CHRISTOFI BROS TRADING LTD ν. LOIS BUILDERS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1331/2019, 3/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A616 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1331/2019 Μεταξύ: CHRISTOFI BROS TRADING LTD Εναγόντων και LOIS BUILDERS LIMITED Εναγόμενων Ημερομηνία: 03 Δεκεμβρίου, 2020. Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Χατζησέργης, για Α. Χατζησέργης Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση: κα. Α. Χρίστου για Ιωαννίδης, Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ0 Αίτηση ημερομηνίας 10/01/2020 για έκδοση συνοπτικής απόφασης Οι Ενάγοντες-Αιτητές με την Αίτησή τους, ημερομηνίας 10/01/20, αιτούνται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση για το ποσό των €194,577.11 και όχι για το ποσό που απαιτούν με την Έκθεση Απαίτησής τους, το οποίο ανέρχεται στις €410.108,64 ως οφειλόμενο γι προσφερθείσες και/ή παρασχεθείσες υπηρεσίες . Η συγκεκριμένη Αίτηση βασίστηκε στη Δ.18, θ.1-9 και στη Δ.48 θ.1-4 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στη πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίχθηκε, η Αίτηση, με ένορκη δήλωση του XXXXX Ιωάννου, Οικονομικού Διευθυντή των Εναγόντων και γνώστη των γεγονότων, λόγω του ότι είναι υπεύθυνος για την ετοιμασία, εποπτεία και έλεγχο των τιμολογίων και των διαταχτικών πληρωμής των πελατών των Αιτητών. Οι Ενάγοντες συνιστούν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, η οποία ασχολείται με τον τομέα εσωτερικών κατασκευών, όπως τοποθέτηση ψευδοροφών, διαχωριστικών, δαπέδων και οποιονδήποτε συναφή εργασιών καθώς και με την πώληση συναφών προϊόντων. Στη βάση γραπτών ή/και προφορικών συμφωνιών, σε διάφορα χρονικά διαστήματα, οι Αιτητές αναλάμβαναν διάφορες υπεργολαβίες που τους ανέθεταν οι Καθ΄ων η Αίτηση, διεκπαιρεώνοντας διάφορες εργασίες της ειδικότητάς τους. Στα πλείστα έργα που οι Αιτητές είχαν προσφέρει υπηρεσίες στους Καθ΄ων η Αίτηση έχουν υπογραφτεί συμφωνίες των οποίων οι όροι είναι πανομοιότυποι: Ότι θα χρεώνονταν οι εργασίες με βάση τις τιμές μονάδας που ήταν επισυνημμένες στη συμφωνία, ότι μετά την προσωρινή παραλαβή των εργασιών των Αιτητών από τον Διευθυντή του εργοταξίου και τη πιστοποίηση των εργασιών θα δινόταν εντολή στο Λογιστήριο των Καθ΄ων η Αίτηση για την πληρωμή των Αιτητών, ότι η οριστική παραλαβή των εργασιών των Αιτητών θα γινόταν με την οριστική παραλαβή του έργου, οπόταν και θα πληρώνετο το τελικό ποσό της εργολαβίας, ότι οι πληρωμές θα γίνονταν ανάλογα με την εκτελεσθείσα εργασία και ότι οι όποιες κρατήσεις που θα γίνονταν ήταν 10% μέχρι την προσωρινή παραλαβή της εργασίας του Υπεργολάβου και 2.5% μέχρι την οριστική παραλαβή του έργου. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα η διαδικασία που ακολουθείτο για πληρωμή ήταν με την εκτέλεση της αναληφθείσας εργασίας ο Διευθυντής του εργοταξίου του έργου ή εκπρόσωπος των Καθ' ων η Αίτηση προέβαινε σε πιστοποίηση των εργασιών και εξίδιδε το αντίστοιχο διατακτικό πληρωμής υπεργολάβου. Οι Αιτητές απέστελλαν στους Καθ΄ων η Αίτηση σχετικό διατακτικό και/ή πιστοποιητικό πηρωμής στο οποίο αναγραφόταν η ανάλυση της εκτελεσθείσας εργασίας. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση αφού προέβαιναν στους απαραίτητους ελέγχους και στις απαραίτητες επιμετρήσεις πιστοποιούσαν την εκτελεσθείσα εργασία και εξέδιδαν το διατακτικό ή/και το πιστοποιητικό πληρωμής και το απέστελλαν ή το παρέδιδαν στους Αιτητές και τους ενημέρωναν για τη πληρωμή ή μέρος αυτής και ακολούθως εκδίδετο σχετικό τιμολόγιο και απόδειξη είσπραξης. Σε κάθε εκδοθέν πιστοποιητικό υπήρχε και κάποιο ποσό κράτησης, το οποίο πληρωνόταν αργότερα με την προσωρινή και/ή οριστική παραλαβή των εργασιών των Αιτητών από τους Καθ΄ων η Αίτηση. Για το ποσό της κράτηση εκδίδετο ξεχωριστό τιμολόγιο από τους Αιτητές. Για όλα τα έργα, για τα οποία εκκρεμούν πληρωμές στους Αιτητές, οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν προβεί σε οριστική παραλαβή όλων των έργων. Σε ορισμένα έργα οι Καθ' ων η Αίτηση δεν προχώρησαν στην έκδοση πιστοποιητικών πληρωμής για τις εκτελεσθείσες εργασίες, παρά τις επανειλλημένες οχλήσεις προς αυτούς, σε κάποιες περιπτώσεις κακόβουλα και δόλια για να αποφύγουν τη πληρωμή των υποχρεώσεών τους. Οι Αιτητές διατηρούσαν τρείς
(3)ξεχωριστές αναλυτικές καταστάσεις αναφορικά με τα οφειλόμενα ποσά των Καθ΄ ων η Αίτηση προς αυτούς. Η πρώτη κατάσταση αφορά τα οφειλόμενα ποσά από τις κρατήσεις σε εκτελεσθείσες εργασίες των Αιτητών για τα οποία έχουν εκδοθεί και παραδοθεί τιμολόγια προς τους Καθ΄ων η Αίτηση και το οφειλόμενο ποσό ανέρχεται στις €151,140.80, «Κατάσταση Α». Η δεύτερη κατάσταση περιλαμβάνει δυο κεφάλαια. Το Κεφάλαιο Β το οποίο αφορά ποσά για εκτελεσθείσες εργασίες των Αιτητών για τις οποίες έχουν εκδοθεί τιμολόγια προς τους Καθ' ων η Αίτηση και για τα οποία έγιναν πήρωμές έναντι. Το οφειλόμενο ποσό ανέρχεται στις €33,832.02, «Κατάσταση Β». Το Κεφάλαιο Γ αφορά τιμολόγια που έχουν εκδοθεί για τη προμήθεια προϊόντων τα οποία οι Καθ΄ων η Αίτηση έχουν υπογράψει και δεν έχουν αμφισβητήσει. Το οφειλόμενο ποσό κάτω από αυτό το Κεφάλαιο ανέρχεται στις €9,604.29, «Κατάσταση Γ». Η τρίτη κατάσταση περιλαμβάνει τα οφειλόμενα ποσά των Καθ' ων η Αίτηση προς τους Αιτητές, τα οποία βασίζονται σε εκδοθέντα διατακτικά ή/και πιστοποιητικά πληρωμής για εκτελεσθείσες εργασίες και για τα οποία έχουν εκδοθεί και παραδοθεί σχετικά τιμολόγια στους Καθ' ων η αίτηση, «Κατάσταση Δ». Το συνολικό οφειλόμενο ποσό ανέρχεται στις €215,531.
- Είναι η θέση του ότι οι διάδικοι είχαν υπογράψει, στις 24/04/17, «Συμφωνία Διευθέτησης Οφειλών» στην οποία αναφερόταν ότι οι Καθ΄ων η Αίτηση, με βάση τους δικούς τους υπολογισμούς και εκτιμήσεις της εκτελεσθείσας εργασίας, όφειλαν ποσό, για εκτελεσθείσες εργασίες, το οποίο δεν ξεπερνούσε το ποσό του €1.521.809,
- Είχε συμφωνηθεί όπως οι Καθ' ων η Αίτηση καταβάλλουν το ποσό των €7,000 μηνιαίως, για 14 μήνες, μέχρι του ποσού των €100,
- Ήταν επίσης ρητός όρος της συγκεκριμένης συμφωνίας ότι τα μέρη θα αναλάμβαναν εντός 6 μηνών όπως προέβαιναν στις απαραίτητες διαδικασίες προς εξακρίβωση και συμφωνία των τελικών λογαριασμών και ενδιάμεσων πιστοποιητικών για τα συγκεκριμένα έργα. Οι Αιτητές δυνάμει της συγκεκριμένης συμφωνίας υποχρεούνταν όπως υποβάλλουν προς έλεγχο και αξιολόγηση όλα τα στοιχεία, αναλυτικά, των ποσοτήτων και αναλυτικής τιμολόγισης προς τους Καθ' ων η Αίτηση για την εκτελεσθείσα εργασία, υποχρέωση με την οποία έχουν συμμορφωθεί. Αντίθετα οι Καθ' ων η Αίτηση ουδέποτε τους κάλεσαν για να παραθέσουν την δική τους θέση. Επιπρόσθετα έχουν παραλήψει να καταβάλλουν τις συμφωνηθείσες δόσεις καθότι έχουν καταβάλλει μόνο 5 δόσεις για το συνολικό ποσό των €35.000, ενώ το υπόλοιπο ύψους €65.000 δεν έχει καταβληθεί, παρά τις επανελλειμένες οχλήσεις των Αιτητών προς τους Καθ' ων η Αίτηση. Καταλήγει, ότι οι Αιτητές ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης μόνο για τα ποσά των Κεφαλαίων Α (€151,140.80), Β (€33,832.02) και Γ(9,604.29) και δεν ζητούν τα ποσά που αναφέρονται στο Κεφάλαιο Δ γιατί πηγάζουν από τιμολόγια που εξέδωσαν οι Αιτητές στη βάση των δικών τους πιστοποιητικών πληρωμής, τα οποία δεν συμφωνούν με τα πιστοποιητικά πληρωμής των Καθ' ων η Αίτηση. Τα ποσά τα οποία οι Αιτητές απαιτούν προκύπτουν από έγγραφα των Καθ' ων η Αίτηση και η οποιαδήποτε καταχώριση υπεράσπισης θα προκαλέσει μόνο καθυστέρηση στην έκδοση δικαστικής απόφασης και απονομής δικαιοσύνης, αφού ο μόνος λόγος για τον οποίον καταχώρησαν Σημείωμα Εμφάνισης είναι για να καθυστερήσουν την έκδοση απόφασης. Για αυτό και ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης για το ποσό των €194,577.11 πλέον νόμιμο τόκο. Η αίτηση αντιμετωπίστηκε με Ένσταση, στην οποία κατεγράφησαν εννιά
(9)λόγοι ενστάσεως, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Ότι η αίτηση είναι ανεδαφική και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης, ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση έχουν καλή υπεράσπιση στην αξίωση των Αιτητών, ότι επιζητείται συνοπτική απόφαση για μέρος της απαίτησης, ότι το ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό δεν είναι αποδεκτό, ότι δεν παρατίθεται μαρτυρία ή/και γεγονότα που να αποδεικνύουν ότι η υπεράσπιση των Καθ' ων η Αίτηση δεν είναι ουσιαστική, ότι δεν υπάρχει επαρκής μαρτυρία με την οποία να αποδεικνύεται η αξίωση των Αιτητών, ότι εγείρονται σοβαρά ζητήματα προς εκδίκαση τα οποία δεν μπορούν να αποφασιστούν χωρίς να παρουσιαστεί η ολότητα της μαρτυρίας, ότι οι Αιτητές απέκρυψαν από το Δικαστήριο τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και ότι η αίτηση είναι κακόπιστη, καταχριστική και αποσκοπεί στην αποστέρηση των δικαιωμάτων των Καθ' ων η Αίτηση. Νομική βάση για την Ένσταση αποτέλεσαν η Δ.18, θ.1(α,β), 2, 3, 6, 8(α) και 9, η Δ.48 θ.1-4, 7 και 9 και η Δ.59 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Προς υποστήριξη της Ένστασης, καταχωρίστηκε Ένορκη Δήλωση από τον XXXXX Λοή, ένα εκ των διευθυντών της Εναγόμενης Εταιρείας και γνώστη των γεγονότων. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα, οι Αιτητές έχουν διαστρευλώσει τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση. Υποστηρίζει ότι οι Καθ΄ων η Αίτηση έχουν καλή Υπεράσπιση και ότι δεν μπορεί να εκδοθεί απόφαση για μέρος μόνο της αξίωσης, ήτοι για το ποσό των €194.577,11 ενώ η αξίωση αφορά το ποσό των €410.108,64, γιατί δεν μπορεί να διαχωριστεί το ποσό αφού αφορά πολλά έργα. Εγείρει το ερώτημα πως μπορεί να μην υπάρχει καλή υπεράσπιση για μέρος της αξίωσης ενώ για το υπόλοιπο να υπάρχει. Όσον αφορά τα γεγονότα είναι η δική του θέση ότι πράγματι οι Καθ΄ ων η Αίτηση συμβάλλονταν με τους Αιτητές για σκοπούς παροχής υπηρεσιών για τοποθέτηση ψευδοροφών, διαχωριστικών, δαπέδων κ.α. και υπογράφονταν συμφωνίες Υπεργολαβίας/Προμήθειας. Υποστηρίζει ότι οι όροι των Συμφωνιών δεν ήταν πανομοιότυποι και ο τρόπος πληρωμής του Υπεργολάβου/Προμηθευτή διαφοροποιείτο σε κάποια από τα έργα, και παραθέτει όρους από διαφορετικά συμβόλαια εργολαβίας. Η πληρωμή βάσει τιμολογίων δεν προβλέπετο από τους όρους των Συμφωνιών αλλά ούτε και ακολουθείτο η συγκεκριμένη πρακτική μεταξύ των Μερών πλην όμως σε συγκεκριμένες περιπτώσεις προμήθειας, για τις οποίες οι Αιτητές προσκόμιζαν τιμολόγια, οι Καθ' ων η Αίτηση προέβαιναν σε πιστοποίηση των εν λόγω τιμολογίων για να προχωρήσει η πληρωμή τους. Επίσης σύμφωνα με τους όρους των Συμφωνιών το τελικό ποσό προς πληρωμή προς τους Αιτητές θα γινόταν μόνο με την έγκριση των εκτελεσθέντων εργασιών αλλά και των υλικών από τον Αρχιτέκτονα του εκάστοτε Έργου και ορισμένα εξ αυτών μόνο μετά την καταβολή από τον Εργοδότη του οφειλόμενου ποσού προς τους Καθ' ων η Αίτηση. Είναι η θέση του Ομνύοντα ότι σε πολλά από τα έργα των Καθ΄ ων η Αίτηση δεν έχουν πληρωθεί. Υποστηρίζει ότι στις πλείστες περιπτώσεις οι Αιτητές δεν έχουν εκτελέσει τις συμφωνηθείσες ανατεθείσες εργασίες με βάση το συμβόλαιο Υπεργολαβίας ή με βάση το χρονοδιάγραμμα του Έργου με αποτέλεσμα να προκληθούν ζημιές στους Καθ΄ων η Αίτηση αλλά και καθυστέρηση στην ομαλή διεκπαιρέωση των εργασιών των Έργων, λόγω της υπέρμετρης καθυστέρησης στην εκτέλεση των εργασιών παρά τις επανελλειμένες και συνεχής προειδοποιήσεις και παρακλήσεις των Καθ΄ων η Αίτηση για επίσπευση αλλά και διόρθωση των εργασιών. Οι κακοτεχνίες που είχαν προκληθεί από τους Αιτητές στα έργα είχαν ως αποτέλεσμα την αποκοπή ποσών από τα Πιστοποιητικά Πληρωμής που εκδίδονταν προς τους Καθ΄ων η Αίτηση από τον εκάστοτε Αρχιτέκτονα και Εργοδότη των έργων. Τα τιμολόγια στα οποία αναφέρεται ο Διευθυντής των Αιτητών δεν έχουν υπογραφτεί από τους Καθ' ων η Αίτηση και ουδέποτε έχουν γίνει αποδεκτά. Όσο αφορά τη Συμφωνία ημερομηνίας 24/04/17, αρνείται ότι αποτελεί παραδοχή της κατ ισχυρισμό οφειλής των Καθ' ων η Αίτηση προς τους Αιτητές. Απαραίτητη προϋπόθεση για την εκπλήρωση της συγκεκριμένης Συμφωνίας, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, ήταν όπως προβούν οι Αιτητές σε υποβολή όλων των στοιχείων και τεκμηρίωση της εκτελεσθείσας εργασίας, κατά την εκτίμησή τους, για τα επίδικα έργα. Οι Αιτητές ουδέποτε έχουν υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία προς τους Καθ΄ ων η Αίτηση και ουδέποτε έχει γίνει αξιολόγηση των στοιχείων και ποσοτήτων. Συνεπακόλουθα οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν καλή Υπεράσπιση αφού τα ποσά τα οποία προκύπτουν τόσο από τους τελικούς λογαριασμούς όσο και από τα πιστοποιητικά πληρωμής για τα επίδικα έργα δεν έχουν ξεκαθαρίσει και υπάρχουν κακοτεχνίες και καθυστερήσεις που έχουν προκληθεί από τους Αιτητές. Η πολυπλοκότητα της αντιδικίας και ο όγκος των εγγράφων που τα αφορά είναι η εισήγησή του ότι συνηγορεί υπέρ της απόρριψης της Αίτησης. Καταλήγει, ότι η ισχυριζόμενη απαίτηση των Αιτητών δεν αφορά εκκαθαρισμένη απαίτηση αφού εγείρονται σοβαρά νομικά ζητήματα προς εκδίκαση τα οποία δεν μπορούν να αποφασιστούν χωρίς την παρουσίαση μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Εάν δεν δοθεί, στους Καθ' ων η Αίτηση η δυνατότητα να προβάλουν την Υπεράσπισή τους θα πληγούν ανεπανόρθωτα τα δικαιώματά τους και το Δικαστήριο θα αποφασίσει χωρίς να έχει την πλήρη και ολοκληρωμένη εικόνα της υπόθεσης. Και οι δυο πλευρές είχαν υποστηρίξει τις εκατέρωθεν θέσεις με την καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων πολύ υποβοηθητικών για το Δικαστήριο, το περιεχόμενο των οποίων το Δικαστήριο έχει κατά νου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι νομικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, έχουν αποκρυσταλλωθεί. Σύμφωνα με τη Δ.18 θ.1(α) όπου ο εναγόμενος- καθ΄ ου η Αίτηση καταχωρεί εμφάνιση σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 θ.6, ο ενάγων-αιτητής δύναται, κατόπιν Ένορκης Δήλωσης, που γίνεται από τον ίδιο ή από άλλο πρόσωπο που είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, στην οποία επιβεβαιώνεται η βάση της αγωγής και το αξιωμένο ποσό (εάν υπάρχει) και δηλώνεται ότι εξ όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να ζητήσει την έκδοση απόφασης. Απόφαση δύναται να εκδοθεί εκτός εάν ο εναγόμενος-καθ΄ ου η Αίτηση ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να καταχωρήσει υπεράσπιση. Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Η μη ικανοποίηση τους στερεί από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να εκδώσει συνοπτική απόφαση (βλ. Αθηνούλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Β Α.Α.Δ. 782). Ο ενάγων- αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 για να επιτύχει την έκδοση απόφασης, ενώ ο εναγόμενος- καθ' ου η Αίτηση φέρει το βάρος να δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση ή ότι υπάρχει οποιοσδήποτε άλλος ικανοποιητικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση θα πρέπει να ακουστεί. Η νομολογία επί του θέματος είναι πλούσια και ενδεικτικά αναφέρω τις αποφάσεις στις υποθέσεις R.C.K. Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 (B) Α.Α.Δ. 1074, Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Ltd
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 782, Χαραλάμπους ν. Μελά, Πολ. Εφ. Ε242/14 ημέρ. 03/09/20. Όπως έχει νομολογηθεί, η έκδοση συνοπτικής απόφασης αποτελεί ένα εξαιρετικό μέτρο, με δραστικά αποτελέσματα, εφόσον παρακάμπτει τη συνήθη διεξαγωγή της δίκης και απολήγει στην έκδοση απόφασης εναντίον του εναγόμενου- καθ' ου η αίτηση χωρίς να του δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί επί της ουσίας της αγωγής. Γι' αυτό και η εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με φειδώ και όπου τα γεγονότα αδιαμφισβήτητα δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση (βλ. Μάρκος Νικολάου Λτδ ν. Adanko Constructions
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 376). Εκεί όπου ο εναγόμενος- καθ' ου η αίτηση παρέχει λεπτομέρειες που καταδεικνύουν την ύπαρξη καλής υπεράσπισης στην αγωγή ή που αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που δικαιωματικά να του παρέχουν το δικαίωμα να ακουστεί, μέσω της υπεράσπισής του, τότε θα πρέπει να του δίδεται αυτό το δικαίωμα. Η απλή άρνηση των ισχυρισμών του ενάγοντα-αιτητή και η απλή δήλωση του εναγόμενου-καθ' ου η Αίτηση ότι έχει καλή υπεράσπιση δεν αρκεί. Η υπόθεση John Wallingford v. The Directors of the Mutual Society (1879-80) AC 685, κατέγραψε τη σχετική αρχή και αναφέρει τα ακόλουθα: «I think that when the affidavits are brought forward to raise a defence they must, if I may use the expression condescend upon particulars. It is not enough to swear, "I say I owe the man nothing". Doubtless, if that was true, that you owe the man nothing, as you swear, that would be a good defence. But that is not enough. You must satisfy the judge that there is reasonable ground for saying so. So again, if you swear that there was fraud that will do. It is difficult to define it, but you must give such an extent of definite facts pointing to the fraud as to satisfy the judge that those are facts which make it reasonable that you should be allowed to raise that defence. And in like manner as to illegality and every other defence that might be mentioned.» Οι αρχές επαναλήφθηκαν στην απόφαση στην υπόθεση Κώστας Κυριάκου ν. Θεράποντας Αναστασίου
(2013), Α.Α.Δ. 148, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όσον αφορά την ουσία του θέματος, είναι γνωστό ότι η δυνατότητα που παρέχεται από τη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προς έκδοση συνοπτικής απόφασης, αποτελεί τον επιτρεπόμενο δικονομικά τρόπο παράκαμψης της συνήθους διεξαγωγής της δίκης και κατά συνέπεια αποτελεί από αυτή την άποψη ένα εξαιρετικό μέτρο. Προσφέρεται στα πλαίσια όσο το δυνατόν γρήγορης απονομής της δικαιοσύνης εκεί όπου ο ενάγων συμμορφούμενος με τις διατάξεις της Δ.18 θ.1, μετατοπίζει το βάρος στους ώμους του εναγομένου για να αποκαλύψει καλή υπεράσπιση. Ο εναγόμενος θα πρέπει σύμφωνα με σαφή και καθιερωμένη νομολογία, να δώσει επαρκείς λεπτομέρειες προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου για να του δοθεί άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση. Αναμφίβολα η εξουσία του Δικαστηρίου κάτω από τη Δ.18 ασκείται με φειδώ και όπου εμφανώς τα γεγονότα που η πλευρά του εναγομένου παραθέτει μέσα από την ένσταση της, δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση, (δέστε Μάρκος Νικολάου Λτδ ν. Adamko Constructions Ltd
(2005)1 Α.Α.Δ. 376). Έχει υποδειχθεί στη N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912 και έχει επιβεβαιωθεί εκ νέου στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, ότι το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν «.. ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του.». Το τι αναμένεται από ένα εναγόμενο όταν αντιμετωπίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση έχει διαχρονικά επιβεβαιωθεί από τη φράση «condescend upon particulars». Στο Annual Practice 1970 σελ. 127, παρ. 14/3-4/4, αναφέρονται τα εξής: «The defendant´s affidavit must "condescend upon particulars", and should, as far as possible, deal specifically with the plaintiff´s claim and affidavit, and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied on as supporting it. It should also state whether the defence goes to the whole or part of the claim, and in the latter case it should specify the part. . . ... if a legal objection is raised, the facts and the point of law arising thereon must be clearly stated.». Indeed, in all cases, sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence.». Πολύ πρόσφατα στην απόφαση Χαραλάμπους ν. Μελά, (ανωτέρω) καταγράφησαν τα ακόλουθα: «Όπως αποκαλύπτει η ίδια η πρόνοια, η διαδικασία με βάση τη Δ.18 για συνοπτική απόφαση αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, αφού παρέχει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να πετύχει την έκδοση απόφασης παρακάμπτοντας τη συνήθη διαδικασία διεξαγωγής δίκης. Γι' αυτό εφαρμόζεται μόνο, στις περιπτώσεις εκείνες που η υπόθεση του ενάγοντα είναι ξεκάθαρη και o εναγόμενος δεν έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να μπορούν να θεωρηθούν ικανοποιητικά για να του παράσχουν το δικαίωμα υπεράσπισης. Ό,τι απαιτείται από τον εναγόμενο είναι να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα «ανεξάρτητα αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει», κριτήριο το οποίο δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση (βλ. N. V. Caterchef v P.C.P Electronics Ltd
(1999)ΑΑΔ 1912). Υπενθυμίζουμε συναφώς και την αναφορά στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά ν Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817, 822 ότι, «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». Ερχόμενη τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως αποκαλύπτονται από το φάκελο αλλά και από τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων, η απαίτηση των Αιτητών-Εναγόντων αφορά παροχή υπηρεσιών δυνάμει συμβάσεων Υπεργολαβίας/Προμήθειας σε έργα τα οποία οι Καθ ΄ ων η Αίτηση αναλάμβαναν ως εργολάβοι. Η Αίτηση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση του Οικονομικού Διευθυντή της Ενάγουσας Εταιρείας, κ. XXXXX Ιωάννου, ο οποίος είναι αρμόδιο πρόσωπο για να ορκιστεί για τα γεγονότα. Η υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (ανωτέρω) καταγράφει ότι, στην περίπτωση που ο ενάγων-αιτητής είναι εταιρεία, κάποιο φυσικό πρόσωπο πρέπει να ορκιστεί στη θέση της για να καταλήξει πως το ζήτημα κρίνεται με βάση τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης. (Βλ. επίσης Spyros Stavrinides v.Ceskoslovenska Banka S.A.
(1972)1 CLR 130 στις σελ. 136-138 όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Στην παράγραφο 5 της Ένορκης Δήλωσης και στις υποπαραγράφους της, επιβεβαιώνεται η αιτία της αγωγής και το ποσό που αξιώνεται, θέτοντας ταυτόχρονα ενώπιον του Δικαστηρίου τα έγγραφα που υποστηρίζουν την αξίωση. Ενώ στην παράγραφο 7 της Ένορκης Δήλωσης και στις υποπαραγράφους της, δηλώνει, ο Ομνύοντας, ότι καθώς πιστεύει δεν υπάρχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και ότι οι Εναγόμενοι-Καθ' ων η Αίτηση καταχώρισαν Εμφάνιση μόνο για σκοπούς καθυστέρησης αφού δεν προβάλλεται καμιά υπεράσπιση. Διαπιστώνεται, από τα πιο πάνω, ότι όλες οι δικονομικές προϋποθέσεις, τις οποίες οι Ενάγοντες-Αιτητές υποχρεούνται να ικανοποιήσουν, σύμφωνα με τη Δ.18 θ.1, έχουν ικανοποιηθεί. Η συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.18 μετατοπίζει το βάρος στους Εναγόμενους-Καθ΄ ων η Αίτηση να προσκομίσουν εκείνες τις λεπτομέρειες που είναι αναγκαίες για την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης. Όπως έχει καταγραφεί στην απόφαση N. V. Caterchef v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 1912, η οποία υιοθέτησε το σκεπτικό της αγγλικής απόφασης στην υπόθεση Barclays Bank Plc v. Piper, The Times 31/05/1995, ο ενάγων οφείλει να τηρήσει τις τεχνικές διατυπώσεις της Δ.18 θ.1 αυστηρά. Ενώ ο εναγόμενος, για να εξασφαλίσει το δικαίωμα της υπεράσπισης χωρίς όρους, πρέπει να δείξει την ύπαρξη δικάσιμου θέματος, κριτήριο το οποίο «δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά θα ήταν εύκολο, σχεδόν σε κάθε περίπτωση, να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Με αποτέλεσμα την αχρήστευση του μέτρου». Η αρχή αυτή επιβεβαιώθηκε και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Sigma Radio T.V. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου,
(2005)1(Α) 2005 Α.Α.Δ. 408 και στην Παναγιώτης Νεάρχου κ.ά ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 818, καθώς και την J & M Loizides Agencies Ltd. κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας
(2011)1 Α.Α.Δ. 1280, στην οποία επαναδιατυπώθηκαν οι αρχές και κατεγράφησαν τα ακόλουθα: «Όμως, δεν είναι αρκετό για τον εναγόμενο να αρνείται την οφειλή ή να ισχυρίζεται δόλο ή να παραθέτει μια νομική ένσταση. Η ένορκη δήλωση που καταχωρείται για υποστήριξη της ένστασης πρέπει να δίδει επαρκή γεγονότα και λεπτομέρειες που να δείχνουν ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση (he must condescend upon particulars) (CY.E.M.S. Co. v. General Co-Operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, σελ. 902-905, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Thais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239 και Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ.). Στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά. ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 στη σελ. 822 με αναφορά στο σύγγραμμα Supreme Court Practice 1999, 1st Ed., page 174, para 14/4/9, λέχθηκε ότι, «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». Στο στάδιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει. Κάτι τέτοιο δεν συνάδει με το ρόλο του Δικαστηρίου. Σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο ενεργεί μόνο με βάση το ερώτημα κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δικαιούται ο εναγόμενος να ακουστεί αναφορικά με αυτήν. Επομένως η προσέγγιση της μαρτυρίας θα περιοριστεί αυστηρά μέσα στα στενά πλαίσια που καθορίζει η φύση της παρούσας διαδικασίας, αποκλειστικός στόχος της οποίας είναι η διαπίστωση ύπαρξης καλής υπεράσπισης και/ή ύπαρξης τέτοιων γεγονότων που να παρέχουν στον εναγόμενο το δικαίωμα υπεράσπισης. Όπως πολύ εύστοχα επισημαίνεται στην υπόθεση Λούκος Λτδ. κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 418, 423, «Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18». Εξάλλου, διαφορετικός τρόπος προσέγγισης δεν θα συνήδε με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη θέση ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα όχι μόνο να προσφύγει στο Δικαστήριο, αλλά και να απαιτήσει να παρουσιάσει και να εξετάσει μάρτυρες και γενικά να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει μέσα στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας τις θέσεις και τα επιχειρήματα του (βλ. άρθρο 30 του Συντάγματος).» Αυτό που πρέπει να εξεταστεί, στη συνέχεια, είναι κατά πόσο οι Εναγόμενοι-Καθ' ων η Αίτηση έχουν αποκαλύψει, μέσα από την Ένσταση και την Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει, την ύπαρξη καλής υπεράσπισης ή γεγονότων τέτοιων που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να τους δοθεί το δικαίωμα να καταχωρήσουν υπεράσπιση (βλ. Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333). Πριν προχωρήσω με την εξέταση των ισχυρισμών των Εναγομένων-Καθ΄ ων η Αίτηση, κρίνω σκόπιμο να τονίσω ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, με βάση τη Δ.18, είναι τέτοια που πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη προσοχή και ένας εναγόμενος- καθ' ου η Αίτηση που δυνατό να μπορεί να δημιουργήσει, μέσω σχετικών γεγονότων, την πιθανότητα έγερσης επίδικου θέματος, θα πάρει άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση έστω και αν τέτοια υπεράσπιση μπορεί να μην φαίνεται ικανή να επιτύχει σε τελική ανάλυση. Έχει καθιερωθεί νομολογιακά ότι η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση, όταν και εφόσον το βάρος μετατοπιστεί στους ώμους του εναγόμενου-καθ' ου η αίτηση, πρέπει να περιέχει τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του για την ύπαρξη υπεράσπισης και ότι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι από μόνοι τους αρκετοί. Η απλή αναφορά σε ισχυρισμούς γενικούς και αόριστους στερεί από τον εναγόμενο-καθ' ου η αίτηση το δικαίωμα να τύχει άδειας από το Δικαστήριο για να καταχωρήσει υπεράσπιση (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας Α.Ε. ν. Χ" Νέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 204 και Trans Middle East Trading (TMET) Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239). Ο Δικαστής Αρτέμης (όπως ήταν τότε) στην Trans Middle East ανέφερε τα ακόλουθα σχετικά στις σελίδες 243-244 της απόφασης: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις, είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (βλ. CYEMS Co Ltd v. The Central Co-Operative Co Ltd
(1982)1 C.L.R. 879). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θ΄ αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, η Ένορκη Δήλωση του διευθυντή των Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση, που υποστηρίζει την Ένσταση, προβάλει ως Υπεράσπιση την ερμηνεία των όρων των συμβάσεων που έχουν συναφθεί μεταξύ των μερών και ότι δεν υποστηρίζουν οι όροι των συμβάσεων τις θέσεις των Αιτητών. Παράλληλα, προβάλλεται το γεγονός ότι οι Αιτητές δεν έχουν εκτελέσει τις συμφωνηθείσες και ανατεθείσες εργασίες με βάση τα Συμβόλαια Υπεργολαβίας και κατατέθηκαν προς τούτο και σχετικές επιστολές ως τεκμήριο, το Τεκμήριο 5. Υποστηρίζεται επίσης, ότι οι κακοτεχνίες που έχουν προκληθεί από τους Αιτητές στα επίδικα έργα οδήγησαν στην αποκοπή ποσών από τα πιστοποιητικά πληρωμής που εκδίδονταν προς τους Καθ' ων η Αίτηση - Εναγομένους. Όσον αφορά δε τη Συμφωνία ημερομηνίας 24/04/17 την οποία οι Αιτητές - Ενάγοντες επικαλούνται, προωθείται ο ισχυρισμός ότι δεν αποτελεί παραδοχή οφειλής γιατί ήταν υπό την αίρεση όπως οι Αιτητές υποβάλουν όλα τα στοιχεία και τεκμηριώσουν την εκτελεσθείσα εργασία, πλην, όμως, δεν το έπραξαν. Οι Εναγόμενοι έχουν δώσει επαρκείς λεπτομέρειες, σε λογική έκταση και έχουν αποκαλύψει γεγονότα που να ικανοποιούν το Δικαστήριο ότι υπάρχει δικάσιμο θέμα και γι' αυτό το λόγο θα πρέπει να τους δοθεί δικαίωμα για καταχώριση Υπεράσπισης καθώς και δικαίωμα να ακουστούν. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι οι Καθ' ων η Αίτηση Εταιρεία πέτυχε να καταδείξει ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών και έχει αποσείσει το αναφερθέν βάρος απόδειξης. Ως εκ τούτου, η αίτηση αποτυγχάνει, με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση, τα οποία θα καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ................. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α. Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο