← Κύπρος

Prime Insurance Company Ltd ν. Σκορδή, Αρ. Αγωγής: 1830/2019, 22/12/2020

Prime Insurance Company Ltd ν. Σκορδή, Αρ. Αγωγής: 1830/2019, 22/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A623 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1830/2019 Μεταξύ: Prime Insurance Company Ltd Ενάγουσας -και- XXXXX Σκορδή Εναγομένης Αίτηση ημερομηνίας 16.7.2019, για έκδοση ενδιαμέσων διαταγμάτων Ημερομηνία : 22.12.2020 Εμφανίσεις : Για Ενάγουσα - Αιτήτρια : Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη- Καθ ' ης η αίτηση : Ιωαννίδης, Δημητρίου ΔΕΠΕ Ενδιάμεση Απόφαση Εισαγωγή Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η οριστικοποίηση ή όχι των ενδιάμεσων διαταγμάτων, ημερομηνίας 18.7.2019, τα οποία εκδόθηκαν μονομερώς στη βάση της αίτησης ημερομηνίας 16.7.

  1. Επίσης, η επίδικη αίτηση παρέμεινε για ακρόαση σε σχέση με την έκδοση των διαταγμάτων ως τα αιτητικά 3 και 4 αυτής. Συνολικά με την επίδικη αίτηση η Ενάγουσα ζητούσε τις ακόλουθες θεραπείες :
  2. Ενδιάμεσο Διάταγμα με το οποίο να εμποδίζεται η Εναγόμενη (στο εξής «Καθ'ης η Αίτηση) από του να χρησιμοποιεί πληροφορίες και/ή δεδομένα (data) και/ή να προσεγγίζει και/ή να εντάξει στο πελατολόγιο της και/ή με οποιοδήποτε τρόπο να αναμιγνύεται (interfere) άμεσα ή έμμεσα με οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο βρίσκεται στο πελατολόγιο της Ενάγουσας και/ή να προκαλεί οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να παραβεί κατά νόμο δεσμευτική σύμβαση με την Ενάγουσα και/η να παραβεί ασφαλιστική σύμβαση η όποια συνομολογήθηκε με την Ενάγουσα μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/η μέχρι νεοτέρας διαταγής τους δικαστηρίου.
  3. Ενδιάμεσο Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην Καθ' ης η Αίτηση από του να χρησιμοποιήσει και/ή να προωθήσει και/ή να αποκαλύψει με οποιονδήποτε τρόπο, άμεσα ή έμμεσα, προς τρίτους οποιεσδήποτε πληροφορίες και/ή δεδομένα προσώπων, νομικών ή φυσικών τα οποία βρίσκονται στο πελατολόγιο της Ενάγουσας μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/η μέχρι νεωτέρας διαταγής τους δικαστηρίου.
  4. Διάταγμα του δικαστηρίου που να διατάσσει την Καθ'ης η Αίτηση όπως εντός 7 ημερών από την επίδοση του διατάγματος σε αυτήν, παραδώσει για σκοπούς φύλαξης στην Ενάγουσα μέχρι την τελική έκδοση της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του δικαστηρίου, τα πρωτότυπα και/ή αντίγραφα όλων των εγγράφων και αρχείων (είτε αυτά βρίσκονται σε έντυπη είτε σε ηλεκτρονική μορφή) που τυχόν βρίσκονται στην κατοχή ή φύλαξη ή έλεγχο της καθ' ης η αίτηση στα οποία καταγράφεται, περιέχεται ή αποθηκεύεται οποιαδήποτε πληροφορία ή στοιχείο που αφορά ή σχετίζεται με πελάτες ή συνεργάτες της Ενάγουσας συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σε σχέση με το αρχείο πελατών (clients' database) ή τα στοιχεία επικοινωνίας πελατών της Ενάγουσας ή εκπροσώπων ή υπηρετών ή αξιωματούχων ή λειτουργών των πελατών της Ενάγουσας και/ή οποιαδήποτε έγγραφα και/ή πληρεξούσια και/ή βιβλία και/ή μητρώα και/ή συμφωνίες τα οποία περιήλθαν στη γνώση ή και στην κατοχή της καθ'ης η αίτηση κατά τη διάρκεια που η καθ'ης η αίτηση ήταν ασφαλιστικός σύμβουλος και/η διαμεσολαβητής και/ή αντιπρόσωπος και/ή υπάλληλος της Ενάγουσας και/ή υπό οποιοδήποτε άλλη θέση κατείχε στην Ενάγουσα και/ή άλλως πως.
  5. Ενδιάμεσο Διάταγμα που να απαγορεύει στην καθ'ης η αίτηση προσωπικά ή μέσω των υπαλλήλων και/η εντολοδόχων και/η και αντιπροσώπων αυτής και/ή μέσω συνδεδεμένων προς αυτή νομικών και/η φυσικών προσώπων , από του γα εκμεταλλεύονται για δικό τους συμφέρον ή για συμφέρον άλλων ή και να αποκαλύπτουν οποιαδήποτε πληροφορία και/ή στοιχείο εμπιστευτικής φύσεως (confidential information) που περιήλθε στην κατοχή και/ή γνώση τους κατά την διάρκεια που η καθ'ης η αίτηση ήταν ασφαλιστικός σύμβουλος και/η διαμεσολαβητής και/ή αντιπρόσωπος και/ή υπάλληλος της Ενάγουσας και/ή άλλως πως συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σε σχέση με το αρχείο πελατών (clients' database) τα στοιχεία επικοινωνίας πελατών και συνεργατών της Ενάγουσας και/η εκπροσώπων, υπηρετών και/η αξιωματούχων και/ή λειτουργών των πελατών της Ενάγουσας μέχρι νεωτέρας διαταγής του δικαστηρίου ή μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στα άρθρα 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στα άρθρα 21, 29, 30, 31, 32 και 42 του περί Δικαστηρίων Νόμο, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Θεσμούς και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στη Δ.48 θθ 1-4, 8 και 9, Δ.39, Δ.64 θθ 1-2, στα άρθρα 34

(1), 36, 37, 38, 39 και 44 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου στον περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149, στον Περί Επεξεργασίας Δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ( Προστασία του Ατόμου ) Νόμο 138(Ι)/2001, Αρθρα 3-17 και 26, 359 παρ.
(1)
(2)
(3), 361 παρ.
(1),
(2), 370 παρ. 2, 390, 394Β, 394Γ, 394ΚΕ του Περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Αλλων Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικός) Νόμο του 2019,στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της XXXXX Ματθαιάκη, υπαλλήλου της Ενάγουσας. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται στις συμβατικές σχέσεις μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένης, η οποία ήταν ασφαλιστικός σύμβουλος στην Ενάγουσα. Αναφέρεται, επίσης, στις συνθήκες τερματισμού της συνεργασίας των μερών και ισχυρίστηκε ότι η Εναγόμενη προέβη σε ενέργειες που σκοπούσαν να πλήξουν το καλό όνομα και τα οικονομικά συμφέροντα της Ενάγουσας. Προσδιόρισε το παράπονο της Ενάγουσας στο ότι η Εναγόμενη επικοινώνησε με την ασφαλισμένη υπό την Ενάγουσα κα XXXXX Πάρπα. Σύμφωνα με την ομνύουσα η Εναγόμενη ανέφερε στην πελάτιδα της Ενάγουσας ότι η τελευταία ήταν αφερέγγυα και επεδίωξε συνάντηση μαζί της με σκοπό να την ενημερώσει για ασφαλιστικά συμβόλαια με άλλη ασφαλιστική εταιρεία. Επισύναψε σχετικά ως Τεκμήριο 13 επιστολή της κας Πάρπα. Η Εναγόμενη στις 19.9.19 καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης. Οι λόγοι ένστασης παρατίθενται αυτούσιοι κατωτέρω :
  1. «Δεν πληρούνται και/ή δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίου Νόμου Ν.14/60για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων αφού, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει το στοιχείο του κατεπείγοντος και δεν έχει αποδειχθεί ότι υπάρχει σοβαρό θέμα προς εκδίκαση.
  2. Η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει και/ή αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση μη έκδοσης και/ή απολυτοποίησης των αιτούμενων διαταγμάτων.
  3. Η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει και/ή αποδείξει ότι έχει ορατές πιθανότητες επιτυχίας στην Αίτηση ημερομηνίας 16.7.2019 και/ή δεν πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση ως αυτή τίθεται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/
  4. Η υπό εξέταση Αίτηση είναι κακόπιστη και/ή εκδικητική και/ή εξυπηρετεί αλλότριους σκοπούς και συγκεκριμένα επιδιώκει τον δυσμενή επηρεασμό της λειτουργίας και/ή δραστηριότητας της Καθ' ης η Αίτηση.
  5. Τυχόν έκδοση των αιτημάτων της Αιτήτριας θα επιφέρει εκτροχιασμό της υπόθεσης με δυάμενείς και ανεπανόρθωτες επιπτώσεις στα δικαιώματα της Καθ' ης η Αίτηση.
  6. Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων εμπεριέχει ανακρίβειες, αναληθείς ισχυρισμούς που δεν πρέπει να γίνουν δεκτοί αφού σκοπός τους πέραν των άλλων είναι η παραπλάνηση και ο αποπροσανατολισμός του Δικαστηρίου.
  7. Η Αιτήτρια απέτυχε και/ή παρέλειψε να προβεί σε πλήρη και/ή ειλικρινή αποκάλυψη όλων των γεγονότων και/ή όλων των ουσιωδών γεγονότων και/ή εγγράφων.
  8. Η Αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει την αναγκαιότητα και/ή τις εξαιρετικές περιστάσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  9. Δεν υφίσταται οιοδήποτε νομικό και/ή πραγματικό υπόβαθρο το οποίο να δικαιολογεί την υπό τις περιστάσεις έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  10. Τα αιτούμενα και/ή εκδοθέντα διατάγματα αποστερούν από την Καθ' ης η Αίτηση την δυνατότητα να διεξάγει τις εργασίες της και πλήττουν ανεπανόρθωτα το αναφαίρετο δικαίωμα της να διεξάγει εργασία για βιοποριστικούς σκοπούς.
  11. Το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας εκδίκασης της αγωγής καθότι υφίσταται στην Σύμβαση Ασφαλιστικού Αντιπροσώπου αποκλειστική ρήτρα παραπομπής τυχόν διαφοράς σε Διαιτησία.» H Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της ίδιας της Εναγόμενης. Διαδικασία - Γεγονότα Στην υπό κρίση υπόθεση το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφασή του, ημερομηνίας 9.11.2020, απέρριψε το αίτημα της Ενάγουσας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Επίσης οι διάδικες πλευρές δεν ζήτησαν αντεξετάση των ενόρκως δηλούντων. Έτσι, κατά την ακρόαση και οι δύο πλευρές προώθησαν τις θέσεις τους μέσω ιδιαίτερα εμπεριστατωμένων αγορεύσεων, το περιεχόμενο των οποίων το Δικαστήριο έχει κατά νου. Συνεπώς, για όσα γεγονότα δεν εμφαίνονται από τον φάκελο της διαδικασίας, το Δικαστήριο θα βασισθεί στις κατατεθειμένες ένορκες δηλώσεις, λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης εκάστης πλευράς και της παράλειψης αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ 1453, Iacovou brothers (constructions) Ltd v Fashionwise ltd
(2000)1Β ΑΑΔ 1377, Thinking Steel International BV ν. Caramondani Bros Public Co Ltd,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1460 και Α. Messios & Sons Ltd κ.ά v. Ανδρέας Λεωνίδα
(2010)1 ΑΑΔ
  1. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω προχωρώ να εξετάσω τη νομική πτυχή της υπόθεσης. Νομική Πτυχή Ο δικαιοδοτικός όρος του κατεπείγοντος Στην υπό κρίση υπόθεση εκδόθηκαν μονομερώς δύο εκ των τεσσάρων αιτούμενων διαταγμάτων. Αποτελεί δε καλά θεμελιωμένη αρχή ότι η συνδρομή του στοιχείου του κατεπείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για επίκληση της δικαιοδοσίας υπό το άρθρο 9 του Κεφ.
  2. Θεμελιακές επί του προκειμένου, είναι οι αποφάσεις Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598, Έλενα Αμβροσιάδου ν. MartinCoward, Πολιτική Έφεση αρ. 3/2011, ημερομηνίας 15.1.2013 και η πιο πρόσφατη Μυλωνάς ν. Τράπεζας Κύπρου Πολιτική Έφεση Ε176/2019, ημερομηνίας 10.12.2019. Ασφαλώς, το ζήτημα του κατεπείγοντος κρίνεται, σε κάθε υπόθεση με βάση τα δικά της περιστατικά. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Eπίσημος Παραλήπτης ως παραλήπτης της περιουσίας της Άννας Σπανού κ.ά. ν. Nicantony Trading Co. Ltd.
(1998)1 ΑΑΔ 1653. Επιπρόσθετα, το ζήτημα του κατεπείγοντος είναι άμεσα συνυφασμένο με το πότε πληροφορήθηκε ο αιτών τα κρίσιμα γεγονότα και το πότε καταχώρησε την αίτησή του. Χατζηβασιλείου Χριστόδουλος ν. White Knight Holdings Ltd,
(2004)1 Α.Α.Δ.
  1. Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως προκύπτει μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, προκύπτει ότι η Ενάγουσα πληροφορήθηκε τις ενέργειες της Εναγομένης στις 9.7.2019 και καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση στις 16.7.
  2. Προκύπτει, συνεπώς, ότι η Ενάγουσα καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση εντός 7 ημερών από τον χρόνο που πληροφορήθηκε τα κατ΄ ισxυρισμόν κρίσιμα γεγονότα. Επομένως, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις συντρέχει ο δικαιοδοτικός όρος του κατεπείγοντος, Η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων Η καθ' ης η αίτηση προβάλλει ως λόγο ένστασης την κατ΄ισχυρισμον απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων. Αποτελεί καλά εμπεδωμένη αρχή ότι η προσφυγή στο Δικαστήριο για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος μονομερώς, κατά παρέκκλιση της αρχής «audi alteram partem», επιφορτίζει τον αιτητή με το καθήκον πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Στυλιανού ν. Στυλιανού
(1992)1 ΑΑΔ 583. Περαιτέρω, όπως έχει αποκρυσταλλωθεί στην νομολογία, ο διάδικος που αποτείνεται στο δικαστήριο, μονομερώς, για εξασφάλιση θεραπείας έχει καθήκον να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Τσιερκέζου Κατερίνα ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd,
(2009)1 Α.Α.Δ. 734. Η μη αποκάλυψη θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο αρνείται πλέον να ακούσει αυτόν που το εξαπατά, είτε υπάρχει πρόθεση εξαπάτησης ή όχι. Σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Sobolev κ.ά. ν. Weitzer, Πόλ. Έφεση Ε 177/2018, ημερομηνίας 21.5.2019, όπου επαναδιατυπώθηκε η πιο πάνω αρχή με αναφορά στη σχετική πάγια νομολογία επί του θέματος. Όμως, όπως έχει κριθεί στην απόφαση Χριστοφόρου v. Γρηγορίου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, δεν είναι η κάθε απόκρυψη που οδηγεί σε ακύρωση του διατάγματος. Περαιτέρω, στην απόφαση Commerzbank Auslandsbanken Holding AG κ.ά ν. Adeona Holdings Ltd Πολιτική Έφεση Αρ. Ε6/2014, 27.2.2015, λέχθηκε ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίνουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Τονίστηκε, επίσης, ότι ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης δεν πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας. Ως προς το κριτήριο με το οποίο προσδίδεται ο χαρακτηρισμός «ουσιώδες γεγονός» θεμελιακή είναι η απόφαση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.ά. v. The Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791, όπου κρίθηκε πως ουσιώδες είναι κάθε γεγονός, το οποίο άπτεται και μπορεί εξ αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι της αιτούμενης θεραπείας. Περαιτέρω, το κριτήριο με το οποίο προσδιορίζεται ο χαρακτηρισμός ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό και συναρτάται με τις, εξ' αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Σχετική είναι η απόφαση The Timberland of U.S.A. ν. Evans & Sons Ltd κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ.
  1. Εν προκειμένω, αποδίδεται στην Ενάγουσα ότι απέκρυψε τη ρήτρα διαιτησίας. Όμως από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση προκύπτει ότι η Ενάγουσα αναφέρθηκε ρητά στη ρήτρα διαιτησίας. Επίσης, τα όσα αποδίδονται στην αγόρευση των συνηγόρων της Καθ' ης αίτηση ως απόκρυψη γεγονότων δεν μπορούν να κριθούν ως ουσιώδη γεγονότα, ώστε να οδηγήσουν σε απόρριψη της αίτησης. Η έκδοση των αιτούμενων και η οριστικοποίηση των ήδη εκδοθέντων διαταγμάτων Όπως είναι καλά νομολογημένο, η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα πηγάζει από το δίκαιο της Επιείκειας και η δικαιοδοσία για έκδοσή τους υπό το Κυπριακό Δίκαιο παρέχεται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  2. Στην υπό κρίση υπόθεση η Ενάγουσα με την αίτησή της ζητεί την έκδοση τόσο απαγορευτικών όσο και προστακτικών διαταγμάτων. Το παρόν δικαστήριο σε προηγούμενες αποφάσεις του, όπως την απόφαση 1551/18 του Ε/ Δ Λευκωσίας, ημερομηνίας 9.7.2019, είχε την ευκαιρία να αναφερθεί στις σχετικές αρχές που διέπουν τη διάκριση μεταξύ απαγορευτικών και προστακτικών διαταγμάτων. Ενόψει του ότι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της αιτήτριας υιοθέτησαν αυτολεξεί το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστηρίου κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω τις σχετικές αρχές. Στο σύγγραμμα Injunctions, των David Bean, Isabel Parry, Andrew Burns 12η έκδοση παράγραφος 1-01 καταγράφονται τα ακόλουθα ως προς την έννοια του όρου διάταγμα ( injunction) : «An injunction is an order of a court requiring a party either to do a specific act or acts (a mandatory or positive injunction) or to refrain from doing a specific act or acts (a prohibitory or negative injunction). » Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τον πιο πάνω ορισμό, τα διατάγματα, ανάλογα με τη φύση τους, διακρίνονται σε προστακτικά και απαγορευτικά. Ως προς την έννοια του προστακτικού διατάγματος διαφωτιστικά είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα των Ερωτοκρίτου & Αρτέμη Διατάγματα Injunctions, όπου στην σελ. 10 καταγράφεται ότι : «Προστακτικό είναι κάθε διάταγμα το οποίο με σαφή τρόπο προστάσσει τον εναγόμενο να τελέσει κάποια συγκεκριμένη πράξη.» Παράλληλα, όπως έχει νομολογηθεί, είναι δυνατή η έκδοση παρεμπίπτοντος προστακτικού διατάγματος, αλλά τέτοια διατάγματα δίδονται σπάνια, με φειδώ και με εξαιρετική περίσκεψη. Σχετική είναι η απόφαση Starport Nominees Ltd και Άλλη (Aρ. 1),
(2010)1 Α.Α.Δ. 1271. Περαιτέρω, στο σύγγραμμα Snell's Principles Of Equity 27η έκδοση σελ. 641 καταγράφονται τα ακόλουθα ως προς τη δυνατότητα έκδοσης παρεμπιπτόντων προστακτικών διαταγμάτων : «Mandatory Injunctions: The Court has jurisdiction to grant a mandatory injunction on an interlocutory application but it will very seldom do so, the Court usually requires a high degree of assurance that at the trial it will appear that the injunction was rightly granted.» Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι, για την έκδοση παρεμπίπτοντος προστακτικού διατάγματος πέραν των προϋποθέσεων του άρθρου 32, ο Αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για την ύπαρξη υψηλής πιθανότητας κατά την ακρόαση να διαφανεί ότι το διάταγμα ορθώς δόθηκε. Επομένως, προχωρώ να εξετάσω το κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις οριστικοποίηση των ήδη εκδοθέντων διαταγμάτων και έκδοσης των υπόλοιπων αιτούμενων διαταγμάτων. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 Τόσο η έκδοση προστακτικού όσο και απαγορευτικού διατάγματος διέπεται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, σύμφωνα με το οποίο ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι : α) υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση β) ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία γ) είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις έχουν καταστεί αντικείμενο ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στη θεμελιακή απόφαση στην υπόθεση Οδυσσέως v. Pieris Estates 1982 1 Α.Α.Δ
(557)το Ανώτατο Δικαστήριο αναλύοντας τις προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 του 14/1960 έκρινε τα ακόλουθα σχετικά:
  1. «Η προϋπόθεση για σοβαρό ζήτημα προς ακρόαση δεν υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων.
  2. Η έννοια της πιθανότητας επιτυχίας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων.
  3. Η Τρίτη προϋπόθεση σχετίζεται με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης.» Η συνδρομή των τριών πιο πάνω προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, αλλά το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. Σχετική είναι η απόφαση Ιπποδρομιακή Αρχή v. Χατζηβασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ 152 και Αβερκίου ν. ΘΕΟ Κτηματική Λτδ κ.ά.
(2013)1 Α.Α.Δ. 222. Στην απόφαση Άκης, άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου και άλλοι ν. Χριστίνας Σταύρου Χριστοφόρου και άλλων,
(1995), 1 Α.Α.Δ. 248, έχει τονισθεί ότι το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης. Στην απόφαση Κωνσταντίνου Λόρδου κ.ά. ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά Πολιτική Έφεση Ε 143/2015 ημερομηνίας 27.3.2017 επαναεπιβεβαιώθηκε η θέση ότι κατά το στάδιο εκδίκασης αίτησης για έκδοση ή οριστικοποίηση ενδιάμεσου διατάγματος το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση και ευρήματα επί της ουσίας πέραν του ό,τι είναι αναγκαίο για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας που συνίστανται στη διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και οι σχετικές αρχές της νομολογίας. Η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 32 στην παρούσα. Σοβαρό Ζήτημα προς εκδίκαση Η προϋπόθεση για κατάδειξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση δεν εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Στην απόφαση Αθανάσιος Κυριάκου κ.ά ν. Πραξούλλα Αντωνιάδου Κυριάκου Πολ. Έφεση Ε301/16, ημερομηνίας 26.9.2017, με αναφορά στο σύγγραμμα Διατάγματα (ανωτέρω ) υποδείχθηκε ότι : «με την πρώτη προϋπόθεση εισάγεται η υποχρέωση στο Δικαστήριο να βεβαιωθεί ότι υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα αναγνωρισμένο από τον Νόμο ή το Δίκαιο της Επιείκειας, προτού προχωρήσει στην έκδοση απαγορευτικού διατάγματος». Ο όρος δικόγραφα δεν χρησιμοποιείται υπό την τεχνική του έννοια αλλά χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια. Σχετική είναι η απόφαση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ.
  1. Εν πάση περιπτώσει στην υπό κρίση υπόθεση έχει καταχωρηθεί και η Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας. Στην υπό κρίση υπόθεση η αίτηση μέσα από τη νομική βάση της αίτησης προκύπτει ότι η Ενάγουσα θεμελιώνει την αίτησή της στον περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμο 138(Ι)/2001, στον Περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Αλλων Συναφών Θεμάτων και στο άρθρο 34 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.
  2. Περαιτέρω στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση επικαλείται και παραβίαση του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμου του
  3. Επιπλέον στην Έκθεση Απαίτησης που καταχωρήθηκε η Ενάγουσα επικαλείται και δόλο και απάτη. Πλην του Νόμου 138(Ι)/2001, ο οποίος έχει καταργηθεί, διαπιστώνω ότι τα υπόλοιπα αγώγιμα δικαιώματα που επικαλείται η Ενάγουσα είναι αναγνωρισμένα από τον Νόμο. Επομένως, πληρούται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου
  4. Ορατή Πιθανότητα επιτυχίας Η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 συσχετίζεται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του εκάστοτε αιτητή. Η αξιολόγηση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με αναφορά στις ένορκες δηλώσεις, όπου αναμένεται η εκεί μαρτυρία να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Γενικές αναφορές εν είδει κατάληξης δεν επαρκούν για την κατάδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Σχετική είναι η απόφαση Ανδρέας Σάββα Κυτάλα (ανωτέρω) και Lawford Ltd κ.ά ν. Χατζηγαβριήλ κ.ά,
(2004)1 Α.Α.Δ.818. Ασφαλώς, όπως έχει κριθεί επανειλημμένα σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Σχετική είναι η απόφαση T. A. Micrologic Computer Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 1802 και το σύγγραμμα των Ερωτοκρίτου & Αρτέμη Διατάγματα, σελ. 127-128. Για την κρίση επί των πιο πάνω το Δικαστήριο προβαίνει σε κάποια πρωταρχική αξιολόγηση της μαρτυρίας, ώστε να μπορέσει να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Σχετική είναι η απόφαση Σεβαστού Μαίρη Νίκου ν. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ
  1. Όπως έχει εξηγηθεί στην πρόσφατη απόφαση Κωνσταντίνου Λόρδου (ανωτέρω) δεν αρκεί η υιοθέτηση της εκδοχής της μιας πλευράς μόνο, αλλά απαιτείται κάποια αξιολόγηση για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας. Σχετική επίσης είναι η απόφαση Αθανάσιος Κυριάκου (ανωτέρω). Το απαύγασμα της σχετικής νομολογίας κατατείνει στο συμπέρασμα ότι για την κατάδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας θα πρέπει να προκύπτουν από την ένορκη δήλωση του εκάστοτε αιτητή συγκεκριμένα γεγονότα, τα οποία να παρέχουν ενδείξεις περί της ύπαρξης του ουσιαστικού δικαιώματος. Η έρευνα, όμως, του Δικαστηρίου αναφορικά με τη διακρίβωση της συνδρομής της δεύτερης προϋπόθεσης, θα πρέπει να σταματά στο σημείο όπου επιτρέπεται η διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας της ορατής πιθανότητας επιτυχίας, για τους περιορισμένους πάντα σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Όπως προκύπτει από την παράγραφο 26 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση η Ενάγουσα βασίζει την απαίτησή της σε δυο βασικά σκέλη. Το πρώτο σκέλος αφορά την κατ' ισχυρισμόν παράβαση νομοθετικών διατάξεων και προσδιορίζεται στις υποπαραγράφους (α) και (β) της παραγράφου 26 ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Συγκεκριμένα η Ενάγουσα επικαλείται κατ' ισχυρισμόν παραβίαση του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμου του 2018 (Ν. 125(I)/2018) και παραβίαση του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου, ως έχει τροποποιηθεί. Σημειώνεται ότι η Ενάγουσα δεν καταγραφεί στη νομική βάση της αίτησης τον Νόμο 125(I)/2018, αλλά το καταργημένο Νόμο 138(I)
  2. Η πιο πάνω παράλειψη δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να εξετάσει το ζήτημα της ορατής πιθανότητας επιτυχίας σε σχέση με αγώγιμο δικαίωμα που δεν συνιστά καλή βάση αγωγής ή σε σχέση με δικαίωμα που δεν περιλαμβάνεται στη νομική βάση της αίτησης. Όμως, ακόμα και να εξέταζα τις αναφορές περί παραβίασης του Νόμου 125(I)/2018, ως προσδιορίζεται στην παράγραφο 26 (α) της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, δεν θα κατέληγα στο ότι υφίσταται ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Ειδικότερα, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι αναφορικά με τις κατ΄ ισχυρισμόν παράβασης των νομοθετικών διατάξεων, που επικαλείται η Ενάγουσα στην παράγραφο 26(α) και (β) της ένορκής δήλωσης, δεν έχει προσαχθεί οποιοδήποτε στοιχείο, το οποίο να παρέχει ενδείξεις περί της ύπαρξης δικαιώματος που να προκύπτει από τους πιο πάνω νόμους. Επίσης, δεν υφίσταται οποιοδήποτε στοιχείο που να παρέχει ενδείξεις περί της παραβίασης του όποιου τυχόν δικαιώματος της Ενάγουσας από την Εναγόμενη. Οι σχετικές αναφορές στην παράγραφο 26(α) και (β) της ένορκης δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν είναι τίποτε άλλο παρά γενικές αναφορές εν είδει κατάληξης, οι οποίες όμως δεν επαρκούν για την κατάδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Το δεύτερο σκέλος επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 34 του περί αστικών αδικημάτων νόμου κεφ.
  3. Σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία του υπό συζήτηση αστικού αδικήματος, διαφωτιστικά είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα του Π. Πολυβίου Αστικά Αδικημάτα στο Κυπριακό Δίκαιο 1η έκδοση, τόμος β, σελ. 754 με
  4. Στο εν λόγω σύγγραμμα με παραπομπή στη σχετική νομολογία υποδεικνύεται ότι συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η παράβαση υφιστάμενης σύμβασης. Ο συγγραφέας σημειώνει πως, εάν δεν έλαβε χώρα παράνομος τερματισμός της σύμβασης ή παράνομη επέμβαση σε αυτήν, δεν στοιχειοθετείται το υπό συζήτηση αδίκημα. Διευκρινίζεται, επιπλέον, στη σελίδα 756 ότι θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο εναγόμενος επενέβη σε νόμιμη σύμβαση και ότι η συμπεριφορά του οδήγησε στην παράβαση της συμβάσης. Προκύπτει, συνεπώς, ότι το στοιχείο του τερματισμού ή της παράβασης της συμβάσης αποτελεί συστατικό στοιχείο του επικαλούμενου αστικού αδικήματος. Ασφαλώς στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο δεν καλείται να αποφασίσει για το κατά πόσο όντως συντρέχουν τα συστατικά στοιχεία του επίδικού αστικού αδικήματος. Όμως αναμένεται να προσαχθεί μαρτυρία, μεσώ της ένορκης δήλωσης, που να δημιουργεί ενδείξεις περί της ύπαρξης του δικαιώματος. Στην υπό κρίση υπόθεση μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν προκύπτει οποιαδήποτε αναφορά ή στοιχείο που να παρέχει ενδείξεις περί τερματισμού της σύμβασης μεταξύ της Ενάγουσας και της ασφαλισμένης της κας Πάρπα. Ούτε προκύπτει ότι η ασφαλισμένη παραβίασε οποιοδήποτε όρο της συμφωνίας της με την Ενάγουσα Επιπλέον, στην επιστολή της πελάτιδας της Ενάγουσας, Τεκμήριο 13, δεν καταγράφεται οτιδήποτε περί τερματισμού της σύμβασης ασφάλισης. Περαιτέρω η αναφορά στην αγόρευση των συνηγόρων της Ενάγουσας περί κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας υπό το πρίσμα της παράβασης σύμβασης και της υποχρέωσης της Εναγόμενης να επιστρέψει το υλικό της Ενάγουσας, έχει τεθεί αόριστα. Συγκεκριμένα, δεν υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο που να παρέχει ένδειξη περί το ότι κατέχει η Εναγόμενη οποιοδήποτε υλικό της Ενάγουσας. Το ότι η Εναγόμενη, σε περίπτωση τερματισμού της σύμβασης ασφαλιστικού σύμβουλου, ήταν υποχρεωμένη να επιστρέψει τυχόν υλικό που κατείχε, δεν συνιστά ένδειξη ότι κατά τον χρόνο τερματισμού της σύμβασης όντως κατείχε υλικό της Ενάγουσας. Έτσι, ούτε υπό το πιο πάνω πρίσμα μπορεί να καταδειχθούν ορατές πιθανότητες επιτυχίας. Επιπρόσθετα ούτε η παραπομπή σε αναφορές στην Έκθεση Απαίτησης μπορεί να βοηθήσει την υπόθεση της Ενάγουσας, αφού σε ενδιάμεση διαδικασία το βάθρο για την αναζήτηση των στοιχείων που δεικνύουν σοβαρές ενδείξεις περί της ύπαρξης του αγώγιμου δικαιώματος αναζητείται στην ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Ανδρέας Σάββα Κυτάλα (ανωτέρω). Άλλωστε είναι καλά νομολογημένο ότι δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο δικαστήριο. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Stavros Georgiou Son (Scrap Metals) Ltd ν. του πλοίου Lipa,
(2000)1 ΑΑΔ 1976. Έτσι, ούτε οι ισχυρισμοί περί δόλου της Εναγομένης που καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης μπορούν να επηρεάσει τα πράγματα, αφού τέτοιοι ισχυρισμοί δεν υφίστανται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Συνεπώς, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν έχει καταδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας και ως εκ τούτου η αίτηση κρίνεται απορριπτέα και απορρίπτεται. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου στοιχείου στην παρούσα. Κατάληξη Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξής μου, τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα, ημερομηνίας 18.7.2019 ακυρώνονται. Επιπλέον, ενόψει της διαπίστωσης περί μη κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας, η αίτηση απορρίπτεται στο σύνολό της. Περαιτέρω, τα έξοδα επιδικάζονται εναντίον Ενάγουσας ως υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος. Υπ. ............... Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.