← Κύπρος

S.K. SOTEROPOULOS ENTERPRISES LTD ν. Α & R COLLECTIONS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 603/20, 16/12/2020

S.K. SOTEROPOULOS ENTERPRISES LTD ν. Α & R COLLECTIONS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 603/20, 16/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A611 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 603/20 Μεταξύ: S.K. SOTEROPOULOS ENTERPRISES LTD Ενάγουσα -Αιτήτρια και

  1. Α & R COLLECTIONS LTD,
  2. XXXXX Αθανασίου,
  3. XXXXX Ιωάννου Εναγόμενων - Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 06/03/2020 για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 16 Δεκεμβρίου,
  4. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια - Ενάγουσα: κ. Σ. Κυριακίδης. Για Εναγόμενους 1, 2 και 3 - Καθ' ων η Αίτηση: κα. Μ. Σιακού για Ν. Νικηφόρου Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα - Αιτήτρια με την Αίτησή της αιτήθηκε από το Δικαστήριο μονομερώς την έκδοση προσωρινού διατάγματος που να απαγορεύει ή/και παρεμποδίζει την Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση 1 ή οποιοδήποτε αξιωματούχο ή/και υπάλληλό της ή/και υπηρέτη της ή/και οποιονδήποτε ενεργεί για αυτήν από το να εισέρχονται και/ή επεμβαίνουν και/ή παραμένουν και/ή κατέχουν και/ή διαχειρίζονται και/ή να διεξάγουν επιχείρηση και/ή να χρησιμοποιούν τον υπόγειο χώρο στάθμευσης, του ισογείου, του ημιωρόφου και του πρώτου ορόφου της πολυκατοικίας που βρίσκεται στη XXXXX 16, στο Στρόβολο, η οποία ανήκει στην Ενάγουσα μέχρι την εκδίκαση της αγωγής, ενώ, παράλληλα, αιτήθηκε διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην Εναγόμενη 1 - Καθ΄ης η Αίτηση 1 ή σε οποιονδήποτε ενεργεί εκ μέρους της από του να μεταβιβάσει και/ή αποξενώσει και/ή εκχωρήσει και/ή επιβαρύνει και/ή υποθηκεύσει και/ή δωρίσει και/ή πωλήσει και/ή διαθέσει και/ή προβεί σε οποιαδήποτε άλλη πράξη ή ενέργεια σε σχέση με οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη ιδιοκτησία που αυτή διατηρεί στην Κύπρο ή στο εξωτερικό. Παράλληλα, ζήτησε διάταγμα που να απαγορεύσει στη Εναγόμενη - Καθ΄ης η Αίτηση 2 από του να μεταβιβάσει και/ή αποξενώσει και/ή εκχωρήσει και/ή επιβαρύνει και/ή υποθηκεύσει και/ή δωρίσει και/ή πωλήσει και/ή διαθέσει και/ή προβεί σε οποιαδήποτε άλλη πράξη ή ενέργεια σε σχέση με οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη ιδιοκτησία που αυτή διατηρεί στην Κύπρο ή στο εξωτερικό μέχρι του ποσού των €366.
  5. Ζήτησε διάταγμα που να απαγορεύσει στη Εναγόμενη - Καθ΄ης η Αίτηση 3 από του να μεταβιβάσει και/ή αποξενώσει και/ή εκχωρήσει και/ή επιβαρύνει και/ή υποθηκεύσει και/ή δωρίσει και/ή πωλήσει και/ή διαθέσει και/ή προβεί σε οποιαδήποτε άλλη πράξη ή ενέργεια σε σχέση με οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη ιδιοκτησία που αυτή διατηρεί στην Κύπρο ή στο εξωτερικό μέχρι του ποσού των €366.
  6. Τέλος, ζήτησε προστακτικά διατάγματα με τα οποία να διατάσσονται οι Εναγόμενοι-Καθ΄ ων η Αίτηση 1, 2 και 3 όπως εντός 7 ημερών καταθέσουν ένορκη δήλωση με την οποία να αποκαλύπτουν τα περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο και στο εξωτερικό μέχρι του ποσού των €366.
  7. Η Αίτηση βασίστηκε στη Δ.48, θ.θ. 1- 3, 8 - 9 και Δ.64 θ.θ.1-2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα άρθρα 29, 30, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στο άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, στα άρθρα 73, 75, 77, 82- 105 του περί Συμβάσεων Νόμου, στα άρθρα 4, 5, 7 ,8 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, το Άρθρο 23 του Συντάγματος, το Άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, στις αρχές του δικαίου της επιείκιας, τη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τα γεγονότα, πάνω στα οποία βασίστηκε η συγκεκριμένη Αίτηση, αυτά καταγράφησαν στην Ένορκη Δήλωση του Σωτήρη Σωτηρόπουλου, διευθυντή της Ενάγουσας - Αιτήτριας, ο οποίος δηλώνει ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα η Ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα τη Λευκωσία και ιδιοκτήτρια της ακίνητης ιδιοκτησίας της πολυκατοικίας η οποία βρίσκεται στη XXXXX 16 στο Στρόβολο και αποτελείται από υπόγειο χώρο στάθμευσης, ισόγειο, ημιώροφο καθώς και ένα όροφο, το υποστατικό. Η Ενάγουσα, κατά ή περί την 19/10/2010 ενοικίασε στην Εναγόμενη 1, η οποία είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα τη Λάρνακα, το υποστατικό, με γραπτή εγγύηση των Εναγομένων 2 και 3 για να χρησημοποιηθεί ως πολυκατάστημα ειδών ένδυσης, υπόδυσης και άλλων συναφών ειδών. Το συγκεκριμένο ενοικιαστήριο έγγραφο περιλάμβανε όρο ότι τα μέρη αποδέχονται όπως η διάρκεια της ενοικιάσεως θα είναι για περίοδο τριών

(3)ετών, από την 01/11/2010 έως 31/10/2013 και ο Ενοικιαστής θα έχει το δικαίωμα (option) να ανανεώσει την ενοικίαση μετά τη λήξη της πρώτης περιόδου για άλλες πέντε
(5)διετίες. Το μηνιαίο ενοίκιο για την πιο πάνω αναφερθείσα χρονική περίοδο έχει συμφωνηθεί μεταξύ των Συμβαλλομένων Μερών ως ακολούθως: Για την περίοδο από 01/11/2010 μέχρι 31/10/2013, στο ποσό των €7.000,00.- μηνιαίως δηλαδή σύνολο €252.000,00. Για οποιαδήποτε ανανέωση το ενοίκιο και/ή μίσθωμα καθοριζόταν για την περίοδο από 01/11/2013 μέχρι 31/10/2015 στο ποσό των €7.560,00.00 μηνιαίως ήτοι σύνολο €181.440,00 για τα δυο έτη, για την περίοδο από 01/11/2017 μέχρι 31/10/2019 στο ποσό των €8.818,00, ήτοι σύνολο €211.632,00 για τα δυο έτη, για την περίοδο από 01/11/2019 μέχρι 31/10/2021 στο ποσό των €9.524,00 μηνιαίως ήτοι σύνολο €228.576,00 για τα δυο έτη και για την περίοδο από 01/11/2021 μέχρι 31/10/2023 στο ποσό των €10.285,00 μηνιαίως ήτοι σύνολο €246.840,00 για τα δυο έτη. Στην περίπτωση που ο Ενοικιαστής καθυστερούσε την πληρωμή του ενοικίου οποιουδήποτε μηνός ή μέρος αυτού για περίπου δεκαπέντε
(15)ημέρες, υπήρχε όρος μετά από την επίδοση σε αυτόν γραπτής ειδοποίησης εκ μέρους του ιδιοκτήτη, ο ιδιοκτήτης θα είχε το δικαίωμα να προβεί σε καταγγελία και τερματισμό της παρούσας και να λάβει όλα τα απαραίτητα δικαστικά μέτρα προς έξωση του Ενοικιαστή. Οι Εναγόμενες 2 και 3, ως εγγυήτριες της Εναγομένης 1 εγγυούντο την πιστή τήρηση όλων των όρων και υποχρεώσεων της που απορρέουν από τη σύμβαση ενοικίασης. Λόγω της οικονομικής κρίσης το 2012, μετά από παράκληση της Εναγόμενης 1, η Ενάγουσα αποδέχθηκε για την περίοδο από 01/11/2012 μέχρι 31/12/2013 μείωση του καταβαλλόμενου μηνιαίου ενοικίου από €7.000,00 σε €4.500,00, η οποία μείωση επεκτάθηκε μέχρι την 01/01/
  1. Δυνάμει επιστολής ημερομηνίας 21/11/2015 η Ενάγουσα ενημέρωσε τις Εναγόμενες ότι το ενοίκιο επανερχόταν στο συμφωνηθέν δυνάμει του ενοικιαστηρίου εγγράφου από 01/06/
  2. Η Εναγόμενη 1 όφειλε να καταβάλει στην Ενάγουσα το συνολικό ποσό των €419.834,00 ως ενοίκια, για τα έτη 01/01/2016 μέχρι 01/01/2020 αλλά κατέβαλε το ποσό των €53.400,00 και παρέμεινε υπόλοιπο το ποσό των €366.434,
  3. Παρά τις συνεχείς προφορικές οχλήσεις της Ενάγουσας για αποπληρωμή του συγκεκριμένου ποσού ουδέν ποσό καταβλήθηκε και για αυτό η Ενάγουσα απέστειλε επιστολή μέσω δικηγόρου στην Εναγόμενη με κοινοποίηση στις Εναγόμενες 2 και
  4. Η ενοικίαση τερματίστηκε με επιστολή ημερομηνίας 24/02/2020 και έκτοτε η Εναγόμενη 1 επεμβαίνει παράνομα στο υποστατικό. Καταλήγει, ο Ομνύοντας, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για χορήγηση των αιτούμενων θεραπειών αφού υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ότι υπάρχουν πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής όσον αφορά τη παράνομη επέμβαση της Εναγόμενης 1 στο υποστατικό. Η παραμονή της Εναγόμενης 1 στο υποστατικό είναι η εισήγησή του ότι παραβιάζει το αναφαίρετο δικαίωμα της Ενάγουσας στην ιδιοκτησία επί του υποστατικού το οποίο δικαίωμα προστατεύεται από το Σύνταγμα και από την ΕΣΔΑ. Υποστηρίζει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το διάταγμα γιατί η οποιαδήποτε αποζημίωση δεν μπορεί να αποκαταστήσει τη βλάβη που προκαλείται στην Ενάγουσα από τη μη χρήση, κάρπωση και εν γένει απόλαυση του υποστατικού. Είναι η θέση του Ομνύοντα ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ότι υπάρχουν πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής σε σχέση με τα μη πληρωθέντα ενοίκια για αυτό και είναι αναγκαίο όπως δεσμευτούν ή/και παγοποιηθούν τα περιουσιακά στοιχεία των Εναγομένων 1 , 2 και 3 στο ύψος της απαίτησης της Ενάγουσας αφού υπάρχει σοβαρός κίνδυνος αποξένωσής τους ή/και επιβάρυνσης τους ή/και μεταβίβασής τους. Η μη έκδοση των διαταγμάτων θα καταστήσει εξαιρετικά δύσκολη ή/και αδύνατη την πλήρη απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Προς υποστήριξη των συγκεκριμένων ισχυρισμών ο Ομνύοντας κατέθεσε αριθμό τεκμηρίων. Δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο για επίδοση της συγκεκριμένης μονομερούς αίτησης, η οποία αντιμετωπίστηκε με την καταχώρηση Ένστασης από τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 - Καθ' ων η Αίτηση η οποία στηρίχθηκε στα άρθρα 2-9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στη Δ.39 θ.θ 1, 2 και 5, Δ.48 θ.1-11 και στη Δ.64 θ.θ 1 και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στα άρθρα 29, 30, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στα άρθρα 2, 3, 4 και 11 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, στις αρχές του κοινοδικαίου και της επιείκιας, τη νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Κατεγράφησαν
(22)λόγοι ενστάσεως, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν σε συντομία ως ακολούθως: Ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 γιατί τα γεγονότα δεν συνηγορούν υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 4 και 5 του Κεφ. 6, ότι η Ένορκος Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση περιέχει γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, ότι δεν δίνεται μαρτυρία με αναγκαία λεπτομέρεια με τρόπο που να καταδεικνύεται ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, ότι δεν καταδεικνύεται ότι με την μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, ότι ο Ενόρκως Δηλών αναφέρει ψευδείς και παραπλανητικούς ισχυρισμούς και δεν προσέρχεται με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο γιατί έχει αποκρύψει γεγονότα, τα οποία είναι ιδιαίτερα σημαντικά, ότι παρέλειψε να αποκαλύψει πλήρως και με ειλικρίνεια όλα τα ουσιώδη γεγονότα, ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα προκαταβάλει την έκβαση της υπόθεσης επι της ουσίας, ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα ανατρέψει τη διατήρηση του status quo ante, ότι δεν αποδεικνύεται ότι υπάρχει κίνδυνος αποξένωσης της περιουσίας, ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπερ των Καθ' ων η Αίτηση, ότι με την έκδοση των διαταγμάτων παραβιάζονται οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και το Άρθρο 30.3 του Συντάγματος, ότι η ζημιά που θα προκαλέσει η έκδοση των διαταγμάτων θα είναι μεγαλύτερη από τη ζημιά που θα υποστεί η Αιτήτρια αν δεν εκδοθούν τα διατάγματα γιατί δεν μπορεί να επανορθωθεί με τη κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα και ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπει ο Νόμος για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της XXXXX Ιωάννου, Εναγόμενης 3 - Καθ΄ ης η Αίτηση εξουσιοδοτημένης από την Καθ' ης η Αίτηση 1 στη κατάρτιση της Ένορκης Δήλωσης. Παραδέχεται, η Ομνύουσα, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η Αιτήτρια ήταν ιδιοκτήτρια ακίνητης ιδιοκτησίας επί της Λεωφόρου Σταυρού 16 και ότι υπήρχε σύμβαση ενοικίασης του ακινήτου μεταξύ της Ενάγουσας - Αιτήτριας και της Εναγόμενης 1 - Καθ΄ ης η Αίτηση η οποία είχε λήξει. Διευκρινίζει όμως ότι ουδέποτε η Καθ' ης η Αίτηση 1 έδωσε στην Αιτήτρια οποιαδήποτε γραπτή ειδοποίηση για την πρόθεσή της να ανανεώσει την ενοικίαση η οποία έληγε στις 31/10/2013 και ότι η Καθ' ης η Αίτηση 1 συνέχισε να κατέχει το υποστατικό και να πληρώνει το ενοίκιο χωρίς να βρίσκεται σε ισχύ το Ενοικιαστήριο Έγγραφο ημερομηνίας 19/10/
  1. Είχε συμφωνηθεί όπως από την 01/11/2012 το μηνιαίο ενοίκιο για το υποστατικό μειωθεί στο ποσό των €4.500,00 μέχρις ότου βελτιωθούν τα οικονομικά δεδομένα της Καθ' ης η Αίτηση 1, όμως ουδέποτε είχε υπογραφτεί οποιοδήποτε Συμφωνητικό Έγγραφο και το επισυναπτόμενο Τεκμήριο 5 η ίδια πρώτη φορά το έβλεπε. Ουδέποτε συμφωνήθηκε μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ' ης η Αίτηση 1 ότι η μείωση του ενοικίου από €7.000,00 σε €4.500,00 μηνιαίως θα διαρκούσε μέχρι την 31/12/2013 αλλά αντίθετα το ενοίκιο που ίσχυε ήταν €4.500,00 μηνιαίως. Υποστηρίζει, η Ομνύουσα, ότι ουδέποτε είχε σταλεί η επιστολή ημερομηνίας 21/11/2015, το Τεκμήριο 6 και ουδέποτε αναφέρθηκε από τον Ομνύοντα ή από οποιοδήποτε άλλο ότι σε σχέση με το μηνιαίο ενοίκιο του υποστατικού θα ισχύουν οι όροι του Ενοικιαστηρίου Εγγράφου ημερ. 19/10/
  2. Κατασκευάστηκε, το Τεκμήριο 6, είναι η εισήγηση, με μόνο σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Επισυνάπτει φωτογραφία μηνύματος συνομιλίας της ίδιας και του Ομνύοντα, Τεκμήριο Α, με την οποία κατά τη δική της άποψη αποδεικνύεται ότι το συνολικό ετήσιο ενοίκιο του υποστατικού για το έτος 2016 και 2017 ήταν €54.000,00 για έκαστο έτος, δηλαδή €4.500,00 μηνιαίως. Προωθεί τη θέση ότι είχαν λάβει γνώση ότι η Αιτήτρια επιθυμούσε την καταβολή ψηλότερου ενοικίου στις 27/01/2020 που τους γνωστοποιήθηκε με επιστολή ημερομηνίας 27/01/2020, ότι οφείλουν το ποσό των €419.834,
  3. Ισχυρίζεται ότι η Καθ' ης η Αίτηση 1 σε διάφορες ημερομηνίες εξεδιδε και παρέδιδε στην Αιτήτρια μεταχρονολογημένες επιταγές προς πληρωμή του ποσού των €54.000,00 και σε κάποιες περιπτώσεις για μικρότερα ποσά από τις €4.500,
  4. Αυτή η συμφωνία είχε γίνει με τον κ. Σωτηρόπουλο και η συγκεκριμένη πρακτική ακολουθείτο από το
  5. Είναι η θέση της ότι για το έτος 2016 καταβλήθηκε το συνολικό ποσό των €27.600,00, για το έτος 2017 καταβλήθηκε το ποσό των €56.030,00, για το έτος 2018 το ποσό των €57.725,00 και για το έτος 2019 το ποσό των €16.800,
  6. Συνολικά καταβλήθηκε το ποσό των €153.155,00 και όχι €53.400,00 όπως ισχυρίζεται η Αιτήτρια Εταιρεία. Σε σχέση με τις ανακληθείσες επιταγές, που αφορούσαν το έτος 2017, παραδόθηκαν στον κ. Σωτηρόπουλο άλλες προς αντικατάστασή τους, πλην, όμως, ουδέποτε επιστράφηκαν, οι ανακληθείσες. Τα Τεκμήρια Β και Γ είναι χειρόγραφες σημειώσεις της ίδιας στις οποίες αναφέρονται οι ημερομηνίες κατάθεσης των επιταγών που αντικαταστάθηκαν και οι ημερομηνίες εξαργύρωσής τους. Καταλήγει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 ή των άρθρων 4 και 5 του Κεφ. 6, ότι δεν υπάρχουν πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής αφού δεν απέδειξε η Αιτήτρια Εταιρεία ότι οφείλεται, ως ενοίκια του υποστατικού, το ποσό που αξιώνεται με την αγωγή, ότι δεν είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα διατάγματα και ότι δεν συντρέχει το επείγον έκδοσης των διαταγμάτων. Καταληκτικά, αναφέρει ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την αγωγή γιατί η Καθ΄ης η Αίτηση 1 είναι θέσμια ενοικιαστής αφού μετά τη λήξη του ενοικιαστηρίου εγγράφου στις 31/10/2013 η Καθ' ης η Αίτηση 1 συνέχισε να κατέχει το υποστατικό και να καταβάλλει ενοίκιο μέχρι και σήμερα χωρίς να υπάρχει εν ισχύ ενοικιαστήριο έγγραφο. Κανένας από τους δυο Ομνύοντες δεν αντεξετάστηκε και η ακρόαση της αίτησης προχώρησε με κατάθεση εμπεριστατωμένων και πολύ βοηθητικών για το Δικαστήριο αγορεύσεων. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο των αγορεύσεων και των δυο πλευρών και θα αναφερθεί σε αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων παρέχεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς. Το άρθρο 32 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν, για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα, είναι οι εξής: Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά καθώς επίσης ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Εκτός από το άρθρο 32 του Ν.14/60 η υπο κρίση Αίτηση βασίζεται και στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
  7. Το άρθρο 4 του Κεφ.6 εφαρμόζεται όταν σκοπείται η δέσμευση του αντικειμένου της αγωγής. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231, όταν η περιουσία της οποίας επιζητείται η δέσμευση αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής τότε το άρθρο 4 του Κεφ. 6 μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 253 το γεγονός ότι πληρούνται οι τυπικές απαιτήσεις του άρθρου 4 δεν σημαίνει και ότι το Δικαστήριο εκδίδει το διάταγμα αυτόματα. Η άσκηση της διακριτικής εξουσίας δεν θα πρέπει να παραγνωρίζει και την ποιότητα της αξίωσης η διάγνωση της οποίας δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Βασίζεται, επίσης η Αίτηση και στο άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Κεφ.6 το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον εναγόμενο όπως μη αποξενώσει τόση από την ακίνητη περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη στ' όνομά του όση, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα και τα έξοδα της αγωγής. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που περιέχονται στα άρθρα 4 και 5 του ΚΕΦ.6 δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Απλώς τα συγκεκριμένα άρθρα προβαίνουν σε ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων βλ. Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 396 και ABP Holdings Ltd v. Κιταλίδης κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 692. Επομένως, όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αιτήσεων που βασίζονται και στα δύο άρθρα θα εφαρμόσει τόσο τις γενικές προϋποθέσεις σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν.14/60 αλλά και τα ειδικότερα κριτήρια που τίθενται από τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ.6, στο βαθμό ή μέτρο που αυτά διαφοροποιούνται. Το Δικαστήριο έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές θα εξετάσει κατά πόσον πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις και κατά πόσον δικαιολογείται η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων στην υπο κρίση Αίτηση. Στην υπόθεση T. A. Micrologic Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802 ο έντιμος Δικαστής κ. Νικολάου διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις υποθέσεις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». (Βλ. επίσης Hazelwood Investment & Finance Ltd v. XXX Manuel κ.α. Πολ. Εφ. Ε14/17 και Ε209/17 ημερ. 16/07/19). Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Με την υπό κρίση Αίτηση ουσιαστικά ζητήθηκε τόσο η έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων καθώς και η έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης. H έκδοση παρεμπίπτον απαγορευτικού διατάγματος αποτελεί θεραπεία του δικαίου της επιείκειας. Στην υπόθεση Γιαβρή κ.ά. ν. Πάσιου
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 125, στη σελίδα 134, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η διακριτική ευχέρεια η οποία παρέχεται για την έκδοση ή μη απαγορευτικού διατάγματος, ασκείται δικαστικά με κύριο έρεισμα το σκοπό για τον οποίο επιζητείται η θεραπεία. Εφόσον αντικείμενο του διατάγματος είναι η προστασία έναντι συνεχιζόμενης παραβίασης των δικαιωμάτων του ενάγοντος, η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος αποτελεί το φυσικό επακόλουθο. Μπορεί το δικαστήριο να αρνηθεί την έκδοση διατάγματος, εφόσον άλλης μορφής προστασία γνωστή στο δίκαιο, ως οι αποζημιώσεις, μπορεί να αποκαταστήσει τον ενάγοντα.» Οι αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων που έχουν αναλύσει τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων βάσει του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι πολλές. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, A.B.P. Holdings Ltd ν. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2) (ανωτέρω). Στην τελευταία απόφαση τονίζεται ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιονδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Τα ίδια επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2111 καθώς και πιο πρόσφατα στις αποφάσεις Shiskarev v. Lanuria Ltd Πολ. Εφ. Ε385/16 ημερ. 07/06/18 και Εκδόσεις «ΑΡΚΤΙΝΟΣ» Λτδ ν. Λοιζίδου Πολ. Εφ.Ε 7/18 ημερ. 21/03/19. Στο σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, «Διατάγματα», έκδοση 2016, στη σελίδα 123 του συγγράμματος, κάτω από το τίτλο «Σοβαρό Ζήτημα προς εκδίκαση - η πρώτη προϋπόθεση» αναφέρονται τα ακόλουθα: «Το πρώτο ζήτημα στο οποίο το Δικαστήριο θα στρέψει την προσοχή του, είναι αναφορικά με την νομική πτυχή της υπόθεσης. Αναμένεται να εξετάσει κατά πόσο ο ενάγων έδειξε ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. Στα πλαίσια της εξέτασης του, θα ερευνήσει το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα. Θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα του δεν είναι "επιπόλαιο και ενοχλητικό" και ότι θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα των πράξεων του εναγομένου». Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί σε σχέση με τις πρώτες δυο προϋποθέσεις, των οποίων η αλληλουχία επιτρέπει την από κοινού εξέταση, είναι αν έχουν καταδειχθεί τέτοιες σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων εκ μέρους της Αιτήτριας Εταιρείας ώστε σε συσχετισμό με τη δικογραφία της αίτησης και το αγώγιμο της δικαίωμα να οδηγούν στη διαπίστωση σοβαρού ζητήματος με ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση υπενθυμίζεται ότι, με βάση τη νομολογία, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης της Ενάγουσα - Αιτήτριας. Συγκεκριμένα, με βάση το περιεχόμενο του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος που καταχωρήθηκε από την Ενάγουσα - Αιτήτρια και έχοντας υπόψη τις θεραπείες που επιζητούνται στην παρούσα υπόθεση διαπιστώνω ότι οι ισχυριζόμενες βάσεις αγωγής αφορούν την μη καταβολή οφειλομένων ενοικίων καθώς και την επιστροφή και παράδοση του συγκεκριμένου ενοικιασθέντος υποστατικού στην Ενάγουσα λόγω του κατ΄ ισχυρισμό τερματισμού του ενοικιαστηρίου εγγράφου. Εκείνο το οποίο προκύπτει, με βάση το σύνολο του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και τις αιτούμενες θεραπείες που περιέχονται, είναι ότι αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση που αφορά την κατ' ισχυρισμόν οφειλή της Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση 1 προς την Ενάγουσα - Αιτήτρια για μη καταβληθέντα ενοίκια και την ισχυριζόμενη παράνομη παραμονή της εντός του υποστατικού μετά τον τερματισμό της σύμβασης ενοικίασης. Συνεπώς, η πρώτη προϋπόθεση πληρείται. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό ο ενάγων να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Ο ενάγων πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που να πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίησή του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σε αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις. Όπως υπεδείχθη στην Κωνσταντίνος Λόρδος κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά., Πολ. Έφ. Ε143/2015, ημερ. 23/03/17 «τηρουμένης της αρχής ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, οφείλει πάντως να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία.». Στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 ΑΑΔ 1980, ελέχθη συναφώς ότι, «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.». Η πλευρά της Ενάγουσας - Αιτήτριας, μέσω της ένορκης δήλωσης που κατεχώρησε προς υποστήριξη της Αίτησης, ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη - Καθ΄ης η Αίτηση 1 της οφείλει καθυστερημένα ενοίκια, τα οποία έχουν εγγυηθεί οι Εναγόμενες - Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3, ύψους €366.434,00 γιατί η προφορική συμφωνία μείωσης του ενοικίου, η οποία είχε επιτευχθεί την 01/01/2012 είχε τερματιστεί την 01/01/2016. Από την άλλη, η Εναγόμενη 3 - Καθ΄ης η Αίτηση 3 στην ένορκη δήλωση που κατεχώρησε προς υποστήριξη της Ένστασης των Εναγομένων 1, 2 και 3 ισχυρίζεται ότι δεν έχει τερματιστεί η μείωση του ενοικίου, ήτοι το ενοίκιο συνέχιζε να είναι €4.500,00 μηνιαίως και ότι είχε συνεχιστεί η καταβολή ενοικίου με μεταχρονολογημένες επιταγές για διάφορα ποσά και το ποσό που έχει καταβληθεί από την Εναγόμενη - Καθ΄ ης η Αίτηση 1 δεν είναι αυτό που ισχυρίζεται η Ενάγουσα - Αιτήτρια αλλά είναι μεγαλύτερο. Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο δεν χρειάζεται αλλά ούτε και πρέπει να εξάξει οποιοδήποτε θετικό και/ή δεσμευτικό εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν τα πιο πάνω, απλώς να διαπιστώσει ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 ικανοποιούνται. Αποφεύγεται η κατάληξη σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης εφόσον σε μια τέτοια ενδιάμεση αίτηση τα ζητήματα που εγείρονται δεν αποφασίζονται τελεσίδικα. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά εκεί όπου επιτρέπει τη διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Είναι αρκετό δε ο ενάγων/αιτητής, για στοιχειοθέτηση και των τριών προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/60, να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας η οποία θα χρειασθεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Είναι η κρίση μου, λοιπόν, ότι τα όσα έχει επικαλεστεί η πλευρά της Ενάγουσας - Αιτήτριας στην ένορκη δήλωση του κ. Σωτηρόπουλου που κατατέθηκε προς υποστήριξη της υπό εξέταση αίτησης, με το περιορισμένο βάρος που έχουν για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Θα εξεταστεί στη συνέχεια και το κατά πόσο συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση του πιο πάνω άρθρου, δηλαδή, ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι σε σχέση με την τρίτη προυπόθεση του άρθρου 32
(1)του Ν.14/60 ότι στην προκειμένη περίπτωση με τα ζητούμενα διατάγματα υπό στοιχεία (Β), (Γ), και (Δ) της Αίτησης επιδιώκεται περαιτέρω και η ίδια η εξασφάλιση ενδεχόμενης απόφασης προς όφελος της Ενάγουσας Εταιρείας με τη διαφύλαξη των δυνατοτήτων εκποίησης περιουσίας γενικά. Όπως είναι πάγια νομολογημένο η τρίτη προυπόθεση του άρθρου 32 ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που, ενδεχομένως, ληφθεί εναντίον του. Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής πλήρους δικαιοσύνης επεκτείνεται και στο στάδιο της εκτέλεσης. Αφορά δε την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων προς ικανοποίηση τυχόν μελλοντικής απόφασης υπέρ της Ενάγουσας. Στην υπόθεση Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδης (Αρ. 1)
(1992)1 ΑΑΔ 14 αποσαφήνιστηκε η δυνατότητα έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία που δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής με βάση το άρθρο 32 του Νόμου 14/60. Το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου της μαρτυρίας, υφίσταται βάσιμος κίνδυνος η απόφαση υπέρ της Ενάγουσας να παραμείνει ανικανοποίητη. Οι νομολογιακές αρχές επαναβεβαιώνονται στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Εφ. Ε203/2013, ημερ. 11/09/2019, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Η τρίτη προϋπόθεση που πρέπει να πληρείται, σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, για να δικαιολογείται η έκδοση ενός ενδιάμεσου διατάγματος, αφορά στο κατά πόσο, χωρίς την έκδοση του, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, στον αιτητή, σε μεταγενέστερο στάδιο, στην περίπτωση όπου αυτή, επιτύχει στις αξιώσεις του. Στην Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 ΑΑΔ 1245 αναφέρθηκε ότι «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». (Βλ. επίσης Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231). Η πιο πάνω αντίκριση επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 A.A.Δ. 1848. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317, «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Η πιο πάνω νομολογία σαφώς προσδιορίζει ότι η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την υποκατάσταση της υλικής ζημιάς. Θα πρέπει, συνεπώς, να λαμβάνονται υπόψη και άλλα στοιχεία, περιλαμβανομένης της προστασίας των δικαιωμάτων των αιτητών. Το θέμα αυτό, βεβαίως, δεν εξετάζεται αορίστως, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το περιεχόμενο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου και συμπεριλαμβάνονται μέσα στην ένορκη δήλωση, επί του προκειμένου, των εφεσειόντων.». Αυτό που επιζητεί η Ενάγουσα - Αιτήτρια είναι η καταβολή των, κατά τον ισχυρισμό της, οφειλόμενων ενοικίων καθώς και η παράδοση ή/και επιστροφή του υποστατικού από το οποίο η Εναγόμενη 1 - Καθ΄ης η Αίτηση 1 διεξαγάγει τις εργασίες της. Εξάγεται από τα πιο πάνω ότι η παρούσα υπόθεση επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων και ότι δεν είναι αδύνατος ο υπολογισμός των εφόσον επιτύχει η Αιτήτρια στην υπόθεσή της. Βάσει των οικονομικών στοιχείων που παρουσίασε η Εναγόμενη 3 - Καθ' ης η Αίτηση 3, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από την Ενάγουσα - Αιτήτρια, εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι δεν υπάρχει κίνδυνος μη απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη ότι πρόκειται για οικονομική διαφορά καθώς και το γεγονός ότι δεν αντεξετάστηκε η Ομνύουσα- Καθ΄ης η Αίτηση 3 σε σχέση με τους ισχυρισμούς της που αφορούσαν την αντικατάσταση επιταγών αλλά και τη συνέχιση καταβολής ενοικίου. Η έλλειψη αντεξέτασης, σύμφωνα με τη νομολογία αφήνει το συγκεκριμένο ισχυρισμό αναντίλεκτο, ήτοι στην υπό κρίση περίπτωση ότι οφείλεται κάποιο ποσό το οποίο μπορεί να μην είναι αυτό που ισχυρίζεται η Αιτήτρια. Συνεπώς, καταλήγω ότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση αφού δεν έχει διαφανεί ότι είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη κατά την έκδοση της απόφασης. Το θέμα που απομένει για απόφαση από το Δικαστήριο είναι το θέμα του ισοζυγίου της ευχέρειας κατά πόσο, δηλαδή, είναι δίκαιο ή κατάλληλο υπό τις περιστάσεις να εκδοθούν τα διατάγματα. Το απαιτούμενο «ισοζύγιο της ευχέρειας» σχετίζεται με το καθήκον του Δικαστηρίου να σταθμίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει για τον ενάγοντα ή τον εναγόμενο αναλόγως αν φανεί ότι η ενδιάμεση απόφαση είναι εσφαλμένη και να υιοθετήσει εκείνη τη πορείας η οποία φαίνεται νε έχει λιγότερους κινδύνους αδικίας. Οι φόβοι που έχει καταγράψει η Ενάγουσα - Αιτήτρια στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση είναι γενικοί, δεν είναι εύλογοι και δεν θεμελιώνεται η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης, η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ της. Βλ. Phasarias (Auto Centre) Ltd ν. Σκυρ. «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ.
  1. Αυτό εξετάζεται με βάση το ισοζύγιο των αναγκών της δικαιοσύνης, όπως χαρακτηρίστηκε στην πρόσφατη απόφαση Αντώνης και Φουλής Μιχαήλ Λιμιτεδ ν. Ιωαννίδη Πολ. Εφ. Ε44/14 ημερ. 16/07/
  2. Όπως συνοψίζεται στην επίσης πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. Λοϊζίδου Πολ. Εφ. 7/18 ημερ. 21/03/19: «Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Όπως είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο (Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1(B) AΑΔ 1237, το Εφετείο δεν επεμβαίνει στον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας πρωτόδικου Δικαστηρίου προς έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, εκτός εάν διαπιστώσει ότι ασκήθηκε έξω από κάθε πλαίσιο αρχών που η νομολογία αναγνωρίζει, υπό το φως πάντα των ιδιαίτερων γεγονότων που περιβάλλουν την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση. ». Στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι το ισοζύγιο των αναγκών της δικαιοσύνης κλίνει υπέρ των Καθ΄ων η Αίτηση αφού η ανάγκη προστασίας της Ενάγουσας - Αιτήτριας πρέπει να σταθμίζεται προς την αντίστοιχη ανάγκη των Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση για διαφύλαξη του εργασιακού της χώρου. Συνεπώς, πρέπει να εξετασθεί η επίδραση που ενδεχομένως θα είχε τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων στα συμφέροντα των δύο πλευρών. Ένας σημαντικός παράγων είναι η έκταση κατά την οποία τα μειονεκτήματα του κάθε μέρους θα είναι αδύνατο να αποζημιωθούν με αποζημιώσεις. Έχοντας υπόψη τη φύση της παρούσας υπόθεσης δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφώς υπέρ των Καθ ων η Αίτηση - Εναγόμενων 1, 2 και 3 αφού ζητείται η εκδίωξή τους από το υποστατικό που ασκούν την επιχείρησή τους για 10 και πλέον χρόνια και έχουν δημιουργήσει ένα κύκλο εργασιών. Σε περίπτωση που εκδοθούν τα εν λόγω διατάγματα και η Ενάγουσα πετύχει στην αγωγή της εναντίον των Εναγομένων υπάρχει δεν αποδείχθηκε ότι υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να μην μπορεί να γίνει πλήρης αποκατάσταση των δικαιωμάτων της Ενάγουσας. Ενώ από την άλλη, φαίνεται να προκύπτει σοβαρός δυσμενής επηρεασμός σε βάρος των Εναγομένων στην περίπτωση που τα συγκεκριμένα διατάγματα εκδοθούν. Εν πάση δε περιπτώσει, η Ενάγουσα Εταιρεία δεν αναφέρει στην ένορκη δήλωσή της οτιδήποτε ως προς το ενδεχόμενο πρόκλησης οποιασδήποτε ζημιάς στην περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα της υπό κρίση Αίτησης Διατάγματα. Σημειώνεται ότι συνεχίζει να εισπράττει ενοίκια. Αφού εξέτασα ενδελεχώς τις αντίστοιχες θέσεις των δυο πλευρών από το σύνολο των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον μου, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί αυτή η προϋπόθεση. Η προϋπόθεση αυτή στην ουσία σχετίζεται με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων κάτω από το φως των γεγονότων της υπόθεσης. Είναι δε νομολογημένο ότι εάν η επιδίκαση αποζημιώσεων στους αιτητές στο τελικό στάδιο, ανάλογα βέβαια πάντοτε με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους τότε η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Σύμφωνα με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης η Αιτήτρια θα μπορεί να ικανοποιηθεί χρηματικά αν πετύχει στην αγωγή της όσο αφορά την επιδίκαση αποζημιώσεων καθώς και την επιστροφή του ακινήτου της. Κρίνω ότι η ταλαιπωρία που θα υποστούν οι Εναγόμενοι - Καθ' ων η αίτηση από την έκδοση των συγκεκριμένων διαταγμάτων, είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή που θα υποστεί η Ενάγουσα-Αιτήτρια από την μη έκδοση των συγκεκριμένων διαταγμάτων. Σε σχέση με τον ισχυρισμό των Εναγομένων - Καθ ων η Αίτηση 1, 2 και 3 για έλλειψη δικαιοδοσίας επισημαίνεται ότι δεν μπορεί να εξεταστεί σε αυτό το στάδιο αφού διέπεται από το γεγονός κατά πόσο υπήρχε εν ισχύ ενοικιαστήριο έγγραφο. Αυτός ο ισχυρισμός δεν έχει αποφασιστεί και συνιστά ένα από τα επίδικα θέματα τα οποία θα πρέπει να απασχολήσουν κατά την εκδίακαση της υπόθεσης. Υπό τις περιστάσεις και με δεδομένο ότι δεν έχω ικανοποιηθεί από την Ενάγουσα - Αιτήτρια ότι συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960, θα ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια και θα απορρίψω την αίτηση. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας - Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία όμως θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.)................ Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.