ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 7518/2012, 22/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A624 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7518/2012 ΜΕΤΑΞΥ:- XXXXX ΝΙΚΟΛΑΟΥ Ενάγοντα ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγομένου Ημερομηνία: 22 Δεκεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα:κα Γ. Ζαχαρία για Αγγελίδης, Ιωαννίδης, Λεωνίδου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο: κα Ζ. Χαραλάμπους Δικηγόρος της Δημοκρατίας ΑΠΟΦΑΣΗ Δικογραφία Με την υπό παρούσα Αγωγή ο Ενάγων αξιώνει από τον Εναγόμενο τις πιο κάτω θεραπείες συνεπεία της ζημιάς που ισχυρίζεται ότι υπέστη από την Απόφαση απόλυσης του από το Αστυνομικό Σώμα όπου υπηρετούσε ημερ. 26/5/2006 η οποία Απόφαση κηρύχθηκε άκυρη με την Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αναθεωρητική Έφεση 47/2009 ημερ. 27/7/2012: (Α) Λ.Κ.1.066,00 ή το ισόποσο σε €1.821,00 για την περίοδο της διαθεσιμότητας από 27 Μαρτίου του 2006 μέχρι και τον Μάϊο του 2006. (Β) Λ.Κ. 64.000,00 ή το ισόποσο σε € 109.350,00 για την περίοδο 26/05/2006 μέχρι 27/07/2012 για απώλεια των αποδοχών του πλέον νόμιμο τόκο πλέον προσαυξήσεις από τον Μάϊο του 2006. (Γ) Λ.Κ.800,00 ή το ισόποσο σε €1366,08 πλέον νόμιμο τόκο πλέον οι προσαυξήσεις από μηνιαίως από τον Αύγουστο του 2012 μέχρι την πληρωμή του λόγω μη συμμόρφωσης με την συνταγματική επιταγή του Άρθρου 146
(5)του Συντάγματος. (Δ) Γενικές αποζημιώσεις για την αποστέρηση ευκαιρίας δυνατότητας εργασίας και προαγωγής και ανέλιξης στο Αστυνομικό Σώμα. (Ε) Γενικές αποζημιώσεις ύψους για τον ψυχικό πόνο και την ταλαιπωρία που υπέστη από την απόλυση του από το Αστυνομικό Σώμα. (ΣΤ) Τιμωρητικές αποζημιώσεις για την άδικη απόλυση του. (Ζ) Δίκαιη και/ή εύλογη αποζημίωση και/ή άλλη δίκαιη θεραπεία που το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις γιατί δεν υπήρξε ικανοποιητική θεραπεία παρά την συνταγματική επιταγή των Άρθρων 146
(4),
(5)και
(6)του Συντάγματος. (Η) Αποζημιώσεις που πηγάζουν με βάση το Άρθρο 172 του Συντάγματος ή με βάση τον κανόνα της Επιείκειας. Στην Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος προέβαλε ότι δεν αρνείται να συμμορφωθεί με την Απόφαση του Εφετείου, ούτε παραλείπει να το πράξει παρά μόνο ότι υπάρχει καθυστέρηση για συμμόρφωση με την εν λόγω Απόφαση για το λόγο ότι αναμένετο η τροποποίηση του σχετικού Νόμου ούτως ώστε να μην παρακάθεται ο Αρχηγός της Αστυνομίας ως Πρόεδρος του Συμβουλίου Εφέσεων αφού αυτός ήταν και ο μοναδικός λόγος που ακυρώθηκε η πρωτόδικη Απόφαση από το Εφετείο. Είναι παραδεκτή: ▬ η έκδοση στις 26/5/2006 Απόφασης κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας με την οποία η Πειθαρχική Επιτροπή έκρινε ένοχο τον Ενάγοντα επιβάλλοντας του την ποινή της απόλυσης, ▬ η καταχώρηση της Πειθαρχικής Έφεσης υπ. αρ. 4/2006 ενώπιον του Συμβουλίου Εφέσεων εναντίον της Απόφασης της Πειθαρχικής Επιτροπής που επέβαλε στον Ενάγοντα την ποινή της απόλυσης, ▬ η απόρριψη της Πειθαρχικής Έφεσης από το Συμβούλιο Εφέσεων με Απόφαση του ημερ. 27/7/2006 και η επικύρωση της πρωτόδικης Απόφασης της απόλυσης της Πειθαρχικής Επιτροπής, ▬ η καταχώρηση από τον Ενάγοντα της Προσφυγής υπ.αρ. 1661/2006 κατά της Απόφασης του Συμβουλίου Εφέσεων ημερ. 27/7/2006, ▬ η απόρριψη από το Ανώτατο Δικαστήριο με Απόφαση του ημερ. 13/2/2009 της Προσφυγής υπ. αρ. 1661/2006 και η επικύρωση της απόφασης του Συμβουλίου Εφέσεων, ▬ η καταχώρηση από τον Ενάγοντα της Αναθεωρητικής Έφεσης υπ. αρ. 47/2009 κατά της Απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 13/2/2009, ▬ η έκδοση από το Εφετείο στις 27/7/2012 Απόφασης με την οποία παραμερίστηκε η πρωτόδικη Απόφαση ακυρώνοντας την πράξη της απόλυσης του Ενάγοντα. Παραδεκτά Γεγονότα και Έγγραφα Περαιτέρω στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν Παραδεκτά Γεγονότα και κατατέθηκε παράλληλα και σχετικός Κατάλογος Παραδεκτών Εγγράφων ως ακολούθως:
(1)Ο Ενάγοντας διορίστηκε στην Αστυνομία Κύπρου στις 18/9/1995 και κατείχε την θέση του Αστυφύλακα με Αρ. Α/111.
(2)Μετά από την διεξαγωγή ακροαματικής διαδικασίας η Πειθαρχική Επιτροπή με Απόφαση της ημερ. 26/5/2006 έκρινε ένοχο τον Ενάγοντα και επέβαλε την ποινή της απόλυσης. Κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 απόφαση Πειθαρχικής Επιτροπής ημερ. 26/5/2006.
(3)Εναντίον της Απόφασης της Πειθαρχικής Επιτροπής ο Ενάγοντας καταχώρησε ενώπιον του Συμβουλίου Εφέσεων την υπ' αριθμό 4/2006 Πειθαρχική Έφεση Κατατέθηκε ως TΕΚΜΗΡΙΟ 2 Απόφαση του Συμβουλίου Εφέσεων επί της Πειθαρχικής Έφεσης 4/2006, ημερ. 27/7/2006. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 2,μετά από ακροαματική διαδικασία, το Συμβούλιο Εφέσεων με Απόφαση του ημερ. 27/7/2006 απέρριψε την έφεση του Ενάγοντα και επικύρωσε την πρωτόδικη Απόφαση της απόλυσης της Πειθαρχικής Επιτροπής.
(4)O Ενάγοντας με την υπ' αριθμό 1661/2006 Προσφυγή του προσέβαλε την Απόφαση του Συμβουλίου Εφέσεων ημερ. 27/7/2006 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο με την Απόφαση του ημερ. 13/2/2009 απέρριψε την προσφυγή και επικύρωσε την διοικητική Απόφαση του Συμβουλίου Εφέσεων. Κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3 ηΑπόφαση Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπ' αριθμό 1661/2006 Προσφυγή, ημερ. 13/2/2009.
(5)Ο Ενάγοντας με την υπ' αριθμό 47/2009 Αναθεωρητική Έφεση εφεσίβαλε την πρωτόδικη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 13/2/
- Κατά την 27/7/2012 το Εφετείο με Απόφαση του παραμέρισε την πρωτόδικη Απόφαση ακυρώνοντας την διοικητική πράξη της απόλυσης του Αστυφύλακα Νικόλα Νικολάου. Κατατέθηκε ως TΕΚΜΗΡΙΟ 4 Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπ' αριθμό 47/2009 Αναθεωρητική Έφεση, ημερ. 27/7/
- Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 4, με την Απόφαση του το Εφετείο έκρινε ότι ο Αρχηγός της Αστυνομίας με το να θεωρήσει το διαπραχθέν αδίκημα ως σοβαράς μορφής και να το παραπέμψει στην Επιτροπή για εκδίκαση ήταν ωσάν να προαποφάσιζε ότι δυνατόν να απαιτούσε η περίπτωση και ποινή σοβαρότερη από εκείνες που είχε εξουσία να επιβάλει ο Προεδρεύων Αξιωματικός με αποτέλεσμα να μην υπάρξει η εγγύηση εξασφάλισης τεκμηρίου αμεροληψίας που είναι απαραίτητο προσόν για την άσκηση των καθηκόντων του κριτή στο στάδιο της εκδίκασης και ιδιαίτερα της επιβολής της ποινής. Με βάση αυτή την κατάληξη κρίθηκε ότι υπήρξε παραβίαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης.
(6)Στις 27/7/2012 στάληκε επιστολή του Δικηγορικού Γραφείου Αγγελίδης, Ιωαννίδης, Λεωνίδου Δ.Ε.Π.Ε. προς Αρχηγό Αστυνομίας, ημερ. 27/7/
- Η εν λόγω επιστολή κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- Με την επιστολή Τεκμήριο 5 οι Δικηγόροι του Ενάγοντα, αφού αναφέρονταν στην Απόφαση του Εφετείου ημερ. 27/7/2012,ενημέρωναν τον Αρχηγό της Αστυνομίας ότι ο Ενάγοντας είχε προσέλθει στο Αρχηγείο στη Διεύθυνση Προσωπικού για να ενημερώσει για την Απόφαση καταγράφοντας παράλληλα την θέση ότι ο Ενάγων ήταν στη διάθεση της Αστυνομίας για ανάληψη των αστυνομικών του καθηκόντων.
(7)Στις 30/07/2012 στάληκε επιστολή του Δικηγορικού Γραφείου Αγγελίδης, Ιωαννίδης, Λεωνίδου Δ.Ε.Π.Ε. προς Αρχηγό Αστυνομίας, ημερ. 30/07/
- Η εν λόγω επιστολή κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- Με την επιστολή Τεκμήριο 6γινόταν αναφορά στην παράλειψη της Αστυνομίας να προβεί σε οποιεσδήποτε ενέργειες για συμμόρφωση με την Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 27/7/2012 στη βάση του ότι ο Ενάγοντας δεν είχε ειδοποιηθεί από οποιονδήποτε αρμόδιο για την ανάληψη των καθηκόντων του.
(8)Στις 4/9/2012 στάληκε επίσης επιστολή του Δικηγορικού Γραφείου Αγγελίδης, Ιωαννίδης, Λεωνίδου Δ.Ε.Π.Ε προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης. Η εν λόγω επιστολή κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7. Με την επιστολή Τεκμήριο 7 γινόταν αναφορά στο ότι ο Αρχηγός της Αστυνομίας και γενικότερα η Αστυνομική Διοίκηση παρέλειπε να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες προς συμμόρφωση με το περιεχόμενο της Απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου και ότι δεν είχαν γίνει οποιαδήποτε διαβήματα για την επανένταξη του Ενάγοντα στο Αστυνομικό Σώμα.
(9)Στις 5/9/2012 στάληκε από Δικηγορικό Γραφείο Αγγελίδης, Ιωαννίδης, Λεωνίδου Δ.Ε.Π.Ε.προς τον Αρχηγό Αστυνομίας, επιστολή απαίτησης για πληρωμή αποζημιώσεων. Η εν λόγω επιστολή ημερ. 5/9/2012 κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8.
(10)Στις 29/10/2012 στάληκε επιστολή του XXXXX Πιτσιλλίδη, Ανώτερου Αστυνόμου για Αρχηγό της Αστυνομίας προς τον Ενάγοντα, ημερ. 29/10/2012.Κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9.
(11)Στις 7/11/2012 ο Αστυφύλακας εμφανίστηκε ενώπιον του Συμβουλίου Εφέσεων. Κατατέθηκαν ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 10 πρακτικά έφεσης αρ. 4/2006, ημερ. 7/11/2012.
(12)Στις 30/4/2014 στάληκε επιστολή του Δικηγορικού Γραφείου Αγγελίδης, Ιωαννίδης, Λεωνίδου Δ.Ε.Π.Ε. προς Αρχηγό Αστυνομίας στον Αρχηγό της Αστυνομίας. Η εν λόγω επιστολή ημερ. 30/04/2014κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11. Με την επιστολή Τεκμήριο 11 γινόταν αναφορά στην παράλειψη συμμόρφωσης προς την Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και καλείτο ο Αρχηγός της Αστυνομίας να συμμορφωθεί προς αυτήν και να καλέσει άμεσα τον Ενάγοντα για ανάληψη των αστυνομικών του καθηκόντων.
(13)Η Απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπ' αριθμό 93/2015 Αίτηση για παραχώρηση άδειας για καταχώρηση προνομιακού εντάλματος τύπου Mandamus, ημερ. 5/10/2015 κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12. Όπως προκύπτει από την Απόφαση ημερ. 5/10/2015, Τεκμήριο 12,στις 14/7/2015 ο Ενάγοντας υπέβαλε στο Ανώτατο Δικαστήριο Κύπρου την υπ' αριθμό 93/2015 Αίτηση για παραχώρηση αδείας για καταχώρηση Αίτησης για έκδοση Προνομιακού εντάλματος τύπου Mandamus, δυνάμει του Άρθρ.155.4 του Συντάγματος και των Άρθρων 3 και 9 του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) του Νόμου του 1964 με το οποίο να διατάσσεται ο Αρχηγός της Αστυνομίας να τον επανεντάξει στο Αστυνομικό Σώμα Κύπρου μετά που η Ολομέλεια του Ανωτάτου ακύρωσε με την Απόφαση της Αναθεωρητικής Έφεσης Αρ. 47/2009 την πειθαρχική ποινή απόλυσης του. Ο Δικαστής που επελήφθη της Αίτησης έκρινε ότι η περίπτωση ήτο κατάλληλη για να δοθεί, όπως και έγινε, άδεια προς έκδοση εντάλματος της φύσεως Mandamus.
(14)Η Απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπ' αριθμό 130/2015 Αίτηση, για έκδοση Προνομιακού εντάλματος τύπου Mandamus, ημερ. 21/4/2016 κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13. Όπως προκύπτει, μετά την παραχώρηση αδείας ως ανωτέρω, ακολούθησε καταχώρηση της Πολιτική Αίτησης με αριθμό 130/15 για έκδοση προνομιακού εντάλματος τύπου Mandamus, με το οποίο να διατάσσεται ο Αρχηγός της Αστυνομίας να τον επανεντάξει στο Αστυνομικό Σώμα Κύπρου και, αφού ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου άκουσε και τις δύο πλευρές, απέρριψε την Αίτηση με την Απόφαση ημερ. 21/4/2016(ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13) θεωρώντας εν τέλει καταλυτικά αρνητικό το θέμα της καθυστέρησης και, κατά τη διακριτική του ευχέρεια, έκρινε ότι έπρεπε να μην εκδώσει το προνομιακό ένταλμα τύπου Mandamus.
(15)Η Απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπ' αριθμό 117/2016 Πολιτική Έφεση, ημερ. 25/5/2017 κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14. Όπως προκύπτει, στις 28/4/2016 o Ενάγοντας με την υπ' αριθμό 117/2016 Πολιτική Έφεση εφεσίβαλε την ορθότητα της απόφασης του Πρωτόδικου Δικαστηρίου. Κατά την 25/5/2017 το Εφετείο με απόφαση του ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14 απέρριψε την υπ' αριθμό 117/2016 Πολιτική Έφεση κρίνοντας ότι τόσο ο χρόνος όσο και οι λοιποί παράμετροι επιμέρους κρίσης για τις οποίες διατύπωσε παράπονο ο Ενάγων αφορούσαν τον τρόπο άσκησης της ευχέρειας του Δικαστηρίου και ότι δεν παρείχετο πεδίο επέμβασης.
(16)Στις 29/3/2018 ο κ. XXXXX Παπαθεοδώρου, Βοηθός Αρχηγός (Ε) & (Δ) απέστειλε επιστολή προς τον Ενάγοντα. Η εν λόγω επιστολή κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15.
(17)Στις 2/4/2018 ο Ενάγοντας έλαβε ειδοποίηση διαθεσιμότητας, υπογεγραμμένη από τον Θ. Χατζηκυριάκου, Αστυνόμο Β, Αναπληρωτή Αστυνομικό Διευθυντή Λάρνακας. Η εν λόγω Ειδοποίηση κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 16.
(18)Κατά την 20/11/2018 το Συμβούλιο Εφέσεων επανεξετάζοντας την Έφεση του Ενάγοντα εξέδωσε Απόφαση. Η Απόφαση του Συμβουλίου Εφέσεων ημερ. 20/11/2018 κατατέθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- Μαρτυρία Ο Ενάγων για να αποδείξει την υπόθεση του κάλεσε δύο μάρτυρες ως ακολούθως: ▬ XXXXX Μαυρίδου (Μ.Ε.1) ▬ XXXXX Κωμοδρόμος (Μ.Ε.2) Από πλευράς Εναγομένου δεν προσήχθη οποιαδήποτε μαρτυρία. Η Μ.Ε.1 είναι Γραμματέας του Δικηγορικού Γραφείου που εκπροσωπεί τον Ενάγοντα. Έγινε προσπάθεια μέσω της μαρτυρίας της να κατατεθούν κάποια έγγραφα τα οποία αφορούσαν σε άλλη διαδικασία που εκκρεμεί τα οποία, κατόπιν ενστάσεως που προεβλήθη από μέρους της συνηγόρου του Εναγομένου, δεν επετράπη η καταθεση τους. Ο Μ.Ε.2 υπηρετεί στο Κεντρικό Λογιστήριο της Αστυνομίας. Ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 18, την Αστυνομική Διάταξη με αρ.1/68 αναφορικά με τις διαδικασίες ανέλιξης στην Αστυνομία, ως Τεκμήριο 19 δέσμη εγγράφων με τα ετήσια πιστοποιητικά αποδοχών του Ενάγοντα από το 1995-2019, ως Τεκμήριο 20 ένα υποθετικό μοντέλο με τους μισθούς που πιθανόν να ελάμβανε ο Ενάγοντας αν υπηρετούσε την περίοδο 26/05/2006 - 19/11/2018 και ως Τεκμήριο 21 συνοπτική κατάσταση μισθοδοσίας με τις υποτιθέμενες απολαβές. Καταθέτοντας τα υπό αναφορά Τεκμήρια, ο μάρτυρας επεξήγησε αυτά τονίζοντας δε ότι τα Τεκμήρια 20 και 21 είναι υποθετικά. Σε διευκρινιστική ερώτηση που του τέθηκε ανέφερε ότι για να ανελιχθεί ένας Αστυνομικός από την Κλίμακα A3 σε Α5 εξαντλεί μισθοδοτικά την κλίμακα A3 και πρέπει να είναι κάτοχος 4 επιδομάτων καλής διαγωγής τα οποία παρέχονται στα μέλη της Αστυνομίας σύμφωνα με τον Κανονισμό 23 της Αστυνομίας. Τα επιδόματα καλής διαγωγής παραχωρούνται ανά δύο έτη νοούμενου ότι το μέλος έχει επιδείξει καλή διαγωγή, δεν έχει εναντίον του οποιανδήποτε πειθαρχική υπόθεση ή ποινή που θα μπορούσε να του αποστερήσει το δικαίωμα να πάρει το επίδομα. Εν συνεχεία, το μέλος που βρίσκεται σε Κλίμακα Α5 για να ανελιχθεί σε Κλίμακα Α7 θα πρέπει να συμπληρώσει 16 χρόνια υπηρεσίας από την ημερομηνία διορισμού του και θα πρέπει να είναι κάτοχος επιδόματος ευδόκιμης υπηρεσίας το οποίο επίσης καταβαλλόταν ως ο Κανονισμός 23 της Αστυνομίας Κ.Δ.Π. 51/
- Η περίοδος δε που τελεί ο Αστυνομικός σε διαθεσιμότητα παρόλο που δεν είναι ποινή είναι αποτρεπτικό μέτρο και, αν καταλήξει σε πειθαρχική καταδίκη, δεν λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς προσαύξησης. Ουσιαστικά μετατοπίζει την ημερομηνία προαγωγής του ανάλογα με την περίοδο της διαθεσιμότητας. Όπως στην προκειμένη περίπτωση ο Ενάγοντας ο οποίος είχε 3 περιόδους διαθεσιμότητας ως εμφαίνεται στο Τεκμήριο 20 στο πίνακα με αρ.1,2 και
- Επίσης, ανέφερε ότι αν και ο Ενάγων προσελήφθη το 1995 και μέχρι το 2015 αυτός θα κατείχε 20 χρόνια υπηρεσίας λόγω της διαθεσιμότητάς αφαιρέθηκαν συνολικά 10 μήνες με αποτέλεσμα να μετατοπιστεί η προσαύξηση που θα εδικαιούτο. Αναφερόμενος στην υπό κρίση περίπτωση ο Μ.Ε.2 ετοίμασε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 20, ένα έγγραφο το οποίο ουσιαστικά είναι ένα μοντέλο υποθετικό από 26/1/2005 το οποίο επεξηγεί πως θα ανελισσόταν η μισθολογική του κατάσταση, από 26/1/2005 μέχρι το
- Τέλος κατέθεσε ως Τεκμήριο 21 ένα υποθετικό μοντέλο που δεικνύει πως θα ήταν η μισθοδοσία του αναφέροντας ότι οι ολικές ακάθαρτες απολαβές του μέλους θα ήταν €
- 965, 49 σεντ. Θα είχε ολικές αποκοπές €29.931, 21 σεντ με καθαρές ολικές απολαβές €248.034,28 σεντ., Αξιολόγηση Μαρτυρίας Έχω παρακολουθήσει με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν και έχω εξετάσει την μαρτυρία που προσέφεραν στη βάση των καθιερωμένων αρχών αξιολόγησης[1]προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων έχοντας κατά νουν τα επίδικα ζητήματα και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς. Η εντύπωση που σχημάτισα και για τους δύο μάρτυρες που κλήθηκαν από την Ενάγουσα, Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2, ήταν απόλυτα θετική. Αμφότεροι μου έδωσαν την εικόνα αξιόπιστων μαρτύρων και ότι αυτοί προσπάθησαν έντιμα να παραθέσουν με ειλικρίνεια τη δική τους γνώση για την υπόθεση. Όπως προέκυψε η μαρτυρία της Μ.Ε.1 δεν είχε τελικώς οποιαδήποτε σημασία ή αξία εφόσον κλήθηκε να καταθέσει κάποια έγγραφα τα οποία, κατόπιν ενστάσεως από μέρους της Υπεράσπισης, δεν επετράπη η κατάθεση τους. Σε ό,τι αφορά τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 θεωρώ ότι ο μάρτυρας αυτός εντίμως κατέθεσε αυτά που γνώριζε στη βάση στοιχείων που ο ίδιος συνέλλεξε τόσο από το Κεντρικό Λογιστήριο της Αστυνομίας όσο και από το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας αναφορικά με την μισθοδοσία του Ενάγοντα. Είναι σημαντικό να τονισθεί εξαρχής ότι τόσο το Τεκμήριο 20 όσο και το Τεκμήριο 21 που ο Μ.Ε.2 κατέθεσε είναι υποθετικά εφόσον βασίστηκαν σε δεδομένα που δεν υπήρχαν αλλά σε υποθέσεις, όπως εξάλλου και ο ίδιος αναγνώρισε, επισημαίνοντας ότι είχε ακολουθήσει θεωρητικά ένα μοντέλο ανέλιξης του Ενάγοντα από τις 26/1/2005 μέχρι το
- Ουσιαστικά τα στοιχεία και Καταστάσεις που παρουσίασε και τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί εφόσον δεν υπήρξε οποιαδήποτε αντεξέταση από την Υπεράσπιση, αφορούν στα ποσά μισθοδοσίας που ο Ενάγων θα λάμβανε αν εργαζόταν όλα αυτά τα χρόνια και νοουμένου ότι αυτός δεν θα παράβαινε του Κανονισμούς της Αστυνομίας και δεν θα αντιμετώπιζε οποιαδήποτε άλλη πειθαρχική διαδικασία. Ως εκ τούτου η μαρτυρία του Μ.Ε.2 γίνεται αποδεκτή και στη βάση αυτής διατυπώνονται τα ανάλογα ευρήματα. Νομική Πτυχή Το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, προβλέπει τα ακόλουθα: «
- Παν πρόσωπον ζημιωθέν εξ αποφάσεως ή πράξεως ή παραλείψεως κηρυχθείσης ακύρου κατά την τετάρτην παράγραφον του παρόντος άρθρου δικαιούται, εφ' όσον η αξίωσις αυτού δεν ικανοποιήθη υπό του περί ου πρόκειται οργάνου, αρχής ή προσώπου, να επιδιώξη δικαστικώς αποζημίωσιν ή άλλην θεραπείαν επί τω τέλει, όπως επιδικασθή εις τούτο δικαία και εύλογος αποζημίωσις καθοριζομένη υπό του δικαστηρίου ή παρασχεθή εις τούτο άλλη δικαία και εύλογος θεραπεία ην το δικαστήριον έχει την εξουσίαν να παράσχη.» Το Άρθρο 146.6 δημιουργεί ένα σημαντικό συνταγματικό αστικό δικαίωμα για το οποίο έχει αρμοδιότητα το Επαρχιακό Δικαστήριο. Η βάση της αγωγής για αποζημίωση δεν συναρτάται με την παραβίαση αστικού δικαιώματος, αλλά με την ακύρωση πράξης ή παράλειψης της διοίκησης που εκδίδεται ή σημειώνεται στον τομέα του δημόσιου δικαίου. Το ιδιόρρυθμο[2] ή ιδιώνυμο[3] (sui generis), ως έχει χαρακτηριστεί, δικαίωμα για αποζημίωση που παρέχει το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος, είναι εντελώς ανεξάρτητο από οποιοδήποτε άλλο αγώγιμο δικαίωμα, το οποίο δημιουργεί μια κατηγορία ευθύνης που σκοπεί στο να καταστήσει το διοικητικό έλεγχο αποτελεσματικό. Πρόκειται για ένα σημαντικό συνταγματικό αστικό δικαίωμα για το οποίο έχει αρμοδιότητα το Επαρχιακό Δικαστήριο.[4] Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου[5], οι προϋποθέσεις για να καταχωρηθεί αγωγή με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος είναι οι ακόλουθες: (α) εξασφάλιση ακυρωτικής απόφασης από το Ανώτατο Δικαστήριο[6], (β) αίτημα από τον αιτητή που εξασφάλισε την εν λόγω απόφαση προς τη Διοίκηση για ικανοποίηση του αιτήματός του, και (γ) απόρριψη του αιτήματος ή παράλειψη του αρμοδίου τμήματος να εξετάσει τούτο. Επιπλέον, το δικαίωμα της αποζημίωσης δεν γεννάται «ipso facto» εκ της ακυρωτικής αποφάσεως και η ακύρωση διοικητικής απόφασης δεν θεμελιώνει αφ' εαυτής δικαίωμα για αποζημίωση από Πολιτικό Δικαστήριο. Η αποκατάσταση της τρωθείσας νομιμότητας αποτελεί ευθύνη του αρμοδίου διοικητικού οργάνου αναγόμενη στο πεδίο του δημοσίου δικαίου. Παράλειψη δε αποκατάστασης της νομιμότητας με την εξαφάνιση της παράνομης πράξης, αποτελεί παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας, υποκείμενης σε αναθεώρηση βάσει του Άρθρου 146.5 του Συντάγματος[7]. Η έννοια της αποκατάστασης της νομιμότητας και της εξαφάνισης των αποτελεσμάτων της ακυρωθείσας διοικητικής πράξης, είναι βεβαίως διάφορη της έννοιας της αποζημίωσης για ζημιά που προκλήθηκε από την ακυρωθείσα πράξη και η υποχρέωση της διοίκησης για αποκατάσταση μετά από ακυρωτική απόφαση δεν περιλαμβάνει υποχρέωση για επανόρθωση τυχόν υλικής ζημιάς.[11] Δικαίωμα για αποζημίωση γεννάται αν, παρά την αποκατάσταση της νομιμότητας, προέκυψε ζημιά η οποία δεν έχει ικανοποιηθεί από την αρμόδια αρχή.[12] Στην υπόθεση Εγγλεζάκη κ.ά v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1992)1 Α.Α.Δ. 697 το Ανώτατο Δικαστήριο συνόψισε ως εξής τις αρχές που προκύπτουν από την Νομολογία: «
(1)Όπως το κείμενο του άρθρου 146.6 υποδηλώνει, και η νομολογία βεβαιώνει, η ακύρωση διοικητικής απόφασης δε θεμελιώνει αφεαυτής δικαίωμα για αποζημίωση από πολιτικό δικαστήριο. Δικαίωμα για αποζημίωση εγείρεται "εφ' όσον η αξίωσις αυτού δεν ικανοποιηθή υπό του περί ου πρόκειται οργάνου, αρχής ή προσώπου".
(2)Η αποκατάσταση της τρωθείσας νομιμότητας, όπως διαπιστώνεται στην αναθεωρητική ακυρωτική απόφαση, αποτελεί ευθύνη του αρμόδιου διοικητικού οργάνου στο πεδίο του δημόσιου δικαίου. Παράλειψη αποκατάστασης της νομιμότητας με την εξαφάνιση της πράξης, συνιστά παράλειψη εκπλήρωσης υποχρέωσης που θέτει το άρθρο 146.5 του Συντάγματος που επιβάλλει την ενεργό συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση, και συνιστά παράλειψη υποκείμενη σε αναθεώρηση βάσει του άρθρου 146.1. Στην προκείμενη περίπτωση, η Διοίκηση συμμορφώθηκε με την εξαφάνιση της πράξης και την επανεξέταση της ακυρωθείσας απόφασης. Η μη αμφισβήτηση της νέας απόφασης, σε συνδυασμό με το τεκμήριο της νομιμότητας, επισφραγίζουν το πλαίσιο της νομιμότητας αναφορικά με τη διοικητική λειτουργία. Δικαίωμα για αποζημίωση εγείρεται αν, παρά την αποκατάσταση της νομιμότητας, προέκυψε ζημία, η οποία δεν είχε ικανοποιηθεί, από την αρμόδια διοικητική αρχή...». Στην σχετικά πιο πρόσφατη Απόφαση στην υπόθεση Uros Stojicic κ.ά ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:A363, Πολιτική Έφεση 335/10, ημερ. 15/7/2016συνοψίσθηκαν οι προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να στοιχειοθετούνται για την παροχή αποζημιώσεων υπό το Άρθρο 146
(6)του Συντάγματος, ως ακολούθως : «Προϋπόθεση για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου βάσει του άρθρου 146.6 αποτελεί η ακύρωση της διοικητικής πράξης που προκάλεσε τη ζημία, η οποία θεμελιώνει το παράνομο της πράξης (Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ν. Θεοδωρίδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 420). Περαιτέρω, θα πρέπει να απευθυνθεί αξίωση προς τη διοίκηση για ικανοποίηση του αιτήματος και συμμόρφωση προς την ακυρωτική απόφαση και εάν αυτή δεν ικανοποιηθεί, τότε μόνο μπορεί να καταχωρηθεί αγωγή. Η δε ζημιά θα πρέπει να προκλήθηκε από την ακυρωθείσα απόφαση ή να προέκυψε ως άμεση συνέπεια της (Μαυρονίχης ν. Αρχής Βιομηχανικής Καταρτίσεως
(1995)1 Α.Α.Δ. 612 και Μαρκίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 1424.)» Από τις πιο πάνω αυθεντίες προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του αγώγιμου δικαιώματος, υπό το Άρθρο 146
(6)του Συντάγματος, δεν αρκεί μόνο η απόδειξη της ακύρωσης της πράξης, που κατ' ισχυρισμόν προκάλεσε τη ζημία αλλά πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά όλες οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία. Θεμελιακή προϋπόθεση για τη δυνατότητα προώθησης σχετικής αξίωσης δικαστικά, είναι να προηγηθεί αξίωση προς τη διοίκηση για ικανοποίηση του αιτήματος και συμμόρφωση της διοίκησης προς την ακυρωτική απόφαση. Σε περίπτωση που η αξίωση του διοικούμενου προς τη διοίκηση δεν ικανοποιηθεί, τότε μπορεί να καταχωρηθεί αγωγή. Σχετικές, επί του προκειμένου, είναι οι αποφάσεις Christofides v. Attorney- General
(1981)1C.L.R 18καιΝίκολας ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2001)1 Α.Α.Δ
- Αφού αποδειχθεί η συνδρομή της πιο πάνω προϋπόθεσης ο Ενάγοντας, θα πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη ζημίας, η οποία θα πρέπει να προκύπτει αιτιωδώς από την ακυρωθείσα πράξη. Εξέταση παρούσας Υπόθεσης Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, τα γεγονότα που αφορούν το ιστορικό της υπόθεσης και ειδικότερα τα γεγονότα που έλαβαν χώρα από την ημερομηνία έκδοσης της διοικητικής πράξης της απόλυσης μέχρι και την ημερομηνία έκδοσης της νέας διοικητικής πράξης απόλυσης δεν είναι υπό αμφισβήτηση, αντιθέτως αυτά αποτέλεσαν αντικείμενο Παραδεκτών Γεγονότωνενώ ταυτόχρονα κατατέθηκαν από κοινού και αριθμός εγγράφων στο πλαίσιο Καταλόγου Παραδεκτών Γεγονότων που κατατέθηκε. Όπως προκύπτει από τα αναντίλεκτα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, έχει όντως εκδοθεί στις 27/7/2012 ακυρωτική Απόφαση στο πλαίσιο της Αναθεωρητικής Έφεσης υπ' αρ. 47/2009, με την οποία παραμερίστηκε η πρωτόδικη Απόφαση του Συμβουλίου Εφέσεων της Αστυνομίας, ημερ. 27/7/
- Επιπλέον, αποτελεί γεγονός ότι η πλευρά του Ενάγοντα ζήτησε μέσω των επιστολών των δικηγόρων του που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια, να προχωρήσει η Διοίκηση σε συμμόρφωση με την ακυρωτική Απόφαση. Σχετικές, εν προκειμένω, είναι οι επιστολές ημερ. 27/7/2012, Τεκμήριο 5, 30/7/2012, Τεκμήριο 6, 4/9/2012, Τεκμήριο 7, 5/9/2012, Τεκμήριο 8και 30/4/2014, Τεκμήριο
- Η πλευρά του Εναγομένου εισηγήθηκε ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν υπήρξε άρνηση ή παράλειψη επανεξέτασης. Υποστηρίχθηκε, συναφώς, ότι λόγω της ανάγκης τροποποίησης των Κανονισμών της Αστυνομίας ώστε αυτοί να είναι σύμφωνοι με το δεδικασμένο της ακυρωτικής Απόφασης, χρειάστηκε χρόνος και ότι υπήρξε, τελικώς, έστω και κατόπιν καθυστέρησης, συμμόρφωση μέσω της Απόφασης επανεξέτασης που έλαβε χώρα στις 20/11/
- Στη βάση της πιο πάνω επιχειρηματολογίας υποστηρίχθηκε ότι η παρούσα Αγωγή είναι, αφενός πρόωρη λόγω της καταχώρισης της μόλις τρεις μήνες μετά την έκδοση της ακυρωτικής Απόφασης, και αφετέρου ότι υπήρξε συμμόρφωση με την ακυρωτική Απόφαση και αποκατάσταση της νομιμότητας. Η πλευρά του Ενάγοντα διατείνεται ότι η ακύρωση της απόλυσης του δεν δημιουργούσε, απλώς, υποχρέωση επανεξέτασης, στο πλαίσιο διακριτικής ευχέρειας, αλλά συνεπάγετο την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση κατά τρόπο αυτόματο και ό,τι απαιτείτο σε τέτοια περίπτωση δεν ήταν παρά η ενέργεια της Διοίκησης για την ανάληψη των καθηκόντων του απολυθέντος και η φυσική εγκατάσταση του στην προτέρα του θέση και, κατ' επέκταση, η πληρωμή των αποκοπών και τυχόν ωφελημάτων των οποίων στερήθηκε συνεπεία της ακυρωθείσας πράξης, καθόλο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο παρέμεινε εκτός υπηρεσίας. Εν πρώτοις επισημαίνεται ότι, ενώ δεν υπήρξε ρητή άρνηση από μέρους της Διοίκησης στο αίτημα του Ενάγοντα, η Διοίκηση δεν έλαβε, στο μεταξύ, οποιαδήποτε μέτρα προς ικανοποίηση του αιτήματός του. Παρά ταύτα, ο Ενάγων, όπως προέκυψε, δεν προχώρησε να καταχωρίσει προσφυγή κατά της παράλειψης της Διοίκησης να συμμορφωθεί με την Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και να τον επαναφέρει στο Αστυνομικό Σώμα. Και τούτο, παρά το γεγονός ότι μέσω της παρούσας Αγωγής που καταχώρισε τρεις μήνες μετά την εξασφάλιση της ακυρωτικής Απόφασης και συγκεκριμένα, στις 30/10/2012, όπως επισημάνθηκε και στην Απόφαση της Πολιτικής Αίτησης 130/2015, ημερ. 21/4/2016, «απέδιδε πλέον κατά τρόπο οριστικό στη Διοίκηση, παράλειψη συμμόρφωσης με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και παράλειψη να τον καλέσει για ανάληψη των αστυνομικών του καθηκόντων κατά παράβαση του Άρθρου 146.5». Όπως περαιτέρω αναφέρθηκε στην πιο πάνω Πολιτική Αίτηση, «είναι πρόδηλο ότι κατ' εκείνο το χρόνο ο Αιτητής είχε θεωρήσει πως η Διοίκηση τελούσε σε κατάσταση σιωπηράς άρνησης και παράλειψης κατά παράβαση του Άρθρου 146.5». Το μόνο ένδικο μέτρο που ο Ενάγων έλαβε ήταν η καταχώρηση της Αίτησης υπ. αρ. 93/2015 για έκδοση προνομιακού εντάλματος τύπου Mandamusμε το οποίο να διατάσσεται ο Αρχηγός της Αστυνομίας να τον επανεντάξει στο Αστυνομικό Σώμα Κύπρου όπου με Απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 5/10/2015 εξασφάλισε σχετική άδεια. Ακολούθησε η καταχώρηση της πιο πάνω αναφερόμενης Πολιτικής Αίτησης με αριθμό 130/15 και το Δικαστήριο, αφού άκουσε και τις δύο πλευρές, με την Απόφαση ημερ. 21/4/2016τηναπέρριψε θεωρώντας καταλυτικά αρνητικό το θέμα της καθυστέρησης. Στις 28/4/2016 o Ενάγοντας με την υπ' αριθμό 117/2016 Πολιτική Έφεση εφεσίβαλε την ορθότητα της απόφασης του Πρωτόδικου Δικαστηρίου και το Εφετείο με Απόφαση του ημερ. 25/05/2017 απέρριψε την πιο πάνω αναφερόμενη Πολιτική Έφεση. Υπενθυμίζεται στο σημείο αυτό ότι, όπως έχει ήδη καταγραφεί στο πλαίσιο σκιαγράφησης της νομικής πτυχής, η παράλειψη αποκατάστασης της νομιμότητας με την εξαφάνιση της παράνομης πράξης συνιστά παράλειψη εκπλήρωσης υποχρέωσης που θέτει το Άρθρο 146.5 του Συντάγματος, που επιβάλλει την ενεργό συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση και αποτελεί παράλειψη υποκείμενη σε αναθεώρηση βάσει του Άρθρου 146.1[8]. Το πιο σημαντικό, ωστόσο, στην παρούσα υπόθεση είναι το ότι, τελικώς, η Διοίκηση προχώρησε σε επανεξέταση μέσω της Απόφασης του Συμβουλίου Εφέσεων της Αστυνομίας, ημερ.20/11/
- Υπενθυμίζεται ότι αντικείμενο της Αναθεωρητικής Έφεσης ήταν η Απόφαση που εξέδωσε το Συμβούλιο Εφέσεων ημερ. 27/7/2006 ή καλύτερα η κρίση του Συμβουλίου Εφέσεων στο πλαίσιο εξέτασης της έφεσης που είχε ασκήσει ο Ενάγων εναντίον της Απόφασης της Πειθαρχικής Επιτροπής. Με την απόφαση του το Συμβούλιο Εφέσεων, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, είχε απορρίψει την έφεση του Ενάγοντα επικυρώνοντας και την ποινή που του είχε επιβληθεί. Στις 20/11/2018 το Συμβούλιο Εφέσεων προχώρησε στην επανεξέταση της έφεσης που καταχώρισε ο Ενάγων κατά της καταδίκης και της ποινής σε όλες τις κατηγορίες που επέβαλε η Πειθαρχική Επιτροπή στην Πειθαρχική Υπόθεση Λάρνακας αρ. 1/
- Όσον δε αφορά τις παραμέτρους επανεξέτασης, χρήσιμο είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το Σύγγραμμα του Καθηγητή Κυριακόπουλου Ελληνικόν Διοικητικόν Δίκαιον, 4ηέκδοση, 1961, Τόμος Γ, σελίδα 154, το οποίο υιοθετήθηκε στην υπόθεση Χαράλαμπος Νικόλας v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Γενικού Εισαγγελέα,
(2001)1 Α.Α.Δ. 983 όπου τονίζεται ότι αυτές (οι παράμετροι) είναι συναρτημένες με το λόγο ακύρωσης: «β. Διάφορος της ως άνω προς συμμόρφωσιν υποχρεώσεως της διοικήσεως, είναι η προς ενδεχόμενην ενέργειαν υποχρέωσις αυτής, ήτις ανακύπτει κατόπιν ακυρώσεως πράξεως, εκδοθείσης κατ' ελευθέραν εκτίμησιν. Διότι η διοίκησις, μετά την ακύρωσιν, είναι ελευθέρα να εκδώση ή να μη εκδώση νέαν πράξιν, και μόνον, αν προβή εις έκδοσιν ταύτης, οφείλει να συμμορφωθή προς την απόφασιν. Και αν μεν η αίτησις ακυρώσεως εγένετο δεκτή διά παράλειψιν ουσιώδους τύπου, η διοίκησις, επανερχόμενη επί της υποθέσεως, οφείλει να τηρήση τον παραλειφθέντα τύπον· αν δε η ακύρωσις επήλθε συνεπεία ελλείψεως αιτιολογίας, ή ελλιπούς αιτιολογίας, η διοίκησις, εφ' όσον επανέλθη, οφείλει να προσθέση την προσήκουσαν αιτιολογίαν· αν δε, τέλος, η ακύρωσις εγένετο δι' αναρμοδιότητα της εκδούσης την πράξιν αρχής, καθορισθή δ' εν τη αποφάσει του Σ.Ε. ποία αρχή είναι αρμοδία, μόνον η κριθείσα τοιαύτη δύναται να προβή εις την έκδοσιν της νέας πράξεως». Ως προς τις παραμέτρους επανεξέτασης και εφόσον η ακύρωση είχε συντελεστεί λόγω του ότι ο τότε Αρχηγός Αστυνομίας ως exofficioΠρόεδρος στο Συμβούλιο Εφέσεων δυνάμει του Κανονισμού 27 των περί Αστυνομίας (Πειθαρχικών) Κανονισμών του 1989[9] σε προηγούμενο στάδιο είχε εμπλακεί στην υπόθεση έχοντας μεν αρμοδιότητα αλλά κατά τρόπο που στερούσε από τη διαδικασία των εχεγγύων της αμερόληπτης κρίσης, ανέκυψε υποχρέωση επανεξέτασης της Έφεσης του Ενάγοντα από το Συμβούλιο Εφέσεων μετά και την τροποποίηση των σχετικών Κανονισμών και συγκεκριμένα του Κανονισμού 27 με την Κ.Δ.Π. 345/2015 σχετικά με την σύνθεση και/ή συγκρότηση του Συμβουλίου Εφέσεων[10]. Αποτέλεσμα της επανεξέτασης αυτής ήταν να απορρίψει την έφεση του Ενάγοντα και να επικυρώσει την απόφαση της Πειθαρχικής Επιτροπής, τόσο σε σχέση με την καταδίκη, όσο και σε σχέση με την ποινή της απόλυσης. Των πιο πάνω δεδομένων είναι φανερό ότι η Διοίκηση έχει, εν προκειμένω, προβεί σε επανεξέταση της Απόφασης με αποτέλεσμα στις 20/11/2018 να καταλήξει σε νέα απόφαση, η οποία συνιστά νέα διοικητική πράξη, η οποία ήταν ταυτόσημη με την απόφαση που είχε ακυρωθεί λόγω της συμμετοχής του Αρχηγού Αστυνομίας, ήτοι, απορρίπτοντας την έφεση του Ενάγοντα και επικυρώνοντας την απόλυση του από το 2006. Σε ό,τι αφορά το ζήτημα της αναδρομικής ισχύος της επικύρωσης της απόφασης για απόλυση του Ενάγοντα και δεδομένης της προώθησης της θέσης από μέρους της ευπαίδευτου συνηγόρου για τον Ενάγοντα ότι αυτή δεν μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ αρκεί να παραπέμψω στην ακόλουθη παραπομπή από την υπόθεση Γεωργιάδης v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Αμύνης κ.α
(1992)4 Α.Α.Δ. 869: «Ο γενικός κανόνας του διοικητικού δικαίου είναι ότι οι διοικητικές πράξεις δε μπορούν να έχουν αναδρομική ισχύ, εκτός αν αυτό προνοείται από το νόμο ή όπου η απόφαση λήφθηκε από τη διοίκηση είτε σε συμμόρφωση προς ακυρωτική απόφαση του Δικαστηρίου είτε κατά την επανεξέταση μιας υπόθεσης σαν συνέπεια μιας τέτοιας ακυρωτικής απόφασης, οπότε μπορεί να δοθεί αναδρομική ισχύ από την ημερομηνία της ακύρωσης της απόφασης αυτής. (Βλέπε Papaioannouv. Republic
(1987)3 C.L.R. 474.)» Σχετικό είναι επίσης το Άρθρο 7 (β) και (γ) των Περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμο 158(Ι)/1999. Βεβαίως, όπως ορθά, κατά την εκτίμηση μου, υπέδειξε η ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου, το ζήτημα της αναδρομικότητας και αν αυτό ήταν ορθό ή λάθος δεν πρέπει να απασχολήσει το παρών Δικαστήριο αλλά μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης στο πλαίσιο προσφυγής κατά της εν λόγω Απόφασης. Επισημαίνεται εν προκειμένω ότι, όπως είναι πάγια νομολογημένο[11], η διαδικασία της επανεξέτασης απολήγει σε νέα διοικητική απόφαση και το διοικητικό όργανο δεσμεύεται να συμμορφωθεί με το δεδικασμένο της ακυρωτικής απόφασης, ενώ στα υπόλοιπα σημεία του υπό συζήτηση ζητήματος διατηρεί ελεύθερη κρίση. Με άλλα λόγια όταν το διοικητικό όργανο επανεξετάζει το θέμα, η επανεξέταση συνιστά εξ' ολοκλήρου νέα διαδικασία η οποία απολήγει σε νέα διοικητική απόφαση. Μέσα σ' αυτό τα πλαίσιο η διοίκηση έχει την υποχρέωση να συμμορφωθεί προς τα κριθέντα από την ακυρωτική απόφαση και να μην επαναλάβει τη νομική πλημμέλεια της ακυρωθείσας πράξης, προβαίνουσα στην έκδοση νέας σε αντικατάσταση της ακυρωθείσας[12]. Όπως δε παρατηρείται στο Σύγγραμμα της ΔήμητραςΚοντόγιωργα - Θεοχαροπούλου «Αι Συνέπειαι της Ακυρώσεως Διοικητικής Πράξεως έναντι της Διοικήσεως», 1988, σελ. 83 το ακυρωτικό δεδικασμένο καλύπτει «μόνο τα κριθέντα σημεία δικαίου υπό του δικαστού. Ήτοι, τον λόγον δια τον οποίον ηκυρώθη η πράξις και τον οποίον δεν ημπορεί να επαναλάβη η διοίκησις κατά την ενέργειαν της δευτέρας πράξεως». Ο τρόπος με τον οποίο συμμορφώνεται η διοίκηση ανάγεται στη διακριτική της ευχέρεια, όμως τα δεδομένα, νομικά και πραγματικά, όπως αυτά ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν μπορεί να μεταβληθούν[13]. Επιπλέον όπως πάλι παρατηρείται στο Σύγγραμμα της Δήμητρας Κοντόγιωργα - Θεοχαροπούλου «Αι Συνέπειαι της Ακυρώσεως Διοικητικής Πράξεως» σελ. 42, όταν η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται λόγω παράβασης του κανόνα αρμοδιότητας, «δεν εμποδίζεται η διοίκησης να επαναλάβη την πράξιν, τηρούσα αυτήν την φοράν τους σχετικούς κανόνας περί αρμοδιότητος ή τύπου». Επισημαίνεται εν προκειμένω ότι το κατά πόσο η Διοίκηση εκπλήρωσε ή όχι την υποχρέωση της προς συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου με εξαφάνιση των συνεπειών της παρανόμου πράξεως και, αν πράγματι αποκατέστησε την τρωθείσα νομιμότητα, δεν είναι ζήτημα που πρέπει να απασχολήσει το παρών Δικαστήριο για τον απλούστατο λόγο ότι δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου αλλά του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην άσκηση της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας. Εν πάση περιπτώσει η Απόφαση αυτή δύνατο να τύχει αμφισβήτησης από τον Ενάγοντα με την καταχώρηση προσφυγής. Ωστόσο και σε περίπτωση που όντως έχει αμφισβητηθεί δια της καταχώρησης σχετικής προσφυγής[14], το τεκμήριο της νομιμότητας που ισχύει σε σχέση με αυτή την Απόφαση μέχρις ότου ακυρωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, επισφραγίζει το πλαίσιο της νομιμότητας αναφορικά με τη διοικητική λειτουργία[15]. Υπό αυτά τα δεδομένα το ερώτημα το οποίο εγείρεται είναι κατά πόσο ο Ενάγων έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά την οποία μπορεί να αξιώσει στη βάση των προνοιών του Άρθρου 146
(6). Όπως τονίσθηκε και στην υπόθεση Εγγλεζάκη κ.α v.Γενικού Εισαγγελέα
(1992)1 Α.Α.Δ. 697 το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί σε αγωγή βάσει του Άρθρου 146.6 είναι «..αν, μετά την επανόρθωση και αποκατάσταση της νόμιμης τάξης πραγμάτων, ο Ενάγων υπέστη οποιαδήποτε ζημιά». Η αξίωση του Ενάγοντα βασίσθηκε ουσιαστικά στην απώλεια απολαβών και επιδομάτων για την περίοδο από τις 26/5/2006 μέχρι και την 20/11/2018 που είναι, όπως αναφέρθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο του Ενάγοντα, η ημερομηνία έκδοσης της νέας πράξης απόλυσης. Υπό αυτά τα δεδομένα και σε σχέση με το ερώτημα το οποίο εγείρεται είναι προφανές πως ως προς το θέμα των ζημιών η παρούσα παρουσιάζει, κατ' αναλογία πάντα, κάποιες ομοιότητες με την υπόθεση Εγγλεζάκη κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1992)1 Α.Α.Δ. 697. Δηλαδή, με δεδομένο ότι και εδώ υπήρξε επανεξέταση και νέα απόφαση θα πρέπει να δει κάποιος τη συνέχεια για να αποφασίσει. Εάν για παράδειγμα, δεν είχε αμφισβητηθεί η νέα απόφαση ή έχοντας αμφισβητηθεί επικυρωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, τότε μια τέτοια πορεία, σε συνδυασμό με το τεκμήριο νομιμότητας, επισφραγίζει το πλαίσιο της νομιμότητας και δικαίωμα για αποζημίωση θα υπάρχει μόνο στην περίπτωση κατά την οποία, παρά την αποκατάσταση της νομιμότητας, προέκυψε ζημιά η οποία δεν είχε αποκατασταθεί. Εύκολα γίνεται αντιληπτό πως σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα τίθετο θέμα για μισθούς της περιόδου 2006 μέχρι 2016, αλλά ενδεχομένως για κάποια άλλη ζημιά. Εννοείται πως θα ήταν διαφορετική η κατάσταση εάν προκύψει ακύρωση. Σε μια τέτοια περίπτωση θα οδηγούσε στην γένεση αγώγιμου δικαιώματος με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 146
(6). Στην προκειμένη περίπτωση θεωρώ πως δεν προέκυψε οποιαδήποτε ζημιά γιατί μεσολάβησε στις 20/11/2018 η επανεξέταση από το Συμβούλιο Εφέσεων της έφεσης που ο Ενάγων είχε ασκήσει εναντίον της Απόφασης της Πειθαρχικής Επιτροπής για απόλυση του, το οποίο, αφού έλαβε υπόψη τους λόγους ακύρωσης της Απόφασης της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 27/7/2012, απορρίπτοντας της έφεση του Ενάγοντα επικύρωσε τόσο την καταδίκη του στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε όσο και την ποινή της απόλυσης. Στην Απόφαση του Εφετείου, Γρηγόρης Φιλιαστίδης ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, ECLI:CY:AD:2014:A738, Πολιτική Έφεση αρ. 351/2009, ημερ. 3/10/2014, η απόφαση της Διοίκησης είχε ακυρωθεί λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας. Η Διοίκηση προέβηκε σε επανεξέταση με διεξαγωγή της επιβαλλόμενης έρευνας, καταλήγοντας στην ίδια απόφαση. Κρίθηκε από το Εφετείο ότι με τις ενέργειες της αυτές η Διοίκηση είχε αποκαταστήσει πλήρως τη νομιμότητα και ότι, συνεπώς, δεν εγειρόταν ζήτημα αποζημιώσεων του εκεί εφεσείοντα δυνάμει του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος, κατ' επίκληση του οποίου είχε καταχωρήσει αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την πιο πάνω Απόφαση: «Η υιοθέτηση της πιο πάνω στάσης εκ μέρους της Εφεσίβλητης έδινε βεβαίως το δικαίωμα στον Εφεσείοντα να ασκήσει προσφυγή, ούτως ώστε να κριθεί με βάση νέο αναθεωρητικό έλεγχο η ορθότητα της τελευταίας αυτής διοικητικής πράξης. Ο Εφεσείων αντί αυτού προχώρησε σε καταχώρηση αγωγής. Η ύπαρξη όμως νέας απόφασης, απορριπτικής και πάλι του αιτήματος του Εφεσείοντα, δημιουργούσε την ανάγκη καταχώρησης νέας προσφυγής στο ακυρωτικό Δικαστήριο, το οποίο ήταν και το μόνο αρμόδιο να αποφανθεί ως προς το κατά πόσο η νέα άρνηση της Εφεσίβλητης στηριζόταν σε λανθασμένα κριτήρια. Τυχόν επιτυχία του Εφεσείοντα θα οδηγούσε, πιθανόν, στη γένεση αγώγιμου δικαιώματος. Από μόνη της όμως η θεμελίωση, όπως ήδη λέχθηκε, της αγωγής σε απόφαση η οποία κρίθηκε ως αναιτιολόγητη από το ακυρωτικό Δικαστήριο δεν ήταν αρκετή για να δημιουργήσει θέμα αποζημιώσεων και ανάλογο αγώγιμο δικαίωμα, καθότι η κατ΄ ισχυρισμό ζημιά δεν προκλήθηκε ως άμεση συνέπεια της ακύρωσης, αφού μοναδικός λόγος ακύρωσης ήταν το αναιτιολόγητο της πράξης και, όπως ήδη λέχθηκε, προέκυψε νέα απόφαση μετά από επανεξέταση, η οποία και δεν προσβλήθηκε.» Κατ΄ακολουθία όλων των πιο πάνω και με δεδομένη την επικύρωση της Απόφασης για απόλυση του Ενάγοντα από το 2006 καταλήγω ότι ο Ενάγων δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά την οποία μπορεί να αξιώσει στη βάση των προνοιών του Άρθρου 146
(6)ή οποιαδήποτε άλλης μορφής ζημιά. Κατάληξη Για τους λόγους που πιο πάνω έχω εξηγήσει ο Ενάγων απέτυχε να αποδείξει την αξίωση του εναντίον του Εναγόμενου. Ως εκ τούτου η παρούσα Αγωγή απορρίπτεται. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αγωγής δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, οι Εναγόμενοι δικαιούνται στα έξοδα τους. Ως εκ τούτου τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον του Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................ Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1]Δέστε, μεταξύ άλλων,Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
(2011)1Α.Α.Δ. 2192,ScottGrahamBrierleyv. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 476,Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ.
- [2]Δέστε Πολιτική Έφεση αρ. 126/2010, Αναστασία Πήττα κ.ά v.Δήμου Στροβόλου, ημερ. 24/4/
- [3] Δέστε Κυπριακή Δημοκρατία v. SuccessAdvertisingCoLtd
(1996)1 Α.Α.Δ. 153. [4]Δέστε Κυπριακή Δημοκρατία v. SuccessAdvertisingCoLtd
(1996)1 Α.Α.Δ. 153: «To δικαίωμα αποζημιώσεων του Άρθρου 146.6 είναι εντελώς ανεξάρτητο από οποιοδήποτε άλλο αγώγιμο δικαίωμα (βλ. Attorney-General v. Andreas Marcoulides and another
(1966)1 C.L.R. 242,CharilaosFrangoulidesv. TheRepublic
(1982)3 C.L.R. 462). Είναι ιδιώνυμο δικαίωμα (sui generis) που δημιουργεί μια κατηγορία ευθύνης που σκοπεί στο να καταστήσει το διοικητικό έλεγχο αποτελεσματικό. Το δικαίωμα αυτό είναι παρεμφερές προς τη διοικητική αναθεώρηση(Kampisv. The Republic
(1984)1 C.L.R. 314, 327). Στην ίδια υπόθεση τονίστηκε ότι το δικαίωμα που προκύπτει από το Άρθρο 146.6, άνκαι πηγάζει από ενέργεια της διοίκησης στον τομέα του δημόσιου δικαίου, είναι ιδιωτικό δικαίωμα που με περίεργο τρόπο είναι συνδεδεμένο με την απώλεια που έχει υποστεί ο επιτυχών στο διοικητικό δικαστήριο διάδικος. Το Άρθρο 146.6 δημιουργεί ένα σημαντικό συνταγματικό αστικό δικαίωμα για το οποίο έχει αρμοδιότητα το Επαρχιακό Δικαστήριο. Η βάση της αγωγής για αποζημίωση δεν συναρτάται με την παραβίαση αστικού δικαιώματος, αλλά με την ακύρωση πράξης ή παράλειψης της διοίκησης που εκδίδεται ή σημειώνεται στον τομέα του δημόσιου δικαίου. Η διευκρίνιση αυτή κρίθηκε σημαντική καθώς και προσδιοριστική του πλαισίου μέσα στο οποίο καθορίζονται οι αποζημιώσεις (βλ. Charilaos Frangoulides v. The Republic
(1982)1 C.L.R. 462 και Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ και Άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα και Άλλων
(1991)1 Α.Α.Δ. 225).». [5]Δέστε RosaryGardensLtdv. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα
(2006)1 Α.Α.Δ.
- Πολιτική Έφεση αρ. 126/2010, Αναστασία Πήττα κ.ά v.Δήμου Στροβόλου, ημερ. 24/4/2015 και Πολιτική Έφεση αρ. 351/2009 Φιλιαστίδης v. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου , ημερ. 3/10/
- [6] Δέστε Κυπριακή Δημοκρατία v. SuccessAdvertisingCoLtd
(1996)1 Α.Α.Δ. 153: «Μία από τις αναγκαίες προϋποθέσεις για αξίωση αποζημίωσης με βάση το Άρθρο 146.6 είναι η ύπαρξη δικαστικής απόφασης που ακυρώνει την προσβαλλόμενη πράξη ή παράλειψη (Phedias kyriakidesandthe Republic 1 R.S.C.C. 66,74,Δημοκρατία ν. Γεώργιου Ματθαίου Α.Ε. 832, ημερ. 12.7.1990). Με άλλα λόγια, η ακύρωση της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης αποτελεί προϋπόθεση για την έγκυρη καταχώρηση αγωγής για αποζημιώσεις με βάση το Άρθρο 146.6 (βλ.Charilaos Frangoulides v.The Republic
(1982)3 C.L.R. 462,471.).» [7] «5. H κατά την τετάρτην παράγραφον του παρόντος άρθρου απόφασις ή, σε περίπτωση που έχει ασκηθεί έφεση, η απόφαση επί της έφεσης δεσμεύει παν δικαστήριον, όργανον ή αρχήν εν τη Δημοκρατία, και τα περί ων πρόκειται όργανα, αρχαί ή πρόσωπα υποχρεούνται εις ενεργόν συμμόρφωσιν προς ταύτην». [8]Δέστε σχετικά την υπόθεση Εγγλεζάκη κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1992)1 Α.Α.Δ.
- [9]Δέστε Κ.Δ.Π. 53/1989: «
- Καθιδρύεται Συμβούλιο Εφέσεων, το οποίο θα αποτελείται από τον Αρχηγό της Αστυνομίας ως Πρόεδρο, ένα Ανώτερο Αξιωματικό, βαθμού τουλάχιστον Ανώτερου Αστυνόμου, τον οποίο θα ορίζει ο Υπουργός, και ένα Νομικό Λειτουργό οριζόμενο από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, το οποίο θα επιλαμβάνεται όλων των εφέσεων σε πειθαρχικές υποθέσεις, στις οποίες ο κατηγορούμενος είναι μέλος της Δύναμης μέχρι του βαθμού του Ανώτερου Υπαστυνόμου, περιλαμβανομένου.» [10]Δέστε Κ.Δ.Π. 345/2015 που τέθηκε σε ισχύ στις 29/12/17: «
- Καθιδρύεται Συμβούλιο Εφέσεων, το οποίο συγκροτείταιαπό ένα Ανώτερο Αξιωματικό βαθμού τουλάχιστον Ανώτερου Αστυνόμου, ως Πρόεδρο, που ορίζεται από τον Υπουργό, ένα Λειτουργό της Δημόσιας Υπηρεσίας, που κατέχει θέση με μισθοδοτική κλίμακα υψηλότερη από την κλίμακα του κατηγορούμενου, ο οποίος ορίζεται από τον Υπουργό, μετά από συνεννόηση με την Αρμόδια Αρχή της Υπηρεσίας όπου υπηρετεί και ένα Δικηγόρο της Δημοκρατίας Α', ο οποίος ορίζεται από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, και το οποίο θα επιλαμβάνεται όλων των εφέσεων σε πειθαρχικές υποθέσεις, στις οποίες κατηγορούμενος είναι μέλος της Αστυνομίας μέχρι και του βαθμού του Ανώτερου Υπαστυνόμου.». [11]Δέστε Αναθεωρητική Έφεση αρ. 141/2013 Σάββα ν.Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, ημερ. 5/3/
- [12]Δέστε Χατζηλούκα ν. Δημοκρατίας
(2001)3 Α.Α.Δ. 643. [13]Δέστε Ναζίρης ν. Ρ.Ι.Κ.
(2007)3 Α.Α.Δ. 38 [14] Κατά το στάδιο των Αγορεύσεων ήταν κοινά αποδεκτό από τις ευπαίδευτες συνηγόρους των διαδίκων ότι εναντίον της Απόφασης ημερ. 20/11/2018 έχει καταχωρηθεί προσφυγή από τον Ενάγοντα. [15]Δέστε RosaryGardensLtdv. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα
(2006)1 Α.Α.Δ. 230. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο