← Κύπρος

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. J MOUZAS DRILLING CO. LIMITED κ.α., Αγωγή αρ: 1018/2011, 28/12/2020

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. J MOUZAS DRILLING CO. LIMITED κ.α., Αγωγή αρ: 1018/2011, 28/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A614 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ: 1018/2011 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LTD Εναγόντων ΚΑΙ

  1. J MOUZAS DRILLING CO. LIMITED
  2. XXXXX ΜΟΥΖΑΣ
  3. XXXXX ΜΟΥΖΑΣ
  4. XXXXX HUNT ΜΟΥΖΑΣ
  5. XXXXX ΜΟΥΖΑ
  6. XXXXX ΜΟΥΖΑ Εναγομένων _____________________________________________________________________________ Ημερομηνία: 28 Δεκεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Ε. Σταύρου για Μ. Ηλιάδης & Συνέταιροι ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους: Κ. Πόλεος Α Π Ο Φ Α Σ Η Δικογραφία Η Εναγόμενη 1 Εταιρεία ενάγεται ως Πρωτοφειλέτιδα δυνάμει Συμφωνίας Δανείου ημερ. 5/9/2002 για ποσό Λ.Κ.180.
  7. Το ρηθέν Δάνειο και ο σχετικός λογαριασμός XXXXX301-2 θα έφερε βασικό επιτόκιο 5,50% και περιθώριο 2,50%, ήτοι συνολικό επιτόκιο 8%. Προς εξασφάλιση των ως άνω υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 Εταιρείας οι Εναγόμενοι 2,3 και 4 δυνάμει Εγγυητηρίου Εγγράφου ημερ. 5/9/2002 εγγυήθηκαν την πληρωμή όλων των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 για απεριόριστο ποσό ενώ οι Εναγόμενοι 4 και 5 δυνάμει Εγγυητηρίου Εγγράφου ημερ.5/9/2002 εγγυήθηκαν την πληρωμή όλων των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 μέχρι το ποσό των Λ.Κ.40.
  8. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των ως άνω υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 ο Εναγόμενος 2 υποθήκευσε στις 29/8/2002 δυνάμει Υποθήκης Υ7808/2002 το κτήμα που περιγράφεται στην παράγραφο 8 της Έκθεσης Απαίτησης. Σύμφωνα με την αξίωση λόγω της μη αποπληρωμής του Δανείου εντός του συμφωνηθέντος χρονικού διαστήματος και της παράλειψης της Εναγόμενης 1 να πληρώσει τα οφειλόμενα δυνάμει της Συμφωνίας Δανείου η Ενάγουσα τερμάτισε τη λειτουργία του Λογαριασμού Δανείου με επιστολή της ημερ. 29/11/2010 απαιτώντας την εξόφληση ολόκληρου του χρεωστικού υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού. Σύμφωνα πάντοτε με την αξίωση το οφειλόμενο υπόλοιπο της επίδικης Συμφωνίας Δανείου ανέρχεται στο ποσό των €151.724,93 πλέον τόκους €5.242,23 από 1/7/2010 μέχρι 28/11/2010 πλέον τόκο 11,85% ετησίως από 29/11/2010 μέχρι εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές το χρόνο την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι προβάλουν τα εξής: § Παραδέχονται την υπογραφή της Αρχικής Συμφωνίας Δανείου ημερ. 15/9/2002 για ποσό Λ.Κ.180.000 η οποία θα ήτο πληρωτέα δια μηνιαίων δόσεων εκ Λ.Κ.2.159 αλλά αμφισβητούν τους υπόλοιπους όρους αυτής.(Δέστε παραγράφους 3 και 4 της Υπεράσπισης). § Αμφισβητούν την κατάρτιση της Τροποποιητικής Συμφωνίας ημερ. 24/2/2009 (Δέστε παράγραφο 10 της Υπεράσπισης). § Αμφισβητούν την υπογραφή Εγγράφων Εγγυήσεων από τους Εναγόμενους 3,4,5 και 6 και ισχυρίζονται ότι οι οποιεσδήποτε εγγυήσεις για τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα δόθησαν από τον Εναγόμενο
  9. (Δέστε παραγράφους 6 και 7 της Υπεράσπισης). § Αρνούνται την παραλαβή οποιωνδήποτε επιστολών της Ενάγουσας είτε προειδοποιητικών επιστολών αναφορικά με τις καθυστερήσεις στον επίδικο λογαριασμό Δανείου, είτε επιστολών τερματισμού. (Δέστε παραγράφους 12, 13, 14 και 15 της Υπεράσπισης). § Ισχυρίζονται ότι έχουν πληρωθεί προς την Ενάγουσα τέτοια ποσά που έχουν εξοφλήσει το ποσό της Αρχικής Συμφωνίας Δανείου και/ή εν πάση περιπτώσει ότι τυχόν οφειλόμενο ποσό προς την Ενάγουσα είναι κατά πολύ μικρότερο από το ποσό που αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης.(Δέστε παράγραφο 5 της Υπεράσπισης). Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσής της εναντίον των Εναγομένων η Ενάγουσα Τράπεζα κάλεσε συνολικά δύο

(2)μάρτυρες ως ακολούθως: → XXXXX Χριστοφόρου (Μ.Ε.1) → XXXXX Φυσεντζίδης (Μ.Ε.2) Από πλευράς Υπεράσπισης κατέθεσαν τρείς μάρτυρες ως εξής: → Εναγόμενος 2 (Μ.Υ.1) → Εναγόμενη 6 (Μ.Υ.2) → XXXXX Μορφίτης (Μ.Υ.3) Σύνοψη μαρτυρίας Μ.Ε.1 Ο Μ.Ε.1 είναι υπάλληλος της Τράπεζας. Εργάζεται στη Διεύθυνση Παρακολούθησης Προβληματικών Λογαριασμών της Ενάγουσας και είναι ένας εκ των υπευθύνων για παρακολούθηση των προβληματικών λογαριασμών των πελατών της Ενάγουσας Κατά τη μαρτυρία του (Έγγραφο 1) παρουσίασε τα σχετικά με την Αγωγή έγγραφα που επιμαρτυρούν την αξίωση της Τράπεζας (Τεκμήρια 1-15). Μ.Ε.2 Ο Μ.Ε. 2 εργαζόταν στην Ενάγουσα από τον Δεκέμβριο του 2007 μέχρι τον Ιούνιο του 2015 ως Λειτουργός στο Τμήμα Επιχειρήσεων Λευκωσίας. Αναγνώρισε την υπογραφή του ως μάρτυρας υπογραφών στα Τεκμήρια 7, 8 και 9, ήτοι την Επιστολή της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη Εταιρεία αρ. 1 ημερ. 28/1/2009, την Τροποποιητική Συμφωνία ημερ. 24/2/2009 και το Έγγραφο Εγγύησης ημερ. 24/2/
  1. Μ.Υ.1 Ο Μ.Υ. 1 κατέθεσε υπό την ιδιότητα του Διευθυντή και του μετόχου της Εναγόμενης 1 εταιρείας, καθώς και υπό την προσωπική του ιδιότητα. Ισχυρίστηκε ότι η αξίωση της Ενάγουσας Τράπεζας δεν είναι σαφής και ότι το ποσό που απαιτείται με την επίδικη συμφωνία δανείου, Τεκμήριο 3, ήτοι, ΛΚ180.000 είναι προϊόν από προηγούμενα δάνεια και υπόλοιπα δανείων και ότι αυτά τα χρήματα στην πραγματικότητα δεν τους δόθηκαν. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι οι λογαριασμοί και οι τόκοι εξοφλήθηκαν, τονίζοντας ιδιαίτερα ότι έχει πληρώσει «αφάνταστα» ποσά σε τόκους. Μ.Υ.2 Η Μ.Υ. 2 είναι η Εναγόμενη
  2. Κατέθεσε ότι ήταν η γραμματέας της Εναγόμενης 1 εταιρείας κατά τον επίδικο χρόνο. Η μαρτυρία της περιορίστηκε στην κατάθεση κάποιων εγγράφων, ήτοι, των Τεκμηρίων 18 - 23 Α, Β και Γ. Κατά την αντεξέταση της αναγνώρισε την υπογραφή της στα έγγραφα εγγυήσεων ημερ. 5/9/2002 και 24/2/2009, Τεκμήρια 5 και 6, αντίστοιχα. Μ.Υ.3 Ο Μ.Υ.3 κατά το 2002 εργάζετο στην Ενάγουσα Τράπεζα ως Διευθυντής καταστήματος. Σήμερα εποπτεύει το Τμήμα Εκποιήσεων. Κλήθηκε να καταθέσει σχετικά με την Κατάσταση Λογαριασμού Τεκμήριο 16Α και να εξηγήσει συγκεκριμένη χρέωση συγκριτικά με μια άλλη Κατάσταση Λογαριασμού, το Τεκμήριο 23Α και ανέφερε ότι δεν ήτο σε θέση να ερμηνεύει Καταστάσεις Λογαριασμού. Νομική Πτυχή Σε παρόμοιες περιπτώσεις τραπεζικού χρέους όπως η υπό εξέταση και με βάση τα λεχθέντα στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829 τα βασικά στοιχεία τα οποία χρήζουν απόδειξης ούτως ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι: (α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου, χρηματοδότησης ή πιστωτικών διευκολύνσεων και οι όροι της (β) Η παράβαση όρου της σύμβασης (γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και (δ) Το οφειλόμενο υπόλοιπο. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν και έχω εξετάσει τόσο την προφορική τους μαρτυρία όσο και την γραπτή μαρτυρία που προσέφεραν στη βάση των καθιερωμένων αρχών αξιολόγησης[1] προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων έχοντας κατά νουν τα επίδικα ζητήματα και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης και διάφορα άλλα στοιχεία τα οποία κατά περίπτωση θα αναφερθούν κατωτέρω. Η εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο δεν είναι αρκετή από μόνη της να οδηγήσει στην αποδοχή ή απόρριψη των θέσεων του. Είναι η αξιολόγηση από απόψεως περιεχομένου των όσων κατατίθενται και ο συσχετισμός τους με τα υπόλοιπα στοιχεία της μαρτυρίας που επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου.[2] Η εντύπωση που σχημάτισα και για τους δύο μάρτυρες που κλήθηκαν από την Ενάγουσα, Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2, ήταν απόλυτα θετική. Αμφότεροι μου έδωσαν την εικόνα αξιόπιστων μαρτύρων και ότι αυτοί προσπάθησαν έντιμα να παραθέσουν με ειλικρίνεια τη δική τους γνώση για την υπόθεση. Θεωρώ ότι με ειλικρίνεια και σαφήνεια παρέθεσαν τα γεγονότα που ενέπιπταν στη γνώση τους διευκρινίζοντας, σε κάθε περίπτωση, την ακριβή εμπλοκή και γνώση τους. Δεν έχω δε διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια από οποιονδήποτε από τους εν λόγω μάρτυρες αλλοίωσης γεγονότων ή υπερβολής στις θέσεις και τοποθετήσεις τους. Καθόλη τη διάρκεια της εξέτασης τους παρέμειναν σταθεροί και συνεπείς στις θέσεις τους. Επισημαίνεται ότι καθόσον αφορά τον Μ.Ε.2 η μαρτυρία του παρέμεινε αδιαμφισβήτητη εφόσον δεν υπήρξε οποιαδήποτε αντεξέταση από πλευράς Υπεράσπισης ενώ σε σχέση με τον Μ.Ε.1 και αυτού η μαρτυρία, παρά το γεγονός ότι υπεβλήθηκαν ελάχιστες ερωτήσεις, κατ΄ουσίαν παρέμεινε αδιαμφισβήτητη. Έχοντας αξιολογήσει τη μαρτυρία του Εναγόμενου 2, Μ.Υ.1, με κάθε δυνατή προσοχήστο σύνολο της και αξιολογώντας την σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία που προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, περιλαμβανομένων και των σχετικών τεκμηρίων,ήτοι με την απαραίτητη διασταύρωση και αντιπαραβολή και πάντοτε με την υπόλοιπη μαρτυρία, λέω εξαρχής ότι δεν έχει πείσει το Δικαστήριο για τους λόγους που αναλυτικά και σε έκταση αναφέρονται κατωτέρω. Επισημαίνεται εν πρώτοις ότι η μαρτυρία του και οι απαντήσεις που έδιδε σε αρκετά ερωτήματα κατά την αντεξέταση χαρακτηρίζονταν από έλλειψη σαφήνειας και θετικότητας. Καθόλη δε την διάρκεια της μαρτυρίας του οι αναφορές του Εναγόμενου 2 ήταν εντελώς γενικές, αόριστες και χωρίς καμία τεκμηρίωση, ενώ σε διάφορες ερωτήσεις που του έγιναν κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης είτε απέφευγε να απαντήσει επί του προκειμένου, είτε έδινε απαντήσεις άσχετες με τα ερωτήματα που του ετίθεντο ενώ αρκετά σημεία της μαρτυρίας του κλονίσθησαν και διεφάνησαν αντιφάσεις. Στις πλείστες περιπτώσεις οι απαντήσεις του δεν ήταν άμεσες ούτε επί του προκειμένου εφόσον απέφευγε να απαντήσει το συγκεκριμένο ερώτημα που του ετίθετο, επιλέγοντας να προωθήσει τους δικούς του ισχυρισμούς που αρκετές φορές δεν είχαν άμεση συνάφεια με το αντικείμενο της ερώτησης. Πλείστα όσα ανέφερε, ωστόσο, δεν συνάδουν με όσα στοιχεία και έγγραφα έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι μέρος της εκδοχής που προσπάθησε να προωθήσει δεν συνάδει ούτε ακόμη και με τις ίδιες τις δικογραφημένες του θέσεις, ενώ προέβαλε ουσιώδεις ισχυρισμούς εκ των υστέρων, ήτοι χωρίς να έχουν αυτοί τεθεί στην αντίδικη πλευρά και στους μάρτυρες της για να μπορέσουν να δώσουν και τη δική τους εκδοχή. Αποτέλεσμα τούτου του γεγονότος ήταν να υπάρξει σε αρκετά σημεία της μαρτυρίας του μια μονόπλευρη και εκ των υστέρων εκδοχή η οποία, επαναλαμβάνω, ουδέποτε προηγουμένως είχε τεθεί σε μάρτυρες της Ενάγουσας για να τοποθετηθούν. Αποτελεί βασικό κανόνα ότι οι ουσιαστικές θέσεις που θα προωθηθούν από την Υπεράσπιση θα πρέπει να τίθενται στους μάρτυρες της άλλης πλευράς.[3] Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Frederickou School Co Ltd κ.α. v. Acuac Inc.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1527, είναι απόλυτα σχετικό: «Υπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα. Σχετική είναι η υπόθεση Adidas v. Jonitexo Ltd.
(1987)1 C.L.R. 383, 384: "Failure to put forward a pertinent aspect of the defence case to witnesses for the plaintiff is not necessarily fatal to its validity, but in the absence of a proper explanation of the omission, the Court may disregard it, because of the denial of a proper opportunity to the plaintiff to controvert it."» Είναι γνωστές δε οι συνέπειες από την παράλειψη αντεξέτασης ενός μάρτυρα σε ένα ουσιαστικό ζήτημα. Σχετικό είναι το εξής απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μοσχάτου v. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785: « .. Στην απουσία δέουσας εξήγησης της παράλειψης (αντεξέτασης) το Δικαστήριο μπορεί εύλογα να μη λάβει υπόψιν τους ισχυρισμούς επί γεγονότων που διατυπώθηκαν στους μάρτυρες της άλλης πλευράς λόγω του ότι δεν δόθηκε η ευκαιρία στον αντίδικο να αντικρούσει με μαρτυρία τους ισχυρισμούς αυτούς. Στην απουσία μιας τέτοιας αντιπαράθεσης το Δικαστήριο μένει μόνο με την μια πλευρά της ιστορίας και μπορεί για το λόγο αυτό να την απορρίψει ως μονόπλευρη και ασύμβατη με το δικαίωμα της άλλης πλευράς να έχει την κατάλληλη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεση της επί του σημείου. Σε ό,τι αφορά το επίδικο Δάνειο των Λ.Κ.180.000 και ερωτηθείς αν αυτό είχε εισπραχθεί αρχικά απάντησε, χωρίς να εξηγεί, ότι αυτό αποτελούσε επακόλουθο του δανεισμού από την Ενάγουσα και επακόλουθο τόκων[4] ενώ αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι αποτελούσε προϊόν από προηγούμενα δάνεια. Στη συνέχεια το διαφοροποίησε λέγοντας ότι δεν αποτελεί δάνειο και ότι αυτά τα χρήματα δεν του είχαν δοθεί. Ενώ σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του ισχυρίστηκε ότι αυτά τα χρήματα είναι υπόλοιπα δανείων που εξοφλήθηκαν επικαλούμενος την ύπαρξη εγγράφων που, όπως ισχυρίστηκε, η Ενάγουσα δεν είχε φέρει στη διαδικασία. Ωστόσο ο ίδιος, παρά τα όσα ισχυρίστηκε, δεν παρουσίασε οτιδήποτε που να υποστηρίζει τους πιο πάνω ισχυρισμούς του. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι χαρακτηριστικό του τρόπου που απαντούσε και της ποιότητας της μαρτυρίας που έδωσε: E. Κύριε Μουζά, σας υποβάλλω ότι το ποσό των 180.000 είναι προϊόν δανείου μεταξύ εσάς και των Εναγόντων. A. Μου το λέτε δηλαδή τούτο; Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Αν συμφωνείτε ή διαφωνείτε. Ο μάρτυρας συνεχίζει: A. Είναι προϊόν από προηγούμενα δάνεια, όχι δανείου, δεν είναι δάνειο. Δεν μου έχουν δοθεί τα χρήματα, δεν μου δόθηκαν αυτά τα χρήματα. Αυτά τα χρήματα είναι υπόλοιπα δανείων που εμείς εξοφλήσαμε και τις υποθήκες που πήραμε από την τράπεζα με εξόφληση των λογαριασμών και πληρωμή των τόκων μας over and above και στις δόσεις μας, αλλά και στο τέλος της αποπληρωμής του οποιουδήποτε ακινήτου ήταν στην υποθήκη και μπορούμε να τα βρούμε αυτά και διερωτώμαι γιατί δεν τα είχατε αναφέρει αυτά. Δεν έχετε προσθέσει τα έγγραφα αυτά στη διαδικασία αυτήν που γίνεται για να πείτε ότι αυτό είναι προϊόν από παλιά δάνεια που ήρθε ως παλιός πελάτης ο κύριος Μουζάς Ενώ στην κυρίως εξέταση αναφερόμενος στην επίδικη υποθήκη είπε ότι είχε πληρώσει τις υποθήκες και τους τόκους και τις δόσεις του καταβάλλοντας, όπως το έθεσε, «αφάνταστα ποσά» στην Ενάγουσα[5], στην αντεξέταση του όταν ρωτήθηκε για την επίδικη υποθήκη αρχικά είπε ότι δεν την εξόφλησε αλλά ότι έχει εξοφλήσει δάνεια και υποθήκες κτημάτων που είχε με την Ενάγουσα συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης ενώ στη συνέχεια και πάλι το διαφοροποίησε λέγοντας ότι δεν εξόφλησε την επίδικη υποθήκη η οποία και εξακολουθεί να ισχύει. Το πιο κάτω απόσπασμα από την αντεξέταση του είναι αποκαλυπτικό: E. Κύριε μάρτυς, μας αναφέρατε κατά την κυρίως εξέτασή σας ότι έχετε εξοφλήσει το ποσό και τους τόκους της υποθήκης; A. Δεν ανέφερα κάτι τέτοιο. Μήπως συγχύζεστε; Έχω αναφέρει ότι έχω εξοφλήσει δάνεια και υποθήκες κτημάτων των οποίων ήταν στην τράπεζά σας. E. Άρα δεν αναφερθήκατε στην επίδικη υποθήκη XXXXX/02, μιλάτε για άλλες υποθήκες; A. Πολλαπλές υποθήκες, συμπεριλαμβάνεται. E. Έχετε μαζί σας οποιανδήποτε απόδειξη για απαλλαγή από τη συγκεκριμένη υποθήκη; A. Για τη συγκεκριμένη όχι. Δεν είπα ότι αυτή η συγκεκριμένη υποθήκη έχει απαλλαχθεί. Η συγκεκριμένη υποθήκη ήταν μαζί με τις άλλες υποθήκες ως πακέτο και αυτά είχαν πληρωθεί και αποδεσμευτεί. E. Έχετε στοιχεία; A. Έχουμε ναι, μπορούμε να σας τα φέρουμε όταν θα έρτει η ώρα τους. E. Σας υποβάλλω ότι η υποθήκη εξακολουθεί να ισχύει και το έγγραφο είναι δεσμευτικό. A. Δεν έχει βγει από την υποθήκη το συγκεκριμένο κτήμα και θα συμφωνήσω, είναι υποθήκη. Προσπάθησε να παρουσιάσει ότι η Ενάγουσα Τράπεζα αξίωνε διαφορετικά ποσά και στο πλαίσιο αυτής του της προσπάθειας κατέθεσε το Τεκμήριο 17 το οποίο αφορούσε σε Ειδοποίηση τύπου Ι που του είχε επιδοθεί δια θυροκόλλησης με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 44Γ
(1)του Νόμου Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί με συνημμένη Κατάσταση Λογαριασμού του οφειλόμενου Ενυπόθηκου Χρέους. Βασικά προσπάθησε να αμφισβητήσει το ύψος του οφειλόμενου ποσού με αναφορά στο ποσό που εξασφάλιζε η επίδικη Υποθήκη, ήτοι €42.715,00 αντί να αναφερθεί στο «οφειλόμενο ποσό δυνάμει τερματικών επιστολών ημερ. 29/11/2010» το οποίο καταγράφετο στην εν λόγω Κατάσταση Λογαριασμού. Η όλη εκδοχή του Εναγόμενου 2 συνίστατο σε γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς ενώ οι απαντήσεις που έδιδε στις διάφορες ερωτήσεις που του υπεβλήθησαν ήταν ως επί το πλείστον νεφελώδεις και ασαφείς. Στο τέλος της ημέρας δεν μπόρεσε να δώσει στο Δικαστήριο μια ξεκάθαρη εικόνα των γεγονότων ενώ μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του αναλώθηκε σε άσχετα ζητήματα. Κατ΄ακολουθίαν της πιο πάνω αξιολόγησης επί των αμφισβητουμένων της υπόθεσης σημείων η μαρτυρία του Μ.Υ.1 δεν ήταν αξιόπιστη και, επομένως, δεν γίνεται δεκτή. Η μαρτυρία της Μ.Υ.2 περιορίστηκε, όπως ήδη αναφέρθηκε πιο πάνω, στην κατάθεση κάποιων εγγράφων (Τεκμήριο 18 - Τεκμήρια 23Α, Β και Γ). Τόσο το Τεκμήριο 18, όσο και το Τεκμήριο 20, αφορούν επιστολές της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα Τράπεζα, ημερ. 5/9/2002 και 27/12/2004, αντίστοιχα, με τις οποίες γνωστοποιούνταν στην Τράπεζα αποφάσεις που είχαν ληφθεί σε συνεδρίαση του Δ.Σ. της Εναγόμενης 1 εταιρείας αναφορικά με την παροχή και/ή συνέχιση παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων, καθώς και την καταγραφή εξασφαλίσεων και/ή εγγυήσεων που θα παρέχονταν έναντι των εν λόγω διευκολύνσεων. Το Τεκμήριο 19 αποτελεί επιστολή αποδοχής της Ενάγουσας Τράπεζας προς την Εναγόμενη 1, ημερ. 17/4/2002, η οποία αναφέρεται σε έγκριση/ανανέωση πιστωτικών διευκολύνσεων. Ως Τεκμήριο 21 κατατέθηκε δήλωση συγκατάθεσης εγγυητών για τροποποιήσεις στις εξασφαλίσεις της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Τα Τεκμήρια 22 Α, Β και Γ αφορούν επιστολές της Εναγόμενης 1 προς την Τράπεζα αναφορικά με υποθήκες με τις οποίες αναγνωρίζετο ότι οι αναφερόμενες υποθήκες θα εξασφάλιζαν υποχρεώσεις που αναφέρονταν στα σχετικά έγγραφα υποθήκης. Τέλος τα Τεκμήρια 23Α και Β αποτελούν Καταστάσεις Λογαριασμού που τιτλοφορούνται Συγκεντρωτική Κατάσταση Κινήσεως Λογαριασμού αναφορικά με τις περιόδους 1/1/2004-13/7/2005 και 5/9/2002-13/7/
  1. Επισημαίνεται ότι η κατάθεση των πιο πάνω εγγράφων από μέρους της Υπεράσπισης, μέσω της μάρτυρας Μ.Υ.2, δεν επεξηγήθηκε, ούτε και συσχετίστηκε με τα επίδικα της υπόθεσης ζητήματα. Με άλλα λόγια δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να δεικνύει ότι τα εν λόγω έγγραφα αφορούν στην επίδικη πιστωτική διευκόλυνση. Μόνο τα Τεκμήρια 23Α και Βστην όψη τουςφαίνεται να αφορούν στον επίδικο λογαριασμό καλύπτοντας κάποιες χρονικές περιόδους. Επαναλαμβάνω ότι η Μ.Υ.2 περιορίστηκε, απλώς, στην κατάθεση κάποιων εγγράφων, χωρίς παράλληλα να προωθείται μέσω της οποιαδήποτε εκδοχή αναφορικά με την παρούσα υπόθεση και ειδικότερα την αξίωση της Τράπεζας. Μάλιστα, αντεξεταζόμενη στην υποβολή κατά πόσο το ποσό που σήμερα οφείλεται προς την Ενάγουσα Τράπεζα είναι αυτό που αναφέρεται στο Τεκμήριο 16Β, ήτοι, €390.256, πλέον τόκοι, διαφώνησε χωρίς, ωστόσο, να εξηγεί τη θέση της ή να δίδει οποιεσδήποτε περαιτέρω διευκρινίσεις ή λεπτομέρειες σχετικά με αυτό το γενικό ισχυρισμό. Αξιολογώντας τη μαρτυρία της Μ.Υ.2 λέγω ότι, αν και δεν διαπίστωσα να μην είναι ειλικρινής, εντούτοις, με τα όσα κατέθεσε δεν προώθησε οποιαδήποτε εκδοχή σχετική με την παρούσα υπόθεση και την αξίωση της Ενάγουσας, ενώ η απλή από μέρους της άρνηση του αξιούμενου από την Ενάγουσα ποσού δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε αξία. Όσον αφορά τη μαρτυρία του Μ.Υ.3 διεφάνη ότι ο μάρτυρας αυτός δεν ήτο ούτε αρμόδιος αλλά ούτε και γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης για να μπορεί να προσφέρει οποιαδήποτε ουσιαστική μαρτυρία στην υπόθεση. Μέσω των ερωτήσεων που του υπεβλήθησαν στην κυρίως εξέταση ήταν αντιληπτό ότι επιδιώκετο να ερμηνεύσει και να συγκρίνει τις καταστάσεις λογαριασμού που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και να δώσει επί αυτών περαιτέρω εξηγήσεις ενώ κάτι τέτοιο δεν ήτο σε θέση να πράξει, όπως εντίμως και με ειλικρίνεια ανέφερε. Ακολουθεί στη συνέχεια η εξέταση των επιμέρους ζητημάτων που, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, χρήζουν απόδειξης προς το σκοπό κατάληξης στα αναγκαία ευρήματα. Α. Οι Συμφωνίες των διαδίκων Ο Μ.Ε.1 είναι υπάλληλος της Τράπεζας. Εργάζεται στη Διεύθυνση Παρακολούθησης Προβληματικών Λογαριασμών της Ενάγουσας και είναι ένας εκ των υπευθύνων για παρακολούθηση των προβληματικών λογαριασμών των πελατών της Ενάγουσας. Κατά τη μαρτυρία του (Έγγραφο 1) παρουσίασε τα σχετικά με την Αγωγή έγγραφα που επιμαρτυρούν της αξίωσης της Τράπεζας (Τεκμήρια 1 - 15). Όπως προέκυψε, στις 5/9/2002, κατόπιν αιτήματος της Εναγόμενης 1, υπεγράφη μεταξύ της Ενάγουσας Τράπεζας και της Εναγόμενης 1 Εταιρείας Συμφωνία Δανείου για το ποσό των Λ.Κ.180.000 υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που διαλαμβάνονται στην εν λόγω Συμφωνία Τεκμήριο
  2. Προς τον σκοπό αυτό η Ενάγουσα άνοιξε στο όνομα της Εναγόμενης 1 λογαριασμό δανείου ο οποίος φέρει αριθμό XXXXX301-2 ο οποίος στη συνέχεια και συγκεκριμένα κατά τις αρχές του 2004 πήρε αριθμό XXXXX367-
  3. Προς εξασφάλιση της πληρωμής των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 εταιρείας προς την Ενάγουσα Τράπεζα σύμφωνα με τους όρους της πιο πάνω Συμφωνίας Δανείου οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 εγγυήθηκαν δυνάμει Εγγράφου Εγγυήσεως ημερ. 5/9/2002, Τεκμήριο 4, όλες τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1υπό τους όρους που καταγράφονται στην εν λόγω Συμφωνία Εγγυήσεως. Περαιτέρω προς εξασφάλιση της πληρωμής των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 εταιρείας προς την Ενάγουσα Τράπεζα σύμφωνα με τους όρους της πιο πάνω Συμφωνίας Δανείου οι Εναγόμενοι 5 και 6 εγγυήθηκαν δυνάμει Εγγράφου Εγγυήσεως ημερ. 5/9/2002, Τεκμήριο 5, όλες τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1υπό τους όρους που καταγράφονται στην εν λόγω Συμφωνία Εγγυήσεως. Με βάση το Τεκμήριο 5 το ποσό του κεφαλαίου για το οποίο οι Εναγόμενοι 5 και 6 θα ευθύνοντο δεν θα υπερέβαινε το ποσό των Λ.Κ.40.
  4. Επιπρόσθετα θα ευθύνονταν για τόκους, προμήθειες και άλλες τραπεζικές χρεώσεις καθώς και για δικηγορικά και δικαστικά έξοδα και/ή άλλα έξοδα και δαπάνες επί του πιο πάνω ποσού μέχρι πλήρους και τελείας εξόφλησης του. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των ως άνω πιστωτικών διευκολύνσεων, η Εναγόμενη 1 παραχώρησε στην Ενάγουσα την ακόλουθη Υποθήκη την οποία συνέστησε και κατάρτισε υπέρ της Ενάγουσας. Αρ. Δηλώσεως Υποθήκης XXXXX/2002 Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας ημερ. 29/8/2002 για ποσό Λ.Κ. 25.000πλέον σύνθετο τόκο επ' αυτού προς 8% ετησίως από 29/8/2002 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα καθώς και του επισυνημμένου επ' αυτής εγγράφου Υποθήκης ημερ.29/8/2002 επί του ακινήτου που περιγράφεται ιδιοκτησίας του Εναγόμενου 2 1με αριθμό εγγραφής XXXXX, Φ/Σχ:30/40Ε2, Τεμάχιο XXXXX, Τμήμα Μ στο Δάλι , Επαρχία Λευκωσίας, χωράφι, έκτασης 7 δεκάρια, 182 τ.μ., εγγεγραμμένο μερίδιο όλο, μερίδιο που υποθηκεύτηκε το όλο. Κατά τον Ιανουάριο του 2009 η Εναγόμενη 1 υπέβαλε αίτημα προς την Ενάγουσα για τροποποίηση των όρων της Συμφωνίας Δανείου ημερ. 5/9/
  5. Η Ενάγουσα ενέκρινε το αίτημα της Εναγόμενης 1 υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις οι οποίοι διαλαμβάνονται στην επιστολή της ημερ. 28/1/2009, Τεκμήριο 7, την οποία η Εναγόμενη 1 αποδέχτηκε θέτοντας σε αυτή την υπογραφή της στις 24/2/
  6. Την ίδια ημέρα, ήτοι 24/2/2009 συνήφθη μεταξύ της Ενάγουσας Τράπεζας και της Εναγόμενης 1 Τροποποιητική Συμφωνία Δανείου ιδίας ημερομηνίας Τεκμήριο 8 τους όρους της οποίας, οι Εναγόμενοι 3, 4, 5 και 6 υπό την ιδιότητα τους ως εγγυητές και ο Εναγόμενος 2 υπό την ιδιότητα του ως εγγυητής και ως ενυπόθηκος οφειλέτης, αναγνώρισαν και αποδέχτηκαν θέτοντας στο Τεκμήριο 8 την υπογραφή τους. Στις 24/2/2009 ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε Σύμβαση Εγγυήσεως, Τεκμήριο 9, με την οποία εγγυήθηκε προσωπικά την εκ μέρους της Εναγόμενης 1 εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων της προς την Ενάγουσα περιλαμβανομένων και των υποχρεώσεων της που απορρέουν από την Συμφωνία δανείου ημερ. 5/9/2002 και την μετέπειτα Τροποποιητική Συμφωνία ημερ. 24/2/2009 για ποσό που δεν θα υπερέβαινε τις €148.756,00 πλέον τόκους, προμήθειες και άλλες τραπεζικές χρεώσεις καθώς και δικηγορικά και δικαστικά έξοδα και άλλα έξοδα και δαπάνες επί του πιο πάνω ποσού μέχρι πλήρους και τελείας εξόφλησης. B. Δικαίωμα Τερματισμού Όπως προέκυψε από την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Ε.1, την οποία έχω αποδεχτεί και η οποία δεν αμφισβητήθηκε, σε συνάρτηση με τις Καταστάσεις Λογαριασμού που κατέθεσε, η Εναγόμενη 1 δεν τηρούσε τους όρους της Συμφωνίας δανείου και ο Λογαριασμός Δανείου της παρουσίαζε καθυστερήσεις. Σχετικός με το ως άνω ζήτημα είναι ο όρος 6 της επίδικης Συμφωνίας Δανείου ο οποίος έχει ως ακολούθως: «Μόλις το ρηθέν δάνειο ή οποιοδήποτε μέρος τούτου ζητηθεί από την Τράπεζα θα καθίσταται απαιτητό και πληρωτέο και θα εξοφλείται και ο Οφειλέτης υποχρεούται να πληρώσει προς την Τράπεζα κάθε οφειλόμενο ποσό συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου, Βασικού Επιτοκίου Προσαύξησες, του Σταθερού Επιτοκίου, Τόκου Υπερημερίας, προμήθειας, δικαιωμάτων, δαπανών, και άλλων εξόδων. Παράλειψη του Οφειλέτη να προβεί σε άμεση εξόφληση, θα δίδει το δικαίωμα στην Τράπεζα να απαιτήσει δικαστικώς ή άλλως πως τη πληρωμή του χρέους πλέον τόκους πλέον δικαστικά και άλλα έξοδα οποιασδήποτε φύσης μέχρι πλήρους και τελείας εξόφλησης». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σε σχέση με τον τερματισμό των συμφωνιών πολύ κατατοπιστική είναι η υπόθεση Lombard Natwest v. Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465 στην οποία ο σχετικός όρος στην επίδικη Συμφωνία προέβλεπε τα εξής: «
  1. Η Τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει και άνευ προειδοποιήσεως προς τον πελάτην να τερματίση την λειτουργίαν οιουδήποτε λογαριασμού και/ή καταστήση απαιτητόν ή απαιτητά οιονδήποτε δάνειον και/ή πίστωσιν και/ή αλλάς Τραπεζικάς ή πιστωτικάς διευκολύνσεις γενομένας ή γενησομένας προς τον πελάτην και ζήτηση αμέσως παρά του πελάτου την πληρωμήν όλων των ποσών, τα οποία ο πελάτης οφείλει εις την Τράπεζαν συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, προμηθείας και οιουδήποτε άλλου οφειλομένου ποσού εν σχέσει προς οιαδήποτε έξοδα, χρεώσεις και δαπανάς." Αποφασίστηκε στη βάση του πιο πάνω όρου ότι «το κυρίαρχο στοιχείο στη στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης αποπληρωμής είναι ο τερματισμός του λογαριασμού ενώ η ειδοποίηση προς τον πρωτοφειλέτη για αποπληρωμή επωδός της υποχρέωσης αυτής και όχι προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος ανάκτησης του χρέους.» Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, η Ενάγουσα θα μπορούσε να τερματίσει τη Συμφωνία Δανείου ακόμη και αν δεν υπήρχε διάρρηξη των όρων αποπληρωμής της. Συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, εφόσον η Ενάγουσα είχε το δικαίωμα οποτεδήποτε να ζητήσει άμεση εξόφληση του δανείου με το δάνειο να καθίσταται ληξιπρόθεσμο και πληρωτέο, θα μπορούσε να ζητήσει την άμεση εξόφλησή του ανά πάσα στιγμή, έστω κι αν δεν υπήρχε παράβαση της Σύμβασης Δανείου. Στις υποθέσεις που αφορούν απαιτήσεις επί τη βάση ενός απλού δανείου, όπως είναι η Συμφωνία Δανείου στην παρούσα υπόθεση, σε ό,τι αφορά τον πρωτοφειλέτη δεν χρειάζεται απαίτηση πληρωμής προτού κινηθεί η αγωγή για το χρέος[6]. Επισημαίνεται εν προκειμένω ότι τα όσα σχετικά με το πιο πάνω θέμα αναφέρθηκαν από τον Μ.Ε.1 ιδιαίτερα στην παράγραφο 15 του Εγγράφου 1 αναφορικά με την παράλειψη της Εναγόμενης 1 να συμμορφωθεί με τις συμβατικές τις υποχρεώσεις σε συνάρτηση και με τις Καταστάσεις Λογαριασμού που κατέθεσε [Τεκμήρια 16 (Α) και (Β)] δεν έχουν ποσώς αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση η οποία, όπως εξάλλου αναφέρθηκε εξαρχής, δεν αντεξέτασε τον μάρτυρα. Προκύπτει και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατά τις 29/11/2010 οι Εναγόμενοι παρέλειπαν και/ή καθυστερούσαν να καταβάλουν τις δόσεις τους και είχαν, συνεπώς, διαρρήξει την επίδικη Συμφωνία Δανείου. Επομένως, στις 29/11/2010 που η Ενάγουσα τερμάτισε τη Συμφωνία, είχε το δικαίωμα και νομιμοποιείτο να το πράξει. Γ. Οι Προειδοποιητικές Επιστολές και Επιστολές Τερματισμού Κρίνω σκόπιμο να εξετάσω κατά πόσο οι επιστολές προειδοποίησης και τερματισμού κοινοποιήθηκαν εφόσον στην Υπεράσπιση των Εναγομένων υπάρχει άρνηση παραλαβής οποιωνδήποτε επιστολών και/ή επιστολών τερματισμού. Εν πρώτοις να επισημάνω ότι αναφορικά με τη μέθοδο που ακολουθήθηκε από την Ενάγουσα για την αποστολή των επιστολών προειδοποίησης και τερματισμού σχετικός είναι ο όρος 9 στην επίδικη Συμφωνία Δανείου ο οποίος έχει ως εξής: «Πάσα ειδοποίηση βάσει του παρόντος εγγράφου δύναται να δοθή εις τον Οφειλέτην, δια συνήθους ταχυδρομείου ή ιδιοχείρως εις την εν τη παρούση δηλούμενην διεύθυνση ή εις οιανδήποτε νέαν διεύθυνσιν ήθελε δώσει ο Οφειλέτης προς την Τράπεζαν ή εις την τελευταίαν γνωστήν του διεύθυνσιν». Για να είναι υπόχρεος ο εγγυητής να καταβάλει το χρέος και συνεπώς να μπορεί να εναχθεί πρέπει να τηρούνται δύο προϋποθέσεις. Το χρέος πρέπει να έχει καταστεί απαιτητό έναντι του πρωτοφειλέτη, να έχει δηλαδή ο πρωτοφειλέτης υποχρέωση για την αποπληρωμή του και να έχει υποβληθεί αξίωση αποπληρωμής από τον δανειστή προς τον εγγυητή αν υφίσταται τέτοια πρόνοια στη συμφωνία εγγύησης. Εφόσον το χρέος καταστεί πληρωτέο από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής καθίσταται παράλληλα υπόλογος για την αποπληρωμή του χωρίς να παρίσταται ανάγκη, εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, υποβολής αξίωσης από το δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει[7]. Μπορεί, όμως, τα μέρη να καταστήσουν την παροχή ειδοποίησης από το δανειστή στον εγγυητή μέρος της συμφωνίας για την ανάκτηση του. Και σε εκείνη ακόμα την περίπτωση η παροχή ειδοποίησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος αλλά δευτερεύοντα όρο για την εκτελεστότητα του χρέους, δηλαδή τη δυνατότητα ανάκτησης του. Όσον αφορά το Εγγυητήριο έγγραφο, Τεκμήριο 4, ημερ. 5/9/2002,με το οποίο oι Eναγόμενοι 2, 3 και 4 εγγυήθηκαν την υποχρέωση καταβολής στους Ενάγοντες οποιωνδήποτε ποσών θα καθίσταντο πληρωτέα σε σχέση με τις πιο πάνω υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 προς αυτούς δυνάμει του όρου 2 του εν λόγω Εγγράφου η υποχρέωση τους για πληρωμή θα αρχίζει από τη στιγμή που θα του ζητηθεί από την Τράπεζα. Ο εν λόγω όρος έχει ως ακολούθως: «Εγώ, ο πιο κάτω υπογεγραμμένος, με την παρούσα εγγυούμαι όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα, είτε οι υποχρεώσεις αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε κατέστησαν ή που πιθανό να καταστούν απαιτητές, είτε αυτές είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε είναι άμεσοι ή έμμεσοι, αναλαμβάνω δε να σας πληρώσω μόλις μου το ζητήσετε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ήθελε καταστεί πληρωτέο σε σας σε σχέση με τις ρηθείσες υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη ή οποιοδήποτε από αυτές, συμπεριλαμβανομένων κεφαλαίου πλέον τόκους (τόσο μετά όσο και πριν οποιαδήποτε απαίτηση ή δικαστική απόφαση) προς το ποσοστό του εκάστοτε επιτοκίου το οποίο η Τράπεζα θα χρεώνει τον Πρωτοφειλέτη από καιρού εις καιρόν μέχρι την πλήρη και τέλεια εξόφληση, πλέον προμήθειες και/ή έξοδα διαχείρισης , δικαιώματα μελέτης και/ή άλλα τραπεζικά δικαιώματα και δικηγορικά και δικαστικά έξοδα και/η άλλα έξοδα και δαπάνες που ήθελε υποστεί η Τράπεζα σε σχέση με τον Πρωτοφειλέτη η την παρούσα εγγύηση». Όσον αφορά το Εγγυητήριο έγγραφο, Τεκμήριο 5, ημερ. 5/9/2002,με το οποίο oι Eναγόμενοι 5 και 6 εγγυήθηκαν την υποχρέωση καταβολής στους Ενάγοντες οποιωνδήποτε ποσών θα καθίσταντο πληρωτέα σε σχέση με τις πιο πάνω υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 μέχρι ποσού Λ.Κ. 40.000δυνάμει του όρου 2 του εν λόγω Εγγράφου η υποχρέωση τους για πληρωμή θα αρχίζει από τη στιγμή που θα του ζητηθεί από την Τράπεζα. Ο εν λόγω όρος έχει ως ακολούθως: «Εγώ, ο πιο κάτω υπογεγραμμένος, με την παρούσα εγγυούμαι όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα, είτε οι υποχρεώσεις αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε κατέστησαν ή που πιθανό να καταστούν απαιτητές, είτε αυτές είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε είναι άμεσοι ή έμμεσοι, αναλαμβάνω δε να σας πληρώσω μόλις μου το ζητήσετε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ήθελε καταστεί πληρωτέο σε σας σε σχέση με τις ρηθείσες υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη ή οποιεσδήποτε από αυτές, συμπεριλαμβανομένων τόκων τραπεζικών δικαιωμάτων και δικηγορικών και δικαστικών εξόδων και/ή άλλων εξόδων και δαπανών που ήθελε υποστεί η Τράπεζα σε σχέση με τον Πρωτοφειλέτη η την παρούσα εγγύηση». Στην υπό εξέταση περίπτωση είναι φανερό ότι οι Συμβαλλόμενοι, δηλ. η Τράπεζα από την μια (Ενάγουσα) και οι εγγυητές από την άλλη (Εναγόμενοι 2, 3, 4, 5 και 6) κατέστησαν μέρος της Συμφωνίας Εγγύησης την αναγκαιότητα παροχής προς τον εγγυητή ειδοποίησης έτσι ώστε να άρχεται η δυνατότητα ανάκτησης από αυτόν του οφειλόμενου ποσού. Αναφορικά με τη μέθοδο που ακολουθήθηκε από την Ενάγουσα για την αποστολή των επιστολών προειδοποίησης και τερματισμού σχετικοί είναι ο όροι 10 και 11 των Εγγυητηρίων, Τεκμήριο 4 και 5 αντίστοιχα, οι οποίοι έχουν ως ακολούθως: «Γραπτή ζήτηση βάσει της παρούσας θα θεωρείται ότι έγινε με τον κατάλληλο τρόπο προς εμένα ή τους διαχειριστές της περιουσίας μου αν δοθεί με επιστολή που θα έχει σταλεί με συνηθισμένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση που αναφέρεται πιο κάτω και θα έχει πλήρη ισχύ παρά την τυχόν αλλαγή στην διεύθυνση μου και κοινοποίηση της αλλαγής αυτής προς την Τράπεζα, και τέτοια ζήτηση θα θεωρείται ότι λήφθηκε από μένα ή τους διαχειριστές της περιουσίας μου 24 ώρες μετά την ταχυδρόμησή της, και θα είναι ισχυρή αν υπογραφεί από οποιοδήποτε υπάλληλο της Τραπέζης, και για απόδειξη της ταχυδρόμησης θα είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι ρίφθηκε ο φάκελλος που περιέχει τη ζήτηση στο ταχυδρομείο, νοουμένου ότι ο φάκελλος έφερε την σωστή διεύθυνση». «Γραπτή ζήτηση βάσει της παρούσας θα θεωρείται ότι έγινε με τον κατάλληλο τρόπο προς εμένα ή τους διαχειριστές της περιουσίας μου αν δοθεί με επιστολή που θα έχει σταλεί με συνηθισμένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση που αναφέρεται πιο κάτω και θα έχει πλήρη ισχύ παρά την τυχόν αλλαγή στην διεύθυνση μου και κοινοποίηση της αλλαγής αυτής προς την Τράπεζα, και τέτοια ζήτηση θα θεωρείται ότι λήφθηκε από μένα ή τους διαχειριστές της περιουσίας μου 24 ώρες μετά την ταχυδρόμησή της, και θα είναι ισχυρή αν υπογραφεί από οποιοδήποτε υπάλληλο της Τραπέζης, και για απόδειξη της ταχυδρόμησης θα είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι ρίφθηκε ο φάκελλος που περιέχει τη ζήτηση στο ταχυδρομείο, νοουμένου ότι ο φάκελλος έφερε την σωστή διεύθυνση». Με βάση την αναντίλεκτη και αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Ε.1 στην Εναγόμενη 1 και στους Εναγόμενους 2, 3, 4, 5 και 6 στάλθηκαν προειδοποιητικές επιστολές ημερ. 9/6/2010 (Τεκμήρια 10 και 11 αντίστοιχα) και στη συνέχεια επιστολές τερματισμού ημερ.29/11/2010 (Τεκμήρια 12 και 13 αντίστοιχα). Κατατέθηκε επιπλέον ως Τεκμήριο 14 αντίγραφο της Απόδειξης κατάθεσης και αποστολής των επιστολών τερματισμού προς τους Εναγόμενους με ημερομηνία 15/12/
  2. Επισημαίνεται ότι και κατά τη μαρτυρία του Εναγόμενου 2 ήταν παραδεκτό ότι οι επιστολές τερματισμού είχαν παραληφθεί[8]. Ακόμα και να μην είχαν έτσι τα πράγματα, δηλαδή να μην είχαν αποσταλεί ή παραληφθεί οι πιο πάνω αναφερόμενες επιστολές, η καταχώρηση της Αγωγής συνιστά επαρκή τερματισμό της επίδικης Συμφωνίας Δανείου και η απαίτηση πληρωμής του οφειλόμενου ποσού[9]. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη Απόφαση στην υπόθεση Έλληνας κ.α. v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ECLI:CY:AD:2019:A503, Πολιτική Έφεση αρ. 87/2013, ημερ. 3/12/2019: «Εν πάση περιπτώσει, η ίδια η καταχώρηση της αγωγής τερμάτιζε τη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ακόμη και εάν μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι επιστολές δεν είχαν περιέλθει στη γνώση των εφεσειόντων, θέμα που προκύπτει ως απόρροια της εισήγησης ότι οι εφεσείοντες δεν παρέλαβαν τις επιστολές. Η καταχώρηση της αγωγής από μόνη της δηλώνει επιλογή από πλευράς της εφεσίβλητης τράπεζας τερματισμού της συμφωνίας και ενεργοποίηση των αναγκαίων διαδικασιών προς είσπραξη των οφειλομένων ποσών, (Μακεδόνας ν. Λαζάρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 1322 και Κυριάκου ν. Χρυσοστόμου
(2004)1 Α.Α.Δ. 2029)». Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ο επίδικος λογαριασμός δανείου έχει δεόντως τερματιστεί και το χρεωστικό υπόλοιπο στον εν λόγω λογαριασμό έχει καταστεί απαιτητό έναντι της πρωτοφειλέτιδας Εταιρείας από την οποία απαιτήθηκε να το εξοφλήσει και έχουν προς τούτο ειδοποιηθεί οι εγγυητές από τους οποίους, επίσης, απαιτήθηκε η εξόφληση τους. Δ. Οφειλόμενο υπόλοιπο Όπως είναι πάγια νομολογημένο στις πολιτικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα, ο οποίος θα πρέπει να ικανοποιήσει με επαρκή μαρτυρία και αποδεικτικά στοιχεία ότι η θέση και η εκδοχή του, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων είναι πιο πιθανή παρά όχι. Σε περίπτωση, λοιπόν, που η Τράπεζα ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της είναι πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται σε απόφαση[10]. Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μια εκδοχή ως προς τα γεγονότα τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός εάν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο[11]. Ανάμεσα, λοιπόν, στα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης ήταν και η απόδειξη του διεκδικουμένου υπολοίπου. Για το σκοπό αυτό η πλευρά της Ενάγουσας κατέθεσε τις Καταστάσεις Λογαριασμού, ήτοι τα Τεκμήρια 16Α και Β. Οι πιο πάνω Καταστάσεις συνοδεύονται από Πιστοποιητικό τιτλοφορούμενο «Πιστοποιητικό δυνάμει του Άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9».Το παρουσιασθέν Πιστοποιητικό είναι υπογεγραμμένο από την ίδια τον Μ.Ε.1 ο οποίος αναφέρει ότι είναι κάτοχος της θέσης του Λειτουργού του Δικαστικού Τομέα της Μονάδας Καθυστερήσεων της Ενάγουσας τράπεζας και ότι έχει ως καθήκον του την παρακολούθηση του σχετικού ηλεκτρονικού Αρχείου και/ή όλων των πληροφοριών που αφορούν τους λογαριασμούς των πελατών της Ενάγουσας. Το Πιστοποιητικό βεβαιώνει ότι η επισυνημμένη Κατάσταση Λογαριασμού της Εναγόμενης 1και συγκεκριμένα για τον επίδικο λογαριασμό με προηγούμενο αρ. XXXXX301-2 και νέο λογαριασμό με αριθμό XXXXX367-2 αποτελεί απόσπασμα και/ή μέρος του ηλεκρονικού Αρχείου της Ενάγουσας Τράπεζας και ότι αποτελεί ένα από τα συνήθη βιβλία της Τράπεζας. Αναφέρεται επίσης από τον Μ.Ε.1 ότι έχει συγκρίνει το αντίγραφο της Κατάστασης Λογαριασμού που επισυνάπτει με την αρχική καταχώρηση και διαπίστωσε ότι είναι ορθό. Ικανοποιούνται, συνεπώς, οι προϋποθέσεις του Άρθρου 35
(3)του Κεφ.9 και συνιστούν, επομένως, οι Καταστάσεις αποδεικτικό στοιχείο των καταχωρήσεων που εμπεριέχουν, η αξία των οποίων αποτιμάται από το Δικαστήριο. Η αποτίμηση αυτή ασκείται δικαστικά και συνυπολογίζονται όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου[12].Οι καταστάσεις δεν συνιστούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρήσεων, κάτι που θα ίσχυε μόνο εφόσον θα είχαν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις του Άρθρου 22 του Νόμου. Η διαφορά μεταξύ της αποδοχής εγγράφου δυνάμει του Άρθρου 22 και του Άρθρου 35 του περί Απόδειξης Νόμου είναι πρόδηλη. Ενώ στην πρώτη περίπτωση το έγγραφο συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρήσεων που εμπεριέχει, στη δεύτερη περίπτωση συνιστά αποδεικτικό στοιχείο, η αξία του οποίου αποτιμάται από το Δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση ουδεμία αμφισβήτηση έγινε είτε αναφορικά με την ανάληψη των ποσών του δανείου, είτε αναφορικά με τα ποσά που καταβλήθηκαν έναντι. Με άλλα λόγια δεν προβλήθηκε εκ μέρους του Εναγόμενου 2 ή και της Εναγόμενης 6 ότι δεν έγιναν οι αναλήψεις ή οι μεταφορές που αναφέρονται στις Καταστάσεις Λογαριασμών ή ότι υπήρξαν και άλλες καταθέσεις ή οποιαδήποτε άλλα ποσά που θα έπρεπε να πιστωθούν στο λογαριασμό του επίδικου Δανείου[13].Επισημαίνεται εν προκειμένω ότι κατά την πολύ περιορισμένη αντεξέταση του Μ.Ε.1 ουδεμία ερώτηση υπεβλήθη από την Υπεράσπιση σε σχέση με τα ποσά, τους τόκους και χρεώσεις που περιλαμβάνονται στις Καταστάσεις Λογαριασμού. Με δεδομένο ότι η πλευρά των Εναγόμενων δεν έχει κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης αμφισβητήσει καθ'οιονδήποτε τρόπο οποιαδήποτε χρέωση περιλαμβάνεται στο λογαριασμό, η θέση που προωθήθηκε ότι δεν είναι αποδεκτό το ποσό που αξιώνεται από την Ενάγουσα δεν μπορεί να έχει οποιοδήποτε έρεισμα. Αν η πλευρά των Εναγομένων αμφισβητούσε οποιαδήποτε χρέωση στους επίδικους λογαριασμούς και γενικότερα την ορθότητα ή μη των Καταστάσεων λογαριασμού όφειλε να αντεξετάσει σχετικά τον Μ.Ε.1 επί του περιεχομένου τους κάτι, που επαναλαμβάνω, δεν έχει πράξει. Από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο καταλήγει ότι το Πιστοποιητικό που κατατέθηκε δυνάμει του Άρθρου 35 του πιο πάνω Νόμου τηρεί όλα τα εχέγγυα της Νομοθεσίας και επιβεβαιώνει τις Καταστάσεις Λογαριασμών ως μέρος του Αρχείου τήρησης και διατήρησης των τραπεζικών λογαριασμών. Ειδικότερα και κατ΄ ακολουθία όλων των πιο πάνω, οι Καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών, οι οποίες καταδείχθηκε ότι αποτελούν μέρος του Αρχείου της Τράπεζας, αποτυπώνουν την πραγματικότητα αναφορικά με τη λειτουργία τους, τις χρεοπιστώσεις και τα υπόλοιπα στοιχεία, ήτοιZπαρουσιάζουν το ορθό ποσό που εκταμιεύθηκε από την Τράπεζα και όλες τις δόσεις που πληρώθηκαν και εμπεριέχουν τις ορθές καταχωρήσεις που ανταποκρίνονται στην πραγματικές δοσοληψίες που έγιναν. Ε. Οι Τόκοι Η χρέωση τόκου είναι ζήτημα που εξαρτάται από τους όρους της επίδικης Σύμβασης. Επαφίεται, δηλαδή, στα συμβαλλόμενα μέρη να καθορίσουν το ύψος του επιτοκίου όπως και έπραξαν στην υπό εξέταση περίπτωση.[14] Με βάση τους όρους της Συμφωνίας Δανείου (Τεκμήριο 3) ρητά συμφωνήθηκε ότι ο λογαριασμός θα χρεώνεται με κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα καθορίζεται από το εκάστοτε βασικό επιτόκιο της Τράπεζας προσαυξημένο, σε κάθε περίπτωση, κατά 2,5% (το περιθώριο), ήτοι, κατά το χρόνο σύναψης της Συμφωνίας, βασικό επιτόκιο 5,5%, προσαύξηση 2,5% και άρα συνολικό επιτόκιο 8%. Με βάση τον όρο 4(α) της επίδικης Συμφωνίας Δανείου η Ενάγουσα δικαιούτο «οποτεδήποτε αποφασίσει να τροποποιεί τον τρόπο υπολογισμού του επιτοκίου με τον οποίο χρεώνεται το ρηθέν Δάνειο από Μεταβλητό σε Κυμαινόμενο ή από Κυμαινόμενο σε Μεταβλητό και αντίστροφα με απλή ειδοποίηση προς τον Χρεώστη και με ισχύ από την ημέρα που θα καθορίζεται στην εν λόγω ειδοποίηση και μέχρι νεώτερης ειδοποίησης από την Τράπεζα». Αναφορικά με τον τόκο υπερημερίας σχετικός είναι ο όρος 4(γ) της επίδικης Συμφωνίας Δανείου, Τεκμήριο 3, ο οποίος διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Αν οποιοδήποτε ποσό που καθίσταται πληρωτέο δυνάμει της παρούσας συμφωνίας, δεν πληρωθεί την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέο (συμπεριλαμβανομένου και οποιουδήποτε ποσού καθίσταται πληρωτέο δυνάμει της παρούσας παραγράφου), ο Οφειλέτης θα πληρώνει επιπρόσθετο τόκο υπερημερίας προς 3% ετησίως (ο 'Τόκος Υπερημερίας') από την ημερομηνία που το ποσό κατέστη πληρωτέο μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης. Όλες οι πιο πάνω αναφερόμενες χρεώσεις συμπεριλαμβανομένου του Βασικού Επιτοκίου, Προσαύξησης, του Μεταβλητού Επιτοκίου, του Σταθερού Επιτοκίου, προμηθειών, δικαιωμάτων και Τόκου Υπερημερίας θα κεφαλαιοποιούνται, αν δεν πληρωθούν, κάθε 6 (έξι) μήνες κατά την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους και θα ισχύουν τόσο πριν, όσο και μετά οποιαδήποτε απαίτηση και/ή δικαστική απόφαση. ........................................» Περαιτέρω με βάση τον όρο 4(γ) η Ενάγουσα Τράπεζα δικαιούτο «να μεταβάλλει (είτε να αυξάνει είτε να μειώνει) κατά την κρίση της και οποτεδήποτε, μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας, των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, το Βασικό επιτόκιο, την Προσαύξηση, το Μεταβλητό Επιτόκιο, τον Τόκο Υπερημερίας, τις προμήθειες και/ή Τραπεζικά δικαιώματα[και/ή να επιβαρύνει το λογαριασμό με ποσοστό προμήθειας και/ή Τραπεζικά (ledger) ή άλλα δικαιώματα κατά την κρίση της αν η συμφωνία αυτή δεν προνοεί τέτοιες επιβαρύνσεις] και η αλλαγή και/ή επιβολή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον Οφειλέτη που θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή γραπτή ειδοποίηση και θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση». Στη συνέχεια με την Τροποποιητική Συμφωνία ημερ. 24/2/2009 (Τεκμήριο 8). οι όροι της οποίας διαλαμβάνονται στην επιστολή ημερ. 28/1/2009, Τεκμήριο 7,το επιτόκιο συμφωνήθηκε σε 7,50%, ήτοι 2% βασικό επιτόκιο, 5,50% προσαύξηση πλέον 5% τόκος υπερημερίας. Ως Τεκμήριο 15 κατατέθηκε αντίγραφo όλων των σχετικών δημοσιεύσεων στον Τύπο αναφορικά με τις μεταβολές στον τόκο υπερημερίας σε 5% από 1/1/2005 και 5,35% από 26/4/2010. Δεν υπήρξε από πλευράς Υπεράσπισης οποιαδήποτε αμφισβήτηση αναφορικά με την ενημέρωση των Εναγομένων σχετικά με τις μεταβολές στον τόκο υπερημερίας. Με την επιστολή τερματισμού ημερ. 29/11/2010 το συνολικό επιτόκιο ανήλθε σε 11,85%, ήτοι1% βασικό επιτόκιο πλέον 5,5% προσαύξηση και 5,35% τόκο υπερημερίας, ήτοι με ποσοστό μικρότερο του συμβατικού. Από τις 25/11/2013 ο τόκος υπερημερίας που χρεώνετο ο λογαριασμός της Εναγόμενης 1 περιορίστηκε από 5,35% σε 1,75%. ΣΤ. Κατάληξη Για τους λόγους που πιο πάνω έχω εξηγήσει και με βάση τη μαρτυρία που έχω αποδεχθεί η Ενάγουσα έχει πετύχει να αποδείξει την αξίωση της Ως εκ τούτου εκδίδεται: I. Απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €151.724,93 πλέον συσσωρευμένους τόκους €5.242,23 επί του ποσού αυτού από 1/7/2010 μέχρι 28/11/2010 πλέον τόκο προς 11,85% ετησίως από 29/11/2010 μέχρι 24/11/2013 και προς 8,25% από 25/11/2013 μέχρι την εξόφληση με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές τον χρόνο, ήτοι την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. II. Απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 5 και 6 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €68.344,06 πλέον τόκο προς 11,85% ετησίως από 29/11/2010 μέχρι 24/11/2013 και προς 8,25% από 25/11/2013 μέχρι την εξόφληση με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές τον χρόνο, ήτοι την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. III. Διατάγματα εναντίον του Εναγόμενου 2 ως οι παραγράφοι (Γ) και (Δ)
(1)και
(2)του Παρακλητικού της Αξίωσης. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................ Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1]Δέστε, μεταξύ άλλων,Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
(2011)1Α.Α.Δ. 2192,ScottGrahamBrierleyv. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 476, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056. [2]Δέστε Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ,
(2011)1Α.Α.Δ. 2192. [3]ΔέστεFrederickou School Co Ltd κ.α. v. Acuac Inc.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1527, M & TH. PETROU & SONS DEVELOPERS LTD v. ΚΟΥΚΚΟΥΛΗ Πολ. Έφεση 18/2011 ημερ.16.11.16 [4]Τα χρήματα όχι, δεν τα έχω πάρει τα χρήματα αυτά Εντιμοτάτη, είναι ένα επακόλουθο του δανεισμού των 400.000 που η εταιρεία και εμείς έχουμε πληρώσει σταδιακά και το αποτέλεσμα αυτού πώς επήλθε; Επήλθε.. Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Τι εννοείτε; Σας είχε ρωτήσει με αυτό το ποσό των 180.000 ευρώ αν έχετε οποιανδήποτε σχέση. Ο μάρτυρας συνεχίζει: Α. Είναι επακόλουθο τόκων Εντιμοτάτη. Είναι κεφαλαιοποιημένοι τόκοι. Εγώ αμφιβάλλω τα ποσά τούτα... [5]A. Τεμάχιο αριθμός XXXXX στο Δάλι, υποθήκη που είναι ιδιοκτησία δική μου. Θέλω να σημειώσω Εντιμοτάτη εδώ ότι τούτο το τεμάχιο το ένα ήταν περίπου 4 ή 5 τεμάχια τα οποία εγώ είχα πληρώσει τις υποθήκες, είχα πληρώσει τους τόκους και όχι μόνο πλήρωνα τις δόσεις μου μέσα στα χρόνια αυτά, αλλά όταν ζήτησα να αποδεσμεύσω τα κτήματα αυτά από την τράπεζα και να πληρώσω εξ' ολοκλήρου την υποθήκη μου είχε ζητηθεί να πληρώσω τους τόκους 9% αν δεν λανθάνομαι ή 8%. Είχα πληρώσει επιπλέον ξανά τους τόκους από την ημέρα που είχε εκδοθεί το δάνειο. [6]Δέστε Μακεδόνας ν. Ευάγγελου Λαζάρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 1322 όπου λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής σχετικά: «Με την έφεση αμφισβητείται η πρωτόδικη άποψη ότι χρειαζόταν οποιαδήποτε απαίτηση ληρωμής προτού κινηθεί η αγωγή για το χρέος. Η επί του θέματος συζήτηση κάλυψε διάφορα είδη νομικών σχέσεων όπου είχε απασχολήσει το κατά πόσο τέτοια απαίτηση ήταν ή όχι αναγκαία και είχαν, συναφώς, επισημανθεί διακρίσεις μεταξύ περιπτώσεων. Έγινε εκτενής αναφορά σε νομολογία, αγγλική και κυπριακή. Νομίζουμε πως αρκούν, για να φωτίσουν το πεδίο, οι αποφάσεις στις υποθέσεις In re J. Brown's Estate [1893] 2 Ch. 300, Bradford Old Bank v. Sutcliffe [1918] 2 K.B. 833, MS Fashions Ltd and Others v. Bank of Credit and Commerce International SA and Others (No. 2) [1993] 3 All E.R. 769, Ioannou v. Hassan 3 C.L.R. 30 και Lombard Natwest Ltd v. Παναγιώτη Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465 στις οποίες μας παρέπεμψε ο συνήγορος του εφεσείοντος και, σε μερικές από αυτές, ο συνήγορος των εφεσιβλήτων. Θεωρούμε πως δεν χρειάζεται να επεκταθούμε. Μπορούμε εν προκειμένω να περιοριστούμε στην πτυχή της απαίτησης που αφορούσε σε απλό δάνειο. Με βάση τη νομολογία, σε ό,τι αφορά τον πρωτοφειλέτη δεν χρειάζεται απαίτηση πληρωμής. Αυτό ισχύει ακόμα και αν θεωρηθεί ότι εδώ η πρόνοια στο γραμμάτιο περί απαίτησης αντανακλούσε και στο ίδιο το δάνειο. Στην re J. Brown's Estate (ανωτέρω) το ζήτημα τέθηκε ως εξής: «.. Where there is a present debt and a promise to pay on demand, the demand is not considered to be a condition precedent to the bringing of the action. But it is otherwise on a promise to pay a collateral sum on request, for then the request ought to be made before action brought.»» Δέστε, επίσης, τις υποθέσεις Ioannou v. Hasan 3 C.L.R. 30, Lombard Natwest Ltd ν. Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465, κ.ά. και Εταιρεία J.K. Vavlites (Hotels & Leisure) Ltd, ν. Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου Προνοίας του Τακτικού Ωρομίσθιου Κυβερνητικού Προσωπικού, Πολιτική Έφεση αρ. 31/2013, ημερ. 30/1/2019. [7]Δέστε Savvidesν. Christofides
(1978)1 C.L.R. 303και Lombard Natwest Ltd ν. Παναγιώτη Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465. [8]«A.Μάλιστα. Το έγγραφο που μας έχουν στείλει είναι 29/11, τερματισμός. Η ημερομηνία είναι 29/1, αλλά εμείς το λάβαμε αργότερα..[..]» [9]Δέστε Κυριάκου ν Χρυσοστόμου
(2004)1 Α.Α.Δ. 2029.(«Όπως δε παρατηρεί και ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Εφεσίβλητη, η ίδια η καταχώρηση της αγωγής συνιστούσε, αν τούτο απαιτείτο, επαρκή τερματισμό της συμφωνίας και απαίτηση πληρωμής του οφειλόμενου ποσού.») [10] Δέστε Μπούλος Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ [2001] 1 Α.Α.Δ.
  1. [11] Δέστε Barry Wynneν. David Costaki Mavronikola ως Διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα [20091 1Α.Α.Δ. 1138, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. ν. Γιώργος Οικονόμου ECLI:CY:AD:2014:A786, Π.Ε.335/09 ημερ. 17/10/
  2. [12]Δέστε Άρθρο 35
(1)του Κεφ.9. [13] Δέστε Π. Ζερβός v. Hellenic Bank Public CompanyLtd
(2013)1 Α.Α.Δ. 2357, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδv. Λάμπρος Χαριλάου κ.ά
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, Χρήστος Θεοδώρου v. Hellenic Bank Limited
(2012)1 Α.Α.Δ. 2059. [14]Δέστε Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδv. Λάμπρος Χαριλάου κ.ά
(2009)1 Α.Α.Δ. 479 και Θεοδώρου v. HellenicBankLtd
(2012)1 Α.Α.Δ. 2059. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.