θεματολογίας υπήρξαν διφορούμενες και πως η μνήμη του ήταν επιλεκτική σε ό,τι συναφώς παρέθετε, ο μάρτυς, με πηγαία ανυστεροβουλία, αντέκρουσε τις υπόνοιες λέγοντας «. πώς δεν θυμήθηκα; Αφού ξέρω ότι ήταν εκεί η κυρία Γιαπανά, θα κρατούσαμε χέρι χέρι να πάμε να τον δούμε κύριε;» και πως μολονότι δεν μπορούσε να θυμηθεί αν ήταν μαζί με την XXXXX Γιαπανά (ΜΥ5) κατά την ενημέρωση του ενάγοντα «. το πιο πιθανόν να μην ήμασταν μαζί». Ο μάρτυς φάνηκε απροσχημάτιστος - και ήταν - απαντώντας στις ερωτήσεις. Κατατάσσω την περίπτωση του σε εκείνες που η νομολογία εννοεί όταν ορίζει ότι είναι ανθρωπίνως αδύνατον (χωρίς να υπαινίττεται πως δεν υπάρχουν άτομα με εξαιρετικό μνημονικό ή πρόσωπα που ψεύδονται), οι μάρτυρες να θυμούνται κάθε λεπτομέρεια που αφορά στο εκάστοτε επίδικο περιστατικό (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιωσηφίδης ν Αστυνομίας
(2014)2(Α) ΑΑΔ 307, 314-315, Κλεοβούλου ν Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 17, 28, Coleman v Wathen
(1793)5 TR 245). Ως υπεδείχθη από το Εφετείο στην Σκορδέλλη και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 101/13, ημ. 6.6.16 (διά της Ψαρά-Μιλτιάδους Δ.), το ότι «. η ανθρώπινη μνήμη δεν λειτουργεί μηχανιστικά και σίγουρα ο ανθρώπινος νους δεν εργάζεται ως ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής ώστε να καταγράφει εξομοιωτικά και να αναπαράγει με τον ίδιο τρόπο λεπτομέρειες περιγράφοντας μια σκηνή ή ένα επεισόδιο. Στο κάθε άτομο, ενδεχομένως να εντυπώνονται διαφορετικές λεπτομέρειες με βάση τα προκρίματα και τα ενδιαφέροντα του ...». Ο μάρτυς ήταν το ίδιο διαυγής και ως προς το περιεχόμενο του εντύπου συγκατάθεσης αλλά (και) για τις υπογραφές που βρίσκονται εντυπωμένες εκεί, αποσαφηνίζοντας πως το είχε υπογράψει ο ίδιος (κάτω δεξιά), καθώς και η XXXXX Γιαπανά (ΜΥ5) και ο ενάγων. Στην αγόρευση του ενάγοντα, υπονοήθηκε ότι η υπογραφή του μάρτυρα επί του εγγράφου, μπορεί και να μην είναι δική του και πως «. το τοπίο και οι συνθήκες υπογραφής αυτού του εντύπου από τον κ. Καουτζάνη είναι τουλάχιστον ομιχλώδες σε βαθμό που ουδεμία σύνδεση του πρέπει να γίνει με το τεκμήριο αυτό .». Κατ' αρχάς, η θέση του ενάγοντα, ως προωθήθηκε κατά τη δίκη (ενώ κατέθετε ο μάρτυς), πως «. σήμερα για πρώτη φορά ο γιατρός λέει σε σχετική ερώτηση μάλιστα που μπήκε μετά το τέλος της κυρίως εξέτασης, με άδεια του σεβαστού Δικαστηρίου, ότι η υπογραφή που είναι εκεί είναι του κ. Καουτζάνη, κάτι το οποίο η Υπεράσπιση αμφισβητά .», είναι ανακριβής. Ως ορθώς υποδείχθηκε από την κ. Καραολίδου, η μνημόνευση έγινε από τον μάρτυρα στην παράγραφο 7 της έγγραφης του δήλωσης/Έγγραφο Ε. Εν πάση περιπτώσει, παρόλο που ζητήθηκε από τον μάρτυρα να θέσει την υπογραφή του επί χάρτου (για σκοπούς σύγκρισης εκδήλως), κάτι που τούτος έπραξε ως το Τεκμήριο 75 - με το Δικαστήριο να μην μπορεί να αξιολογήσει ως πραγματογνώμονας (που δεν είναι) την υπογραφή αυτή στην απουσία άλλης αποδεκτής μαρτυρίας και να τη συναρτήσει με ό,τι επιδίκως απασχολεί (βλ. κατ' αναλογίαν, Δημητρίου και Άλλης ν Sidorenko
(2011)1(B) AAΔ.1095, 1113) - η θέση αυτή, παρότι υποβλήθηκε κατοπινώς με πιότερη σαφήνεια προς τον μάρτυρα, δεν πέτυχε να τον σείσει, ούτε καν να δημιουργήσει θεμέλιο για συνειρμούς, έστω, περί τού ότι ο μάρτυς προσπαθούσε να παρακάμψει την αλήθεια ή να ξεγελάσει (αντί να πει την πραγματικότητα ως τη βίωσε). Υπογραμμίζεται - στην έκταση που τούτο είναι θεμιτό τώρα (κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του μάρτυρα και όχι για την ανίχνευση τής αποδεικτικής βαρύτητας των λεχθέντων του, αλλά υπό το πρίσμα κρίσης της εκδοχής του ενάγοντα) - πως καμιά αξιόπιστη μαρτυρία δόθηκε για το γνήσιο της υπογραφής του μάρτυρα στο έντυπο συγκατάθεσης, ή άλλη μαρτυρία ανατρεπτική της θέσης ότι η τεθείσα υπογραφή δεν συμβαδίζει χρονικώς με όσα το έγγραφο εξεικονίζει. Πέραν αυτού, ο μάρτυς, αρκετές φορές και δίχως ουσιώδεις διαθλάσεις, επανέλαβε πως μίλησε στον ενάγοντα για τους «. κινδύνους και όλα και συζήτησα μαζί του για όλα τα θέματα της εγχείρησης κτλ. Δεν έδειξε κάποιο άλλο ενδιαφέρον να φύγει από το νοσοκομείο, εκτός και αν δεν τον χειρουργήσω εγώ» και πως (παραθέτοντας περισσότερες λεπτομέρειες της ενημερωτικής διεργασίας), είχε εξηγήσει στον ενάγοντα «. ότι θα κάμουμε μια σοβαρή εγχείριση, υπάρχουν κίνδυνοι και μετεγχειρητικής αιμορραγίας και να ανοίξει το στέρνο και κατά τη διάρκεια που παίρνεις τη μαστική μπορεί να έχει παροδικά ή σπάνια μόνιμη πάρεση, η οποία όμως δεν προκαλεί ιδιαίτερα προβλήματα. Η πάρεση σε ένα κατά τα άλλα φυσιολογικό άτομο δεν προκαλεί ιδιαίτερα προβλήματα, αυτά είναι στα Τεκμήρια που έχουμε καταθέσει ...» και ότι σε αυτή τη συζήτηση, αν και ο μάρτυς δεν θυμόταν αν επέμβηκε κανείς, υπολόγισε (κατά τα συμφραζόμενα), πως κανείς δεν παρείσδυσε αφού «. Όταν εξηγώ στον άρρωστο τι θα του κάμω και τι επιπλοκές μπορεί έχει ποιος θα επέμβει; Ήξερα ότι ο άρρωστος ήταν βαρύς καπνιστής, ήταν υπέρβαρος, είχε πνευμονικό εμφύσημα, έπαιρνε φάρμακα αγγειοδιασταλτικά, λόγω του ότι είχε πρόβλημα με τα στεφανιαία του έπαιρνε 30 ml cedocard, είναι αγγειοδιασταλτικό». Η απάντηση ήταν και αυτή, δειγματική της χειμαρρώδους (μα επιστημονικής) αποτύπωσης λόγου και σκέψης σε ό,τι είναι που ρωτούνταν ο μάρτυς. Ανάλογη (για ό,τι τώρα συζητείται για την ενημέρωση του ενάγοντα), ήταν και η θέση της XXXXX Γιαπανά (ΜΥ5), ότι ουδέποτε είπε πως βρισκόταν μαζί με τον XXXXX Καουτζάνη (ΜΥ2) κατά την ενημέρωση του ενάγοντα και πως η δική της ενημέρωση στον ενάγοντα αφορούσε σε ζητήματα που άπτονταν τού αναισθησιολογικού τομέα. Ο μάρτυς υπήρξε περίσσεια λεπτομερής και κατανοητός στις απαντήσεις του για την προδικασία και διαδικασία της εγχείρησης και ειδικότερα (ουχί όμως αποκλειστικώς), για όσα δομούσαν τους χειρισμούς του στην τοποθέτηση της μαστικής αρτηρίας στο κυρίως αγγείο (διεργασία που έπεται της διάνοιξης του στέρνου). Ανέφερε (χωρίς να αντικρουστεί ή να αμφισβητηθεί επί της ουσίας των όσων εξέφρασε), πως (και βοηθά η περικοπή για να γίνει πιο αντιληπτή η μέθοδος του) «. Το φρενικό νεύρο, η παρασκευή της μαστικής αρτηρίας, η παρασκευή της μαστικής αρτηρίας έχει ορισμένους κανόνες, πρέπει να την αποψιλώσουμε από τα αγγεία, διότι αν αφήσουμε μεγάλο αγγείο στη μαστική αρτηρία τότε μπορεί να υπάρχει το λεγόμενο σύνδρομο υποκλοπής και αντί το αίμα να πηγαίνει όλο στην περιφέρεια, δηλαδή στην καρδία, στο αγγείο της καρδίας που έχει στένωση, να παρακάμπτεται και μέρος και πρέπει η μαστική αρτηρία να παρασκευάζεται σωστά για να έχει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα στον άρρωστο. Δηλαδή πρέπει ακόμα και τα μικρά αγγεία, μικρά αγγεία που φεύγουν από τη μαστική αρτηρία, πρέπει να τα αποψιλώνουμε διότι αυτό το μόσχευμα ελευθερώνεται, το παρασκευάζουμε και είναι ελεύθερο για να μπορεί καταρχάς να φτάσει εκεί που θέλουμε, αν δεν ελευθερωθεί πλήρως τότε μπορεί κλείνοντας τον άρρωστο να τραβηχτεί και τότε τα προβλήματα είναι πολύ χειρότερα ... Μπορεί κατά τη διάρκεια της αποψίλωσης της μαστικής αρτηρίας να κοπούν και μερικά νεύρα, τα οποία πιθανόν να αιματώνουν το φρενικό νεύρο, αλλά αυτό δεν μπορείς, ούτε κανένας μπορεί να πει ότι αυτό είναι λάθος, αφού πρέπει να γίνει αυτό το πράγμα, υπάρχει βιβλιογραφία, νομίζω ότι την έχω καταθέσει τη βιβλιογραφία πώς πρέπει να παρασκευάζεται η μαστική αρτηρία. Η μαστική αρτηρία, όταν τελειώσει η παρασκευή πρέπει να ελέγχεις το φρενικό νεύρο, σπανιότατα, σπάνιο χειρουργικό τραύμα στο αριστερό φρενικό νεύρο μπορεί να γίνει, να γίνει direct, δηλαδή να το δεις μπροστά σου και να το κόψεις, αλλά μπορεί να γίνει βλάβη του φρενικού νεύρου από τη διατομή αυτών των μικρών κλάδων που φεύγουν από τη μαστική, η μαστική και το φρενικό είναι έτσι περίπου, διασταυρώνονται πάνω στην αρχή εδώ του θώρακα, αλλά έχει και άλλους λόγους που μπορεί να τραυματιστεί το φρενικό νεύρο, το stretching, ο διαστολέας, άμα ανοίξουμε το στέρνο, πρέπει να το ανοίξεις, ανοίγουμε, κόβουμε το κόκκαλο, αλλά βάζουμε έναν διαστολέα ο οποίος είναι αρκετά μεγάλος και ισχυρός για να βαστά το στήθος ανοικτό, αυτό το τράβηγμα δεν είναι εγώ που το λέω, είναι η βιβλιογραφία, μπορεί το stretching από αυτόν τον διαστολέα, να τραβήσει το φρενικό νεύρο, παίρνεις κάποια μέτρα; Τι μέτρα να πάρεις; Αφού πρέπει να ανοίξει το στέρνο. Πρέπει να ανοίξει το στέρνο, πρέπει να παρασκευάσεις τη μαστική αρτηρία που είναι καθοριστική για τη ζωή αυτού του αρρώστου, αλλά εκτός από αυτό το φρενικό νεύρο κτλ, η άνωση του φρενικού νεύρου, έχει και άλλες αιτίες που μπορεί να μην έχουν καμιά σχέση με τούτα που μιλούμε με την παρασκευή της μαστικής αρτηρίας, η ατελεκτασία, το πλευριτικό υγρό, είναι διάφορες μικροεπιπλοκές που παρατηρούνται σχεδόν σε όλες τις αρτηρίες της καρδίας, σε ένα ποσοστό 30% ‑ 70% δηλαδή μπορεί αυτές οι καταστάσεις να κάμουν άνωση του διαφράγματος, να μην μιλούμε για βλάβη του φρενικού νεύρου, μπορεί να κάμουν άνωση του διαφράγματος. Όχι απαραίτητα να οφείλεται σε κάτι, ότι τραυματίστηκε το φρενικό νεύρο ή ότι κόπηκαν τα κλαδάκια ή με τη διαθερμία ή από το stretching του διαστολέα κτλ .. Δηλαδή μπορεί να μου πείτε "Μα κύριε Καουτζιάνη, εσύ είσαι Διευθυντής, πάεις τζιαμέ κάμεις τις αναστομώσεις τζιαί φέφκεις". Δεν το κάμνω τούντο πράγμα, ελέγχω τζιαί εγώ το φρενικό νεύρο πάντα, διότι την ώρα που θα βάλω το μόσχευμα εγώ στην καρδία, πρέπει να κόψω ένα μέρος του περικάρδιου, εκεί που πάει το φρενικό νεύρο, το περικάρδιο είναι το μέρος στο οποίο είναι μέσα η καρδία, είναι μια σακούλα, η οποία είναι μέσα η καρδία και το φρενικό νεύρο περνά από το πλάι αυτού του περικάρδιου, αυτό το περικάρδιο πολλές φορές το κόβουμε για να μπορεί να φτάσει η μαστική αρτηρία στον στόχο που θέλουμε και πάντα, πάντα ελέγχουμε το φρενικό νεύρο, είναι κάτι το οποίο μπορείς να το ελέγξεις». Ο μάρτυς ήταν προσέτι επεξηγηματικός και απροφάσιστος σε όσα ρωτήθηκε για τις ακτινογραφίες που έγιναν στον ενάγοντα μετεγχειρητικώς, απαντώντας πως το τι είχε παρατηρήσει στις ακτινογραφίες αυτές, ήταν μια κατάσταση η οποία συνταιριαζόταν με εκείνη ενός ασθενούς ο οποίος είχε υποβληθεί σε αορτοστεφανιαία παράκαμψη και ότι «. δεν μπορείς να κρίνεις ότι υπήρχε κάκωση του φρενικού τις πρώτες 10 μέρες, διότι ο κύριος Σωτηρίου είχε και πλευριτική συλλογή, είχε υγρό στο αριστερό ημιθωράκιο και η παρουσία υγρού μπορεί να κάμει και μια ατελεκτασία του αριστερού κάτω λοβού του πνεύμονα, έχει 2 λοβούς ο πνεύμονας, πάνω και κάτω, μπορεί το υγρό να πιέσει λίγο τον αριστερό κάτω λοβό τζιαί να κάμει ατελεκτασία και να δείχνει λίγο ότι υπάρχει κάποια διαφορά του δεξιού ημιθωράκιου από το αριστερό σε μια ακτινογραφία πρόσφατη μετά από εγχείριση καρδίας, είναι πολύ συνηθισμένο τούντο πράγμα που βλέπουμε, ειδικά στους αρρώστους που παίρνουμε τη μαστική αρτηρία, ειδικά τους αρρώστους που παίρνουμε τη μαστική αρτηρία. Νομίζω όταν είδα τον Σωτηρίου ήταν σε καλή κατάσταση, είχε μια ακτινογραφία, η οποία δεν... πώς να το πω; Δεν παρουσίαζε κάτι το ιδιαίτερο για να πω ότι είχε τότε κάποιο πρόβλημα με το φρενικό νεύρο». Ο μάρτυς, απάντησε (και πάλι ανυποκρίτως) και σε αντεξεταστική υποβολή πως στην ακτινογραφία (που λήφθηκε αμέσως μετά από την εγχείρηση, ή σε χρόνο μιας-δύο ημερών το αργότερον), είχε διαφανεί ότι ο πνεύμονας του ενάγοντα είχε συρρικνωθεί προς τα πάνω και πως φαινόταν να υπάρχει σοβαρό πρόβλημα με το διάφραγμα του ενάγοντα, λέγοντας ο μάρτυς πως η «. αξιοπιστία της απλής ακτινογραφίας θώρακος δεν είναι ξεκάθαρη για κάκωση του φρενικού νεύρου, ειδικά τις πρώτες μέρες, τον πρώτο μήνα μετά από την εγχείρηση». Προσέθεσε (όταν του δόθηκε η ευκαιρία σε ερώτηση για το αν ο ενάγων έπρεπε να χειρουργηθεί για τα προβλήματα στο διάφραγμα), πως αυτό θα αποτελούσε μια ορθή αντιμετώπιση της παράλυσης του διαφράγματος, στον σωστό όμως χρόνο που θα έπρεπε να γινόταν αυτή η χειρουργική επέμβαση και ότι «. Αν την έκανε τότε ο κύριος Σωτηρίου πιθανόν να μην είχε αυτά τα προβλήματα, τα οποία παραπονείται ότι είχε. Μιλούμε για 28 Νοεμβρίου και 30 Νοεμβρίου του
  1. Παρά τις συστάσεις του ισραηλίτη, ο κύριος Σωτηρίου δεν έκανε τίποτε, που μπορούσε να έρθει και σε εμένα τότε να μου πει τι του είπαν τελοσπάντων, το γραφείο ήταν ανοικτό πάντα, το ξέρουν πάρα πολύ καλά οι άρρωστοι ... Μετά έναν χρόνο, παρένθεση, η θεραπεία του, της άνωσης του διαφράγματος είναι το plication, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Σήμερα εν πιο απλά και πριν τόσα χρόνια πάλε ήταν σχετικά απλά, διότι γίνεται και λαπαροσκοπικά γίνεται και με ανοικτή θωρακοτομή. Μπορεί να γινόταν αυτό το plication και να λήξει το πρόβλημα του κυρίου Σωτηρίου, αλλά μετά που του σύστησε ο καρδιοχειρουργός δεν ήρθε ας πούμε να μας πει και εμάς ότι κύριε Καουτζιάνη έχω τούντο πρόβλημα, είπε μου τούτος ο καρδιοχειρουργός πρέπει να χειρουργηθώ, ποια είναι η γνώμη σου; Θα του έλεγα και εγώ περίπου, θα του έλεγα και εγώ να χάσει βάρος όπως λέει αυτός, να χάσει βάρος και να χειρουργηθεί, αλλά περνώντας τα χρόνια αυτό το πράγμα δεν μπορεί να γίνει, διότι σουρώνει το διάφραγμα, αλλά μέχρι 2 χρόνια, υπάρχει και στη βιβλιογραφία, τώρα να το δω, ένα δευτερόλεπτο να σας πω. Η νευροπάθεια του φρενικού νεύρου μετά από εγχείριση καρδίας είναι συνήθως αναστρέψιμη, το ένα, μετά από 3 ‑ 6 μήνες. Το ένα είναι αυτό. Το δεύτερο είναι ότι η πτύχωση του διαφράγματος μετά από εγχείριση μπορεί να γίνει λαπαροσκοπικά ή μετά από εγχείριση παχυσαρκίας .». Ο μάρτυς, απάντησε σε κάθε ανάλογη θέση που του είχε τεθεί, αποφασιστικώς και χωρίς μεμπτές διακυμάνσεις, λέγοντας πως, πέραν τού ότι η πάρεση του ημιδιαφράγματος αποτελεί συνήθη μετεγχειρητική κατάσταση σε τέτοιες περιπτώσεις, από όσα ο ίδιος είδε και μελέτησε, ο ενάγων δεν εμφάνιζε κάποιο διακεκριμένο πρόβλημα κατά τους επίδικους χρόνους. Περαιτέρω, ο μάρτυς ήταν καταληπτός και ασάλευτος στη θέση πως η μαστική αρτηρία απαρτίζει το καλύτερο μόσχευμα που μπορεί να εξασφαλιστεί, επισημαίνοντας συν τω χρόνω (για τη ζημιά που κατ' εκδοχήν έπαθε ο ενάγων), πως «. το έχω πει, πολλές φορές το έχω πει ότι μία από τις επιπλοκές, η οποία όμως δεν μπορεί να προβλεφθεί είναι και η πιθανή κάκωση του φρενικού νεύρου. Δεν μπορώ να πω ότι η επιπλοκή αυτή, δηλαδή η πάρεση του φρενικού νεύρου είναι μία επιπλοκή της οποίας η ακριβής αιτία της είναι ακόμα ασαφής. Δεν είναι ξεκάθαρη η ακριβής αιτία, γιατί παθαίνει αυτήν την πάρεση το φρενικό νεύρο, δεν είναι ακριβής, δεν είναι ξεκάθαρη. Η ακριβής αιτία, γιατί γίνεται αυτή η επιπλοκή είναι ακόμα ασαφής, δεν είναι ξεκάθαρη Τεκμήριο
  2. Η επίπτωση αυτή είναι από 1.2 ‑ 60%. Υπάρχουν, αφού τα ξαναείπαμε, οι μηχανισμοί που μπορεί να πάθει μία πάρεση το φρενικό νεύρο που είναι από υποθερμία, μηχανικοί λόγοι κτλ. είναι κάτι που πρέπει να κάνεις αυτά τα πράγματα. Δηλαδή διατομή μικρών αρτηριακών κλάδων. Για να πάρεις αυτήν την αρτηρία πρέπει να κόψεις, τούτη εν η αρτηρία, έχει διάφορα κλαδάκια, που τούτην την αρτηρία φεύγουν διάφορα μικρά κλαδάκια και πάνε στο φρενικό νεύρο, εσύ είσαι υποχρεωμένος όμως, να κόψεις αυτά τα μικρά κλαδάκια για να παρασκευάσεις, να την ξεκολλήσεις κάτω από το στένωμα. Ένας λόγος είναι αυτός, μπορεί να ισχαιμεί το φρενικό νεύρο. Σε άλλους ισχαιμεί, σε άλλους μπορεί να μην ισχαιμίσει, μπορεί να παίρνει από άλλες πλευρές, αυτός είναι ένας λόγος. Άλλος λόγος είναι η υποθερμία, σας είπα, υποθερμία εγώ δεν χρησιμοποιώ και το άλλο, ο πιο απλός που ανοίγουμε το στέρνο που μπαίνει ο διαστολέας, αλλά είπαμε ότι και η άνωση του διαφράγματος δεν είναι ταυτόσημη με βλάβη του φρενικού νεύρου. Γιατί και άλλες παθήσεις μπορεί να κάνουν άνωση του διαφράγματος, όπως είναι πλευριτική συλλογή, ατελεκτασία του πνεύμονα. Είναι γραμμένα σε αυτήν τη γραπτή δήλωση, εντάξει». Η θέση του μάρτυρα δεν διαβρώθηκε αντεξεταστικώς. Τα αυτά, ισχύουν και για τις απαντήσεις επί της αντεξεταστικής γραμμής του ενάγοντα για «. το δικαίωμα του ασθενή να αποταθεί είτε σε άλλο ιατρικό κέντρο στην Κύπρο, είτε ακόμα και στο εξωτερικό σε μια δύσκολη κατάσταση που βρίσκεται, όπως ήταν ο κύριος Σωτηρίου». Ο μάρτυρας συνέκλινε με τον κ. Θωμά για το αναγνωρισμένο αυτό δικαίωμα, λέγοντας πως «. Κάθε μέρα το βλέπουμε αυτό . ούτε μπορώ εγώ να κρατήσω κάποιον να πάει οπουδήποτε, εντάξει», επεξηγώντας όμως (για ό,τι είναι που εξειδικευμένως σχετιζόταν προς τον ενάγοντα), πως ο τελευταίος θα μπορούσε να πει «. "όχι κύριε Καουτζάνη, εγώ δεν σου έχω εμπιστοσύνη, θα πάω να χειρουργηθώ αλλού, φορτώστε με να με πάρετε στο άλλο κέντρο ή στο παράλλο.". Δεν κράτησα κάποιον άρρωστο εγώ με τη βία εκεί στο νοσοκομείο» και ότι (απαντώντας ο μάρτυς σε αντεξεταστική θέση του κ. Θωμά, πως «. αν ο κύριος Σωτηρίου γνώριζε την πιθανότητα αυτών των επιπλοκών ενδεχόμενα να επέλεγε άλλο κέντρο ή άλλη χώρα για να χειρουργηθεί ή ενδεχόμενα να επέλεγε να μην χειρουργηθεί»), ότι τόσον ο ίδιος ο μάρτυς όσον και η αναισθησιολόγος, είχαν πει στον ενάγοντα πως ο ενάγων έπρεπε να χειρουργηθεί επειγόντως «. αν είχε έστω και την παραμικρή αμφιβολία μπορούσε να πάει». Οι θέσεις του μάρτυρα, ως εξεφράσθησαν, αντικατόπτρισαν με καθαρότητα τη θέση του πως ο ενάγων έπρεπε να χειρουργηθεί αυθωρεί και πως απ' εκεί και έπειτα, αν έτσι έκρινε εν τη σοφία του ο ενάγων (αγνοώντας τις συστάσεις του μάρτυρα), θα μπορούσε να πράξει καταπώς επιθυμούσε, ιδίω κινδύνω. Ποτέ ο μάρτυς δεν παραδέχθηκε ότι υπήρχε αντικειμενικώς ευχερής και ασφαλής δυνατότητα για τον ενάγοντα να μετέβαινε κατά τον χρόνο εκείνο αλλού στην Κύπρο ή στο εξωτερικό για ιατρική αντιμετώπιση του προβλήματος του, εκτός εκείνης που διεγράφη από τους θεράποντες ιατρούς. Έγινε λόγος συν τοις άλλοις και για τις συναντήσεις του ενάγοντα με τον μάρτυρα μετά από το εξιτήριο. Ο μάρτυς αρνήθηκε πως είχε εξετάσει τον ενάγοντα «. άλλες 5 ή 6 φορές μετά που εξήχθη από το Νοσοκομείο .» (ως τον ρώτησε ο κ. Θωμά). Ήταν όμως σίγουρος πως είχε συναντηθεί με τον ενάγοντα μια βδομάδα μετά από την εγχείριση (ή ύστερα που ο ενάγων αναχώρησε από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας) - και η παρένθεση οφείλεται στο ότι η αντεξεταστική ερώτηση («Ε. Κύριε Μάρτυρα, πόσες φορές είδες τον κύριο Σωτηρίου μετά την εγχείρηση και μετά που έφυγε από το Νοσοκομείο;»), ήταν ανεπιτρέπτως πολυσύνθετη (βλ. κατ' αναλογίαν, Libke v The Queen
(2007)HCA 30 [127]), με αποτέλεσμα η απάντηση να μην είναι βέβαιο σε ποιο μέρος της ερώτησης αφορούσε - και πως αυτή ήταν η ρουτίνα που τηρούσε ο μάρτυς διαχρονικώς (εκτός κι αν ο ασθενής παρουσίαζε κάποιο ιδιάζον πρόβλημα) «. από τότε που ξεκίνησα να κάμνω καρδιοχειρουργική, τους βλέπω όλους τους αρρώστους μετά από μια βδομάδα». Ούτε και τούτη η θέση του μάρτυρα αμφισβητήθηκε αντεξεταστικώς με τρόπο που να παρείχε τη δυνατότητα στον μάρτυρα να ανταπαντήσει ειδικώς (βλ. κατ' αναλογίαν, Πιριλλίδη ν Δήμου Λεμεσού, ΠΕ 331/15, ημ. 11.12.17, Κωστρίκκη ν 4 Motion Automotives Ltd και Άλλου, Ποιν. Έφ. 226/14, ημ. 10.7.15). Το ότι ο μάρτυς υπήρξε στιγμιαίως αβέβαιος ως εκ του παρελεύσαντος χρόνου για τα περί των επισκέψεων του ενάγοντα, αν και σταθμίστηκε πρεπόντως (υπό τη γωνία που προλέχθηκε), δεν αναίρεσε την τελική θέση του μάρτυρα αλλά ούτε και την αξιοπιστία του (από πλευράς μαρτυριακής διαγωγής και συνοχής), έστω και αν τούτη η πτυχή δεν έχει και δεν θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να έχει αξιοπρόσεκτη σημασία για την ουσία τού τι δήλωνε ως προς τη μετεγχειρητική διάγνωση του ενάγοντα. Αυτό, θα ίσχυε ακόμη και αν ήταν δεκτό ότι ο μάρτυς δυνατόν να παρέθεσε μια άστατη και ευμετάβλητη εκδοχή, κάτι που ως θέμα αρχής (και εδώ ως επί του εδάφους δικαστική διαπίστωση), δεν θα μπορούσε να οδηγήσει μηχανικώς, για λόγους που εξηγήθηκαν, σε απόρριψη της μαρτυρίας του επί του αναφερόμενου ή και ολικώς (βλ. κατ' αναλογίαν, Αυξεντίου ν Δίγκλη
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1367, 1371). Απολήγοντας σε τούτο έστρεψα την προσοχή (αυτοπροειδοποιούμενος καταλλήλως) και σε δύο ξεχωριστές υποβολές που τέθηκαν κατά την αντεξέταση της XXXXX Σωτηρίου (ΜΕ1) και του XXXXX Σωτηρίου (ΜΕ2). Υποβλήθηκε στην XXXXX Σωτηρίου (ΜΕ1), ότι «. μετά την έξοδό του πατέρα σας από το χειρουργείο επισκεφθήκατε το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας μόνο μία φορά» και στον XXXXX Σωτηρίου (ΜΕ2), πως «. μετά από την έξοδο σας από το νοσοκομείο δεν είχατε επισκεφθεί τον γιατρό τον Καουτζιάνη». Από τις υποβολές αυτές, αναδύεται ότι από τη μια, θέση του εναγομένου είναι πως ο ενάγων επισκέφθηκε τον XXXXX Καουτζάνη (ΜΥ2) μια μόνον φορά μετά το εξιτήριο από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και από την άλλη, πως ύστερα από το εξιτήριο ο ενάγων ποτέ δεν επισκέφθηκε τον XXXXX Καουτζάνη (ΜΥ2). Τούτη η αλληλοσύγκρουση εκδοχών, δεν θα μπορούσε να αγνοηθεί, αν και δεν κατατάσσεται ως ανατρεπτικής βαρύτητας ώστε να εξανδραποδίζει αντίστοιχες υπερασπίσεις του εναγομένου πόσω δε μάλλον την αξιοπιστία του XXXXX Καουτζάνη (ΜΥ2), ή (κατά ανάστροφη λογική), να υποστηρίζει την επί τούτω μαρτυρία της XXXXX Σωτηρίου (ΜΕ1) και του ενάγοντα επί του θέματος, προπάντων αν αναλογιστεί κανείς ότι η υποβολή για μια επίσκεψη του ενάγοντα στον XXXXX Καουτζάνη (ΜΥ2) τέθηκε στην XXXXX Σωτηρίου (ΜΕ1), με τον XXXXX Καουτζάνη (ΜΥ2) να ομογνωμεί δίχως καν να αντεξετάζεται επί της ασυμφωνίας που ανεφύει ως προς την περί ης ο λόγος υποβολή προς τον ενάγοντα. Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Καουτζάνη (ΜΥ2). Ο XXXXX Ευαγγελάκης (ΜΥ3), είχε ως κύριο χαρακτηριστικό της μαρτυρίας του το εύστροφο και κάθετο των απαντήσεων του σε ό,τι ρωτούνταν. Είναι γεγονός ότι ο μάρτυς τοποθετήθηκε καταφατικώς και με τρόπο άτεγκτο για το αν ένας αναισθησιολόγος (όπως η XXXXX Γιαπανά [ΜΥ5]), μπορεί να προειδοποιήσει ασθενή ο οποίος ανέμενε να χειρουργηθεί, για επιπλοκές εκτός των αναισθησιολογικών. Ο μάρτυς επέμεινε πως τα ζητήματα αυτά, εμπίπτουν εντός των γνώσεων του αναισθησιολόγου και ότι τούτο δεν αίρει το γεγονός πως ο χειρουργός μπορεί να ενημερώσει εκτενέστερα τον ασθενή, χωρίς αυτό, ως ευνοήτως εξάγεται από τη θέση του μάρτυρα, να εξοβελίζει την πεμπτουσία της μαρτυρίας του ότι και ο αναισθησιολόγος είναι σε θέση να προειδοποιήσει γενικώς τον ασθενή για ζητήματα πέραν της αναισθησίας. Σε ό,τι αφορά στο αν ο μάρτυς ήταν παρών σε οποιαδήποτε στιγμή ενημέρωσης του ενάγοντα από τον XXXXX Καουτζάνη (ΜΥ2), ή και από την XXXXX Γιαπανά (ΜΥ5), τούτος απάντησε δίχως περιστροφές, πως «. αν θέλετε να σας πω ότι ήμουν παρών, προφανώς δεν ήμουν παρών. Όταν ενημερώνει ο χειρούργος τον ασθενή, δεν σημαίνει ότι όλοι οι συνάδελφοι είναι παρόντες». Μια άλλη πτυχή που συνέθεσε αντικείμενο αντεξέτασης του μάρτυρα, ήταν και το αν ο ενάγων «. θα μπορούσε να μεταβεί σε μια άλλη χώρα να κάνει την ίδια εγχείρηση .». Ο μάρτυς ήταν ξεκάθαρος ως προς τον πυρήνα τού τι εξέφρασε, ήτοι πως δεν θα συμβούλευε τον ενάγοντα «. τότε σαν ιατρός να πάρει τον κίνδυνο ενός ταξιδιού στο εξωτερικό τη στιγμή που μπορεί να γίνει στην Κύπρο. Ένας άρρωστος με πρόσφατο έμφραγμα με τις βλάβες στα στεφανιαία αγγεία παίρνει ένα σοβαρό κίνδυνο με την αερομεταφορική μεταφορά του στο εξωτερικό, αλλά δεν τέθηκε ποτέ θέμα ή δεν τιθόταν ποτέ θέμα να γίνει κάτι τέτοιο». Δεν παραβλέπω πως ο μάρτυς είπε σε κάποια στιγμή ότι, όπως ο ενάγων είχε μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, θα μπορούσε να μεταφερόταν και οπουδήποτε αλλού (υπό κάποιες χρονικές προϋποθέσεις που άπτονταν των μηχανισμών παραπομπής ασθενών από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα). Όμως - και ξέχωρα από τα περί παραπομπών ασθενών και το ότι το ζήτημα καλυπτόταν από τα παραδεκτά γεγονότα (και περί τούτου έγινε και αντίστοιχη ανάλυση στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του ενάγοντα) - ο μάρτυς δήλωσε απεριφράστως πως ο ενάγων είχε χειρουργηθεί 15 μέρες μετά από το έμφραγμα, σε χρόνο που συνιστούσε πρόσφορη περίοδο πριν από την εγχείρηση (αφού δεν υπήρχαν επιπλοκές από το έμφραγμα), μια που «. ο κίνδυνος μιας εγχείρησης μετά από έμφραγμα το πρώτο 10ήμερο, 10ήμερο με 15ήμερο είναι πολύ αυξημένος σε αντίθεση με την περίπτωση να γίνει εγχείρηση μετά το 10ήμερο ...» και ότι μέσα στο δεκαπενθήμερο που μεσολάβησε δεν είχε εκτονωθεί ο κίνδυνος θανάτου. Ο μάρτυς συμφώνησε με συμπερασματική θέση του κ. Θωμά, πως «. η κατάσταση του κυρίου Λοΐζου για να τον αφήσουν 15 μέρες, δεν ήταν τέτοια που έπρεπε να σταλεί αμέσως με αυξημένο κίνδυνο κατά τη χειρουργική επέμβαση .». Αυτή η απάντηση καθόλου δεν υποδηλώνει ότι ο ενάγων δεν έπρεπε να χειρουργηθεί πάραυτα (με όλους τους συνεπακόλουθους κινδύνους). Το τι ο μάρτυς ανέπτυξε θα πρέπει να προσεγγιστεί για ό,τι τώρα μέλει αξιολογικώς με γνώμονα την αδιάσειστη θέση του πως όσα έγιναν προεγχειρητικώς (ως ενδεδειγμένα διαβήματα υπό το επείγον της κατάστασης), ήσαν τα αρμόζοντα και εφικτά υπό τις περιστάσεις, δίχως να εξυπακούεται από τις αναφορές του μάρτυρα ότι θα ήταν ιατρικώς συνετή η όποια απόφαση του ενάγοντα να μετακινηθεί σε άλλο ιατρικό κέντρο για περίθαλψη. Τίποτε δεν κατόρθωσε να κλονίσει τον μάρτυρα. Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Ευαγγελάκη (ΜΥ3). Ο XXXXX Χούρης (ΜΥ4), είπε για διάστικτες πτυχές της εμπλοκής των αναισθησιολόγων στο προεγχειρητικό και διεγχειρητικό στάδιο, παραθέτοντας λεπτομέρειες της επίδικης περίπτωσης, διά ανάγνωσης και ερμηνείας εγγράφων μετά από μελέτη του ιατρικού φακέλου του ενάγοντα. Ουδέν αποκαλύφθηκε που να τείνει να θέσει υπό αμφισβήτηση την ουσία της μαρτυρίας του, ανεξαρτήτως της όποιας αποδεικτικής βαρύτητας τούτη θα μπορούσε να ενέχει στα επίδικα. Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Χούρη (ΜΥ4). Η XXXXX Γιαπανά (ΜΥ5), μίλησε και για την προεγχειρητική ενημέρωση του ενάγοντα και περί των όσων θα μπορούσαν να επέλθουν σε αυτόν ως εκ της εγχείρησης. Είπε ότι τον πληροφόρησε για ζητήματα που συνδέονταν με τη δική της ιατρική ανάμειξη και ειδικότητα. Όσα η μάρτυς εξέθεσε ήσαν λεπτομερή και αδιάβλητα. Καμία αντεξεταστική ερώτηση πέτυχε να πλήξει την εσωτερική συνοχή και αρράγιστο της μαρτυρίας της, ή να ανατρέψει τη γενικότερη εκδοχή της για την ενημέρωση που έκανε στον ενάγοντα για την εγχείρηση. Δέχομαι τη μαρτυρία της XXXXX Γιαπανά (ΜΥ5). Πριν από τα πρόσθετα ευρήματα επιβάλλονται τέσσερεις επισημάνσεις. Η πρώτη επισήμανση, σχετίζεται με την αποδεικτική εμβέλεια εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια κατά τη δίκη με τη ρητή αίρεση πως τούτα δεν καταθέτονταν για την αλήθεια του περιεχομένου τους και ότι, στον βαθμό που τούτο θα χρειαζόταν, το διάδικο μέρος που θα ήθελε να διευρύνει τους σκοπούς κατάθεσης των εγγράφων αυτών, θα μεριμνούσε να καλέσει μάρτυρες που θα επιχειρούσαν την αποδεικτική εύρυνση των εγγράφων αυτών, για την αλήθεια (ή και για την αλήθεια) του περιεχομένου τους. Αυτό δεν έγινε. Κατ' ακολουθίαν, θα ήταν παντελώς άτοπο (και παραβιαστικό της δίκαιης δίκης), αν το Δικαστήριο απέδιδε στα τεκμήρια αυτά αποδεικτική σημασία, πέραν του περιορισμένου σκοπού για τον οποίο τούτα κατατέθηκαν (βλ. κατ' αναλογίαν, Τσιελεπής και Άλλων ν Eurogoal Bookmakers Limited
(2014)1(Β) ΑΑΔ 1548, 1556, Βασιλείου ν Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 104, 134-135). Δεν ψέγω τους χειρισμούς των διαδίκων. Κάθε άλλο. Αμφότεροι οι διάδικοι είχαν δικαίωμα να παρουσιάσουν την υπόθεση τους ως οι ίδιοι επιθυμούσαν, δίχως η ενάσκηση αυτή των δικονομικών και άλλων δικαιωμάτων τους, να μπορούσε συνταγματικώς να καταλογιστεί εναντίον τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Λοφίτης ν Δημητρίου και Άλλης
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1402, 1410). Η δεύτερη επισήμανση, που δεν αποσυνδέεται από όσα συνθέτουν γενικώς την πρώτη επισήμανση, καθάπτεται της μη κλήτευσης του ισραηλινού ιατρού XXXXX Simansky για να εξηγήσει τις ιατρικές του εκθέσεις (βλ. Τεκμήρια 5-6), αν και μέρος αυτών δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός, υπό την έννοια ότι η μετεγχειρητική πάρεση του αριστερού ημιδιαφράγματος του ενάγοντα είχε επαληθευθεί από τον υπό αναφοράν ιατρό (βλ. Τεκμήρια 5-6). Η μη κλήτευση του ιατρού άφησε κενά και σκοτεινές πτυχές στην εκδοχή του ενάγοντα (για το αν η πάρεση προέκυψε από την εγχείρηση), έστω κι αν ο ενάγων ενάσκησε το απόλυτο δικαίωμα που είχε επί του ζητήματος (βλ. κατ' αναλογίαν, Kabbara v Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 177, 189, Πέγκερος ν Δημοκρατίας
(1995)2 ΑΑΔ 143, 160). Ομοίως, η μη κλήτευση του εν λόγω ιατρού, δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ή εικασία ως προς το τι θα έλεγε τούτος αν καλούνταν ως μάρτυς στην υπόθεση (βλ. κατ' αναλογίαν, Μαυρουδή και Άλλης ν Valerik
(2009)1(B) AAΔ.1232, 1239). Η τρίτη επισήμανση, αφορά στην εφαρμογή του κανόνα res ipsa loquitur (ως δικογραφείται στην παράγραφο 10 της Έκθεσης Απαίτησης). Ο κανόνας δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση αφού ο ενάγων, κατά την εκδοχή και μαρτυρία που παρουσίασε, έδειξε πως ήξευρε (και ξέρει) ποια περιστατικά είναι που προκάλεσαν την πάρεση του ημιδιαφράγματος και έτσι, δοσμένου ότι ο κανόνας ενεργοποιείται εκεί όπου ο ενάγων δεν γνωρίζει τι είναι που του προκάλεσε αυτά που διατείνεται, ο ενάγων δεν μπορεί να επικαλείται τον κανόνα (βλ. κατ' αναλογίαν, Αριστοδήμου και Άλλων ν Κοινοτικού Συμβουλίου Παλιομετόχου, ΠΕ 46/13, ημ. 24.10.19). H τέταρτη επισήμανση, αφορά στη δυνατότητα του ενάγοντα να προωθεί θέσεις παραβίασης (από τον εναγόμενο) νομοθετικού καθήκοντος, κατά τις προβλέψεις του Περί της Κατοχύρωσης και της Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ασθενών Νόμου 1(Ι)/05, τη στιγμή που ο ενάγων δεν δικογραφεί τέτοια εκδοχή (περί παραβίασης νομοθετικού καθήκοντος) στην Έκθεση Απαίτησης. Δεν παρέχει τέτοιο δικαίωμα η νομολογία (βλ. κατ' αναλογίαν, Επίσημος Παραλήπτης v Δημητρίου και Άλλης
(1997)1(Α) ΑΑΔ 336, 359-362). Όμως, λόγω του ότι ο εναγόμενος δεν εναντιώθηκε στην πλατύτερη συζήτηση του νομοθετήματος (ενταγμένου τούτου στο πλαίσιο τής κατ' ισχυρισμόν αμέλειας του εναγομένου να ενημερώσει τον ενάγοντα για τα της εγχείρησης και των πιθανών της επιπτώσεων σε αυτόν) - μάλιστα η ευπαίδευτη εκπρόσωπος του εναγομένου βασίστηκε στον νόμο για να προωθήσει και δικές της θέσεις - τα όσα άκουσα για το ζήτημα, τα αποτίμησα έχοντας ως σημείο παραπομπής και τις πρόνοιες του νομοθετήματος, στην έκταση που συναπάρτισαν υπόβαθρο ανάλυσης από τους δικηγόρους και αυτό μπορούσα να το πράξω θεμιτώς υπό τις περιστάσεις που μόλις είπα (βλ. κατ' αναλογίαν, Georghiou and Αnother v Kyriacou
(1986)1 CLR 644, 65-656). Προχωρώ στα επιπρόσθετα τελικά ευρήματα. Ο ενάγων, ο οποίος γεννήθηκε την 28.4.53 και ήταν ηλικίας 53 ετών κατά τους κρίσιμους χρόνους, αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας. Έπασχε από υπέρταση, νοσογόνο παχυσαρκία (όντας και υπέρβαρος ζυγίζοντας περίπου 130 κιλά και έχοντας ύψος 1.72), ήταν βαρύς και χρόνιος καπνιστής (καπνίζοντας τρία περίπου πακέτα τσιγάρα ημερησίως), με χρόνια βρογχίτιδα, πνευμονικό εμφύσημα και άπνοια ύπνου. Στις 15.6.06, ο ενάγων υπέστη οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου. Εισήχθη αυθημερόν στην Καρδιολογική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Περιθάλφθηκε προσηκόντως. Στην πορεία, κρίθηκε ότι έπρεπε να διακομιστεί επειγόντως στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας για αορτοστεφανιαία παράκαμψη/bypass. Αγγειογραφία/στεφανιογραφία που του έγινε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού (βλ. Τεκμήριο 13), έδειξε σοβαρότατου βαθμού στένωση κατά 95% των δύο στεφανιαίων αρτηριών της δεξιάς στεφανιαίας αρτηρίας, με υποκινησία του πρόσθιου τοιχώματος της καρδίας που απειλούσε τη ζωή του. Το απόγευμα της 30.6.06, έχοντας ήδη τύχει ενδεδειγμένης και πρέπουσας συνεχούς νοσηλείας στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, ο ενάγων διακομίστηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Δεν είχε τον ιατρικό του φάκελο - με κάποια αντίγραφα από τον φάκελο αυτό (βλ. Τεκμήρια 11-50), όπως και από τον ιατρικό του φάκελο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας (βλ. Τεκμήρια 51-59), να κατατίθενται «. ως τα έγγραφα, τα οποία εμπεριέχονται στους φακέλους .» (και όχι για την αλήθεια του περιεχομένου τους) - είχε όμως (ή αυτοί που τον μετέφεραν), την αγγειογραφία/στεφανιογραφία (βλ. Τεκμήριο 13) και λεπτομέρειες της φαρμακευτικής αγωγής που ακολουθούσε ο ενάγων (λάμβανε μεγάλες δόσεις αγγειοδιασταλτικών φαρμάκων). Η κατάσταση του ήταν κρίσιμη. Για να σωθεί η ζωή του έπρεπε να χειρουργηθεί επειγόντως και έτσι παρακάμφθηκε προς όφελος του η λίστα αναμονής καρδιοχειρουργικών περιστατικών. Τον ενάγοντα ανέλαβε ο καρδιοχειρουργός XXXXX Καουτζάνης (ΜΥ2). Στις 30.6.06 ο XXXXX Καουτζάνης (ΜΥ2) και η XXXXX Γιαπανά (ΜΥ5) - ο καθένας εντός του πεδίου ειδικότητας του - ενημέρωσαν απ' άκρου εις άκρον και κατανοητώς τον ενάγοντα για τους ενδεχόμενους κινδύνους και επιπλοκές της εγχείρησης. Ο XXXXX Καουτζάνης (ΜΥ2) είπε στον ενάγοντα ότι θα υποβαλλόταν σε σοβαρή καρδιολογική εγχείρηση και πως υπήρχαν για τούτο σύμφυτοι κίνδυνοι, μεταξύ αυτών και η μετεγχειρητική αιμορραγία και η παροδική - ή (σπανίως), η μόνιμη - πάρεση ημιδιαφράγματος. Ο ενάγων δεν εξέφρασε άρνηση ή προβληματισμό για όσα ενημερώθηκε από τους XXXXX Καουτζάνη (ΜΥ2) και XXXXX Γιαπανά (ΜΥ5) - κυρίως όμως από τον πρώτο - ούτε και προαίρεση να σκεφτεί για να κρίνει για το αν ήθελε να εγχειριστεί από τον συγκεκριμένο ιατρό ή από άλλον ιατρό, ή να μεταφερθεί αλλού γι' αυτό τον σκοπό (στην Κύπρο ή στο εξωτερικό), ή ακόμη (υπό τις συνθήκες της δεινής κατάστασης στην οποία βρισκόταν), πώς είναι που θα επιτυγχανόταν με ασφάλεια και σύνεση μια τέτοια μετάβαση. Απεναντίας, ο ενάγων έχοντας όλα τα απαραίτητα στοιχεία και πληροφορίες για την εγχείρηση, συνυπολόγισε εν πλήρη συνειδήσει τους εν δυνάμει κινδύνους και επιπλοκές, αποφασίζοντας εκουσίως να προχωρήσει με την εγχείρηση (βλ. κατ' αναλογίαν, Βαριάνου ν Βορκά
(2010)1(Γ) ΑΑΔ 1541, 1576-1581, Pearce v United Bristol Health Care NHS Trust
(1999)BMLR 118 [CA]). Είχε απόλυτη επίγνωση των προειδοποιήσεων των XXXXX Καουτζάνη (ΜΥ2) και XXXXX Γιαπανά (ΜΥ5), αλλά και του περιεχομένου τού εντύπου συγκατάθεσης το οποίο υπέγραψε ασυζητητί. Το ότι το έντυπο συγκατάθεσης δεν διαλαμβάνει τα όσα ο XXXXX Καουτζάνης (ΜΥ2) - αλλά και η XXXXX Γιαπανά (ΜΥ5) - μετέφερε στον ενάγοντα για την εγχείρηση και τα παρεπόμενα της, ποσώς αμβλύνει ή ακυρώνει τη συναίνεση του ενάγοντα και όσα άλλα τούτος δέχθηκε διά της υπογραφής του εντύπου συγκατάθεσης. Παρ' όλ' αυτά, η υπογραφή τού εντύπου συγκατάθεσης δεν κωλύει τον ενάγοντα να ισχυρίζεται έλλειψη επαρκούς ενημέρωσης (ή ακόμη και παντελή απουσία ενημέρωσης), παρά τα όσα υπέγραψε. Τούτο, γιατί, το θέμα, εξέχουσας σημασίας ως είναι, συναπαρτίζει ζήτημα προφορικών και γραπτών γεγονότων, στο σύνολο τους (βλ. κατ' αναλογίαν, MC and JC v Birmingham Women's NHS Foundation Trust
(2016)EWHC 1334 (QB), Connolly v Croydon Health Services NHS Trust
(2015)EWHC 1339 [QB]). Ακόμη, παρέχεται σχεδόν πάντα και ευχέρεια αποδοχής (και εδώ ισχύουν τα προαπαιτούμενα), εξωγενούς μαρτυρίας σε έγγραφα με στόχο την αντίκρουση, τροποποίηση, αφαίρεση, ή πρόσθεση σε ό,τι αποτυπώνεται εκεί (βλ. κατ' αναλογίαν, Thomas Liobay Development Ltd και Άλλου v Marfin Popular Bank Public Co Ltd, ΠΕ 30/13, ημ. 14.4.20). Προσεγγίζοντας την ενημέρωση του ασθενούς υπό μια ευρύτερη οπτική (όπως έπραξαν και οι δικηγόροι με παραπομπή στον Περί της Κατοχύρωσης και της Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ασθενών Νόμο 1(Ι)/05) - όχι όμως ως παραβίαση από τον εναγόμενο νομοθετικού καθήκοντος έναντι του ενάγοντα (κάτι που αναλύεται στην τρίτη επισήμανση πιο πάνω) - παρατηρεί κανείς πως καμιά εφαρμοζόμενη πρόνοια τού νομοθετήματος έχει καταπατηθεί από τον εναγόμενο, στην έκταση που τούτο θα μπορούσε να έχει εδώ σημασία, αφού οι XXXXX Καουτζάνης (ΜΥ2) και XXXXX Γιαπανά (ΜΥ5) πληροφόρησαν διά ορθής ενημέρωσης τον ενάγοντα στον κατάλληλο χρόνο για την κρισιμότητα, επιπλοκές και κινδύνους της εγχείρησης, ο καθείς στην ειδικότητα του. Η ενημέρωση του ενάγοντα δεν ήταν μόνον συμβατή με την ακολουθητέα και αποδεκτή ιατρική πρακτική κατά τον χρόνο εκείνο (βλ. κατ' αναλογίαν, Βαριάνου ν Βορκά
(2010)1(Γ) ΑΑΔ 1541, 1576-1581, όπου συνοψίζεται η νομολογία της εποχής), αλλά και τελείως ευθυγραμμισμένη και συνυφασμένη με ό,τι ο ενάγων, ως ασθενής με αυτόνομη προσωπικότητα, ανέμενε να πληροφορηθεί από τους ιατρούς για να αποφασίσει πώς θα προχωρούσε και σε τι συναινέσεις θα προέβαινε και κατά τις σημερινές ιατρικές και νομολογιακές πραγματικότητες (βλ. κατ' αναλογίαν, Montgomery v Lanarkshire Health Board
(2015)UKSC 11, 28, NKX v Barts Health NHS Trust
(2020)EWHC 828 (QB), Shaw v Kovac and Others
(2017)EWCA Civ 1028). Ο ενάγων υπεβλήθη στην εγχείρηση την 1.7.06 από τους XXXXX Καουτζάνη (ΜΥ2) - ως πρώτου χειρουργού - και XXXXX Ευαγγελάκη (ΜΥ3). Συνιστούσε συνήθη πρακτική σε τέτοιες επεμβάσεις να είναι παρόντες δύο ιατροί (και) για λόγους ταυτόχρονης λήψης του απαραίτητου φλεβικού μοσχεύματος και της έσω μαστικής αρτηρίας. Όλα συντελέστηκαν στην ώρα τους και επιτυχώς. Ο ενάγων εισήχθη στο χειρουργείο γύρω στις 08:
  1. Κατά την είσοδο στο χειρουργείο πιστοποιήθηκε ο απαραίτητος προεγχειρητικός έλεγχος. Ξεκίνησε η προετοιμασία για την εγχείρηση. Η αναισθησία άρχισε μεταξύ 09:00 και 09:05, με ενδοφλέβιες χορηγήσεις φαρμάκων και διασωλήνωση (με ενδοτραχιακό σωλήνα). Η εγχείρηση περατώθηκε κανονικώς, λίγο μετά τις 13:
  2. Η μετεγχειρητική πορεία του ενάγοντα υπήρξε ομαλή. Κατά τις πρώτες μετεγχειρητικές μέρες, χρησιμοποιούσε περιοδικώς οξυγόνο. Την ένατη μετεγχειρητική μέρα, του τοποθετήθηκε (με τοπική αναισθησία), σωλήνας κλειστής παροχέτευσης θώρακος εξαιτίας πλευριτικής συλλογής υγρού στο αριστερό ημιθωράκιο για σκοπούς αφαίρεσης του υγρού αυτού. Η πλευριτική συλλογή υγρού είναι μια συχνή επιπλοκή καρδιοχειρουργικών επεμβάσεων όπως η εγχείρηση. Ο σωλήνας αφαιρέθηκε τη δωδέκατη μετεγχειρητική μέρα. Διεκπεραιώθηκε με επιτυχία και τούτη η διαδικασία. Ο ενάγων παρέμεινε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας μέχρι την 13.7.
  3. Οι ακτινογραφίες του ενάγοντα κατά το εξιτήριο (13.7.06), είχαν όλα τα χαρακτηριστικά ασθενούς που είχε υποβληθεί σε καρδιοχειρουργική επέμβαση. Κατά την έξοδο του από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, δόθηκαν στον ενάγοντα οδηγίες όπως, εντός μιας εβδομάδας προβεί σε νέα ακτινογραφία θώρακος, σε γενικές αναλύσεις αίματος και να επισκεφθεί τον XXXXX Καουτζάνη (ΜΥ2) για επανεκτίμηση της κατάστασης. Μετά πάροδο μιας βδομάδας, ο XXXXX Καουτζάνης (ΜΥ2) εξέτασε τον ενάγοντα στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας διαπιστώνοντας καθαρή βελτίωση της κλινικής του εικόνας (και της ακτινογραφίας θώρακα), με τις αιματολογικές αναλύσεις να μην επιδείχνουν σοβαρές αποκλίσεις από το φυσιολογικό. Στη συνέχεια ο XXXXX Καουτζάνης (ΜΥ2) έδωσε οδηγίες στον ενάγοντα να παρακολουθείται από τον καρδιολόγο του και αν είχε πρόβλημα (όπως δύσπνοια και πόνο), να προσερχόταν στο Χειρουργικό Τμήμα Καρδίας Αγγείων και Θώρακα του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Ο ενάγων δεν επέστρεψε για επανεκτίμηση στον XXXXX Καουτζάνη (ΜΥ2). Άρχισε να αντιμετωπίζει προβλήματα δύσπνοιας. Τον Νοέμβριο 2006 μετέβηκε στον ειδικό πνευμονολόγο XXXXX Ελευθερίου (ΜΕ3) στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, μετά από συμβουλή των εκεί καρδιολόγων. Ο XXXXX Ελευθερίου (ΜΕ3), παραδεκτώς, διεπίστωσε πάρεση του αριστερού ημιδιαφράγματος του ενάγοντα. Το ότι ο ενάγων εξακολουθούσε να είναι υπέρβαρος, βαρύς καπνιστής και με συνυπάρχουσα χρόνια βρογχίτιδα και παχυσαρκία, του δημιουργούσε πρόσθετα προβλήματα στην αναπνευστική λειτουργία. Στα πολλά, ο ενάγων εστάλη εξόδοις της Κυπριακής Δημοκρατίας σε νοσοκομείο στο Ισραήλ (Chaim Sheba Medical Centre), όπου επικυρώθηκε η διάγνωση για μετεγχειρητική πάρεση του αριστερού ημιδιαφράγματος. Εντούτοις, ο ενάγων (ως φαίνεται), έχοντας πληροφορηθεί για τους κινδύνους και πιθανότητες επιτυχίας της επέμβασης που του προτάθηκε (πτύχωσης του διαφράγματος [plication of the diaphragm]), αποφάσισε να μην εγχειριστεί. Ουδεμία αξιόπιστη μαρτυρία αποδεικνύει ότι η πάρεση του αριστερού ημιδιαφράγματος του ενάγοντα προκλήθηκε από την εγχείρηση. Προσθέτως, τίποτα δεν δείχνει, τοσούτω δε μάλλον αποδεικνύει, πως τα μετεγχειρητικά προβλήματα του ενάγοντα εκπήγασαν από χειρισμούς του XXXXX Καουτζάνη (ΜΥ2), ή εν γένει του εναγομένου. Ο ενάγων δεν επισκέφθηκε τον XXXXX Καουτζάνη (ΜΥ2), ή επικοινώνησε μαζί του για να τον πληροφορήσει περί της τρέχουσας κατάστασης. Ο ενάγων ακολουθούσε πλέον τις οδηγίες του XXXXX Ελευθερίου (ΜΕ3). Αν ο ενάγων επεδίωκε τη γνώμη του XXXXX Καουτζάνη (ΜΥ2), θα του συνιστούσε επέμβαση πτύχωσης του διαφράγματος (plication of the diaphragm), η οποία θα είχε πολύ καλά αποτελέσματα μέχρι και δύο έτη μετά από την εγχείρηση. Όσον γρηγορότερα εγχειριζόταν, τόσον καλύτερα θα ήσαν τα επακόλουθα. Καμιά αξιόπιστη μαρτυρία - εκτός από το ότι η πάρεση ημιδιαφράγματος αποτελεί συνήθη επιπλοκή καρδιολογικών εγχειρήσεων όπως η επίδικη, που μάλιστα σε μεγάλο ποσοστό είναι παροδική και σε μικρό ποσοστό μόνιμη - συνηγορεί στο ότι η πάρεση οφείλεται σε αμέλεια των καρδιοχειρουργών που εγχείρησαν τον ενάγοντα ή που τον παρακολούθησαν στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας (βλ. γενικώς και κατ' αναλογίαν, Αλέκου ν Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ΠΕ 98/14, ημ. 4.4.18, Μιχαήλ ν Λαπίθη και Άλλων, ΠΕ 336/11, ημ. 12.1.18, Βαριάνου ν Βορκά
(2010)1(Γ) ΑΑΔ 1541, Gregg v Scott
(2005)4 All ER 812, Wilsher v Essex Area Health Authority
(1988)1 All ER 871, Hotson v East Berkshire Area Health Authority
(1987)2 All ER 909). Ως τέτοια αμέλεια θα μπορούσε θεωρητικώς να προσδιοριστεί (ουχί όμως αποφασιστικώς και άνευ ετέρου), η κάκωση του φρενικού νεύρου του ενάγοντα και η υποτιθέμενη παράλειψη του XXXXX Καουτζάνη (ΜΥ2) - εκτός του φερόμενου ολισθήματος του να ενημερώσει σωστά (ή και καθόλου) τον ενάγοντα για τις επιπτώσεις της εγχείρησης (θέση που ήδη απορρίφθηκε) - να ανιχνεύσει και ιχνηλατήσει νωρίς τη δύσπνοια του ενάγοντα και να καταλήξει μετά από στοιχειώδη μελέτη των ακτινογραφιών και των άλλων εμφανών κλινικών συμπτωμάτων, στη διάγνωση πάρεσης του αριστερού ημιδιαφράγματος. Εκτός τού ότι δεν υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία, η πάρεση του ημιδιαφράγματος δεν ταυτίζεται απαρεγκλίτως και αδηρίτως με βλάβη του φρενικού νεύρου αφού αυτή μπορεί να προκληθεί και από άλλες παθήσεις, όπως η ατελεκτασία του πνεύμονα (όπου οι κυψελίδες τμήματος του πνεύμονα είναι κενές από αέρα και οδηγεί σε σύμπτωση των κυψελίδων), οι παθήσεις του υπεζωκότα (που βρίσκεται μεταξύ του θωρακικού τοιχώματος και των πνευμόνων) και ο μετεγχειρητικός ειλεός. Πολλές φορές, η μετεγχειρητική πάρεση λύνεται από μόνη της, σε περίοδο μηνών ή μέχρι και ενός με δύο έτη, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν, ως ορθή πρακτική, να τοποθετείται κανείς ιατρικώς για το αν η πάρεση οφείλεται σε τραυματισμό του φρενικού νεύρου, σε αποκοπή του ή σε άλλο αίτιο. Τούτο, επιβεβαιώνεται και από την ακτινογραφία ημερομηνίας 20.11.06 (βλ. Τεκμήρια 65-66), όπου παρουσιάζονται πυκνωτικές αλλοιώσεις συνεπεία της εγχείρησης. Ως εκ της ανυπαρξίας στοιχείων σπιρομέτρησης πριν από την εγχείρηση, ουδείς μπορεί να κατασταλάξει λελογισμένως - και κανείς των ιατρών που έδωσαν αξιόπιστη μαρτυρία το κατόρθωσε - στο ότι η σημερινή κατάσταση του ενάγοντα οφείλεται στην πάρεση, προπαντός αν μετρηθεί και το ότι τα συμπτώματα και υποκείμενα προβλήματα του ενάγοντα (χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, βρογχίτιδα, άπνοια ύπνου, σακχαρώδης διαβήτης, στεφανιαία νόσος, νοσογόνος παχυσαρκία και άλλα), συνάδουν εντελώς και με την εικόνα ασθενούς που έχει όλα τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά, εκτός από την πάρεση ημιδιαφράγματος. Ο ενάγων απέτυχε να αποδείξει την αξίωση εναντίον του εναγομένου στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Σε περίπτωση που επικρατούσε δευτεροβαθμίως άλλη άποψη περί της κατάληξης - και νοουμένου (στοιχειωδώς) ότι ο εναγόμενος θα κρινόταν αμελής και η μαρτυρία για όσα του καταμαρτυρούνται αξιόπιστη - θα επιδίκαζα κατ' αποκοπήν υπέρ του ενάγοντα €15.000,00, ως γενικές αποζημιώσεις και €5.000,00, για απώλεια μελλοντικών εισοδημάτων (βλ. κατ' αναλογίαν, Νεοφύτου ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ΠΕ 503/12, ημ. 31.5.19, Andreas V Vrondis & Sons (Constructions) Ltd v Παπαλεοντίου, ΠΕ 189/11, ημ. 15.5.17, Προεστός v Προδρόμου και Άλλης, ΠΕ 326/11, ημ. 12.4.17, Κολάνη ν Ταμπούρα
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1108, 1116-1117). Δεν θα επιδίκαζα κονδύλι ειδικών αποζημιώσεων αφού, υπό τις καλύτερες προϋποθέσεις, αυτά δεν αποδείχθηκαν με την αυστηρότητα που η νομολογία ορίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Ηρακλέους ν Πίτρου
(1994)1 ΑΑΔ 239, 243). Η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου και εναντίον του ενάγοντα, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.