Αναφορικά με την Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων ΛΤΔ ν. Γεωργίου κ.α., Αρ. Αίτησης: 530/09, 4/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A605 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 530/09 Μεταξύ: Αναφορικά με τον Περί Συνεργατικών Εταιριών Νόμο 22/85 άρθρο 52 (2β), τους Τροποποιητικούς αυτού Νόμους και το Κεφ.4 άρθρο 21 -και- Αναφορικά με την Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων ΛΤΔ, Αιτήτρια -και- Αναφορικά με τους:
- XXXXX Γεωργίου
- XXXXX X'Κωνσταντίνου
- XXXXX Ανδρέου Καθ' ων η Αίτηση --------------------- Αίτηση υπό XXXXX Ανδρέου, ημερομηνίας 3.3.2020, για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης Ημερομηνία: 04.12.2020 Εμφανίσεις: Για Εγγυητή - Αιτητή : κα Πελαβά για Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ. Για πιστωτή- Καθ' ης η αίτηση: κα Γιασουμή για Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αίτηση της ημερομηνίας 3.3.2020, με την οποία ο Αιτητής εξαιτείται ως ακολούθως: Α. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να αναστέλλεται η εκτέλεση της απόφασης ημερομηνίας 2/12/2009 που εκδόθηκε εναντίον του καθ' ου η αίτηση 3 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση με σκοπό την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης ημερ. 1.4.2008, η οποία να συμπεριλαμβάνει κατάσχεση και πώληση κινητής περιουσίας, πώληση ακίνητης περιουσίας και πτώχευση, καθότι ο Καθ' ου η Αίτηση 1 ως πρωτοφειλέτης έχει εκ πρώτης όψεως την οικονομική δυνατότητα και/ή περιουσία που ικανοποιεί την εξ αποφάσεως οφειλή που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 1,2,3, 8, 9, 10
(1)(γ) και (δ) και 13 του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003 (Ν. 197 (Ι)/2003) όπως τροποποιήθηκε, στα άρθρα 13, 14, 16-21 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στο άρθρο 23 του Συντάγματος, στη Δ.48 ΘΘ 1,2, 3, 4
(2), 8, 9 Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη νομολογία των Δικαστηρίων, τις συμφυείς εξουσίες και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ίδιου του Αιτητή. Σε αυτήν αναφέρεται στην έκδοση της διαιτητικής απόφασης και στην εγγραφή της για σκοπούς εκτέλεσης στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Επίσης, εκφράζει τη θέση ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα και/ή περιουσία που ικανοποιεί το εξ αποφάσεως χρέος. Ο ίδιος προσδιορίζει ότι ο πρωτοφειλέτης κατέχει περιουσία που έχει υποθηκευθεί προς όφελος του εξ αποφάσεως πιστωτή. Προς τούτο επισύναψε ως Τεκμήρια 5 και 6 επί της δήλωσής σχετικά πιστοποιητικά εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας της ακίνητης περιουσίας του πρωτοφειλέτη. Επιπλέον, επισύναψε ως Τεκμήριο 7 σχετική έκθεση εκτίμησης αναφορικά με την αξία της υποθηκευμένης ακίνητης περιουσίας του πρωτοφειλέτη. Η Καθ΄ ης η αίτηση στις 11.6.2020, καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης. Οι λόγοι ένστασης παρατίθενται αυτούσιοι κατωτέρω.
- Η καταχωρηθείσα αίτηση ημερομηνίας 3.3.2020 είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και/ή δεν πληρούνται οι απαραίτητες από τον Νόμο και/ή Νομολογία προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή την έγκριση των επιδιωκόμενων θεραπειών.
- Δεν συντρέχουν οι νομικές και/ή πραγματικές προϋποθέσεις και/ή κριτήρια για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Η προσκομισθείσα από τον Καθ' ου η Αίτηση 3 μαρτυρία δεν συνοδεύεται από οποιαδήποτε και/ή από ικανοποιητικά αποδεικτικά στοιχεία που να αποκαλύπτουν και/ή να επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς του και/ή δεν είναι αρκετή για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Οι ισχυρισμοί του Καθ' ου η Αίτηση 3, είναι αβάσιμοι και/ή γενικοί και/ή αόριστοι και/ή παραπλανητικοί και/ή εκ δευτέρας σκέψης γενόμενοι και/ή προβλήθηκαν με μοναδικό σκοπό τη παρακώλυση της διαδικασίας και/ή για να επηρεάσουν δυσμενώς και/ή δυσκολέψουν και/ή καθυστερήσουν τη δίκαιη έκβαση της υπόθεσης.
- Η Αιτήτρια έχει λάβει όλα τα αναγκαία και εύλογα μέτρα για να προχωρήσει σε εκτέλεση της απόφασης εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση.
- Ο πρωτοφειλέτης/Καθ' ου η Αίτηση 1 δεν έχει την οικονομική δυνατότητα και/ή περιουσία η οποία να είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή.
- Η υποθηκευμένη ακίνητη ιδιοκτησία του πρωτοφειλέτη προς όφελος της Αιτήτριας, παρά τις προσπάθειες της Αιτήτριας δεν έχει ακόμα εκποιηθεί δυνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου και/ή η αξία των ενυπόθηκων ακινήτων είναι πολύ μικρότερη από το εξ' αποφάσεως χρέος.
- Δεν είναι δίκαιο και ορθό και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και/ή η Αιτήτρια δικαιούται να προβαίνει στα απαραίτητα νομικά μέτρα για είσπραξη του εξ' αποφάσεως χρέους εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση. H ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Ανδρέου, υπαλλήλου στην Καθ΄ ης η αίτηση. Ο ομνύων αναφέρει ότι ο πρωτοφειλέτης δεν διατηρεί άλλη ακίνητη περιουσία πέραν των υποθηκευμένων ακινήτων. Περαιτέρω, ο ομνύων αναφέρεται στο εξ αποφάσεως χρέος. Ο μάρτυρας αναφέρεται τόσο στο αρχικό ποσό που αφορούσε η διαιτητική απόφαση που ενεγράφη στο Πρωτοκολλητείο για σκοπούς εκτέλεσης όσο και στο σημερινό υπόλοιπο του επίδικου χρέους. Κατέθεσε σχετικά ως Τεκμήριο 2 στη δήλωσή του σχετική κατάσταση λογαριασμού. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 2 ο λογαριασμός του εξ αποφάσεως χρέους το οποίο αφορά η εγγύηση του Αιτητή, στις 31.12.2019, ανερχόταν στο ποσό των €51.159,
- Επιπρόσθετα, ο ομνύων αναφέρθηκε στο σύνολο των χρεών του πρωτοφειλέτη και στα διαφορά μέτρα εκτέλεσης που λήφθησαν προς εξόφληση άλλων χρεών του πρωτοφειλέτη. Διαδικασία - Γεγονότα Σημειώνεται ότι η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ένορκων δηλώσεων, αφού κανένας εκ των διαδίκων δεν ζήτησε αντεξέταση και οι δύο πλευρές ανέπτυξαν μέσω γραπτών αγορεύσεων την επιχειρηματολογία τους. Συνεπώς, για όσα γεγονότα δεν εμφαίνονται από τον φάκελο της διαδικασίας, το Δικαστήριο θα βασισθεί στις κατατεθειμένες ένορκες δηλώσεις, λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης εκάστης πλευράς και της παράλειψης αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ 1453, Iacovou brothers (constructions) Ltd v Fashionwise ltd
(2000)1Β ΑΑΔ 1377, Thinking Steel International BV ν. Caramondani Bros Public Co Ltd,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1460 και Α. Messios & Sons Ltd κ.ά v. Ανδρέας Λεωνίδα
(2010)1 ΑΑΔ
- Μέσα από τα στοιχεία του φακέλου και τις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις προκύπτει, ως κοινός τόπος μεταξύ των διαδίκων, ότι ο Αιτητής ήταν εγγυητής στο δάνειο που συνήψε ο πρωτοφειλέτης, Σταύρος Γεωργίου. Για το εν λόγω δάνειο εκδόθηκε διαιτητική απόφαση, η οποία ενεγράφη για σκοπούς εκτέλεσης στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στις 2.12.
- Η μόνη ακίνητη περιουσία του πρωτοφειλέτη είναι η περιουσία που αποτελεί το αντικείμενο της Υποθήκης XXXXX/2006, η οποία είναι εγγεγραμμένη προς όφελος της Καθ' ης η αίτηση. Επιπλέον, μέσα από τις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις προκύπτουν ως μη αμφισβητούμενα γεγονότα το ότι η αγοραία αξία της υποθηκευμένης περιουσίας ανέρχεται στο ποσό των €23.500 και ότι το εξ αποφάσεως χρέος στις 31.12.2019, ανερχόταν στο ποσό των €51.159,
- Νομική πτυχή Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στα άρθρα 9 και 10 του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003 (Ν. 197(Ι)/2003), ως έχει τροποποιηθεί. Συγκεκριμένα το άρθρο 9 χορηγεί την εξουσία στο δικαστήριο να διατάξει, καθ' όσον αφορά τον εγγυητή, αναστολή της εκτέλεσης δικαστικής απόφασης εναντίον του ως ακολούθως : « στην έκταση που αφορά κατάσχεση και πώληση κινητής ιδιοκτησίας του ή πώληση ή επιβάρυνση (memo) της ακίνητης ιδιοκτησίας του ή αίτηση καταβολής μηνιαίων δόσεων όπως προβλέπεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο ή αίτηση έκδοσης διατάγματος παραλαβής όπως προβλέπεται στον περί Πτώχευσης Νόμο.» Επιπρόσθετα το άρθρο 10 του ίδιου Νόμου καθορίζει τις προϋποθέσεις έκδοσης τέτοιου διατάγματος. Συγκεκριμένα το άρθρο 10, στον βαθμό που αφορά τα επίδικα στην παρούσα, διαλαμβάνει τα ακόλουθα : « Δικαστήριο διατάσσει δυνάμει του άρθρου 9, όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο και ορθό, την αναστολή της εκτέλεσης απόφασης καθ' όσον αφορά τον εγγυητή, και ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η οφειλή, στις πιο κάτω περιπτώσεις : (γ) όταν υποβληθεί από τον εγγυητή αίτηση για αναστολή οποτεδήποτε μετά την έκδοση απόφασης και το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία που εκ πρώτης όψεως είναι τέτοιας αξίας ώστε να είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή, που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης: ................................. (δ) σε περίπτωση που υπάρχει υποθήκη επί ακινήτου ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη που δεν έχει εκποιηθεί: Νοείται ότι διάταγμα που δίδεται γι' αυτό το λόγο παύει να έχει ισχύ, εάν μετά την εκποίηση της υποθήκης, παραμένει οποιοδήποτε μέρος του χρέους ανεξόφλητο: Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που υπάρχει υποθήκη επί ακινήτου ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη, η οποία δεν έχει εκποιηθεί δυνάμει των διατάξεων του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου, ο πιστωτής δεν δύναται να αιτηθεί την εκποίηση υποθηκευμένης ακίνητης ιδιοκτησίας του εγγυητή, η οποία έχει υποθηκευτεί προς όφελος πιστωτικής διευκόλυνσης του πρωτοφειλέτη είτε μέσω δικαστικής διαδικασίας, είτε με καταχώριση αίτησης στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για εκποίηση υποθηκευμένης ακίνητης περιουσίας του εγγυητή προς όφελος πιστωτικής διευκόλυνσης του πρωτοφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου.» Είναι προφανές από το λεκτικό του άρθρου 10 ότι η εξουσία έκδοσης διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται όταν διαφανεί ότι είναι δίκαιο και ορθό να χορηγηθεί αναστολή εκτέλεσης της απόφασης. Θεμελιακή, ως προς το εύρος και πεδίο εφαρμογής των άρθρων 10
(1)γ και δ του Νόμου, είναι η απόφαση Λύρα ν. Alpha Bank Ltd ECLI:CY:AD:2015:A288, Πολιτική Έφεση 186/2010, ημερομηνίας 18.4.2015. Στην πιο πάνω υπόθεση υποδείχθηκε ότι τα άρθρα 10
(1)(γ) και (δ) του Νόμου θεσπίζουν δυο διακριτές περιπτώσεις που μπορεί να χορηγηθεί αναστολή. Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι ο Νόμος, με τις υποπαραγράφους (γ) και (δ) του άρθρου 10
(1)ανωτέρω, θεσπίζει δυο διακριτές περιπτώσεις που το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει αναστολή. Συγκεκριμένα στην περίπτωση του άρθρου 10
(1)(γ) θα πρέπει να καταδειχθεί ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία που εκ πρώτης όψεως είναι τέτοιας αξίας ώστε να είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την εξ αποφάσεως οφειλή, που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης. Στην δε περίπτωση του 10
(1)(δ) θα πρέπει να υπάρχει υποθήκη επί ακινήτου ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη που δεν έχει εκποιηθεί. Σε εκάστη περίπτωση το Δικαστήριο σταθμίζει το κατά πόσο είναι δίκαιο και ορθό να χορηγηθεί αναστολή εκτέλεσης της απόφασης. Στην υπό κρίση υπόθεση, τόσο από το αιτητικό της αίτησης όσο και από το σύνολο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, προκύπτει ότι ο Αιτητής, στην παρούσα, επικέντρωσε την αίτησή του στην περίπτωση του άρθρου 10
(1)(γ), η οποία απαιτεί κατάδειξη οικονομικής δυνατότητας ή περιουσία που να καλύπτει εκ πρώτης όψεως την εξ αποφάσεως οφειλή. Μέσα από την ένορκη δήλωση του Αιτητή προκύπτει ότι αυτός εντάσσει την αναφορά του περί της ύπαρξη υποθήκης στο πλαίσιο του ισχυρισμού περί ύπαρξης περιουσίας η οποία καλύπτει την επίδικη οφειλή. Έχοντας υπόψη το λεκτικό της αίτησης η συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση εισηγήθηκε ότι η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να εξετασθεί υπό το πρίσμα του άρθρου 10
(1)(γ) του Νόμου. Επιπλέον εισηγήθηκε, με παραπομπή στην απόφαση Λύρα (ανωτέρω) ότι τα ενυπόθηκα ακίνητα δεν εμπίπτουν στην έννοια της περιουσίας για σκοπούς του άρθρου 10
(1)(γ) του Νόμου. Στη βάση των πιο πάνω εισηγήθηκε ότι η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Το επιχείρημα ότι δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη τα ενυπόθηκα ακίνητα για σκοπούς εξέτασης της περίπτωσης του άρθρου 10
(1)(γ) του Νόμου παραγνωρίζει το ότι μετά την έκδοση της απόφασης Λύρα (ανωτέρω) το εν λόγω άρθρο τροποποιήθηκε. Συγκεκριμένα με τον Νόμο 58(Ι)/2015, με ημερομηνία δημοσίευσης την 7η.5.2015, προστέθηκε η ακόλουθη επιφύλαξη στο άρθρο 10
(1)γ: « Νοείται έτι περαιτέρω ότι, για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, το δικαστήριο δύναται να ικανοποιηθεί με βάση την ενώπιόν του μαρτυρία ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή που αποτελεί το αντικείμενο σύμβασης εγγύησης, εάν ο πιστωτής δεν αποδείξει- (i) ότι έχει λάβει ειδοποίηση από δικαστικό επιδότη ότι ο πρωτοφειλέτης δεν έχει κινητή περιουσία· ή (ίί) σε περίπτωση που ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο, ότι έχει εκδοθεί διάταγμα παραλαβής ή διάταγμα πτώχευσης εναντίον του πρωτοφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Πτώχευσης Νόμου· ή (ίίi) σε περίπτωση που ο πρωτοφειλέτης είναι εταιρεία, ότι έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας δυνάμει των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου· ή (ίν) σε περίπτωση που έχει εκδοθεί διάταγμα πληρωμής του χρέους με μηνιαίες δόσεις εναντίον του πρωτοφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, ότι έχει εκδοθεί διάταγμα παράβασης του σχετικού διατάγματος μηνιαίων δόσεων· ή (ν) σε περίπτωση που εξακολουθεί να υφίσταται οποιαδήποτε υποθηκευμένη ακίνητη ιδιοκτησία του πρωτοφειλέτη προς όφελος του πιστωτή, ότι αυτή δεν έχει ακόμα εκποιηθεί δυνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου.»(υπογράμμιση δική μου) Αναδύεται, λοιπόν, η ανάγκη να εξεταστεί το κατά πόσο, υπό το πρίσμα του τροποποιημένου άρθρου 10
(1)(γ), μπορεί να ληφθεί υπόψη η τυχόν υποθηκευμένη περιουσία κατά την αξιολόγηση του εάν ο πρωτοφειλέτης, εκ πρώτης όψεως, έχει την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή. Στο σημείο αυτό υπενθυμίζεται ότι, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Φυσεντζίδη ν. K & C Snooker & Pool Entertainment, ECLI:CY:AD:2019:D487, Πολιτική Έφεση 30/19, ημερομηνίας 1.6.2019, τεκμαίρεται πως οι λέξεις δεν χρησιμοποιούνται στους νόμους χωρίς κάποιο νόημα και δεν είναι ταυτολογικές ή περιττές. Πρέπει, εάν είναι δυνατό, να αποδίδεται σημασία σε όλες τις λέξεις που χρησιμοποιούνται γιατί θεωρείται ότι ο νομοθέτης δεν σπαταλά τις λέξεις του, ούτε αναφέρει κάτι μάταια. Έτσι το Δικαστήριο, παρά το ότι έχει κριθεί πως οι υποπαράγραφοι (γ) και (δ) του άρθρου 10
(1)του Νόμου θεσπίζουν δυο διακριτές περιπτώσεις, οφείλει να αποδώσει νόημα στην φράση «οποιαδήποτε υποθηκευμένη περιουσία» στην επιφύλαξη (ν) της υποπαραγράφου (γ). Προκύπτει, συνεπώς, ότι μετά την τροποποίηση του Νόμου το Δικαστήριο, όταν εξετάζει την περίπτωση του εδαφίου (γ) του Νόμου, μπορεί να λάβει υπόψη τυχόν μη εκποίηση οποιασδήποτε υποθηκευμένης περιουσίας. Επομένως, μπορεί να λεχθεί ότι το Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη το γεγονός ότι δεν έχει εκποιηθεί η υποθηκευμένη περιουσία και ακολούθως να αξιολογήσει το κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Συνεπώς, το σχετικό επιχείρημα της συνηγόρου της Καθ' ης αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Στην υπό κρίση υπόθεση η όλη επιχειρηματολογία του Αιτητή ήταν ότι η υποθηκευμένη περιουσία του πρωτοφειλέτη επαρκεί εκ πρώτης όψεως για να ικανοποιήσει το εξ αποφάσεως χρέος. Προς τούτο προσκόμισε έκθεση εκτίμησης της ενυπόθηκης περιουσίας. Σύμφωνα με την έκθεση εκτίμησης η συνολική αγοραία αξία της υποθηκευμένης περιουσίας ανέρχεται στο ποσό των €23.
- Όμως σύμφωνα με τον ομνύοντα για το πιστωτικό ίδρυμα το συνολικό εξ αποφάσεως χρέος στις 31.12.2019 ανερχόταν στο ποσό των €51.159,
- Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη την αξία της υποθηκευμένης περιουσίας και το σύνολο του εξ αποφάσεως χρέους, δεν μπορώ να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι η μη εκποίηση της υποθηκευμένης περιουσίας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο πρωτοφειλέτης έχει εκ πρώτης όψεως την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή, αφού το ύψους του χρέους είναι υπερδιπλάσιο της αξίας της υποθηκευμένης περιουσίας. Ακόμα, όμως, και να ικανοποιούμουν ότι υπήρχε αυτή η δυνατότητα, δεν θα έκρινα ότι ήταν ορθό και δίκαιο να χορηγηθεί διάταγμα αναστολής. Ως προς τη στάθμιση του κατά πόσο είναι δίκαιο και ορθό να εκδοθεί διάταγμα αναστολής, διαφωτιστική είναι η απόφαση Λύρα ( ανωτέρω), όπου εξηγήθηκε ο σκοπός του Νόμου και λέχθηκαν τα ακόλουθα: « Σκοπός του νομοθέτη κατά τη θέσπιση του Νόμου και ιδιαίτερα των προνοιών του άρθρου 10
(1)(δ), που εδώ μας ενδιαφέρει, δεν ήταν να διαιωνίζει μια κατάσταση πραγμάτων με την παραχώρηση αναστολών εκτέλεσης σε εγγυητές, όταν ένα ενυπόθηκο ακίνητο, αντικειμενικά κρίνοντας, δεν έχει ικανότητα να καλύψει το χρέος. Διαφορετικά, θα σήμαινε ότι ενόσω υπάρχει ενυπόθηκο ακίνητο, το οποίο δεν μπορεί να πωληθεί σε δημόσιο πλειστηριασμό, θα πρέπει να δίδονται εσαεί αναστολές εκτέλεσης. Κάτι τέτοιο όμως θα ήταν παράλογο. Γι' αυτό και ο νομοθέτης έδωσε πλατειά διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο, σε κάθε περίπτωση, να βεβαιώνεται ότι όχι μόνο είναι δίκαιο αλλά και ορθό να αναστείλει την εκτέλεση μιας απόφασης δυνάμει του Νόμου 197(Ι)/2003.» Προκύπτει, συνεπώς, ότι για την κρίση επί του πιο πάνω ζητήματος σημασία έχουν οι περιστάσεις της υπόθεσης και λαμβάνεται υπόψη η αντικειμενική ικανότητα της ενυπόθηκης περιουσίας να καλύψει το χρέος. Το γεγονός ότι η απόφαση Λύρα (ανωτέρω), κρίθηκε υπό το πρίσμα της υποπαραγράφου (δ) του άρθρου 10
(1), δεν μεταβάλλει τα πράγματα, αφού και στην κρινόμενη περίπτωση εξετάζεται το κατά πόσο η μη εκποίηση της υποθηκευμένης ακίνητης ιδιοκτησίας δυνατόν να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία αρκετή, ώστε να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή. Επομένως, και στην εξεταζόμενη περίπτωση η αξία της ενυπόθηκης περιουσίας μπορεί να ληφθεί υπόψη. Στην υπό κρίση υπόθεση εξ αντικειμένου η υποθηκευμένη περιουσία δεν έχει την ικανότητα να καλύψει το εξ αποφάσεως χρέος, αφού το εξ αποφάσεως χρέος είναι υπερδιπλάσιο της αγοραίας αξίας της υποθηκευμένης περιουσίας. Έτσι, τυχόν χορήγηση αναστολής, επειδή δεν έχει εκποιηθεί η υποθηκευμένη περιουσία, έστω και υπό το πρίσμα των προϋποθέσεων του άρθρου 10
(1)(γ), θα είχε ως συνέπεια να διαιωνίζεται μια κατάσταση πραγμάτων με την παραχώρηση αναστολών εκτέλεσης στον εγγυητή, όταν η ενυπόθηκη περιουσία, αντικειμενικά κρινόμενη, δεν έχει ικανότητα να καλύψει το χρέος. Το πιο πάνω όμως αντιβαίνει στον σκοπό των διατάξεων του Νόμου, ως αυτός έχει προσδιοριστεί από τη νομολογία. Το γεγονός ότι η πλευρά της Καθ΄ ης η αίτηση δεν έχει μέχρι σήμερα ολοκληρώσει τη διαδικασία εκποίησης δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστήριού, αφού για την χορήγηση αναστολής κρίσιμα είναι τα δεδομένα της περιουσίας του πρωτοφειλέτη, κατά τον χρόνο της αίτησης. Άλλωστε το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει σε υποθετικά σενάρια ή να προβεί σε εικασίες αναφορικά με το ποιες θα ήταν οι δυνατότητες της περιουσίας εάν εκποιείτο η υποθηκευμένη περιουσία σε προγενέστερο στάδιο. Επιπρόσθετα η νομολογία στην οποία παρέπεμψε η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή, για να υποστηρίξει το επιχείρημα περί αδράνειας της Καθ΄ ης η αίτηση, αφορά τις προϋποθέσεις χορήγησης άδειας εκτέλεσης της απόφασης στον πιστωτή, υπό τη Δ.40 θ. 8 των περί πολιτικής δικονομίας θεσμών. Όμως, η δυνατότητα χορήγησης άδειας εκτέλεσης της απόφασης δεν πρέπει να συγχέεται με την αιτούμενη στην παρούσα αναστολή εκτέλεσης. Συνεπώς, τα επιχειρήματα της πλευράς του Αιτητή περί αδράνειας στη λήψη μέτρων εκτέλεσης δεν μπορούν να επιτύχουν. Υπό το φως των πιο πάνω, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου πως δεν έχει καταδειχθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 10
(1)(γ) για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Επιπλέον, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η δυνατότητα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος υπό το άρθρο 10
(1)(δ). Παρά το ότι το λεκτικό του αιτητικού της αίτησης παραπέμπει αποκλειστικά στην περίπτωση του άρθρου 10
(1)(γ), εντούτοις η αίτηση καταγράφει και ως βάση το άρθρο 10
(1)(δ) του Νόμου. Έτσι θα εξετάσω την υπό κρίση αίτηση και υπό το πρίσμα της παραγράφου 10
(1)(δ). Ακόμα και εάν η παρούσα αίτηση κρινόταν αποκλειστικά υπό το πρίσμα της παράγραφού 10
(1)εδάφιο δ, το αποτέλεσμα δεν θα ήταν διαφορετικό. Συγκεκριμένα, όπως έχει εξηγηθεί στην απόφαση Λύρα (ανωτέρω), ακόμα και στην περίπτωση που υφίσταται υποθήκη επί ακινήτου ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη, η οποία δεν έχει εκποιηθεί, η αναστολή δεν είναι αυτόματη, αλλά χορηγείται εάν αυτό είναι δίκαιο και ορθό. Για την κρίση επί του πιο πάνω ζητήματος σημασία έχουν οι περιστάσεις της υπόθεσης και λαμβάνεται υπόψη η αντικειμενική ικανότητα της ενυπόθηκης περιουσίας να καλύψει το χρέος. Στην υπό κρίση υπόθεση αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων ότι το επίδικο χρέος καλύπτεται από την Υποθήκη Υ2353/
- Επίσης, προκύπτει ότι η αξία της ενυπόθηκης περιουσίας ανέρχεται στο ποσό €23.500 ενώ το εξ αποφάσεως χρέος στο ποσό των €51.159,
- Καθίσταται, λοιπόν, προφανές ότι εξ αντικειμένου η υποθηκευμένη περιουσία δεν έχει την ικανότητα να καλύψει το εξ αποφάσεως χρέος, αφού το εξ αποφάσεως χρέος είναι υπερδιπλάσιο της αγοραίας αξίας της υποθηκευμένης περιουσίας. Έτσι τυχόν χορήγηση αναστολής, επειδή και μόνο υπάρχει υποθήκη επί ακινήτου ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη που δεν έχει εκποιηθεί, θα είχε ως συνέπεια να διαιωνίζεται μια κατάσταση πραγμάτων με την παραχώρηση αναστολών εκτέλεσης στον εγγυητή, όταν η ενυπόθηκη περιουσία, αντικειμενικά κρινόμενη, δεν έχει την ικανότητα να καλύψει το χρέος. Το πιο πάνω όμως αντιβαίνει στον σκοπό των διατάξεων του Νόμου, ως αυτός έχει προσδιοριστεί από τη νομολογία. Επιπλέον, ισχύουν και στην υπό εξέταση περίπτωση τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω σε σχέση με το επιχείρημα της συνηγόρου του Αιτητή περί της κατ΄ ισχυρισμόν αδράνειας της Καθ΄ ης η Αίτηση στην εκποίηση της υποθηκευμένης περιουσίας και στη λήψη μέτρων εκτέλεσης. Επομένως, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ούτε υπό το πρίσμα του άρθρου 10
(1)(δ) του Νόμου είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί το επίδικο διάταγμα. Κατάληξη Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Υπ. ............. Μ. Χριστοδούλου, ΕΔ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο