Hakki, υπό την ιδιότητα διαχειριστή της βακούφικης περιουσίας του Ahmet Vasif Efendi ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 9120/12, 24/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A603 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9120/12 ΜΕΤΑΞΥ: XXXXX Hakki, υπό την ιδιότητα διαχειριστή της βακούφικης περιουσίας του XXXXX Ahmet Vasif Efendi, από τη Λευκωσία Ενάγουσας -και-
- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, από τη Λευκωσία
- Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνας των Τουρκοκυπριακών Υπηρεσιών, από τη Λευκωσία Εναγομένων --------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 24 Φεβρουαρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: Ο κ. M. Hakki. Για τους Εναγομένους: Η κ. Ε. Φλωρέντζου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας. ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα αξιώνει: «Α. Απόφαση εναντίον του εναγομένου 1 και/η 2 και/η 3 αλληλέγγυα και/η κεχωρισμένα για €176.503,12 το οποίο ποσό αντιπροσωπεύει απλήρωτο ενοίκιο ή αποζημίωση πλέον τόκο από 17.07.2007 μέχρι 17.11.
- Β. Διάταγμα εναντίον των Εναγομένων 1 και/η 2 και/η 3 αλληλέγγυα και/η κεχωρισμένα να εκκενώσουν το ακίνητο που περιγράφεται στις παραγράφους 2 και 8 και να παραδώσουν ελεύθερη κατοχή αυτού στην Ενάγουσα. Γ. Διάταγμα απαγορεύοντας τους Εναγομένους 1, 2 και 3 και/η τους αντιπροσώπους και υπαλλήλους αυτών από το να επέμβουν παράνομα στο ακίνητο στη Λευκωσία μετά από απόφαση στην παρούσα αγωγή. Δ. Διάταγμα εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 να καταβάλουν mesne profits από 17.11.2012 μέχρι την ημερομηνία εκκένωσης του ακινήτου και παράδοσης ελεύθερης κατοχής αυτού στην Ενάγουσα. Ε. Τόκο επί οποιουδήποτε ποσοστού και από οποιαδήποτε ημερομηνία το Δικαστήριο θεωρεί κατάλληλο. ΣΤ. Παραδειγματικές και/η ηθικές αποζημιώσεις. ....................................................». Η αγωγή στρεφόταν αρχικώς και κατά του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων, αποσύρθηκε όμως εναντίον του (και άνευ βλάβης) την 5.2.
- Είναι, αδρομερώς, η δικογραφημένη εκδοχή της ενάγουσας, πως είναι η «. υφιστάμενη καταπιστευματοδόχος (mutevelli) βακουφικής περιουσίας (Mulhaka) που ιδρύθηκε στις 18.06.1918 με βάση των νόμων της Κύπρου». Αντικείμενο της αγωγής είναι το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 26/XXXXX, Φ/Σχ. XXI/46.5.1, Block 26, Τεμάχιο XXXXX, το οποίο είναι ένα από δύο γειτονικά τεμάχια στην ενορία Αγίου Ανδρέα στην Λευκωσία που απαρτίζουν μέρος Βακουφικής περιουσίας («το ακίνητο»). Το ακίνητο κατεχόταν από την Αραβική Δημοκρατία της Αιγύπτου και χρησιμοποιούνταν δυνάμει σύμβασης ενοικίασης, ως Πρεσβεία από την 1.7.63 μέχρι την 31.7.04, οπόταν και η Πρεσβεία της Αιγύπτου παρέδωσε ελεύθερη κατοχή. Την 1.8.04, ο τότε καταπιστευματοδόχος (mutevelli) της Βακουφικής περιουσίας παραχώρησε άδεια κατοχής του ακινήτου σε τρίτο πρόσωπο. Τρία περίπου έτη αργότερα, την 17.7.07, οι εναγόμενοι εισήλθαν παρανόμως στο ακίνητο και έλαβαν την κατοχή αυτού. Εξού και η αξίωση. Οι εναγόμενοι, διά της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης (στις 28.11.16) - στο περιεχόμενο της οποίας απαντά η ενάγουσα απορρίπτοντας τις θέσεις τους - δεν δέχονται την αξίωση της τελευταίας και προτάσσουν πως τα δικαιώματα της ενάγουσας διασφαλίζονται από τον Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο 139/91 και ότι καμιά παράνομη επέμβαση έγινε στο ακίνητο που να δικαιολογεί αποζημίωση ή απόδοση του ακινήτου ενόσω διαρκεί η έκρυθμη κατάσταση στην Κύπρο λόγω της παράνομης τουρκικής εισβολής (και κατοχής) του 1974 («η τουρκική εισβολή»). Υποστηρίζουν προσέτι οι εναγόμενοι πως νομίμως «. κατέχεται το εν λόγω υποστατικό από την Κυπριακή Δημοκρατία ώστε να στεγάζεται κτίριο το οποίο χρησιμοποιείται προς δημόσιο όφελος. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν δεν χρησιμοποιείται, ο Κηδεμόνας έχει τις εν του νόμου εξουσίες να εξετάσει κάθε αίτημα χωριστά, και στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει τύχει εξέτασης ή και απόρριψης οποιουδήποτε αιτήματος της ενάγουσας σε σχέση με την εν λόγω περιουσία». Οι ακριβείς θέσεις των διαδίκων (στη λεπτομέρεια τους), αποτυπώνονται στη δικογραφία, ως τούτη είναι καταχωρισμένη στον δικαστηριακό φάκελο. Για στοιχειοθέτηση της αξίωσης, η ενάγουσα παρουσίασε τη δική της ένορκη μαρτυρία (ως ΜΕ1) και εκείνη των XXXXX Erhun Isik (ME2), XXXXX Φλουρέντζου (ΜΕ3), XXXXX Δημητριάδη (ΜΕ4) και XXXXX Λοΐζου (ΜΕ5), ενώ οι εναγόμενοι, για επίρρωση της υπεράσπισης, τη μαρτυρία των XXXXX Χαραλάμπους (ΜΥ1) και XXXXX Σοφοκλέους (ΜΥ2). Στην υπόθεση, εκτός των δικογραφημένων παραδοχών, δηλώθηκαν και εγκρίθηκαν ως παραδεκτά, σειρά γεγονότων για συνιστώσες των επίδικων θεμάτων. Ενέταξα και ανέλυσα όλα ανεξαιρέτως τα παραδεκτά γεγονότα στο μαρτυρικό υλικό θεωρώντας τα ως δεδομένα και ως περιέχοντα παραδεκτή κατά το δίκαιο μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν Δημοκρατίας (Αρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 640, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, 501). Οι αναφορές των μαρτύρων και τα κατατεθέντα τεκμήρια, αξιολογήθηκαν ολοκληρωτικώς έστω και αν δεν εκτίθενται ρητώς ως περιεχόμενο στο ανά χείρας κείμενο (βλ. κατ' αναλογίαν, Al Watani και Άλλων v Παπαδόπουλου
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1924, 1936-1937), μη χρειαζούμενης της επανάληψης τους, εκτός μιας περίληψης σκοπούς πρακτικότητας πρωτίστως (βλ. κατ' αναλογίαν, G&K Exclusive Fashions Ltd v Παπαδόπουλου και Άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Paphos Stone C Estates v Ζαβρού και Άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Ό,τι καθηκόντως επράχθη είναι ο προσδιορισμός των επιδίκων υπό το φως της δικογραφίας, η συνάρθρωση τους με τη μαρτυρία και η κατάληξη σε ευρήματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Λεοντίου ν Καραγιώργη, ΠΕ 189/12, ημ. 12.7.18, Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd v Παύλου και Άλλου, ΠΕ 240/10, ημ. 20.12.17, Βασιλείου και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 12/15, ημ. 4.7.17, Λάρκου ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1399, 1406). Οι περικοπές που παρατίθενται μεταφέρθηκαν αυτούσιες από τα πρακτικά, τις γραπτές αγορεύσεις και τη δικογραφία. Συνοψίζω τη μαρτυρία των μαρτύρων. Η XXXXX Hakki (ME1), με αναφορά και στο περιεχόμενο της γραπτής της δήλωσης (βλ. Έγγραφο Α), είπε για τα περί νομιμοποίησης της ως νυν mutevelli (ως λέγει ότι είναι) του ακινήτου, καθώς και για γεγονότα και περιστάσεις που δικαιολογούν επιτυχία της αγωγής. O XXXXX Erhun Isik (ΜΕ2), καταθέτοντας, όπως δήλωσε, ως υπάλληλος στο γραφείο του Εβκάφ στην Λευκωσία, επεξηγώντας τη γραπτή του δήλωση (βλ. Έγγραφο Β) αναφέρθηκε στη διαχείριση βακουφικής περιουσίας από mutevelli, τοποθετούμενος συν τω χρόνω και για πτυχές του Περί Εβκάφ και Βακουφίων Νόμου, Κεφ.337. Ο XXXXX Φλουρέντζος (ΜE3), για δεκαετίες Λειτουργός στο Τμήμα Αρχαιοτήτων (και επί πενταετία Διευθυντής αυτού), έδωσε μαρτυρία για το ακίνητο και τις συνθήκες χρήσης του από το Τμήμα Αρχαιοτήτων. Ο δικηγόρος XXXXX Δημητριάδης (ΜΕ4), παραπέμποντας στη γραπτή του δήλωση (βλ. Έγγραφο Δ), προέβη σε παρουσίαση εγγράφων και επιστολών για συναφή με την υπόθεση αιτήματα της ενάγουσας. Ο XXXXX Λοΐζου (ΜΕ5), με μνεία και στη γραπτή του δήλωση (βλ. Έγγραφο Ε), κατέθεσε και εξήγησε Έκθεση Εκτίμησης που ετοίμασε για την αγοραία και ενοικιαστική αξία του ακινήτου (βλ. Τεκμήριο 18). Ο XXXXX Χαραλάμπους (ΜΥ1), υπάλληλος στον Κλάδο Εκτιμήσεων του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, στη γραπτή του δήλωση (βλ. Έγγραφο ΣΤ) και προφορικώς ανέπτυξε Έκθεση Εκτίμησης που ετοίμασε για τον υπολογισμό της αγοραίας και ενοικιαστικής αξίας του ακινήτου (βλ. Τεκμήριο 21). Ο XXXXX Σοφοκλέους (ΜΥ2), Διοικητικός Λειτουργός, χειριζόμενος ανάλογα ζητήματα στην Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, με αναφορά και στη γραπτή του δήλωση (βλ. Έγγραφο Ζ) ασχολήθηκε με την κατάθεση και εξήγηση εγγράφων αφορώντων σε δικαστικές διαδικασίες για το ακίνητο αλλά και στη διαχείριση αυτού από τον Υπουργό Εσωτερικών ως Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών συμφώνως της κείμενης νομοθεσίας («ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών»). Στις αγορεύσεις, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν επιμελώς πως η μαρτυρία και οι εφαρμοζόμενες νομικές αρχές δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν σε αποδοχή των αντίστοιχων θέσεων τους. Διεξήλθα τη γραπτή και προφορική μαρτυρία στην πλήρη της μορφή. Το ίδιο και τις αγορεύσεις και τη δικογραφία. Μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης - θέτουσα εκ των πραγμάτων το Δικαστήριο σε πλεονεκτική θέση να βλέπει και να αξιολογεί τους μάρτυρες, με όλα τα ευεργετήματα που αυτό ενέχει (βλ. κατ' αναλογίαν, Μελή ν Κωνσταντίνου και Άλλων, ΠΕ 2/13, ημ. 13.3.19) - παρακολούθησα και άκουσα με την ίδια προσοχή και υπομονή τους μάρτυρες που κατέθεσαν. Έθεσα ως δείκτη, μεταξύ άλλων, το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και κύρος της γνώσης των μαρτύρων, το όποιο προσωπικό τους συμφέρον ή προκατάληψη στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να δουν ή να καταλάβουν τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή για να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους (λαμβανομένης υπόψιν και της μεσολαβούσας διερμηνείας), τις όποιες υπερβολές, ανακολουθίες ή αντιφάσεις σε αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις, τις τυχόν προηγούμενες γραπτές ή προφορικές ασυνεπείς ή αντιφατικές τους δηλώσεις, τη φιλαλήθεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμουν προσεκτικός στο να μην αποδώσω υπέρμετρο βάρος στα εξωτερικά γνωρίσματα της μαρτυριακής τους διαγωγής μια και τούτο εμπεριέχει επικινδυνότητα (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806), μιας και δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαζόντως ικανοί στο να φανερώνουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικώς τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και γιατί μερικές συμπεριφορές στο εδώλιο μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών και όχι πάντοτε από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Σταθμίζοντας τη μαρτυρία τελούσα σε διαρκή εγρήγορση μήπως και συμπλέξω απαραδέκτως την αξιοπιστία με το εφαρμοζόμενο βάρος και επίπεδο απόδειξης (βλ. κατ' αναλογίαν, Λεριός ν Αλεξίου και Άλλου
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1195, 1205, Αθανασίου και Άλλου ν Κουνούνη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 614, 636-642). Για τους πραγματογνώμονες μάρτυρες, δεν θεώρησα τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο τόσον σημαντική όσον των άλλων μαρτύρων και τούτο από υποδείξεις της νομολογίας επί του θέματος (βλ. κατ' αναλογίαν, Genzyme Corporation v Kayat Trading Limited, ΠΕ 199/14, ημ. 25.5.18, Αθηνής ν Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41, 62-65). Αυτό δεν σημαίνει πως αξιολόγησα τη μαρτυρία των ειδικών αυτών, εκτός των καθιερωμένων αρχών ή ότι τους αντιμετώπισα διαφορετικώς από τους υπόλοιπους μάρτυρες μια και τούτο θα ήταν κατ' αρχήν κατακριτέο (βλ. κατ' αναλογίαν, ΠΕ ν KRU, Έφεση 23/18, ημ. 3.12.19, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν Κονναρή
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2298, 2309-2310, Ψάλτης ν Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 113, 119). Αναμφιβόλως, η σοβαρότητα και υπευθυνότητα με την οποία οι μάρτυρες που κατέθεσαν ως πραγματογνώμονες αισθάνθηκαν το έργο τους, συνέθεσε στοιχείο αξιολόγησης τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Μιτσιγιώργη και Άλλος ν Αδελφών Γαλάζη (Ομόρρυθμης Εταιρείας)
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1811, 1814). Αποτιμώντας τη μαρτυρία δεν περιορίστηκα στην ατομική εκτίμηση τής αξιοπιστίας των μαρτύρων αλλά συσχέτισα και αντιπαρέβαλα τη μαρτυρία αυτή και με το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιωαννίδη και Άλλων ν Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, ΠΕ 80/13, ημ. 13.1.20, Γερολέμου ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και Άλλου, Ποιν. Έφ. 486/12, ημ. 10.9.19, Ιορδάνους ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 152/14, ημ. 19.4.18, Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Εφόδιο αξιολόγησης αποτέλεσε και η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση για την ανθρώπινη προσωπικότητα, γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη πάντοτε), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ' αναλογίαν, Καραολή ν Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου και Άλλων, ΠΕ 418/11, ημ. 15.2.18, C&A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Κατά το σκεπτικό αποφάσεων όπως η ΛΚ ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 547, 554, Pal και Άλλων v Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551, 590-591 και Τάκη ν Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 599, 609, πραγματεύθηκα την κάθε παράλειψη αντεξέτασης (που δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς), πέραν από δυνητικώς δεικτική αποδοχής της μαρτυρίας τού αφορώντος μάρτυρα επί της όποιας κρίσιμης πτυχής - με εξαίρεση (στην κανονική πορεία των πραγμάτων) τους πραγματογνώμονες μάρτυρες (βλ. κατ' αναλογίαν, Μιχαηλίδου και Άλλου ν Societe Generale Bank - Cyprus Limited, Ποιν. Έφ. 233/16, ημ. 10.9.18) - και ως δηλωτική αναίρεσης θέσεων τού αντεξετάζοντος, ή και ως αποδυναμωτική τούτων ζυγιάζοντας τις παραβλέψεις κατά συμμετρίαν της σοβαρότητας τους, με το απόσταγμα της ζύμωσης αυτής να αντανακλάται στα δικαστικά ευρήματα και συμπεράσματα (βλ. κατ' αναλογίαν, ΑΜ ν ΓΑΜ και Άλλων, ΠΕ 249/13,ημ. 18.2.20, Περσιάνη ν Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 194/12, ημ. 20.3.18, Στέλιος Σάββα και Υιοί Λτδ ν Medcon Constructions Limited, ΠΕ 53/13, ημ. 20.3.18, Σκάρος ν Χριστοδούλου και Άλλου
(1998)1(Α) ΑΑΔ 291, 296-298). Οι XXXXX Λοΐζου (ΜΕ5) και XXXXX Χαραλάμπους (ΜΥ1), έδωσαν τη μαρτυρία τους ως πραγματογνώμονες - που είναι - για πλείστα όσα θέματα ενέπιπταν εντός της ειδικότητας τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Σάββα ν Α/φοί Κουρίδη Λτδ, ΠΕ 74/12, ημ. 26.2.18, Νικολάου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 162/14, ημ. 2.5.17, Αντωνίου ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 766, 785-787). Ως θα αναλύσω, οι XXXXX Hakki (ΜΕ1) και XXXXX Erhum Isik (ΜΕ2), δεν μου προξένησαν καλή εντύπωση (ως μάρτυρες). Με κάθε σεβασμό, αναφέρω ότι οι μάρτυρες αυτοί ήσαν (μεταξύ άλλων), αντιφατικοί, ασυνεχείς και κλονισθέντες κατά την αντεξέταση (σε διαφορετικές διαβαθμίσεις ο καθένας). Οι XXXXX Φλουρέντζος (ΜΕ3), XXXXX Δημητριάδης (ΜΕ4), XXXXX Λοΐζου (ΜΕ5), XXXXX Χαραλάμπους (ΜΥ1) και XXXXX Σοφοκλέους (ΜΥ2), μου προκάλεσαν καλή εντύπωση, έχοντας προσέλθει στο Δικαστήριο για να πουν την αλήθεια, ασχέτως αν η αποδεικτική βαρύτητα των όσων δήλωσαν (διαφορετική ως μπορεί να είναι για τον καθένα από αυτούς), μπορεί να υστερεί (βλ. κατ' αναλογίαν, Κίμωνος ως Εκκαθαριστή της Blue Seal Shoes Ltd v Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ, ΠΕ 66/13, ημ. 4.11.19, Ευσταθίου ν Μιχαήλ και Άλλης, ΠΕ 269/12, ημ. 23.7.19, Θεοχαρίδης ν Ιωάννου και Άλλων
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1311, 1319-1322). Εξηγώ. Η XXXXX Hakki (ΜΕ1), ήταν γενικόλογη και αόριστη στη μαρτυρία της και ιδιαίτερα (αλλά ουχί αποκλειστικώς), για τις περιστάσεις που οδήγησαν, όπως διατείνεται, στον διορισμό της ως mutevelli τής επίδικης βακουφικής περιουσίας. Δέχθηκε, ότι η περιουσία (για την οποία διορίστηκε ως mutevelli), ανήκει στον παππού της (από τον πατέρα της) και πως, ως τέτοια, μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά σε αρσενικά τέκνα. Όταν ρωτήθηκε στην αντεξέταση για ποιο λόγο η περιουσία αυτή μεταβιβάστηκε στο όνομα της (αφού η μάρτυς δεν είναι αρσενικό τέκνο υπό την έννοια που τούτη περιέγραψε εν σχέσει προς τα βακουφικά), απάντησε ότι αυτό έγινε επειδή «.κάποιοι από αυτούς μένουν στο εξωτερικό, κάποιοι άλλοι έχουν αποβιώσει και είμαι η μόνη που μένω εδώ, οπόταν το μεταβίβασαν σε εμένα». Η τοποθέτηση, μολονότι επιχείρησε - δεν κατόρθωσε - να απαντήσει στο ερωτώμενο και να συνδέσει επαρκώς (στη βάση των όσων η ίδια η μάρτυς προέτασσε), γιατί η βακουφική περιουσία δεν μεταβιβάστηκε σε αρσενικό τέκνο και αντ' αυτού μεταβιβάστηκε στην ίδιαν. Μολαταύτα - και δικαίως για την μάρτυρα - ακολούθησε υποβολή τής κ. Φλωρέντζου, πως «. κανονικά θα έπρεπε να μεταβιβαζόταν σε αρσενικό απόγονο του ιδρυτή», με την μάρτυρα να απαντά ότι «. είχα ένα αδελφό ο οποίος δεν ήθελε, δεν αποδέχτηκε να γίνει Μουταβελή, οπότε περιήλθε σε εμένα». Η απάντηση, ως αποτυπώθηκε, έθεσε τα πράγματα υπό ένα κάπως διαφορετικό πρίσμα, με την έννοια ότι (και πάντα κατά την εκδοχή της μάρτυρος), το αρσενικό τέκνο που θα δικαιούνταν στη μεταβίβαση της περιουσίας στο όνομα του απεμπόλησε το δικαίωμα, με συνεπόμενο η περιουσία να περιέλθει στην μάρτυρα ως mutevelli. Υστερότερα, η μάρτυς παραδέχθηκε πως έχει «. άλλα αδέλφια .», τα οποία «. μένουν στο εξωτερικό .» και πως «. [ο] ένας δεν το αποδέχτηκε, δεν το ήθελε». Ως εκ της απάντησης αναδείχθηκε (κατά το έλασσον), μια ασυνέπεια και στην αβεβαιότητα στην τοποθέτηση της μάρτυρος αφού τούτη άφησε να νοηθεί ότι υπάρχουν και άλλα αδέλφια (αρσενικά ή θηλυκά δεν υποδείχθηκε σαφώς), τα οποία θα μπορούσαν, ίσως να αποδέχονταν την βακουφική περιουσία αλλά δεν το έπραξαν γιατί διαμένουν εκτός Κύπρου. Παραμένοντας στο ζήτημα του διορισμού της μάρτυρος ως mutevelli - και δοσμένης της σημασίας του πράγματος για τους εναγομένους, ως εναργώς εξάγεται και από τη διαδικαστική προϊστορία των διαδίκων σε άλλο δικαιοδοτικό επίπεδο (βλ. κατ' αναλογίαν, Hakki v Υπηρεσίας Εθνικού Κτηματολογίου, Υπουργείο Εσωτερικών και Άλλων, Προσφυγή 209/11, ημ. 31.10.12) - δεν μπορεί να παραβλεφθεί η αμφισημία που προέκυψε σε άλλη απάντηση της μάρτυρος μετά από όμοια υποβολή κατά την αντεξέταση για το κατά πόσον θα μπορούσε (η μάρτυς) να είναι «. καταπιστευματοδόχος του συγκεκριμένου Βακουφίου .», με αυτήν να διαφωνεί και να λέγει πως «. δεν το δέχομαι, επειδή με διόρισαν. Είναι από το 1571 και είναι νομική οντότητα. Επειδή υπάρχει στο Σύνταγμα ότι το Evcaf διορίζει τον Μουταβελή. Είναι νομική οντότητα που έχει εγκαθιδρυθεί από το 1571 ο Evcaf, είναι στο Σύνταγμα απ' ότι μου λέει ο δικηγόρος μου, είναι νόμιμο. Αναγνωρίζει το Βακούφιο ο Evcaf. Εάν λέτε ότι είναι παράνομο είναι σαν να λέτε ότι η εκκλησία της Κύπρου είναι, σαν αυτό που έχει η εκκλησία της Κύπρου και υπήρχαν και στο Σύνταγμα αυτό». Λίγα μπορεί να εξαχθούν - αν καθόλου - από τον συμφυρμό αυτό στην απάντηση, μόλο που (και αυτό πιστώνεται στην μάρτυρα), η τελευταία επιχείρησε να επεξηγήσει τον διορισμό της και από νομικής οπτικής πέραν από πραγματικής. Τέλος, δεν μπορεί να παραγνωριστεί - και πάλι υπό τον φακό τής κρίσης τής αξιοπιστίας της μάρτυρος ως τέτοιας και όχι εξέτασης της αποδεικτικής βαρύτητας αυτών που έλεγε - ότι, όταν καλέστηκε να παρουσιάσει «. το έγγραφο αφιέρωσης της Βακουφικής περιουσίας .», είπε πως το έγγραφο θα μπορούσε να το εξασφαλίσει η αντεξετάζουσα «. από τον Evcaf, είναι από το 1571». Η μαρτυριακή αυτή συμπεριφορά της μάρτυρος δεν εντυπωσίασε - και το λέγω τούτο μετά από προσεκτικό ζύγιασμα και με συγκαταβατικότητα δικαστικής αβρότητας - μια που η μάρτυς όφειλε να γνωρίζει πως ένεκα των ήδη υποδειχθεισών προγενέστερων δικαστικών διαδικασιών με τους εναγομένους, τούτη η πτυχή είχε, τουλάχιστον για τους τελευταίους, τη δική της σημασία όποια και ότι η εν λόγω παράμετρος καλόν θα ήταν να τύγχανε διαφορετικής μεταχείρισης από μέρους της σε ό,τι αφορά στη συνοχή των όσων ξεχώρισε να παρουσιάσει προς το Δικαστήριο ως μαρτυρία. Απορρίπτω τη μαρτυρία της XXXXX Hakki (ΜΕ1). O XXXXX Erhum Isik (ΜΕ2), «. υπεύθυνος για το Mulhaqa vaqfs .» που είναι «. είδος ιδρύματος καταπιστευματοδόχων που διαχειρίζεται από τους καταπιστευματοδόχους .», κατέθεσε αντίγραφο τού πλειστάκις αναφερομένου στη δίκη εγγράφου αφιέρωσης, ως μέρος δέσμης εγγράφων που συνάπτονται στην ένσταση των εναγομένων στην Προσφυγή 209/11 (βλ. Τεκμήριο 9). Ο μάρτυς είπε πως το έγγραφο αυτό, για την ίδρυση του βακουφίου, «. έγινε .» το
- Ακολούθως (και σε παρατήρηση τής κ. Φλωρέντζου), υποδείχθηκε στον μάρτυρα ότι επί του φωτοαντιγράφου (βλ. Τεκμήριο 9), αναγραφόταν ως ημερομηνία το 1918 και όχι το 1917, ως είχε τούτος πει προηγουμένως, δεν ήταν όμως σίγουρος και έτσι ζήτησε όπως κατά την επόμενη δικάσιμο «. θα σας φέρω το γνήσιο μπορώ να σας δείξω». Όταν ρωτήθηκε για το αν μπορούσε ο ίδιος να διαβάσει και κατανοήσει το περιεχόμενο του εγγράφου, δήλωσε αδυναμία «. γιατί δεν είναι στην καθομιλουμένη τούρκικη αυτή που χρησιμοποιούμε». Ζητήθηκε από τον μάρτυρα να εξηγήσει «.ποιος έχει διαβάσει τις πρόνοιες αυτού του εγγράφου αφιέρωσης ώστε να αποφασίσει τον διορισμό της Ενάγουσας ως Μουταβελή;», με τον μάρτυρα να παραπέμπει στον «. μεταφραστή μας από τα οθωμανικά στα τούρκικα», παραδεχόμενος στο τέλος πως δεν θυμόταν ποιος το είχε διαβάσει. Ο χειρισμός τούτος από τον μάρτυρα επί του εδωλίου για το συζητούμενο, με τη δική του αξία ως ήδη λέχθηκε για τους εναγομένους και τα επίδικα, υπήρξε ανησυχητικώς ελλιπής σε επίπεδο συνέπειας τού μάρτυρα για ό,τι είναι που προσπαθούσε να εξηγήσει. Παρόμοια διακρίβωση καταχωρίζεται και για τη θέση του ότι η υπόθεση σχετίζεται χρονολογικώς με την περίοδο 1977-2004 και δη «. με αυτήν τη συγκεκριμένη περίοδο του εισοδήματος» (προερχόμενων των εσόδων τούτων από το ακίνητο). Ο μάρτυς, ως αναδείχθηκε από την αντεξέταση που επακολούθησε, παρουσιάστηκε φανερώς αβέβαιος και αμφιταλαντευόμενος για το αν, τωόντι, το χρονικό διάστημα που προδιάγραψε ως σχετικό εκτεινόταν σε βάθος χρόνου πολύ πριν από το 1977 και δη πριν από το 1963 όταν, ως τέθηκε στον μάρτυρα με παραπομπή σε λεχθέντα της XXXXX Hakki (ΜΕ1) «. το συγκεκριμένο ακίνητο κατείχετο από το Αιγυπτιακό Προξενείο .». Η διαπίστωση δεν αφορά μόνον στην εγγενώς αποτιμώμενη σταθερότητα του μάρτυρα αλλά και στη γενικότερη σταθερότητα της εκδοχής της ενάγουσας για ό,τι είναι που η μεταβλητή αυτή θα μπορούσε να μετρήσει για τα επίμαχα θέματα στο μυαλό. Περαιτέρω, πρέπει να αποτυπωθεί και η αδυναμία και αστοχία προετοιμασίας του μάρτυρα τοποθετείται επί των όσων συμπεριέλαβε στον Πίνακα που επέλεξε να παραθέσει στην παράγραφο 8 της γραπτής του δήλωσης (βλ. Έγγραφο Β), προτάσσοντας πως τα εκείθεν στοιχεία προέρχονται «. από τους φακέλους μας μέσα στα αρχεία μας. Παρουσιάζονται κάθε χρόνο από τον Μουταβελή και έχει γίνει και λογιστικός έλεγχος», χωρίς όμως να βρίσκεται σε θέση να εφοδιάσει την αντεξετάζουσα με τα όποια έγγραφα τού λογιστικού ελέγχου που είπε ο μάρτυς ότι διεξήχθη. Ως υποσημείωση - καίτοι υπάρχουν και άλλες πτυχές στη μαρτυρία του που δεν μου προξένησαν θετική εντύπωση - αναδεικνύω και την επιμονή του μάρτυρα (όχι από απόψεως νομικής ορθότητας αλλά περιγραφής των όσων προέτασσε ως κριτήριο για την απόλυτη άποψη του), πως η XXXXX Hakki (ΜΕ1), μπορούσε, κατά τα περιεχόμενα στο εν λόγω έγγραφο/Τεκμήριο 9, να οριστεί πράγματι ως mutevelli. Αφήνοντας κατά μέρος (χάριν συζήτησης), το ότι ο μάρτυς είχε δηλώσει κατά την αμέσως προηγούμενη δικάσιμο που άρχισε να δίδει τη μαρτυρία του πως δεν ήταν σε θέση να διαβάσει το έγγραφο διότι τούτο δεν ήταν γραμμένο στην «. καθομιλουμένη τουρκική .» - και χωρίς ο μάρτυς να λέγει κατιτί το καινούργιο για το αντίθετο - ήταν θέση του (κατά την επόμενη δικάσιμο), πως «. οι υπάρχοντες αρσενικής Μουταβελίν δεν ήθελαν να γίνουν Μουταβελίν. Θεωρήθηκε όπως να μην υπάρχει αρσενικός Μουταβελίν. Και επιτράπηκε να περαστούν τα δικαιώματα στην παρούσα Μουταβελίν». Για να μην εισέλθω στη διεργασία ιχνηλάτισης των όσων η τοποθέτηση αυτή χρωματίζει αλλιώς από εκείνα που έτυχαν πραγμάτευσης κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τής XXXXX Hakki [ΜΕ1] (για το πόσα αρσενικά αδέλφια είχε ή δεν είχε η μάρτυς και για ποιους λόγους αν έτσι ίσχυε, τα αδέλφια αυτά δεν δέχθηκαν να μετατραπούν σε mutevelli της περί ου ο λόγος περιουσίας), επικεντρώνομαι στις αμφίλογες και με τρόπο που παρέπεμπαν σε ανειλικρίνεια τοποθετήσεις του μάρτυρα για το γεγονός ότι γνώριζε, ως δήλωσε, τις σχετικές διαδικασίες που προβλέπονται στον Περί Εβκάφ και Βακουφίων Νόμο, Κεφ.337 και για την όποια χρειαζούμενη έγκριση από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για τα εγειρόμενα προβλήματα βάσει της νομοθεσίας αυτής. Με τη γνώση τούτη, ο μάρτυς αιτιολόγησε και δικαιολόγησε την μετατροπή της XXXXX Hakki (ΜΕ1) ως mutevelli και αντί να απαντήσει για την όποια εμπλοκή του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και για το δυνητικώς αναγκαίον αυτής (μια που δήλωνε κιόλας ο μάρτυς ότι ήξερε και εφάρμοζε το νομοθέτημα τούτο), είπε πως αν «. δεν είχαμε αυτήν τη δικαιοδοσία τότε το εθνικό συμβούλιο δεν θα έδινε και την έγκριση του», απαντώντας κατ' ουσίαν ότι η ακρίβεια των όσων έλεγε προέκυπτε από αυτή καθ' εαυτήν την απόφαση και όχι εκ της όποιας ορθής και λελογισμένης εφαρμογής του Περί Εβκάφ και Βακουφίων Νόμου, Κεφ.337, κατά την αντίληψη του μάρτυρα. Απορρίπτω τη μαρτυρία του XXXXX Erhum Isik (ΜΕ2). Ο XXXXX Φλουρέντζος (ΜΕ3), ήταν αντικειμενικός. Αποστασιοποιήθηκε από τη διαφορά των διαδίκων, με την αντεξέταση που υπέστηκε να είναι και περιορισμένη. Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Φλουρέντζου (ΜΕ3). Ο XXXXX Δημητριάδης (ΜΕ4), ήταν αντικειμενικός ως μάρτυς, καταθέτοντας με μοναδικό γνώμονα την εξυπηρέτηση της αλήθειας και την παράθεση γεγονότων που αφορούν στην υπόθεση, στην έκταση που τούτα εκπορεύθηκαν από δικούς του χειρισμούς ως δικηγόρου τής ενάγουσας. Η θέση του πως το ακίνητο, ως περιουσία «. δεν είναι εγκαταληφθείσα για να εμπίπτει στις πρόνοιες του νόμου .» (κατά τις προβλέψεις του Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου 139/91) - κάτι που εξάλλου αποτέλεσε και εφαλτήριο για παράπονο που υπέβαλε εκ μέρους της ενάγουσας προς το γραφείο Επιτρόπου Διοικήσεως την 26.5.10 (βλ. Τεκμήριο 15) - αν και σεβαστή, δεν μπορεί να είναι δεσμευτική για το Δικαστήριο. Αυτό, γιατί, ο μάρτυς δεν κατέθεσε ως πραγματογνώμονας, κάτι που θα ήταν και άτοπο αφού δεν θα μπορούσε να προκύψει κανονικώς ανάγκη μαρτυριακής ερμηνείας ημεδαπής νομοθεσίας σε Κυπριακό Δικαστήριο. Τούτο, καλύπτει και πάσα άλλη εκδήλωση της μαρτυρίας του μάρτυρα που θα μπορούσε να περικλείει ψήγματα πραγματογνωμοσύνης (και υπάρχουν μερικές τέτοιες περιπτώσεις σε τεκμήρια που ο μάρτυς κατέθεσε). Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Δημητριάδη (ΜΕ4), υπό τις αιρέσεις που λέχθηκαν. Ο XXXXX Λοΐζου (ΜΕ5), κατέθεσε με επαγγελματισμό και χαρακτηριστική παρρησία περιγραφικού λόγου. Ο μάρτυς φαίνεται να εκτίμησε την αγοραία αξία του ακινήτου κατά τον Δεκέμβριο 2017 και την αγοραία αξία κατά τον Νοέμβριο 2012, υπολογίζοντας την ενοικιαστική αξία του ακινήτου για τα έτη 2007-
- Ο μάρτυς περιόρισε κατ' ουσίαν την εκτίμηση του σε τρεις συγκριτικές πωλήσεις οι οποίες συντελέστηκαν το
- Ως διαφάνηκε στην αντεξέταση, ο μάρτυς δεν προέβη σε επαρκή ή και καθόλου πραγμάτευση άλλων συγκριτικών σε σχέση προς το ακίνητο. Η θέση του στην αντεξέταση, δίκην κριτικής στην εκτιμητική προσέγγιση των εναγομένων, για το ασυνταύτιστο κάποιων εκ των συγκριτικών στοιχείων που χρησιμοποίησαν οι τελευταίοι στη δική τους Έκθεση Εκτίμησης (βλ. Τεκμήριο 21), δεν μετριάζει το ότι θα ανέμενε κανείς αντικειμενικώς πως τα συγκριτικά αυτά και αν θεωρούνταν από τον μάρτυρα ως άσχετα ή ανεπαρκή για ό,τι είναι που θα έπρεπε να αφορά η μελέτη τους, έπρεπε να εμπεριέχονταν από την αρχή στη δική του εκτίμηση ώστε το Δικαστήριο - και οι αντίδικοι - να μπορούσαν ευθύς εξαρχής να γνωρίζουν όσα μπορούσαν λογικώς ως προοπτική να απασχολήσουν. Δεν το έπραξε. Βεβαίως, ποσώς παραβλέπεται ότι, δοθείσης της ευκαιρίας, ο μάρτυς, στη μαρτυρία του, καταθέτοντας και τον Πίνακα Συγκριτικών Πωλήσεων για την περίοδο 2005 - 2017 (βλ. Τεκμήριο 19), καταπιάστηκε με τους λόγους που κατά τη γνώμη του τα συγκριτικά που χρησιμοποιήθηκαν από τους εναγομένους δεν συντείνουν στη διάπλαση μιας σωστής εκτιμητικής κρίσης. Οι απαντήσεις ή και οι εξηγήσεις που έδωσε επί αυτής της πτυχής δεν ήσαν πειστικές, μ' όλο που είχε τη δυνατότητα να θέσει, κατά τρόπον συγκεκριμένο και ορθολογικό, όχι μόνον την απόκλιση και διαφωνία του από την Έκθεση Εκτίμησης των εναγομένων (βλ. Τεκμήριο 21), αλλά προπαντός, τη δική του συνειδητή και επιστημονική επιλογή για τη μη πραγμάτευση επί άλλων συγκριτικών πωλήσεων, με μόνη αιτίαση το εκ πρώτης όψεως άσχετον των συγκριτικών αυτών με το ακίνητο. Το ότι κάποια από τα συγκριτικά των εναγομένων δεν παρουσιάζουν, κατά τον μάρτυρα, ομοιότητα ή τέτοια γνωρίσματα που να τα κατατάσσουν στην ίδια ή σε προσομοιάζουσα κατηγορία με το ακίνητο, δεν φαίνεται, να δομούν απαρεγκλίτως βάθρο για παραγκωνισμό τους και συν τω χρόνω δικαιολογία και αιτιολογία για την απόλυτη εστίαση του στα όσα τούτος θεώρησε ως μετρήσιμα συγκριτικά. Το Δικαστήριο θα ανέμενε την παροχή λεπτομερών λόγων από τον μάρτυρα ως προς το γιατί, παραδείγματος χάριν, απέληξε πως (με υπόμνηση των συγκριτικών στην Έκθεση Εκτίμησης/Τεκμήριο 21) «. [Ο] ένας εν υποσταθμός, ο υποσταθμός τι σύγκριση έχει με το οικόπεδο το δικό μας; Ο άλλος είναι χώρος πρασίνου, το άλλο είναι ένα σπίτι στον Άγιο Αντρέα. Μπορώ να σας τα δείξω ούλλα, εν τζιαί εν θέμα. Γι' αυτό σας έδωκα και την προηγούμενη φορά, σας έδωκα και τις συγκριτικές πωλήσεις του Κτηματολογίου και δίπλα σας έβαλα και τις ζώνες. Αυτόν τον κατάλογο. (Υποδεικνύει έγγραφο) Πάω στο πρώτο, δεν έχει αξία άγνωστη λέει, αλλά έχει αξία, γιατί το έβαλες μέσα, ήντα το έβαλες μέσα; . Το πρώτο είπαμε είναι χώρος πρασίνου, ύστερα έρχεται και λέει εν μια λούρα, τωρά γιατί την βάλλει εν ηξέρω, ύστερα μιλά οικόπεδο με παλιά ανακαινισμένη κατοικία. Ποιος χώρισε την αξία του οικοπέδου και του κτηρίου; Οι ίδιοι, το Κτηματολόγιο εννοώ, διότι δεν πουλιέται ξεχωριστά, πουλιέται όλο μαζί. Εκτίμηση εγγράφου λαλεί, ενός υποσταθμού. Καλά, εσύ που κάμνεις την εκτίμηση υιοθετάς τις παλιές σου εκτιμήσεις ως συγκριτικά; Εν στέκει τούντο πράγμα. Τζιαί πάει, σας είπα, έσιει δαμέ, εμάς εν 160 και 200% και βάζει οικιστικές περιοχές πλην 80% με 90%. Τι σχέση έχουν;». Επομένως - από τις αναφορές αυτές του μάρτυρα - υπήρχε περιθώριο επεξήγησης για τα όσα επιφανειακώς ανέφερε. Τούτη όμως η διασάφηση δεν δόθηκε ούτε εντός της αναλυόμενης περικοπής μήτε και αλλαχού στη μαρτυρία του. Περιπλέον, ο μάρτυς υιοθέτησε τη μέθοδο ποσοστού επί της αγοραίας αξίας του ακινήτου, εφαρμόζοντας ποσοστό 3% επί της αξίας αυτής λέγοντας κατά την κυρίως εξέταση πως αφού «. κατέληξα λοιπόν στην αγοραία αξία, για κάθε χρόνο εφάρμοσα το 3% πάνω στην αγοραία αξία ...». Όταν κλήθηκε από την κ. Φλωρέντζου, υπό μορφή υποβολής, να τοποθετηθεί για το αν το ποσοστό 3% μπορούσε να σταχυολογηθεί ως ιδιαίτερα ψηλό, διαφώνησε προτάσσοντας ως δόρυ και ασπίδα «. τις υποθέσεις του ΕΔΑΔ, που αναφέρονται σε ενοικιαστική αξία 5%. Δεν έπιασα το 5%. Έχουμε τις οδηγίες του Κτηματολογίου προς τους εκτιμητές της, που λέει, ξέρεις, αν θα ενοικιάσεις γεωργική γη εν τόσα τοις εκατό πας στην αξία κτλ. Για να έχουν όλοι μια συνείδηση. Άρα στην προκειμένη περίπτωση η Κ.Δ.Π 193/89 εν τούτη η οδηγία που έδωσε ο Διευθυντής του Κτηματολογίου στους εκτιμητές του, μιλά για 2 ‑ 3 %, άρα έχει κάποιες επεξηγήσεις . Είναι στο appendix το έχω δαμέ. Τούτη είναι η εκτίμηση 89 και λέει δαμέ, οικιστικοί σκοποί 3% κτλ. κτλ. Έχει διάφορους παραμέτρους, αλλά είναι γύρω που, γύρω στο 3%, 2 ‑
- Δεν σας έβαλα
- Μάλιστα σας επισύναψα και την εγκύκλιο του Διευθυντή του Κτηματολογίου». Μολοντούτο, εκείνο που καταρχάς διαπιστώνεται είναι ότι η επίκληση από τον μάρτυρα αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) - και δη εκείνων που διάλεξε να περιλάβει στο Appendix-C στην Έκθεση Εκτίμησης του/Τεκμήριο 18 (24-54) παραλείποντας εντούτοις να παρουσιάσει ολόκληρο ως αναμενόταν το κείμενο των αποφάσεων αντί αποσπασμάτων τους - δεν φαίνεται να συγκροτούν (ως παρουσιάζεται να υπονοεί ο μάρτυς), μέρος του δικαστικού τους σκεπτικού αλλά τις θέσεις, απλώς, των εκεί διαδίκων. Το αν το ποσοστό αυτό (5%), θα μπορούσε να είναι ορθό ή όχι είναι παρεμφερές για ό,τι απασχολεί, αφού το τι ενεστώτως εξετάζεται είναι η αξιολογική συνοχή και δυναμική των στοιχείων εκείνων επί των οποίων βασίστηκε ο μάρτυς για να εκφράσει τη γνώμη του, με το υπόστρωμα αυτό να μην θεωρείται δεσμευτικό δικαστικό δεδομένο. Άρα, υπό αυτό το πρίσμα - και στην απουσία άλλων εξηγήσεων από τον μάρτυρα - η θέση επί αυτής της πτυχής της μαρτυρίας του πλήττεται ως θνησιγενής. Τέλος, η αναφορά του μάρτυρα στο Appendix-D, στην Έκθεση Εκτίμησης του, ως το Τεκμήριο 18(56-67), παρέμεινε και τούτη απογυμνωμένη σαφούς αιτιολόγησης και κυρίως διασύνδεσης τού περιεχομένου της - ως και της Εγκυκλίου 875, ημερομηνίας 17.9.12 (βλ. Τεκμήριο 18[58-59]) - με όσα επιδίκως ενδιαφέρουν, μια που τα εκεί αναφερόμενα ποσοστά επί της αγοραίας αξίας για τον καθορισμό ενοικίων αφορούν σε κρατική γη, αλλά και σε βιομηχανικές και βιοτεχνικές ζώνες, κάτι που παρέμεινε ξέχωρο από ό,τι είναι που συνέθεσε αντικείμενο αναφοράς για το ακίνητο και τα συγκριτικά που χρησιμοποίησε ο μάρτυς στην εκτίμηση του (βλ. Τεκμήριο 18). Ο μάρτυς, αν και προσπάθησε να παράσχει καλοπίστως επικουρία προς το Δικαστήριο για να καταλήξει τούτο στη διαμόρφωση γνώμης περί των ζητουμένων - και παρότι κάποιες εκφάνσεις της εκτίμησης του έτυχαν αποδοχής από τους εναγομένους για τα ποσοστά ετήσιας αύξησης που ενστερνίστηκε ο Αντώνης Λοΐζου (ΜΕ5) για τα έτη 2006-2017 - δεν το κατόρθωσε, στην έκταση που προβλέπεται από την προειρημένη πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. επίσης, Αγγελή ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 155/17, ημ. 27.11.19). Απορρίπτω τη μαρτυρία του XXXXX Λοΐζου (ΜΕ5). Ο XXXXX Χαραλάμπους (ΜΥ1), διευκρίνισε συγκροτημένως και με συνοπτικό λόγο, την Έκθεση Εκτίμησης του (βλ. Τεκμήριο 21). Η μαρτυρία του, σε επίπεδο συνοχής, παρέμεινε ακλόνητη κατά την αντεξέταση. Το ότι επέδειξε, σε κάποιες στιγμές, αδυναμία τοποθέτησης επί κάποιων αναφορών στην Έκθεση Εκτίμησης του XXXXX Λοΐζου [ΜΕ5] (βλ. Τεκμήριο 18), δεν παράγει αίτιο για άλλους δικαστικούς συνειρμούς για την αξιοπιστία του, με δοσμένο μάλιστα και το ότι η μεθοδολογία που ασπάσθηκε, σε αντίθεση εκείνης του XXXXX Λοΐζου (ΜΕ5), για λόγους που αρκούντως εξήγησε ο μάρτυς, ήταν η δέουσα και πρέπουσα. Εκεί που ο μάρτυς έκρινε πως υπήρχαν γεφυρώσεις με την Έκθεση Εκτίμησης του XXXXX Λοΐζου (ΜΕ5), τις παραδέχθηκε. Ο μάρτυς διέθεσε στο Δικαστήριο όσα όφειλε, για να μπορέσει το τελευταίο να απολήξει στα δικά του αντικειμενικά συμπεράσματα για τα αναλυόμενα, σε σύμπνοια πάντα με τις προαναφερθείσες νομολογιακές υποδείξεις (βλ. επίσης, ΑΠ ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 192/16, ημ. 26.9.19). Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Χαραλάμπους (ΜΥ1). Ο XXXXX Σοφοκλέους (ΜΥ2), έδωσε μαρτυρία επί τυπικών, εν πολλοίς, ζητημάτων για δικαστικές ιδίως διαδικασίες μεταξύ των διαδίκων σχετιζόμενες (και) με τα επίδικα θέματα. Ο μάρτυς υπήρξε απομακρυσμένος από οποιαδήποτε ιδιοτελή συμφέροντα, απαντώντας άνευ διαθλάσεων σε ό,τι ρωτούνταν. Βεβαίως - ως ίσχυσε και για τον XXXXX Δημητριάδη (ΜΕ4) - οι τοποθετήσεις του επί της εμβέλειας τού Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου 139/91, εκτός από το να δικαιολογήσουν τη στάση των εναγομένων στα πράγματα (καλή ή κακή) - δεν θα μπορούσαν να δεσμεύσουν το Δικαστήριο. Αυτό, γιατί, το Δικαστήριο, είναι και το μόνο, ως τελικός κριτής, ακόμη και αν οι άλλοι παράγοντες της δίκης συμφωνούν (ή διαφωνούν) μεταξύ τους για ό,τι αναλόγως εξυφαίνεται (βλ. κατ' αναλογίαν, Pirikkis v The Republic
(1985)2 CLR 232, 243-246), που δύναται να αποφανθεί δεσμευτικώς και αυθεντικώς για την αξιοπιστία και - (στην ώρα της) - για την αποδεικτική αξία της προσαχθείσας μαρτυρίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Πισσάς ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 229/16, ημ. 14.3.18, Κυπρίζογλου και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 53/17, 15.12.17, Βασιλείου και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 12/15, ημ. 4.7.17). Με τους περιορισμούς που ειπώθηκαν, δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Σοφοκλέους (ΜΥ2). Είναι ανάγκη ως εκ της κρισιμότητας τους, να ασχοληθώ πάραυτα με την πλειάδα θεμάτων που ήγειρε η ενάγουσα για τη συνταγματικότητα ή και την εφαρμογή στην προκειμένη τού Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου 139/91 και του Περί Εβκάφ και Βακουφίων Νόμου, Κεφ.337, ως και με άλλα ζητήματα απτόμενα (εκ συμπαθείας ή αυτοτελώς), με φερόμενες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων της ενάγουσας. Ωστόσο - προτού το πράξω - επιβάλλεται για λόγους δικονομικής τάξης, να πω ότι οι σχετικές αναφορές της ενάγουσας για τα θέματα αυτά, δεν φαίνεται να καλύπτονται επαρκώς από τη δικογραφία που καταχώρισε και η οποία, στον τομέα αυτό, χαρακτηρίζεται από κάποια γενικότητα και ασάφεια, με παρεπόμενο να απέχει εν τίνι τρόπω από όσα η νομολογία ορίζει πως πρέπει κατά κανόναν να ικανοποιούνται σε έτσι περιπτώσεις (βλ. κατ' αναλογίαν, Χακκή, Διαχειρίστρια του Βακουφίου του ΧΧΧΧΧ Εφέντη ν Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και Άλλων, ΠΕ 320/12, ημ. 11.12.19, Πιπονίδη ν Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και Άλλου, ΠΕ 429/11, ημ. 6.12.17). Παρά ταύτα και αφού οι εναγόμενοι δεν εναντιώθηκαν ως ίσως θα έπρεπε, αλλά τοποθετήθηκαν κιόλας αναφορικώς προς τούτα τα θέματα στη γραπτή τους αγόρευση (ξέροντας λεπτομερώς τις θέσεις της ενάγουσας για ό,τι τώρα εξετάζεται), θα τύχουν ανάλυσης κατά τις αντίστοιχες προβλέψεις και επισημάνσεις της νομολογίας, παρμένες στο απόγειο τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Investylia Ltd v Ταμπούρη
(2006)1(Β) ΑΑΔ 1325, 1330, Νικολάου ν Βασιλείου
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1566, 1576, Improvement Board of Eylenja v Constantinou
(1967)1 CLR 167, 183). Για ευκολότερη παρακολούθηση του σκεπτικού που έπεται, πρόσφορη είναι η αυτούσια - ενδεικτικώς τούτο αφού υπάρχουν και άλλες συναφείς αναφορές στα δικόγραφα της ενάγουσας - παράθεση τής παραγράφου 19 της Έκθεσης Απαίτησης και των παραγράφων 4 και 8 της Απάντησης στην Υπεράσπιση. Στην παράγραφο 19 της Έκθεσης Απαίτησης, γράφονται αυτά: «
- Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι, στο βαθμό που ο Εναγόμενος 3 φέρεται να ασκεί τις εξουσίες του δυνάμει του νόμου για να αποδέχεται τις πράξεις και/ή παραλείψεις των άλλων Εναγομένων από τις 17.07.2007, έχει παραβιάσει το Σύνταγμα και/η τους άλλους νόμους, ο στόχος των οποίων είναι η εφαρμογή των ουσιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εντός των ορίων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οποιαδήποτε πιθανή ενθάρρυνση, άδεια ή συγκατάθεση, είτε γραπτή, προφορική ή εξυπακουόμενη, η συναίνεση από τον Εναγόμενο 3 δεν αλλάζει την βασική παρανομία ή τη μη νομιμότητα των πράξεων ή παραλείψεων των άλλων Εναγομένων για την επίδικη περίοδο». Στην παράγραφο 4 της Απάντησης στην Υπεράσπιση, αναφέρεται: «
- ..................................................... Περαιτέρω ή διαζευκτικά, οι Εναγόμενοι έχουν ήδη επιβεβαιώσει επίγνωση και/η αποδοχή της γνώσης τους όσον αφορά την λειτουργία και την ίδρυση του βακουφίου καθότι έχουν εξασφαλίσει και καταθέσει όλα τα σχετικά έγγραφα που αφορούν αυτά στο Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου σε άλλες σχετικές αγωγές. Περαιτέρω και/η διαζευκτικά, οι Εναγόμενοι κωλύονται από το να αμφισβητούν τον διορισμό της Ενάγουσας ως καταπιστευματοδόχος (mutavelli) καθότι απέτυχαν να καταχωρήσουν διοικητική προσφυγή αμφισβητώντας τον διορισμό από το Εβκάφ εντός της προθεσμίας που προνοεί το Σύνταγμα κατά τον σχετικό χρόνο. Περαιτέρω και/η διαζευκτικά, η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην διοικητική προσφυγή με αριθμό 209/11 δεν είναι σχετική δεδομένου ότι αφορά μόνο τις απόψεις του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου σχετικά με το καθεστώς της Ενάγουσας και/η δεν είναι τελική καθότι είναι το αντικείμενο της έφεσης με αριθμό 249/12». Στην παράγραφο 8 της Απάντησης στην Υπεράσπιση, γράφεται: «
- Περαιτέρω, ή εναλλακτικά, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι κατηγορούμενοι έχουν αποτύχει να εξηγήσουν πώς η πολιτική κατάσταση στο νησί μπορεί να δικαιολογήσει την πλήρη περιφρόνηση των δικαιωμάτων των βακουφίων ή/και των δικαιούχων που προστατεύονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τα πρωτόκολλά της. Αυτή ισχυρίζεται ότι αυτή η πτυχή της υπεράσπισης είναι σε απόλυτη περιφρόνηση της τελευταίας νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σχετικά με την Κύπρο». Με (κατά τεκμήριον) το ως άνω δικογραφικό πλαίσιο στη σκέψη, ο κ. Hakki, με ικανότητα και ζήλο, εισηγήθηκε πως ο Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος 139/91 «. δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι διέπει την παρούσα αγωγή .» γιατί - και περιληπτικώς είναι που αποτυπώνω τις τοποθετήσεις του - ο νόμος αυτός «. είναι αλυσιτελής στην παρούσα διαδικασία .» και πως οι εναγόμενοι διά των επίδικων αποφάσεων τους παραβίασαν συνταγματικά και ανθρώπινα δικαιώματα της ενάγουσας στην «. απουσία δικαιολογίας βασιζόμενης στο "δίκαιο της ανάγκης" .». Εκτός τούτου, επέκτεινε ο δικηγόρος, η νομολογία στην οποία παρέπεμψαν οι εναγόμενοι για να αντικρούσουν τις θέσεις της ενάγουσας ταξινομείται ως άτοπη ή ως ειδικώς διαφοροποιούμενη στα γεγονότα της ώστε να μην είναι καν δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο. Υποστηρίζει επιπλέον ο συνήγορος, ότι ο διορισμός της ενάγουσας ως mutevelli είναι νόμιμος και υφιστάμενος και πως όσα έλαβαν χώραν εκ πλευράς της για έγερση της αγωγής, ακολούθησαν πιστώς τα νομοθετικά και δικονομικά ειωθότα. Ως ζήτημα λογικής και δικαιϊκης τάξης, τα ζητήματα δικαιοδοτικής φύσης που εγείρουν οι εναγόμενοι αλλά και όσα άλλα προτείνει η ενάγουσα ως νομιμοποίηση για την αγωγή, εξαρτούνται κατ' αρχήν και κατά βάσιν από την απόφαση του Δικαστηρίου τούτου για τη συνταγματικότητα και συμβατότητα των όσων οι εναγόμενοι φέρεται να έπραξαν (κατά την εκδοχή της ενάγουσας στην κρινόμενη περίπτωση), με σημείο συσχέτισης το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου («ΕΣΔΑ»). Δεν συμφωνώ με όσα συναφώς ξεδίπλωσε ο κ. Hakki. Αντ' αυτού, συγκλίνω με τις θέσεις της κ. Φλωρέντζου. Αποσαφηνίζω. Ο Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος 139/91 ψηφίστηκε από την Βουλή των Αντιπροσώπων την 26.4.91, με ισχύ (βάσει του άρθρου 17 αυτού) «. από την 1η Ιουλίου
- μέχρις ότου το Υπουργικό Συμβούλιο, με γνωστοποίηση του που θα δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, κηρύξει τη λήξη της ισχύος αυτού». Τούτο έγινε (κατά τα διαλαμβανόμενα στο Προοίμιο του νομοθετήματος) «. συνεπεία της μαζικής μετακίνησης του Τουρκοκυπριακού πληθυσμού ως αποτέλεσμα της Τουρκικής εισβολής στις περιοχές που κατέχονται από τις Τουρκικές δυνάμεις εισβολής και της απαγόρευσης από τις δυνάμεις αυτές της διακίνησης του πληθυσμού αυτού στις περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, εγκαταλείφθηκαν περιουσίες που αποτελούνται από κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία . Και επειδή για την προστασία των περιουσιών αυτών κατέστη απαραίτητη η άμεση λήψη μέτρων . Και επειδή μεταξύ των μέτρων που λήφθηκαν περιλαμβανόταν και η διαχείριση των περιουσιών αυτών από ειδική επιτροπή που συστάθηκε με διοικητικές διευθετήσεις. Και επειδή κατέστη αναγκαία η νομοθετική ρύθμιση του θέματος των Τουρκοκυπριακών περιουσιών στη Δημοκρατία». Ο Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος 139/91, εξακολουθεί να ισχύει, όπως και η έκρυθμη κατάσταση (κατά τις προβλέψεις του άρθρου 2 αυτού), που δημιουργήθηκε ένεκεν της τουρκικής εισβολής. Διά του νομοθετήματος (το οποίο θεσπίστηκε υπό το δόγμα της ανάγκης), η διαχείριση των Τουρκοκυπριακών περιουσιών - στην οποία εντάσσεται και το ακίνητο κατά το άρθρο 2 του Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου 139/91 που προσδιορίζει πως «"Τουρκοκυπριακή περιουσία" περιλαμβάνει κάθε ιδιοκτησία κινητή ή ακίνητη που ανήκει σε Τουρκοκύπριο και βρίσκεται στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και περιλαμβάνει και τη βακούφικη περιουσία» - δόθηκε στον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών αφού οι ιδιοκτήτες της γης την είχαν εγκαταλείψει μετά την τουρκική εισβολή, με το μέτρο να καθίσταται αναγκαίο για να ανταπεξέλθει το κράτος στις ανάγκες που επιβλήθηκαν. Τα μέτρα αυτά στόχευαν στο να υπηρετήσουν τη συνταγματική τάξη για το συμφέρον της κοινωνικής τάξης. Στην Αντωνάκης Χρ Σολομωνίδης Λτδ και Άλλων ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και Άλλου
(2003)1(Β) ΑΑΔ 1275, 1278-1282, το Ανώτατο Δικαστήριο είπε σχετικώς και αυτά: « ................................................................... «Το δόγμα της ανάγκης έχει τη δική του νομική δυναμική. Όπως κάθε άλλο νομοθετικό μέτρο, πρέπει να έχει νόμιμη προέλευση και να προέρχεται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, ενώ το περιεχόμενό του πρέπει να σχετίζεται αμέσως με την έκτακτη κατάσταση την οποία σκοπεύει να διορθώσει και να είναι ανάλογο με αυτή. Το κράτος δικαίου δεν ατονεί στην περίπτωση έκτακτης ανάγκης, υπό την αίρεση ότι η ανάγκη δημιουργεί έγκυρη νομική βάση για νομοθετική ενέργεια. Τα νομοθετικά μέτρα υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο. Η Δικαστική Εξουσία επωμίζεται το καθήκον να βεβαιωθεί ότι τα μέτρα που λαμβάνονται είναι γνήσια ανταπόκριση στην ανάγκη και, περαιτέρω, δεν προχωρούν πέραν του ότι δικαιολογεί η ανάγκη. Ο δικαστικός έλεγχος είναι φραγμός εναντίον αυθαίρετης επίκλησης της ανάγκης ως αιτιολογούσας τη λήψη νομικών μέτρων καθώς και φραγμός εναντίον κατάχρησης της ανάγκης με τη λήψη μέτρων που δεν δικαιολογούνται από την ανάγκη. Αλλά, εφόσον τα ληφθέντα μέτρα αποτελούν γνήσια ανταπόκριση στην ανάγκη και σκοπεύουν να την αντιμετωπίσουν, δεν χωρεί επέμβαση στη νομοθετική ενέργεια. Οι νομοθέτες είναι οι κριτές των αναγκαίων μέτρων για να απαλύνουν την κρίση.» Στην παρούσα περίπτωση, επισημαίνει το πρωτόδικο Δικαστήριο, τα ληφθέντα νομοθετικά μέτρα ήταν απολύτως αναγκαία για τη διαχείριση της εγκαταλειφθείσας τουρκοκυπριακής περιουσίας μετά την τουρκική εισβολή, για να εμποδισθεί, μεταξύ άλλων, και η φθορά της και να εξασφαλισθεί η προστασία της. Το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι μέρος της εγκαταλειφθείσας τουρκοκυπριακής περιουσίας ήταν και η βακούφικη περιουσία, αφού με τον υποχρεωτικό διαχωρισμό των πληθυσμών που επιβλήθηκε από τις κατοχικές δυνάμεις ούτε σε αυτές μπορούσε η τουρκοκυπριακή κοινότητα να έχει πρόσβαση και να τις διαχειρίζεται. Κρίνουμε, ως εκ τούτου, ότι ήταν αναγκαία η συμπερίληψη της βακούφικης περιουσίας στον ορισμό της τουρκοκυπριακής περιουσίας. Θα πρέπει, τέλος, να αποφασίσουμε τον πυρήνα των θέσεων των εφεσειόντων ενώπιον μας, αν δηλαδή το δίκαιο της ανάγκης μπορεί ή όχι να εφαρμοστεί, ώστε να αναστέλλονται τα Θεμελιώδη Δικαιώματα και Ελευθερίες, που περιέχονται στο Μέρος ΙΙ του Συντάγματος και συγκεκριμένα το δικαίωμα περιουσίας, ιδιαίτερα βακούφικης, η οποία δεν υποβάλλεται σε οποιοδήποτε περιορισμό, σύμφωνα με το Άρθρο 23.10 που διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «10. Ουδεμία εν τούτοις επιβάλλεται αποστέρησις ή όρος, περιορισμός ή δέσμευσις οιουδήποτε δικαιώματος προβλεπομένου εις την πρώτην παράγραφον του παρόντος άρθρου επί οιασδήποτε κινητής ή ακινήτου βακουφικής ιδιοκτησίας, περιλαμβανούσης τα αντικείμενα και τα υποκείμενα των βακουφίων και των ιδιοκτησιών των ανηκουσών εις τα τεμένη ή εις οιαδήποτε άλλα μουσουλμανικά θρησκευτικά ιδρύματα ή οιουδήποτε δικαιώματος ή συμφέροντος επ αυτών, ειμή τη εγκρίσει της τουρκικής Κοινοτικής Συνελεύσεως και συμφώνως προς τους νόμους και τας αρχάς των βακουφίων, η δε παρούσα διάταξις ισχύει και επί των περιπτώσεων περί ων αι διατάξεις της τρίτης παραγράφου, πλην των όρων, περιορισμών ή δεσμεύσεων προς το συμφέρον πολεοδομίας, και της τετάρτης, εβδόμης και ογδόης παραγράφου του παρόντος άρθρου.» Το ερώτημα αυτό απαντάται άμεσα στην Aloupas v. National Bank (ανωτέρω), όπου στη σελ. 64 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «In Chimonides v. Manglis,
(1967)1 C.L.R. 125, there was division of judicial opinion as to whether the fundamental rights and principles, which are safeguarded by Articles (such as 6, 23, 24, 25, 26, 28 and 30) which are to be found in Part II of the Constitution, can be subjected to any limitations or restrictions other than those provided in the said Part II, by resorting to the "reserve powers" or "police powers" of the State. Having given to the matter further consideration, especially in the light of the able arguments advanced by counsel who have appeared before us in these proceedings, I am still inclined to the view that there can be no question of subjecting, during a period of normality, the fundamental rights and liberties guaranteed in Part II of the Constitution to any limitations or restrictions other than those provided in such Part, in a manner contrary to Article 33 of the Constitution. I am, however, of the view that, when the State is faced with a calamity which has surpassed the remedial scope of a Proclamation of Emergency under Article 183 of the constitution, the State can resort to measures entailing the limitation or restriction or even deprivation of the fundamental rights and liberties guaranteed by Part II of the constitution, even in a manner contrary to the aforesaid Article 33, and that it can do so by virtue of the "law of necessity"; and, in such a case, whether one speaks of the "law of necessity" or of "reserve powers" it makes no material difference because both notions are two sides of one and the same juridical coin. Of course, resort to any legislative measures, as aforesaid, is and should, always, be subject to judicial control so as to ensure that such measures are justified by the calamity in relation to which they have been enacted." Σε μετάφραση: «Στη Chimonides v. Manglis
(1967)1 C.L.R. 125 υπήρξε δικαστική διαφωνία στο κατά πόσο τα θεμελιώδη δικαιώματα και αρχές, που διασφαλίζονται με τα Άρθρα (όπως τα 6, 23, 24, 25, 26, 28 και 30) που περιέχονται στο Μέρος ΙΙ του Συντάγματος, μπορεί να γίνουν αντικείμενο οποιουδήποτε περιορισμού ή δέσμευσης, εκτός εκείνων που προβλέπονται στο ρηθέν Μέρος ΙΙ, με την καταφυγή στα «κατάλοιπα εξουσίας» ('reserve powers' ή 'police powers') του κράτους. Έχοντας εξετάσει περαιτέρω το θέμα, ειδικά υπό το φως των επιχειρημάτων που προτάθηκαν από τους συνήγορους που εμφανίστηκαν ενώπιόν μας σε αυτή τη διαδικασία, εξακολουθώ να αποκλίνω προς την άποψη ότι δεν τίθεται θέμα να υποβάλλονται, σε περίοδο ομαλότητας, τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες, που διασφαλίζονται στο Μέρος ΙΙ του Συντάγματος, σε οποιουσδήποτε περιορισμούς ή δεσμεύσεις, εκτός εκείνους που προνοούνται σε αυτό το Μέρος, με τρόπο αντίθετο με το Άρθρο 33 του Συντάγματος. Έχω εντούτοις την άποψη ότι, όταν η Πολιτεία αντιμετωπίζει μια συμφορά που έχει ξεπεράσει τη θεραπευτική εμβέλεια Κήρυξης Κατάστασης Εκτάκτου Ανάγκης, κάτω από το Άρθρο 183 του Συντάγματος, η Πολιτεία μπορεί να προσφύγει σε μέτρα που συνεπάγονται τον περιορισμό ή τη δέσμευση ή, ακόμη, και τη στέρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών που διασφαλίζονται στο Μέρος ΙΙ του Συντάγματος, ακόμη και σε αντίθεση με το ρηθέν άρθρο 33, και ότι μπορεί να πράξει τούτο με βάση το «δίκαιο της ανάγκης» και, σε τέτοια περίπτωση, είτε κάποιος ομιλεί για το «δίκαιο της ανάγκης», ή «τα κατάλοιπα εξουσίας» δεν υπάρχει καμμιά ουσιώδης διαφορά, γιατί και οι δύο αυτές έννοιες είναι δύο πλευρές ενός και του ιδίου δικαιϊκού νομίσματος. Βεβαίως προσφυγή σε νομοθετικά μέτρα, ως ανωτέρω, υπόκειται και πρέπει πάντοτε να υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, για να διασφαλίζεται ότι αυτά τα μέτρα δικαιολογούνται από τη συμφορά σε σχέση με την οποία έχουν θεσπισθεί.» Με βάση τις πιο πάνω αρχές, κρίνουμε ότι ορθά κατέληξε το πρωτόδικο Δικαστήριο πως οι επίδικες νομοθετικές πρόνοιες, σε σχέση ειδικά με τις βακούφικες περιουσίες, εδικαιολογούντο με βάση την εφαρμογή του δικαίου της ανάγκης. Η Πολιτεία, κάτω από τις συνθήκες που δημιουργήθηκαν με την τουρκική εισβολή, είχε καθήκον να λάβει τα αναγκαία μέτρα για τη διαχείριση και προστασία των εγκαταλειφθεισών τουρκοκυπριακών περιουσιών προς το συμφέρον της κοινωνικής τάξης. Τα μέτρα αυτά σκοπό δεν είχαν τη θέσπιση μόνιμων περιορισμών ή στέρηση των δικαιωμάτων των νομίμων ιδιοκτητών, αλλά την προσωρινή, για όσο χρόνο ήταν αναγκαίο, προστασία και διαχείρισή της περιουσίας. Τα δε μέτρα που λήφθηκαν ήταν, κατά την άποψη μας, τα απολύτως αναγκαία και ανάλογα με την κατάσταση που έπρεπε να αντιμετωπισθεί. ..........................................................................». Στην Mehmet v Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, ΑΕ 33/13, ημ. 14.3.19, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αποτύπωσε και τούτα: « ................................................... Η εφεσείουσα πρόβαλε ότι ο εν λόγω Νόμος είναι αντίθετος με το ΄Αρθρο 23 του Συντάγματος, και ότι η συνταγματικότητα του δεν περισώζεται με βάση το δίκαιο της ανάγκης. Εισηγήθηκε ότι υπήρχε άλλη προσφερόμενη θεραπεία χωρίς να απαιτείται η παρέκκλιση από το Σύνταγμα ούτε και επίκληση του δικαίου της ανάγκης. Το πρωτόδικο δικαστήριο ανέφερε επί τούτου: "Επομένως, το θέμα δεν είναι εάν και κατά πόσο το Δίκαιο της Ανάγκης μπορεί να δικαιολογήσει ή όχι την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά το θέμα περιορίζεται στη διακρίβωση κατά πόσο η σχετική νομοθετική πρόνοια στο Νόμο που δίδει αυτή την εξουσία, μπορεί να δικαιολογηθεί ή όχι με το Δίκαιο της Ανάγκης. Και όπως ορθά επισημαίνει και η πλευρά της αιτήτριας, η συνταγματικότητα της νομοθεσίας εκείνης με την επίκληση της αρχής του Δικαίου της Ανάγκης επιβεβαιώθηκε τελεσίδικα από το Ανώτατο Δικαστήριο." Η συνταγματικότητα του Νόμου έχει επιβεβαιωθεί από τη νομολογία. Στην υπόθεση Α. Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.ά. v. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά.
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1275 και στην Shakir κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2013)3 Α.Α.Δ. 54, αποφασίστηκε ότι ο Νόμος δεν παραβιάζει το άρθρο 23 του Συντάγματος και ότι η εφαρμογή του δικαιολογείται με βάση το δίκαιο της ανάγκης. Στην υπόθεση Shakir ν. Δημοκρατίας
(2013)3 Α.Α.Δ.54 αναφέρεται ότι: "Αναφορικά με τη συνταγματικότητα του Νόμου, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξετάζει το θέμα στις σελ. 8 και 9 της απόφασής του και για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι πρόνοιες του Νόμου 139/91 (ο περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος του 1991) δεν αντιβαίνουν τις πρόνοιες του Άρθρου 23 του Συντάγματος, παραπέμπει και στην απόφαση Α. Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 1275, 1282, όπου αποφασίστηκε ότι ο Νόμος δεν καταστρατηγεί το Άρθρο 23 του Συντάγματος και οι νομοθετικές του πρόνοιες δικαιολογούνται στη βάση του δικαίου της ανάγκης. Ούτε στοχεύουν σε μόνιμο περιορισμό ή στέρηση δικαιωμάτων των νομίμων ιδιοκτητών, αλλά συνιστούν προσωρινή διαχείριση της περιουσίας για όσο χρόνο διαρκεί η έκρυθμη κατάσταση (δέστε και Suleyman v. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 99/2005 ημερομηνίας 21.5.2007). Η θέση αυτή του πρωτόδικου Δικαστή μας βρίσκει σύμφωνους και θεωρούμε πως οι προσωρινές αυτές πρόνοιες δικαιολογούνται από το δίκαιο της ανάγκης, λόγω της έκρυθμης κατάστασης και της εγκατάλειψης των περιουσιών από τους τουρκοκυπρίους, που μετέβησαν και εγκαταστάθηκαν στα κατεχόμενα ως εκ τούτου η θέσπιση του Νόμου εδικαιολογείτο." Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε με βάση το Νόμο, ο οποίος, με βάση την πιο πάνω νομολογία, κρίθηκε ότι δικαιολογείτο με βάση το δίκαιο της ανάγκης. .................................................. Με τους έκτο και έβδομο λόγους έφεσης η εφεσείουσα εισηγήθηκε ότι, το πρωτόδικο δικαστήριο, εσφαλμένα κατέληξε ότι ορθώς η, επίδικη, ιδιοκτησία, περιήλθε υπό τη διαχείριση του Κηδεμόνα. Σύμφωνα με την εφεσείουσα λανθασμένα ερμηνεύτηκαν οι όροι "Τουρκοκύπριος" και "Τουρκοκυπριακή περιουσία". Όπως προβλήθηκε, η επίδικη περιουσία δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως «εγκαταλελειφθήσα» και συνεπώς δεν θα μπορούσε να περιέλθει στη διαχείριση του Κηδεμόνα. Περαιτέρω τονίστηκε ότι, κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Νόμου, η περιουσία δεν ανήκε σε «Τουρκοκύπριο» και δεν συνιστούσε «Τουρκοκυπριακή περιουσία» εντός της εννοίας του Νόμου, καθότι η γιαγιά της εφεσείουσας, η οποία ήταν η ιδιοκτήτρια της επίδικης περιουσίας, είχε αποβιώσει πριν την έναρξη εφαρμογής του Νόμου και κατ' επέκταση δεν θα μπορεί να θεωρηθεί ως εγκαταλελειφθήσα περιουσία. Στο προοίμιο του Νόμου αναφέρεται, ως σκοπός θέσπισης του, η προστασία των εγκαταλειφθησών περιουσιών από τους Τουρκοκυπρίους. Και κατ' επέκταση για την προστασία τους τέθηκαν υπό τη διαχείριση του Κηδεμόνα. Σύμφωνα με τους ορισμούς στο άρθρο 2 του Νόμου "Τουρκοκύπριος" σημαίνει: "Τουρκοκύπριο που δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και περιλαμβάνει εταιρεία ή άλλο νομικό πρόσωπο που ελέγχεται από Τουρκοκύπριο, καθώς και το Εβκάφ". «Τουρκοκυπριακή περιουσία» περιλαμβάνει κάθε ιδιοκτησία κινητή ή ακίνητη που ανήκει σε Τουρκοκύπριο και βρίσκεται στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και περιλαμβάνει και τη βακούφικη περιουσία.″ Ο χρόνος που λαμβάνεται υπόψη για να διαπιστωθεί εάν κάποιος είχε τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες, από τη Δημοκρατία, περιοχές, είναι ο χρόνος κατά τον οποίο τέθηκε σε ισχύ ο Νόμος. (Basma ν. Δημοκρατίας
(2013)3 Α.Α.Δ. 619). Είναι αναντίλεκτο ότι η γιαγιά της εφεσείουσας διέμενε, μονίμως, μέχρι το θάνατο της στις κατεχόμενες, από τους Τούρκους, περιοχές. Στην υπόθεση Rayize
(2008)1 Α.Α.Δ. 987 αποφασίστηκε, ότι με δεδομένο ότι ο τόπος διαμονής του αποβιώσαντος ήταν, κατά το χρόνο του θανάτου του, οι κατεχόμενες περιοχές, η περιουσία ενέπιπτε στον ορισμό Τουρκοκυπριακές περιουσίες. Το επιχείρημα που προβλήθηκε από την εφεσείουσα ήταν ότι η παρούσα υπόθεση, με βάση τα γεγονότα της, διαφοροποιείται από το σκεπτικό της Rayize, καθότι, στην εν λόγω απόφαση δεν αναφερόταν ο χρόνος θανάτου του αποβιώσαντος, και επίσης η τότε αιτήτρια, διέμενε στις κατεχόμενες περιοχές, κατ' αντίθεση προς την εφεσείουσα. Η εισήγηση περί διαφοροποίησης της υπόθεσης Rayize, δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Όπως σημειώσαμε, η γιαγιά της εφεσείουσας διέμενε, μέχρι το θάνατο της, στις κατεχόμενες περιοχές. Κατά την ημερομηνία θέσπισης του Νόμου εξακολουθούσε να είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια της επίδικης περιουσίας και ορθώς η περιουσία αυτή είχε επέλθει υπό τη διαχείριση του Κηδεμόνα, με βάση τις πρόνοιες του Νόμου για σκοπούς προστασίας της. Πρωτοδίκως το πιο πάνω θέμα έτυχε εκτενούς ανάλυσης, με το δε, πιο κάτω, σκεπτικό του πρωτόδικου δικαστηρίου συμφωνούμε. Κρίνουμε σκόπιμο όπως παραθέσουμε το σχετικό απόσπασμα: "Κατά την άποψή μου, το γεγονός ότι κατά το 1991, που τέθηκε σε ισχύ ο Νόμος, η Τουρκοκύπρια ιδιοκτήτρια της περιουσίας είχε αποβιώσει από ετών, αυτό δεν σημαίνει ότι καμιά συνήθη διαμονή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είχε, για σκοπούς εφαρμογής του Νόμου. Η αποβιώσασα διέμενε μόνιμα στις κατεχόμενες περιοχές μέχρι την ημερομηνία θανάτου της και παρέμεινε ως εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια της περιουσίας κατά το 1991 και μετέπειτα. Ο σκοπός για τον οποίο θεσπίστηκε ο Νόμος ήταν να προστατεύσει τις περιουσίες οι οποίες εγκαταλείφθηκαν στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και να αποτρέψει την τυχόν καταστροφή, πρόκληση ζημιάς ή αλόγιστη εκμετάλλευσή τους από τρίτα πρόσωπα. Εάν η ιδιοκτήτρια αυτή βρισκόταν εν ζωή κατά το 1991, αναμφίβολα η επίδικη περιουσία θα περιέρχετο στον Κηδεμόνα για προστασία και διαχείριση. Το γεγονός του θανάτου της, όχι μόνο δεν είναι στοιχείο που έθετε την περιουσία εκτός του ελέγχου από τον Κηδεμόνα, αλλ΄ αντίθετα θα έλεγα, ισχυροποιούσε την ανάγκη για προστασία και διαχείριση της εγκαταλειφθείσας αυτής περιουσίας, αφού το μόνο πρόσωπο που θα μπορούσε να την ελέγξει είχε αποβιώσει. Ούτε και μπορεί πιστεύω να λεχθεί ότι από την ημερομηνία θανάτου της αποβιώσασας και μετέπειτα, "ιδιοκτήτες" της περιουσίας θα μπορούσε για σκοπούς του Νόμου να θεωρηθούν οι κληρονόμοι ή δικαιούχοι σε εγγραφή της περιουσίας της αποβιώσασας. Κατά το 1991, που τέθηκε σε ισχύ ο Νόμος και είναι ο ουσιώδης χρόνος, κανένας δεν γνώριζε, ούτε είχε διακριβωθεί ποιοι θα ήταν οι κληρονόμοι της αποβιώσασας, ή έστω ο διαχειριστής της περιουσίας της. Όπως διαπιστώνεται από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αίτηση για χορήγηση εγγράφων διαχείρισης της περιουσίας της αποβιώσασας έγινε κατά το 2006 αφού, όπως αναφέρεται στη συνημμένη στην Ένσταση Δήλωση Διαχειριστή, το διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου με το οποίο η αιτήτρια είχε διοριστεί διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιώσασας μετά συνημμένης διαθήκης, είχε εκδοθεί στην Αίτηση αρ. 274/2006, κατά την 11.9.
- Θα ήταν επομένως αδιανόητο είτε να θεωρηθεί η αιτήτρια ως ιδιοκτήτρια ή δικαιούχος αναδρομικά από τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή το 1991, είτε να εκληφθεί ότι επειδή κατά το 2006 κατέστη ή αναγνωρίστηκε ως δικαιούχος, να μη θεωρείται πλέον η περιουσία της αποβιώσασας ως εγκαταλειφθείσα και περιελθούσα ή παραμένουσα υπό τη διαχείριση του Κηδεμόνα." Υπήρξε, προβλήθηκε από την εφεσείουσα με τον όγδοο λόγο έφεσης, παραβίαση, εκ μέρους των εφεσιβλήτων, των Γενικών Αρχών, του Διοικητικού Δικαίου. Ο λόγος έφεσης έχει πολλά σκέλη. Το πρώτο σκέλος αφορά την εισήγηση ότι ο Κηδεμόνας δεν είχε εξουσία να διαχειριστεί την επίδικη περιουσία. Για το θέμα αυτό έχουμε ήδη αποφανθεί πιο πάνω, καταλήγοντας ότι ο Κηδεμόνας είχε εξουσία να διαχειρίζεται την επίδικη περιουσία και κατ' επέκταση δυνατότητα λήψης της προσβαλλόμενης απόφασης. Το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού αφορά την έλλειψη αιτιολογίας, επειδή, όπως προβλήθηκε, δεν προκύπτει το αίτιο για το οποίο ο Κηδεμόνας έλαβε την προσβαλλόμενη απόφαση. Δεν μας βρίσκει σύμφωνους η προσέγγιση αυτή. Ο Κηδεμόνας έθεσε τον εν λόγω όρο έχοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της υπόθεσης, δεδομένης της ηλικίας της κατόχου της ιδιοκτησίας. (Σχετική επιστολή ημερομηνίας 12.5.2009). Αυτό ικανοποιεί την απαίτηση για ικανοποιητική αιτιολογία στη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης. Προβλήθηκε περαιτέρω από την εφεσείουσα ότι παραβιάστηκε η αρχή της ισότητας και το περί δικαίου αίσθημα, καθότι έτυχε, όπως ισχυρίστηκε, κατά δυσανάλογο τρόπο, άδικης μεταχείρισης. Επίσης ότι ο Κηδεμόνας ενήργησε κακόπιστα. Εισηγήθηκε ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι προσωπικές και οικονομικές της συνθήκες, παρά μόνο λήφθηκε υπόψη η στέγαση της εκτοπισμένης πρόσφυγα. Και επί του προκειμένου διαφωνούμε με την πιο πάνω εισήγηση. Όπως αναφέρεται στην επιστολή ημερ. 3 Μαΐου 2006, το σπίτι εντός, του τεμαχίου (της εφεσείουσας), είχε ανεγερθεί σύμφωνα με το τότε σχέδιο της αυτοστέγασης. Το γεγονός ότι επιτράπηκε στην πρόσφυγα να διαμείνει, εφ' όρου ζωής ή μέχρι τη λήξη της έκρυθμης κατάστασης, στο σπίτι στο οποίο διέμενε από το 1977, με κανένα τρόπο δεν καταδεικνύει ότι η εφεσείουσα είχε τύχει άδικης μεταχείρισης. Αντιθέτως, ο Κηδεμόνας σταθμίζοντας τα περιστατικά της υπόθεσης, τηρώντας την αρχή της αναλογικότητας, με βάση τα ενώπιον του στοιχεία, ευλόγως κατέληξε στην προσβαλλόμενη απόφαση του. Επίσης παρατηρούμε από τα στοιχεία του φακέλου, ότι, μέχρι τη μεταβίβαση των τεμαχίων στην εφεσείουσα, της παραχωρείτο μέρος του ενοικίου που καταβαλλόταν, καθώς και ότι παράλληλα της είχαν προταθεί διαθέσιμες τουρκοκυπριακές οικίες για στέγαση, τις οποίες δεν αποδέχθηκε. Όπως ορθά αναφέρει το πρωτόδικο Δικαστήριο: "Ο Κηδεμόνας εξισορρόπησε ορθά τα δικαιώματα και τις ανάγκες τόσο της δικαιούχου σε εγγραφή της κατοικίας, όσο και της εκτοπισθείσας ενοίκου, εγκρίνοντας αφενός την εγγραφή και μεταβίβαση της κατοικίας στην πρώτη και συνάμα διασφαλίζοντας ότι η εκτοπισθείσα υπερήλικας δεν θα αναγκαζόταν να εκκενώσει την κατοικία στην οποία διέμενε από το 1977, αλλά θα παρέμενε εκεί για όσα χρόνια της απέμειναν ή μέχρι τη λήξη ισχύος του Νόμου." ....................................................». Πιο πρόσφατα - και με άμεση χρήση σε πλείστα όσα απασχολούν εδώ, ως θα διαφανεί και αργότερα - στην Χακκή Διαχειρίστρια του Βακουφίου του ΧΧΧΧΧ Εφέντη ν Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και Άλλων, ΠΕ 320/12, ημ. 11.12.19, το Ανώτατο Δικαστήριο (διά του Γιασεμή, Δ.), είπε: «................................................... Η εφεσείουσα, με την αγωγή αρ. 7413/2010, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, (η «αγωγή»), διεκδίκησε την απόδοση προς την ίδια της κατοχής συγκεκριμένης ακίνητης περιουσίας, (η «περιουσία»), καθώς, επίσης, αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση σε αυτήν και δεδουλευμένα ενοίκια για συγκεκριμένη περίοδο, η οποία προηγήθηκε της εν λόγω, κατ' ισχυρισμό, επέμβασης. ΄Οπως ισχυρίζεται, η περιουσία τελεί υπό το καθεστώς βακουφίου και η ίδια είναι η mutevelli (διαχειρίστριά) της, σε διαδοχή των προκατόχων της στην εν λόγω θέση. Μετά από δικονομικό διάβημα των εφεσιβλήτων, η αγωγή απορρίφθηκε, σε εντελώς αρχικό στάδιο στη διαδικασία, η δε απόφαση που οδήγησε στην πιο πάνω κατάληξη αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας έφεσης. Η εφεσείουσα περιεβλήθη την ιδιότητα της ενάγουσας στην αγωγή, ως η φερόμενη mutevelli της περιουσίας. Η αγωγή στρεφόταν εναντίον της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, εφεσίβλητης 1, εναγομένης 1, με συγκεκριμένη απαίτηση για δεδουλευμένα ενοίκια αναφορικά με την περίοδο από 1.1.1976 μέχρι 31.12.1978, ως κατέχουσας την περιουσία δυνάμει συμφωνίας ενοικίασης, η οποία είχε συνομολογηθεί με τον προηγούμενο mutevelli το
- Στρεφόταν, επίσης, εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, εφεσίβλητου 2, εναγομένου 2, ως του κατά νόμο εκπροσώπου της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως κατέχουσας, παράνομα, την περιουσία από την 1.1.1979 μέχρι την καταχώριση της αγωγής στις 31.8.
- Εναντίον της υπήρχε απαίτηση για άρση της επέμβασης και για αποζημιώσεις, για όσο χρόνο αυτή διαρκούσε. Εναγόμενος 3 στην ίδια αγωγή ήταν ο εφεσίβλητος 3, Υπουργός Εσωτερικών, υπό την ιδιότητά του ως Κηδεμόνας της περιουσίας, δυνάμει του άρθρου 3 του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και ΄Αλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου του 1991, (Ν. 139/1991), (ο «Νόμος»). Η θέση της εφεσείουσας σε σχέση με αυτόν είναι ότι η περιουσία δεν ενέπιπτε υπό τη, δυνάμει του Νόμου, διαχείρισή του. Η περιουσία βρίσκεται στην ενορία Αγίου Ανδρέα στη Λευκωσία και αφορά το τεμάχιο xx3, αρ. εγγραφής xx/xx, φύλλο/σχέδιο XXI/xx.x.x, τμήμα xx. ΄Οπως γίνεται δε αντιληπτό από τα πιο πάνω στοιχεία μαρτυρίας, πρόκειται για τουρκοκυπριακή περιουσία, η οποία βρίσκεται στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. ΄Οσον αφορά την ίδια την εφεσείουσα, αυτή είναι Τουρκοκύπρια, η οποία έχει, όπως ανέκαθεν είχε, σύμφωνα με ισχυρισμό της, τη μόνιμη διαμονή της στην κατεχόμενη Λευκωσία. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί αποτέλεσαν το υπόβαθρο για την υποβολή από την εφεσίβλητη 1 αίτησης στο Επαρχιακό Δικαστήριο, με την οποία ζητείτο η απόρριψη της αγωγής, για το λόγο ότι η εφεσείουσα δεν είχε δικαίωμα να προβεί στην καταχώρισή της. Την αίτηση αυτήν υιοθέτησαν, στο σύνολό της, οι εφεσίβλητοι 2 και
- Επί της ουσίας, η θέση των εφεσιβλήτων ήταν, βασικά, κοινή· ότι δικαίωμα για καταχώριση αγωγής, όπως η υπό αναφορά, είχε μόνο ο εφεσίβλητος 3, ως Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών και σύμφωνα με το Νόμο. Υπήρξε ένσταση από μέρους της εφεσείουσας, η οποία αναπτύχθηκε με διάφορους λόγους. Η διαδικασία οδηγήθηκε σε ακρόαση, η οποία κατέληξε στην έγκριση της αίτησης, με την αποδοχή της θέσης, ανωτέρω, των εφεσιβλήτων και την απόρριψη, συνακόλουθα, της αγωγής. Ο ευπαίδευτος Πρόεδρος, ο οποίος επιλήφθηκε πρωτόδικα της αίτησης, έκρινε πως κανένας από τους προβληθέντες λόγους ένστασης δεν ευσταθούσε και ότι η περιουσία ενέπιπτε, σε όλες τις χρονικές περιόδους που ενδιέφεραν την αγωγή και αναφέρονται πιο πάνω, στις πρόνοιες του Νόμου. Επομένως, αυτή υπόκειτο σε διαχείρισή της από τον Κηδεμόνα, ο οποίος ήταν ο μόνος που είχε αρμοδιότητα να προβεί, μεταξύ άλλων, στην έγερση αγωγής, προκειμένου να επιτυγχανόταν η προστασία της, όπως και οποιωνδήποτε άλλων συναφών ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων του Τουρκοκύπριου ιδιοκτήτη της, ήτοι της εφεσείουσας, ως της φερομένης mutevelli σε σχέση με αυτή. Η εφεσείουσα καταχώρισε κατά της πιο πάνω απόφασης την παρούσα έφεση και, με οκτώ από τους εννέα λόγους που προβάλλει σε αυτήν, επιδιώκει την ανατροπή της. Βασικά, πρόκειται για τους ίδιους λόγους που είχε προβάλει στην ένστασή της, πρωτοδίκως, οι οποίοι απορρίφθηκαν. Ο ένατος λόγος αφορά στο θέμα των εξόδων. Η έκβασή του θα κριθεί στο τέλος, ανάλογα και με την κατάληξη επί των υπολοίπων λόγων έφεσης. ΄Ενα προκαταρκτικό θέμα, το οποίο ηγέρθη με το λόγο έφεσης 3, αφορά στη θέση πως, αν κάποιος νομιμοποιείτο στην καταχώριση της υπό αναφορά αίτησης, αυτός ήταν ο Κηδεμόνας, εφεσίβλητος
- ΄Οπως αναφέρθηκε, ήδη, την αίτηση καταχώρισε η εφεσίβλητη 1, η οποία, ως εναγομένη στην αγωγή, είχε κάθε δικαίωμα προς τούτο. Οι εφεσίβλητοι 2 και 3, εναγόμενοι στην ίδια αγωγή, την υιοθέτησαν. Δε χρειάστηκε, έτσι, να καταχωρίσουν, ο κάθε ένας τη δική του, ξεχωριστή αίτηση, όπως θα μπορούσε να ήταν η περίπτωση, με συνέπεια να μην επιδικαστούν έξοδα προς όφελός τους. Τους δόθηκε, όμως, η δυνατότητα, εφόσον ήταν άμεσα ενδιαφερόμενοι στην αγωγή, να προβάλουν τις θέσεις τους κατά τη διάρκεια της ακρόασης της κοινής, πλέον, αίτησης. Δε διαπιστώνεται οτιδήποτε το μεμπτό σε σχέση με την πιο πάνω διαδικασία, ως η σχετική εισήγηση περί του αντιθέτου εκ μέρους της εφεσείουσας. Σημειώνεται δε πως, στη συνέχεια, οι εφεσίβλητοι 2 και 3 προστέθηκαν, υπό την πιο πάνω ιδιότητά τους, ως διάδικοι στην παρούσα έφεση και έλαβαν, ανεπιφύλακτα, μέρος σε ό,τι ακολούθησε σε σχέση με αυτή. Το κεντρικό θέμα των υπολοίπων λόγων έφεσης αφορά στη θέση ότι το εκδικάσαν Δικαστήριο λανθασμένα αποφάσισε πως η περιουσία διέπετο από τις πρόνοιες του Νόμου και υπόκειτο σε διαχείριση από τον Κηδεμόνα. Η θέση τούτη προωθήθηκε στη βάση επιμέρους εισηγήσεων, οι οποίες αποτελούν το αντικείμενο της εξέτασης που ακολουθεί. Αυτή δε θα διενεργηθεί με αναφορά, αποκλειστικά, στους δικογραφημένους ισχυρισμούς της εφεσείουσας, που αποτελούν το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου βασίστηκαν οι εφεσίβλητοι για την ανάληψη της διαδικασίας πρωτόδικα, και με την υπόθεση ότι οι προβαλλόμενες με αυτούς απαιτήσεις αναγνωρίζονται, ως αγώγιμες, από το κυπριακό ουσιαστικό δίκαιο. Μια τέτοια εισήγηση, η οποία προβλήθηκε εκ μέρους της εφεσείουσας, αφορά στο ότι ο προηγούμενος mutevelli ουδέποτε εγκατέλειψε την περιουσία και, δη, υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται στο Προοίμιο του Νόμου. Αντίθετα, αυτός άσκησε τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα της εν λόγω θέσης του σε σχέση με την περιουσία και λάμβανε ενοίκια από την εφεσίβλητη 1 μέχρι και την 31.12.
- Παρατηρείται, συναφώς, πως, έστω και έτσι να είχαν τα πράγματα, ως η εισήγηση ανωτέρω, αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η υπό αναφορά περιουσία έχει χαρακτηριστικά που την εντάσσουν κάτω από ορισμένες πρόνοιες του Νόμου. Συγκεκριμένα, αυτή, ακόμα και ως βακούφικη, εμπίπτει στον ορισμό «τουρκοκυπριακή περιουσία», ανήκουσα σε «Τουρκοκύπριο», όρος ο οποίος περιλαμβάνει και το Εβκάφ. Οι όροι τούτοι παρατίθενται στο άρθρο 2 του Νόμου και έχουν ως εξής:- «'τουρκοκυπριακή περιουσία' περιλαμβάνει κάθε ιδιοκτησία κινητή ή ακίνητη που ανήκει σε Τουρκοκύπριο και βρίσκεται στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και περιλαμβάνει και τη βακούφικη περιουσία·» «'Τουρκοκύπριος' σημαίνει Τουρκοκύπριο που δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και περιλαμβάνει εταιρεία ή άλλο νομικό πρόσωπο που ελέγχεται από Τουρκοκύπριο, καθώς και το Εβκάφ·» Οι πιο πάνω πρόνοιες έτυχαν εξέτασης από το Ανώτατο Δικαστήριο και αποφασίστηκε ότι αυτές είναι απόλυτα σαφείς, ώστε να μην επιδέχονται ερμηνείας άλλης από εκείνην που προκύπτει από τη σημασία των λέξεών τους. Για την ερμηνεία τους, δεν απαιτείται, όπως διαπιστώθηκε, η συνδρομή του προοιμίου του Νόμου, όπου γίνεται αναφορά σε περιουσίες οι οποίες εγκαταλείφθηκαν συνεπεία της μαζικής μετακίνησης του τουρκοκυπριακού πληθυσμού, ως αποτέλεσμα της τουρκικής εισβολής. Με το θέμα τούτο, ασχολήθηκε, ειδικά, η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Bahchecioglou κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 426, στην οποία αποφασίστηκε, στη σελίδα 436, ότι, στο επίκεντρο των όρων αυτών, είναι ο όρος «Τουρκοκύπριος» και πως «εγκαταλειφθείσα περιουσία» αφορά, γενικά, σε περιουσία τέτοιου προσώπου, «που δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές». Η, ως άνω, θέση επιβεβαιώθηκε, ουσιαστικά, στην υπόθεση Κίτση ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Α.Α.Δ. 1077, όπου, με αναφορά στο Νόμο, παρατηρείται, στη σελίδα 1088, πως: «Μέλημα του νόμου είναι η προστασία των Τ/Κ περιουσιών και η προσωρινή διαχείριση τους διαρκούσης της έκρυθμης κατάστασης που δημιουργήθηκε από την Τουρκική Εισβολή και μέχρι την τελική διευθέτηση του θέματος.» Υπό το φως της πιο πάνω αποφασιστικής για την έκβαση της υπόθεσης εκείνης παρατήρησης, προηγούμενη αναφορά, στην ίδια υπόθεση, με λεκτικό το οποίο παραπέμπει στο προοίμιο του Νόμου, εμφανώς, αποτελεί obiter dictum. Επομένως, η θέση της νομολογίας σε σχέση με το υπό εξέταση θέμα, δεδομένων των προαναφερθεισών προνοιών, είναι σαφής· ταυτίζει χρονικά την εγκατάλειψη τουρκοκυπριακών περιουσιών με τη συνέχιση της έκρυθμης κατάστασης, ενεργοποιώντας, έτσι, αναφορικά με αυτές, τις λοιπές πρόνοιες του Νόμου. Κεντρική θέση στο Νόμο έχει το άρθρο 3, με βάση το οποίο: «Ο Υπουργός διορίζεται ... Κηδεμόνας των Τουρκοκυπριακών περιουσιών και τις διαχειρίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του ... διαρκούσης της έκρυθμης κατάστασης ...». Αυτή, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 του Νόμου, σημαίνει «... τη συνεπεία της τουρκικής εισβολής δημιουργηθείσα κατάσταση η οποία εξακολουθεί να υπάρχει μέχρις ότου το Υπουργικό Συμβούλιο, με γνωστοποίησή του δημοσιευομένη στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ορίσει ημερομηνία λήξης της ...·». Διαρκούσης δε της εν λόγω κατάστασης, ο Κηδεμόνας, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Νόμου, κατά τη διαχείριση των τουρκοκυπριακών περιουσιών και την άσκηση των αρμοδιοτήτων του, συναφώς, «... θα έχει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που θα είχε ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης τους:». Οι πιο πάνω βασικές διατάξεις καθορίζουν το γενικό πλαίσιο εντός του οποίου εφαρμόζονται οι πρόνοιες που ακολουθούν. Δεδομένου του, ως άνω, πλαισίου, ο νομοθέτης, κατά τη θέσπιση του Νόμου, επέδειξε ιδιαίτερη προσοχή για τη διασφάλιση της προστασίας των περιουσιών και των συναφών περιουσιακών δικαιωμάτων των Τουρκοκυπρίων που διέπονται από τις πρόνοιές του, παρέχοντας ανάλογες εξουσίες και αρμοδιότητες στον Κηδεμόνα. Στην υπόθεση Korkut Perihan v. Γεωργίου
(2008)1 Α.Α.Δ. 905, στις σελίδες 915 και 916, με παραπομπή στις σχετικές πρόνοιες, γίνεται αναφορά στην έκταση και στη φύση της προστασίας, καθώς, επίσης, στους περιορισμούς που θέτει ο Νόμος σε σχέση με τις υπό αναφορά περιουσίες. Οι αρμοδιότητες του Κηδεμόνα κατά την άσκηση των εν λόγω εξουσιών του παρατίθενται, με λεπτομέρεια, στο άρθρο 6 του Νόμου. Στο πλαίσιο αυτού, γίνεται πρόβλεψη, διά των σαφών προνοιών του στο εδάφιο (η), ώστε να μην επηρεάζονται, κατά οποιοδήποτε τρόπο, δυσμενώς τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων, όσον αφορά τις περιουσίες τους που εμπίπτουν στις διατάξεις του Νόμου, πέραν του ό,τι είναι, αναλογικά, αναγκαίο προς το δημόσιο συμφέρον, δεδομένης της συνέχισης της έκρυθμης κατάστασης και των αναγκών των προσφύγων, όπως προνοείται στο άρθρο 7 του Νόμου. Η εξουσία τούτη ασκείται σε σχέση με υφιστάμενα κατά το χρόνο έναρξης του Νόμου, την 1.7.1991, ιδιοκτησιακά δικαιώματα, περιλαμβανομένου και του δικαιώματος για έγερση αγωγής. ....................................................». Με βάση αυτά η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την αντισυνταγματικότητα ή τη μη εφαρμογή του Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου 139/91 ή και του Περί Εβκάφ και Βακουφίων Νόμου, Κεφ.337, αφού οι λεπτομέρειες που άπτονται τής υπόθεσης, δεν ανατρέπουν την πεμπτουσία των (δεσμευτικώς ή και καθοδηγητικώς αποφασισθέντων) ζητημάτων συνταγματικής αρχής και νομοθετικής τάξης που η ενάγουσα προώθησε. Άπασες οι περί ων ο λόγος εισηγήσεις της ενάγουσας απορρίπτονται. Προτού προχωρήσω με τα άλλα ευρήματα (αλλά και ως μέρος αυτών), επιβάλλεται ανάλυση και απόφανση επί δύο θεματικών οι οποίες θα εξεταστούν σε διάζευξη η μια προς την άλλη και ανεξαρτήτως της κατάληξης και επίδρασης που τούτη μπορεί να έχει στην τύχη της αγωγής. Η πρώτη θεματική, αφορά στη δικογραφημένη (εν είδει προδικαστικής ένστασης) θέση των εναγομένων στην παράγραφο 1 της Τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης, πως η αγωγή (η οποία καταχωρίστηκε στις 20.12.12) «. είναι πρόωρη καθότι δεν έχει εξεταστεί και ή απορριφθεί συγκεκριμένο αίτημα της αιτήτριας σε σχέση με τους ισχυρισμούς και θέσεις της στην παρούσα αγωγή». Είναι αναντίρρητο ότι η ενάγουσα αποτάθηκε διά επιστολής προς τον Υπουργό Εσωτερικών την 2.12.12, ως το Τεκμήριο 7, με υποστήριγμα και το άρθρο 6Α
(2)του Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου 139/
- Ο Υπουργός Εσωτερικών απάντησε στην επιστολή, την 18.9.14, ως το Τεκμήριο
- Η επιστολή/Τεκμήριο 8 παραλήφθηκε από την ενάγουσα στις 24.9.14 (δύο σχεδόν έτη μετά την καταχώριση της αγωγής). Με αυτή, ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, πληροφόρησε την ενάγουσα πως το αίτημα της είχε εξεταστεί, πλην όμως δεν κατέστη δυνατόν να εγκριθεί, λόγω του ότι: « .................................................... (α) διοριστήκατε ως Διαχειρίστρια των αιτούμενων ακινήτων στις 16.3.2010 από τη Διεύθυνση Βακουφίων με βάση το άρθρο 337 του Νόμου των Βακουφίων και το σχετικό καταστατικό και διαθέτετε τα απαραίτητα έγγραφα που σας διορίζουν ως τη νέα mutevelli της επίδικης περιουσίας, τα οποία όμως εκδόθηκαν από Οργανισμό που λειτουργεί στις μη ελεγχόμενες περιοχές. (β) μετά την Τουρκική εισβολή το 1974, οι Τ/Κ περιουσίες περιήλθαν στον Κηδεμόνα Τ/Κ Περιουσιών με το Νόμο 139/91 ο οποίος τις διαχειρίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις (Ν 139/91 έως 68(Ι)/2012) που αφορούν, μεταξύ άλλων, την προστασία των νόμιμων ιδιοκτητών και την κάλυψη προσωρινών αναγκών μέχρι τη λήξη της έκρυθμης κατάστασης. Επίσης με βάση το άρθρο 2 της υπό αναφορά νομοθεσίας, στις Τ/Κ περιουσίες περιλαμβάνονται και η Βακούφικη περιουσία καθώς και περιουσία του Εβκάφ. (γ) σημειώνεται, επίσης, ότι με βάση την υπάρχουσα νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου η βακούφικη περιουσία έχει περάσει στη διαχείριση του Κηδεμόνα και εφόσον διαρκεί η έκρυθμη κατάσταση οποιαδήποτε βακούφικη περιουσία δε μπορεί να εγγραφεί επ' ονόματι συγκεκριμένου Διαχειριστή (mutevelli) και παραμένει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Κηδεμόνα. (δ) Η εφαρμογή του Νόμου 139/91 και η ενεργοποίηση των εξουσιών του Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα έχει καταστήσει ανενεργές τις διατάξεις του άρθρου 55 του Κεφ. 337 περί Εβκάφ και Βακουφίου Νόμου. ....................................................». Περαίνεται χωρίς πολλά ότι η ενάγουσα καταχώρισε την αγωγή πολύ πριν το αίτημα της απορριφθεί από τον Υπουργό Εσωτερικών, με παρεπόμενο - και κατά τις προβλέψεις του άρθρου 6Α του Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου 139/91- η προσφυγή της με την αγωγή να κατατάσσεται ως πρώιμη. Καμιά νομιμοποιητική βάση προωθήθηκε πειστικώς από την ενάγουσα για την αποτυχία της να ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις της νομοθεσίας. Το αν υπήρξε καθυστέρηση στην απάντηση του Υπουργού Εσωτερικών στο αίτημα της ενάγουσας, δεν αποτελεί συστατικό που θα μπορούσε να αμβλύνει (ως ζήτημα νομοθετικής αρχής, ερμηνείας και πραγματικών γεγονότων), τις συνθήκες της περίπτωσης, αφού αν πρόθεση του Νομοθέτη ήταν πραγματικώς η συμπερίληψη παρεκκλίσεων τού είδους και φύσης που συζήτησε η ενάγουσα, τότε αυτές θα περιλαμβάνονταν στο υπό ανάλυσιν άρθρο 6Α του Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου 139/
- Εν σχέσει προς τη θεματολογία αυτή, σημαίνοντα είναι και όσα απεφάσισε το Ανώτατο Δικαστήριο στην Χακκή, Διαχειρίστρια του Βακουφίου του ΧΧΧΧΧ Εφέντη ν Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και Άλλων, ΠΕ 320/12, ημ. 11.12.19, όπου λέχθηκαν και αυτά: « ................................................... Το εκδικάσαν Δικαστήριο, τέλος, εξέτασε τη θέση των εφεσιβλήτων ότι η εφεσείουσα όφειλε να είχε αποταθεί στον Υπουργό Εσωτερικών για ικανοποίηση των πιο πάνω απαιτήσεών της και, αφού λάμβανε αρνητική απάντηση, αυτής συνιστώσας παραβίαση προνοιών της Σύμβασης, όπως η ίδια διατείνετο ότι ήταν η περίπτωσή της, τότε να προέβαινε στην καταχώριση της υπό αναφορά αγωγής. Εκ μέρους της εφεσείουσας, έγινε εισήγηση ότι οι εφεσίβλητοι δεν πρόβαλαν τον πιο πάνω λόγο με την αίτησή τους. Παρατηρείται, όμως, ότι αυτοί τον πρόβαλαν με την αγόρευσή τους και τούτο θεωρείται ότι ήταν αρκετό, δεδομένης της δικαιοδοτικού χαρακτήρα πρόνοιας που υπάρχει στο άρθρο 6Α
(2)του Νόμου, όπως θα αναφερθεί στη συνέχεια, ώστε να δικαιολογείτο η εξέτασή του πρωτοδίκως. Το άρθρο 6Α
(2)προβλέπει, σχετικά, τα εξής:- «Πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι λόγω της εφαρμογής πρόνοιας του παρόντος Νόμου στη δική του περίπτωση παραβιάστηκε οποιοδήποτε δικαίωμα που κατοχυρώνει η πιο πάνω Σύμβαση ή και τα Πρωτόκολλά της, δικαιούται, εάν απορριφθεί σχετικό αίτημά του στον Υπουργό, να προσφύγει στο επαρχιακό δικαστήριο με αγωγή κατά της Δημοκρατίας και του Κηδεμόνα για την κατ' ισχυρισμόν παραβίαση και να αξιώσει για την παραβίαση τις θεραπείες που προβλέπονται στο παρόν άρθρο:» Πασιφανώς, η πιο πάνω πρόνοια έχει ως σκοπό την προώθηση, δικαστικώς, του δικαιώματος που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 6Α και καθιστά αγώγιμη την παραβίαση δικαιώματος που κατοχυρώνει η Σύμβαση ή και τα Πρωτόκολλά της. Η τήρηση της διαδικασίας η οποία προβλέπεται στο εδάφιο
(2)που ακολουθεί και αφορά στην υποβολή σχετικού αιτήματος στον Υπουργό Εσωτερικών και στην απόρριψη αυτού, αποτελεί προϋπόθεση, για να είναι επιτρεπτή προσφυγή ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου, με την έγερση της κατάλληλης αγωγής προς τον πιο πάνω σκοπό. Σε περίπτωση μη τήρησης της διαδικασίας αυτής, το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται, ουσιαστικά, εξουσίας να επιλαμβάνεται τέτοιας αγωγής. Εν προκειμένω, αν η εφεσείουσα προωθούσε την αγωγή της στη βάση ότι συνεπεία της εφαρμογής του Νόμου υπήρξε, στην περίπτωσή της, παραβίαση προνοιών της Σύμβασης, το εκδικάζον Δικαστήριο, δεδομένων των προνοιών του άρθρου 6Α
(2), δε θα είχε εξουσία να της επιληφθεί. Η υπόθεση του Ε.Δ.Α.Δ. Niazi Kazali κ.ά. v. Κύπρου, Αίτηση Αρ. 49247/2008 κ.ά., 6.3.2012, αναγνωρίζει την ανάγκη τήρησης της διαδικασίας του άρθρου 6Α ως προϋπόθεση, για να δύναται, όμως, το ίδιο να επιληφθεί αίτησης η οποία τίθεται ενώπιόν του, αφού εξαντληθούν τα εσωτερικά ένδικα μέσα, όπως προβλέπεται στο ΄Αρθρο 35 της Σύμβασης». Έτσι, η αγωγή, πρόωρη ως είναι, κρίνεται απορρίψιμη άνευ ετέρου. Ανεξαρτήτως τούτου - και ως ήδη έχω προδιαγράψει ως μεθοδολογία - θα ασχοληθώ και με τη δεύτερη θεματική για την περίπτωση που οι συλλογισμοί μου στην πρώτη θεματική ήθελαν κριθεί δευτεροβαθμίως ως λαθεμένοι. Η δεύτερη θεματική - η οποία υπέχει δικαιοδοτικής συνάρτησης και με την πρώτη θεματική - σχετίζεται με τη νομιμοποίηση της ενάγουσας να εγείρει την αγωγή υπό την αναγραφόμενη στον τίτλο της αγωγής ιδιότητα της ενάγουσας ως διαχειρίστριας της επίδικης βακουφικής περιουσίας. Από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν προκύπτει αξιόπιστο πραγματικό υπόβαθρο από το οποίο να φύεται νομιμοποίηση της ενάγουσας να εγείρει την αγωγή. Οι θέσεις της ενάγουσας κατατάσσονται ως στερημένες βαρύτητας και εμβέλειας ώστε να οδηγήσουν σε άλλες δικαστικές σκέψεις για το αντίθετο. Περί του θέματος, άμεσα συναφή είναι και όσα κρίθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Χακκή, Διαχειρίστρια του Βακουφίου του ΧΧΧΧΧ Εφέντη ν Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και Άλλων, ΠΕ 320/12, ημ. 11.12.19, κατά τα εξής: «.................................................. Στην προκειμένη περίπτωση, το ζητούμενο είναι κατά πόσο η εφεσείουσα δικαιούτο να εγείρει την αγωγή και να προβάλει τις απαιτήσεις που έχουν προηγουμένως αναφερθεί. Ο ευπαίδευτος συνήγορός της εισηγήθηκε ότι αυτή είχε τέτοιο δικαίωμα, δεδομένου ότι οι προβληθείσες αιτίες προέκυψαν πριν από την έναρξη της ισχύος του Ν. 139/1991, την 1.7.
- Απόρριψη δε, πρωτόδικα, της αγωγής, αναγνωρίζοντας, συγχρόνως, δικαίωμα για καταχώρισή της στον Κηδεμόνα, είχε ως αποτέλεσμα, συνεχίζει η εισήγηση, τον, διά της αναδρομικής εφαρμογής του Νόμου, δυσμενή επηρεασμό του συναφούς δικαιώματος της εφεσείουσας. Παρέπεμψε, προς τούτο, σε σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, (Ε.Δ.Α.Δ.), η οποία πραγματεύεται το ΄Αρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως διά την προάσπισιν των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, (η «Σύμβαση»). Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι που εκπροσωπούν τους εφεσίβλητους, ουσιαστικά, εισηγήθηκαν ότι, με την εφαρμογή του Νόμου, δεν καταργούνται οι αιτίες τις οποίες πρόβαλε με την αγωγή της η εφεσείουσα. Αυτές εξακολουθούν να υφίστανται. Πλην, όμως, εκείνος που νομιμοποιείται στην αξίωσή τους, διά της έγερσης της κατάλληλης αγωγής, είναι, δυνάμει του Νόμου, ο Κηδεμόνας. Για σκοπούς της συζήτησης η οποία ακολουθεί, το θέμα που προσδιορίζεται ανωτέρω πρέπει, όπως έχει ήδη αναφερθεί, να εξεταστεί στη βάση των ισχυρισμών της εφεσείουσας, όπως αυτοί παρατίθενται στην έκθεση απαίτησής της. Είναι δε γεγονός ότι στο εν λόγω δικόγραφο προβάλλονται συγκεκριμένες αιτίες αγωγής, όπως τούτες περιγράφονται πιο πάνω, οι οποίες φέρεται να προέκυψαν πριν από την 1.7.
- Δε γίνεται, όμως, οποιαδήποτε αναφορά σε παραβίαση συγκεκριμένου άρθρου του Συντάγματος ή και της Σύμβασης. Μια αιτία που προβάλλει η εφεσείουσα και εμπίπτει στην πιο πάνω κατηγορία αφορά σε απαίτηση για δεδουλευμένα ενοίκια. Αυτή βασίζεται σε σύμβαση ενοικίασης, η οποία φέρεται να παραχωρήθηκε το 1963 και να έγινε μεταξύ της εφεσίβλητης 1, Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, και του προκατόχου της εφεσείουσας στη θέση του mutevelli. Ο Νόμος αναφέρεται, ειδικά, σε τέτοιες περιπτώσεις. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 6(ζ), προβλέπεται ότι ο Κηδεμόνας: «Ασκεί όλα τα δικαιώματα και εκτελεί όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από οποιαδήποτε νόμιμη σύμβαση στην οποία Τουρκοκύπριος ..., είναι συμβαλλόμενο μέρος αντί αυτού.» Επιπρόσθετα, όσον αφορά την προβαλλόμενη απαίτηση σε σχέση με τα δεδουλευμένα ενοίκια, καθώς, επίσης, την απαίτηση για αποζημιώσεις σε σχέση με την παράνομη κατοχή της περιουσίας από τη Δημοκρατία, αν υπήρξε τέτοια κατάσταση οποτεδήποτε πριν από την έναρξη της ισχύος του Νόμου, σχετικό είναι το άρθρο 6(β) αυτού. Σε τούτο, προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι ο Κηδεμόνας είναι αρμόδιος να: «Εγείρει ή υπερασπίζεται οποιαδήποτε αγωγή ή παραπομπή ή λαμβάνει μέρος σε οποιαδήποτε διαδικασία που αφορά Τουρκοκυπριακή περιουσία ..., η οποία θα ήταν επωφελής για την περιουσία αυτή ή τον ιδιοκτήτη.» ΄Οπως έχει, ήδη, επισημανθεί, η εφεσείουσα επικαλείτο τα εν λόγω αγώγιμα δικαιώματα ως υφιστάμενα κατά το χρόνο της έγερσης της αγωγής, στις 31.8.
- Εφαρμοζομένων δε των πιο πάνω προνοιών του Νόμου, αποκλειστική αρμοδιότητα για προώθησή τους δικαστικώς είχε ο Κηδεμόνας, (βλ. Κίτση ν. Γενικού Εισαγγελέα, ανωτέρω). Ως προς το θέμα του δικαιώματος κατοχής τουρκοκυπριακής περιουσίας, στην τελευταία πιο πάνω υπόθεση, κρίθηκε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 5 του Νόμου, όπως αυτό ήταν τότε διατυπωμένο, ήτοι το 2001, πως τούτο, με τη θέσπιση του Νόμου, είχε περιέλθει στον Κηδεμόνα. Από το 2003 και μετά, το θέμα του δικαιώματος κατοχής τέτοιας περιουσίας καλύπτεται από το ευρύτερης διατύπωσης νέο άρθρο 5, στο οποίο προβλέπεται ότι: «... ο Κηδεμόνας θα έχει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που θα είχε ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης τους:». Η πρόνοια αυτή, αναμφίβολα, περιλαμβάνει και το δικαίωμα για κατοχή. Επομένως, σε σχέση με την υπό αναφορά περιουσία, αυτός που έχει δικαίωμα στην κατοχή της είναι ο Κηδεμόνας και όχι η εφεσείουσα, (βλ. Υπουργός Εσωτερικών ν. Μυλωνά
(2002)1 Α.Α.Δ. 120). Ως εκ τούτου, η εφεσείουσα δε νομιμοποιείτο να απαιτεί την απόδοση της κατοχής της. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για την εφεσείουσα εισηγήθηκε, στην αγόρευσή του, ότι η ανάθεση στον Κηδεμόνα από το Νόμο αρμοδιότητας για άσκηση αγωγής σε σχέση με «τουρκοκυπριακή περιουσία», αφορώσας σε δικαίωμα το οποίο προϋπήρχε της έναρξης της ισχύος του Νόμου, παραβιάζει το ΄Αρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης. Παρέπεμψε δε, προς τούτο, σε νομολογία του Ε.Δ.Α.Δ. Τέτοιος ισχυρισμός, όμως, ο οποίος να προσδιορίζει τη φύση της παραβίασης, δεν προβλήθηκε, όπως έχει ήδη αναφερθεί, στο δικόγραφο της εφεσείουσας. ΄Ο,τι αυτή ισχυρίστηκε στην παράγραφο 15 της έκθεσης απαίτησής της είναι πως οι εφεσίβλητοι, με τη χρήση της περιουσίας, την οποία φέρεται να έκαμαν, «προκάλεσαν παραβίαση δικαιωμάτων παραλείψεις ή δραστηριότητες σε βαθμό που αντίκεινται στο Σύνταγμα και/ή παραβιάζουν κανόνες που καθορίζουν την προστασία των ελευθεριών και των βασικών δικαιωμάτων και την εφαρμογή των αποφάσεων που αφορούν την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εντός των συνόρων της Κυπριακής Δημοκρατίας.» Εμφανώς, οι πιο πάνω γενικοί ισχυρισμοί δεν καθορίζουν, με αναφορά στο Σύνταγμα και στη Σύμβαση, τις συγκεκριμένες πρόνοιες και, άρα, τα δικαιώματα που, κατ' ισχυρισμό, έχουν παραβιαστεί. Επομένως, αυτοί δεν μπορούσαν, πρωτόδικα, ούτε και κατ' έφεση μπορούν, να ληφθούν υπόψη και να εξεταστούν, (βλ. Investylia Ltd. v. Ταμπούρη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1325). ....................................................». Ως εκ των ως άνω - κρινόμενων των πραγμάτων εδώ εξ αρχής με βάση και τα ενεστώτα γεγονότα και περιστάσεις - η αγωγή καθίσταται απορριπτέα ως οι λόγοι στην Χακκή, Διαχειρίστρια του Βακουφίου του ΧΧΧΧΧ Εφέντη ν Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και Άλλων, ΠΕ 320/12, ημ. 11.12.19. Κατά συνέπειαν, η αγωγή καλεί σε απόρριψη. Έστω ότι η τρέχουσα δικαστική κρίση ήθελεν αποφασιστεί κατ' έφεσιν ως αποκλίνουσα από τα νομολογιακά και νομοθετικά πράγματα, παραθέτω τα απαιτούμενα για την περίσταση συμπληρωματικά ευρήματα μου, με κάποιες επαναλήψεις να είναι αναπόφευκτες λόγω και της αλληλουχίας των γεγονότων και της αναγκαιότητας αρραγούς συνοχής και ειρμού στον δικαστικό λόγο. Ως αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων μου ταξινομούνται και τα όσα έχουν ήδη αναφερθεί ανωτέρω ως περιγραφή και ανάλυση (υπό τις στοχεύσεις που κατά περίπτωσιν συζητούνταν), δίχως κατ' ανάγκην τούτα να έχουν προσδιοριστεί ορολογικώς ως ευρήματα ή και ως συμπεράσματα κατά τη δεδομένη στιγμή (βλ. κατ' αναλογίαν, Ζερβός ν Hellenic Bank Public Company Ltd
(2013)1(Γ) ΑΑΔ 2357, 2373, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Μαλιώτη (Αρ 2)
(1998)2 ΑΑΔ 167, 176). Η ενάγουσα - που είναι Τουρκοκύπρια (και αυτό απογράφεται στοιχειωδώς ως αναγκαίο εύρημα στη βάση της επίδικης διαφοράς και μόνον) - γεννήθηκε στην Ενορία Αγίας Σοφίας την 9.1.47 (βλ. Τεκμήριο 1). Ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, ανέλαβε νομίμως τη διαχείριση του ακινήτου κατά τους κρίσιμους χρόνους - με το ακίνητο να περιγράφεται, αναλύεται και τοποθετείται στην Έκθεση Εκτίμησης των εναγομένων (βλ. Τεκμήριο 21) και στο Πιστοποιητικό Εγγραφής Ακίνητης Ιδιοκτησίας (βλ. Τεκμήριο 2) - με βάση τον Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο 139/
- Τούτο, απορρέει από τα γεγονότα βάσει της αξιόπιστης μαρτυρίας που έγινε εδώ αποδεκτή αλλά και από την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Hakki v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και Άλλου, Προσφυγή 1/13, ημ. 27.4.18 και την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Hakki v Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή 59/13, ημ. 24.2.
- Η ενάγουσα διαμένει στις κατεχόμενες και μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές (έχοντας εκεί τη συνήθη διαμονή της και όχι στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές) και αυτό αφορά στους ουσιώδεις για την παρούσα αγωγή χρόνους. Ως εκ τούτου, το ακίνητο κατατάσσεται (και είναι κατά την υφιστάμενη νομική πραγματικότητα), ως εγκαταλειφθείσα περιουσία (βλ. κατ' αναλογίαν, Χακκή, Διαχειρίστρια του Βακουφίου του ΧΧΧΧΧ Εφέντη ν Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και Άλλων, ΠΕ 320/12, ημ. 11.12.19). Την 2.5.10, η ενάγουσα αιτήθηκε προς το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας όπως εγγραφούν στο όνομα της δύο ακίνητα υπό την ιδιότητα της αντιπροσώπου/διαχειρίστριας (mutevelli). Η αίτηση της απορρίφθηκε από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας την 10.12.10, αφού κρίθηκε ότι με τα υπάρχοντα στοιχεία δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί η εγγραφή του ακινήτου στο όνομα της ενώ παραλλήλως δεν νομιμοποιούνταν να επιζητεί εγγραφή του κατά τη διάρκεια της έκρυθμης κατάστασης, ως εκ της τουρκικής εισβολής. Ως προβλέπεται στον Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο 139/91, στον ορισμό των Τουρκοκυπριακών περιουσιών συγκαταλέγεται και η βακουφική περιουσία και το Εβκάφ. Η ενάγουσα προσέβαλε την απόφαση του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερομηνίας 10.12.10 στο Ανώτατο Δικαστήριο. Η προσφυγή απορρίφθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση να επικυρώνεται βάσει του Άρθρου 146.4(α) του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας (βλ. Hakki ν Υπηρεσίας Εθνικού Κτηματολογίου, Υπουργείο Εσωτερικών και Άλλων, Προσφυγή 209/11, ημ. 31.10.12). Εκεί, ο Ναθαναήλ, Δ., είπε και τούτα (τα οποία και συναποτελούν απόφανση και σκεπτικό μου): « ............................................. Η Δημοκρατία προβάλλει με την ένσταση της προδικαστικώς το ζήτημα ότι η ρύθμιση και η διαχείριση των αστικών περιουσιακών δικαιωμάτων των Τουρκοκυπρίων από τον Κηδεμόνα δυνάμει του Νόμου, εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού και όχι του δημοσίου δικαίου, εφόσον η διαχείριση αυτή δεν αποβλέπει στην εξυπηρέτηση οποιουδήποτε ζωτικού δημοσίου συμφέροντος. Εν πάση περιπτώσει, δυνάμει του Νόμου, η βακούφικη περιουσία έχει περάσει στη διαχείριση του Κηδεμόνα και εφόσον διαρκεί η έκρυθμη κατάσταση, η αιτήτρια δεν δικαιούται στην εγγραφή της περιουσίας επ΄ ονόματι της εφόσον αυτή εγκατέλειψε την περιουσία και διαμένει μονίμως στις κατεχόμενες περιοχές. Περαιτέρω, για να ήταν δυνατή η επέμβαση του Δικαστηρίου θα έπρεπε να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 55
(1)του Κεφ. 337, οι οποίες από την αίτηση της αιτήτριας δεν φαίνονται να συντρέχουν όσον αφορά τουλάχιστον το λόγο για τον οποίο μπορεί να διοριστεί ως νέος mutevelli. Η Δημοκρατία απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς περί παραβίασης συνταγματικών προνοιών ή μη εφαρμογής των βασικών ανθρωπινών δικαιωμάτων και ελευθεριών, εισηγείται επίσης ότι τυγχάνει εφαρμογής η απόφαση στην Πολιτική Έφεση αρ. 62/08, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι ο διορισμός mutevelli δεν μπορεί να αποτελεί νόμιμη αξίωση εφόσον η περιουσία Βακουφίων υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Κηδεμόνα. Η προδικαστική ένσταση που ηγέρθη από τη Δημοκρατία αφορά τη θέση ότι τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης παραπέμπουν σε ρύθμιση και διαχείριση αστικού περιουσιακού δικαιώματος των Τουρκοκυπρίων και επομένως εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού και όχι του δημοσίου δικαίου. Όπως ορθά εισηγείται η Δημοκρατία, η οριοθέτηση μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, που δεν είναι πάντοτε εύκολο να αποφασιστεί, συναρτάται από τη φύση της πράξης και το συμφέρον του κοινού από την έκδοση της πράξης και κατά πόσο η πράξη αυτή εκδίδεται από ένα φορέα δημοσίου δικαίου. Όταν το κράτος ασκεί κρατική, κυριαρχική εξουσία τότε οι αποφάσεις που παίρνουν τα όργανα του θεωρούνται ότι εμπίπτουν στο πεδίο του δημοσίου δικαίου. Άλλως, θεωρούνται ότι οι αποφάσεις τους ανήκουν στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου. Αναμφίβολα ο Νόμος είχε σκοπό να ρυθμίσει ευρύτερα θέματα κρατικής πολιτικής εφόσον δυνάμει του δικαίου της ανάγκης έπρεπε οι εγκαταλειφθείσες Τουρκοκυπριακές περιουσίες να τύχουν της ανάλογης προστασίας και διαχείρισης για όσο καιρό διαρκεί η έκρυθμη κατάσταση λόγω της Τουρκικής εισβολής. Πέραν όμως της γενικής αυτής επιδίωξης του Νόμου, ο Κηδεμόνας έχει περιβληθεί δυνάμει του άρθρου 6 με διάφορες και ευρείες εξουσίες διαχείρισης των περιουσιών αυτών που αναμφίβολα σχετίζονται με ζητήματα καθαρά ιδιωτικού δικαίου. Η αιτήτρια στην αγόρευση της δεν διαφωνεί ότι δικαιώματα επί γης και διαφορές σχετιζόμενες με ακίνητη ιδιοκτησία εμπίπτουν στο ιδιωτικό δίκαιο. Εισηγείται όμως ότι εδώ είναι ζήτημα δημοσίου δικαίου διότι ο mutevelli ως ο διαχειριστής-καταπιστευματοδόχος του βακουφίου είναι το άτομο που έχει δικαίωμα να ενοικιάζει την περιουσία και γενικώς να τη διαχειρίζεται, με αποτέλεσμα η μη εγγραφή της αιτήτριας δυνάμει του άρθρου 37 του Κεφ. 224, να αφορά το ευρύτερο κοινό εφόσον αυτό πρέπει να γνωρίζει με ποιον πρέπει να συναλλάσσεται για την ενοικίαση κλπ, της βακούφικης περιουσίας.Είναι φανερό όμως ότι ακριβώς η αιτήτρια με την επιδιωκόμενη αναγνώριση της ως mutevelli από το Κτηματολόγιο, επιθυμεί την κατοχύρωση της ίδιας να συναλλάσσεται οικονομικώς εκ μέρους του βακουφίου. Και αυτό παραμένει μια ιδιωτική συναλλαγή στην οικονομική σφαίρα του βακουφίου. Όπως έχει αποφασιστεί, για παράδειγμα, η μεταβίβαση ή μη Τουρκοκυπριακής περιουσίας ενδιαφέρει μόνο τα εμπλεκόμενα στη δικαιοπραξία μέρη και όχι το ευρύτερο κοινό, (δέστε Terrain Construction Limited v. Υπουργού Εσωτερικών κ.ά., υπόθ. αρ. 1125/08, ημερ. 31.1.2011, καθώς και Torgut Yashar v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 454/02, ημερ. 16.9.2004, και Molivo Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα, υπόθ. αρ. 778/05, ημερ. 27.11.2006). Πιο πρόσφατα στην απόφαση της Ολομέλειας Zehra Kemal Ahmet κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. αρ. 110/07, ημερ. 14.2.2011, τέθηκε θέμα κατά πόσο η προσβαλλόμενη πράξη της άρνησης του Κηδεμόνα να επιστρέψει περιουσία των εφεσειόντων στη Λάρνακα, ενέπιπτε στη σφαίρα του ιδιωτικού ή του δημοσίου δικαίου. Αυτό υπό το φως του γεγονότος ότι οι εφεσείουσες πρόβαλαν ισχυρισμό ότι ο Κηδεμόνας παράνομα κατακρατούσε την περιουσία τους, ενώ είχαν επίσης τη θέση ότι εξαναγκάστηκαν λόγω φόβου να μετακινηθούν στις κατεχόμενες περιοχές και άρα δεν έπρεπε να θεωρηθούν ως έχουσες εγκαταλείψει την περιουσία τους λόγω της μαζικής μετακίνησης του Τουρκοκυπριακού πληθυσμού. Η Ολομέλεια έκρινε ότι το ζήτημα της τυχόν παράνομης επέμβασης από τον Κηδεμόνα, ενέτασσε την υπόθεση στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου και, επομένως, κατά πάγια νομολογία το Ανώτατο Δικαστήριο στερείτο δικαιοδοσίας. Κρίνεται ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας. Η επιδιωκόμενη εγγραφή της αιτήτριας δυνάμει του άρθρου 37 του Κεφ. 224, έχει σκοπό τη δυνατότητα οικονομικής συναλλαγής της αιτήτριας εκ μέρους του βακουφίου με τρίτους. Τα βακούφια είναι στην ουσία ιδιωτικά αφιερωματικά καταπιστεύματα, που δημιουργούνται για κληρονομικούς σκοπούς διαδοχής και εκμετάλλευσης της περιουσίας που αφιερώνεται και εντάσσεται στο καταπίστευμα. Το ότι είναι καταπίστευμα («trust»), το αναφέρει και η ίδια η αιτήτρια στην αίτηση της. Ως εκ τούτου το ζήτημα εμπίπτει στο ιδιωτικό και όχι το δημόσιο δίκαιο. Ανεξάρτητα από το θέμα της δικαιοδοσίας, η προσφυγή είναι εν πάση περιπτώσει καταδικασμένη σε αποτυχία ενόψει του ότι εφαρμόζεται και στην υπό κρίση περίπτωση η ουσία του σκεπτικού της απόφασης της Ολομέλειας στην Shermin Kemal Balce
(2010)1 Α.Α.Δ. 680, (Πολιτική Έφεση αρ. 62/08), παρά τη διαφορά στα γεγονότα, όπως θα αναφερθεί στη συνέχεια. Όπως έχει εξηγηθεί στην υπόθεση εκείνη, το άρθρο 55 του Κεφ. 337, που καθορίζει τη διαχείριση βακούφικης περιουσίας, διατηρήθηκε σε ισχύ με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 188 του Συντάγματος και του άρθρου 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου αρ. 14/60, ως τροποποιήθηκε. Η Ολομέλεια υιοθετώντας την πρωτόδικη προσέγγιση έκρινε ότι η περιουσία της εφεσείουσας, η οποία, παρομοίως με την παρούσα υπόθεση, επεδίωξε το διορισμό της ως καταπιστευματοδόχου, («mutevelli»), ενέπιπτε στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών στη βάση του Νόμου, ο οποίος Νόμος έχει κατ΄ επανάληψη κριθεί συνταγματικός υπό το φως του δικαίου της ανάγκης, εφαρμοζόμενος καθηκόντως από την πολιτεία για προστασία και διαχείριση των εγκαταλειφθεισών τουρκοκυπριακών περιουσιών, ως αποτέλεσμα της τουρκικής εισβολής, (δέστε τις Α. Χρ. Σολωμονίδης Λτδ κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2003)1 Α.Α.Δ. 1275 και Κίτση ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Α.Α.Δ. 1077). Υπεδείχθη επίσης κατ΄ επανάληψη από τη νομολογία, ότι η θέσπιση του Νόμου δεν είχε σκοπό να περιορίσει μονίμως ή να στερήσει τα δικαιώματα των νομίμων ιδιοκτητών της εγκαταλειφθείσας περιουσίας, αλλά να διαχειριστεί την περιουσία αυτή για όσο χρόνο είναι αναγκαίο. Όπως αναφέρθηκε και μεταγενέστερα στην υπόθεση Zehra Kemal Ahmet κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας - πιο πάνω - το προοίμιο του Νόμου κατέγραψε επεξηγηματικά ότι η ψήφιση του κατέστη αναγκαία λόγω της μαζικής μετακίνησης του τουρκοκυπριακού πληθυσμού, ως αποτέλεσμα της εισβολής, σε περιοχές που εξακολουθούν να είναι υπό τον έλεγχο των Τουρκικών δυνάμεων εισβολής, με αποτέλεσμα να έχουν εγκαταλειφθεί οι ανάλογες περιουσίες των Τουρκοκυπρίων στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας. Ως ορίζει το άρθρο 2 του Νόμου, «τουρκοκυπριακή περιουσία», περιλαμβάνει περιουσία που είναι βακούφικη. Η εδώ αιτήτρια, ως η ίδια αναφέρει στην ένορκη δήλωση της ημερ. 7.9.2005, εγκατέλειψε την περιουσία της διαμένοντας μονίμως στις κατεχόμενες περιοχές. Η υπό κρίση βακούφικη περιουσία συνεπώς έχει περιέλθει νομίμως δυνάμει του Νόμου στην εξουσία και διαχείριση του Κηδεμόνα, ο οποίος και έχει, όπως αποφασίστηκε και στην υπόθεση Balce - πιο πάνω - αποκλειστική αρμοδιότητα στο ζήτημα. Η Ολομέλεια στην Balce, αποφάσισε επίσης ότι η εφαρμογή του σχετικού Νόμου και η ενεργοποίηση των εξουσιών διαχείρισης του Κηδεμόνα έχει ταυτόχρονα καταστήσει ανενεργείς τις διατάξεις του άρθρου 55 του Κεφ.
- Προς τούτο υιοθέτησε το εξής απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση, σε ό,τι αφορά την κρίση ότι ο Κηδεμόνας δεν ενεργεί ως mutevelli: «Ενόψει των πιο πάνω, αποφαίνομαι ότι ο διορισμός Μουτεβελλή της συγκεκριμένης βακούφικης περιουσίας θα συνιστούσε υπό τις περιστάσεις πράξη contra legem εφόσον, δυνάμει του ισχύοντος νόμου, η διαχείριση κλπ της βακούφικης περιουσίας, περιλαμβανομένης και της περιουσίας που εδώ ενδιαφέρει, υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Κηδεμόνα Τ/Κ Περιουσιών. Το θέμα αυτό, συνάπτεται του θέματος της άρνησης του Γενικού Εισαγγελέα να δώσει τη συγκατάθεσή του για την έναρξη της διαδικασίας διορισμού νέου Μουτεβελλή κλπ. με βάση το Άρθρο 55 του περί Εβκάφ και Βακουφίων Νόμου Κεφ. 337.» Η διαφορά μεταξύ της υπόθεσης Balce και της παρούσας, για την οποία έγινε νύξη προηγουμένως, έγκειται στο ότι εδώ, σ΄ αντίθεση με την Balce, η αιτήτρια λέγει ότι δεν στηρίζεται στο άρθρο 55 του Κεφ. 337, το οποίο και δεν έχει εφαρμογή, αλλά στο άρθρο 37 του Κεφ.
- Η αιτήτρια θεωρεί τον εαυτό της ως ήδη διορισμένη mutevelli από τον Οργανισμό Βακουφίων και επιζητεί απλώς τον εκσυγχρονισμό του μητρώου με την αναγνώριση της ως νέου mutevelli και την εγγραφή της ως τέτοιας δυνάμει του άρθρου
- Ως εκ τούτου, η άρνηση του Κτηματολογίου είναι κατά την εισήγηση της, άκυρη και παράνομη. Η απάντηση στο πιο πάνω επιχείρημα της αιτήτριας είναι ότι το άρθρο 37 του Κεφ. 224, ναι μεν προνοεί για την εγγραφή της περιουσίας τύπου βακουφίου στον δικαιούχο κάτω από το έγγραφο αφιέρωσης ως καταπιστευματοδόχου, αλλά η πρόνοια αυτή δεν εφαρμόζεται απομονωμένα, ούτε μπορεί να λειτουργήσει κατ΄ αποκλεισμό των υπολοίπων νομοθετικών προνοιών που ρυθμίζουν τη διαχείριση βακούφικης περιουσίας. Από τη στιγμή που ο Κηδεμόνας έχει αναλάβει τη διαχείριση της περιουσίας βακουφίου, νομίμως διά του Νόμου, έπεται ότι σ΄ αυτόν ανήκει η εξουσία της έγκρισης διορισμού της αιτήτριας ως νέας mutevelli. Το Τμήμα Κτηματολογίου καθηκόντως ενημέρωσε τον Κηδεμόνα ως προς τα δεδομένα της συγκεκριμένης βακούφικης περιουσίας. Και ορθά εντόπισε ότι τα έγγραφα που φέρουν την αιτήτρια να είναι η νέα mutevelli της επίδικης περιουσίας, έχουν εκδοθεί από Οργανισμό που λειτουργεί στα κατεχόμενα και δεν αναγνωρίζεται στην Κυπριακή Δημοκρατία. Οι πρόνοιες του Άρθρου 110.2 του Συντάγματος, στις οποίες αναφέρεται ο συνήγορος της αιτήτριας σε σχέση με την αποκλειστική διαχείριση και διοίκηση των βακουφίων, παραμένουν βέβαια εκεί, αλλά είναι υπό αναστολή εφόσον διαρκεί η έκρυθμη κατάσταση και οι συνέπειες που επέφερε η Τουρκική εισβολή. Ο Οργανισμός Βακουφίων λειτουργεί τώρα σε μη ελεγχόμενη από το κράτος περιοχή, οι πράξεις του είναι παράνομες και τα έγγραφα που εκδίδει ανυπόστατα. Η προσβαλλόμενη πράξη εμπεριέχει όλα εκείνα τα στοιχεία που υποστηρίζουν την άρνηση της διοίκησης να αποδεχθεί εγγραφή της αιτήτριας και η αιτιολογία ευλόγως συμπληρώνεται από τα στοιχεία του φακέλου. Η εφαρμογή ή μη του άρθρου 55 του Κεφ. 337, είναι παρεπόμενο των ανωτέρω. Την εφαρμογή του άρθρου αυτού, άλλωστε, αμφισβητεί και η ίδια η αιτήτρια. Βεβαίως, πρέπει εδώ να προσεχθεί ότι δεν είναι δυνατόν για την αιτήτρια να επικαλείται από τη μια διατάξεις του Κεφ. 337, όπως το άρθρο 28 και να αρνείται την ισχύ του άρθρου
- Για να ενεργοποιείτο εν πάση περιπτώσει το άρθρο 55, έπρεπε να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του, δηλαδή, είτε να ζητούνταν οι οδηγίες του Δικαστηρίου σχετικά με τη διοίκηση ή διαχείριση του βακουφίου (που δεν είναι αυτή η βάση της αίτησης της αιτήτριας), είτε να υπήρχε ισχυρισμός για κακοδιαχείριση στη διοίκηση ή λειτουργία του καταπιστεύματος (που δεν αποτελεί ούτε αυτό τη βάση της αίτησης). Η αιτήτρια, άλλωστε, για να νομιμοποιείτο να αιτηθεί το διορισμό της, θα έπρεπε να λάβει τη συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα εφόσον θεωρεί τον εαυτό της ως πρόσωπο που έχει συμφέρον στη συγκεκριμένη περιουσία, συγκατάθεση που δεν εξασφάλισε. Είναι λανθασμένη η εισήγηση της αιτήτριας διά του δικηγόρου της, ότι πρέπει κατ΄ ουσίαν οι αρχές της Δημοκρατίας να προσυπογράψουν απλώς ή να αποδεχθούν το διορισμό της ως mutevelli, διότι αυτή ήδη διορίστηκε νομίμως από τον Οργανισμό Βακουφίων («Evkaf Administration») και επομένως δεν χρειαζόταν να αποταθεί «σε κανένα Δικαστήριο για να διοριστεί ξανά», όπως το θέτει στη σελ. 16 της γραπτής της αγόρευσης. Όλα αυτά, όπως εξηγήθηκε προηγουμένως, πρέπει να διέλθουν από τη νόμιμη οδό και τις αρχές της Δημοκρατίας, η οποία δεν μπορεί να αποδεχθεί διορισμούς ή άλλες ενέργειες από παράνομα όργανα που βρίσκονται στα κατεχόμενα. Όσον αφορά τις θέσεις της αιτήτριας για παραβίαση του Συντάγματος και του Πρωτοκόλλου 4 της Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αναφορικά με την προστασία της ιδιοκτησίας και της ελεύθερης διακίνησης, αυτές δεν ευσταθούν καθώς, όπως ορθά εισηγείται ο Κηδεμόνας στη δική του αγόρευση, το δίκαιο της ανάγκης είχε υπαγορεύσει τη θέσπιση του Νόμου ώστε να ρυθμιστούν ζητήματα που αφορούσαν και την περιουσία των Τουρκοκυπρίων, είτε ως φυσικών, είτε ως νομικών προσώπων, ο δε Νόμος έχει κριθεί κατ΄ επανάληψη συνταγματικός μέσα από σχετικές αποφάσεις, (δέστε Κίτση ν. Γενικού Εισαγγελέα - πιο πάνω - και Α. Χρ. Σολωμονίδης Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα - πιο πάνω -). Στην υπόθεση Balce - πιο πάνω - η Ολομέλεια επιβεβαίωσε τη συνταγματικότητα του Νόμου, σημειώνοντας ότι ακόμη και πριν τη θέσπιση αυτού, η Δημοκρατία εξέδιδε διατάγματα επίταξης της εγκαταλειφθείσας περιουσίας αμέσως μετά την Τουρκική εισβολή σε μια προσπάθεια προστασίας και διαφύλαξης των δικαιωμάτων των ιδιοκτητών της, (δέστε Αλή Κιαμίλ κ.ά. ν. Υπουργού Εσωτερικών, υπόθ. αρ. 133/05, ημερ. 29.1.2007). Περιορισμοί αναφορικά με το δικαίωμα στην ιδιοκτησία για λόγους δημοσίου συμφέροντος επιτρέπονται από το Σύνταγμα και από τη Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και ιδιαιτέρως το άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, (δέστε Achmet Mulla Suleyman ν. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 99/05, ημερ. 21.5.2007). Εντελώς πρόσφατα στην Mehmet Yilmaz v. Κυπριακής Δημοκρατίας και τριών άλλων αιτήσεων, Αίτηση αρ.4722/05, ημερ. 28.8.2012, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων απορρίπτοντας τις αιτήσεις ως μη παραδεκτές λόγω μη εξάντλησης των εσωτερικών ένδικων μέσων και θεραπειών που εισήχθηκαν στις 7.5.2010 με τον τροποποιητικό Νόμο αρ. 39(Ι)/2010, σε σχέση με τις εξουσίες του Κηδεμόνα, επιβεβαίωσε την προηγούμενη νομολογία του ότι ο Νόμος πριν τροποποιηθεί ως ανωτέρω, δεν παραβίαζε τη Σύμβαση και ιδιαιτέρως το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αρ.
- Σχετική είναι και η απόφαση του ΕΔΑΔ στη Niazi Kazali and Hakan Kazali v. Cyprus και οκτώ άλλων αιτήσεων, ημερ. 6.3.
- Ούτε ισχύει η εισήγηση για διάκριση εναντίον της αιτήτριας λόγω διαμονής ή φύλου και οι υποθέσεις που ανέφερε ο συνήγορος στην αγόρευση του δεν έχουν καμία σχέση με τα υπό κρίση γεγονότα. Αντίθετα, σχετική είναι η απόφαση του ΕΔΑΔ στην υπόθεση Ali Erel and Mustafa Damdelen, Appl. No. 39973/07, ημερ. 14.12.
- Παρόλο που αφορούσε την εκλογική νομοθεσία και το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, η οικειοθελής διαμονή των εκεί αιτητών στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές αποτελούσε σκόπελο στην άσκηση των δικαιωμάτων τους, χωρίς αυτός ο σκόπελος να κριθεί ότι ήταν σε αντίθεση είτε με το Σύνταγμα, είτε με τη νομολογία του ΕΔΑΔ, τη Σύμβαση και τα συναφή Πρωτόκολλα, αναφορικά με διάκριση ως προς το φύλο, την εθνότητα, τη θρησκεία ή τη διαμονή. .....................................................». Καταλήγω ότι ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών ενήργησε καθ' όλους τους κρίσιμους χρόνους (και εξακολουθεί να ενεργεί) κατά τρόπον ώστε το ακίνητο να προστατεύεται και διατηρείται στην καλύτερη δυνατή κατάσταση συμφώνως των προνοιών του Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου 139/
- Παρενθέτεται, πως με δαπάνες της Κυπριακής Δημοκρατίας, το ακίνητο (και το κτήριο εντός αυτού), έτυχε απαραίτητων επιδιορθώσεων και συντήρησης, μετά δε από την αποχώρηση της Αιγυπτιακής Πρεσβείας από αυτό κατά το 2004, το Τμήμα Αρχαιοτήτων, κατόπιν ενεργειών και του XXXXX Φλουρέντζου (ΜΕ3), το χρησιμοποίησε έπειτα από σχετική άδεια του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Υπηρεσιών, προς το δημόσιο όφελος. Η κατάσταση αυτή, ως εξαντλητικώς θεωρώ εξηγήθηκε πιο πάνω, συμπαρασύρει κάθε λεπτομέρεια και ισχυρισμό που προέταξε η ενάγουσα αναφορικώς προς γεγονότα που παρουσιάζονται ως διασυνδεόμενα με το ακίνητο, ακόμα και αν αυτά ήθελαν γίνει αποδεκτά ως αξιόπιστα στην πλήρη τους έκταση. Τούτο γιατί οι εναγόμενοι και ειδικότερα ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, νομιμοποιούνταν (και νομιμοποιούνται πλήρως) αναφορικώς προς κάθε ενέργεια που αναφέρθηκε στην παρούσα πως έγινε ή γίνεται, για τους λόγους που έτυχαν διεξοδικής εντρύφησης. Καμιά απολύτως αξίωση ή θεραπεία από όσες δικογραφεί η ενάγουσα στην Έκθεση Απαίτησης θα μπορούσε να πετύχει. Εν κατακλείδι. Η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την αξίωση κατά των εναγομένων στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον της ενάγουσας ως τούτα θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο