ASTRO BANK LIMITED ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας κ.α., Αίτηση /Έφεση αρ. 128/2019, 8/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A608 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αίτηση /Έφεση αρ. 128/2019 Αναφορικά με τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224, και τους τροποποιητικούς Νόμους 3/60 μέχρι 155(Ι)/2013, Άρθρα 80, 81 και 85 Και Αναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (9/1965), μέχρι (Αρ. 10) του 2015 και Τροποποιητικό Νόμο 10/2015 (Ν.139(Ι)/2015), Μέρους VIB «Προστασία Αγοραστών» Άρθρα 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ και 44ΚΓ Μεταξύ: ASTRO BANK LIMITED, εκ Λεωφόρος Σπύρου Κυπριανού 1, 1065 Λευκωσία, Κύπρος Εφεσείουσα/Αιτήτρια -και-
- Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, εκ Λευκωσίας
- Cyproperties Constructions Ltd (HE 76527) υπό εκκαθάριση, διά του Εκκαθαριστή της,
- XXXXX Κιουρτζίδης, (Α.Δ.Τ. XXXXX03) εκ Λευκωσίας
- XXXXX Στεφανίδη, (Α.Δ.Τ. XXXXX85) εκ Λευκωσίας Εφεσίβλητοι/Καθ'ων η Αίτηση __________________________________________________________________________________ Ημερομηνία: 8 Δεκεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια/Εφεσείουσα: κα Α. Μαυρή για Λ. Παπαφιλίππου&Σια ΔΕΠΕ Για Καθ΄ου η Αίτηση/Εφεσίβλητο 1: κα Μ. Τσαγκάρη, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Για Καθ΄ης η Αίτηση 2: κα Μ. Εφραίμ για Επίσημο Παραλήπτη Για Καθ΄ου η Αίτηση/Εφεσίβλητο 3& 4 : Γ. Λοίζου Α Π Ο Φ Α Σ Η Επιδιωκόμενες Θεραπείες Με την παρούσα Αίτηση/Έφεση η Αιτήτρια/Εφεσείουσα αξιώνει από το Δικαστήριο την έκδοση των πιο κάτω Διαταγμάτων: Α. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου δια της οποίας να κηρύσσεται άκυρη και/ή παράνομη και/ή άνευ οποιουδήποτε νομικού και/ή δεσμευτικού αποτελέσματος και/ή δια της οποίας το Δικαστήριο να προβεί στην ακύρωση της Απόφασης του Διευθυντή και/ή του Ανώτερου Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας η οποία περιέχεται στην ειδοποίηση ημερομηνίας 27/03/2019με Αρ. Φακ. ΑΕΑ 1234/15, Τεκμήριο Α της παρούσας. Β. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται η Απόφαση του Διευθυντή και/ή του Ανώτερου Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας η οποία περιέχεται στην ειδοποίηση ημερομηνίας 27/03/2019με Αρ. Φακ. ΑΕΑ 1234/15, Τεκμήριο Α της παρούσας, με την οποία ειδοποιεί για την μεταβίβαση ακινήτου επ'ονόματι του Εφεσίβλητων/Καθ'ων η Αίτηση 3 και 4δυνάμει σύμβασης ενώ το ακίνητο βαρύνεται από τις υποθήκες XXXXX/2002 και XXXXX/2004 προς όφελος και/ή εξασφάλιση της Εφεσείουσας/Αιτήτριας. Γ. Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία ο Νόμος Ν.142(Ι)/2014δυνάμει του οποίου προστέθηκε το Μέρος VIAστον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν. 9/1965), να κηρύσσεται ως Αντισυνταγματικός. Προβαλλόμενοι Λόγοι Οι Λόγοι για τους οποίους η Αιτήτρια/Εφεσείουσα προσβάλλει την Απόφαση/Ειδοποίηση του Διευθυντή Κτηματολογίου ημερ. 27/3/2019 είναι οι ακόλουθοι: ▬ Ο Διευθυντής και/ή ο Ανώτερος Επ. Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας προέβη στην εφεσιβληθείσα Απόφαση στη βάση διατάξεων νόμου οι οποίες είναι αντισυνταγματικές ως αναλύεται πιο κάτω. ▬ Η εφεσιβληθείσα Απόφαση στη βάση των άρθρων 44ΙΘ και 44ΚΒ του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο Ν. 9/1965, όπως αυτός τροποποιήθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο Αρ. 10/2015 (Ν. 139(Ι)/2015), (στο εξής «ο Νόμος»), παραβιάζει και περιορίζει το δικαίωμα που διασφαλίζεται από το Άρθρο 25
(1)του Συντάγματος, για άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος, απασχόλησης, εμπορίου και/ή επικερδούς εργασίας, εφόσον: i. Παρεμβαίνει στο δικαίωμα της Αιτήτριας να οργανώνει ελεύθερα και να προγραμματίζει την επιχειρηματική της δραστηριότητα ως αυτή κρίνει ορθή μέσα στα πλαίσια του νόμου και με σκοπό την κερδοφορία. ii. Καταργεί το δικαίωμα διεκδίκησης των οφειλόμενων προς την Αιτήτρια ποσών σύμφωνα με τις υποθήκες και/ή συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων (όπως αυτές καθορίζονται στην επισυναπτόμενη Ένορκη Δήλωση της κας Λοιζίδου) και/ή παραβιάζει το εν λόγω δικαίωμα στερώντας το δικαίωμα της Αιτήτριας στην εξασφάλιση των επίδικων υποθηκών. iii. Ο Νόμος παραβιάζει το εν λόγω δικαίωμα χωρίς οποιαδήποτε αιτιολόγηση και χωρίς να στοιχειοθετείται η ανάγκη ούτε να συντρέχει οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 25
(2)του Συντάγματος που να δικαιολογεί τον περιορισμό του θεμελιώδους δικαιώματος αυτού. ▬ Η εφεσιβληθείσα Απόφαση συνιστά παραβίαση των Άρθρων 23
(1), 23
(2)και 23
(4)του Συντάγματος καθώς: i. Επιβάλλει αδικαιολόγητα στέρηση, επιβάρυνση και/ή περιορισμούς πάνω στο δικαίωμα ιδιοκτησίας και/ή περιουσίας της Αιτήτριας χωρίς να αποδίδεται σ' αυτή οποιαδήποτε δίκαια αποζημίωση. ii. Περιορίζει και/ή απαλλοτριώνει το αγώγιμο δικαίωμα της Αιτήτριας ως ενυπόθηκου δανειστή έναντι της οφειλέτιδας, Εφεσίβλητης/Καθ' ης η Αίτηση 2, και/ή το δικαίωμα της να διεκδικήσει το οφειλόμενο προς αυτήν χρέος και/ή τα συμβατικά της δικαιώματα που συνιστούν ιδιοκτησία προστατευόμενη από το Άρθρο
- iii. Παραβιάζει και περιορίζει το δικαίωμα που προστατεύεται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος, χωρίς οποιονδήποτε λόγο που με βάση το Άρθρο 23 θα δικαιολογούσε τέτοιο περιορισμό. ▬ Η εφεσιβληθείσα Απόφαση ελήφθη κατά παράβαση των προνοιών της σχετικής νομοθεσίας και κανονισμών και/ή κατά παράβαση του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης και είναι παράνομη αφού προσκρούει στις πρόνοιες του Πρώτου Πρωτόκολλου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έχει κυρωθεί με τον κυρωτικό Νόμο Ν. 39/
- ▬ Η προσβαλλόμενη Απόφαση είναι αντισυνταγματική αφού επίσης παραβιάζει το Άρθρο 26 του Συντάγματος: i. Παρεμβαίνοντας στις ήδη αποκρυσταλλωμένες συμβατικές σχέσεις της Αιτήτριας με την ενυπόθηκο οφειλέτιδα, Εφεσίβλητη/Καθ' ης η Αίτηση
- ii. Παρεμβαίνοντας στο δικαίωμα της Αιτήτριας και της Καθ' ης η Αίτηση 2 να επιλέξουν και/ή να διαμορφώσουν ελεύθερα το περιεχόμενο και/ή τους όρους της μεταξύ τους σύμβασης. iii. Εκ των υστέρων τροποποιώντας και/ή καταργώντας συμβάσεις (τις υποθήκες και τις συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων) κατά τρόπο αντίθετο προς τη βούληση των συμβαλλομένων. iv. Κατεδαφίζοντας τα θεμέλια της συμβατικής διευθέτησης των μερών και προκαλώντας αβεβαιότητα και έλλειψη εμπιστοσύνης ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών. v. Οι πιο πάνω παραβιάσεις γίνονται άνευ οποιασδήποτε δικαιολόγησης και χωρίς να βασίζονται στις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. ▬ Ο Διευθυντής και/ή ο Ανώτερος Επ. Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας, ενώ είχε ενώπιον του την ένσταση της Εφεσείουσας η οποία του κοινοποιήθηκε στις 21/3/2019, αδικαιολόγητα και/ή αυθαίρετα και/ή αόριστα και/ή εκτός του πλαισίου του νόμου την απέρριψε παραβλέποντας και/ή αγνοώντας και/ή μη λαμβάνοντας υπόψη του τα συμφέροντα και/ή δικαιώματα της Εφεσείουσας/Αιτήτριας και χωρίς να δικαιολογήσει και/ή επεξηγήσει επαρκώς και δεόντως την απόρριψη του υπό κρίση αιτήματος. ▬ Ο Διευθυντής και/ή ο Ανώτερος Επ. Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας πήρε την Απόφαση να προβεί στην απαλλαγή του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/XXXXX τεμ. XXXXX, στην ενορία Παναγίας, Λευκωσία, από τις υποθήκες με αρ. XXXXX/2002 και XXXXX/2004 του Επ. Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας και ενέκρινε την μεταβίβαση του ως άνω ακινήτου επ' ονόματι των αγοραστών, Καθ'ών η Αίτηση 3 και 4, χωρίς να προσμετρήσει όλους τους συναφείς παράγοντες και προβλεπόμενες από τους Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμούς του 2015 (Κ.Δ.Π. 298/2015) παραμέτρους, όπως, μεταξύ άλλων, το ποσό του υπολοίπου χρέους, τις εκθέσεις εκτίμησης που ετοιμάστηκαν για το σκοπό αυτό, την αξία των εγγεγραμμένων υφιστάμενων εμπράγματων βαρών ή απαγορεύσεων που βαρύνουν το εν λόγω ακίνητο. ▬ Ο Διευθυντής και/ή ο Ανώτερος Επ. Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας προέβηκε στην εφεσιβληθείσα Απόφαση επικαλούμενος γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, χωρίς να λάβει υπόψη την αξία της υπό κρίση υφιστάμενης υποθήκης ως όφειλε και/ή ενήργησε εκτός του πλαισίου του νόμου. ▬ Η εφεσιβληθείσα Απόφαση είναι παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή λανθασμένη και/ή αυθαίρετη και/ή δεν βασίστηκε και/ή δεν έλαβε υπόψη όλα τα πραγματικά γεγονότα και/ή δεδομένα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και που είχε υποχρέωση να προσμετρήσει και/ή παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι η εξασφάλιση της Εφεσείουσας/Αιτήτριας δυνάμει των υποθηκών με αρ. XXXXX/2002 και XXXXX/2004 θα έπρεπε να διασφαλισθεί και/ή εξασφαλισθεί. ▬ Ο Διευθυντής και/ή ο Ανώτερος Επ. Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας παρέλειψε να εξετάσει την υπό κρίση υπόθεση ακολουθώντας την νόμιμη και/ή ορθή και/ή δέουσα διαδικασία και/ή πρακτική. ▬ Η εφεσιβληθείσα Απόφαση είναι εσφαλμένη και/ή αυθαίρετη και στηρίζεται σε πλάνη περί τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και περί των νομικών κριτηρίων που θέτει το Άρθρο 44ΚΒ
(4)του Μέρους VIB «Προστασία Αγοραστών» του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (9/1965) και ο κανονισμός 8 των Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμών του 2015 (Κ.Δ.Π. 298/2015) με αποτέλεσμα η Εφεσείουσα/Αιτήτρια να πλήττεται αφόρητα και/ή ανεπανόρθωτα και/ή κινδυνεύει να παραμείνει ανεξασφάλιστος οφειλέτης εις βάρος των συμφερόντων της ως προς τις παραχωρηθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις, οι οποίες παρουσιάζουν μέχρι σήμερα χρεωστικό υπόλοιπο. ▬ Η εφεσιβληθείσα Απόφαση είναι εσφαλμένη και/ή αυθαίρετη και στηρίζεται σε πλάνη περί τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αφού δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η Εφεσείουσα έχει καταχωρήσει την Αγωγή υπ' αριθμό XXXXX/14 εναντίον της Εφεσίβλητης 2 και των εγγυητών της αξιώνοντας μεταξύ άλλων και διατάγματα εκποίησης των Υποθηκών XXXXX/2002 και XXXXX/
- ▬ Η εφεσιβληθείσα Απόφαση είναι εσφαλμένη και/ή αυθαίρετη και ελήφθη κατά παράβαση του άρθρου 220 του περί Εταιρειών Νόμου αφού εναντίον της Εφεσίβλητης 2 έχει εκδοθεί Διάταγμα Εκκαθάρισης ημερ. 22/1/2016 το οποίο δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας την 20/1/
- Ένορκη Δήλωση Χρ. Λοϊζίδου Η παρούσα Αίτηση/Έφεση υποστηρίζεται από μία εκτενή ένορκη δήλωση της XXXXX Λοϊζίδου, η οποία είναι στην υπηρεσία της Αιτήτριας/Εφεσείουσας Τράπεζας. Σε αυτήν, καθόσον αφορά τα γεγονότα, αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: · Η σχέση μεταξύ της Εφεσείουσας και της Εφεσίβλητης 2 άρχισε να υφίσταται τον Φεβρουάριο του 2002 με την παροχή Πιστωτικών Διευκολύνσεων υπό την μορφή Τρεχούμενου Λογαριασμού και Δανείου Τακτής Προθεσμίας. Αργότερα τον ίδιο χρόνο, στις 29/10/2002 δόθηκαν στην Εφεσίβλητη 2 περαιτέρω πιστωτικές διευκολύνσεις. Συγκεκριμένα, το όριο Υπεραναλήψεως του Τρεχούμενου Λογαριασμού αυξήθηκε, μετά από συμφωνία μεταξύ των μερών, στο ποσό των €256.290,21, παραχωρήθηκε Δάνειο Τακτής Προθεσμίας για το ποσό των €2.802.106,36 και διάφορες εγγυητικές επιστολές που θα δίδονταν για σκοπούς έκδοσης τίτλων. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2 επιστολή έγκρισης ημερ. 29/10/2002 στην οποία φαίνονται όλες οι εγκεκριμένες πιστωτικές διευκολύνσεις καθώς επίσης και οι εξασφαλίσεις που θα δίνονταν. · Προς εξασφάλιση όλων των πιο πάνω πιστωτικών διευκολύνσεων, η Εφεσίβλητη 2 παραχώρησε προς όφελος της Εφεσείουσας, μεταξύ άλλων, την Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου υπ' αριθμό XXXXX/2002 ημερ. 31/10/2002 του Επ. Κτηματολογίου Λευκωσίας για το ποσό των Λ.Κ. 350.000 πλέον τόκους. Η εν λόγω Υποθήκη αφορούσε το ακίνητο υπ' αρ. Εγγραφής XXXXX, Φ/Σχ. ΧΧΙ/47W.Ι47.E.1, Τεμάχιο XXXXX, στη Παναγιά της Επαρχίας Λευκωσίας το οποίο ήταν ιδιοκτησία το όλο της Εφεσίβλητης 2 και υποθηκεύτηκε το όλο μερίδιο. Αντίγραφο της Σύμβασης και Δήλωσης Υποθήκευσης Ακινήτου υπ' αριθμό XXXXX/2002 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- · Τον Μάρτιο του 2004, η Εφεσείουσα/Αιτήτρια παραχώρησε προς όφελος της Εφεσίβλητης 2 επιπλέον πιστωτικές διευκολύνσεις και/ή παραχώρησε επιπλέον όριο στον Τρεχούμενο Λογαριασμό Υπεραναλήψεως που αναφέρεται ανωτέρω, εγκρίνοντας στις 8/3/2004 την αύξηση του ορίου από €256.290,21 σε €854.300,
- Επιστολή έγκρισης ημερ. 8/3/2004 στην οποία φαίνεται η έγκριση της αύξησης του προαναφερόμενου ορίου καθώς και δύο νέων δανείων επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- · Προς περαιτέρω εξασφάλιση για τις εν λόγω πιστωτικές διευκολύνσεις, η Εφεσίβλητη 2 παραχώρησε επιπλέον εξασφάλιση προς όφελος της Εφεσείουσας/Αιτήτριας, την Β σειράς Υποθήκη υπ' αριθμό XXXXX/2004 για το ποσό των Λ.Κ.76.000 πλέον 7% κυμαινόμενο τόκο επί του ακινήτου με αρ. Εγγραφής XXXXX, Φ/Σχ. ΧΧΙ/47W.Ι47.E.1, Τεμάχιο XXXXX, στη Παναγιά της Επαρχίας Λευκωσίας το οποίο ήταν ιδιοκτησία το όλο της Εφεσίβλητης 2 και υποθηκεύτηκε το όλο μερίδιο. Αντίγραφο της Σύμβασης και Δήλωσης Υποθήκευσης Ακινήτου υπ' αριθμό XXXXX/2004 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- · Στις 24/9/2010 στα πλαίσια αναχρηματοδότησης της Εφεσίβλητης 2 και/ή αναπροσαρμογής της συμβατικής της μεταξύ των μερών σχέσης η Εφεσείουσα ενέκρινε την τροποποίηση των πιστωτικών διευκολύνσεων. Επιστολή έγκρισης ημερ. 24/9/2010 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 6.Προς περαιτέρω εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που δόθηκαν προς όφελος της Εφεσίβλητης 2, παραχωρήθηκε από την Cyproperties Developments& Constructions Ltd εγγύηση για το ποσό των €160.000 η οποία θα κάλυπτε όλες τις πιστωτικές διευκολύνσεις που εγκρίθηκαν από την Εφεσείουσα στις 24/9/
- Το Εγγυητήριο Έγγραφο ημερ. 24/9/2010 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Οι Υποθήκες XXXXX/2002 και XXXXX/2004 θα συνέχιζαν σύμφωνα με το Τεκμήριο 6, να εξασφαλίζουν όλες τις πιστωτικές διευκολύνσεις που έλαβε η Εφεσίβλητη
- · Ένεκα της μη συμμόρφωσης της Εφεσίβλητης 2 με τις συμβατικές της υποχρεώσεις, ως αυτές απορρέαν από τις κατά καιρούς Συμφωνίες για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων από την Εφεσείουσα, και ένεκα του γεγονότος ότι οι λογαριασμοί της Εφεσίβλητης 2 παρουσίαζαν καθυστερήσεις, η Εφεσείουσα με επιστολές της ημερομηνίας 8/3/2012 τερμάτισε τη λειτουργία των πιστωτικών διευκολύνσεων της Εφεσίβλητης
- Δέσμη επιστολών τερματισμού και δέσμη προειδοποιητικών επιστολών επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 8 και 9 αντίστοιχα. · Ως εκ των ανωτέρω, η Εφεσείουσα καταχώρησε στις 6/10/2014 την υπ' αριθμό XXXXX/2014 Αγωγή του Ε. Δ. Λευκωσίας, με την οποία αξιώνει τα χρεωστικά υπόλοιπα των λογαριασμών της Εφεσίβλητης 2 καθώς επίσης και Διάταγμα εκποίησης του ακινήτου που αποτελεί το αντικείμενο των εν λόγω Υποθηκών υπ' αριθμούς XXXXX/2002 και XXXXX/
- Την 1/7/2016 ενώ η εν λόγω Αγωγή ήταν ορισμένη για Ακρόαση, οι δικηγόροι της Εφεσίβλητης 2 αποσύρθηκαν και η Αγωγή επαναορίστηκε για Οδηγίες με σκοπό να διορίσει νέους δικηγόρους η Εφεσίβλητη
- Ένας από τους λόγους που οδήγησε τους δικηγόρους της Εφεσίβλητης 2 στην απόσυρση από την Αγωγή XXXXX/2014 είναι το γεγονός ότι την 22/1/2016 εκδόθηκε Διάταγμα του Δικαστηρίου, στα πλαίσια της Αίτησης Εκκαθάρισης υπ' αρ. XXXXX/2014 του Ε.Δ. Λευκωσίας, με το οποίο διατάσσεται η εκκαθάριση της Εφεσίβλητης 2 και η περιουσία της Εφεσίβλητης 2 περιήλθε στα χέρια του Επίσημου Παραλήπτη ως εκκαθαριστή της. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 10 Διάταγμα Εκκαθάρισης ημερ. 22/1/2016 το οποίο δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 20/1/2017 (Τεκμήριο 11). · Ενόψει των πιο πάνω, στις 24/8/2016 η Εφεσείουσα καταχώρησε Αίτηση με την οποία ζητούσε την άδεια του Δικαστηρίου για συνέχιση της διαδικασίας στην Αγωγή XXXXX/2014 αλλά και της Έφεσης 357/16 (της οποίας τα γεγονότα είναι παρόμοια με την παρούσα). Το Δικαστήριο εξέδωσε Διάταγμα συνέχισης της διαδικασίας στην Αγωγή XXXXX/2014 αλλά και της Έφεσης 357/16 στις 23/12/2016 το οποίο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- · Εν τω μεταξύ, η Εφεσείουσα έλαβε στις 7/3/2019 Ειδοποίηση υποβολής ένστασης δυνάμει του Άρθρου 44ΚΒ του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτου ήτοι, Ειδοποίηση τύπου «ΙΕ», που έφερε ημερομηνία 22/2/2019 (Τεκμήριο 13). Ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας καλούσε την Εφεσείουσα όπως εντός 45 ημερών υποβάλει ένσταση στη μεταβίβαση του ακινήτου υπ' αρ. Εγγραφής 0/10655Φ/Σχ. 21/47Ε1, Τεμάχιο XXXXX στην Παναγιά επ' ονόματι των Εφεσίβλητων 3 και 4 ή να προβεί σε αίτηση μεταφοράς της εξασφάλισης που κατέχει επί του εν λόγω ακινήτου σε άλλο ακίνητο το οποίο ήθελε υποδείξει προς το Κτηματολόγιο Λευκωσίας. Στην εν λόγω Ειδοποίηση γίνεται αναφορά στην Αίτηση των Εφεσίβλητων 3 και 4 για μεταβίβαση του προαναφερθέντος ακινήτου επ' ονόματι τους δυνάμει του ΠΩΕ771/10, η οποία φέρει αριθμό ΑΕΑ1234/
- · Οι υποθήκες οι οποίες δόθηκαν προς όφελος της Εφεσείουσας επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής XXXXX, Φυλ./Σχ. ΧΧΙ/47W.Ι47.E.1, Τεμάχιο XXXXX, στη Παναγιά της Επαρχίας Λευκωσίας είναι προγενέστερες και συγκεκριμένα προηγούνταν όλων των εγγεγραμμένων επιβαρύνσεων, συμπεριλαμβανομένου και του ΠΩΕ771/
- Δηλαδή, η Εφεσείουσα κατείχε την προνομιούχο πρώτη θέση σε περίπτωση εκποίησης του ενυπόθηκου και επιβαρυμένου ακινήτου. · Ως εκ τούτου και λόγω της πιο πάνω εξέλιξης που ήρθε εις γνώση της Εφεσείουσας, η Εφεσείουσα ασκώντας τα σχετικά της δικαιώματα ως αυτά απορρέουν από το Μέρος VIB του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (9/1965), στις 21/3/2019 απέστειλε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας επιστολή δια της οποίας πρόβαλε την Ένσταση της στην υλοποίηση της μεταβίβασης του ακινήτου, την οποία υποστήριξε με Ένορκη Δήλωσή της ομνύουσας και επισυνημμένα σχετικά τεκμήρια(Τεκμήριο 14). · Το Επ. Κτηματολόγιο Λευκωσίας απέστειλε στους δικηγόρους της Εφεσείουσα επιστολή ημερ. 27/3/2019(Τεκμήριο 16) και με την οποία τους ενημέρωνε ότι η Ένσταση της Εφεσείουσας στην μεταβίβαση του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχ. 21/47Ε1, τεμάχιο XXXXX στην Παναγιά στην Επαρχία Λευκωσίας δεν γίνεται αποδεχτή προβάλλοντας τους εξής λόγους:- i. Οι λόγοι που αναφέρονται στην ένσταση της Εφεσείουσας σύμφωνα με το Νόμο 9/1965, δεν εμποδίζουν τον Διευθυντή να προχωρήσει στην μεταβίβαση του ακινήτου και ii. Η κατάθεση της σύμβασης πώλησης έγινε δεκτή στο Κτηματολόγιο στις 27/04/2010 επειδή τηρήθηκαν όλες οι αναγκαίες διατυπώσεις, σύμφωνα με την τότε ισχύουσα νομοθεσία, ήτοι τον Περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος, κεφ.
- Ενστάσεις Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση τόσο από τον Καθ΄ου η Αίτηση 1 όσο και από τους Καθ΄ων η Αίτηση 3 και
- Ένσταση Καθ΄ου η Αίτηση 1 - Λόγοι Ένστασης Οι βασικοί Λόγοι Ένστασης από μέρους του Καθ΄ου η Αίτηση 1 είναι οι ακόλουθοι: · Δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες από τον του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, όπως τροποποιήθηκε (στο εξής «ο Νόμος») προϋποθέσεις και/ή δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων. · Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή και/ή η διαδικασία που εκτίθεται στο φάκελο ΑΕΑ 1234/2015 είναι καθόλα νόμιμη,ορθή και σύμφωνη με το Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ, τον Νόμο, τους Κανονισμούς, τους κανόνες τις επιείκειας και της φυσικής δικαιοσύνης και λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά - σύμφωνα με το Νόμο και/ή Κανονισμό- γεγονότα και πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και/ή σχετικοί παράγοντες. · Ο Καθ' ου η Αίτηση 1 ακολούθησε την ορθή κατά το Νόμο διαδικασία και ενήργησε εντός του πλαισίου των εξουσιών που του παρέχονται από τον ως άνω Νόμο και/ή Κανονισμούς. · Η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου δεν παραβιάζει οποιοδήποτε συνταγματικό δικαίωμα της αιτούσας. · Οι πρόνοιες των Άρθρων 44ΙΗ- 44ΚΖ του Νόμου ή/και οι διατάξεις επί των οποίων βασίστηκε ο Καθ' ου η Αίτηση 1 είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ. · Η Αιτούσα προβάλλει αόριστες και/ή γενικές εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας και/ή δεν αντιπαραβάλλει τις κρίσιμες διατάξεις του Νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και/ή δεν εξειδικεύει επαρκώς πώς ο εν λόγω Νόμος αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος και/ή δεν τεκμηριώνει ότι οι πρόνοιες του Νόμου είναι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία αντισυνταγματικές. · Με τον υπό εξέταση Νόμο προστατεύεται το δικαίωμα ιδιοκτησίας τρίτου προσώπου κατά τρόπο εύλογο, αναλογικό και συνταγματικά επιτρεπτό. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη επέμβαση και/ή ανεπίτρεπτο περιορισμό και/ή στέρηση του δικαιώματος περιουσίας του αγοραστή. · Η προσβαλλόμενη Απόφαση ή/και οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΘ- 44ΚΒ δεν παραβιάζουν ούτε περιορίζουν κατά τρόπο ανεπίτρεπτο το δικαίωμα της Αιτούσας/Εφεσείουσας δυνάμει των Άρθρων 23, 25 και 26 του Συντάγματος · Η απουσία νομοθετικής ρύθμισης αναφορικά με την τυχόν καταβολή αποζημίωσης στον ενυπόθηκο δανειστή ή/και σε άλλο πρόσωπο δεν καθιστά τον υπό εξέταση Νόμο και/ή τις πρόνοιες του αντισυνταγματικές. Ένορκη Δήλωση XXXXX Χρυσοστόμου Η Ένσταση του Καθ΄ου η Αίτηση 1 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της XXXXX Χρυσοστόμου, Κτηματολογικού Λειτουργού στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: (α) Oι Καθ' ων η Αίτηση/Εφεσίβλητοι 3 και 4, (στο εφεξής αναφερόμενοι ως «ο Αγοραστές»), υπέβαλαν στις 16/11/2015 την Αίτηση με αριθμό φακέλου ΑΕΑ1234/2015 στο Επ.Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας ζητώντας να εγγραφεί στο όνομα τους το διαμέρισμα επί του τεμαχίου 47 Ε1, τμήμα 5 και αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, στην ενορία Παναγία, στο Δήμο Λευκωσίας (στο εφεξής αναφερόμενο ως «το επίδικο ακίνητο»), δυνάμει Σύμβασης Πώλησης με αριθμό ΠΩΕ771/2010(στο εφεξής αναφερόμενο το «Πωλητήριο Έγγραφο»), σύμφωνα με τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο, αρ. 9/1965 όπως έχει τροποποιηθεί με το Νόμο 139(Ι)/2015 (περί εγκλωβισμένων αγοραστών) (ο εφεξής αναφερόμενος « Νόμος»). (β) Το εν λόγω Πωλητήριο Έγγραφο κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας στις 27/4/
- Η Σύμβαση, η οποία αφορούσε το επίδικο ακίνητο, συνομολογήθηκε στις 22/4/2010 μεταξύ της Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητης 2 (στο εφεξής αναφερόμενη ως «η Πωλήτρια») και των Αγοραστών. Η Σύμβαση Πώλησης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α. (γ) Τα κτηματολογικά στοιχεία του επίδικου ακινήτου φαίνονται στην Έκθεση Λεπτομερειών Ακινήτου ( Τεκμήριο Β). (δ) Στις 16/11/2015, οι Αγοραστές υπέβαλαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας την σχετική αίτηση τους για εγγραφή του επίδικου ακινήτου στο όνομα τους, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Γ. (ε) Με την Αίτηση τους προσκόμισαν πρωτότυπη βεβαίωση πληρωμής και εξόφλησης του πιο πάνω ακίνητου Τεκμήριο Δ καθώς και σχετική ένορκη δήλωση. (Τεκμήριο Ε). (στ) Στη συνέχεια, το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας κάλεσε τους αγοραστές, με επιστολή του ημερ. 21/3/2016 και στη συνέχεια με επιστολές υπενθύμισης ημερ. 9/3/2018 να προσκομίσουν διάφορες φοροαπαλλαγές και βεβαιώσεις. Αντίγραφα των οποίων επισυνάπτονται ως Τεκμήρια Ζ, Η και Θ. (ζ) Ακολούθως, οι Αγοραστές προσκόμισαν βεβαίωση καταβολής φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας, δημοτικής φορολογίας του Δήμου Λευκωσίας καθώς και του Συμβουλίου Αποχετεύσεως Λευκωσίας, τα οποία επισυνάπτονται ως Τεκμήρια Ι, Κ και Λ. (η) Αφού εξετάστηκαν από το Κτηματολόγιο όλα τα σχετικά στοιχεία, κρίθηκε ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις του Νόμου για να εγγραφεί το επίδικο ακίνητο στο όνομα των αγοραστών. Ως εκ τούτου, ετοιμάστηκε έκθεση με την περιγραφή του ακινήτου, στην οποία αναφέρονται όλα τα εμπράγματα βάρη και φάκελοι που αναφέρονται στο επίδικο ακίνητο, ώστε να σταλούν οι σχετικές επιστολές (Τύπος ΙΕ) στα επηρεαζόμενα πρόσωπα. Η Έκθεση Ακινήτου έχει ήδη κατατεθεί ως Τεκμήριο Β. (θ) Στις 22/2/2019 στάλθηκε με συστημένο ταχυδρομείο Ειδοποίηση (τύπος ΙΕ) προς την Αιτούσα/Εφεσείουσα, (Τεκμήριο Μ), για υποβολή Ένστασης στην μεταβίβαση του ακινήτου ή αίτηση για μεταφοράς των υποθηκών XXXXX/2002 και XXXXX/
- (ι) Η Αιτούσα/Εφεσείουσα, ως ενυπόθηκη δανειστής υπέβαλε Ένσταση με την επιστολή της ημερ. 21/3/2019, (Τεκμήριο Ν). (κ) Στις 27/3/2019 προχώρησαν σε αποστολή απαντητικής επιστολής προς την Ένσταση της Αιτούσας/Εφεσείουσας, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Ξ και η οποία γνωστοποιήθηκε στην Αιτούσα/Εφεσείουσα με διπλοσυστημένο ταχυδρομείο. Οι λόγοι για τους οποίους απορρίφθηκε η ένσταση και η αίτηση μεταφοράς εκτίθενται στο εν λόγω Τεκμήριο. (λ) Μετά την κατάθεση στο Επ. Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας προσωρινού διατάγματος, το οποίο εκδόθηκε στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, η διαδικασία μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου αναστάληκε. Έκτοτε η υπόθεση παραμερίστηκε ως την εκδίκαση της παρούσας Αίτησης/Έφεσης. Ένσταση Καθ΄ων η Αίτηση 3& 4 - Λόγοι Ένστασης Οι βασικοί Λόγοι Ένστασης από μέρους των Καθ΄ων η Αίτηση 3 & 4 είναι οι ακόλουθοι: § Η εφεσιβληθείσα Απόφαση του Διευθυντή και/ή του Ανώτερου Επ. Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας είναι καθόλα νόμιμη και/ή συνάδει πλήρως με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (9/1965), ως έχει τροποποιηθεί, και ιδιαίτερα, άνευ περιορισμού, με τα Άρθρα44ΙΣΤ, 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΑ, 44ΚΑΑ, 44ΚΒ και 44ΚΓ. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά, οι Εφεσίβλητοι/Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 ισχυρίζονται ότι η Έφεση/Αίτηση υπεβλήθη εκπρόθεσμα και/ή δεν έχει υποβληθεί κατά τον ενδεδειγμένο τρόπο και/ή σύμφωνα με τους κανονισμούς και/ή στη βάση όλων των σχετικών προϋποθέσεων. § Η εφεσιβληθείσα Απόφαση ουδόλως περιορίζει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα δυνάμει του Α.25 του Συντάγματος για άσκηση οιουδήποτε επαγγέλματος, εμπορίου ή επικερδούς εργασίας και/ή ότι ο όποιος προκαλούμενος από την εν λόγω απόφαση περιορισμός του εν λόγω δικαιώματος είναι καθόλα νόμιμος και επιτρεπόμενος υπό του Συντάγματος, καθότι προκύπτει εκ του Νόμου, σύμφωνα με το Σύνταγμα, και είναι απαραίτητος για την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών των Εφεσίβλητων/Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 τα οποία προστατεύονται από το Σύνταγμα και/ή είναι απαραίτητος για να εξυπηρετηθεί το δημόσιο συμφέρον. Περαιτέρω, οι Εφεσίβλητοι/Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 αναφέρουν ότι η εφεσιβληθείσα Απόφαση συνάδει πλήρως και/ή κατοχυρώνει τα δικά τους συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα και ιδιαίτερα αυτά τα οποία απορρέουν από τα Άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος, ως επίσης και τα αντίστοιχα δικαιώματα τα οποία κατοχυρώνονται στην ΕΣΔΑ, περιλαμβανομένου και της απαγόρευσης των δυσμενών διακρίσεων. § Η εφεσιβληθείσα Απόφαση ουδόλως περιορίζει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα δυνάμει του Α.23 του Συντάγματος το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα στην ιδιοκτησία και/ή ότι ο όποιος προκαλούμενος από την εν λόγω απόφαση περιορισμός του εν λόγω δικαιώματος είναι καθόλα νόμιμος και επιτρεπόμενος υπό του Συντάγματος, καθότι προκύπτει εκ του Νόμου, σύμφωνα με το Σύνταγμα, και είναι απολύτως απαραίτητος για την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών των Εφεσίβλητων/Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 τα οποία προστατεύονται από το Σύνταγμα και/ή είναι απολύτως απαραίτητος για να εξυπηρετηθεί το δημόσιο συμφέρον. § Η εφεσιβληθείσα Απόφαση ουδόλως περιορίζει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα δυνάμει του Α.26 του Συντάγματος το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι και/ή ότι ο όποιος προκαλούμενος από την εν λόγω απόφαση περιορισμός του εν λόγω δικαιώματος είναι καθόλα νόμιμος και επιτρεπόμενος υπό του Συντάγματος, καθότι προκύπτει εκ του Νόμου, σύμφωνα με το Σύνταγμα, και είναι απαραίτητος για την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών των Εφεσίβλητων/Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 τα οποία προστατεύονται από το Σύνταγμα και δη από τα Άρθρα 23 και 26, και/ή είναι απαραίτητος για να εξυπηρετηθεί το δημόσιο συμφέρον και/ή συνάδει με τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. § Ο Διευθυντής και/ή ο Ανώτερος Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας ορθά εξέδωσε την εφεσιβληθείσα απόφαση, απορρίπτοντας την ένσταση της Εφεσείουσας/Αιτήτριας, § Η αγορά από πλευράς των Εφεσίβλητων/Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/XXXXX τεμ. XXXXX, ενορία Παναγίας, Λευκωσία,με το οποίο σχετίζεται η παρούσα, έγινε καθόλα νόμιμα και/ή στα πλαίσια της εκ του Άρθρου 26 του Συντάγματος κατοχυρωμένης ελευθερίας του συμβάλλεσθαι, μέσω καθόλα έγκυρης γραπτής σύμβασης, η οποία κατεχωρήθη εμπρόθεσμα και καθόλα νόμιμα στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, με αποτέλεσμα να τους εξασφαλίζεται το δικαίωμα της ειδικής εκτέλεσής της. Η κατάθεση της εν λόγω Σύμβασης Πώλησης ημερ. 22/4/2010 (ΠΩΕ 771/2010) έγινε δεκτή στο Γραφείο του Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας εφόσον είχαν τηρηθεί όλες οι αναγκαίες διατυπώσεις, όπως αυτές προβλέπονταν στην τότε ισχύουσα νομοθεσία, ήτοι στον Περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο Κεφ. 232.Το εν λόγω δικαίωμα για την ειδική εκτέλεση της συγκεκριμένης Σύμβασης θα πρέπει να μην εμποδίζεται με οποιονδήποτε τρόπο, καθότι ικανοποιούνται εν προκειμένω όλες οι σχετικές προϋποθέσεις. Ικανοποιούνταν κατά τον ουσιώδη χρόνο και/ή ικανοποιούνται πλήρως εν προκειμένω όλες οι προϋποθέσεις οι οποίες τίθενται εκ του Νόμου και/ή εκ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (9/1965), ως έχει τροποποιηθεί, και ιδιαίτερα, άνευ περιορισμού, των Άρθρων 44ΙΣΤ, 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΑ, 44ΚΑΑ, 44ΚΒ και 44ΚΓ, αναφορικά με τον απεγκλωβισμό των Εφεσίβλητων/Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 από την σχετική με τα παρόντα ζητήματα υποθήκη και/ή υποθήκες. § Η όποια ζημιά έχει προκληθεί στην Εφεσείουσα/Αιτήτρια κατ' ισχυρισμόν της, σε σχέση με τα πιο πάνω, οφείλεται στην αποτυχία και/ή παράλειψη της Εφεσείουσας/Αιτήτριας να ζητήσει την μεταφορά της υποθήκης ή των υποθηκών περί ων ο λόγος σε άλλο ακίνητο ιδιοκτησίας της Εφεσίβλητης/Καθ' ης η Αίτηση 2 και/ή κάποιο εγγυητή της, ως είχε δικαίωμα να πράξει στα πλαίσια των σχετικών προνοιών του εν λόγω Νόμου. § Η εφεσιβληθείσα Απόφαση έχει εκδοθεί στην βάση της ορθής διαδικασίας και της δέουσας πρακτικής, εμπεριέχει επαρκή αιτιολόγηση και/ή λαμβάνει υπόψη πλήρως και δεόντως τα σχετικά δεδομένα και/ή είναι καθόλα νόμιμη και/ή βασίζεται στις σχετικές πρόνοιες του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (9/1965), ως έχει τροποποιηθεί. Ένορκη Δήλωση Καθ΄ου η Αίτηση 3 Η Ένσταση των Εφεσίβλητων/Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Καθ΄ου η Αίτηση 3 στην οποία, πέραν των νομικών θέσεων που προωθεί στη βάση νομικής συμβουλής που τυγχάνει από τον Δικηγόρο του, αναφέρει και τα εξής: § Η αγορά από την ομνύουσα και την σύζυγό του του διαμερίσματος με αριθμό XXXXX στο 2ο όροφο της πολυκατοικίας στην οδό XXXXX, Παλλουριώτισσα (Παναγία), Λευκωσία, με το οποίο σχετίζεται η παρούσα, έγινε καθόλα νόμιμα, μέσω καθόλα έγκυρης γραπτής Σύμβασης ημερ. 22/4/2010, η οποία κατεχωρήθη εμπρόθεσμα και καθόλα νόμιμα στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, με αποτέλεσμα να εξασφαλίζεται στον ίδιο και την σύζυγό του το δικαίωμα της ειδικής εκτέλεσής της. Η κατάθεση της εν λόγω Σύμβασης Πώλησης ημερ. 22/4/2010 (ΠΩΕ 771/2010) έγινε δεκτή στο Γραφείο του Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας εφόσον είχαν τηρηθεί όλες οι αναγκαίες διατυπώσεις. Η τιμή αγοράς του εν λόγω διαμερίσματος ύψους €160,000 έχει εξοφληθεί από πλευράς των Εφεσιβλήτων 3 και 4 και, όπως συμβουλεύει τον ομνύοντα ο δικηγόρος του, ικανοποιούνται πλήρως εν προκειμένω όλες οι προϋποθέσεις οι οποίες τίθενται από το Νόμο αναφορικά με τον απεγκλωβισμό τους από την σχετική με τα παρόντα ζητήματα υποθήκη και/ή υποθήκες. § Ο ομνύων και η σύζυγός του υπέβαλαν την εν λόγω αίτηση για μεταβίβαση του προαναφερθέντος ακινήτου επ' ονόματί τους και η εν λόγω αίτησή τους ήταν καθόλα έγκυρη και νόμιμη και ορθώς έχει γίνει δεκτή και ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ορθά απέρριψε την σχετική Ένσταση της Εφεσείουσας/Αιτήτριας. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με το Άρθρο 80 του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, κάθε πρόσωπο το οποίο έχει παράπονο κατά οποιασδήποτε απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου δύναται να υποβάλει Έφεση κατά αυτής στο Δικαστήριο εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση σε αυτόν της εν λόγω απόφασης. Θα πρέπει καταρχάς να σημειώσουμε ότι με τον Νόμο 142(Ι)/14 εισήχθη στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτου Ν. 9/1965 το Μέρος VIBυπό τον τίτλο «Προστασία Αγοραστών». Με το Άρθρο 44ΙΣΤ προνοείτο η αναστολή πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου για το οποίο είχε κατατεθεί Σύμβαση Πώλησης στο Κτηματολόγιο δυνάμει του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Ν.81(Ι)/2011μέχρι τις 4/9/2015 υπό κάποιες προϋποθέσεις. Η αναστολή των πωλήσεων ίσχυσε αρχικά μέχρι τις 30/4/2015 και διαδοχικά με δύο άλλους Νόμους παρατάθηκε μέχρι τις 4/9/2015 [Ν.53(Ι)/2015και Ν.133(Ι)/2015]. Κατά την εν λόγω ημερομηνία δημοσιεύθηκε ο Τροποποιητικός Νόμος 139(Ι)/2015, ο οποίος επεξέτεινε την προστασία αγοραστών με τα επίμαχα Άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ τα οποία προσέθεσε στο Μέρος VIB του βασικού Νόμου. Λίγες μέρες αργότερα θεσπίστηκαν από το Υπουργικό Συμβούλιο και οι σχετικοί περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμοί του 2015 (Κ.Δ.Π.298/15). Η ουσία των νέων αυτών Άρθρων είναι πως ο Διευθυντής του Κτηματολογίου είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν αίτησης από αγοραστή (ή πωλητή) ακινήτου δυνάμει κατατεθειμένης σύμβασης και υπό τον όρο ότι έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα και υπάρχει εγγεγραμμένος τίτλος, ακολουθώντας την προβλεπόμενη διαδικασία προβαίνει «σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της Υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή.» (Άρθρο 44ΚΒ). Όπως αναφέρεται στο Άρθρο 44ΙΗ οι διατάξεις των Άρθρων 44ΙΘ μέχρι 44ΚΖ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που ακίνητο βαρύνεται με σύμβαση η οποία έχει κατατεθεί στο Κτηματολόγιο μέχρι 31/12/2014 ή έχει κατατεθεί σε αυτό δυνάμει Διατάγματος Δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις του Περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου με σκοπό τη μεταβίβαση του ακινήτου, το οποίο αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης, επ' ονόματι του αγοραστή. Η προβλεπόμενη διαδικασία με βάση τα σχετικά Άρθρα αναλυτικά έχει ως ακολούθως: · Με βάση το Άρθρο 44ΙΘ η μεταβίβαση από τον Διευθυντή ενός ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή διενεργείται είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν υποβολής σε αυτόν αίτησης, μεταξύ άλλων από τον αγοραστή ή των πωλητή δυνάμει κατατεθειμένης σύμβασης στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο [Άρθρο 44ΙΘ (1]). · Οποιαδήποτε εκκρεμούσα διαδικασία δυνάμει των διατάξεων VIAτου Νόμου 9/65 αναστέλλεται μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της εξέτασης της αίτησης που υποβάλλεται συμφώνως των διατάξεων του παρόντος Νόμου όταν: (α) έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος για το αντικείμενο της σύμβασης και είτε έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα της πώλησης, είτε έχει καταβληθεί μέρος αυτού μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και ο αγοραστής δηλώνει εγγράφως ότι θα το καταβάλει και καταβάλλει το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης σε ειδικό προσωρινό λογαριασμό [Άρθρο 44ΙΘ
(2)(α)] ή (β) δεν έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το αντικείμενο της σύμβασης και είτε έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης ή μέρος αυτού μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και ο αγοραστής δηλώνει εγγράφως ότι θα το καταβάλει και το καταβάλλει στον ειδικό προσωρινό λογαριασμό που προβλέπεται και επιπροσθέτως η έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας είναι εφικτή σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VIA του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου [Άρθρο 44ΙΘ
(2)(β)]. · Ο Διευθυντής προβαίνει σε εξέταση της υποβληθείσας αίτησης και διερευνά αν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης, και (β) Υπάρχει εγγεγραμμένος τίτλος ιδιοκτησίας [Άρθρο 44Κ
(1)]. · Σε περίπτωση κατά την οποία πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές ο Διευθυντής γνωστοποιεί στον αγοραστή, πωλητή, ενυπόθηκο δανειστή με την επίδοση έγγραφης ειδοποίησης κατά τον Τύπο ΙΕ την πρόθεσή του να προβεί σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή μετά την παρέλευση χρονικού διαστήματος 45 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης ενημερώνοντάς τον ότι, σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης, θα προβεί σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της Υποθήκης [Άρθρο 44ΚΒ
(1),
(2)]. · Ο αγοραστής, πωλητής ή ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται εντός 45 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της Ειδοποίησης να υποβάλει ένσταση στον Διευθυντή για τους ακόλουθους λόγους: (α) ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή ή (β) ότι η σύμβαση μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή είναι άκυρη είτε έχει τερματισθεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου [Άρθρο 44ΚΒ
(3)]. Ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται, επίσης, να αιτηθεί όπως η Υποθήκη μεταφερθεί σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του ίδιου πωλητή [Άρθρο 44ΚΒ
(4)]. · Καμία μεταβίβαση ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή διενεργείται σε περίπτωση που εκκρεμούν οφειλές του αγοραστή σε σχέση με φόρους ή τέλη [Άρθρο 44ΚΓ]. Πραγματικό Υπόβαθρο - Μη αμφισβητούμενα Γεγονότα Τα γεγονότα που αφορούν στην υπό κρίση Αίτηση/Έφεση είναι ως επί το πλείστον κοινώς αποδεκτά και έχουν ως εξής: · Στις 29/10/2002 με την επιστολή έγκρισης της Αιτήτριας δόθηκαν στην Καθ' ης η Αίτηση 2 πιστωτικές διευκολύνσεις[1] . · Προς εξασφάλιση των πιο πάνω πιστωτικών διευκολύνσεων η Καθ'ης η Αίτηση 2 παραχώρησε προς όφελος της Αιτήτριας, μεταξύ άλλων, την Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου XXXXX/2002 ημερ. 31/10/2002 που αφορούσε το ακίνητο με Αρ. εγγραφής XXXXX τεμ. XXXXX, στην ενορία Παναγίας, Λευκωσία (στο εξής το «Ακίνητο»)[2]. · Τον Μάρτιο του 2004 η Αιτήτρια παραχώρησε επιπλέον πιστωτικές διευκολύνσεις στην Καθ' ης η Αίτηση 2[3] . · Προς εξασφάλιση των πιο πάνω πιστωτικών διευκολύνσεων η Καθ'ης η Αίτηση 2 παραχώρησε προς όφελος της Αιτήτριας, μεταξύ άλλων, την Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου XXXXX/2004 ημερ. 11/3/2004 που αφορούσε το Ακίνητο.[4] · Ένεκα της μη συμμόρφωσης της Καθ' ης η Αίτηση 2 με τις συμβατικές τις υποχρεώσεις και ένεκα του γεγονότος ότι οι λογαριασμοί της Καθ' ης η Αίτηση 2 παρουσίαζαν καθυστερήσεις, η Αιτήτρια στις 8/3/2012 τερμάτισε τη λειτουργία των πιστωτικών διευκολύνσεων.[5] · Ως εκ των ανωτέρω η Αιτήτρια καταχώρησε στις 6/10/2014 την υπ'αρ. XXXXX/2014 Αγωγή στο Ε.Δ. Λευκωσίας με την οποία αξιώνει, μεταξύ άλλων, τα χρεωστικά υπόλοιπα των λογαριασμών της Καθ' ης η Αίτηση 2 καθώς και την εκποίηση του Ακινήτου που αποτελεί το αντικείμενο των Υποθηκών XXXXX/2002και XXXXX/2004 (στο εξής οι «Υποθήκες»). · Στις 27/4/2010 κατατέθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας το Πωλητήριο Έγγραφο με αριθμό ΠΩΕ 771/10.Η Σύμβαση Πώλησης, η οποία αφορούσε το επίδικο ακίνητο, συνομολογήθηκε στις 22/4/2010 μεταξύ της Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητης 2 και των Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4[6]. · Στις 16/11/2015 οι Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 υπέβαλαν αίτηση στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας για μεταβίβαση του Ακινήτου επ' ονόματι τους[7]. · Στις 22/1/2016 εκδόθηκε Διάταγμα Εκκαθάρισης από το Ε.Δ. Λευκωσίας στο πλαίσιο της Αίτησης υπ' αρ. XXXXX/2014 και η περιουσία της Καθ' ης η Αίτηση 2 περιήλθε στα χέρια του Επίσημου Παραλήπτη ως εκκαθαριστή της.[8] · Στις 22/2/2019 ο Καθ' ου η Αίτηση 1 απέστειλε στην Αιτήτρια, ως ενυπόθηκο δανειστή, Ειδοποίηση - Τύπου «ΙΕ» με την οποία καλείτο η Αιτήτρια, εάν το επιθυμούσε, να υποβάλει ένσταση στην πρόθεση του Καθ΄ου η Αίτηση 1 να μεταβιβάσει το Ακίνητο επ' ονόματι των Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 ή να προβεί σε αίτηση για μεταφορά της υποθήκης σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία.[9] · Στις 21/3/2019 η Αιτήτρια δια επιστολής της πρόβαλε Ένσταση στην υλοποίηση της μεταβίβασης.[10] · Στις 27/3/2019 το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας απέρριψε την Ένσταση της Αιτήτριας και την ενημέρωσε ότι θα προβεί σε απαλλαγή του Ακινήτου από τις Υποθήκες και στη μεταβίβασή του επ' ονόματι των Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4, εκτός εάν εντός 30 ημερών προσκομιστεί δικαστικό διάταγμα που να διατάζει διαφορετικά[11]. · Στις 18/4/2019 καταχωρήθηκε από την Αιτήτρια η παρούσα Αίτηση οποία υποστηρίζεται με την Ε/Δ Λοιζίδου, την ίδια μέρα καταχωρήθηκε και ενδιάμεση μονομερής Αίτηση. · Στις 23/9/2019 εκδόθηκαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας τα αιτούμενα προσωρινά απαγορευτικά Διατάγματα ως η μονομερής ενδιάμεση Αίτηση ημερ. 18/4/2019. Εισηγήσεις για Αντισυνταγματικότητα Μελετώντας τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων προκύπτει ότι αυτοί έχουν επικεντρωθεί στις εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας των Άρθρων 44ΙΗ έως 44 ΚΖ του Ν.9/65. Με βάση την πάγια νομολογία διάδικος ο οποίος επιθυμεί να εγείρει ζητήματα αντισυνταγματικότητας νομοθετικών διατάξεων οφείλει να καθορίσει επακριβώς τα Άρθρα του Νόμου που αμφισβητεί και τη συνταγματική διάταξη στην οποία, κατά την άποψη του, αυτά προσκρούουν. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία v. Πάμπου Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196 «η συνταγματικότητα νόμου ή κανονισμού μπορεί να καταστεί επίδικο θέμα μόνον μετά τον επακριβή προσδιορισμό του άρθρου ή άρθρων του νόμου που αμφισβητούνται και των συνταγματικών διατάξεων προς τις οποίες προσκρούουν». Επίσης στην υπόθεση Αχιλλέως κ.ά. v. Πιτταρά
(2012)1Β Α.Α.Δ.1590 επαναλήφθηκε ότι η νομολογία επιτάσσει ότι η εξέταση της συνταγματικότητας των νόμων δεν γίνεται αυτεπαγγέλτως, ούτε ελέγχεται περιστασιακά ή συμπτωματικά. Λέχθηκε ακόμη ότι, σε κάθε περίπτωση, το θέμα της συνταγματικότητας νόμου πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς στα δικόγραφα και να εξετάζεται στο πλαίσιο των νομικών επιχειρημάτων που το στοιχειοθετούν. Στην υπό εξέταση περίπτωση έχω ικανοποιηθεί ότι οι προβαλλόμενες εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας έχουν εγερθεί με την απαραίτητη ακρίβεια και λεπτομέρεια στους Λόγους Έφεσης επί των οποίων βασίζεται η Αίτηση ούτως ώστε να μπορούν να τύχουν εξέτασης στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης/Έφεσης, υιοθετούνται δε και αναπτύσσονται στην ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει. Επιπλέον θεωρώ ότι η εξέταση των εν λόγω εισηγήσεων κρίνεται σκόπιμη ενόψει του ότι θα μπορούσε να καθορίσει την τύχη και το αποτέλεσμα της υπό κρίση Αίτησης/Έφεσης. Με βάση τη πάγια νομολογία οι αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων έχουν τεθεί στην υπόθεση Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640 ως ακολούθως: ■ Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία. ■ Τα Δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος. ■ Αν είναι δυνατόν τα Δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος. ■ Η Δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα Δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. Στην υπόθεση Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, 339, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η μεδοθολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα.» Κατά το στάδιο των Αγορεύσεων η κα Μαυρή εκ μέρους της Αιτήτριας υποστήριξε ότι η προσβαλλόμενη Απόφαση, η οποία βασίστηκε στο Μέρος VIB του Νόμου και συγκεκριμένα τα Άρθρα 44ΙΗ έως 44ΚΖ, περιορίζει και παραβιάζει τα δικαιώματα της όπως αυτά διασφαλίζονται από τα Άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος. Παρά την ύπαρξη Λόγου Έφεσης με βάση τον οποίο προβλήθηκε ότι η προσβαλλόμενη Απόφαση του Διευθυντή παραβιάζει και τα δικαιώματα που διασφαλίζονται από το Άρθρο 25 του Συντάγματος, εντούτοις αυτός ο Λόγος Έφεσης δεν προωθήθηκε στις Αγορεύσεις. Παραβίαση του Άρθρου 23 σε σχέση με το δικαίωμα ιδιοκτησίας Αποτέλεσε λοιπόν Λόγο Έφεσης ότι η προσβαλλόμενη Απόφαση η οποία λήφθηκε στη βάση των Άρθρων 44ΙΘ -44ΚΒ παραβιάζει το Άρθρο 23 του Συντάγματος για τους εξής λόγους: i. Επιβάλλει αδικαιολόγητα στέρηση, επιβάρυνση και/ή περιορισμούς πάνω στο δικαίωμα ιδιοκτησίας και/ή περιουσίας της Αιτήτριας χωρίς να αποδίδεται σ' αυτή οποιαδήποτε δίκαια αποζημίωση. ii. Περιορίζει και/ή απαλλοτριώνει το αγώγιμο δικαίωμα της Αιτήτριας ως ενυπόθηκου δανειστή έναντι της οφειλέτιδας, Εφεσίβλητης/Καθ' ης η Αίτηση 2, και/ή το δικαίωμα της να διεκδικήσει το οφειλόμενο προς αυτήν χρέος και/ή τα συμβατικά της δικαιώματα που συνιστούν ιδιοκτησία προστατευόμενη από το Άρθρο 23. iii. Παραβιάζει και περιορίζει το δικαίωμα που προστατεύεται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος, χωρίς οποιονδήποτε λόγο που με βάση το Άρθρο 23 θα δικαιολογούσε τέτοιο περιορισμό. Το Άρθρο 23 του Συντάγματος διασφαλίζει το δικαίωμα απόκτησης, κυριότητας, κατοχής, απόλαυσης και διάθεσης περιουσίας, κινητής και ακίνητης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Άρθρο 12
(5)(α) του Ν.9/65 καθορίζει πως ««εμπράγματο βάρος»» σημαίνει άμεση επί ακινήτου απαίτηση, δικαίωμα επιβάρυνσης ή υποχρέωση, υφιστάμενη δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύι νόμου» το οποίο σαφώς περιλαμβάνει υποθήκη. Σύμφωνα με την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Χαραλάμπους κ.ά. v. Υπουργού Οικονομικών κ.ά.
(2014)3 A.A.Δ. 175, η έννοια της περιουσίας περιλαμβάνει τα εξής: «Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως", καθώς και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται, κατ' αυτόν τον τρόπο, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, οι απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο, ότι μπορεί να ικανοποιηθούν δικαστικώς, εφόσον, δηλαδή, υφίσταται σχετικώς μια επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλόμενου κράτους, προϋπόθεση που συντρέχει, ιδίως, όταν η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων του συμβαλλόμενου κράτους.» Σύμφωνα με πάγια θέση του ΕΔΑΔ κατά την ερμηνεία του Άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (στο εξής «η ΕΣΑΔ») το οποίο αναφέρεται στο δικαίωμα ιδιοκτησίας, τα «possessions» τα οποία καλύπτονται από το δικαίωμα ιδιοκτησίας, μπορεί να είναι υπάρχοντα (existing possessions), συμπεριλαμβανομένων και απαιτήσεων (claims) τις οποίες κάποιος έχει θεμιτή προσδοκία (legitimate expectation) ότι θα απολαύσει (Kopecky v. Slovakia, Αίτηση αρ. 44912/98, ημερ. 28/9/04, παρ. 35[12]), όταν αυτή η θεμιτή προσδοκία αντλεί τη βάση της στο εθνικό Δίκαιο. Έτσι, απαιτήσεις που πηγάζουν από το δίκαιο των αστικών αδικημάτων, κρίθηκε ότι εμπίπτουν στον όρο «possessions» (Pressos Compania Naviera SA v. Belgium, Αίτηση αρ. 17849/91, ημερ. 20/11/95 και Mauricev. France, Αίτηση αρ. 11810/03, ημερ. 6/10/05), ομοίως δε στον ίδιο όρο κρίθηκε να εμπίπτουν απαιτήσεις που αντλούν τη βάση τους σε συμβάσεις (Mellacher v. Austria, Αιτήσεις αρ. 10522/83, 11011/84, 11070/84, 11070/84, ημερ. 19/12/89). Στο Σύγγραμμα του Δρος Κ. Παρασκευά Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο: Θεμελιώδη Δικαιώματα και Ελευθερίες, στη σελίδα 360αναφέρονται τα εξής: «Η διάταξη του Άρθρου 23 του Συντάγματος προστατεύει την ιδιοκτησία σε όλες τις σύγχρονες μορφές της. Στην έννοια της ιδιοκτησίας ανήκουν όλα τα περιουσιακά δικαιώματα, τόσο τα εμπράγματα όσο και τα ενοχικά, ανήκουν δηλαδή όλα τα οικονομικώς αποτιμητά δικαιώματα. Περαιτέρω στη σελίδα 363 του πιο πάνω Συγγράμματος αναφέρονται τα εξής σχετικά: «Η έννοια της περιουσίας με βάση τη νομολογία του ΕΔΑΔ είναι ευρύτατη και το ΕΔΑΔ προβαίνει, ομολογουμένως, σε μια εντυπωσιακά, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί, διασταλτική ερμηνεία της έννοιας της περιουσίας. Σύμφωνα με την σχετική νομολογία του ΕΔΑΔ η έννοια της περιουσίας, που προστατεύεται από το εν λόγω άρθρο, περιλαμβάνει τόσο κινητά όσο και ακίνητα.[.] Έτσι, στην έννοια της περιουσίας η νομολογία του ΕΔΑΔ συμπεριλαμβάνει όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα είτε απαιτήσεις αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά.» Με βάση τα όσα αναφέρονται ανωτέρω, προκύπτει πως η υποθήκη καθώς και τα όποια δικαιώματα ή απαιτήσεις απορρέουν από αυτή συνιστούν περιουσία η οποία εμπίπτει εντός της συνταγματικής προστασίας του Άρθρου 23,όπως άλλωστε αναγνωρίζει και η πλευρά της Καθ΄ης η Αίτηση 1. Η θέση που προβλήθηκε από μέρους του Καθ΄ου η Αίτηση 1ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν επεμβαίνει στο δικαίωμα ιδιοκτησίας της Αιτήτριας που πηγάζει από τις επίδικες συμβάσεις Υποθήκης καθότι η Αιτήτρια δεν στερείται του δικαιώματος της σε περιουσία και ότι η αναφορά σε περιοριστικούς όρους στη χρήση ιδιοκτησίας οι οποίοι αφήνουν άθικτο τον πυρήνα του δικαιώματος ιδιοκτησίας δεν συνιστούν στέρηση, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Καθ' ου η Αίτηση 1 να απαλλάξει το επίδικο ακίνητο από τις επίδικες Υποθήκες και να το μεταβιβάσει επ' ονόματι των Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 ελεύθερο παντός εμπράγματου βάρους συνιστά, κατά την κρίση μου, ακύρωση και εξάλειψη των Υποθηκών η οποία, συνεπώς, απολήγει σε στέρηση της συγκεκριμένης ιδιοκτησίας και των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων που απορρέουν από τις εν λόγω Υποθήκες. Επισημαίνεται δε ότι η εν λόγω Απόφαση λήφθηκε χωρίς τη συγκατάθεση της Αιτήτριας και χωρίς την καταβολή σε αυτή δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης, ως θα έπρεπε να είχε γίνει, σε περίπτωση που η θέση του Διευθυντή ήταν ότι η απόφασή του επιτρέπεται δυνάμει του Άρθρου 23
(3)του Συντάγματος. Με την διαγραφή των επίδικων Υποθηκών επί του υπό κρίση ακινήτου η Αιτήτρια αποστερείται της εξασφάλισης που είχε επί αυτού προς είσπραξη του λαβείν της. Ούτε και μπορεί να θεωρηθεί ότι η στέρηση αυτή γίνεται κατ' επίκληση των εξαιρέσεων που θέτει το Άρθρο 23
(3). Όπως ρητά διαλαμβάνεται στο Άρθρο 23
(3), τέτοιος περιορισμός δικαιώματος μπορεί να γίνει μόνο για τους συγκεκριμένους λόγους που καθορίζονται. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν τίθεται θέμα ύπαρξης λόγων δημόσιας ασφάλειας ή δημοσίων ηθών ή θέματα πολεοδομίας ή αναπτύξεως προς προαγωγή της δημοσίας ωφελείας. Όσον αφορά την ανάγκη προστασίας δικαιωμάτων τρίτων προσώπων και δη των αγοραστών/Καθ΄ων η Αίτηση 3 και 4, προβάλλεται πως ο Νομοθέτης κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό παράκαμψε την σειρά προτεραιότητας των εμπραγμάτων βαρών για να επιλύσει το πρόβλημα που δημιουργήθηκε με τον μεγάλο αριθμό αγοραστών ακινήτων οι οποίοι βρίσκονται «εγκλωβισμένοι» παρά την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων. Εν πρώτοις η υπό εξέταση περίπτωση δεν αφορά παράκαμψη χρονικής προτεραιότητας αλλά συνιστά διαγραφή δικαιωμάτων του ενυπόθηκου δανειστή χωρίς την ικανοποίηση της οφειλής του και χωρίς τη συναίνεση του. Κατά δεύτερο όπως αναφέρεται στην Πρόεδρος ν. Βουλής (Αρ. 2)
(2000)3 Α.Α.Δ. 238, εναπόκειται στη Νομοθετική Εξουσία να δικαιολογεί την αναγκαιότητα περιορισμού κάποιου θεμελιώδους δικαιώματος και η όποια ρύθμιση πρέπει να είναι ανάλογη προς την τεκμηριωμένη ανάγκη. Στον Ν.139
(1)/15 δεν αναφέρεται οτιδήποτε. Από την Αιτιολογική Έκθεση του προκύπτει ότι σκοπός ήταν να δοθεί η ευχέρεια στον Διευθυντή να ακυρώνει υποθήκη ή γενικά εμπράγματο βάρος με περαιτέρω σκοπό τη μεταβίβαση επ΄ονόματι εγκλωβισμένου αγοραστή ο οποίος εκπλήρωσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Συγκεκριμένα στην υπό εξέταση περίπτωση και, ως προκύπτει από την Αιτιολογική Έκθεση του υπό κρίση Νόμου[13], η ψήφιση του Νόμου 139(Ι)/2015 - ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο υποβολής και εξέτασης της αίτησης των Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 - για την εισαγωγή των διατάξεων των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ στον Νόμο 9/1965 έγινε για να επιλύσει «. το πρόβλημα που υπάρχει σήμερα με τον μεγάλο αριθμό αγοραστών ακινήτων, οι οποίοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι, παρά την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων». Στην ουσία, σκοπός του Νόμου ήταν να δοθεί η ευχέρεια στον Διευθυντή να ακυρώνει Υποθήκη ή γενικά εμπράγματο βάρος με περαιτέρω σκοπό τη μεταβίβαση επ' ονόματι του εγκλωβισμένου αγοραστή ο οποίος εκπλήρωσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Δεν επεξηγείται, όμως, για ποιο λόγο ανάμεσα στα δύο δικαιώματα γίνεται επιλογή του δικαιώματος του αγοραστή και για ποιο λόγο δεν υπήρξε πρόνοια για αποζημίωση του ενυπόθηκου δανειστή (στην προκειμένη περίπτωση της Αιτήτριας) ο οποίος με την επίδικη απόφαση αποστερείται πλήρως του περιουσιακού του δικαιώματος επί του επίδικου ακινήτου. Αυτή η κατάσταση ουδόλως εξισορροπεί τα δύο αυτά περιουσιακά στοιχεία εφόσον εκείνο το οποίο επιτυγχάνεται είναι η διασφάλιση του δικαιώματος του αγοραστή και η διαγραφή δια παντός του δικαιώματος του ενυπόθηκου δανειστή. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η εισήγηση ότι ο περιορισμός του δικαιώματος της Αιτήτριας γίνεται για σκοπούς προστασίας δικαιωμάτων τρίτων προσώπων. Όσον αφορά την επίκληση του δημοσίου συμφέροντος, θα πρέπει να σημειωθεί πως το «δημόσιο συμφέρον» δεν συμπεριλαμβάνεται στους προβλεπόμενους στο Άρθρο 23.3 λόγους οι οποίοι θα δικαιολογούσαν περιορισμούς στην άσκηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας. Όπως δε προκύπτει από την απόφαση Ολομέλειας στην Κουτσελίνη - Ιωαννίδου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. 740/11, ημ. 7/10/14, η συνταγματικώς επιτρεπόμενη επιβολή απαραίτητων περιορισμών (στην άσκηση δικαιώματος ιδιοκτησίας) προς το συμφέρον της ανάπτυξης και χρήσης ιδιοκτησίας προς προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας, διαφέρει από τους μη επιτρεπόμενους περιορισμούς για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος[14]. Θα πρέπει δε να επισημανθεί πως ούτως ή άλλως ούτε στις επίμαχες διατάξεις του Νόμου Ν.139
(1)/2015 αλλά ούτε και στην Αιτιολογική Έκθεση αυτού περιέχεται οποιαδήποτε επίκληση και/ή προσδιορισμός λόγων «δημοσίου συμφέροντος». Αντίθετα, εκείνο το οποίο προκύπτει από την Αιτιολογική Έκθεση του Νόμου είναι ότι αυτός κατ' ουσίαν εξυπηρετεί και προστατεύει συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων - αυτή των λεγομένων «εγκλωβισμένων αγοραστών» - και όχι το σύνολο των πολιτών. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Πιτσιλλίδης κ.α ν. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7,«το δημόσιο συμφέρον πρέπει να εξυπηρετεί το σύνολο των πολιτών και όχι μια συγκεκριμένη τάξη πολιτών», όπως έγινε με τον Νόμο 139(Ι)/2015. Η υπόθεση James and Others v. The United Kingdom, Application Νο. 8793/1979, ημερ. 21/2/1986, στην οποία έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα ηευπαίδευτη συνήγορος του Καθ΄ου η Αίτηση 1, και πάλι δεν προσφέρει καθοδήγηση στην παρούσα περίπτωση. Αφενός αυτή αφορά στην έννοια του δημοσίου συμφέροντος και αφετέρου σημειώνει πως μηχανισμός για την αναγκαστική μεταβίβαση, με εύλογη αποζημίωση, συνιστά κατάλληλη και ανάλογη μέθοδο αναπροσαρμογής του νόμου, ενώ στην προκειμένη περίπτωση δεν γίνεται, όπως ήδη επισημάνθηκε ανωτέρω, επίκληση δημοσίου συμφέροντος και δεν προβλέπεται αποζημίωση στον ενυπόθηκο δανειστή στο πλαίσιο του μηχανισμού μεταβίβασης στον αγοραστή. Η συνήγορος του Καθ΄ου η Αίτηση 1 υποστήριξε ότι ούτε η απουσία νομοθετικής ρύθμισης αναφορικά με την τυχόν καταβολή αποζημίωσης στον ενυπόθηκο δανειστή καθιστά τον Ν.139
(1)/2015 και/ή τις πρόνοιες του αντισυνταγματικές προσθέτοντας ότι η αποζημίωση οφείλεται τότε μόνο αφού πρώτα αυτή καθοριστεί από το αρμόδιο πολιτικό Δικαστήριο και εφόσον η Αιτήτρια αποδείξει ότι υπέστη οποιανδήποτε ουσιώδη οικονομική ζημιά. Σε σχέση με το τελευταίο σχετικές είναι οι υποθέσεις Kirzis and others v. The Republic of Cyprus
(1965)3 C.L.R. 46 καθώς και η υπόθεση Lanitis Estates Ltd v. Δημοκρατίας
(1989)3(Ε) Α.Α.Δ. 3252. Παρατίθεται συναφώς το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Lanitis(ανωτέρω): «Σε μερικές προσφυγές αναφέρεται πως τέτοια αποζημίωση δεν έχει πληρωθεί στους αιτητές. Η νομολογία μας πάνω στο ζήτημα αυτό είναι ασφαλής. Η πληρωμή αποζημιώσεων, βάσει του Άρθρου 23.3, οφείλεται τότε μόνο, αφού καθοριστεί από Πολιτικό Δικαστήριο και εφόσο αποδειχθεί ενώπιόν του ότι η οικονομική αξία της ιδιοκτησίας του αιτητή έχει μειωθεί ουσιωδώς. (Νίκος Κύρζης κ.α. ν. Της Δημοκρατίας
(1965)3 Α.Α.Δ. σελ. 46).» Η πιο πάνω θέση παραβλέπει, ωστόσο, το γεγονός ότι η Αιτήτρια χάνει την εξασφάλιση της την οποία μάλιστα είχε κατά προτεραιότητα επί περιουσίας η οποία μεταβιβάσθηκε σε τρίτο χωρίς αυτή να αντικατασταθεί. Δεν θεωρώ ότι χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση για να τεκμηριωθεί η ύπαρξη, σε τέτοια περίπτωση, οικονομικής ζημιάς. Στη βάση όλων των πιο πάνω, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι δεν στοιχειοθετείται επαρκώς η ανάγκη η οποία να δικαιολογεί παραβίαση και/ή παρέμβαση επί των περιουσιακών δικαιωμάτων της Αιτήτριας. Αποτελεί, συνεπώς, κατάληξή μου ότι οι επίμαχες διατάξεις στον Νόμο συνιστούν αυθαίρετη και ανεπίτρεπτη επέμβαση σε περιουσιακό στοιχείο της Αιτήτριας και, ως τέτοιες, προσκρούουν στο Άρθρο 23 του Συντάγματος. Παραβίαση του Άρθρου 26 σε σχέση με το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως Αποτέλεσε λόγο Έφεσης ότι η προσβαλλόμενη Απόφαση παραβιάζει το Άρθρο 26 του Συντάγματος. Υπενθυμίζεται ότι το Άρθρο 26 του Συντάγματος προνοεί πως έκαστος έχει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως και ότι αυτό υπόκειται σε όρους ή περιορισμούς (ή δεσμεύσεις), τιθεμένους επί τη βάσει των γενικών αρχών του Δικαίου των Συμβάσεων. Η πλευρά της Αιτήτριας ειδικότερα προέβαλε ότι η προσβαλλόμενη Απόφαση παραβιάζει το Άρθρο 26 του Συντάγματος: ü Παρεμβαίνοντας στις ήδη αποκρυσταλλωμένες συμβατικές σχέσεις της Αιτήτριας με την ενυπόθηκο οφειλέτιδα, Εφεσίβλητη/Καθ' ης η Αίτηση 2 ü Παρεμβαίνοντας στο δικαίωμα της Αιτήτριας και της Καθ' ης η Αίτηση 2 να επιλέξουν και/ή να διαμορφώσουν ελεύθερα το περιεχόμενο και/ή τους όρους της μεταξύ τους σύμβασης. ü Εκ των υστέρων τροποποιώντας και/ή καταργώντας συμβάσεις (τις υποθήκες και τις συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων) κατά τρόπο αντίθετο προς τη βούληση των συμβαλλομένων. ü Κατεδαφίζοντας τα θεμέλια της συμβατικής διευθέτησης των μερών και προκαλώντας αβεβαιότητα και έλλειψη εμπιστοσύνης ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών. ü Οι πιο πάνω παραβιάσεις γίνονται άνευ οποιασδήποτε δικαιολόγησης και χωρίς να βασίζονται στις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Αποτέλεσε εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου για τον Καθ΄ου η Αίτηση 1 ότι η προστασία που προσφέρει το Άρθρο 26 του Συντάγματος αφορά μόνο στο δικαίωμα σύναψης μίας νόμιμης σύμβασης και δεν επεκτείνεται και στα δικαιώματα που δημιουργούνται από τη σύμβαση. Σε κάθε περίπτωση ακόμη και αν κριθεί ότι υπάρχει περιορισμός του εν λόγω δικαιώματος ο περιορισμός αυτός είναι νόμιμος καθότι γίνεται για λόγους δημοσίου συμφέροντος κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό. Η πιο πάνω εισήγηση δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Με βάση τη σχετική με το θέμα Νομολογία το δικαίωμα που κατοχυρώνει το Άρθρο 26.1 του Συντάγματος περικλείει, πέραν του δικαιώματος της κατάρτισης και σύναψης σύμβασης, και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων, και πως η μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη δεν συμβιβάζεται κατ' αρχήν με το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως»[15]. Συγκεκριμένα, στις αποφάσεις στις Αναφορές αρ. 1/14 και 4/14, Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλή των Αντιπροσώπων, ημερ. 31/10/14, αποφασίστηκαν τα εξής: «Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όμως, δεν παρέμεινε στατική αναφορικά με το προαναφερόμενο θέμα, αλλά εξελίχθηκε και μάλιστα προς κατεύθυνση διαφορετική από εκείνη που διατυπώθηκε στην Chimonides (ανωτέρω), από την πλειοψηφία. Στην υπόθεση Republic v. Meneleou
(1982)3 CLR 419 η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου εξέτασε την εμβέλεια του Άρθρου 26.1 του Συντάγματος και έκαμε αναφορά, μεταξύ άλλων, στη Chimonides (ανωτέρω). Παρατήρησε ότι υπήρχαν τρεις διαφορετικές γνώμες στη Chimonides (ανωτέρω) και ότι εκείνο για το οποίο υπήρχε ομοφωνία, ως προς το Άρθρο 26.1, ήταν ότι αυτό κατοχυρώνει το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι» υπό τους όρους και τις διασαφηνίσεις που περιέχονται σ΄ αυτό (το Άρθρο).Στην Menelaou (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι θα ήταν αντίθετο προς την κοινή λογική και τους κανόνες της δικαιοσύνης να επιτραπεί η κατεδάφιση των θεμελίων μιας συμβατικής διευθέτησης και με αυτό τον τρόπο να προκληθεί αβεβαιότητα και έλλειψη εμπιστοσύνης ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών. Στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1997)3 ΑΑΔ 36 τονίστηκε και πάλι ότι, σύμφωνα με το συνταγματικό μας δίκαιο, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι» δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που τίθενται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν από τον νόμο που εξετάστηκε εκεί, δεν σχετίζονταν με οποιονδήποτε από τους περιορισμούς που επιτρέπονται από στο Άρθρο 26.1, καθότι με το νόμο εκείνο, αποστερείτο ο ένας συμβαλλόμενος της ελεύθερης επιλογής του ως προς τον προσδιορισμό του περιεχομένου της σύμβασης του και γενικότερα του καταρτισμού της σύμβασης, κατά τη βούλησή του. Ο νόμος, επομένως, σε εκείνη την περίπτωση ήταν αντισυνταγματικός. Στην πλέον πρόσφατη υπόθεση σε Αναφορά του Προέδρου της Δημοκρατίας, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(2011)3 ΑΑΔ 683 εξετάστηκε και πάλι το Άρθρο 26 του Συντάγματος και τονίστηκε ότι η έννοια του όρου «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» στις διατάξεις του Άρθρου 26.1 επιδέχεται περιορισμούς μόνο ως προς τους όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που προβλέπονται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Κρίθηκε ότι η ελευθερία του «συμβάλλεσθαι» περιλάμβανε και το δικαίωμα, των συμβαλλομένων, να καθορίσουν ακόμα και την ημερομηνία έναρξης της ισχύος της σύμβασης τους. Σε εκείνη την υπόθεση, πρόνοια νόμου που μετέθετε την ημερομηνία έναρξης της ισχύος σύμβασης, κρίθηκε ως αντισυνταγματική. Στην προκείμενη περίπτωση θεωρούμε ότι, γενικά, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης, κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων (Δέστε την Απόφαση του Ελληνικού ΣτΕ 2944/1980 (Τμήμα Δ) και Δαγτόγλου: Συνταγματικό Δίκαιο - Ατομικά Δικαιώματα, 4η Αναθεωρημένη Έκδοση, 2012, Οικονομική Ελευθερία, παράγραφοι 1302-1303). Η μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, δεν συμβιβάζεται, καταρχήν, με την ελευθερία των συμβάσεων. Εξαιρέσεις δυνατόν να είναι δικαιολογημένες, στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα. Όμως οι περιορισμοί του δικαιώματος, όπως προσδιορίζονται από τα όρια που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα, δεν πρέπει να θίγουν την ουσία ή τον πυρήνα του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση.» (Οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου) Τα πιο πάνω έχουν υιοθετηθεί και στην Αναφορά αρ. 9/16, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερ. 26/1/2017 από την Πλήρη Ολομέλεια, όπου αποφασίστηκε ότι η στρέβλωση της βούλησης των συμβαλλομένων ως προς τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας που επέρχεται με τη μεταγενέστερη της σύναψης της σύμβασης παρέμβαση της Βουλής δεν συνάδει με το Άρθρο 26 του Συντάγματος. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «Εξετάσαμε με προσοχή όλα τα ενώπιον μας στοιχεία. Θεωρούμε ότι με τον υπό Αναφορά Νόμο γίνεται καταστρατήγηση του Άρθρου 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως». Στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά 1/14 (ανωτέρω) και στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά 4/14 (ανωτέρω), τονίστηκε ότι το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της Σύμβασης, κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων. Η μεταγενέστερη επέμβαση του Νομοθέτη δεν συμβιβάζεται, καταρχήν, με την ελευθερία των Συμβάσεων. Εξαιρέσεις δυνατόν να είναι δικαιολογημένες στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα. Ο ισχυρισμός της Βουλής των Αντιπροσώπων ότι η επέμβασή της στο δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι επιτρέπεται ένεκα της εκμετάλλευσης της ιδιάζουσας οικονομικής ισχύος των Πιστωτικών Ιδρυμάτων δεν μπορεί να επιτύχει καθότι κάτι τέτοιο δεν αιτιολογείται από την αιτιολογική έκθεση ή τον υπό Αναφορά Νόμο αλλά ούτε και αποτελεί το αντικείμενο του υπό Αναφορά Νόμου. Τα όσα λέχθηκαν στις προαναφερόμενες Αναφορές 1/14 και 4/14 (ανωτέρω) ισχύουν και στην προκείμενη περίπτωση. Με τον υπό Αναφορά Νόμο υπάρχει παρέμβαση της Βουλής στο δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», κατά παράβαση του Άρθρου 26 του Συντάγματος, όσον αφορά τις υφιστάμενες συμβάσεις (κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του υπό Αναφορά Νόμου) μεταξύ Πιστωτικών Ιδρυμάτων και δανειοληπτών σε σχέση με στεγαστικά και φοιτητικά δάνεια του προαναφερόμενου ύψους. Αυτό διότι με την μεταγενέστερη (των συμβάσεων) παρέμβαση της Βουλής η βούληση των συμβαλλομένων ως προς τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας, στρεβλώνεται.» (Οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου) Κατά παρόμοιο τρόπο στην απόφαση στην Αναφορά αρ. 3/16, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερ. 16/3/17, η Πλήρης Ολομέλεια αποφάσισε ότι περιορισμός των συμβατικών δικαιωμάτων πιστωτικού ιδρύματος έναντι συγκεκριμένων δανειοληπτών δεν συνάδει με το Άρθρο 26 του Συντάγματος: «Εκτός από τον ανεπίτρεπτο περιορισμό στο δικαίωμα περιουσίας υπάρχει και ανεπίτρεπτος περιορισμός στο δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 26 του Συντάγματος, όπως επεξηγήθηκε από τη νομολογία μας, εφόσον με το άρθρο 3 περιορίζονται τα συμφωνηθέντα συμβατικά δικαιώματα του Πιστωτικού Ιδρύματος, έναντι συγκεκριμένων δανειοληπτών (Δέστε: Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά αρ. 2/96
(1997)3 ΑΑΔ, 36, In re Efthmiou
(1987)1 CLR, 329 και Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά αρ. 9/16, ημερ. 26.1.2017).» Στην υπό εξέταση περίπτωση είναι προφανές χωρίς, πιστεύω, την ανάγκη ιδιαίτερης ανάλυσης ότι ο τροποποιητικός Νόμος 139(Ι)/2015 έχει επιφέρει ουσιώδη αλλαγή στη βούληση και στο περιεχόμενο των όρων των Συμβάσεων Υποθήκης οι οποίες συνήφθησαν μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ' ης η Αίτηση
- Είναι δεδομένο ότι κατά τον χρόνο σύναψης των Συμβάσεων Υποθήκης αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη είχαν επιλέξει τους όρους της Συμφωνίας τους και γνώριζαν με ακρίβεια τη φύση και τους όρους αυτής συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους όπως πήγαζαν από αυτή. Η Αιτήτρια, έχοντας, προφανώς, υπόψη ότι θα υπήρχε εξασφάλιση μέσω των Υποθηκών προχώρησε στην παραχώρηση, προς την Καθ' ης η Αίτηση 2, σχετικών πιστωτικών διευκολύνσεων. Με τον τροποποιητικό Νόμο 139(Ι)/2015 ξεκάθαρα διαπιστώνεται παρέμβαση σε υφιστάμενη Σύμβαση κατά τρόπο αντίθετο με τη βούληση των συμβαλλομένων όπως αυτή εκφράστηκε κατά το στάδιο σύναψης των επίδικων Συμβάσεων. Κάποια παραδείγματα που ακολουθούν θεωρώ ότι είναι ενδεικτικά. Διαπιστώνεται, μεταξύ άλλων, παρέμβαση στον όρο 6 του Εγγράφου Υποθήκης που επισυνάπτεται σε έκαστη Σύμβαση Δήλωσης Υποθηκεύσεως Ακινήτου αναφορικά με την υποχρέωση της Καθ' ης η Αίτηση 2 να μην μεταβιβάσει το ακίνητο ή οποιοδήποτε μέρος αυτού χωρίς την γραπτή συγκατάθεση της Αιτήτριας ενόσω εκκρεμούν οποιεσδήποτε υποχρεώσεις της προς την Αιτήτρια. Επιπλέον, εξαλείφεται το δικαίωμα της Αιτήτριας, το οποίο απορρέει από τον όρο 9 της Υποθήκης, να πωλήσει ολόκληρο και αυτούσιο το ενυπόθηκο ακίνητο προς ικανοποίηση των οφειλών της Καθ' ης η Αίτηση
- Εν ολίγοις, καταργούνται τα δικαιώματα της Αιτήτριας που απορρέουν από τις εν λόγω Συμβάσεις να διατηρεί τις επίδικες Υποθήκες ως ασφάλεια και/ή εξασφάλιση για τα χρέη και/ή οφειλές της Καθ' ης η Αίτηση
- Ενώ η Καθ' ης η Αίτηση 2 απαλλάσσεται όρων των συμβάσεων που συνήψε με την Αιτήτρια χωρίς να έχει εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις προς αυτήν. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη προσπάθεια για να τεκμηριωθεί η ύπαρξη μίας εκ των υστέρων παρέμβασης αλλά και στρέβλωσης της βούλησης των συμβαλλομένων μέσω της εξάλειψης και/ή αφαίρεσης από την Αιτήτρια των δικαιωμάτων της όπως αυτά απορρέουν από τις επίδικες Συμβάσεις και, συνακόλουθα, διαφοροποίηση της πορείας της συμβατικής της σχέσης με τον αντισυμβαλλόμενο. Είναι απόλυτα ορθή η επισήμανση της ευπαιδεύτου συνηγόρου για την Αιτήτρια, με παραπομπή σε σχετική Νομολογία, ότι το δικαίωμα ενός ενυπόθηκου δανειστή να εμμένει στην εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους που του οφείλεται προτού αποδεσμεύσει το ενυπόθηκο κτήμα που του παραχωρήθηκε ως ασφάλεια έναντι του υφιστάμενου χρέους αποτελεί την ουσία σύναψης και ύπαρξης μιας Υποθήκης. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στις υποθέσεις Louis ville Joint StockLand Bank v Radford295 US 555
(1935)[16] και W.B.Worthernv Kanavaugh 295 US 56
(1935)οι οποίες αναφέρονται στο δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή και στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι όπου λέχθηκε ότι το δικαίωμα ενός ενυπόθηκου δανειστή να εμμένει στην εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους που του οφείλεται προτού αποδεσμεύσει το ενυπόθηκο ακίνητο το οποίο του παραχωρήθηκε ως εξασφάλιση έναντι ενυπόθηκου χρέους, συνιστούσε την ουσία σύναψης και ύπαρξης μιας Υποθήκης. Η θέση τόσο της ευπαιδεύτου συνηγόρου του Καθ' ου η Αίτηση 1 όσο και του ευπαίδευτου συνηγόρου για τους Καθ΄ων η Αίτηση 3 και 4 ότι η επίκληση του δικαιώματος μεγάλου αριθμού των πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας, ήτοι των καλόπιστων αγοραστών ακινήτων να εγγραφούν ως ιδιοκτήτες της ακίνητης περιουσίας την οποία πλήρωσαν και εξόφλησαν, μπορεί να αποτελέσει επαρκή λόγο δημοσίου συμφέροντος για περιορισμό του δικαιώματος του συμβάλλεσθαι, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Εν πρώτοις, στο Άρθρο 26 δεν προβλέπεται περιορισμός στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Κατά δεύτερο, η υπόθεση Harvest Capital Management Ltdv. Tamasiou
(2003)1 Α.Α.Δ. 1683 στην οποία έγινε αναφορά διαφοροποιείται εφόσον το Άρθρο 26 του Συντάγματος προβλέπει για την πρόληψη εκμετάλλευσης από πρόσωπα με ιδιάζουσα ισχύ. Εν πάση δε περιπτώσει, δεν πρέπει να λησμονείται ότι στην Αιτιολογική Έκθεση του Νόμου ουδεμία αναφορά γίνεται σε δημόσιο συμφέρον ή σε προστασία πολιτών από πρόσωπα τα οποία κατέχουν ιδιάζουσα οικονομική ισχύ παρά μόνο σε αριθμό εγκλωβισμένων αγοραστών. Ούτε, βεβαίως, μπορεί καθ΄οιονδήποτε τρόπο να θεωρηθεί δεδομένο ότι οι ενυπόθηκοι δανειστές είναι πρόσωπα με ιδιάζουσα οικονομική ισχύ. Κατ' ακολουθίαν όλων των πιο πάνω, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες νομοθετικές διατάξεις ουσιαστικά εκθεμελιώνουν τις Συμβάσεις Υποθήκης μεταξύ της Αιτήτριας και του Καθ' ου η Αίτηση αρ. 2 παραβιάζοντας τοιουτοτρόπως το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως όπως αυτό κατοχυρώνεται από το Άρθρο 26 του Συντάγματος. Κατάληξη Κατ΄ακολουθίαν όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι έχει καταδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι τα επίμαχα Άρθρα 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ, 44ΚΓ του Ν.139(Ι)/2015 επί των οποίων βασίζεται η Ειδοποίηση του Διευθυντή ημερ. 27/3/2019 και η οποία επιτρέπει τη διαγραφή και/ή εξάλειψη και/ή ακύρωση των Υποθηκών Υ.10146/02, και Υ.2430/04 επί του επίδικου ακίνητουμε αριθμό εγγραφής Ε1617, Φυλ./Σχ. ΧΧΙ/47W.Ι47.E.1, Τεμάχιο 1462, στη Παναγιά της Επαρχίας Λευκωσίαςπαραβιάζουν τα Άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος και, ως εκ τούτου, η σχετική Απόφαση του Καθ΄ου η Αίτηση 1 θα πρέπει να ακυρωθεί. Ως εκ τούτου εκδίδεται Διάταγμα με το οποίο η Ειδοποίηση και/ή Απόφαση του Καθ΄ου η Αίτηση 1 ημερ. 27/3/2019ακυρώνεται ως τα υπό στοιχεία (Α) και (Β) Διατάγματα καθώς και το υπό στοιχείο (Γ) Διάταγμα[17]. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, η Αιτήτρια/Εφεσείουσα δικαιούται στα έξοδα της. Οι Καθ΄ων η Αίτηση/Εφεσίβλητοι 1, 3 και 4 να καταβάλουν τα έξοδα της παρούσας Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αναφορικά με την Καθ΄ης η Αίτηση 2, η οποία δεν έλαβε μέρος στη διαδικασία, θεωρώ ορθό όπως μη εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ) ............... Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1]Δέστε Τεκμήριο 2 της Ε/Δ Λοιζίδου [2] Δέστε Τεκμήριο 3 της Ε/Δ Λοιζίδου [3] Δέστε Τεκμήριο 4 της Ε/Δ Λοιζίδου [4]Δέστε Τεκμήριο 5 της Ε/Δ Λοιζίδου [5] Δέστε Τεκμήρια 8 και 9 της Ε/Δ Λοιζίδου. [6]Δέστε Τεκμήριο Α της Ε/Δ Χρυσοστόμου και Τεκμήριο 1 της Ε/Δ Κιουρζίδη. [7]Δέστε Τεκμήριο Γ της Ε/Δ Χρυσοστόμου. [8]Δέστε Τεκμήριο 10 της Ε/Δ Λοιζίδου. [9]Δέστε Τεκμήριο 13 της Ε/Δ Λοιζίδου και Τεκμήριο Μ στην Ε/Δ Χρυσοστόμου. [10]Δέστε Τεκμήριο 14 της Ε/Δ Λοιζίδου. [11] Δέστε Τεκμήριο Ξ της Ε/Δ Χρυσοστόμου. [12]"(c) An applicant can allege a violation of Art.1 of Protocol No.1 only in so far as the impugned decisions related to his "possessions" within the meaning of this provision. "Possessions" can be either "existing possessions" or assets, including claims, in respect of which the applicant can argue that he or she has at least a "legitimate expectation" of obtaining effective enjoyment of a property right". [13]Δέστε Τεκμήριο Ο στην Ε/Δ Χρυσοστόμου. [14]Σχετική είναι η ακόλουθη περικοπή από την απόφαση στην υπόθεση Κουτσελίνη(ανωτέρω): « Η πρόνοια του Άρθρου 23.3 ότι περιουσιακό δικαίωμα μπορεί να περιοριστεί δια νόμου, για σκοπούς ανάπτυξης και χρησιμοποίησης ιδιοκτησίας προς προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας, δεν ταυτίζεται με τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Είναι ένα πράγμα να περιορίζεται το ιδιοκτησιακό δικαίωμα κάποιου, για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος (που δεν προνοείται στο Άρθρο 23) και άλλο πράγμα να περιορίζεται το δικαίωμα του, υπέρ της ανάπτυξης και χρησιμοποίησης της ιδιοκτησίας του, προς προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας (που προνοείται) (Δέστε: την απόφαση της πλειοψηφίας της Πλήρους Ολομέλειας Χαραλάμπους κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2014)3 Α.Α.Δ. 175)». [15]Στο Σύγγραμμα «Το Δίκαιο των Συμβάσεων», Τόμος Α του Πολυβίου Γ. Πολυβίου, στη σελίδα 34, αναφέρεται ότι η κλασσική ανάλυση με βάση κυρίως μελέτη πολλών συγχρόνων Συνταγμάτων και ακαδημαϊκών συγγραμμάτων όσον αφορά το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι θεωρεί ότι το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει: · επιλογή του αντισυμβαλλόμενου, · την απόφαση προσχώρησης ή μη σε σύμβαση, · διαμόρφωση του περιεχομένου της σύμβασης, · δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης. [16]"This right of the mortgagee to insist upon full payment before giving up his security has been deemed of the essence of a mortgage". [17] Είναι προφανές ότι στο Αιτητικό (Γ) της παρούσας Αίτησης/Έφεσης εκ παραδρομής γίνεται αναφορά σε Μέρος VIA αντί Μέρος VIB. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο