← Κύπρος

Ταπακκούδη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 9019/07, 24/2/2020

Ταπακκούδη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 9019/07, 24/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A604 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9019/07 Μεταξύ: XXXXX Ταπακκούδη Ενάγοντα και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένου --------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 24 Φεβρουαρίου, 2020. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: Η κ. Ν. Βαρωσιώτου, για Γ. Γεωργιάδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (ΔΘ179). Για τον Εναγόμενο: Οι κ.κ. Δ. Παπαμιλτιάδους και Θ. Πιπερή, Δικηγόροι της Δημοκρατίας. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγων αξιώνει (ως δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης), ειδικές, γενικές, τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις για «. απώλεια κέρδους, έξοδα, οικονομική και/ή επιχειρηματική καταστροφή, σωματική και/ή ψυχική και/ή ψυχολογική ταλαιπωρία, βάσανα, μείωση αξιοπρέπειας, δημόσιο εξευτελισμό και/ή μείωση και/ή προσβολή της προσωπικότητας και/ή δυσφήμησης που υπέστη ο Ενάγοντας λόγω κακόβουλης (malicious) και/ή παράνομης και/ή αδικαιολόγητης δίωξης και/ή δόλου και/ή αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων των Εναγόμενων και/ή εκ προστήσεως ευθύνης (vicarious liability)». Συνιστά αδρομερώς εκδοχή του ενάγοντα ότι, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ήταν κάτοικος Αγγλίας και διευθυντής/κύριος μέτοχος/ιδιοκτήτης εταιρείας με μεγάλο κύκλο εργασιών στη χώρα εκείνη. Περί την 25.7.06 και ενώ μετέβη για επαγγελματικό ταξίδι στην Γερμανία, συνελήφθη από τις Γερμανικές αρχές στο Αεροδρόμιο του Αμβούργου με ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ημερομηνίας 6.4.06 για αδικήματα που λέγεται πως έλαβαν χώραν το 2002, ως το Τεκμήριο 5 («το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης»). Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είχε εκδοθεί κακοβούλως, παρανόμως, αδικαιολογήτως, δολίως και αμελώς από τον εναγόμενο. Γύρω στις 19.9.06, Δικαστήριο της Γερμανίας αποφάσισε την έκδοση του ενάγοντα στην Κύπρο. Περί την 10.10.06, ο εναγόμενος, διά όμοιας παράνομης συμπεριφοράς, παρέλαβε και/ή συνέλαβε τον ενάγοντα από την Γερμανική Αστυνομία και τον μετέφερε στην Κύπρο. Κατόπιν τούτου, εξασφάλισε διατάγματα προσωποκράτησης του ενάγοντα, καταχωρίζοντας στις 27.10.06 την ποινική υπόθεση XXXXX/06 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ως το Τεκμήριο 13 («η ποινική υπόθεση»). Η διαδικασία έκδοσης και εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης ήταν παράνομη και καταχρηστική και τούτο για τον λόγο ότι η παραλαβή και μεταφορά του ενάγοντα στην Κύπρο έγινε κατά παράβασιν των νομίμως προβλεπόμενων προθεσμιών, εκτός τού ότι η ποινική υπόθεση αφορούσε και σε κατηγορίες που καμιά σχέση είχαν με τα αδικήματα για τα οποία είχε εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Ο ενάγων (ως αναφέρεται στην παράγραφο 4(ε) της Έκθεσης Απαίτησης), έμεινε υπό παράνομη κράτηση «. για χρονική περίοδο περίπου 105 ημερών». Περί την 16.3.07, ο ενάγων απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες στην ποινική υπόθεση. Συνεπεία των παράνομων πράξεων και παραλείψεων του εναγομένου, ο ενάγων υπέστη τις δικογραφηθείσες ζημιές, εξού και η αξίωση. Είναι βασική εκδοχή του εναγομένου πως ουδεμία προϋπόθεση συντρέχει ώστε να οδηγηθούν τα πράγματα στην αποτύπωση ευρήματος ότι η δίωξη του ενάγοντα ήταν κακόβουλη και καμιά απολύτως θεραπεία από τις ζητούμενες θα μπορούσε ποτέ να αποδοθεί σε αυτόν για οποιοδήποτε λόγο. Για στοιχειοθέτηση της αξίωσης, ο ενάγων - ο οποίος δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να δώσει μαρτυρία (για λόγους που ακολουθούν) - παρουσίασε τη μαρτυρία των XXXXX Γεωργιάδη (ΜΕ1), XXXXX Σιακόλα (ΜΕ2) και XXXXX Balmford (ΜΕ3). Ο εναγόμενος δεν παρουσίασε μάρτυρες. Οι επακριβείς θέσεις των διαδίκων αποτυπώνονται στη δικογραφία, ως τούτη είναι καταχωρισμένη στον δικαστηριακό φάκελο. Στην υπόθεση, εκτός των δικογραφημένων παραδοχών, δηλώθηκαν και εγκρίθηκαν ως παραδεκτά σειρά γεγονότων για συνιστώσες των επίδικων θεμάτων. Ενέταξα και ανέλυσα όλα ανεξαιρέτως τα παραδεκτά γεγονότα στο μαρτυρικό υλικό θεωρώντας τα ως δεδομένα και ως περιέχοντα παραδεκτή κατά το δίκαιον μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν Δημοκρατίας (Αρ 2)

(2000)2 ΑΑΔ 628, 640, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, 501). Οι αναφορές των μαρτύρων και τα κατατεθέντα τεκμήρια, αξιολογήθηκαν ολοκληρωτικώς, έστω και αν δεν εκτίθενται ρητώς, ως περιεχόμενο, στο ανά χείρας κείμενο (βλ. κατ' αναλογίαν, Al Watani και Άλλων v Παπαδόπουλου
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1924, 1936-1937), μη χρειαζούμενης τής καταγραφής και επανάληψης τους, εκτός μιας περίληψης για πρακτικούς πρωτίστως λόγους (βλ. κατ' αναλογίαν, G&K Exclusive Fashions Ltd v Παπαδόπουλου και Άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Paphos Stone C Estates v Ζαβρού και Άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Ό,τι καθηκόντως επράχθη είναι ο προσδιορισμός των επιδίκων υπό το φως της δικογραφίας, η συνάρθρωση τους με τη μαρτυρία και η κατάληξη σε ευρήματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Λεοντίου ν Καραγιώργη, ΠΕ 189/12, ημ. 12.7.18, Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd v Παύλου και Άλλου, ΠΕ 240/10, ημ. 20.12.17, Βασιλείου και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 12/15, ημ. 4.7.17, Λάρκου ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1399, 1406). Οι περικοπές που παρατίθενται μεταφέρθηκαν αυτούσιες από τα πρακτικά, τις γραπτές αγορεύσεις, τη δικογραφία και την έγγραφη μαρτυρία. Συνοψίζω τηλεγραφικώς τη μαρτυρία των μαρτύρων. Ο XXXXX Γεωργιάδης (ΜΕ1), κατέθεσε ως ο δικηγόρος του ενάγοντα που τον εκπροσώπησε και στην ποινική υπόθεση, παραθέτοντας γεγονότα, θέσεις, ισχυρισμούς και έγγραφη μαρτυρία για τα επίμαχα θέματα. Ο XXXXX Σιακόλας (ΜΕ2), αδελφός τής συζύγου του ενάγοντα, τοποθετήθηκε επί σειράς ζητημάτων, συμπεριλαμβανομένων και όσων κατέστησαν αδύνατη την παρουσία του ενάγοντα στην Κύπρο για να δώσει μαρτυρία στη δίκη. Ο XXXXX Balmford (ΜΕ3), κάτοικος Αγγλίας, είπε για την προσωπική και επαγγελματική του σχέση με τον ενάγοντα και για τα κακά που έφεραν οι χειρισμοί του εναγομένου σε αυτόν και στην οικογένεια του. Στις επιμελείς αγορεύσεις, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι επιχειρηματολόγησαν πως η μαρτυρία και οι εφαρμοζόμενες νομικές αρχές, δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν σε αποδοχή των αντίστοιχων θέσεων τους. Διεξήλθα τη γραπτή και προφορική μαρτυρία, στην πλήρη της μορφή. Το ίδιο και τις αγορεύσεις και τη δικογραφία. Μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης - θέτουσα εκ των πραγμάτων το Δικαστήριο σε πλεονεκτική θέση να βλέπει και να αξιολογεί τους μάρτυρες, με όλα τα ευεργετήματα που αυτό ενέχει (βλ. κατ' αναλογίαν, Μελή ν Κωνσταντίνου και Άλλων, ΠΕ 2/13, ημ. 13.3.19) - παρακολούθησα και άκουσα με την ίδια προσοχή και υπομονή τους μάρτυρες που κατέθεσαν. Έθεσα ως δείκτη, μεταξύ άλλων, το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και κύρος της γνώσης των μαρτύρων, το όποιο προσωπικό τους συμφέρον ή προκατάληψη στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να δουν ή να καταλάβουν τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή για να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους (λαμβανομένης υπόψιν και της μεσολαβούσας διερμηνείας), τις όποιες υπερβολές, ανακολουθίες ή αντιφάσεις σε αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις, τις τυχόν προηγούμενες γραπτές ή προφορικές ασυνεπείς ή αντιφατικές τους δηλώσεις, τη φιλαλήθεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμουν προσεκτικός στο να μην αποδώσω υπέρμετρο βάρος στα εξωτερικά γνωρίσματα της μαρτυριακής τους διαγωγής μια και τούτο εμπεριέχει επικινδυνότητα (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806), μιας και δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαζόντως ικανοί στο να φανερώνουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικώς τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και γιατί μερικές συμπεριφορές στο εδώλιο μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών και όχι πάντοτε από κίνητρο ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Σταθμίζοντας τη μαρτυρία, τελούσα σε διαρκή εγρήγορση μήπως και συμπλέξω απαραδέκτως την αξιοπιστία με το εφαρμοζόμενο βάρος και επίπεδο απόδειξης (βλ. κατ' αναλογίαν, Λεριός ν Αλεξίου και Άλλου
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1195, 1205, Αθανασίου και Άλλου ν Κουνούνη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 614, 636-642). Αποτιμώντας τη μαρτυρία δεν περιορίστηκα στην ατομική εκτίμηση τής αξιοπιστίας των μαρτύρων αλλά συσχέτισα και αντιπαρέβαλα τη μαρτυρία αυτή και με το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιωαννίδη και Άλλων ν Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, ΠΕ 80/13, ημ. 13.1.20, Γερολέμου ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και Άλλου, Ποιν. Έφ. 486/12, ημ. 10.9.19, Ιορδάνους ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 152/14, ημ. 19.4.18, Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Εφόδιο αξιολόγησης αποτέλεσε και η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση για την ανθρώπινη προσωπικότητα, γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα ανθρώπινης κρίσης για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ' αναλογίαν, Καραολή ν Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου και Άλλων, ΠΕ 418/11, ημ. 15.2.18, C&A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Η ύπαρξη στενών επαγγελματικών, συγγενικών ή και φιλικών σχέσεων μεταξύ μαρτύρων και ενάγοντα, όπως είναι εδώ η περίπτωση, δεν αποτελεί από μόνη της λόγο για απόρριψη της μαρτυρίας και εκδοχής τους ως μιασμένης και αναξιόπιστης δίχως άλλο, μόνον ως εκ της σχέσης αυτής (βλ. κατ' αναλογίαν, Δημητρίου και Άλλων ν Ξανδρή
(2012)1(Γ) ΑΑΔ 2184, 2192, Μουζάκης ν Της Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 220, 223-224). Κατά το σκεπτικό αποφάσεων όπως η ΛΚ ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 547, 554, Pal και Άλλων v Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551, 590-591 και Τάκη ν Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 599, 609, πραγματεύθηκα την κάθε παράλειψη αντεξέτασης (που δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς), πέραν από δυνητικώς δεικτική αποδοχής της μαρτυρίας τού αφορώντος μάρτυρα επί της όποιας κρίσιμης πτυχής - με εξαίρεση (στην κανονική πορεία των πραγμάτων) τους πραγματογνώμονες μάρτυρες (βλ. κατ' αναλογίαν, Μιχαηλίδου και Άλλου ν Societe Generale Bank - Cyprus Limited, Ποιν. Έφ. 233/16, ημ. 10.9.18) - και ως δηλωτική αναίρεσης θέσεων τού αντεξετάζοντος, ή και ως αποδυναμωτική τούτων ζυγιάζοντας τις παραβλέψεις κατά συμμετρίαν της σοβαρότητας τους, με το απόσταγμα της ζύμωσης αυτής να αντανακλάται στα δικαστικά ευρήματα και συμπεράσματα (βλ. κατ' αναλογίαν, ΑΜ ν ΓΑΜ και Άλλων, ΠΕ 249/13,ημ. 18.2.20, Περσιάνη ν Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 194/12, ημ. 20.3.18, Στέλιος Σάββα και Υιοί Λτδ ν Medcon Constructions Limited, ΠΕ 53/13, ημ. 20.3.18, Σκάρος ν Χριστοδούλου και Άλλου
(1998)1(Α) ΑΑΔ 291, 296-298). Όσα τεκμήρια κατατέθηκαν για αναγνώριση και δεν μετουσιώθηκαν σε κανονικά τεκμήρια, αγνοήθηκαν ως μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογίαν, Κυπριακή Δημοκρατία ν EPCO Cyprus Ltd και Άλλων
(2007)1(Β) ΑΑΔ 883, 889-890, Δήμος Λευκωσίας ν ELK Trading Ltd
(2003)2 AAΔ 120, 122). Ως αυθωρεί θα αναλύσω, οι XXXXX Σιακόλας (ΜΕ2) και XXXXX Balmford (ΜΕ3), δεν μου προξένησαν καλή εντύπωση (ως μάρτυρες), σε αντίθεση με τον XXXXX Γεωργιάδη (ΜΕ1), ο οποίος προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια, έστω αν πολλά από όσα δήλωσε υστερούν από απόψεως αποδεικτικής βαρύτητας (βλ. κατ' αναλογίαν, Κίμωνος ως Εκκαθαριστή της Blue Seal Shoes Ltd v Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ, ΠΕ 66/13, ημ. 4.11.19, Ευσταθίου ν Μιχαήλ και Άλλης, ΠΕ 269/12, ημ. 23.7.19, Θεοχαρίδης ν Ιωάννου και Άλλων
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1311, 1319-1322). Εξηγώ. Ο XXXXX Γεωργιάδης (ΜΕ1), ήταν κατά βάσιν αξιόπιστος ως μάρτυς, υπό την έννοια ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει τα όσα κατείχε και σκεπτόταν ως μάρτυς και ως δικηγόρος του ενάγοντα σε διάφορες χρονικές στιγμές. Το έργο του μάρτυρα, ως εξ αυτής της διπλής ιδιότητας - και τίποτε το παράτυπο ή το παράνομο αποδίδεται στην επιλογή μια που δεν αντιπροσώπευσε προσωπικώς τον ενάγοντα στην παρούσα υπόθεση ώστε να εγερθεί θέμα ουσιώδους συζήτησης για άλλη προσέγγιση, ως εισηγήθηκε ο εναγόμενος στη γραπτή του αγόρευση (βλ. κατ' αναλογίαν, Penderhill Holdings Limited και Άλλων v Κλουκίνα
(2014)1(Α) ΑΑΔ 118, 131-132, Rybolovlev και Άλλων ν Rybolovleva
(2010)1(A) ΑΑΔ 82, 92-94) - με παρεπόμενο, όμως, της κατάστασης αυτής να είναι και η από μέρους του μάρτυρα ένδεια μαρτυριακής σταθερότητας σε αρκετές πτυχές της μαρτυρίας του. Για παράδειγμα, ενώ δήλωσε πως ο ενάγων, ως εκ της υγείας της συζύγου του, δεν μπορούσε να μεταβεί στο εξωτερικό (από την Αγγλία όπου διαμένει), στην αντεξέταση ανέφερε ότι ο ενάγων ήταν «. στην Κίνα τον τελευταίο καιρό .», με τον υπό αναφοράν χρονικό προσδιορισμό να έχει ως σταθεράν την ημερομηνία που ο μάρτυς αντεξεταζόταν στη δίκη (19.3.18). Συνεπώς - δοσμένης και της γενικότερης εκδοχής του ενάγοντα περί αδυναμίας προσέλευσης του στην Κύπρο για να δώσει μαρτυρία - σαφώς (και εγγενώς) προβάλλεται αντίθεση στη μαρτυρία του μάρτυρα, όπως και στην αντίστοιχη εκδοχή του ενάγοντα επί των όσων αναλύονται. Αυτή η (δειγματοληπτική) ανακολουθία του μάρτυρα - αφού υπάρχουν και άλλες στο πρακτικό - δεν κατατάσσεται (όπως και οι υπόλοιπες), ως ανατρεπτική τής αξιοπιστίας του. Παρά ταύτα, σημαντικό είναι να ειπωθεί ότι μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα αναλώθηκε σε συμβάντα κατά τον χειρισμό της ποινικής υπόθεσης από εντεταλμένους του εναγομένου, όπως τον XXXXX Μάτσα, αλλά και για άλλες τέτοιες καταστάσεις οι οποίες ήσαν συνήθως διαποτισμένες από υποκειμενικές αξιολογήσεις και υπολογισμούς τού μάρτυρα και οι οποίες, αν και αξιολογήσιμες υπό ένα πλατύ φάσμα ανάλυσης, δεν μπορούν - και αυτό αφορά παραπάνω στη βαρύτητα της μαρτυρίας και όχι στην αξιοπιστία του μάρτυρα - να υποκαταστήσουν τη ζητούμενη διά της αγωγής απόληξη (κάτι που παραδέχθηκε αυτοβούλως και ο μάρτυς στη μαρτυρία του). Υπενθυμίζεται (για ό,τι αξίζει), πως το Δικαστήριο είναι και το μόνο, ως τελικός κριτής, ακόμη και αν οι άλλοι παράγοντες της δίκης συμφωνούν (ή διαφωνούν) μεταξύ τους για ό,τι αναλόγως εξυφαίνεται (βλ. κατ' αναλογίαν, Pirikkis v The Republic
(1985)2 CLR 232, 243-246), που μπορεί να αποφανθεί δεσμευτικώς και αυθεντικώς για την αξιοπιστία των μαρτύρων και - (στην ώρα της) - για την αποδεικτική αξία της προσαχθείσας μαρτυρίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Πισσάς ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 229/16, ημ. 14.3.18, Κυπρίζογλου και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 53/17, 15.12.17, Βασιλείου και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 12/15, ημ. 4.7.17). Ως παραδείγματα των περιγραφομένων, παρατίθενται οι θέσεις του μάρτυρα περί κακομεταχείρισης του ενάγοντα από τις Γερμανικές αρχές και τα συμπεράσματα του μάρτυρα περί τού κακόβουλου της ποινικής δίωξης του πελάτη του. Ο μάρτυς μηδέποτε εξήγησε σε οποιαδήποτε λεπτομέρεια (ή και καθόλου), για ποιο λόγο είναι που - έχοντας στο μυαλό τουλάχιστον από την 5.9.06 όταν έγγραφε προς τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (βλ. Τεκμήριο 8), ότι «.η καταγγελία που έχει γίνει από τον κύριο Φιλιππίδη, βάση της οποίας ζητήθηκε η άδεια σας για έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, είχε αλλότριους και εκδικητικούς σκοπούς.» αλλά και πως ο ενάγων είχε προβεί σε «.διάφορες καταγγελίες για ατασθαλίες εναντίον κου Φιλιππίδη, τόσο στον λογιστικό οίκο με τον οποίο συνεργαζόταν το λογιστικό του γραφείο όσο και στο επαγγελματικό σώμα στο οποίο άνηκε ως επαγγελματίας λογιστής και επομένως φαίνεται να υπάρχουν λόγοι να θέλει να εκδικηθεί τον κον Ταπακκούδη. Οι καταγγελίες του κου Ταπακκούδη, επηρέασαν τόσο τα συμφέροντα του κου Φιλιππίδη όσο και τρίτων προσώπων με αποτέλεσμα, ως με πληροφόρησε ο κος Ταπακκούδης, να απειλείται η ζωή του από διάφορους συνεργάτες του κου Φιλιππίδη» - δεν έθεσε τα θέματα αυτά κατά τις διαδικασίες προσωποκράτησης του ενάγοντα, δεχόμενος μάλιστα την έκδοση διατάγματος προφυλάκισης του τελευταίου χωρίς ένσταση κατά την πρώτη αίτηση προσωποκράτησης την 11.10.06 («η πρώτη αίτηση προσωποκράτησης»), ή ακόμη και κατά τη δεύτερη αίτηση προσωποκράτησης στις 19.10.06, ως τα Τεκμήρια 9 και 12 («η δεύτερη αίτηση προσωποκράτησης»), ή και στην έφεση που δικάστηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο την 25.10.06, στην οποία συζητήθηκε και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στη δεύτερη αίτηση προσωποκράτησης (βλ. Τεκμήριο 23). Το πεδίο για ανάπτυξη των προβληματισμών αυτών του μάρτυρα και του ενάγοντα κατά τη δεύτερη αίτηση προσωποκράτησης (και στην όποια λεπτομέρεια ίσχυε κατά τους κρίσιμους χρόνους), ήταν οπωσδήποτε πρόσφορο, αφού άπτονταν άμεσα των κριτηρίων έγκρισης (ή άρνησης) του σχετικού αιτήματος. Δεν χρειάζεται νομική εντρύφηση για τη στοιχειώδη τούτη αρχή. Δεν είναι του παρόντος. Αρκετή είναι για τα τωρινά, η μεταφορά, απλώς, μέρους του σκεπτικού τού ευπαίδευτου πρωτόδικου Δικαστή (στη δεύτερη αίτηση προσωποκράτησης), όπου απέγραψε πως, για «.την έκδοση διατάγματος προσωποκράτησης θα πρέπει περαιτέρω να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι οι υπόνοιες είναι ειλικρινείς και ότι η κράτηση του υπόπτου δεν επιδιώκεται για αλλότριους σκοπούς .» (βλ. Τεκμήριο 12
(81)). Τα αναλύω αυτά, αφού, από τη μαρτυρία του μάρτυρα στην κυρίως εξέταση και δη στην παράγραφο 17 της γραπτής του δήλωσης (βλ. Έγγραφο Α) - αλλά και από την αντεξέταση του - τούτος αποδίδει προς τον XXXXX Μάτσα άμεση εμπλοκή στα της δεύτερης αίτησης προσωποκράτησης. Ο μάρτυς δήλωσε λοιπόν στην παράγραφο 17 της γραπτής του δήλωσης (βλ. Έγγραφο Α), ότι παρά την αρχική τους πρόθεση ως δικηγόροι του ενάγοντα να ενστούν «. στην οκταήμερη προσωποκράτησης του, λόγω της παλαιότητας των κατ' ισχυρισμό αδικημάτων αλλά και λόγω της τεράστιας ταλαιπωρίας που είχε ήδη υποστεί, η Κατηγορούσα Αρχή, υποσχέθηκε πως στην περίπτωση που δεν θα φέραμε ένσταση στην οκταήμερη προσωποκράτηση του, τότε δεν θα ζητούσαν ανανέωση της, κατά την επόμενη δικάσιμο .». Μολοντούτο και παρά τις υποσχέσεις «. κατά την επόμενη δικάσιμο, ήτοι στις 19/10/2006, η Αναπληρωτής Λοχίας XXXXX Αναστασιάδου, κατόπιν οδηγιών του XXXXX Μάτσα, ζήτησε ανανέωση εντάλματος προσωποκράτησης, το οποίο ως διαφάνηκε στη συνέχεια δεν αιτιολογείτο από τα στοιχεία τα οποία είχαν στην κατοχή τους και τα οποία απέκρυψαν από το Δικαστήριο ...». Το ερώτημα που γεννάται, είναι γιατί ο μάρτυς, ο οποίος ενιστάμενος αντεξέτασε την εξεταστή της υπόθεσης στη δεύτερη αίτηση προσωποκράτησης για την όποια παρέμβαση του XXXXX Μάτσα στα πράγματα ή για κατιτί άλλο σχετικό με αυτήν. Θα αναμενόταν, εν άλλοις λόγοις, να αντεξέταζε την ανακρίτρια για το αν η ίδια ή άλλος εντεταλμένος στην υπόθεση πήρε οδηγίες από τον XXXXX Μάτσα για ανανέωση του διατάγματος κράτησης, σε αντίθεση με όσα είχαν υποτίθεται συμφωνηθεί κατά την πρώτη αίτηση προσωποκράτησης. Δεν έγινε αυτό. Ποτέ ο μάρτυς δεν αποσαφήνισε, ενώ είχε την ευκαιρία να το πράξει, αν τα όσα έλεγε περί του XXXXX Μάτσα, ως αναντίρρητο γεγονός κατά τους χρόνους που περιέγραφε στη μαρτυρία του, αποδίδονταν σε αυτόν ex post facto, μετά δηλαδή που ο μάρτυς κατέληξε «. στο ασφαλές συμπέρασμα .» περί αθέμιτης ανάμειξης του XXXXX Μάτσα στα της υπόθεσης. Η εικόνα που απεκόμισα ενώ κατέθετε ο μάρτυς είναι ότι υπήρχε από μέρους του μια αισθητή διστακτικότητα στο να αποδεχτεί - και δεν υπήρχε βεβαίως τέτοια υποχρέωση από μέρους του - τη θέση (που δεν συνέφερε ιδιαίτερα στην εκδοχή του πελάτη του) και που ποτέ δεν αμφισβήτησε ο μάρτυς κατά τη δεύτερη αίτηση προφυλάκισης, πως οι αστυνομικοί και ανακριτικοί μηχανισμοί εναντίον του ενάγοντα εκκίνησαν μετά από καταγγελία/κατάθεση τού XXXXX Φιλιππίδη στις 12.9.03 και όχι, εκ των πραγμάτων, από (ή με) την πρωτοβουλία και συνδρομή του XXXXX Μάτσα. Αν άλλως είχε η κατάσταση, τότε δεν μπορεί παρά να απορεί κανείς πώς και υπήρξε μεταστροφή του μάρτυρα από τον XXXXX Φιλιππίδη προς τον XXXXX Μάτσα, ως την πηγή της ποινικής δίωξης του ενάγοντα. Όπως και να έχουν τα πράγματα, ο μάρτυς είπε ότι δεν ήξευρε ή δεν θυμόταν να είχε διαβάσει την κατάθεση/καταγγελία του XXXXX Φιλιππίδη για να μπορέσει να τοποθετηθεί με περισσότερη ακρίβεια σε όσα ρωτούνταν, καίτοι αλλού στην αντεξέταση δήλωσε πως μπορεί και να ανέγνωσε την κατάθεση του XXXXX Φιλιππίδη, επειδή «. μπορεί να είχα καταθέσεις, αλλά δεν θυμάμαι συγκεκριμένες καταθέσεις». Δεν εντυπωσιάστηκα από τη μαρτυριακή αυτή συμπεριφορά του μάρτυρα όπως ούτε και από τις μεταγενέστερες τοποθετήσεις του για το αν ο XXXXX Μάτσας γνώριζε τον XXXXX Φιλιππίδη, ή για το αν η καταγγελία του τελευταίου (ή η επαναφορά τούτης στο ανακριτικό προσκήνιο), συνδεόταν με ενέργειες του XXXXX Μάτσα, αφού όσα είπε ο μάρτυς για τούτο περιορίστηκαν σε επίπεδο διαλεκτικής παρά συγκεκριμένης μαρτυρίας. Ομοίως, κατατάσσω τις αναφορές του μάρτυρα για δήθεν απόκρυψη από τον εναγόμενο, πορισμάτων αστυνομικών γραφολογικών εξετάσεων οι οποίες, με ενδεικτική αναφορά στη γραφολογική εξέταση ημερομηνίας 30.12.03 (βλ. Τεκμήριο 6), δεν αποδείκνυαν «. οποιαδήποτε πλαστογραφία .» και ότι τούτη η κατάσταση, δείχνει (ως είπε στην κυρίως εξέταση και δη στην παράγραφο 13 της γραπτής του δήλωσης/Έγγραφο Α), την κακοβουλία του εναγομένου, γιατί «. ως εμφαίνεται ενώ η Εισαγγελία γνώριζε ήδη τα αποτελέσματα της γραφολογικής έκθεσης τα οποία δεν στοιχειοθετούσαν αδίκημα εναντίον του Ενάγοντα, εντούτοις, παραπλανώντας ως εμφαίνεται το Δικαστήριο, προχώρησε με την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, στις 24/03/2004». Μάλιστα, οι σκέψεις τούτες του μάρτυρα μετουσιώθηκαν σε ανάλογες αναφορές, σε επιστολή που απέστειλε εκ μέρους του ενάγοντα προς τον Αρχηγό Αστυνομίας στις 16.8.06 (βλ. Τεκμήριο 7). Εκείνο που απομονώνεται από όσα απασχολούν για τη συνέπεια και επιμονή του μάρτυρα, είναι και το ότι τις θέσεις αυτές ο μάρτυς παρέλειψε να τις υποβάλει (ως δικηγόρος του ενάγοντα) στη δεύτερη αίτηση προσωποκράτησης (βλ. Τεκμήριο 12), ενώ του είχε δοθεί η ευκαιρία να το πράξει όταν η ανακρίτρια/μάρτυς μίλησε για γραφολογικές εξετάσεις τις οποίες είχε και στην κατοχή της, μαζί με τα αποτελέσματα τους, με τον μάρτυρα να μην την υποβάλλει ως δικηγόρος του ενάγοντα σε σχετική αντεξέταση, η οποία θα μπορούσε να διεξαχθεί κατά το πνεύμα των συνειρμών του μάρτυρα αναφορικώς προς τη βαρύτητα τής μαρτυρίας που είχε στα χέρια η Αστυνομία εναντίον του ενάγοντα, ως την είχε αναπτύξει ο μάρτυς και στην επιστολή του προς τον Αρχηγό Αστυνομίας δύο τόσους μήνες προηγουμένως (16.8.06), ως το Τεκμήριο
  1. Πάντοτε υπό τη γωνία αποτίμησης τής αξιοπιστίας του μάρτυρα, δεν μπορεί προσέτι να παραβλεφθεί και η παρουσίαση από μέρους του, του γραφολογικού πορίσματος/Τεκμήριο 6 ως μη στοιχειοθετούντος αδίκημα εναντίον του ενάγοντα. Δεν θα εξετάσω την πτυχή στη λεπτομέρεια της. Αυτό που τώρα μέλει είναι ο απόλυτος τρόπος με τον οποίο ο μάρτυς έδωσε την εντύπωση ότι τα όσα είπε απέδιδαν αυτολεξεί και κατ' ουσίαν τη γνώμη του πραγματογνώμονα που διενήργησε την πραγματογνωμοσύνη/Τεκμήριο
  2. Το ότι ο μάρτυς επισύναψε στη γραπτή του δήλωση/Έγγραφο Α, το υπό αναφοράν τεκμήριο, δεν μετριάζει τα πράγματα. Αντιθέτως, ενισχύει την ανησυχία πως η παρουσίαση από μέρους του μάρτυρα και αυτής της έκφανσης των πραγμάτων, ήταν αδικαιολογήτως μονοσήμαντη. Ό,τι απογράφεται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης/Τεκμήριο 6, είναι πως οι «. αμφισβητούμενες υπογραφές είναι περιορισμένης έκτασης γραφικές παραστάσεις, χωρίς ιδιαίτερη τεχνική στον τρόπο σχηματισμού και ως εκ τούτου η εκφορά οποιασδήποτε γνώμης κρίνεται επισφαλής». Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από αυτό. Άρα, δεν φύεται - ούτε καν ως θέμα απλής ανάγνωσης - πως το πόρισμα δεν στοιχειοθετούσε αδίκημα εναντίον του ενάγοντα, παρά μόνο ότι αυτή η πτυχή της διαθέσιμης μαρτυρίας που βρισκόταν στην κατοχή του εναγομένου, δεν επέτρεπε στον τελευταίο να εκφράσει γνώμη επί του επιζητούμενου βάσει της μαρτυρίας αυτής και μόνον. Είχαν όμως οι ανακριτικές αρχές, ως συμπεραίνεται και από τη μαρτυρία της ανακρίτριας στη δεύτερη αίτηση προσωποκράτησης, άλλη (ή και άλλη) μαρτυρία που θα μπορούσε δυνητικώς, μετά από τις προσήκουσες εξετάσεις, να οδηγήσει στην καταχώριση ποινικής δίωξης εναντίον του κατηγορουμένου, αλλά - όπως και έγινε - και στην έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (βλ. Τεκμήριο 5). Παρόμοια, θα μπορούσαν να λεχθούν και για τις αναφορές του μάρτυρα στην παράγραφο 18 της γραπτής του δήλωσης (βλ. Έγγραφο Α), όπου και με παραπομπή σε άλλες γραφολογικές εξετάσεις (βλ. Τεκμήρια 10 και 11) επιχειρηματολογώντας και πάλι, διατράνωνε πως οι εξετάσεις δεν μπορούσαν να αποδείξουν το αδίκημα της πλαστογραφίας εναντίον του ενάγοντα και ότι οι αρχές «. πρωτίστως ζητούσαν την προσωποκράτηση του Ενάγοντα και δεύτερον προχώρησαν με την πρόσαψη κατηγοριών εναντίον του». Ούτε και αυτές οι θέσεις του μάρτυρα τέθηκαν κατά τη δεύτερη αίτηση προσωποκράτησης ή, ως ωσαύτως εξάγεται, στη σχετική έφεση που ακολούθησε (βλ. Τεκμήριο 23). Η μέθοδος που ασπάστηκε ο μάρτυς για να πείσει περί των θέσεων του ενάγοντα, δεν ήταν η ιδανικότερη. Η ανάπτυξη της μαρτυρίας του, απείχε πολύ από την αναμενόμενη αντικειμενικότητα, διαύγεια και ακρίβεια λόγου και αυτό όχι από επιθυμία του μάρτυρα να ψευσθεί ή να παραπλανήσει εσκεμμένως - κάθε άλλο μάλιστα αφού ο μάρτυς με ιδιαίτερο ζήλο είναι που προώθησε την εκδοχή του ενάγοντα - αλλά από την προκύψασα σύμμειξη της ιδιότητας του ως δικηγόρου του ενάγοντα και ως μάρτυρα γεγονότων που αφορούσαν στον ενάγοντα, ένας συνδυασμός, εντούτοις, που δεν απέβη θετικός για τον μάρτυρα στην προκειμένη περίπτωση. Απορρίπτω τη μαρτυρία του XXXXX Γεωργιάδη (ΜΕ1), εκτός στο βαθμό που αφορά στην από μέρους του περιγραφή διαβημάτων και ενεργειών για τον ενάγοντα προς δικονομική προώθηση των θέσεων του τελευταίου και για όσα βίωσε ο μάρτυς κατά τον χειρισμό της ποινικής υπόθεσης, με τη δικαστική αυτή επιλογή (αποδοχής μέρους της μαρτυρίας του μάρτυρα ως αξιόπιστης σε αντιδιαστολή προς το υπόλοιπο της), να είναι νομολογιακώς επιτρεπτή (βλ. κατ' αναλογίαν, Ευσταθίου ν Μιχαήλ και Άλλης, ΠΕ 269/12, ημ. 23.7.19). Ο XXXXX Σιακόλας (ΜΕ2), δεν μου δημιούργησε θετική εντύπωση. Ενώ προσπαθούσε παντοιοτρόπως να πείσει περί τού ακριβούς των λεχθέντων του για ζητήματα που αφορούσαν στον ενάγοντα, στην κατάσταση υγείας της συζύγου του, στις επιπτώσεις της σύλληψης του και άλλα τινά, κατέθετε και για κινήσεις και ενέργειες του που κάθε άλλο παρά υποστήριζαν την ενίοτε άτεγκτη στάση του μάρτυρα για τα όσα έλεγε υπέρ του ενάγοντα. Επί παραδείγματι, ο μάρτυς προέτασσε ότι ο ενάγων δεν μπορούσε να προσέλθει στην Κύπρο για σκοπούς μαρτυρίας στη δίκη ένεκα των προβλημάτων υγείας της συζύγου του, αλλά ταυτοχρόνως περιέγραφε πώς, παρόλα τα προβλήματα αυτά, ο ενάγων προχωρούσε με τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες και με τα ταξίδια του στο εξωτερικό, ακόμη και όταν η σύζυγος του ήταν «. εγχειρισμένη από καρκίνο 2, 3 εβδομάδων και έκανε θεραπείες τότε. Ήταν κρίσιμο το στάδιο.». Η διαφορά αυτή στη διαβάθμιση των γεγονότων και της ερμηνευτικής τους από τον μάρτυρα, αντιτίθεται προς την εκδοχή του ιδίου και του ενάγοντα, απεικονίζοντας και μια σύμφυτη αντίφαση στο συμπαγές των όσων στόχευσε να αποδώσει. Ο τρόπος με τον οποίο ο μάρτυς τοποθετούνταν εξέπεμπε εικόνα ατόμου που στόχο είχε την εκ καθήκοντως και υπέρ πάντων επικουρία τής εκδοχής του ενάγοντα, έστω και αν η συνδρομή αυτή θα μπορούσε να καταταχθεί και ως παραβιαστική τού θεμιτώς επιτρεπτού. Εκτός τούτου - και είναι ορθή η επισήμανση των ευπαίδευτων εκπροσώπων του εναγομένου - ο μάρτυς, ενασχολούμενος με τους λόγους μη έλευσης του ενάγοντα στην Κύπρο για να δώσει μαρτυρία, έγραψε στη γραπτή του δήλωση (βλ. Έγγραφο Β), στην παράγραφο 27, ότι ο ενάγων ήταν «. ιδιαίτερα σκεφτικός και διστακτικός στο να έρθει στην Κύπρο, για ακόμη ένα λόγο ο οποίος κατά την άποψη μου είναι πολύ σοβαρός. Λόγω του τρόπου που ενεργοποιήθηκαν οι διαδικασίες δίωξης εναντίον του, λόγω των απειλών που έγιναν κατά του προσώπου του από τον XXXXX Μάτσα μέρος των οποίων μάλιστα πραγματοποιήθηκαν, λόγω των απειλών που δέχθηκε για την ίδια του τη ζωή, και γενικότερα λόγω της ιδιαίτερα άσχημης εμπειρίας και αφόρητης ψυχοσωματικής ταλαιπωρίας που βίωσε κατά το έτος 2006, έχει απωλεσθεί κάθε εμπιστοσύνη προς τις δημόσιες αρχές. Ενόψει των πιο πάνω, έχουν δημιουργηθεί έντονες φοβίες πως σε περίπτωση που επιστρέψει στην Κύπρο είτε θα ξεκινήσουν εκ νέου διαδικασίες εναντίον του είτε θα πραγματοποιηθούν οι απειλές που εξαπολύονταν εναντίον του, συμπεριλαμβανομένων και των απειλών για την ίδια του τη ζωή, ιδιαίτερα λαμβανομένου υπόψη πως τώρα με την εκδίκαση της εν λόγω υπόθεσης, αποκαλύπτονται σοβαρά γεγονότα, τα οποία επηρεάζουν και αφορούν τρίτα πρόσωπα». Η τοποθέτηση του μάρτυρα, αντιμάχεται (και τούτη), την ευρύτερη εκδοχή του ενάγοντα ότι ο λόγος της απουσίας του από την Κύπρο έχει ως μοναδική εκπόρευση την κατάσταση υγείας τής συζύγου του. Δεν είναι περιττή η υπόμνηση πως η εκδοχή του ενάγοντα στο απορριφθέν αίτημα ημερομηνίας 22.11.13 για προσαγωγή μαρτυρίας διά εικονοτηλεδιάσκεψης («η αίτηση εικονοτηλεδιάσκεψης»), εστιάστηκε στα παρουσιαζόμενα προβλήματα υγείας της συζύγου του και όχι επί άλλης επάλληλης ή παράλληλης αιτίασης. Η εκδοχή του ενάγοντα στην αίτηση εικονοτηλεδιάσκεψης μεταφέρθηκε (ως σύνοψη) στην ενδιάμεση απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 22.12.15 (η οποία δεν εφεσιβλήθηκε), ως ακολούθως: «.................................................. Επί του συγκεκριμένου θέματος, στην ένορκη δήλωση της Αίτησης προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι είναι πλέον αδύνατο για τον Ενάγοντα να έρθει στην Κύπρο ενόψει του ότι η κατάσταση της συζύγου του, η οποία πάσχει χρόνια από καρκίνο, έχει επιδεινωθεί δραματικά. Επίσης αναφέρεται πως είναι πλέον πρακτικά αδύνατο για τον Ενάγοντα να την εγκαταλείψει αφού βρίσκεται συνεχώς στο πλάι της, παρέχοντας της κάθε δυνατή βοήθεια σε αυτή τη δύσκολη περίοδο που διανύει. Ο Ενάγων είναι ο μόνος που βρίσκεται κοντά της καθότι τα δύο παιδιά τους, ηλικίας (κατά το 2013 που έγινε η ένορκη δήλωση) 19 και 21 ετών, σπουδάζουν. Περαιτέρω αναφέρεται πως ο Εναγόμενος είναι ο μόνος που εργάζεται και είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για τη συντήρηση και φροντίδα της οικογένειας του, καθότι η σύζυγος και τα δύο τους παιδιά είναι οικονομικά εξαρτώμενοι από αυτόν. Επομένως, είναι αδύνατον για τον ίδιο να εγκαταλείψει τη σύζυγο του αλλά και τις επαγγελματικές του υποχρεώσεις για να έρθει στην Κύπρο. Τέλος εκφράζεται η θέση πως η υφιστάμενη κατάσταση της συζύγου του Ενάγοντος θα συνεχίσει για άγνωστο χρονικό διάστημα, καθότι η εξέλιξη της είναι απρόβλεπτη, ιδιαίτερα από τη στιγμή που άρχισε να χειροτερεύει. Το Δικαστήριο θεωρεί πως ο προβαλλόμενος λόγος υγείας της συζύγου του Ενάγοντος τίθεται με γενικότητα και αοριστία, όσον αφορά την ακριβή κατάσταση της και την πιθανή εξέλιξη αυτής. Ενδεχομένως η προσκόμιση κάποιου ιατρικού πιστοποιητικού να ήταν βοηθητική για την απόδοση της κατάστασης και των αναγκών της ασθενούς. Με αυτή τη διαπίστωση το Δικαστήριο αδυνατεί να δεχθεί χωρίς άλλο πως η παρουσία του Ενάγοντος δίπλα της είναι άκρως απαραίτητη και μάλιστα συνεχώς, χωρίς δηλαδή να υπάρχει η δυνατότητα απουσίας του έστω και για ένα σύντομο χρονικό διάστημα για τη μετάβαση του στην Κύπρο και την παρουσίαση της μαρτυρίας του ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα και στο γεγονός ότι ο Ενάγων έχει δύο ενήλικα παιδιά τα οποία βρίσκονται στο στάδιο των σπουδών τους, και είναι εύλογο το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι αυτά, λόγω της σχέσης με τη μητέρα τους αλλά και λόγω της ηλικίας τους, θα μπορούσαν σε κάποιο χρόνο, ακόμα και εν καιρώ διακοπής του Πανεπιστημίου σε αργίες ή διακοπές, να προβούν σε κάποια ρύθμιση ούτως ώστε να βρίσκονται κοντά στη μητέρα τους και να της παρέχουν την αναγκαία φροντίδα και στήριξη με σκοπό να διευκολύνουν τον πατέρα τους στην προώθηση της υπόθεσης του. Άλλωστε το Δικαστήριο είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις ανάγκες και απαιτήσεις της κάθε υπόθεσης και δύναται, εφόσον του ζητηθεί και κριθεί αναγκαίο, να προβεί στα δέοντα μέτρα για να προγραμματίσει αναλόγως την ακρόαση της παρούσας αγωγής στον χρόνο κατά τον οποίο ο Ενάγων θα μπορούσε να είναι παρών. Είναι επίσης σημαντικό να λεχθεί πως ο Ενάγων δεν επικαλείται μόνο την κατάσταση της συζύγου του αλλά και τις επαγγελματικές του υποχρεώσεις. Και πάλι αυτός ο ισχυρισμός παραμένει εντελώς γενικός και αόριστος. Δεν έχει αναφερθεί καν το επάγγελμα του Ενάγοντος, ούτε και οι ώρες εργασίας του και η οποιαδήποτε ενδεχόμενη αδυναμία του να απέχει και απουσιάσει λίγες μέρες από αυτή για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Επίσης ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός, όπως τίθεται, έρχεται και σε κάποια αντίφαση με τη θέση ότι ο Ενάγων βρίσκεται συνεχώς στο πλάι της συζύγου του. Πώς είναι δυνατό να επικαλείται τη συνεχή παρουσία του δίπλα από τη σύζυγο του και την παροχή κάθε βοήθειας σε αυτή και ταυτόχρονα να εργάζεται με τέτοιους ρυθμούς και σε τέτοιο βαθμό που να μην του παρέχεται η ευχέρεια να εγκαταλείψει την Αγγλία έστω για λίγες μέρες; ....................................................». Χωρίς να παραβλέπεται ότι η γραπτή δήλωση του μάρτυρα (βλ. Έγγραφο Β), καταχωρίστηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του στη δίκη την 3.4.18 - πέντε τόσα έτη μετά την καταχώριση της αίτησης εικονοτηλεδιάσκεψης - δεν υποβιβάζεται η αντικειμενικώς εύλογη κατά τα άλλα διαπίστωση πως η κατάσταση πραγμάτων που περιγράφηκε στην αίτηση εικονοτηλεδιάσκεψης για να τη στηρίξει, δεν ήταν διαφορετική σε ουσία και λεπτομέρεια από εκείνη που παραθέτει ο μάρτυς στην παράγραφο 27 της γραπτής του δήλωσης (βλ. Έγγραφο Β), ή και (προσθέτως), στην παράγραφο 28 αυτής, όπου περιγράφει, μετά από ενημέρωση που έτυχε, ως λέγει, από τον ενάγοντα και την σύζυγο του (αδελφή του μάρτυρα), ότι η σύζυγος του ενάγοντα διαφώνησε εντόνως για τη μετάβαση του τελευταίου στην Κύπρο αφού οι Κυπριακές αρχές τον ταλαιπωρούσαν «. ακόμη και μετά την απάλλαξη των κατηγοριών που αντιμετώπιζε, αφού δεν του παρέδιδαν τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και δεν αφαιρούσαν το όνομα του από το stop-list, ώστε να μπορέσει να επιστρέψει πίσω στην Αγγλία .». Κατ' ακολουθίαν, συνάγεται (και υπό αυτή την οπτική) - για να πω το λιγότερο - ασυνέχεια στην εκδοχή μεταξύ μάρτυρα και ενάγοντα, αλλά και στα όσα ο ίδιος ο μάρτυς είπε, παραπέμποντας κιόλας σε λεχθέντα του ενάγοντα για να στηρίξει την εκδοχή του τελευταίου ένεκεν της απουσίας του από την Κύπρο (και τη δίκη). Καταγράφοντας - και έχει τούτο τη δική του σπουδαιότητα - ότι οι διαπιστώσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην αίτηση εικονοτηλεδιάσκεψης (διότι περί διαπιστώσεων ο λόγος και όχι ασφαλώς για ευρήματα στο ενδιάμεσο εκείνο στάδιο), δεν αντικαθιστούν ή επηρεάζουν τη δικαστική κρίση στη δίκη επί της ουσίας της αξιοπιστίας των μαρτύρων και της αποδεικτικής βαρύτητας της μαρτυρίας που αναφύεται, λέγω ότι τα όσα εντυπώνω ως αξιολογική εντύπωση, μορφώνουν πρωτογενή απόφανση για ό,τι τη στιγμή αυτή απασχολεί και όχι ως απόρροια οιασδήποτε δέσμευσης εν σχέσει προς την αξιοπιστία των μαρτύρων που κατέθεσαν στη δίκη. Περιπλέον, ο μάρτυς φανέρωσε ασυνέπεια και αντιφατικότητα σε απόψεις που προώθησε παρουσιάζοντας τις στη γραπτή του δήλωση/Έγγραφο Β ως γεγονός, για μπλέξιμο του XXXXX Μάτσα σε απειλητικές προς τον ενάγοντα και την οικογένεια του τελευταίου συμπεριφορές. Δίχως να προσθέτω κάτι το κατ' αρχήν αλλιώτικο από τα όσα είπα για τον XXXXX Γεωργιάδη (ΜΕ1) και τους δικούς του στοχασμούς σε εκείνα που θεωρούσε πως εκτυλίχθηκαν με αναφορά στον ενάγοντα, τον XXXXX Μάτσα και τον XXXXX Φιλιππίδη, υπογραμμίζω ότι και ο XXXXX Σιακόλας (ΜΕ2) ακολούθησε παρόμοια προσέγγιση εξαγωγής συμπερασμάτων επιλέγοντας βολικώς να εντάσσει αυτά που θεωρούσε δεδομένα ως υποβοηθητικά της εκδοχής του ενάγοντα. Μολονότι στη γραπτή του δήλωση (βλ. Έγγραφο Β), ή έστω κατά τα συμφραζόμενα από αυτή, ο μάρτυς επέρριπτε στον XXXXX Μάτσα συνωμοτικές και άλλες έκνομες και αντιεπαγγελματικές συμπεριφορές, δεν μπορούσε - και κλήθηκε επ' αυτού να τοποθετηθεί στην αντεξέταση - να ξέρει, ως παραδέχθηκε, εάν οι συμπεριφορές αυτές (ή κάποιες από αυτές), προέρχονταν πράγματι από τον XXXXX Μάτσα ή «. από επενδυτές ή κάποιους άλλους που υποκινούσαν τον οποιονδήποτε να κάνει αυτήν την πράξη». Όταν τέθηκε στον μάρτυρα υπό τύπον διερευνητικής ερώτησης αν οι απειλές είχαν ξεκινήσει και από παλαιότερα «. διότι ακούγετο ότι δεν πάει καλά η εταιρεία .», ο μάρτυς, παρότι δήλωσε αρχικώς πως δεν μπορούσε να γνωρίζει κάτι τέτοιο, αμέσως μετά, άρχισε να συζητά λόγους για τους οποίους η κατάσταση μπορεί και να μην είχε ως την περιέγραφε η αντεξετάζουσα, ξεχνώντας προφανώς ο μάρτυς πως λίγο πριν εξωτερίκευε άγνοια περί όσων συναποτέλεσαν την ανάλυση του. Περαιτέρω, ο μάρτυς αναφερόμενος (στην παράγραφο 10 της γραπτής του δήλωσης/Έγγραφο Β) σε πληροφόρηση που έλαβε από τον ενάγοντα, ότι «. ο XXXXX Μάτσας συνέχιζε να του τηλεφωνά και να τον απειλά να επιστρέψει τα χρήματα στους υπόλοιπους επενδυτές με τους οποίους συνδέονταν τα αδέλφια Μάτσα και τις οφειλές προς τον XXXXX Μάτσα .», επιχείρησε να συνδέσει στην ίδια παράγραφο πως ο ίδιος (ο μάρτυς) είχε πει ότι ήταν παρών «. σε δύο περιστατικά, όταν η αδελφή μου δέχθηκε ανώνυμα τηλεφωνήματα στο σπίτι της, με απειλές για τον άνδρα της και την οικογένεια της. Χαρακτηριστικά, στην μια περίπτωση, την απείλησαν τηλεφωνικώς αναφέροντας χαρακτηριστικά τα εξής λόγια «πε του άντρα σου να τακτοποιήσει τις υποχρεώσεις του, αλλιώς ξεχάστε τα παιδκιά σας». Εις πίστην του, ο μάρτυς, μετά από εύστοχη αντεξεταστική ερώτηση (τής οποίας η ένταση και ύφος δεν άφησαν πολλά περιθώρια άλλης αντίδρασης στον μάρτυρα), είπε πως δεν ισχυριζόταν «. ότι ήταν ο XXXXX Μάτσας, γιατί θα τον καταλάβαινε η αδελφή μου. Ήταν άγνωστη φωνή». Το επισημαίνω αυτό, όχι για να ψέξω τον μάρτυρα για την ειλικρίνεια που επέλεξε να δείξει - ακριβώς το αντίθετο - αλλά για να υποδείξω, με κάθε σεβασμό, το ανελαστικό κάποιων θέσεων του, εκφρασμένων στη γραπτή του δήλωση/Έγγραφο Β, με τρόπο που χρωματίζει σχεδόν κάθε φορά τον XXXXX Μάτσα (και κατά βούλησιν τον XXXXX Φιλιππίδη) και ό,τι είναι που τους εμπλέκει στα όσα τούς καταμαρτυρεί διά της εκδοχής του ο ενάγων. Δεν ξεχνώ ότι, όπως και στην περίπτωση του XXXXX Γεωργιάδη (ΜΕ1), πολλά από όσα είπε ο μάρτυς αποτελούν έκδοχο εικασιών και σεναρίων, που ο μάρτυς αναλόγως διαμόρφωνε. Ακόμη ένα παράδειγμα της περιγραφόμενης αυτής στάσης και προδιάθεσης του μάρτυρα έναντι του XXXXX Μάτσα (ή αναστρόφως υπέρ της εκδοχής του ενάγοντα), είναι και ο τρόπος με τον οποίο επιχείρησε να συνδέσει την ενέργεια του XXXXX Φιλιππίδη να καταγγείλει τον ενάγοντα προς την Αστυνομία, με αντίστοιχη υποκίνηση για αυτό, από τον XXXXX Μάτσα. Ρωτήθηκε ο μάρτυς για το ποιος είναι που κατήγγειλε τον ενάγοντα στην Αστυνομία, με τον μάρτυρα να υποθέτει πως αυτό συντελέστηκε από τον XXXXX Φιλιππίδη («Μάλλον ο Φιλιππίδης τον κατάγγειλε»). Όμως, παρ' όλη την τοποθέτηση του, αβέβαιη ως ήταν για ό,τι απόφερε ως γεγονός (ή και ως εκτίμηση), μετά από αντεξεταστική ερώτηση τοποθετήθηκε πια με βεβαιότητα ότι την καταγγελία την υπέβαλε υποκινούμενος ο XXXXX Φιλιππίδης («Είναι ο Φιλιππίδης υποκινούμενος»), αποδίδοντας αργότερα την υποκίνηση, απ' ό,τι ο μάρτυς πίστευε, στον XXXXX Μάτσα, χωρίς όμως ποτέ να κατορθώσει να ταυτίσει τον υπολογισμό του ορθολογικώς και συγκεκριμένως, περιπλέκοντας τον εαυτό του σε θεωρητικολογίες και σεναριολογίες που από εντυπώσεως μαρτυριακής συνοχής (και όχι βαρύτητας), παρέμειναν έωλες. Παρόμοια, μπορούν να λεχθούν και για τη θέση του μάρτυρα ότι πριν από την έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης «. για τη δήθεν πλαστογράφηση, οι γραφολόγοι οι επίσημοι της Αστυνομίας, τους είπαν ότι δεν συνδέεται ο Ταπακούδης με αυτήν την πλαστογράφηση και πάλι το εκδώσαν και όταν εκτελέστηκε έγινε το ίδιο και πάλι εκτελέστηκε». Ο μάρτυς δεν θα μπορούσε έτσι κι αλλιώς να δεσμεύσει το Δικαστήριο επί της όποιας ερμηνείας μπορούσε να δώσει στα γραφολογικά πορίσματα που έτυχαν αναφοράς. Εξάλλου, δεν είναι τούτο το ζητούμενο τώρα ως θέμα γεγονότος ούτε και ο μάρτυς, όπως και ο XXXXX Γεωργιάδης (ΜΕ1), κατείχε την εξειδικευμένη γνώση να αποφανθεί σχετικώς. Εκείνο που ενδιαφέρει, πιθανόν και αυτό ως μετρητής της εμμονής του μάρτυρα υπέρ της εκδοχής του ενάγοντα (με τη διάθεση που προείπα), είναι ότι ερμήνευσε τα γραφολογικά πορίσματα ωσάν αυτά να έλεγαν ρητώς πως ο ενάγων δεν συνδέθηκε με την πλαστογράφηση. Δεν έχουν έτσι τα πράγματα. Το τι προκύπτει από την επί χάρτου διακρίβωση - και τούτο αφορά στην εξ όψεως ανάγνωση των πραγμάτων και όχι σε επιστημονική δικαστική γνώση - είναι ότι η ταύτιση του ενάγοντα με τα γραφολογικά πορίσματα δεν κατέστη κατορθωτή λόγω της περιορισμένης έκτασης των γραφικών παραστάσεων, των άνευ ιδιαίτερης τεχνικής και τρόπου σχηματισμού τους και της απουσίας των πρωτοτύπων εγγράφων, με αποτέλεσμα την αδυναμία εκφοράς ασφαλούς γνώμης για το αν, τωόντι, τα δείγματα που εξετάστηκαν συνδέονταν ή όχι με τον ενάγοντα (βλ. Τεκμήρια 6, 10, 11). Εκείνο που κατατάσσει τον μάρτυρα σε μια κάπως διαφορετική κατηγορία από εκείνη του XXXXX Γεωργιάδη (ΜΕ1) - και τούτο συσταίνει ένα γενικότερο σχόλιο με τη δική του όμως αξιολογική αξία - είναι ότι η γνωριμία και επαφή του με τον ενάγοντα και την οικογένεια του ήταν (και εμφανίζεται πως εξακολουθεί να είναι), εκτενέστερη και ποιοτικότερη από εκείνη που είχε με τον ενάγοντα και την οικογένεια του (επαγγελματικώς), ο XXXXX Γεωργιάδης (ΜΕ1). Ως εκ τούτου, ο μάρτυς όφειλε να είναι προσεκτικότερος, ακριβέστερος και ειλικρινέστερος σε ό,τι κλήθηκε να πει στο Δικαστήριο. Κατά τα άλλα, οι αναφορές του για τις επενέργειες των κατ' ισχυρισμόν παράνομων χειρισμών τού εναγομένου στην ποινική υπόθεση και στα όσα προηγήθηκαν ή και ακολούθησαν αυτής, παρέμειναν σε κλίμακα εικοτολογίας. Πιο συγκεκριμένα και ενδεικτικώς - αφού αρκετές είναι οι άλλες περιπτώσεις στη μαρτυρία του με τις οποίες δεν έχω καταπιαστεί αφού αυτό δεν θα προσέθετε ή θα αφαιρούσε κατιτί από τα καταγραφόμενα - ταξινομούνται στην κατηγορία αυτή οι αναφορές του μάρτυρα περί προσπαθειών, ως ισχυρίστηκε, του ενάγοντα να δημιουργήσει φωτοβολταϊκό εργοστάσιο στην Κύπρο και για το τόλμημα να εντάξει την εταιρεία του (AT Micro Ltd), στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (βλ. Τεκμήρια 2 και 3). Απορρίπτω τη μαρτυρία του XXXXX Σιακόλα (ΜΕ2). Ο XXXXX Balmford (ΜΕ3), αναφέρθηκε στη φιλική και επαγγελματική του σχέση με τον ενάγοντα και ιδίως, ουχί όμως αποκλειστικώς, στη συνεργασία του με αυτόν στον τομέα της διαδικτυακής επικοινωνίας και στις προσπάθειες του ενάγοντα να προωθήσει πρωτότυπα προϊόντα στο εμπόριο. Απαύγασμα του εγχειρήματος ήταν και η σύσταση της Volptech Ltd από τον ενάγοντα στην οποία τούτος είχε αναλάβει τα ινία της εταιρικής προεδρίας και ο μάρτυς την προεδρία του διοικητικού της συμβουλίου. Στην εκτύλιξη των πραγμάτων, ο μάρτυς περιγράφοντας και όσα μεσολάβησαν, απέληξε να πει ότι η Volptech Ltd συμφώνησε με την Vtech Telecommunications Ltd (βλ. Τεκμήρια 41(α) και 41(β)), ως μια κίνηση που θα απέφερε διεύρυνση των εργασιών και εσόδων του ενάγοντα και της εταιρείας του. Διαφάνηκε στη μαρτυρία του πως μια από τις στοχεύσεις του ήταν να καταδείξει πως, ως εκ των χειρισμών του εναγομένου, ο ενάγων υπέστη οικονομική ζημιά και απώλεια. Τούτο δεν είναι κακό. Κακό είναι το ότι η προσπάθεια του αυτή φαίνεται να έγινε καθοδηγούμενα και προκατασκευασμένα. Υποστηρικτική έκφανση της εκδοχής του μάρτυρα, ήταν και η άποψη του πως τα οφέλη της εργοδότησης τού ενάγοντα από την Volptech Ltd εξανεμίστηκαν όπως και πολλά άλλα για τον ενάγοντα λόγω της σύλληψης και δίωξης του και σε τούτα περιλαμβάνονταν και τα θετικά της υποτιθέμενης συμφωνίας Volptech Ltd και Vtech Telecommunications Ltd (βλ. Τεκμήρια 41(α) και 41(β)). Οι θέσεις του μάρτυρα για τούτα (και άλλα παρόμοια), υπήρξαν γενικόλογες και αόριστες και απορρέουσες εν πολλοίς από υπολογισμούς και εκτιμήσεις παρά από οτιδήποτε άλλο. Τέτοιες περιπτώσεις εντοπίζονται (ως δείγμα) - αφού υπάρχουν και άλλες στα πρακτικά - στις αναφορές του μάρτυρα για τη συμφωνία δανείου που έγινε, ως είπε, μεταξύ Volptech Ltd και σειράς αντισυμβαλλομένων (βλ. Τεκμήριο 47) και που στο τέλος παραδέχθηκε πως πίστευε ότι τούτη η συμφωνία ήταν υπογεγραμμένη από τους αντισυμβαλλομένους ενώ δεν ήταν, ή για το ότι η Volptech Ltd θα προχωρούσε σε συμφωνία παραγγελίας με την Deutsche Telecom ύψους 10.000.000 Δολαρίων Αμερικής, ως το Τεκμήριο 49, για την οποία όμως ο μάρτυς, παρ' όλη τη βεβαιότητα της θέσης που εξέφρασε στην κυρίως εξέταση διά της έγγραφης δήλωσης του (βλ. Έγγραφο Γ), δεν μπορούσε να υποστηρίξει στην αντεξέταση, λέγοντας πως η συμφωνία δεν υπογράφθηκε αφού ο ενάγων δεν μετέβη στην Γερμανία για τον σκοπό αυτό, κάτι που αν γινόταν θα ήταν «. πολύ σίγουρο. Ήταν σίγουρο .», πως τα πράγματα θα προχωρούσαν σε συνομολόγηση της συμφωνίας, για να παραδεχθεί αμέσως ότι η βεβαιότητα που εκδήλωσε δίκην γεγονότος δεν απέδιδε παρά δική του κρίση. Μ' όλη την ουσία της υποτιθέμενης αυτής συμφωνίας, ή πρόθεσης για συνομολόγηση συμφωνίας μεταξύ Volptech Ltd και Deutsche Telecom, ο μάρτυς αντεξεταζόμενος - και σε φανερή αμηχανία - δεν μπορούσε να δώσει πειστικές απαντήσεις ως προς το γιατί, δοσμένων των όποιων κωλυμάτων του ενάγοντα, δεν μετέβηκε ο ίδιος (ο μάρτυς) στην Γερμανία για συμπλήρωση της συμφωνίας, μετατοπίζοντας μάλιστα τα πράγματα και φορτώνοντας τα στη σύλληψη, κράτηση και απομόνωση του ενάγοντα στη φυλακή (ως χαρακτηριστικώς είπε), αντί, ως επιζητούσε η ερώτηση, στην παροχή εξηγήσεων από τον μάρτυρα (ή στο ξεδίπλωμα κάποιας εκδοχής) σε αυτά που ρωτήθηκε. Όταν η αντεξετάζουσα διερωτήθηκε γιατί δεν είχε συναντηθεί για τα καθέκαστα με την Deutsche Telecom ο Αμερικανός συνεργάτης του ενάγοντα και του μάρτυρα - κατά τα λεχθέντα του τελευταίου στην παράγραφο 12 της γραπτής του δήλωσης (βλ. Έγγραφο Γ) όπου το άτομο αυτό προσδιορίζεται ως «. American associate .» - ο μάρτυς προέταξε με τρόπο καθαρώς δηλωτικό υπεκφυγής και αναλήθειας ότι ο προσδιορισμός τού εν λόγω ατόμου ως συνεργάτη υπήρξε άστοχος, αφού «. για να είμαι εντελώς ειλικρινής Εντιμότατε, χρησιμοποίησα λανθασμένη λέξη. Δεν ήταν συνεργάτης, associate, ήταν φίλος. Λυπούμαι». Δεν επρόκειτο περί λάθους. Ο μάρτυς, ως τον πρόσεξα στο εδώλιο ενώ προσπαθούσε να δικαιολογηθεί, ήξερε πολύ καλά τι έλεγε και έγραφε, ανεξαρτήτως αν αυτά που είπε και έγραψε θα μπορούσαν να υπολείπονται αξιολογικής ποιότητας. Αυτά που είπε ο μάρτυς, κρινόμενα από θέσεως σταθερότητας, βρίσκονταν μακράν από το να δύνανται να διαπλάσουν περίπτωση συζήτησης, έστω, για αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της σύλληψης και δίωξης του ενάγοντα και της κατάρρευσης των επιχειρηματικών και άλλων δραστηριοτήτων του, συμπεριλαμβανομένης και της οικογενειακής και προσωπικής του γαλήνης, υγείας και ευτυχίας. Οι παρατηρήσεις αυτές εκτείνονται και στις θέσεις του μάρτυρα για την εκτιμημένη αξία της Volptech Ltd από την Valuation Consulting Ltd (κατά τα περιλαμβανόμενα στο Τεκμήριο 42). Παραμερίζοντας προς στιγμήν τα περί αποδεικτικής βαρύτητας του εγγράφου αυτού, δεν μπορεί να παραγνωριστεί και το ότι (ως μεταβλητή για τα όσα ο ενάγων επιδιώκει) και η επίδραση κατά τα φαινόμενα της ούτω καλουμένης διεθνούς πατέντας η οποία κατά την παράγραφο 10 της έγγραφης δήλωσης του μάρτυρα (βλ. Έγγραφο Γ), είχε εγγραφεί δεόντως, με αποτέλεσμα να εκδοθεί και αντίστοιχο πιστοποιητικό το οποίο ο μάρτυς επισύναψε στη γραπτή του δήλωση/Έγγραφο Γ, ως Τεκμήριο 48 («Furthermore, the claimant, through the company, has registered international trademarks and patents, obtaining the corresponding certificates, which I attach as EXHIBIT 48)». Τελικώς, ως ο μάρτυς αναγκάστηκε να παραδεχθεί στην αντεξέταση, δεν υπήρξε, ως είχε δηλώσει στην παράγραφο 10 της γραπτής του δήλωσης/Έγγραφο Γ «. πατέντα κατοχυρωμένη .», παρά μονάχα απόδειξη/πιστοποιητικό υποβολής της σχετικής αίτησης ως του απαραίτητου προγενέστερου σταδίου. Όταν κλήθηκε ο μάρτυς κατά την επανεξέταση να διευκρινίσει ό,τι είναι που μπορούσε να αποσαφηνιστεί για την τοποθέτηση του αυτή (με παραπομπή στο Τεκμήριο 48), ο μάρτυς δήλωσε ότι «. νομίζω πως έκανα λάθος. Νομίζω έκανα λάθος. Λυπάμαι πολύ, αλλά έχω χαθεί εντελώς». Δεν στέκομαι στο ότι ο μάρτυς μπορεί και να έσφαλε για διάφορους λόγους στα περί της πατέντας, ούτε και η κατάληξη μου για την αναξιοπιστία του ως μάρτυρα εδράσθηκε σε αυτό. Ο λόγος της επισημείωσης είναι για να αναδειχθεί έτι περισσότερον (και ίσως εκ του περισσού), η ευκολία με την οποία ο μάρτυς προέβαινε σε απόλυτες δηλώσεις, για τις οποίες προφανώς δεν είχε πρωτογενή γνώση ή έστω αντίληψη. Απορρίπτω τη μαρτυρία του XXXXX Balmford (ΜΕ3). Πριν από τα υπόλοιπα ευρήματα (αλλά και ως μέρος αυτών), απαιτούνται επτά επισημάνσεις. Η πρώτη επισήμανση, σχετίζεται με την αρχή πως ένα πρωτόδικο Δικαστήριο δεν μπορεί να ενεργεί ως εφετείο του εαυτού του ή άλλου ομοβάθμιου Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογίαν, Ματθαίου ν Σολωμόντος και Άλλου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1201, 1208-1209) και να καταλήγει τουτέστιν σε διαφοροποιημένα ενδεχομένως συμπεράσματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Πίτσιλλος ν Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 346, 353). Η αρχή αυτή συνοψίζεται καλύτερα στην Αναφορικά με την Αγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού Αρ. 2928/2017 (Λοϊζίδη και Άλλων ν Περατικού και Άλλου), Πολ. Αιτ. 32/19, ημ. 17.4.19 (διά του Ναθαναήλ Δ.), ως εξής: « .................................................... Επί της ουσίας, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου συγκλίνει στο ότι δεν είναι δυνατό για ένα Δικαστήριο να αναθεωρεί αποφάσεις ομοβάθμου Δικαστηρίου με δεδομένο ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο θεωρείται ενιαίο για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης και δεν έχει σχέση, ούτε και θα μπορούσε νόμιμα να αποτελούσε παράγοντα που επηρεάζει μια απόφαση, η κατά περίπτωση σύνθεση του κατωτέρου Δικαστηρίου. Δεν μπορεί, με άλλα λόγια, εφόσον έχει αποφασιστεί ένα ορισμένο ζήτημα κατά ένα τρόπο, στη συνέχεια ένα άλλο ομόβαθμο Δικαστήριο στο οποίο αναλόγισε η υπόθεση στην πορεία της διαδικασίας, να αποφασίζει κατά άλλο τρόπο. Στην πρόσφατη απόφαση στη Mikis + Markos Sideris Holdings Limited v. 1. Χρίστου Τριανταφυλλίδης, διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Φάνης Σιδέρη, τέως από τη Λευκωσία, κ.ά., ECLI:CY:AD:2019:A14, Πολ. Έφ. αρ. 21/2013, ημερ. 23.1.2019, επαναβεβαιώθηκε η πιο πάνω αρχή σε διαδικασία που αφορούσε την ορθότητα της χρήσης της εναρκτήριας κλήσης ως δικονομικό μέτρο προς επίλυση ορισμένων θεμάτων εντός της διαχείρισης. Στην υπόθεση έγινε αναφορά στην προηγηθείσα απόφαση Νικόλα Σιδέρη κ.ά.
(2010)1 Α.Α.Δ. 286, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο στη δικαιοδοσία προνομιακών ενταλμάτων, έκρινε ότι εφόσον η ορθότητα της επιλογής του δικονομικού διαβήματος της εναρκτήριας κλήσης είχε ήδη αποφασιστεί με σχετική ενδιάμεση απόφαση ενός Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή, δεν μπορούσε στη συνέχεια άλλος ομόβαθμος Δικαστής να έκρινε διαφορετικά διότι η πρώτη απόφαση εφόσον δεν είχε αμφισβητηθεί με τη διαδικασία της έφεσης, παρέμενε αλώβητη στο νομικό στερέωμα και δεν ήταν δυνατό το θέμα της δικαιοδοσίας να εγείρεται κάθε φορά που προωθείται νέο δικονομικό διάβημα. Όπως λέχθηκε επί λέξει: «Οπωσδήποτε η αναίρεση της προηγούμενης απόφασης από ισόβαθμο δικαστήριο, θα συνιστούσε έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας πράγμα που θα εξουδετέρωνε την αποτελεσματικότητα της απονομής της δικαιοσύνης.» Στην πιο πάνω απόφαση, ισόβαθμο Δικαστήριο είχε ακυρώσει το μηχανισμό της εναρκτήριας κλήσης θεωρώντας το ως μη ορθό δικονομικό μέτρο υπό τις περιστάσεις, κρίνοντας ότι με την ένσταση που είχε καταχωρηθεί είχαν εκ των υστέρων αποκρυσταλλωθεί τα γεγονότα. Παρά ταύτα το Ανώτατο Δικαστήριο κατ΄ έφεση, ως ανωτέρω, έκρινε λανθασμένη την απόφαση διότι δεν μπορούσε μεταγενέστερα να αμφισβητηθεί η εναρκτήρια κλήση που είχε επικυρωθεί ως προς την ορθότητα της, τόσο από προηγούμενο κατώτερο Δικαστήριο, όσο και από το Ανώτατο Δικαστήριο σε προνομιακή διαδικασία. Στην Papademetriou v. Christofi
(1988)1 C.L.R. 101, το Εφετείο αποδέχθηκε έφεση με την οποία ακυρώθηκε απόφαση του κατώτερου Δικαστηρίου να μην ορίσει την υπόθεση για ακρόαση αμφισβητώντας την ορθότητα προηγούμενης άδειας που είχε δοθεί από άλλο Δικαστή για υποκατάστατη επίδοση επί ενός των εναγομένων, θεωρώντας ότι υπό τις συνθήκες της υπόθεσης η διαδικασία δεν θα γνωστοποιείτο στον εναγόμενο. Ενήργησε, όπως ανέφερε το Εφετείο, ως Εφετείο επί αποφάσεως άλλου Δικαστή. Παρόμοιες εφετειακές επισημάνσεις έγιναν στις Ματθαίου ν. Σολομώντος
(2010)1 Α.Α.Δ. 1201, Κυριάκου ν. Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού
(1993)1 Α.Α.Δ. 1020, κ.ά. Οι περιπτώσεις αυτές συνιστούν εμφανή υπέρβαση δικαιοδοσίας, κατά παρόμοιο τρόπο όπως και η έκδοση αντιφατικών ή συγκρουόμενων διαταγμάτων από το ίδιο Δικαστήριο, (Μάριου Κοσμά
(2014)1 Α.Α.Δ. 698, Russel Ritchie
(2008)1 Α.Α.Δ. 639 και Γεωργίου Χατζηαλεξάνδρου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1366). Ο λόγος είναι η ανάγκη για ύπαρξη συνέπειας στις αποφάσεις των πρωτόδικων Δικαστηρίων ώστε η διαδικασία να συνεχίζεται απρόσκοπτα στη βάση των λαμβανομένων σχετικών αποφάσεων, διαφορετικά η αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης εξουδετερώνεται, οι δε διάδικοι βρίσκονται σε αμηχανία προγραμματισμού ουσιαστικά και δικονομικά των κινήσεων τους στην υπόθεση. Δεν είναι συνεπώς δυνατό για ένα κατώτερο Δικαστήριο να αναθεωρηθεί αποφάσεις του ιδίου Δικαστηρίου έστω και αν διατηρεί άλλη άποψη εισερχόμενο έτσι την σφαίρα αρμοδιότητας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ενεργώντας ως Εφετείο. ....................................................». Αυτά ενδιαφέρουν ιδιαίτερα εδώ αφού το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, υπό διαφορετική σύνθεση κάθε φορά, αποφάσισε (στην παρούσα υπόθεση) επί σημαντικών δικονομικών και άλλων θεμάτων, με την υπ' εμού παρέκκλιση από τις αποφάσεις αυτές - και αυτονοήτως κατά παράβασιν της υπό συζήτησιν αρχής - να δημιουργεί δυνητικώς αδικία και αβεβαιότητα για τον ενάγοντα και τον εναγόμενο (αναλόγως της περίπτωσης στην οποία αφορά η κάθε τέτοια απόφαση). Πιο πολύ, αναπτύχθηκε επιχειρηματολογία από αμφότερους τους διαδίκους γύρω από την ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 31.5.17 (για εκδίκαση προδικαστικών νομικών σημείων). Η σχετική δικαστική κρίση επί των προδικαστικών, παρατίθεται στην απόφαση, κατά τα ακόλουθα: « .................................................... Ο εναγόμενος δια της υπερασπίσεως του, ειδικότερα, στις παραγράφους 1 και 2 προβάλλει τα ακόλουθα: «1.Ο Εναγόμενος εγείρει πρώτη προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι η Έκθεση Απαιτήσεως δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του, καθότι η έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος έκδοσης, δυνάμει του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητούμενων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου του 2002 (Ν. 133(Ι)/2004), δεν αποτελεί «δίωξη» επί της οποίας μπορεί να βασισθεί αγωγή για κακόβουλη δίωξη, είτε δυνάμει του άρθρου 32 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ. 148), είτε δυνάμει του κοινοδικαίου. 2. Ο Εναγόμενος εγείρει δεύτερη προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι η Έκθεση Απαιτήσεως δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του με βάση το άρθρο 172 του Συντάγματος και/ή το άρθρο 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου, καθότι απαραίτητη προϋπόθεση για την ύπαρξη τέτοιου δικαιώματος είναι ο ισχυρισμός ότι το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης διαπράχθηκε από υπάλληλο της Δημοκρατίας στην εκτέλεση ή κατ' επίκληση της άσκησης των καθηκόντων του. Τέτοιος ισχυρισμός δεν υπάρχει στην Έκθεση Απαιτήσεως.» .................................................... Το δικαστήριο, έχοντας υπόψη τα νομολογηθέντα στην Καυκαρής ανωτέρω, ότι η διαδικασία δεν περιορίζεται μόνο σε εκείνη του δικαστηρίου, αλλά εκτείνεται και στη ανάκριση και σύλληψη του κατηγορουμένου προσώπου που προσδιορίζει και το εύλογο του χρόνου αφενός, αλλά και την ευρύτερη διάσταση που αποδίδει στον όρο η αγγλική νομολογία, όπως αυτή έχει εκτεθεί αμέσως πιο πάνω, αφετέρου, καταλήγει ότι το ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του ενάγοντα κατόπιν καταγγελίας που υπεβλήθη εναντίον του και στην συνέχεια η σύλληψη του ενάγοντα εις εκτέλεση του εκδοθέντος Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, συνιστά ή και αποτελεί μέρος της ποινικής διαδικασίας (institution of criminal proceedings) αρχομένης δια του εντάλματος σύλληψης και στην συνέχεια, με την καταχώριση ποινικού κατηγορητηρίου και την εν τέλει απαλλαγή του από τις κατηγορίες. Παρενθετικά να αναφερθεί ότι η αναφορά στην αγόρευση της κας Πιπερή ότι ο ενάγων δεν αθωώθηκε αλλά απαλλάχτηκε των κατηγοριών, δεν καλύπτεται από την προδικαστική ένσταση. Εν πάση περιπτώσει το Άρθρο 32 αναφέρεται σε ανεπιτυχή ποινική διαδικασία (unsuccessful criminal proceedings), που σύμφωνα με το Αρ.32(α) επέφερε στο πρόσωπο, μεταξύ άλλων απώλεια της ελευθερίας του. Και σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως ο ενάγων απώλεσε την ελευθερία του για 105 περίπου ημέρες. Κατά συνέπεια η απάντηση στην πρώτη προδικαστική ένσταση είναι αρνητική και ως εκ τούτου απορρίπτεται. ....................................................... Εξετάζοντας . την [δεύτερη] προδικαστική ένσταση επί της ουσίας, και έχοντας υπόψη ότι κατά την δικογράφηση δεν καταγράφεται η μαρτυρία, παρόλο που είναι αυτονόητο και από τα σχετικά τεκμήρια το θέμα είναι αυτόδηλο, ότι τόσο το ένταλμα σύλληψης εναντίον του ενάγοντα όσο και στην συνέχεια η καταχώριση κατηγορητηρίου έγινε από τις διωκτικές και εισαγγελικές αρχές της Δημοκρατίας. Αν από την μαρτυρία διαφανεί ότι το σύνολο των πιο πάνω ενεργειών έγιναν από πρόσωπα που δεν ήταν υπάλληλοι της Δημοκρατίας, ούτε και κατ' επίκληση άσκησης των καθηκόντων τους, αυτό είναι ζήτημα ουσίας και μαρτυρίας που δεν είναι του παρόντος. ....................................................... Προκύπτει ότι η ευθύνη του Κράτους δεν περιορίζεται μόνο σε αξιωματούχους ή υπαλλήλους του, αλλά και σε αρχές. Στην προκειμένη περίπτωση και από το σύνολο της εκθέσεως απαιτήσεως προκύπτει ότι η αγωγή του ενάγοντα απευθύνεται εναντίον των διωκτικών αρχών γενικά, αλλά και σε αξιωματούχους. ....................................................... Στην βάση όσων έχουν αναλυθεί είναι η κατάληξη του δικαστηρίου, καθόσον αφορά την δεύτερη προδικαστική ένσταση, ότι αυτή δεν ευσταθεί. Το δικόγραφο του ενάγοντα περιέχει όλα εκείνα τα αναγκαία πραγματικά γεγονότα ως έχουν εκτεθεί, που εκ των πραγμάτων δεν το καθιστούν αναντίλεκτα ανυπόστατο. ....................................................». Συμπερασματικώς - και δοσμένου πως η έφεση που καταχώρισε ο εναγόμενος κατά της εν λόγω ενδιάμεσης απόφασης την 12.6.17, δεν έχει εισέτι εκδικαστεί - κάποια θέματα που ήγειραν στην αγόρευση τους οι ευπαίδευτες εκπρόσωποι του εναγομένου (σε σχέση προς τις δυο προδικαστικές ενστάσεις), πρέπει να θεωρούνται μέχρι νεωτέρας - και έτσι συμβαίνει - ως λελυμένα πρωτοδίκως ως προς ό,τι εκφράζουν. Η δεύτερη επισήμανση, αφορά στην απόφαση του εναγομένου να μην παρουσιάσει μάρτυρες και στο ότι η επιλογή αυτή, δικαιωματική ως ήταν για αυτόν, να μην δικαιολογεί άνευ ετέρου εξαγωγή δυσμενών συμπερασμάτων εναντίον του, με τον χειρισμό εκ μέρους του, να μην καθιστά αυταπόδεικτη την αξίωση του ενάγοντα, ο οποίος εξακολουθεί να βαρύνεται με απόδειξη της υπόθεσης του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. κατ' αναλογίαν, Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λίμιτεδ ν Ματσούκα και Άλλου
(2014)1(Β) ΑΑΔ 1377, 1384-1385, Demchenko και Άλλου ν Nassar
(2007)1(B) AAΔ.1342, 1345, Παναγιώτου ν Ιωάννου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 917, 920-921). Η τρίτη επισήμανση, που δεν αποσυνδέεται από τα όσα συνθέτουν γενικώς τη δεύτερη επισήμανση, καθάπτεται τής μη κλήτευσης του XXXXX Μάτσα ως μάρτυρα από τον εναγόμενο. Η μη κλήτευση του XXXXX Μάτσα - ή και άλλων μαρτύρων για την υπεράσπιση - (και πλην μιας εξαίρεσης με την οποία θα καταπιαστώ κατωτέρω για τα περί της νομιμότητας παράδοσης και παραλαβής του ενάγοντα την 10.10.06), δεν άφησε εδώ κενά ή σκοτεινές πτυχές στην υπερασπιστική εκδοχή (βλ. κατ' αναλογίαν, Kabbara v Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 177, 189, Λοφίτης ν Δημητρίου και Άλλης
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1402, 1410, Πέγκερος ν Δημοκρατίας
(1995)2 ΑΑΔ 143, 160). Μηδέ και η μη κλήτευση του XXXXX Μάτσα, θα μπορούσε να εκληφθεί, συμφώνως των νομολογιακών αρχών στην Κύπρο, για το τι τούτο το άτομο δυνατόν να έλεγε αν καλούνταν ως μάρτυς στην υπόθεση (βλ. κατ' αναλογίαν, Μαυρουδή και Άλλης ν Valerik
(2009)1(B) AAΔ.1232, 1239). Ουδέ και τα δικαιώματα του ενάγοντα παραβλάφθηκαν από την επιλογή του εναγομένου, δικαιωματική ως ήταν και τούτη, να μην παρουσιάσει τον XXXXX Μάτσα ως μάρτυρα στη δίκη, καθότι ο ενάγων είχε την ευκαιρία να θέσει όπως και έπραξε τη μαρτυρία που ήθελε (βλ. κατ' αναλογίαν, Γιανναρά ν Κρεμμαστού, ΠΕ 114/13, ημ. 23.4.19). Αυτό, ανεξαρτήτως αν η αίτηση εικονοτηλεδιάσκεψης απορρίφθηκε, για λόγους στους οποίους δεν θα υπεισέλθω και οι οποίοι αποτελούν σημείο αναφοράς, κυρίως ως ζήτημα αρχής, στην πρώτη επισήμανση και στην τέταρτη επισήμανση (που ακολουθεί). Η τέταρτη επισήμανση - με ψήγματα της να εκπορεύονται από τα όσα σε γενικότερο βαθμό συζητήθηκαν στην πρώτη επισήμανση και στην τρίτη επισήμανση - σχετίζεται με το κατά πόσον δικαιολογήθηκε αρκούντως η μη προσέλευση του XXXXX Ταπακκούδη στη δίκη ως μάρτυρα. Το βάρος απόδειξης για τούτο το είχε ο ενάγων στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. κατ' αναλογίαν, Knight and Another v Knight and Others
(2019)EWHC 915 (Ch), R v C (Rev 1)
(2019)EWCA Crim 623, Horncastle and Others v The United Kingdom
(2013)ECHR 146, R ν Shabir
(2012)EWCA Crim 2564). Δεν το απέσεισε. Υπομιμνήσκεται, πως ο ενάγων επιχείρησε ανεπιτυχώς να πείσει το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ότι η αίτηση εικονοτηλεδιάσκεψης έπρεπε να πετύχει. Έκτοτε - και είναι σημαίνον αυτό - μεσολάβησε η δίκη στην οποία επιχειρήθηκε, ξανά, η επεξήγηση, μαρτυριακώς, της απουσίας του ενάγοντα από την ακροαματική διαδικασία. Οι λόγοι που προτάχθηκαν για τη μη προσέλευση του δεν ήσαν πειστικοί, ως έκρινα, με την όποια βαρύτητα αυτών που ο XXXXX Γεωργιάδης (ΜΕ1) παρέθεσε ως εξ ακοής μαρτυρία για δηλώσεις και πράξεις του ενάγοντα και που πρεπόντως αξιολογούμενες, κατατάσσονται κειμένως ως ανεπαίσθητης εμβέλειας και αποδεικτικού βάρους κατά το άρθρο 27 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9 (βλ. κατ' αναλογίαν, Kireev v Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 273/17, ημ. 22.4.19, ΣΠΕ Λακατάμιας-Δευτεράς Λτδ ν Δράκου, Ποιν. Έφ. 129/15, ημ. 5.4.17, Δημητρίου και Άλλων ν Ξανδρή
(2012)1(Γ) ΑΑΔ 2184, 2192). Η πέμπτη επισήμανση, σχετίζεται προς το ότι, ακόμη και αν στην εξ ακοής μαρτυρία που αποδόθηκε από τους μάρτυρες στον ενάγοντα, δινόταν απόλυτη βαρύτητα, πάλι η κατάληξη της αγωγής θα ήταν η ίδια αφού τα λεχθέντα αυτά, ποσώς θα μπορούσαν να μεταβάλουν αντιρρόπως τα πράγματα ούτως ώστε να καταλήξουν διαφορετικώς από τα προδιαγεγραμμένα και τούτο γιατί η εξ ακοής αυτή μαρτυρία δεν ξεφεύγει από την κατηγορία των υποθέσεων και των εικασιών που χαρακτηρίζει την υπόλοιπη μαρτυρία που δόθηκε για τον ενάγοντα αλλά και τα όσα του αποδόθηκαν από τους μάρτυρες που κλήθηκαν. Η έκτη επισήμανση, συνδέεται με το ότι η απουσία κλήσης του ενάγοντα ως μάρτυρα (για τους λόγους που επεξηγήθηκαν), όπως και η μη κλήση μαρτύρων εκ μέρους του εναγομένου, δεν μπορεί να έχει - και δεν είχε - υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης και (κατά τα εξηγηθέντα και αναλυθέντα), αρνητική σημασία ως προς το έργο της μαρτυριακής αξιολόγησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Αναστασίου ν Ίλαρχος Υπηρεσίες Λτδ, ΠΕ 370/12, ημ. 14.2.20). Η έβδομη επισήμανση, έχει να κάνει με το ότι πλείστα όσα έγγραφα καταχωρίστηκαν ως τεκμήρια στη δίκη, με μερικά εξ αυτών να αποτελούν και δημόσια έγγραφα, κατατέθηκαν ως αντίγραφα και όχι ως πρωτότυπα. Κάποια συγκρότησαν προϊόν παραδεκτών γεγονότων, ενώ άλλα δεν έτυχαν ένστασης από την αντίδικη πλευρά κατά την καταχώριση τους. Μερικά άλλα έτυχαν ενστάσεων, ως παρουσιάζεται στα πρακτικά. Όπως και να έχει, αξιολογώντας όλα τα έγγραφα αυτά, είχα κατά νουν (πέραν των προνοιών του άρθρου 34 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9) και κάποιες συναφείς υποδείξεις της νομολογίας επί του ζητήματος, τις οποίες εφάρμοσα κατά τις προκύπτουσες ανάγκες (βλ. κατ' αναλογίαν, Genemp Trading Ltd v Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ex Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(2013)1(Γ) ΑΑΔ 2059, 2069-2074, Δαμιανού ν White Knight Holdings Limited και Άλλων
(2012)1(Α) ΑΑΔ 699, 704, Antwerp Diamond Polisher Ltd και Άλλων ν Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2005)1(Α) ΑΑΔ 533, 538-539, Nanoka Limited v Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 471, 477). Περνώ στα (πρόσθετα) ευρήματα και συμπεράσματα μου, με κάποιες επαναλήψεις να κρίνονται αναπόφευκτες ως εκ της αλληλουχίας των γεγονότων αλλά και της αναγκαιότητας για αρραγή συνοχή και ειρμό στα καταγραφόμενα. Εννοείται, πως, ως αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων μου, είναι και τα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω ως περιγραφή και ανάλυση, υπό τις στοχεύσεις που κατά περίπτωσιν αναλύονταν δίχως κατ' ανάγκην τούτα να προσδιορίζονται ορολογικώς ως ευρήματα ή και ως συμπεράσματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Ζερβός ν Hellenic Bank Public Company Ltd
(2013)1(Γ) ΑΑΔ 2357, 2373, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Μαλιώτη (Αρ 2)
(1998)2 ΑΑΔ 167, 176). Την 12.9.03 ο XXXXX Φιλιππίδης κατήγγειλε στο ΤΑΕ Λευκωσίας ότι περί τον Μάρτιο 2002 ο ενάγων πλαστογράφησε την υπογραφή του σε δύο τραπεζικά έντυπα μεταφοράς χρημάτων της Universal Bank Ltd στην Λευκωσία ημερομηνίας 27.3.02 και 28.3.02, αντιστοίχως. Αποτέλεσμα τούτου, κατά την εκδοχή του XXXXX Φιλιππίδη ήταν να αποσπαστούν με ψευδείς παραστάσεις ΛΚ127.200,
  1. Τέθηκε σε λειτουργία ο ανακριτικός μηχανισμός. Άρχισε να αναζητείται ο ενάγων. Δεν εντοπιζόταν. Έπειτα από πληροφορίες, διαπιστώθηκε ότι ο ενάγων είχε διαφύγει ή μεταβεί (σε άγνωστο χρόνο), στο εξωτερικό, δίχως να είναι γνωστό αν και πότε θα επέστρεφε στην Κύπρο. Έτσι - των απαραίτητων προϋποθέσεων συντρεχουσών κατά τεκμήριον αλλά και κατά γεγονός ως εκ του συνόλου της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου - εκδόθηκε εναντίον του ενάγοντα ένταλμα σύλληψης στις 24.3.04 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και τα στοιχεία του τοποθετήθηκαν στον κατάλογο των ατόμων των οποίων απαγορεύεται η έξοδος από την Κύπρο (stop-list). Σε κάποιο στάδιο, υπήρξε αξιόπιστη πληροφορία από την Αστυνομία ότι ο ενάγων διέμενε με την οικογένεια του στην Αγγλία. Η Αστυνομία αιτήθηκε τότε και εξασφάλισε την έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (στις 6.4.06) για τα αδικήματα της πλαστογραφίας, της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, δυνάμει αντίστοιχων προνοιών του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (βλ. Τεκμήριο 6). Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελέστηκε την 25.7.06 από τις Γερμανικές αρχές - αφού ο ενάγων είχε στο μεταξύ μεταβεί στη χώρα εκείνη - εντοπιζόμενος και συλλαμβανόμενος στον Αερολιμένα του Αμβούργου. Στις 20.9.06, οι Γερμανικές αρχές ενημέρωσαν τις Κυπριακές αρχές ότι την 19.9.06, Δικαστήριο στην Γερμανία αποφάσισε την έκδοση του ενάγοντα στην Κύπρο. Μέλη της Αστυνομίας Κύπρου μετέβησαν στην Γερμανία όπου την 10.10.06, παρέλαβαν τον ενάγοντα και τον μετέφεραν στην Κύπρο. Ως κρίθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας διά της ενδιάμεσης απόφασης ημερομηνίας 16.3.07 (βλ. Τεκμήριο 19), κατά την παράδοση του ενάγοντα από τις Γερμανικές αρχές (και την παραλαβή του από τους αστυνομικούς εκπροσώπους της Κυπριακής Δημοκρατίας), υπήρξε προφανής παραβίαση της δεκαήμερης προθεσμίας στο άρθρο 29 του Περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου 133(Ι)/
  2. Από την αξιόπιστη μαρτυρία, δεν φύονται λόγοι ή περιστάσεις που θα μπορούσαν να υποβοηθούν στην αντικειμενική κατανόηση του χειρισμού αυτού των Γερμανικών και Κυπριακών αρχών. Ούτε και ο εναγόμενος παρουσίασε σχετική μαρτυρία για τούτο - ή βγαίνει κάτι επί του προκειμένου από τη δοθείσα μαρτυρία - όπως για το αν, λόγου χάριν, η παράδοση του ενάγοντα προς τις Κυπριακές αρχές εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας εμποδίσθηκε από περιστάσεις που δεν ελέγχονταν από τις Γερμανικές και Κυπριακές αρχές ή υπήρχαν σοβαροί ανθρωπιστικοί λόγοι για την καθυστέρηση, ούτως ώστε να εντάσσονταν πιθανώς τα πράγματα υπό διαφορετική σκοπιά. Η πτυχή αυτή παρέμεινε άφωτη από τον εναγόμενο. Στις αγορεύσεις, οι εκπρόσωποι του εναγομένου, με παραπομπή στην απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΔΕΕ») Minister of Justice and Equality v Lanigan, C-237/15 PPU (16.7.15), υπέβαλαν, ως αντιλήφθηκα, ότι η παρατηρηθείσα παρασπονδία πρέπει να ειδωθεί εντός των παραμέτρων που έθεσε η αναφερόμενη απόφαση, με τρόπο που να μην υπονομεύεται η λειτουργικότητα του συστήματος παράδοσης εκζητουμένων. Δεν συγκλίνω με τη θέση του εναγομένου. Όπως ούτε και με εκείνη του ενάγοντα, ότι η υπό συζήτησιν Minister of Justice and Equality v Lanigan, C-237/15 PPU (16.7.15), δεν μπορεί να συνεκτιμηθεί εδώ αφού αποφασίστηκε μετά από την ενδιάμεση απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 16.3.07 (βλ. Τεκμήριο 19). Τούτο λόγω του ότι, κατά κανόναν, η νομολογία δεν αποκτά (ή προσλαμβάνει) δυναμική και ιδιότητα νομοθεσίας ώστε να υπεισέρχεται ζήτημα αναδρομικής ή όχι εφαρμογής του δικαστικού σκεπτικού που τούτη εκφράζει ως προς το τι οι περί ων ο λόγος νόμοι και κανονισμοί περιλαμβάνουν και εννοούν για τα κρισίμως αφορώντα (βλ. κατ' αναλογίαν, R v Governor Brockhill Prison, ex p Evans (No 2)
(2000)4 All ER 15, 27-29). Για τις ανάγκες του εκτυλισσόμενου σκεπτικού - και στην απουσία ενδελεχούς ανάπτυξης της πτυχής αυτής από τους συνηγόρους - δεν απαιτείται να μπω σε λεπτομερέστερη και βαθύτερη πραγμάτευση της (βλ. γενικώς, Eva Steiner, Comparing the Prospective Effect of Judicial Rulings Across Jurisdictions, Springer, 2015). Εάν η θέση αυτή του εναγομένου - στην απουσία εξηγήσεων ή μαρτυρίας κατά τα προειρημένα - γινόταν αποδεκτή, αυτό θα σήμαινε στην ουσία πως θα ακυρώνονταν ανεπιτρέπτως διά νομολογίας αντί διά νομοθεσίας οι πρόνοιες του άρθρου 29
(2)
(3)του Περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου 133(Ι)/
  1. Ο ενάγων, ως εκζητούμενος, έπρεπε να παραδοθεί προς τις Κυπριακές αρχές σε χρόνο που δεν θα υπερέβαινε τις δέκα μέρες μετά που αποφασίστηκε τελεσιδίκως η έκδοση του με το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης την 19.9.06 (και δη μέχρι την 29.9.06). Αντ' αυτού παραδόθηκε με δεκαήμερη καθυστέρηση την 10.10.06 και ενώ (ως είχαν τα πράγματα συμφώνως των όσων σήμερα εξεικονίζονται ελλείψει άλλων εξηγήσεων), έπρεπε να είχε απολυθεί. Δεν διαφεύγει την προσοχή, ότι ο ενάγων δεν προσέβαλε καθ' οιονδήποτε τρόπο την παρανομία και πως συγκατάνευσε, εν τίνι τρόπω, σε τούτη. Η παραβίαση όμως παρέμεινε υφιστάμενη, ως ξέχωρη και διακριτή κολάσιμη πράξη στο πλατύτερο κάδρο της ποινικής δίωξης του ενάγοντα, που ουδέν είχε να κάνει με την πρώτη αίτηση προσωποκράτησης που επακολούθησε της παραλαβής του (και της οποίας τη νομιμότητα και ελατήρια δεν αμφισβήτησε ο ενάγων). Συνακολούθως, ο ενάγων δικαιούται να συζητεί - και έτσι βρίσκω - νομιμοποίηση του για απαίτηση και αποζημίωση για την προρρηθείσα χρονική περίοδο των δέκα ημερών. Σε αυτό θα επανέλθω. Στις 19.10.06, η Αστυνομία υπέβαλε τη δεύτερη αίτηση προσωποκράτησης. Ο ενάγων, διά του συνηγόρου του, XXXXX Γεωργιάδη (ΜΕ1), ενέστη αντεξετάζοντας την ανακρίτρια (βλ. Τεκμήριο 12). Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ενέκρινε με αιτιολογημένη απόφαση το αίτημα για άλλες οκτώ μέρες (βλ. Τεκμήριο 9). Ο ενάγων εφεσίβαλε την απόφαση στο Ανώτατο Δικαστήριο, με το τελευταίο να την απορρίπτει στις 25.10.06 (βλ. Τεκμήριο 23). Μετά από δέουσα διερεύνηση - μέρος της οποίας ήταν και η διενέργεια γραφολογικών εξετάσεων (βλ. Τεκμήρια 6, 10 και 11) - ο Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας καταχώρισε την ποινική υπόθεση XXXXX/06 (ύστερα από συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας η οποία δεν αποτέλεσε πηγή ευθέων υπονοιών από τον ενάγοντα για τον XXXXX Μάτσα). Στο κατηγορητήριο βρίσκονταν επτά κατηγορίες για πλαστογραφία και κυκλοφορία πλαστού εγγράφου (βλ. κατηγορίες 1-6) και εξασφάλιση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις (βλ. κατηγορία 7). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες στο κατηγορητήριο/Τεκμήριο 13 (τις οποίες παραθέτω περιληπτικώς), ο ενάγων σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ 15 και 20.3.03 στην Λευκωσία κατήρτισε πλαστό έγγραφο, με σκοπό την καταδολίευση, εμφανιζόμενο ως επιστολή ημερομηνίας 19.3.02, όπου φαινόταν πως κάποιος XXXXX Καράγγελου από την Ελλάδα, εκ μέρους της Ολυμπιακής Επιτροπής Αθήνα 2004, του επιβεβαίωνε ότι η Ολυμπιακή Επιτροπή Αθήνα 2004 επικύρωνε το συμβόλαιο στην ΑΤ Micro Solar Ltd για εγκατάσταση φωτοβολταϊκών συστημάτων σε διάφορες τοποθεσίες που θα χρησιμοποιούνταν για τη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων Αθήνα 2004, υπογράφοντας την επιστολή διά του ονόματος του XXXXX Καράγγελου χωρίς την εξουσιοδότηση του ενώ ο ενάγων ήξερε ότι αυτή η επιστολή δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα (βλ. κατηγορία 1). Κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο, αποδόθηκε στον ενάγοντα πως εν γνώσει του και δολίως κυκλοφόρησε προς τον XXXXX Φιλιππίδη το εν λόγω πλαστό έγγραφο, με τον XXXXX Φιλιππίδη να ενεργεί ως εμπιστευματοδόχος και πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Denise Overseas Ltd (βλ. κατηγορία 2). Προσθέτως, ο ενάγων στον ίδιο χρόνο και τόπο, κατήρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό την καταδολίευση ήτοι έγγραφο εμφανιζόμενο ως επιστολή ημερομηνίας 20.3.02 στην οποία επιστολή φαινόταν ότι κάποιος XXXXX Σακελλαρίου από την Ελλάδα εκ μέρους του Μετσόβιου Πολυτεχνείου, πληροφορούσε τον ενάγοντα πως για να μπορέσει η Ολυμπιακή Επιτροπή Αθήνα 2004 να συνάψει το συμβόλαιο με την AT Micro Solar Ltd για εγκατάσταση φωτοβολταϊκών συστημάτων σε διάφορες τοποθεσίες που θα χρησιμοποιούνταν για τη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων Αθήνα 2004, έπρεπε να τους αποσταλεί επιστολή από τους προμηθευτές του ή από την τράπεζα του, στην οποία να επιβεβαιώνεται πως η ΑΤ Micro Solar Ltd ήταν ικανή να ολοκληρώσει το έργο, υπογράφοντας ο ενάγων/κατηγορούμενος την επιστολή διά του ονόματος του XXXXX Σακελλαρίου άνευ της συγκατάθεσης του, ενώ ο ενάγων γνώριζε ότι αυτή δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα (βλ. κατηγορία 3). Στον ίδιο χρόνο και τόπο o ενάγων εν γνώσει του και δολίως κυκλοφόρησε την πλαστογραφημένη επιστολή προς τον XXXXX Φιλιππίδη ο οποίος ενεργούσε ως εμπιστευματοδόχος και πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Denise Overseas Ltd (βλ. κατηγορία 4). Ο ενάγων σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ 24 και 27.3.02 στην Λευκωσία, κατήρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό την καταδολίευση (έντυπο εξουσιοδότησης μεταφοράς χρημάτων της Universal Bank Ltd, με το οποίο η AΤ Micro Solar Ltd ζητούσε τη μεταφορά χρηματικού ποσού ύψους Λ.Κ.1.372,200.05 από το λογαριασμό της στην εν λόγω τράπεζα σε άλλο λογαριασμό της AT Micro Solar Ltd που διατηρούσε στην ίδια τράπεζα). Ο ενάγων υπέγραψε διά του ονόματος του XXXXX Φιλιππίδη χωρίς την εξουσιοδότηση του, ενώ γνώριζε ότι για την ανάληψη του ποσού χρειαζόταν η υπογραφή και του XXXXX Φιλιππίδη ο οποίος είχε δικαίωμα υπογραφής στον λογαριασμό ως εμπιστευματοδόχος και πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Denise Overseas Ltd (βλ. κατηγορία 5). Στον ίδιο τόπο και χρόνο, ο ενάγων στα γραφεία της Universal Bank Ltd στην Λευκωσία εν γνώσει του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία το πλαστογραφημένο έντυπο (εξουσιοδότηση) μεταφοράς χρημάτων (βλ. κατηγορία 6). Τέλος, ο ενάγων την 27.3.02 στην Λευκωσία διά ψευδών παραστάσεων και με σκοπό την καταδολίευση, απέσπασε ΛΚ1.372.200,05, περιουσία της Denise Overseas Ltd, από το οποίο την επομένη μέρα κατέθεσε ποσό ΛΚ1.245.000 σε λογαριασμό της ΑΤ Μicro Solar Ltd, κατακρατώντας το υπόλοιπο εκ ΛΚ127.200,00 (βλ. κατηγορία 7). Η ποινική υπόθεση - ως εξάγεται και από την ενδιάμεση απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 7.12.06 για τροποποίηση των όρων εξασφάλισης της παρουσίας του κατά τη δικάσιμο ημερομηνία (βλ. Τεκμήριο 22) - τέθηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στις 27.10.
  2. Ο αρχικός προγραμματισμός από το Δικαστήριο ήταν να ορίσει την υπόθεση για ακρόαση στις 2.11.06, με οδηγίες όπως ο ενάγων παραμείνει υπό κράτηση. Οι δύο πλευρές εισηγήθηκαν από κοινού την επιβολή όρων προς εξασφάλιση της παρουσίας του ενάγοντα αντί της υποδικίας του, με αποτέλεσμα να εκδοθεί αντίστοιχο δικαστικό διάταγμα. Ο ενάγων αφέθηκε ελεύθερος. Ως εκ της εξέλιξης, η υπόθεση επαναορίστηκε για ακρόαση τον Ιανουάριο
  3. Ήταν εκείνη η ημερομηνία η σταθερά για το αίτημα τροποποίησης των όρων εμφάνισης του ενάγοντα/κατηγορουμένου ημερομηνίας 23.11.06 (βλ. Τεκμήριο 14). Στις 27.11.06 ο XXXXX Γεωργιάδης (ΜΕ1), έστειλε επιστολή προς τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, παραπονούμενος εκ μέρους του ενάγοντα για το ότι ο XXXXX Μάτσας δεν συμφωνούσε για τροποποίηση των όρων ώστε «. να πάει ο κος Ταπακούδης προσωρινά στο Λονδίνο, όπου μένει η σύζυγος του και τα δύο του ανήλικα παιδιά, παρόλο που ο κος Ταπακούδης ήδη έχει καταχωρήσει εγγύηση ΛΚ75,000 . με τρεις αξιόχρεους εγγυητές και εμφανίζεται 2 φορές την εβδομάδα στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβητού ανελλιπώς για περίπου ένα μήνα» (βλ. Τεκμήριο 15). Στην ίδια επιστολή, ο XXXXX Γεωργιάδης (ΜΕ1), ενεργώντας βάσει πληροφοριών που, ως είπε, εξασφάλισε από το «. γραφείο της Εισαγγελίας της Αστυνομίας .» αλλά και από τον ενάγοντα, ο XXXXX Μάτσας ενεπλάκη ασυγχώρητα και δεν έπρεπε «. να χειρίζεται αυτή την ποινική υπόθεση ο ίδιος προσωπικά». Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας απάντησε στην επιστολή την 28.11.06, ως το Τεκμήριο 16, λέγοντας πως: «. Ο κ. Μάτσας αρνείται τους ισχυρισμούς για προκατάληψή του απέναντι στον πελάτη σας και ισχυρίζεται ότι δεν έχει οποιεσδήποτε προσωπικές διαφορές με τον ίδιο. Πιο συγκεκριμένα δέχεται ότι είχε μετοχές και του επεστράφησαν τα χρήματα τα οποία κατέβαλε στον πελάτη σας, δεν δέχεται όμως ότι μετοχές είχε αγοράσει και ο κ. XXXXX Μάτσας. Αναφορικά δε με την αγορά μετοχών από κάποιο αστυνομικό XXXXX Δαμιανού, δεν γνωρίζει αν του επεστράφησαν ή όχι τα χρήματα του, ούτε και εξεδήλωσε ποτέ ενδιαφέρον για το σκοπό αυτό. Ο κ. Μάτσας είχε κάθε δικαίωμα να ενημερωθεί, ως υπεύθυνος του Τομέα Ποινικών Υποθέσεων, για το αίτημά σας να αφεθεί ο πελάτης σας ελεύθερος. Από τα στοιχεία τα οποία μου δόθηκαν και ιδιαίτερα από το γεγονός ότι ο πελάτης σας είχε διαφύγει στο εξωτερικό και χρειάστηκε και εκδόθηκε εναντίον του Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης με βάση το οποίο και παραδόθηκε στις Κυπριακές Αρχές για εκδίκαση, δικαιολογείται να μην γίνει αποδεκτό το αίτημά σας. Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι ο πελάτης σας ενέστει στην έκδοση του στην Δημοκρατία και η δε έκδοσή του έγινε δυνατή αφού λόγω της ένστασής του καθυστέρησε 3 μήνες. Σημειώνω επίσης ότι ο πελάτης σας αναχώρησε από την Κυπριακή Δημοκρατία περί τον Ιούλιο του 2003, ενώ είχαν δοθεί οδηγίες από το Δικαστήριο σε συγκεκριμένη ποινική υπόθεση και το γνώριζε, να τεθεί το όνομά του στο κατάλογο των προσώπων των οποίων απαγορεύεται η αναχώρηση από την Κυπριακή Δημοκρατία. Με βάση τα πιο πάνω, συμφωνώ με τη θέση του κ. Μάτσα ότι δεν δικαιολογείται η αλλαγή των όρων έτσι ώστε ο πελάτης σας να μπορεί να μεταβεί στο εξωτερικό». Παρεμβάλλω, πως οι όποιες συναλλαγές μετοχών μεταξύ XXXXX Μάτσα (ή και του αδελφού του, XXXXX Μάτσα) και ενάγοντα σε διαπροσωπικό επίπεδο και όσα θα μπορούσαν να αντικατοπτριστούν στον αντικειμενικό παρατηρητή, δεν αντικρίστηκαν τοιουτοτρόπως από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ο οποίος είχε συνταγματικώς τον χειρισμό και τελικό πρόσταγμα των πραγμάτων. Ούτε και οι ισχυρισμοί του ενάγοντα για διενέξεις τις οποίες κάποιοι εκ των κληθέντων μαρτύρων περιέγραψαν σε πρωτογενές ή δευτερογενές επίπεδο μεταξύ XXXXX Μάτσα (ή και Πέτρου Μάτσα) με τον ενάγοντα, θα μπορούσαν να ταξινομηθούν παρομοίως ως ενδεικτικές κακοβουλίας ή δόλιων και απρεπών προθέσεων του εναγομένου εναντίον του ενάγοντα (βλ. κατ' αναλογίαν, Πίτσιλλος ν Κυπριακής Δημοκρατίας
(1994)1 ΑΑΔ 268, 276). Επανέρχομαι. Την 7.12.06 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, διά της ενδιάμεσης απόφασης/Τεκμήριο 22, έκρινε πως «. η αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη. Οι όροι παραμένουν οι ίδιοι». Όλοι οι χειρισμοί που προωθήθηκαν από τον εναγόμενο, έγιναν δίχως διαθλάσεις από τα αποδεκτά θέσμια, με τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (τις προθέσεις του οποίου ουδέποτε αμφισβήτησε ο XXXXX Γεωργιάδης [ΜΕ1]), να συνεκτιμά τις ανησυχίες του ενάγοντα περί επέμβασης του XXXXX Μάτσα στην υπόθεση, χωρίς να κρίνει πως τα πράγματα θα έπρεπε να έπαιρναν άλλη πορεία. Εν πάση περιπτώσει, το πεδίο εντός του οποίου ο ενάγων θα μπορούσε να παραθέσει τις αντιρρήσεις του για τον XXXXX Μάτσα και όσα άλλα ήθελε (υπό το πρίσμα φερ' ειπείν της αντικειμενικής ή και της υποκειμενικής αμεροληψίας), ήταν στην ποινική υπόθεση ή σε οποιαδήποτε άλλη παράλληλη ή επάλληλη με την ποινική υπόθεση διαδικασία, εκεί που ο υπερασπιστικός χειρισμός θα μπορούσε κατά δικονομική ευχέρεια να απέφερε καρπούς. Η απόφαση των αρμοδίων και συντεταγμένων οργάνων της Πολιτείας (και του εναγομένου) για την έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, την ποινική ανάκριση και δίωξη του ενάγοντα, λήφθηκε σύννομα υπό περιστάσεις πόρρω απέχουσες - εν είδει ενέργειας ή και παρενέργειας (εκτός της εξαίρεσης για την επί δεκαήμερον παράνομη κράτηση του) - από παραβιαστικές συνταγματικών ή ανθρωπίνων δικαιωμάτων του ενάγοντα. Ο ενάγων συνελήφθη, ανακρίθηκε και προσάχθηκε ενώπιον Δικαστηρίων της Κυπριακής Δημοκρατίας με απαρχή την καταγγελία και κατάθεση του XXXXX Φιλιππίδη ημερομηνίας 12.9.03. Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης δεν εφεσιβλήθηκε και τίποτε δεν μπορεί να αποδοθεί στη διαδικασία έκδοσης και περιεχόμενο του που να το κατατάσσει ως παρανόμως εκδοθέν και προπάντων - και αυτό είναι το σημαντικό - ως επιδιωχθέν και στοχευθέν καταχθονίως κατά του ενάγοντα από τον εναγόμενο. Το γεγονός ότι ο ενάγων παραλήφθηκε από τις Γερμανικές αρχές και κρατήθηκε για χρόνο πέραν του προβλεπόμενου, κατά παράβασιν του άρθρου 29
(1)του Περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου 133(Ι)/04, δεν καταδείχθηκε πως πήγασε από εσκεμμένη ή και κακόβουλη πράξη του εναγομένου ούτε και ως εκ του αποτελέσματος και μόνον θα μπορούσε να εξαχθεί τέτοιο συμπέρασμα, κατά παρόμοιο σκεπτικό με εκείνο που αφορά στα παρεπόμενα διακοπής της ποινικής υπόθεσης (βλ. κατ' αναλογίαν, Νεοκλέους ν Αρχηγού Αστυνομίας και Άλλου, ΠΕ 270/11, ημ. 8.2.17, Κλεάνθους ν Μιλτιάδους
(2006)1(Β) ΑΑΔ 1111, 1114-1116). Το όποιο ασυνταύτιστο μεταξύ των αναγραφόμενων αδικημάτων στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και εκείνων στην ποινική υπόθεση, δεν θα μπορούσε στην κανονική πορεία των πραγμάτων - και σίγουρα όχι εδώ, απουσιάζουσας αξιόπιστης μαρτυρίας περί του αντιθέτου - να απολήξει αυτομάτως σε εύρημα κακοβουλίας από μέρους του εναγομένου κατά του ενάγοντα. Το ασυνταύτιστο τούτο των πραγμάτων, αποφασίστηκε την κατάλληλη στιγμή και αφότου ο δικηγόρος του ενάγοντα XXXXX Γεωργιάδης (ΜΕ1), έκρινε πως ήγγικεν η ώρα να εισηγηθεί προς το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας τη διακοπή της ποινικής υπόθεσης και την απαλλαγή του ενάγοντα, τη μέρα που (ως το συνόψισε ο ευπαίδευτος Δικαστής) «. η υπόθεση ορίστηκε προς ακρόαση και πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας .». Τα ίδια αφορούν (τηρουμένων των αναλογιών) και στα περί της παράνομης, ως αποδείχθηκε, κράτησης του ενάγοντα για περίοδο 10 ημερών βάσει του άρθρου 29 του Περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου 133(Ι)/04. Η απαλλαγή του ενάγοντα στην ποινική υπόθεση - και δεν ήταν αναγκαία η αθώωση του ώστε να ικανοποιηθεί (που ικανοποιείται) το συστατικό στοιχείο του άρθρου 32(β) του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, για κατάληξη (termination) της ποινικής υπόθεσης υπέρ του ως διωκόμενου (βλ. κατ' αναλογίαν, Herniman v Smith
(1938)1 All ER 1, 8-11, Hatch v Cohen 84 NC 602
(1881)) - δεν συναποτελεί αίτιο το οποίο αφ' εαυτού θα μπορούσε να κατατείνει σε (ή και να αποδείξει την) όποια κακοβουλία και κακοπιστία του εναγομένου προς τον ενάγοντα (βλ. κατ' αναλογίαν, Νεοκλέους ν Αρχηγού Αστυνομίας και Άλλου, ΠΕ 270/11, ημ. 8.2.17, Κλεάνθους ν Μιλτιάδους
(2006)1(Β) ΑΑΔ 1111, 1114-1116). Καμιά αξιόπιστη μαρτυρία δηλοί πως ο εναγόμενος προχώρησε με την έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και την καταχώριση της ποινικής υπόθεσης γνωρίζοντας πως δεν θα μπορούσαν να στηριχθούν οι κατηγορίες εναντίον του ενάγοντα, μήτε και ότι μαρτυρία (πραγματική και άλλη) θα μπορούσε εκ προοιμίου και συνετώς να χαρακτηρισθεί και κριθεί αναξιόπιστη ή και στερημένη των απαραίτητων χαρακτηριστικών για ό,τι είναι που θα επιδιωκόταν. Οι εικασίες του ενάγοντα ως προς τις επιδιώξεις των αστυνομικών αρχών και του εναγομένου, παρέμειναν ακριβώς ως τέτοιες. Πιθανολογίες. Η Πολιτεία προχώρησε στην ποινική δίωξη του ενάγοντα καλοπίστως, για εύλογη και πιθανή αιτία, με έντιμη πεποίθηση, βασισμένη σε εύλογη βάση, ότι ο ενάγων ήταν, πιθανόν, ένοχος των ποινικών αδικημάτων για τα οποία διώχθηκε (και για τα οποία εκδόθηκε εναντίον του και το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ως αναγκαίου μέτρου). Η απόφαση του εναγομένου - ο οποίος ενήργησε με καλή πίστη σε όλα τα στάδια - για δίωξη του ενάγοντα δεν εμπερικλείει ή υπονοεί έλλειψη σεβασμού στην αυτονομία και αξιοπρέπεια του ενάγοντα ως υπόπτου και κατηγορουμένου, παρά μόνον έθεσε αρμοδίως το ζήτημα για απόφανση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, το οποίο, με τη σειρά του, είχε την ευθύνη κρίσης επί κάθε αφορώντος θέματος (βλ. κατ' αναλογίαν, SXH v Crown Prosecution Service
(2017)1 WLR 1401, 1409-1414). Δεν υπήρξε - και δεν αποδείχθηκε - κακόβουλη δίωξη του εναγομένου κατά του ενάγοντα κατά το άρθρο 32 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, εφόσον ο ενάγων απέτυχε να αποδείξει συνεργιστικώς και στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων τα στοιχεία που συνιστούν το περί ου ο λόγος αστικό αδίκημα (βλ. κατ' αναλογίαν, Αντωνίου ν Ευθυμίου, ΠΕ 72/13, ημ. 5.6.19, Λαζάρου ν Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λάρνακας ΠΕ 121/13, ημ. 2.4.19). Ξαναγυρίζω, όπως είπα πως θα πράξω, στην παραβίαση του άρθρου 29
(1)του Περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου 133(Ι)/04. Ο ενάγων υποστήριξε διά των συνηγόρων του πως η αποστέρηση της προσωπικής του ελευθερίας για όσον χρόνο διήρκησε η παράνομη κράτηση του βάσει του άρθρου 29
(1)του Περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου 133(Ι)/04, διαπλάθει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγομένου και κατ' επέκτασιν νομιμοποιημένη αξίωση για την επιδίκαση αποζημιώσεων λόγω παραβίασης αντίστοιχων προνοιών του Άρθρου 11.1 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Άρθρου 5.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου («ΕΣΔΑ»). Έγινε αρκετός λόγος για το ζήτημα, με τον εναγόμενο να αντιτίθεται στο δικαίωμα (καν) του ενάγοντα να απαιτήσει την υπό ανάλυσιν θεραπεία αφού, ως είναι δικογραφημένη η Έκθεση Απαίτησης, ουδόλως θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι εμπεριέχει εκεί τέτοια αξίωση, πέραν της (μοναδικής αξίωσης στην αγωγή) για κακόβουλη δίωξη. Αποκλίνω από τη θέση του εναγομένου. Το υπογράμμισα με αναφορά και στην ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 31.5.17 (για εκδίκαση προδικαστικών νομικών σημείων). Το επεξηγώ κι άλλο, με επικέντρωση πλέον στο αγώγιμο δικαίωμα για την παραβίαση. Το δικαίωμα αγωγής για παραβίαση συνταγματικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι πλέον εμπεδωμένως αναγνωρισμένο από τη νομολογία μας. Στην Γιάλλουρος ν Νικολάου
(2001)1(Α) ΑΑΔ 558, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, διά του Πική, Π. (ως ήταν τότε), υπογράμμισε τα εξής: «H νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ως προς την εφαρμογή του άρθρου 50 της Σύμβασης, είναι επίσης σχετική εφόσο διαπραγματεύεται άμεσα τα της παροχής θεραπείας για την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, υπό το πρίσμα πάντα της αποτελεσματικότητας της θεραπείας από τα πολιτειακά δικαστήρια, που προβλέπει το άρθρο 13. Η προεξάρχουσα αρχή για τον προσδιορισμό της επάρκειας της θεραπείας είναι εκείνη της δικαίας αποζημίωσης (equitable compensation) - Guzzardi case Case Law of the European Court of Human Rights [1960-1987] Vol. I, para. 272 - V. Berger. Προκύπτει από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου ότι η αποκατάσταση του θύματος εμπεριέχεται στην έννοια της δικαίας αποζημίωσης και, σε μεγάλο βαθμό, είναι ταυτόσημη με αυτή. Πώς είναι δυνατό η αποζημίωση να είναι δικαία εάν δεν αποκαθιστά ή αν δεν έχει δείκτη αποκατάστασης την επανόρθωση του θύματος, σ' όποιο βαθμό τούτο είναι ανθρωπίνως δυνατό, στην πρότερη κατάστασή του. Σε ό,τι αφορά την υλική ζημία (παρελθούσα και μελλοντική), η ταύτιση, όπως συνάγεται από τη νομολογία του ιδίου δικαστηρίου, μεταξύ αποζημιώσεων και αποκατάστασης είναι απόλυτη· νοουμένου, όπως και στο δικό μας δίκαιο, ότι αποδεικνύεται άμεσος αιτιώδης σχέση μεταξύ βλάβης και ζημίας. (Βλ. Case of Campbell and Fell 1960-1987 σ.250.) Η δικαία αποζημίωση είναι το μέτρο των αποζημιώσεων και για τη μή υλική ζημία, γνωστή στο Ηπειρωτικό Δίκαιο και πολλάκις χαρακτηριζόμενη με αυτό τον όρο από το Δικαστήριο του Στρασβούργου ως ηθική ζημία (moral damage). Βλ. μεταξύ άλλων Case of Helmers v. Sweden σ.70 Case Law of the European Court of Human Rights III, 1991-1993, Berger. Case of Herczegfalvy v. Austria σ.191 Case Law of the European Court of Human Rights III, 1991-1993, Berger. Η βλάβη την οποία περιλαμβάνει η μή υλική ζημία (non-pecuniary) και για την οποία χωρεί αποζημίωση, περιλαμβάνει και την προσωπική δυσχέρεια. - Pine Valley Developments Ltd v. Ireland A 246-B paras 16-17
(1993)· έννοια συγγενική προς εκείνη της δυσχέρειας - "hardship" στο Αγγλικό δίκαιο. Απώλεια ευκαιριών για ανέλιξη στη ζωή είναι άλλο κεφάλαιο ζημίας που χρήζει αποζημίωσης, Weeks v. UK A 145-A para 13
(1988)(Article 50). Ανησυχία - distress - θλίψη, αγωνία, απώλεια ευκαιριών εργοδότησης, καθώς και αισθήματα αδικίας, ο δυσμενής επηρεασμός του τρόπου ζωής, ο πόνος και η οδύνη (pain and suffering), κρίθηκε ότι αποτελούν παραδεκτά κεφάλαια αποζημιώσεων. (Bλ. μεταξύ άλλων Αbdulaziz, Cabales and Balkandali v. UK A 94 para 96
(1985). Κατά πόσο δικαιολογείται η πρόσδοση επιβαρυντικού ή τιμωρητικού χαρακτήρα στις αποζημιώσεις δεν αποτέλεσε το αντικείμενο δικαστικής απόφασης από το δικαστήριο του Στρασβούργου μέχρι σήμερα ή, ακριβέστερα, όπως επισημαίνεται στο σύγγραμμα Law of the European Convention on Human Righs των DJ Harris, M O'Boyle και C Warbrick, δεν έχουν εγκριθεί μέχρι σήμερα τέτοιας φύσης αποζημιώσεις. (Βλ. επίσης B v. UK A 136-D paras 7-12
(1988)(Article 50). Εν τούτοις επισημαίνουμε ότι η απόφαση στη Zander v. Sweden A 279-B paras 30-35
(1994)υποστηρίζει εμφατικά ότι ο συσχετισμός μεταξύ του μεγέθους της ηθικής βλάβης και του ύψους των αποζημιώσεων είναι άμεσος, γεγονός που αμβλύνει τη διάκριση που γίνεται στο αγγλικό δίκαιο μεταξύ συνήθων και επιβαρυντικών αποζημιώσεων. Πολλά από τα θεμελιώδη δικαιώματα του ατόμου, τα οποία διασφαλίζει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, συνιστούν στο αγγλικό δίκαιο το αντικείμενο προστασίας αστικών αδικημάτων, θέμα που πραγματεύεται εις έκταση σε μελέτη του ο Λόρδος Bingham (πρώην Αρχιδικαστής και νυν Senior Law Lord), η οποία περιλαμβάνεται στο πρόσφατο βιβλίο του «The Business of Judging, Selected Essays and Speeches»
(2000). Όπως επεξηγεί παραβιάσεις πλείστων των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου συνιστούσαν (και συνιστούν) το αντικείμενο προστασίας από το δίκαιο των αστικών αδικημάτων (Tort). Στο αγγλικό δίκαιο οι αποζημιώσεις για την αποτίμηση μή υλικής ζημίας αποτελούν ανοικτό κεφάλαιο "at large"· ο δε καθορισμός τους επαφίεται στο δικαστήριο υπό τον όρο, πάντα, ότι πρέπει να είναι λελογισμένες και δίκαιες μεταξύ των μερών. Αυτό το κεφάλαιο των αποζημιώσεων έχει πολλά κοινά χαρακτηριστικά με ό,τι χαρακτηρίζεται στο Ηπειρωτικό Δίκαιο ως ηθική ζημία. Η πρόσφατη αγγλική νομολογία υποστηρίζει ότι η ζημία που προκύπτει από παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, με έντονο το στοιχείο της «ηθικής βλάβης», με την κυριολεξία του όρου, μπορεί να είναι μεγάλη, ανάλογη με την έκταση της βλάβης στην ύπαρξη και υπόσταση του ανθρώπου. Χαρακτηριστική είναι η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Lunt v. Liverpool City Justices [1991] CA Transcript
  1. Το Εφετείο αύξησε τις αποζημιώσεις που αποδόθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο από 13 χιλιάδες σε 25 χιλιάδες στερλίνες για παράνομη φυλάκιση 42 ημερών, για κατ' ισχυρισμό παράλειψη πληρωμής από τον ενάγοντα οφειλομένων τελών (rates). Στην R v. Governor of Brockhill Prison (No 2) (Lord Woolf MR) [1998] 4 All E.R. 993, το Εφετείο αύξησε τις αποζημιώσεις για την άνευ νομικού ερείσματος κράτηση φυλακισμένου για 42 ημέρες μετά την εκπνοή της φυλάκισής του από δύο χιλιάδες σε πέντε χιλιάδες στερλίνες. Σημαντική είναι η προσέγγιση του Λόρδου Woolf, όπως διαγράφεται στην απόφασή του, για τον προσδιορισμό των αποζημιώσεων σε περιπτώσεις μή υλικής ζημίας. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι είναι δύσκολο να καθοριστεί μέτρο, και συνακόλουθα να διαγνωσθεί ομοιομορφία, στο επίπεδο των αποζημιώσεων σ' αυτό τον τομέα, λόγω των εγγενών διαφορών μεταξύ γεγονότων που στοιχειοθετούν τη ζημία σε υποθέσεις που άγονται ενώπιον του δικαστηρίου σ' αυτό το πεδίο δικαιοδοσίας. Σημασίας είναι και το γεγονός ότι λήφθηκε υπόψη στον καθορισμό των αποζημιώσεων και αυτή τούτη η συμπεριφορά του θύματος του αστικού αδικήματος και κρίθηκε ότι προσμετρά στον υπολογισμό της ζημίας. Οι παράμετροι των αποζημιώσεων διευρύνονται σε βαθμό που να προσεγγίζουν τις αρχές της επιείκειας. Αξιοσημείωτο είναι ότι η απόφαση στην πιο πάνω υπόθεση ως προς τις αποζημιώσεις επικυρώθηκε από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην R. v. Governor of Brockhill Prison (No 2) [2000] 4 All E.R.
  2. (Βλ. απόφαση Λόρδου Hope, σ.31.) Σχετική με τους προβληματισμούς μας, όλως ιδιαίτερα με το μέτρο των αποζημιώσεων για παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου, είναι και η απόφαση του Εφετείου της Νέας Ζηλλανδίας στη Simpson v. Attorney-General [1994] 3 NZ LR
  3. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Προέδρου Cooke τείνει να αποκαλύψει ότι τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό των αποζημιώσεων για παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου είναι κατ' ουσία όμοια με εκείνα που προσμετρούν βάσει της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στον καθορισμό της ζημίας και συνταυτίζονται με τη σύγχρονη προσέγγιση της αγγλικής νομολογίας: (σ.678) «As to the level of compensation, on which again there is much international case law, I think that it would be premature at this stage to say more than that, in addition to any physical damage, intangible harm such as distress and injured feelings may be compensated for; the gravity of the breach and the need to emphasise the importance of the affirmed rights and to deter breaches are also proper considerations; but extravagant awards are to be avoided.» Ελληνική μετάφραση ελεύθερη: «Ως προς το επίπεδο της αποζημίωσης, θέμα επί του οποίου υπάρχει πολλή διεθνής νομολογία, νομίζω ότι θα ήταν πρόωρο σε αυτό το στάδιο να λεχθεί ο,τιδήποτε πέραν του ότι επιπρόσθετα προς τη φυσική ζημία, μη υλική βλάβη όπως απόγνωση και τραυματισμός αισθημάτων μπορεί να αποζημιωθούν· η σοβαρότης της παραβίασης και η ανάγκη να τονίσουμε τη σημασία των βεβαιούμενων δικαιωμάτων και αποτροπής παραβιάσεων είναι επίσης παραδεκτοί παράγοντες· αλλά υπερβολικές αποζημιώσεις πρέπει να αποφεύγονται.» (Βλ. επίσης απόφαση του Δικαστή Hardie Boys σ.703, γραμμές 23-28.) Συναφής με το θέμα που εξετάζουμε είναι και η κυπριακή νομολογία αναφορικά με την ερμηνεία των όρων «δίκαιη» και «εύλογος» αποζημίωση, έννοιες εν πολλοίς συνώνυμες στα Ελληνικά, που καθορίζονται ως το μέτρο των αποζημιώσεων κάτω από το Άρθρο 146.6 (Βλ. Phedias Kyriakides v. Republic 1 R.S.C.C. 66, Pantelis Petrides v. The Greek Communal Chamber and Another
(1965)1 C.L.R. 39, Attorney General v. Andreas A. Markoullides and Another
(1966)1 C.L.R. 242, Marcou and Another v. Republic
(1968)3 C.L.R. 166, Costas Tsakistos v. Attorney-General
(1969)1 C.L.R. 355, Hapeshis v. Republic
(1979)3 C.L.R. 550, Christophides v. Attorney-General
(1981)1 C.L.R. 80, Frangoulides v. Republic
(1982)1 C.L.R. 462, Kampis v. Republic
(1984)1 C.L.R. 314, Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ. και Άλλοι v. Γεν. Εισαγγελέα
(1991)1 Α.Α.Δ. 225, Εγγλεζάκη και άλλες v. Γενικού Εισαγγελέα
(1992)1 A.A.Δ. 697, Kεντρική Τράπεζα v. Θεοδωρίδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 420) καθώς και κάτω από την παράγραφο 4(γ) του Άρθρου 23 του Συντάγματος (Βλ. μεταξύ άλλων Σεργίδης v. Δημοκρατίας
(1991)1 Α.Α.Δ. 119). Η έννοια της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης συναρτάται με την κατά το δίκαιο της επιείκειας αποζημίωση (equitable damage), που ταυτίζει το ίσο με το δίκαιο. Το κεφάλαιο των αποζημιώσεων για τις καθ' αυτό παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που δεν συνιστούν αστικά αδικήματα, δεν καλύπτεται ευθέως από καμμιά προηγούμενη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ο καθολικός χαρακτήρας των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, η σημασία τους για την υπόστασή του και η περιεκτική προστασία τους από το Σύνταγμα τείνει να διαγράψει τις παραμέτρους καθορισμού των αποζημιώσεων. Η αποτελεσματική εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που οριοθετεί το Άρθρο 35 του Συντάγματος, επιβάλλει την απόδοση αποζημίωσης στο θύμα της παραβίασης κάθε ζημίας που προκαλείται στην οντότητά του, ως φυσική και κοινωνική ύπαρξη. Όπως έχουμε διαπιστώσει τα στοιχεία που συνθέτουν την ηθική ζημία είναι κατά το πλείστο επάλληλα προς εκείνα που προσμετρούν στον καθορισμό των αποζημιώσεων, ως εύλογα προβλεπτής συνέπειας της παραβίασης αστικών δικαιωμάτων στο αγγλικό δίκαιο. Η δυσχέρεια, η απόγνωση, ο πόνος, η ψυχική οδύνη, που συναρτώνται με τη λειτουργία του ανθρώπου, αποτελούν κοινά στοιχεία αποζημίωσης. Ο παραδειγματισμός μέσω των αποζημιώσεων έχει περιορισθεί στην Αγγλία. (Βλ. Rookes v. Barnard [964] 1 All E.R. 367· Cassell & Co Ltd v. Broome [1972] 1 All E.R. 801.). Ενώ δεν φαίνεται να γίνεται αποδεκτός ως μέρος της ηθικής ζημίας. Εξάλλου είναι κοινά παραδεκτό ότι το ύψος των αποζημιώσεων συναρτάται άμεσα με την έκταση και ένταση του ανθρώπινου τραύματος». Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Πάλμα και Άλλων, ΠΕ 44/13, ημ. 19.11.15, το Ανώτατο Δικαστήριο (διά του Χριστοδούλου Δ.), έθεσε έτσι τα πράγματα: «Tο ζήτημα των αποζημιώσεων για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων εξετάστηκε από την Πλήρη Ολομέλεια στη Γιάλλουρος (ανωτέρω), με ευρεία αναφορά τόσο στην ημεδαπή όσο και στη διεθνή νομολογία. Αναγνωρίστηκε εν πρώτοις ότι η παραβίαση ανθρώπινου δικαιώματος παρέχει δικαίωμα έννομης προστασίας μέσω της δικαστικής οδού, με τις θεραπείες του δικαίου. Αναγνώριση που συνάδει με την αρχή δικαίου ότι όπου υπάρχει αδικοπραξία (wrong) πρέπει να υπάρχει και θεραπεία. Το θύμα επομένως παραβίασης ανθρώπινου δικαιώματος δικαιούται σε αποζημίωση, με προεξάρχουσα την αρχή της δίκαιης αποζημίωσης (equitable compensation) η οποία είναι το μέτρο των αποζημιώσεων τόσο για την υλική όσο και τη μη υλική ζημία, γνωστή ως ηθική ζημία (moral damages). Ζημιά που, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνει την ανησυχία, θλίψη, αγωνία, το αίσθημα αδικίας, τον δυσμενή επηρεασμό του τρόπου ζωής, τον πόνο και την οδύνη. Πέραν τούτων αναγνωρίστηκε ότι οι αποζημιώσεις μπορεί να προσλάβουν επιβαρυντικό χαρακτήρα όπου η βλάβη είναι ποικιλοτρόπως βαριά και, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορεί να προσλάβουν τιμωρητικό χαρακτήρα προς παραδειγματισμό. Σημειώθηκε ωστόσο ότι μέχρι τότε δεν είχαν εγκριθεί τιμωρητικές αποζημιώσεις για παραβίαση ανθρώπινου δικαιώματος, με την επισήμανση από τη μειοψηφία (Αρτεμίδης, Δ.) ότι με την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 30 του Συντάγματος, είναι νομικά αδόκιμος πλέον ο χαρακτηρισμός των αποζημιώσεων ως «τιμωρητικών», «παραδειγματικών» ή «επαυξημένων». Και αυτό αφού ο μοναδικός σκοπός της αποζημίωσης είναι η επανόρθωση, από τον υπαίτιο, της ζημιάς που υπέστη το θύμα από βλάβη που υπέστη ως αποτέλεσμα της παραβίασης του δικαιώματός του. Ειδικά δε για το ζήτημα των «τιμωρητικών» αποζημιώσεων να αναφέρουμε ότι αυτό αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Με θεμελιακή την Papakokkinou and Others v. Kanther
(1982)1 C.L.R. 65, η οποία επιβεβαιώθηκε και από τη μεταγενέστερη νομολογία. Όπως από τις Μήτα ν. Γ. Κ. Σοφοκλέους
(2003)1 Α.Α.Δ. 1952, Είκοσι ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2007)1 Α.Α.Δ. 467, Νικολάου ν. Επίσημου Παραλήπτη
(2009)1(Β) Α.Δ.Δ. 1339, Κωνσταντίνου ν. Καραμεσίνη
(2011)1 Α.Α.Δ. 715, Phileleftheros Public Company Ltd κ.α. ν. Χριστοδούλου
(2012)1 Α.Α.Δ. 1763 και Άγγελος Κυριάκου Εκδόσεις Λτδ ν. Κυπριακή Δημοκρατία, Πολ. Εφ. 267/09 ημερ. 9.9.13 και με υιοθέτηση των αρχών που καθορίστηκαν στην Rookes v. Barnard [1964] A.C.
  1. Ό,τι προκύπτει από τη θεώρηση της επί του θέματος νομολογίας είναι ότι οι παραδειγματικές ή τιμωρητικές αποζημιώσεις αποσκοπούν στο να τιμωρήσουν τον εναγόμενο και να τον αποτρέψουν από παρόμοια συμπεριφορά στο μέλλον. Δεν αποσκοπούν όμως στην αποκατάσταση του θύματος όπως είναι οι συνήθεις αποζημιώσεις, αλλά τέτοιες αποζημιώσεις επιδικάζονται όταν διαπιστώνεται βλάβη στα αισθήματα του ενάγοντα λόγω της επίδειξης από τον εναγόμενο στοιχείων ακραίας αλαζονείας ή καταπιεστικής συμπεριφοράς για την οποία επιβάλλεται η τιμωρία του ως ένδειξη της απέχθειας με την οποία ο νόμος αντιμετωπίζει τέτοια συμπεριφορά». Στην Κυπριακή Δημοκρατία ν Βασιλείου και Άλλων, ΠΕ 381/10, ημ. 26.5.15, το Εφετείο κατέγραψε κι αυτά: «Οι Clayton & Tomlinson, στο σύγγραμμα The Law of Human Rights, Vol.1, προβαίνοντας σε μια στατιστική ανάλυση του ζητήματος των αξιώσεων για αποζημιώσεις από το ΕΔΑΔ σχολιάζουν ως ακολούθως: «21.
  2. The court does not routinely award compensation to successful applicants. Between 1972 and 1981 the court made awards in seven cases and rejected three such claims. Between 1982and 1999 applicants sought non-pecuniary damages in 51 cases where the court held that the judgment alone gave just satisfaction. It has been suggested that these cases share certain general characteristics: the court was very divided on the merits; a large majority of cases concerned individuals who were accused of (or were guilty of) criminal offences; and they often involved procedural errors in civil or administrative hearings. The same pattern continued for 1992 until the new court was established in November
  3. The court found its judgment sufficient to meet the moral injury caused in 79 of the cases.» Ανατρέξαμε και στην Αγγλική νομολογία. Ο Λόρδος Woolf στην Amufrijeva and another v. Southwark London Borough Counsil
(2004)Q.B. 1124, παρατηρεί τα εξής: «Where an infringement of an individual's human rights has occurred, the concern will usually be to bring the infringement to an end and any question of compensation will be of secondary, if any, importance.» Παρατήρηση που ενισχύθηκε από τον Λόρδο Bingham στην R(Greenfield) v. SSHD
(2005)1 W.L.R. 673: «The expectation therefore is, and has always been, that a member state found to have violated the Convention will act promptly to prevent a repletion of the violation, and in this way the primary object of the Convention is served.» Στη δε Baiai
(2006)EWHC 1035 (Admin.) για αξιώσεις για ηθική βλάβη (non-pecuniary loss) για πρόκληση αγωνίας και άγχους (distress and anxiety), ακολουθήθηκε η στενή προσέγγιση, με τον Δικαστή Silber να τονίζει ότι είναι πολύ ασύνηθες για ένα ενάγοντα να αποζημιωθεί για ηθική βλάβη, μη αποτιμητέα χρηματικά, εκτός αν η προκληθείσα στρεσσογόνος και αγωνιώδης κατάσταση είναι εξαιρετικής σοβαρότητας (distress is of exceptional gravity), όπως ακολουθήθηκε στις Amufrijeva και R(Greenfield) (ανωτέρω): «as damages are not in Lord Bingham's words 'the routine treatment' there will have to be exceptional circumstances before damages can be awarded for violations of Articles 12 and 14. .................................................................................................................................................................................................................................. there is an absence of cogent corroborative medical or other evidence showing that any of the claimants suffered from serious or and distress of the intensity required to obtain an award of compensation.» .................................................................................................................................................................................................................................. Ιt follows that there is a minimum threshold required to obtain damages for distress and anxiety, the threshold being identified by reference to 'intensity', 'exceptional circumstances' or 'exceptional gravity'. Where psychiatric injury can be proven, damages are more likely to be awarded. Where, however, the distress falls short of that, it will be rare indeed for the court to make an award. ................................................................................................................................................................................................................................» Η πλέον βοηθητική από τις αποφάσεις είναι, κατά τη γνώμη μας, η Van Colle v. Chief Constable of the Hertfordshire Police
(2007)1 W.L.R. 1821, όπου το Δικαστήριο ακολουθώντας την Greenfield (ανωτέρω) κατέληξε πως ο ορθός οδηγός για το ύψος των αποζημιώσεων εναπόκειται στο Στρασβούργο παρά στις Αγγλικές Δικαστικές Αρχές: «it seems to us that there is no clear basis in the Strasbourg decisions for an award to the claimants in their personal capacity, as opposed to an award to the first claimant as personal representative of their son, which is plainly justified. Nevertheless, although on this appeal the defendant contends that the award to the claimants personally was too high, the defendant's notice does not take the point that no award should have been made to them at all, assuming that the court rejects his appeal on liability and causation. In the defendant's skeleton argument, though the point is noted that no Strasbourg award includes compensation for the applicant's own suffering except where the applicant was also a direct victim, this is not put as the basis for a contention that no award at all should be made to the claimants personally, if the judge is upheld on liability and causation. We therefore leave this point for possible future consideration.» Σύμφωνα με το άρθρο 41 της ΕΣΔΑ, §51, εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της, και αν το εσωτερικό Δικαστήριο που εφαρμόζει το εθνικό δίκαιο δεν προνοεί επαρκή θεραπεία παρά μόνο ατελή εξάλειψη των συνεπειών της παραβίασης, το Δικαστήριο χορηγεί, εφόσον είναι αναγκαίο, στον παθόντα δίκαιη αποζημίωση. Η έκταση της δίκαιης αποζημίωσης από το ΕΔΑΔ εξετάζεται και στο σύγγραμμα Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Ερμηνεία Κατά Άρθρο (ανωτέρω), §51-58, σ.634-636, υπό τον υπότιτλο 'Η δίκαιη ικανοποίηση': «53. Στην πλειονότητα των καταδικαστικών αποφάσεων το Δικαστήριο επιδικάζει αποζημίωση, συχνότερα για την ηθική βλάβη που ο προσφεύγων υπέστη από τη διαπιστωθείσα παραβίαση, για δε την υλική ζημία καταλογίζεται ποσό στις περιπτώσεις κατά τις οποίες συντρέχει η βασική προϋπόθεση της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ παραβιάσεως και επικαλούμενης βλάβης. Υπάρχουν βεβαίως και οι (μάλλον σπάνιες) περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο κρίνει ότι η διαπίστωση της παραβίασης συνιστά επαρκή δίκαιη ικανοποίηση για τον προσφεύγοντα .» Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων και παρατηρήσεων μας κρίνουμε υπό τας περιστάσεις ότι η περίπτωση δεν ήταν πλέον κατάλληλη για επιδίκαση αποζημιώσεων, τοσούτω δε μάλλον τιμωρητικών». Κατεύθυνα την προσοχή μου σε κάθε παράμετρο που ορίστηκε από τα υπό αναφοράν νομολογιακά προηγούμενα. Από όσα διαλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης - και ασχέτως αν δεν υπάρχει, είναι γεγονός, εναργής προς τούτο δικογράφηση (και δεν ήσαν άτοπα, ως ένα σημείο, τα παράπονα του εναγομένου για τη πτωχότητα της Έκθεσης Απαίτησης) - στοιχειοθετούνται εν προκειμένω από την αξιόπιστη μαρτυρία, όσα θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην απόδοση θεραπείας για την αποστέρηση της προσωπικής ελευθερίας του ενάγοντα για την περίοδο των δέκα ημερών (βλ. κατ' αναλογίαν, Οικονόμου και Άλλων ν Κουτσοκούμνη, ΠΕ 37/13, ημ. 2.7.19, Kennedy Hotels Ltd v Indjirdjian
(1992)1 ΑΑΔ 400, 407-408). Ο ενάγων απέδειξε παραβίαση του συνταγματικού και ανθρώπινου δικαιώματος του στην προσωπική ελευθερία. Έπεται ο υπολογισμός των αποζημιώσεων. Ο υπολογισμός των αποζημιώσεων συγκροτεί συντελούσα λειτουργία του Δικαστηρίου που εκδικάζει πρωτοδίκως την αγωγή (βλ. κατ' αναλογίαν, Ζένιου ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ΠΕ 356/12, ημ. 7.11.18). Στην Κυπριακή Δημοκρατία ν Ονουφρίου, ΠΕ 463/12, ημ. 23.11.18, το Εφετείο (διά του Ναθαναήλ, Δ.), τόνισε σχετικώς και τα κατωτέρω: «Οι αποζημιώσεις που υπολογίζονται στις περιπτώσεις παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποτελούν στην ουσία sui generis αποζημιώσεις. ..................................................... Το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη όλα τα δεδομένα και γεγονότα και υπό το φως καθοδήγησης από άλλες υποθέσεις παρομοίας φύσεως να καθορίσει τις αποζημιώσεις τις οποίες το ίδιο θεωρεί εύλογες και δίκαιες υπό τις περιστάσεις. Στο σύγγραμμα των Jacobs, White & Ovey: The European Convention on Human Rights - ανωτέρω -, αναφέρεται ότι η νομολογία που αναπτύχθηκε από το ΕΔΑΔ σε σχέση με τις αποζημιώσεις που αποδίδει κάτω από το Άρθρο 41, έχει υποστεί κριτική λόγω της ασαφούς διατύπωσης καθαρών αρχών ως προς το πότε αποδίδονται τέτοιες αποζημιώσεις και ποιο είναι το μέτρο τους. Το ΕΔΑΔ θα αποδώσει αποζημιώσεις μόνο εάν η απώλεια αποδεικνύεται να προήλθε ως άμεσο αποτέλεσμα της παραβίασης. Στο σύγγραμμα των Harris, O'Boyle & Warbrick: Law of the European Convention on Human Rights - ανωτέρω -, επίσης καταγράφεται στη σελ. 856, ότι η νομολογία του ΕΔΑΔ κάτω από το Άρθρο 41 χαρακτηρίζεται από την έλλειψη και απουσία συστηματικής εφαρμογής σαφών νομικών αρχών όπως αυτές ανευρίσκονται στο δίκαιο των κρατών-μελών της Σύμβασης αναφορικά με τις αποζημιώσεις. Διαπιστώνεται μόνο η παράθεση γενικών αρχών ώστε οι αποζημιώσεις κατά κανόνα να ταξινομούνται στις εξής κατηγορίες: στην απόδοση των εξόδων της δίκης, ποσά για οικονομική απώλεια και ποσά για μη οικονομική απώλεια. Στην τελευταία των κατηγοριών αυτών των λεγόμενων «non-pecuniary damages (or moral damages)», η απόδοση των αποζημιώσεων γίνεται στη βάση μιας δίκαιης αποζημίωσης («equitable compensation») και η απόδοση των αποζημιώσεων περιλαμβάνει τον πόνο, την οδύνη, την αγωνία, το άγχος και την απώλεια ευκαιριών. Το αίσθημα της αδικίας, ο δυσμενής τρόπος επηρεασμού του τρόπου ζωής και η προσωπική δυσχέρεια, αποτελούν επίσης παραδεκτά κεφάλαια αποζημιώσεων. Το τελικό επίμετρο είναι η κατά το δυνατόν αποκατάσταση του θύματος υπό τύπο restitutio in integrum. Το ποσό που θα αποδοθεί θα πρέπει να είναι ανάλογο της σοβαρότητας της παραβίασης και της επίπτωσης της παραβίασης στον προσφεύγοντα. ..................................................... Όσον αφορά την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων, οι αποζημιώσεις αυτές ενδείκνυνται σε περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο επιθυμεί να δείξει απέχθεια έναντι στην άδικη συμπεριφορά που υπέστη ο παραπονούμενος. Σκοπός τους είναι η τιμωρία ουσιαστικά του εναγομένου για απαράδεκτες πράξεις και συμπεριφορές έξω από το ορθό και νόμιμο μέτρο, (Παπακόκκινου ν. Κάνθερ
(1982)1 Α.Α.Δ. 65). Στόχος είναι η τιμωρία του αδικοπραγούντος όταν η συμπεριφορά του αφενός καταδεικνύει έντονη αδιαφορία για τα δικαιώματα του άλλου μέρους και αφετέρου στοχεύει στην επίτευξη κέρδους στον ίδιο. Για παράδειγμα, στην υπόθεση Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κ.ά. ν. Αλωνεύτη
(2002)1 Α.Α.Δ. 1863, αποδόθηκαν πρωτοδίκως ΛΚ5.000 υπό τύπο παραδειγματικών αποζημιώσεων οι οποίες μνημονεύθηκαν στην έφεση ως εύλογες υπό τις περιστάσεις όταν η εφεσείουσα εφημερίδα δημοσίευε συνεχώς άρθρα, δυσφημιστικά, όπως αποδείχθηκε εν τέλει, για τον εφεσίβλητο. Άλλες περιπτώσεις απόδοσης παραδειγματικών αποζημιώσεων είναι η επίδειξη δύναμης καταχρηστικά και άνευ ευλόγου και νομίμου αιτίας από αστυνομικά όργανα εναντίον πολίτη, όπως ήταν η περίπτωση στην υπόθεση Κυριάκου Τσίβικου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.ά., ECLI:CY:AD:2018:A255, Πολ. Έφ. αρ. 350/2011, ημερ. 29.5.2018, όπου το Εφετείο αντιστρέφοντας τη σχετική πρωτόδικη κρίση, επιδίκασε €10.000 ως παραδειγματικές αποζημιώσεις. Όπου επιδικάζονται παραδειγματικές αποζημιώσεις ορθό είναι να διαχωρίζεται το ποσό αυτό από το ποσό που δίνεται για τις γενικές αποζημιώσεις ώστε να φαίνεται ευθέως η κρίση του Δικαστηρίου ως προς το τιμωρητικό του μέτρου, όπως, για παράδειγμα, στις υποθέσεις δυσφήμισης, όπου οι συνήθεις αποζημιώσεις που αποδίδονται δεν θεωρούνται επαρκείς με αποτέλεσμα να πρέπει να δοθούν και παραδειγματικές ή τιμωρητικές αποζημιώσεις, (Cassell & Co. Ltd v. Broome
(1972)1 All E.R. 801, Rookes v. Barnard
(1964)A.C. 1129 σελ. 1228 και Ogus: "The Law of Damages" σελ. 38). Όπου δίδονται παραδειγματικές ή τιμωρητικές αποζημιώσεις δεν επιδικάζεται τόκος γιατί στοχεύουν σε διαφορετική κατεύθυνση παρά οι γενικές αποζημιώσεις. Η υπόθεση Harmsworth κ.ά. ν. Salamis Glory κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 1617, η οποία χρησιμοποιήθηκε πρωτοδίκως για την επιδίκαση τόκου επί των παραδειγματικών αποζημιώσεων από την ημερομηνία που ο εφεσίβλητος τέθηκε σε απομόνωση, δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τα γεγονότα της υπό κρίση περίπτωσης. Η υπόθεση αφορούσε σε συνενωμένες αγωγές για την απόδοση αποζημιώσεων για σωματικές βλάβες τις οποίες οι ενάγοντες είχαν υποστεί ενώ συμμετείχαν σε κρουαζιέρα. ................................................... Στη Γιάλλουρος ν. Νικολάου - ανωτέρω -, διατυπώθηκε η θέση, ιδιαιτέρως από τον Αρτεμίδη, Δ., ως ήταν τότε, ότι ο χαρακτηρισμός των αποζημιώσεων που επιδικάζονται για παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αδόκιμα χαρακτηρίζονται ως «παραδειγματικές», «τιμωρητικές» ή «επαυξημένες». Ο μοναδικός σκοπός της αποζημίωσης είναι η αποκατάσταση της ζημιάς που το θύμα υπέστη και η καταδίκη του υπαιτίου σε τιμωρητικές αποζημιώσεις «εκφεύγει των ορίων της αστικής δικαιοδοσίας, που δε λειτουργεί για τον κολασμό των διαδίκων σε αστική υπόθεση». Δεν δικαιολογείται η πρόσδοση επιβαρυντικού ή τιμωρητικού χαρακτήρα στις αποζημιώσεις». Στην Blume and Others v Spain
(2000)32 EHRR 632 - και στην οποία παραπέμφθηκα ευστόχως από την κ. Βαρωσιώτου - το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων («ΕΔΑΔ»), επιδίκασε στον αιτητή (για παράνομη κράτηση δέκα ημερών), αποζημίωση ύψους 250.000,00 ισπανικών πεσετών (αντιστοιχούσα με περίπου €1.500,00), για παραβίαση του Άρθρου 5.1 της ΕΣΔΑ (δικαίωμα στην προσωπική ελευθερία και ασφάλεια). Στην Bostridge v Oxleas Foundation NHS Trust
(2015)EWCA Civ 79, το Αγγλικό Εφετείο αποφάσισε ότι, αν η παραβίαση του δικαιώματος προσωπικής ελευθερίας είναι διαδικαστικής μορφής και όχι ουσιαστικής, ο παραπονούμενος δεν μπορεί να απαιτεί τίποτε περισσότερο από ονομαστικές αποζημιώσεις, εκτός αν αποδείξει ότι ως εκ της παραβίασης υπέστηκε ζημιά (βλ. επίσης, A County Council v MB, JB and a Residential Home
(2010)EWHC 2508). Κατά τη μελέτη των ως άνω αποφάσεων (και σε όσες άλλες παραπέμφθηκα από την δικηγόρο του ενάγοντα), διαφοροποίησα το σκεπτικό και γεγονότα τους από τα επίδικα, συνυπολογίζοντας και όσα συναπάρτισαν τα αφορώντα περιστατικά, ως και καθετί άλλο συναρτώμενο, περιλαμβανομένου τού ότι στις αποφάσεις αυτές - όπως και σε άλλες επί του σημείου (βλ. γενικώς, Bernadette Rainy, Elizabeth Wicks, Clare Ovey, Jacobs, White, and Ovey, The European Convention on Human Rights, Oxford University Press, 7η έκδ., 2017, σελ. 245-249) - είχαν προσφερθεί εξηγήσεις για την αφορώσα παρανομία, εν αντιθέσει προς την παρούσα αγωγή. Ο ενάγων δεν απέδειξε τις ειδικές και έτερες ζημιές που δικογραφεί, με την αυστηρότητα και στο μέτρο που ορίζει προς τούτο η νομολογία (βλ. κατ' αναλογίαν, Κωνσταντίνου ν Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ΠΕ 65/12, ημ. 12.3.18, Ηρακλέους ν Πίτρου
(1994)1 ΑΑΔ 239, 243). Το αυτό, ισχύει και για όλες τις άλλες περιστάσεις τις οποίες περιλαμβάνει στην Έκθεση Απαίτησης, και που, με βάση τη μαρτυρία, δεν αποδεικνύουν την ισχύ γεγονότων που θα επέτρεπαν την επιδίκαση οιασδήποτε μορφής γενικών αποζημιώσεων (βλ. κατ' αναλογίαν, Κολάνη ν Ταμπούρα
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1108, 1115-1116). Ωστόσο - με το Δικαστήριο να μην μετατρέπεται σε πραγματογνώμονα με επίκληση δικαστική γνώση που δεν κέκτηται (βλ. κατ' αναλογίαν, Belay v Ages
(2015)ONSC 2377, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252, 262) - μπορούν να γίνουν υπέρ του ενάγοντα κάποιες εξακριβώσεις βασισμένες στην κοινή ανθρώπινη εμπειρία για τις συναισθηματικές και άλλες επιβαρύνσεις που τούτος υπέστη (ως απώλεια και βλάβη), εκ της απόδειξης της αξίωσης του (βλ. κατ' αναλογίαν, ΜΘ ν Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 174, 180-181). Έτσι, ο ενάγων απέδειξε απώλεια (loss), τέτοια που να του παρέχει δυνατότητα αποζημίωσης για την επίμαχη παραβίαση. Με τα ως άνω στη σκέψη και ζυγιάζοντας τα γεγονότα της υπόθεσης, τη συμπεριφορά του ενάγοντα, τη συμπεριφορά του εναγομένου, την ανησυχία και ταλαιπωρία του ενάγοντα ως εκ της παράνομης κράτησης του (για την οποία πάντως δεν κινήθηκε ενδίκως), όπως και κάθε άλλο αποδεκτό κριτήριο αποζημίωσης από τη μαρτυρία που έγινε δεκτή (βλ. κατ' αναλογίαν, Faulkner v Secretary of State for Justice and Another
(2013)UKSC 23, Dudgeon v The United Kingdom
(1983)5 EHRR 573), αποδίδω στον ενάγοντα ποσό €2.000,00, ως δίκαιη αποζημίωση για την παραβίαση τού συνταγματικού και ανθρώπινου δικαιώματος του στην προσωπική ελευθερία. Δεν υπάρχει εδώ οποιαδήποτε έντονη αδιαφορία για τα δικαιώματα του ενάγοντα, ή αλαζονεία, θρασύτητα και άλλα αθέμιτα ελατήρια εκ πλευράς εναγομένου που να δικαιολογούν επιδίκαση τιμωρητικών και παραδειγματικών αποζημιώσεων (βλ. κατ' αναλογίαν, Κυπριακή Δημοκρατία ν Ονουφρίου, ΠΕ 463/12, ημ. 23.11.18, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Πάλμα και Άλλων, ΠΕ 44/13, ημ. 19.11.15). Οι εναπομείνασες αξιώσεις απορρίπτονται ως μη αποδειχθείσες. Εν κατακλείδι. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου για ποσό €2.000,00, συν νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής (11.9.07), μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα και ο ΦΠΑ, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου (στην κλίμακα που εμπίπτει πλέον η αγωγή βάσει του ποσού της απόφασης), ως τούτα θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.