Ibrahim ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 120/2013, 16/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A610 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 120/2013 Μεταξύ: XXXXX Ibrahim από το Λονδίνο Ενάγοντα Και
- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
- Υπουργού Εσωτερικών ως κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών από τη Λευκωσία Εναγομένων __________________________________________________________________________ Αίτηση ημερομηνίας 4/3/2019 για Παραπομπή Προδικαστικών Ερωτημάτων στο ΔΕΕ Ημερομηνία: 16 Δεκεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για Αιτητή/Ενάγοντα: Μ. Βλαδιμήρου Για Εναγόμενους/Καθ' ων η αίτηση: κα Ε. Φλωρέντζου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αιτούμενη Θεραπεία Με την υπό κρίση αίτηση ο Αιτητής/Ενάγοντας εξαιτείται την έκδοση Διατάγματος του Δικαστηρίου για παραπομπή στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης των προδικαστικών ερωτημάτων που φαίνονται στα επισυνημμένα Παραρτήματα Α και Β και/ή οποιαδήποτε παραλλαγή αυτών τα οποία αφορούν στην ερμηνεία των προνοιών της Οδηγίας 2000/43/ΕΚ καθώς και στο διαδικαστικό ζήτημα σε σχέση με το δικαίωμα καταχώρησης ένστασης από μέρους των Εναγομένων. Νομική Βάση Αίτησης Η υπό κρίση Αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στο Άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο Άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, στον Περί της Συνθήκης Προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Κυρωτικό) Νόμο του 2003, Ν.35(ΙΙΙ)/2003, Άρθρα 2
(1)και 2
(2)(α), Άρθρο 3
(1)(η) και Άρθρο 14(α) της Οδηγίας 2000/43/ΕΚ, στο Άρθρο 1(α) της περί 5ης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμου, 127
(1)/2006, το Νόμο 14/60, στον περί Προδικαστικής Παραπομπής στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Διαδικαστικών Κανονισμών (αρ. 1) του 2008, στη Δ.29, θθ.2 και Δ.48, θθ.1-4, 6, 7 και 9 (ρ) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καθώς και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Γεγονότα Αίτησης Στην υπό κρίση αίτηση στο σώμα αυτής καταγράφοντα τα ακόλουθα γεγονότα επί των οποίων αυτή βασίζεται: α. Το ζήτημα άπτεται της Ευρωπαϊκής έννομης τάξης γενικά και χωρίς επηρεασμό του προαναφερθέντος της εφαρμογής του Άρθρου 267 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσον αφορά τη διαδικασία ενώπιον Εθνικού Δικαστηρίου Παραπομπής Προδικαστικού Ερωτήματος στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) από Εθνικό Δικαστήριο. β. Απόφαση επί του εν λόγω ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση απόφασης σχετικά με την παρούσα Αγωγή. Ένσταση - Λόγοι Ένστασης Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα η οποία βασίζεται στο Άρθρο 267 της ΣΛΕΕ, στο Άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, στο Άρθρο 9 της Συνθήκης του Άμστερνταμ, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στον περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και άλλα θέματα Νόμο) Ν.139/91, στον Περί Ίσης Μεταχείρισης Νόμο Ν.59(Ι)/04, στην Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2004/43/ΕΚ, στο ενημερωτικό σημείωμα για τις Αιτήσεις των Εθνικών Δικαστηρίων προς έκδοση προδικαστικής απόφασης, στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.49, θθ.1, 4, 7 και Δ.64 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Ως Λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: · Η Αίτηση δεν είναι απαραίτητη και/ή είναι αντικανονική και/ή νομικά αστήρικτη. · Η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως έχουσα το ίδιο αντικείμενο με το αντικείμενο της Αγωγής. · Το Πρωτόδικο Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια αναφορικά με Παραπομπή ή όχι ερωτήματος στο ΔΕΕ και δεν έχει υποχρέωση να παραπέμψει το θέμα στο ΔΕΕ καθώς προδικαστικό ερώτημα υποβάλλεται μόνον όταν αντιμετωπίζεται ζήτημα κοινοτικού δικαίου από το Εθνικό Δικαστήριο η επίλυση του οποίου αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την έκδοση της δικής του απόφασης. · Το ΔΕΕ δεν έχει εξουσία να ερμηνεύει εθνική νομοθεσία και ως εκ τούτου δεν έχει εξουσία να ερμηνεύσει τον Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα Νόμο) Ν.139/91. · Ο Νόμος 139/91 τις πρόνοιες του οποίου ο Αιτητής γενικά θεωρεί ότι αντίκεινται στη ΣΛΕΕ δεν θέτει οποιαδήποτε διάκριση, όπως ισχυρίζεται ο Αιτητής ότι γίνεται λόγω εθνικής καταγωγής, αφού ο εν λόγω Νόμος έχει προσωρινή εφαρμογή για συγκεκριμένες περιπτώσεις και όχι γενικά λόγω καταγωγής. · Η Αίτηση είναι καταχρηστική και στοχεύει στην καθυστέρηση της εκδίκασης της υπόθεσης αφού αφορά το εγειρόμενο στην Αγωγή ζήτημα, δηλαδή την ερμηνεία της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε σχέση και συνάρτηση με την ημεδαπή νομοθεσία του Κηδεμόνα. Η ερμηνεία του δικαίου της ΕΕ δεν είναι απαραίτητη για την έκβαση της παρούσας αγωγής. · Η Αίτηση είναι αβάσιμη καθότι το ΔΕΕ δεν είναι αρμόδιο να εφαρμόζει το κοινοτικό δίκαιο σε συγκεκριμένα περιστατικά της εσωτερικής τάξης των Κρατών-Μελών, αλλά έχει εξουσία να ερμηνεύει τις συνθήκες και να αποφασίζει επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των οργάνων της Ένωσης περιλαμβανομένων και των Οδηγιών. · Η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει καθότι η ακολουθητέα πρακτική σε διαδικασία παραπομπής ερωτημάτων στο ΔΕΕ είναι τέτοια που επιτρέπει στο άλλο μέρος να ενστεί και αν το Δικαστήριο κρίνει ότι θα πρέπει να παραπεμφθεί ερώτημα τότε ακολουθείται η διαδικασία ως ορίζει η ΣΛΕΕ. · Στο Άρθρο 267 ΣΛΕΕ δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά για το αν επιτρέπεται ή όχι η υποβολή ένστασης από έναν από τους δύο διαδίκους σε αίτημα ενώπιον Εθνικού Δικαστηρίου για προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ. Ένορκη Δήλωση Ε. Φλωρέντζου Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση της Έλλης Φλωρέντζου, Δικηγόρου της Δημοκρατίας η οποία χειρίζεται, μεταξύ άλλων υποθέσεις αστικού δικαίου που αφορούν Τουρκοκυπριακές περιουσίες όπως η παρούσα υπόθεση. Στην Ένορκή της Δήλωση η ομνύουσα κατ' ουσίαν υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους πιο πάνω αναφερόμενους λόγους Ένστασης. Νομική Πτυχή Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης να εκδίδει προδικαστικές αποφάσεις σε θέματα που αφορούν την ερμηνεία των Συνθηκών και το κύρος και την ερμηνεία των πράξεων των θεσμικών ή λοιπόν οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ρυθμίζεται από το Άρθρο 267 (πρώην 234) της Συνθήκης για την Ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας οι πρόνοιες του οποίου ενσωματώθηκαν στην Κυπριακή Νομοθεσία με το Άρθρο 34(Α)
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 το οποίο διαλαμβάνει τα εξής: «34Α.-
(1)Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου
(2), δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει ζήτηµα, το οποίο αφορά στο κύρος και την ερµηνεία των αποφάσεων-πλαίσιο και των αποφάσεων που εκδίδονται βάσει του Τίτλου VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στην ερµηνεία των συµβάσεων που καταρτίζονται µε βάση τον Τίτλο VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στο κύρος και την ερµηνεία των µέτρων εφαρµογής τους, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήµατος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέµψει το ζήτηµα στο ∆ικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για να αποφανθεί επ' αυτού». Το Άρθρο 267 της ΣΛΕΕ (πρώην Άρθρο 234 της ΣΕΚ) διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις: α) επί της ερμηνείας των Συνθηκών, β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί έπ' αυτού. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο. Όταν ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους, η οποία αφορά πρόσωπο υπό κράτηση, το Δικαστήριο αποφαίνεται το συντομότερο δυνατόν». Απόλυτα κατατοπιστική αναφορικά με τις προϋποθέσεις οι οποίες θα πρέπει να πληρούνται για παραπομπή ενός ερωτήματος στο ΔΕΕ είναι η απόφαση στην υπόθεση Καπακιώτης και Παπαέλληνας Λτδ v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργείου Υγείας
(2009)1 Α.Α.Δ. 1108[1] όπου στις σελίδες 1113-1114 αναφέρθηκαν τα εξής: «Το άρθρο 234 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας παρέχει στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Δ.Ε.Κ.) την εξουσία να ερμηνεύει τη Συνθήκη, δεν του παρέχει όμως ειδικά την εξουσία να εφαρμόζει τη Συνθήκη στα γεγονότα μιας συγκεκριμένης υπόθεσης. Το εν λόγω άρθρο δεν παραθέτει το πλαίσιο διαδικασίας έφεσης, ούτε και το Δ.Ε.Κ. ενεργεί σαν Εφετείο από αποφάσεις εθνικών δικαστηρίων. Η λειτουργία του άρθρου 234 είναι "essential for the preservation of the Community character of law established by the Treaty and has the object of ensuring that in all circumstances this law is the same in all States of the Community" (είναι αναγκαία για τη διατήρηση του Κοινοτικού χαρακτήρα του νόμου που καθιδρύεται από τη Συνθήκη και έχει στόχο να διασφαλίσει ότι σε όλες τις περιστάσεις ο νόμος αυτός είναι ο ίδιος σε όλα τα Κράτη Μέλη της Κοινότητας) (Υπόθεση 166/73, Rheinműhlen-Dusseldorf v. EVGF, [1974] ECR 33). Το Δ.Ε.Κ. αποφαίνεται επί θεμάτων ερμηνείας και εγκυρότητας του Κοινοτικού Δικαίου και όχι εθνικού δικαίου ή της συμβατότητας του τελευταίου με το πρώτο. Τα θέματα αυτά αποφασίζονται από τα εθνικά δικαστήρια και τα ερωτηματικά που πηγάζουν από τα εν λόγω θέματα απαντώνται από τα εθνικά δικαστήρια. Με άλλα λόγια, το Δ.Ε.Κ. αποφαίνεται επί νομικών θεμάτων/ζητημάτων και δεν εφαρμόζει το νόμο επί των γεγονότων της υπόθεσης που είναι ενώπιόν του (Duringello v. INPS, Case C-186/90). Θα πρέπει βέβαια να λεχθεί ότι ο διαχωρισμός μεταξύ νομικών θεμάτων και γεγονότων δεν είναι πάντα εύκολος. Γι' αυτό δεν είναι άγνωστες οι περιπτώσεις όπου η διατύπωση μιας απόφασης του Δ.Ε.Κ. ελάχιστη ή καμιά διακριτική ευχέρεια αφήνει στα εθνικά δικαστήρια ως προς το πώς θα εφαρμόσουν την απόφαση στα γεγονότα της υπόθεσης που είναι ενώπιόν τους. (Υπόθεση 235/87, Annunziatta Matteucci v. Communauté Française de Belgique, [1988] CMLR 357). Χρήσιμη περίληψη των λόγων που δικαιολογούν παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος στο Δ.Ε.Κ. περιέχεται στο πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστή MacPherson στην υπόθεση R. v. H. M. Treasury ex parte Daily Mail and General Trust plc.
(1987)C.M.L.R.
(2), p. 1, 4: "I do not refer the case simply because a serious point of Community law arises, but I do so for the following reasons:
- The relevant facts are not in dispute. The case before me in its written form and the documents before me set out the facts which are substantially, if not wholly, agreed.
- The point raised will in my judgment be substantially determinative of the case.
- There is no Community authority precisely or indeed in my judgment closely in point.
- The point raised and indeed the case itself are both put forward in good faith and without any adverse motive ...
- I am convinced that at some stage in its life the case will be or will have to be referred to Europe.
- I do not find the point free from doubt." Σε μετάφραση, "Δεν παραπέμπω την υπόθεση απλά γιατί σοβαρό σημείο του Κοινοτικού Δικαίου εγείρεται, αλλά την παραπέμπω για τους πιο κάτω λόγους:
- Τα σχετικά γεγονότα δεν τελούν υπό αμφισβήτηση. Η υπόθεση ενώπιον μου στην έγγραφη μορφή της και τα ενώπιον μου έγγραφα παραθέτουν τα γεγονότα τα οποία, αν όχι στην ολότητά τους, στην ουσία είναι συμφωνημένα.
- Το νομικό σημείο που ηγέρθη, κατά την κρίση μου, θα είναι καθοριστικό για την επίλυση τελεσίδικα της επίδικης διαφοράς.
- Δεν υπάρχει Κοινοτική αυθεντία ακριβώς στο σημείο ή πραγματικά κατά την κρίση μου, παραπλήσια του.
- Το εγερθέν σημείο και πραγματικά αυτή η ίδια η υπόθεση προβάλλονται και τα δύο καλόπιστα και χωρίς υστερόβουλο κίνητρο.
- Είμαι πεπεισμένος ότι σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας η υπόθεση θα παραπεμφθεί ή θα πρέπει να παραπεμφθεί στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.
- Δεν βρίσκω ότι το σημείο είναι απαλλαγμένο αμφιβολίας."» Στην υπόθεση Bulmer v. Bollinger
(1974)2 All E.R. 1226, ο Λόρδος Denning ανάφερε ότι "necessary" meant that the outcome of the case must be dependent on the decision." Το αποτέλεσμα δηλαδή της υπόθεσης να εξαρτάται από την απόφαση του ΔΕΚ. Επαναλαμβάνω ότι η αίτηση προδικαστικής απόφασης πρέπει να αφορά την ερμηνεία ή το κύρος του δικαίου της Ένωσης και όχι ερμηνεία κανόνων του Εθνικού δικαίου ή ζητήματα σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης. Εξέταση Αίτησης Με την παρούσα Αγωγή αξιώνονται Διατάγματα του Δικαστηρίου με τα οποία: Α. Να δηλώνεται ότι οι Εναγόμενοι έχουν παραβιάσει την αρχή της ίσης μεταχείρισης ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής της Οδηγίας 2000/43/ ΕΚ, Άρθρο 2(i) και Άρθρο 3(i)(h). Β. Να αναγνωρίζεται ότι οι Εναγόμενοι προκάλεσαν δυσμενή διάκριση σε βάρος του Ενάγοντα παραβιάζοντας τις πρόνοιες της Οδηγίας 2000/43/ΕΚ, Άρθρο 2(i)(α) και Άρθρο 3(i)(h). Επιπλέον αξιώνονται εύλογες αποζημιώσεις για την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης και της δυσμενούς διάκρισης που οι Εναγόμενοι άσκησαν σε βάρος του Ενάγοντα. Όπως προβάλλεται στο Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο της παρούσας Αγωγής με παραπομπή στην περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών Νομοθεσία, ο Ενάγοντας Βρεττανός υπήκοος Τουρκοκυπριακής καταγωγής, ο οποίος έχει αποκτήσει μερίδιο από τον αποβιώσαντα πατέρα του, εμποδίζεται από τον Εναγόμενο 2, Υπουργό Εσωτερικών και Κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, να απολαύσει την περιουσία του λόγω της εθνοτικής του καταγωγής. Στην Υπεράσπιση που καταχωρήθηκε από μέρους των Εναγομένων απορρίπτονται οι ισχυρισμοί περί άνισης μεταχείρισης λόγω εθνικής καταγωγής και προβάλλεται ότι ο διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα και/ή οι κληρονόμοι του δεν έχουν δικαίωμα χρήσης της κληρονομούμενης περιουσίας και ότι, ενόσω διαρκεί η έκρυθμη κατάσταση που επικρατεί στην Κύπρο λόγω της Τουρκικής εισβολής και της συνεχιζόμενης παράνομης κατοχής, αποκλείονται της άσκησης οποιωνδήποτε δικαιωμάτων χωρίς την άδεια του Κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Κατά την εκδίκαση της υπό κρίση Αίτησης αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Όπως ορθά έχει επισημανθεί από την κα Φλωρέντζου, βασικό κριτήριο για σκοπούς παραπομπής ενός αιτήματος στο ΔΕΕ είναι το κατά πόσο η παραπομπή είναι αναγκαία για την έκδοση απόφασης στην υπό εκδίκαση υπόθεση. Το αποτέλεσμα, δηλαδή, της υπόθεσης θα πρέπει να εξαρτάται από την απόφαση του ΔΕΕ. Μόνο όταν αντιμετωπίζεται ζήτημα Κοινοτικού Δικαίου, η επίλυση του οποίου αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την έκδοση της δικής του απόφασης, τίθεται θέμα παραπομπής ερωτήματος στο ΔΕΕ. Όσον αφορά τα ερωτήματα που εκτίθενται στο Παράρτημα Α λέγω εξ' αρχής ότι το ζήτημα που εν προκειμένω αφορούν είναι καθαρά δικονομικό. Καλύπτεται τόσο από το Eθνικό Δίκαιο, όσο και από τις ίδιες τις Συστάσεις του ΔΕΕ προς τα Εθνικά Δικαστήρια σχετικές με την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων οι οποίες συστάσεις ομιλούν περί κατ' αντιμωλία συζήτηση όπου κρίνεται ότι αυτό εξυπηρετεί τα συμφέροντα της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Δεν υπάρχει καμία αρχή δικαίου, ούτε και προκύπτει από τα όσα διαλαμβάνονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αλλά και στο Άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που να απαγορεύει σε διάδικο να ακουστεί ή να εκφράσει άποψη επί οποιουδήποτε ζητήματος που αφορά είτε στα δικονομικά, είτε στα ουσιαστικά του δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων, βεβαίως, και αυτών που αφορούν στην υπό εξέταση περίπτωση, ήτοι, παραπομπή προδικαστικών ζητημάτων στο ΔΕΕ. Mε βάση τα πιο πάνω, τα πιο πάνω ερωτήματα δεν χρήζουν παραπομπής στο ΔΕΕ. Όσον αφορά τα ερωτήματα τα οποία περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Β διαπιστώνεται ότι αφορούν ουσιαστικά τη συμβατότητα των προνοιών της νομοθεσίας του Κηδεμόνα, ήτοι του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και άλλα Θέματα) Νόμου 139/1991, με τις πρόνοιες της Οδηγίας 2000/43/ΕΚ. Ως τέτοια δεν αφορούν στην πραγματικότητα σε θέματα ερμηνείας Κοινοτικού Δικαίου, έτσι ώστε να προκύπτει ζήτημα κατά πόσο επιβάλλεται ή όχι η παραπομπή τους στο ΔΕΕ. Το ΔΕΕ αποφαίνεται επί θεμάτων ερμηνείας και εγκυρότητας του Ευρωπαϊκού Δικαίου και όχι Εθνικού Δικαίου ή της συμβατότητας του τελευταίου με το πρώτο. Τα θέματα αυτά αποφασίζονται από τα Εθνικά Δικαστήρια και τα ερωτηματικά που πηγάζουν από τα εν λόγω θέματα απαντώνται από τα Εθνικά δικαστήρια. Με άλλα λόγια, το ΔΕΕ αποφαίνεται επί νομικών θεμάτων και ζητημάτων και δεν εφαρμόζει το Νόμο επί των γεγονότων της υπόθεσης που είναι ενώπιον του. Στην υπό κρίση περίπτωση τα ερωτήματα επί των οποίων επιδιώκεται παραπομπή στο ΔΕΕ, όπως είναι διατυπωμένα είναι ωσάν να ζητούν από το ΔΕΕ να εφαρμόσει το Κοινοτικό Δίκαιο σε συγκεκριμένα περιστατικά, ήτοι, τα περιστατικά της υπόθεσης που αφορά η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή, πράγμα μη επιτρεπτό και εκτός του πλαισίου μιας προδικαστικής παραπομπής στο ΔΕΕ. Επίσης, εκείνο το οποίο στην ουσία επιδιώκεται με την παραπομπή των συγκεκριμένων ερωτημάτων στο ΔΕΕ είναι η διάγνωση ότι ο περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και άλλα Θέματα) Νόμος, Ν. 139/1991, αντίκειται στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο και ειδικότερα την Οδηγία 2000/43/ΕΚ, λόγω δυσμενούς διακρίσεως με βάση την εθνοτική καταγωγή, θέση η οποία, όμως, αμφισβητείται από την άλλη πλευρά, όπως διαπιστώνεται από την Υπεράσπιση που καταχώρισε όπου απορρίπτονται οι ισχυρισμοί περί άνισης μεταχείρισης λόγω εθνικής καταγωγής. Κατάληξη Ως αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω η Αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, οι Καθ΄ων η Αίτηση/Εναγόμενοι δικαιούνται στα έξοδα τους. Ο Αιτητής/Ενάγων να καταβάλει τα έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Δέστε, επίσης, Αναφορά αρ. 5/2016, Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων, ημερ. 5/4/2017. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο