Κασπάρη ν. S.P. PASSION GYM LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 4042/2019, 9/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A618 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4042/2019 Μεταξύ: XXXXX Μ. Κασπάρη, εκ Λευκωσίας Ενάγουσας - και - S.P. PASSION GYM LTD , εκ Λευκωσίας Εναγόμενοι Αίτηση ημερ. 3/2/2020 για Συνοπτική Απόφαση Ημερομηνία: 9 Δεκεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια/Ενάγουσα: κα Ε. Μπριάνα για Παπαντωνίου & Παπαντωνίου ΔΕΠΕ Για Καθ΄ων η Αίτηση/Εναγόμενους: Κ. Καμένος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αιτούμενη Θεραπεία Με την υπό κρίση Αίτηση οι Αιτητές/Ενάγοντες επιζητούν την έκδοση Συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση, ως η αξίωση στην Έκθεση Απαίτησης. Νομική Βάση Η παρούσα αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.18, και Δ.48, θθ. 1, 2, 3 και 9, Δ.64, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος και Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και στις συμφύεις εξουσίες του Δικαστηρίου. Ένορκη Δήλωση Αίτησης Η Αίτηση για Συνοπτική Απόφαση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Ενάγουσας στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: · Στις 11/12/2019 καταχώρησε την υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αγωγή εναντίον των Εναγομένων με Κλητήριο Ένταλμα Ειδικώς Οπισθογραφημένο. Στις 17/12/2019 έχει καταχωρηθεί Σημείωμα Εμφάνισης εκ μέρους των Εναγομένων. Μέχρι σήμερα δεν έχει καταχωρηθεί Υπεράσπισης και εξ' όσων γνωρίζει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην παρούσα Αγωγή και ο μοναδικός λόγος για τον οποίο έχει καταχωρηθεί το Σημείωμα Εμφάνισης είναι για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. · Η παρούσα Αγωγή αφορά την απαίτηση της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων για παράδοση και ανάκτηση της κατοχής και έξωσης των Εναγομένων από το κατάστημα το οποίο βρίσκεται στην οδό XXXXX 24, στην XXXXX, Τ.Τ. XXXXX, στη Λευκωσία, το οποίο ανεγέρθηκε και ολοκληρώθηκε το 2006, δικής της ιδιοκτησίας, συνεπεία παράβασης συμφωνίας και απαίτηση εναντίον του Εναγομένων για το ποσό των €108.000 (εκατόν οχτώ χιλιάδες ευρώ) πλέον τόκο 8% τόκο πληρωμής επί του ποσού αυτού συνεπεία παράβασης συμφωνίας, ήτοι για τα ενοίκια, συμφωνηθέν αντάλλαγμα από τον μήνα Σεπτέμβριο του 2016 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2019, καθώς και απαίτηση εναντίον των Εναγομένων για ενδιάμεσα οφέλη, κέρδη για το ποσό των €3.000 (τρεις χιλιάδες ευρώ) μηνιαίως, από τον Οκτώβρη του 2019 μέχρι της τελικής παράδοσης της κατοχής του εν λόγω υποστατικού με τόκο 8% επί κάθε καθυστερημένης δόσης ενοικίου. · Συγκεκριμένα, δυνάμει Συμφωνίας Ενοικιάσεως ημερ.1/6/2011 η οποία συνήφθη μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγομένων, η Ενάγουσα ενοικίασε το επίδικο κατάστημα στους Εναγόμενους για δέκα έτη, ήτοι από την 1/1/2011 μέχρι και την 31/12/2021, με συμφωνηθέν ενοίκιο ύψους €3.000 (τρεις χιλιάδες ευρώ), για την περίοδο από 1/6/2011 έως 31/7/2011 και για την περίοδο από 1/8/2011 έως 31/12/2013 σε €3.000 (τρεις χιλιάδες ευρώ), κατά μήνα ενοικιάσεως. Για την περίοδο από 1/1/2014 μέχρι 31/12/2021 το συμφωνηθέν ενοίκιο θα παρέμενε στο ποσό των €3.000(τρεις χιλιάδες ευρώ), με δικαίωμα αύξησης όχι μεγαλύτερο από 8% επί του υφιστάμενου ενοικίου, ανταλλάγματος. Το ενοικιαστήριο έγγραφο ημερ. 1/6/2011επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- · Κατά παράβαση της μεταξύ των διαδίκων Συμφωνίας, οι Εναγόμενοι δεν έχουν πληρώσει το ενοίκιο, συμφωνηθέν αντάλλαγμα από τον μήνα Σεπτέμβρη του 2016 μέχρι και τον Σεπτέμβρη του 2019, ήτοι το συνολικό ποσό των €108.000 (εκατόν οχτώ χιλιάδες ευρώ), πλέον 8% τόκο καθυστέρησης πληρωμής επί του ποσού αυτού καθώς και τα ενοίκια από τον Οκτώβρη του 2019 μέχρι και σήμερα. · Επιπρόσθετα, κατά παράβαση της μεταξύ τους Συμφωνίας, ο Εναγόμενος δεν αποπληρώνει τα τέλη του νερού, του ρεύματος, με αποτέλεσμα οι αρμόδιες αρχές να καλούν την ομνύουσα συνεχώς για να διευθετήσει τις υποχρεώσεις των Εναγομένων. · Λόγω της πιο πάνω συμπεριφοράς των Εναγομένων, με επιστολή των Δικηγόρων της ημερ. 9/8/2018, η οποία επιδόθηκε στους Εναγόμενους στις 30/8/2018, τερμάτισε την Συμφωνία μισθώσεως του εν λόγω επίδικου υποστατικού και κάλεσε τους Εναγόμενους όπως μέχρι τις 30/9/2018 εξοφλήσουν τα καθυστερημένα ενοίκια, το συμφωνηθέν αντάλλαγμα ύψους €72.000 (εβδομήντα δύο χιλιάδες ευρώ), ποσό το οποίο αντιστοιχούσε στην καταβολή ενοικίου για την περίοδο από τον Σεπτέμβρη του 2016 μέχρι και τον Αύγουστο του 2018 και μέχρι τις 30/9/2018 παραδώσει ελεύθερη την κατοχή του επίδικου καταστήματος/γυμναστηρίου. Η επιστολή ημερ. 9/8/2018 συνοδευόμενη από την Ένορκη Δήλωση επίδοσης του ιδιώτη επιδότη XXXXX Αβρααμίδη ημερ.4/9/2018 επισυνάπτονται ως ΤΕΚΜΗΡΙΑ 2 και 3 αντίστοιχα. · Λόγω του ότι οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να συμμορφωθούν με το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 9/8/2018 και δεν προσέφεραν στην Ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό και συνεχίζουν να εκμεταλλεύονται το κατάστημα λειτουργώντας το ως γυμναστήριο μέχρι και σήμερα, επωφελούμενοι κέρδη εις βάρος της, καταχώρησε μέσω των Δικηγόρων της την υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αγωγή στις 11/12/2019, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. · Οι Εναγόμενοι παρόλο που κλήθηκαν επανειλημμένα να εξοφλήσουν το χρέος τους και να παραδώσουν την κατοχή του επίδικου καταστήματος παρέλειψαν να ανταποκριθούν μέχρι σήμερα. Ένσταση - Λόγοι Ένστασης Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση η οποία βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.2, θ. 6, Δ.18, θθ. 1, 2 και 3, 4, 5, 6, 8 και 9, Δ.48, θθ.1 - 4, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας Άρθρα 30.2 και 35, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Προστασίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου Άρθρο 6.1, στη Νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Ως λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: Α) Η υπό κρίση Αίτηση είναι παράνομη και παράτυπη και/ή δεν υποστηρίζεται από τις απαραίτητες διατάξεις του Νόμου και των Κανονισμών και/ή δεν έχει το αναγκαίο νομικό έρεισμα σύμφωνα με την επί του θέματος Νομολογία. Β) Η απαίτηση της Ενάγουσας/Αιτήτριας δεν αποκαλύπτει αντικειμενικά εκκαθαρισμένη απαίτηση (liquidated demand), όπως έχει τεθεί στην Αγωγή της. Γ) Καταστρατηγεί τα υπερασπιστικά δικαιώματα των Εναγομένων, οι οποίοι, όπως θα παρατεθεί στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση τους, έχουν καλή και βάσιμη υπεράσπιση, η οποία έχει ήδη καταχωρισθεί στις 4/2/2020 και βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου, ενώ έχει κοινοποιηθεί αυθημερόν και στους δικηγόρους της Ενάγουσας. Δ) Η καθυστέρηση στην καταχώριση Υπεράσπισης δεν οφείλεται σε έλλειψη σεβασμού προς το Δικαστήριο και αδιαφορία των Εναγομένων, αλλά στην αδήριτη αναγκαιότητα συγκέντρωσης των γεγονότων και στοιχείων που αποτελούν την υπεράσπιση τους . Ε) Δεν έλαβε χώρα καμία ανεπίτρεπτη καθυστέρηση (undue delay), ώστε να δημιουργείται κίνδυνος στα Συνταγματικά δικαιώματα της Ενάγουσας και στην απονομή της δικαιοσύνης και που να αιτιολογεί αίτηση για συνοπτική απόφαση και αποστέρηση των Εναγομένων να διεκδικήσουν τα δικά τους δικαιώματα. Ένορκη Δήλωση Σ. Πάρπα Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Πάρπα ο οποίος είναι ένας εκ των δύο Διευθυντών των Εναγομένων. Σε αυτή, αφού επαναλαμβάνει και υιοθετεί τους Λόγους Ένστασης, αναφέρει και τα εξής: § Μία απλή ανάγνωση της Υπεράσπισης η οποία επισυνάπτεται και ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση, καταδεικνύει την καλή υπεράσπιση των Εναγομένων, η οποία στηρίζεται στα αληθή πραγματικά γεγονότα, που βρίσκονται σε πλήρη διάσταση σε ένα μεγάλο μέρος με τα γεγονότα, όπως τίθενται στην υπό κρίση Αγωγή της Αιτήτριας τα οποία αμφισβητούν. § Έχει αναγνώσει την Ε/Δ της Αιτήτριας και πέραν των - εκτός των αληθών γεγονότων - υπερδιογκωμένων ποσών ενοικίου που διεκδικεί η Αιτήτρια με την Αγωγή της, περιέχει γεγονότα τα οποία δεν είναι δικογραφημένα, όπως είναι τα στην παράγρ. 7 περί απλήρωτων λογαριασμών ρεύματος και νερού. § Όπως ο ομνύοντας τυγχάνει συμβουλής από τον συνήγορο των Εναγομένων, η διάσταση στα γεγονότα και η αμφισβήτηση της Αγωγής της Ενάγουσας/Αιτήτριας από την πλευρά των Εναγομένων αποδυναμώνει πλήρως την Αίτηση της Αιτήτριας για έκδοση συνοπτικής απόφασης, δεν υπάρχει βάσιμος λόγος για καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης, το δε δικαίωμα της Συνταγματικής επιταγής περί «ευλόγου χρόνου», έχει ταχθεί και αφορά όλα τα διάδικα μέρη περιλαμβανομένων και των Εναγομένων. Και οι Εναγόμενοι επιθυμούν να διεκδικήσουν τα δικαιώματα τους με ορθόν και δίκαιον τρόπον, μέσα στα πλαίσια Δίκαιης Δίκης και δυνάμει των κανόνων της Φυσικής Δικαιοσύνης, αφού τους δοθεί η δυνατότητα να εκθέσουν τους δικούς τους ισχυρισμούς τους επί τη βάσει των αληθών γεγονότων. § Όπως, επίσης, τυγχάνει νομικής συμβουλής, η έκδοση συνοπτικής απόφασης, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο και πρέπει να ασκείται με φειδώ. Τυγχάνει εφαρμογής, μόνον σε περιπτώσεις, που είναι ξεκάθαρο ότι δεν υπάρχει διαφορά, ενώ στην περίπτωση της υπό κρίση υπόθεσης υπάρχει διαφορά και αμφισβητούμενα γεγονότα με προεξάρχον το στοιχείο του ποσού των διεκδικούμενων ενοικίων, που είναι καταφανώς και αναληθώς υπερδιογκωμένο. Ουσιαστικά, αποκρύβεται από την Ενάγουσα η συμφωνηθείσα με τους Εναγομένους μείωση του ενοικίου από €3.000 σε € 2,.500 κατά ή περί τον Μάιο του 2012 και σε €2,000 κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2012, λόγω της οικονομικής κρίσης και, όπως λεπτομερώς περιγράφεται στην Υπεράσπιση των Εναγομένων Τεκμήριο
- ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Οι νομικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση είναι καθαρές και δεν αμφισβητούνται. Η διαδικασία για συνοπτική απόφαση δυνάμει της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αποτελεί την αντίστοιχη διαδικασία της Αγγλικής Δ.14 όπως είχε πριν τις τροποποιήσεις του 1962, παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να εκδίδει συνοπτική απόφαση σε περιπτώσεις μόνο όπου δεν υπάρχει λογική αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου ως εκ τούτου είναι άσκοπο να επιτραπεί στον εναγόμενο να προβάλει την υπεράσπιση του μόνο για σκοπούς καθυστερήσεως[1]. Η Δ.18 προνοεί μια ειδική διαδικασία για καθορισμό δικαιωμάτων χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης σε τρόπο που να αποκλείει τον εναγόμενο από το δικαίωμα του να αντικρούσει εκτενέστερα τους ισχυρισμούς του ενάγοντα. Συνεπώς, απόφαση δυνάμει της Δ.18 πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις που θέτει η διαταγή αυτή και μόνο σε εκείνες τις υποθέσεις τα γεγονότα των οποίων εμφανέστατα δεν αφήνουν περιθώρια οποιασδήποτε νόμιμης υπεράσπισης[2]. Η τήρηση και συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις που θέτει η διαταγή αυτή είναι απαραίτητη για να παρέχεται στο Δικαστήριο η δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση και για το λόγο αυτό αν ο ενάγων δεν ικανοποιήσει πρώτα αυτές τις προϋποθέσεις το θέμα του κατά πόσο ή όχι ο εναγόμενος προβάλλει αρκετούς ισχυρισμούς που να του εγείρουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί την υπόθεση δεν εγείρεται. Οι προκαταρκτικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να έχει το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη Δ.18-θ.1(α), την απαραίτητη δικαιοδοσία για να εκδώσει συνοπτική απόφαση είναι οι ακόλουθοι: I. Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2-θ.
- II. Ο Εναγόμενος πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση. III. Πρέπει να υπάρχει ένορκη δήλωση του Ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και δηλώνει ότι πιστεύει πως δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Με την ικανοποίηση των πιο πάνω αναφερομένων προκαταρκτικών προϋποθέσεων το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του εναγομένου ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί στην υπόθεση[3]. Κατά πόσο υπάρχει τήρηση των διαδικαστικών προϋποθέσεων Στην υπό εξέταση υπόθεση οι πρώτες δύο προκαταρκτικές προϋποθέσεις της Δ.18-θ.1(α) πληρούνται εφόσον το Κλητήριο Ένταλμα που έχει καταχωρηθεί στις 11/12/2019 είναι Ειδικά Οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Δ.2-θ.6 και οι Εναγόμενοι έχουν καταχωρήσει στις 17/12/2019 εμφάνιση μέσω δικηγόρου. Το θέμα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση είναι καθοριστικό για την ύπαρξη δικαιοδοσίας για έκδοση απόφασης[4].Η Δ.18-θ.2 αναφέρει ότι μια αίτηση για συνοπτική απόφαση με βάση το θ.1 πρέπει να συνοδεύεται με αντίγραφο της ένορκης δήλωσης και των τεκμηρίων που εκεί αναφέρονται. Μια αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει στην ουσία να συμμορφώνεται μόνο με τις αυστηρές προϋποθέσεις του θ.1(α) της Δ.
- Ένας Αιτητής που ζητά συνοπτική απόφαση χρειάζεται μόνο να επιβεβαιώσει ουσιαστικά την απαίτηση του. Όπως αναφέρεται στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1970 στη σελ.124, παρ.14-2-5, στα σχόλια της αντίστοιχης Αγγλικής Δ.14: «The verification may be by reference to the facts stated in the statement of claim thus: "the defendants are justly and truly indebted to the plaintiffs in the sum of £../for .. and were so indebted at the commencement of this action. The particulars of the said claim appear by the statement of claim in this action.» Πρέπει να σημειωθεί ότι το ζήτημα της καταλληλότητας του ομνύοντα στη βάση της Δ.18, θ.1 είναι ζήτημα που αποφασίζεται με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του προσώπου αυτού. Όπως συναφώς τονίσθηκε στην υπόθεση Sensus Gymnasium Ltd κ.ά v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2013)1 Α.Α.Δ. 1795: «Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα ως και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνεται ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο ενάγοντας είναι νομικό πρόσωπο, τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο πρόσωπο που εργοδοτεί, το οποίο όμως, να μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αξιούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι από πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει (βλ. Stavrinides, σελ. 136-138) και Δημητρίου σελ. 790-794, ανωτέρω)». Στην υπό εξέταση περίπτωση διαπιστώνω ότι η ομνύουσα διαλαλεί την προσωπική της γνώση για όλα τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση καθώς και την εμπλοκή της ιδίας ως το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη στην επίδικη Συμφωνία Ενοικιάσεως ημερ. 1/6/2011 του καταστήματος της. Ειδικότερα η υπό κρίση Αίτηση για συνοπτική απόφαση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Ενάγουσας για την οποία δεν αμφισβητείται ότι: ▬ Γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα και ορκίζεται θετικά ως προς αυτή. Η ίδια φέρεται ως η ιδιοκτήτρια του επίδικου καταστήματος και συμβαλλόμενο μέρος στο Ενοικιαστήριο Έγγραφο (Τεκμήριο 1) υπό την ιδιότητα αυτή (ήτοι του ιδιοκτήτη). ▬ Επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής και το ποσό το οποίο αξιώνεται ενώ δηλώνει και την πίστη της ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην Αγωγή. Προκύπτει από τα λεχθέντα της ότι είναι πρόσωπο ικανό εντός του ορισμού της Δ.18, θ.1, για να ορκιστεί θετικά τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής, όπως και έπραξε, παραθέτοντας και τα σχετικά έγγραφα στα οποία αναφέρεται η ένορκη δήλωση που καταχώρησε. Όπως έχει λεχθεί, με την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο, ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα, τα οποία να θεωρηθούν επαρκή ούτως ώστε να του δοθεί η δυνατότητα καταχώρισης υπεράσπισης. Να σημειωθεί πως στην παρούσα περίπτωση οι Εναγόμενοι είχαν μία ημέρα πριν την καταχώρηση της Αίτησης, καταχωρίσει και Υπεράσπιση στις 4/2/2020. Όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 408 η καταχώριση Υπεράσπισης αφ΄εαυτής δεν αποτελεί κώλυμα στην προώθηση αίτησης για συνοπτική απόφαση στην κατάλληλη περίπτωση. Στην ίδια υπόθεση τονίστηκε, επίσης, πως ορθώς δεν λαμβάνεται υπόψιν η καταχωρισθείσα Υπεράσπιση δεδομένου ότι σε αίτηση για συνοπτική απόφαση τα στοιχεία τα οποία εξετάζονται είναι εκείνα τα οποία παρατίθενται με τον ορθό δικονομικά τρόπο στην αίτηση (για συνοπτική) και στην ένσταση, καθώς και τις ένορκες δηλώσεις οι οποίες τις συνοδεύουν. Πριν προχωρήσω με την εξέταση των ισχυρισμών των Εναγομένων κρίνω σκόπιμο να τονίσω ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου με βάση τη Δ.18 είναι τέτοια που πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη προσοχή και ένας Εναγόμενος που δυνατό να μπορεί να δημιουργήσει μέσω σχετικών γεγονότων την πιθανότητα έγερσης επίδικου θέματος θα πάρει άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση έστω και αν τέτοια υπεράσπιση μπορεί να μην φαίνεται ικανή να επιτύχει σε τελική ανάλυση[5].Στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά. v. Μακεδόνα,
(1999)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 817 αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Έχει λεχθεί δικαστικά ότι όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση (βλ. Supreme Court Practice 1999 1st Ed. p. 174, para 14.09.99).» Στην υπόθεση Λούκος Λτδ κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. σελίδα 418 με αναφορά στην CY.E.M.S. Co v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897 στις σελίδες 902-905 και τις εκεί αναφερόμενες Αγγλικές αποφάσεις λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης.....Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18.» Έχει καθιερωθεί νομολογιακά ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση όταν και εφόσον το βάρος μετατοπιστεί στους ώμους του Εναγομένου, πρέπει να περιέχει τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του για την ύπαρξη υπεράσπισης και ότι οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι από μόνοι τους αρκετοί[6]. Η απλή αναφορά σε ισχυρισμούς γενικούς και αόριστους στερεί από τον εναγόμενο το δικαίωμα να τύχει άδειας από το Δικαστήριο για να καταχωρίσει υπεράσπιση για δύο βασικούς λόγους: (Ι) Όταν οι ισχυρισμοί που προβάλλονται είναι γενικοί και/ή αόριστοι το Δικαστήριο αδυνατεί να προβεί στην εξέταση αυτών εφόσον ελλείπει το σχετικό υπόβαθρο εκείνων των γεγονότων που το Δικαστήριο θα έπρεπε να έχει ενώπιον του για να τα εξέταζε με την αναγκαία στο στάδιο αυτό λεπτομέρεια. (ΙΙ) Η γενική και χωρίς παράθεση στοιχείων άρνηση ενός Εναγομένου προσκρούει στη νομολογιακή αρχή και βέβαια στο ίδιο λεκτικό της Δ.18-θ.1(α), ότι η ένσταση θα πρέπει να εμπεριέχει λεπτομερώς τις θέσεις του εναγομένου («condescend upon particulars»). H αναγκαιότητα να εκτίθενται συγκεκριμένα γεγονότα και ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, τονίστηκε και πάλι στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας Α.Ε. v. Νέστωρα Χ'Νέστωρος
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.204. Στην υπόθεση Trans Middle East Trading (TMET) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239[7], τονίστηκε και πάλι ο εξαιρετικός χαρακτήρας της διαδικασίας συνοπτικής απόφασης με την πιο κάτω αναφορά του έντιμου Δικαστή Αρτέμη που έδωσε την απόφαση του Δικαστηρίου στις σελ. 243-244: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις, είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκή του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπισή του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (βλ. CYEMS CO LTD v. The Central Co-Operative Co Ltd
(1982)1 CLR 879). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Hermes Insurance Co. Ltd. v. Theodorides (πιο πάνω), ο Εναγόμενος θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή ότι αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα τα οποία θα θεωρούνται ικανοποιητικά για να του δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί[8]. Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι στο εγχείρημα της προβολής καλής υπεράσπισης, οφείλει ο εναγόμενος να εκθέτει με επάρκεια και ικανοποιητική λεπτομέρεια τα γεγονότα από τα οποία να δικαιολογείται η θέση του για ύπαρξη καλής υπεράσπισης. Γενικές αρνήσεις, αόριστοι, ατεκμηρίωτοι ή γενικοί ισχυρισμοί που εκτίθενται στην ένορκη δήλωση εκ μέρους του δεν είναι ικανοποιητικοί. Στην υπόθεση Κυριάκου ν. Αναστασίου
(2013)1Α Α.Α.Δ 148 αναλύεται ο σκοπός της Δ.18 ως ακολούθως: «. είναι γνωστό ότι η δυνατότητα που παρέχεται από τη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προς έκδοση συνοπτικής απόφασης, αποτελεί τον επιτρεπόμενο δικονομικά τρόπο παράκαμψης της συνήθους διεξαγωγής της δίκης και κατά συνέπεια αποτελεί από αυτή την άποψη ένα εξαιρετικό μέτρο. Προσφέρεται στα πλαίσια όσο το δυνατόν γρήγορης απονομής της δικαιοσύνης εκεί όπου ο ενάγων συμμορφούμενος με τις διατάξεις της Δ.18 θ.1, μετατοπίζει το βάρος στους ώμους του εναγομένου για να αποκαλύψει καλή υπεράσπιση. Ο εναγόμενος θα πρέπει σύμφωνα με σαφή και καθιερωμένη νομολογία, να δώσει επαρκείς λεπτομέρειες προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου για να του δοθεί άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση. Αναμφίβολα η εξουσία του Δικαστηρίου κάτω από τη Δ.18 ασκείται με φειδώ και όπου εμφανώς τα γεγονότα που η πλευρά του εναγομένου παραθέτει μέσα από την ένσταση της, δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση, (δέστε Μάρκος Νικολάου Λτδ ν. Adamko Constructions Ltd
(2005)1 Α.Α.Δ. 376). Έχει υποδειχθεί στη N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912 και έχει επιβεβαιωθεί εκ νέου στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, ότι το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν "... ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του.". Το τι αναμένεται από ένα εναγόμενο όταν αντιμετωπίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση έχει διαχρονικά επιβεβαιωθεί από τη φράση "condescend upon particulars".Στο Annual Practice 1970 σελ. 127, παρ. 14/3-4/4, αναφέρονται τα εξής: "The defendant's affidavit must "condescend upon particulars", and should, as far as possible, deal specifically with the plaintiff's claim and affidavit, and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied on as supporting it. It should also state whether the defence goes to the whole or part of the claim, and in the latter case it should specify the part. ... if a legal objection is raised, the facts and the point of law arising thereon must be clearly stated. Indeed, in all cases, sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence.".». Εν πρώτοις να πούμε ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι υπό αμφισβήτηση ότι η κατοχή του επίδικου υποστατικού έχει παραδοθεί στην Ενάγουσα κατά τις αρχές Νοεμβρίου
- Στην υπό κρίση περίπτωση οι Εναγόμενοι μέσω της ένορκης δήλωσης που καταχώρησαν υιοθετούν πλήρως το περιεχόμενο της Υπεράσπισης τους την οποία και επισύναψαν ως Τεκμήριο 1 σε αυτή. Όπως προκύπτει δεν αμφισβητούν την σύναψη του Ενοικιαστηρίου Εγγράφου ημερ. 1/6/
- Όσον αφορά δε τους ισχυρισμούς που προβάλλουν, ήτοι ότι αυτό, δηλαδή το Ενοικιαστήριο Έγγραφο, είναι παράνομο και/ή παράτυπο και/ή ότι κατέστη ανίσχυρο και/ή ανενεργόν, αυτοί ουδόλως τεκμηριώνονται και τίποτα σε σχέση με αυτούς τους ισχυρισμούς δεν προβάλλεται στην ένορκη δήλωση της Ένστασης. Βασικός ισχυρισμός της πλευράς των Εναγομένων είναι ότι, κατόπιν προφορικής συμφωνίας των συμβαλλομένων μερών, από τον Μάιο του 2012 το ενοίκιο μειώθηκε σε ποσό €2500 μηνιαίως και ότι στη συνέχεια και συγκεκριμένα τον Δεκέμβριο του 2012 επήλθε περαιτέρω μείωση του ενοικίου σε ποσό €2000 μηνιαίως. Περαιτέρω η πλευρά των Εναγομένων ισχυρίζεται την καταβολή του ποσού των €6000 μετά τη λήψη της επιστολής εκ μέρους της Ενάγουσας ημερ.9/8/2018 καθώς και των ενοικίων για όλο το έτος του
- Ισχυρίζεται δε ότι το πραγματικά οφειλόμενο ποσό ανέρχεται σε €
- Βασικά προβάλλουν την πληρωμή ενοικίων αφήνοντας να νοηθεί ότι καταβλήθηκαν κάποια μηνιαία ενοίκια τα οποία φαίνεται η Ενάγουσα να μην έχει συνυπολογίσει. Στο τέλος της ημέρας η θέση των Εναγομένων απολήγει να είναι όχι η ολική αμφισβήτηση της υποχρέωσης τους αλλά η αμφισβήτηση του ακριβούς ποσού ενοικίων το οποίο οφείλουν προς την Ενάγουσα. Τονίζεται ότι σε τέτοιου είδους αιτήσεις, η συζήτηση αφορά την ύπαρξη ή μη υπερασπίσεως και κατ' ανάγκη διεξάγεται σε επίπεδο ισχυρισμών[9]. Δεν αξιολογεί το Δικαστήριο τη μαρτυρία με την έννοια που αξιολογείται η μαρτυρία σε επίπεδο κυρίως δίκης[10] αλλά ενεργεί μόνο με βάση το ερώτημα «κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δικαιούται ο Εναγόμενος να ακουστεί αναφορικά με αυτήν» και τούτο το διαπιστώνει χωρίς αξιολόγηση και στάθμιση[11]. Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, στην παρούσα περίπτωση οι Εναγόμενοι αποδέχονται μέρος του αξιούμενου από την Ενάγουσα ποσού καθυστερημένων ενοικίων το οποίο καθορίζουν στο ποσό των €48.000 αρνούνται, ωστόσο, ότι οφείλουν οποιοδήποτε άλλο ποσό και ισχυρίζονται ότι στην επίδικη Συμφωνία υπήρξε μείωση του μηνιαίου ποσού ενοικίου κατά τα χρονικά στάδια που αναφέρουν διαφωνώντας, με αυτό τον τρόπο, ότι το μηνιαίο ενοίκιο είχε παραμείνει αναλλοίωτο στο ποσό που καταγράφεται στο Ενοικιαστήριο Έγγραφο. Καταληκτικά, για το θέμα αυτό, κρίνεται ότι κατ΄αναλογίαν τυγχάνουν εφαρμογής τα λεχθέντα στην Παχατουριάν ν. Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 322 υπό την έννοια ότι στο τέλος της ημέρας η θέση των Εναγομένων απολήγει να είναι όχι η ολική αμφισβήτηση της υποχρέωσης τους αλλά η αμφισβήτηση του ακριβούς ποσού το οποίο οφείλουν. Ισχυριζόμενοι ότι το καταβλητέο ήταν από ένα χρονικό διάστημα και μετά €2.500 μηνιαίως και στη συνέχεια €2000 μηνιαίως καθώς και το ότι υπήρξε καταβολή διαφόρων ποσών έναντι των ενοικίων τα οποία φαίνεται, πάντοτε με βάση τα όσα προβλήθηκαν, να μην έχουν συνυπολογισθεί από την Ενάγουσα, οι Εναγόμενοι έχουν καταδείξει δικαίωμα υπεράσπισης ως προς το επιπλέον ποσόν το οποίο αξιώνει η Ενάγουσα. Είναι προφανές λοιπόν από τα ανωτέρω ότι οι ισχυρισμοί και τα γεγονότα τα οποία οι Εναγόμενοι προέβαλαν σε σχέση με το υπόλοιπο ποσό που η Ενάγουσα διεκδικεί υπό μορφή καθυστερημένων ενοικίων και/ή ενδιάμεσα οφέλη και/ή αποζημιώσεις είναι, κατά την κρίση μου, ικανά να καταδείξουν καλόπιστη υπεράσπιση. Επισημαίνεται ότι όταν οι Εναγόμενοι αναφέρονται σε «πραγματικά οφειλόμενο ποσό» αναφέρονται σε «ενοίκια» και δεν διαχωρίζουν μεταξύ των οφειλομένων ενοικίων και των ενδιάμεσων οφελών (mesne profits). Ζήτημα το οποίο προκύπτει προς εκδίκαση είναι το κατά πόσο η Ενάγουσα δικαιούται στο υπόλοιπο ποσό που αξιώνει πέραν των €48.000 ως καθυστερημένα ενοίκια και συγκεκριμένα το ποσό των €108.000 καθώς και αν δικαιούται σε ενδιάμεσα οφέλη (mesne profits), και από πότε, για ποσό €3000 μηνιαίως στη βάση των προβλεπομένων στο Ενοικιαστήριο Έγγραφο ποσών. Κατάληξη Στη βάση όλων των πιο πάνω : Α. Εκδίδεται συνοπτική Απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων για το ποσό των €48.000 συν τόκο 8% ετησίως από 9/8/2018. Β. Ενόψει του αποτελέσματος και της μερικής επιτυχίας της Αίτησης επιδικάζονται προς όφελος της Ενάγουσας και εις βάρος των Εναγομένων το ½ των εξόδων της Αγωγής ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Γ. Οι Εναγόμενοι έχουν το δικαίωμα να καταχωρήσουν εντός 21 ημερών από σήμερα τροποποιημένη Υπεράσπιση σε σχέση με την αξίωση της Ενάγουσας για το υπόλοιπο ποσό που διεκδικεί ως καθυστερημένα ενοίκια καθώς και για αποζημιώσεις και/ή ενδιάμεσα οφέλη για το ποσό των €3000 μηνιαίως για την περίοδο από τον Οκτώβριο του 2019 μέχρι της παράδοσης του ακινήτου. (Υπ.) ............... Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1]Δέστε Jones v. Stones
(1984)A.C.122. [2] Δέστε Roberts v. Plant
(1985)1 Q.B.597,603. [3] Δέστε Kyprianides v. Ioannou
(1961)1 C.L.R.265, CYEMS CO. Ltd. v. Central Co-operative Industries Co. Ltd.
(1982)1 C.L.R.897 καιHermes Insurance Co. Ltd. v. Theodorides
(1983)1 C.L.R.333. [4] Δέστε Stavrinides v. Ceskolovenska Obschondi Banke AS
(1972)1 C.L.R 130, 135-7, Symont & Co. v. Palmer's Stores
(1903)Limited
(1912)1 C.L.R.259, 266-7, Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(B) A.A.Δ.782 και The Chain Gulf Traders Ltd. κ.α. v. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(1997)1(Δ) Α.Α.Δ.1168. [5]ΔέστεJacobs v. Booths Distillery Co.
(1901)85 L.B.262 καιKnapp - Fisher v. Crish
(1936)3 All E.R.500 [6]Δέστε Hermes Insurance Co. Ltd. v. Theodorides (πιο πάνω).. [7]Δέστε VIDISAVA SUBOTIC v. Δήμου Στυλιανίδη,
(1998)1(Α) Α.Α.Δ.22 [8]Δέστε την υπόθεση John Wallingford v. The Director etc of the Mutual Society (1879-80) 5 A.C. (H.L.) 685 από τη σελ.704: «Τhere may very well be facts brought before the judge which satisfy him that it is reasonable, sometimes without any terms and sometimes, with terms, that the Defendant should be able to raise this question, and fight it if he pleases, although the Judge is by no means satisfied that it does amount to a defence upon the merits. I think that when the affidavits are brought forward to raise that defence they must, if I may use the expression, condescend upon particulars. It is not enough to swear, "I say I owe the man nothing". Doubtless, if it was true, that you owed the man nothing as you swear, that would be a good defence. But that is not enough. You must satisfy the Judge that there is reasonable ground for saying so. So again, if you swear that there was fraud that will do. It is difficult to define it, but you must give such an extent of definite facts pointing to the fraud as to satisfy the Judge that those are facts which make it reasonable that you should be allowed to raise that defence. And in like manner as to illegality and every other defence that might be mentioned.» [9]Δέστε Melita Manufactures Ltd v. Chris Ioannou Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ 1238. [10]Δέστε Jacobs v. Booth's Distillery Co. L.T.R. 262 "it is not for the tribunal to enter into the merits of the case at all". [11] Δέστε J & M Loizides Agencies Ltd κ.ά v.Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
(2011)1 Β Α.Α.Δ. 1280. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο