← Κύπρος

M. D. CYPRUS SOYA LIMITED ν. ΤΣΙΜΕΝΤΟΠΟΙΙΑ ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ κ.α., Αγωγή Αρ.: 1748/18, 22/12/2020

M. D. CYPRUS SOYA LIMITED ν. ΤΣΙΜΕΝΤΟΠΟΙΙΑ ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ κ.α., Αγωγή Αρ.: 1748/18, 22/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A625 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου- Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αγωγή Αρ.: 1748/18 Μεταξύ: M. D. CYPRUS SOYA LIMITED Ενάγοντες -και-

  1. ΤΣΙΜΕΝΤΟΠΟΙΙΑ ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ
  2. ΑΡΧΗ ΛΙΜΕΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ Εναγομένων ----------------------------------------- Ημερομηνία: 22 Δεκεμβρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Καθ' ου η Αίτηση: κα. Λουϊζα Γρηγορίου για M. Economides Kranos & Co LLC Για Εναγόμενους 1 - Αιτητές: κ. Βαλιαντής για Λ. Παπαφιλίππου & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. & Χρίστης & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. ----------------------------------------- Απόφαση στην αίτηση ημερ. 16/10/20 για εκδίκαση νομικού σημείου προδικαστικά Η αγωγή αφορά την έκδοση αναγνωριστικής απόφασης ότι η αύξηση των τελών και/ή τιμή εκφόρτωσης και/ή χρήσης των λιμενικών εγκαταστάσεων που επιβλήθηκε από τους Εναγόμενους 1 σε βάρος των Εναγόντων στις 13/01/16 και στις 01/01/18 είναι εξ' υπαρχής άκυρη και/ή αντινομική και/ή παράτυπη και /ή ανευ αποτελέσματος. Ο συνήγορος των Εναγομένων 1 στην καταχωρισθείσα Υπεράσπιση, ήγειρε προδικαστική ένσταση που αφορά τον ισχυρισμό ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη γιατί το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν έχει δικαιοδοσία και/ή εξουσία να επιληφθεί και να αποφασίσει επί του θέματος της αγωγής και ότι αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Διοικητικό Δικαστήριο, αφού οι αξιώσεις των Εναγόντων αφορούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και/ή παραλήψεις των Εναγομένων 2, οι οποίες θα έπρεπε να προσβληθούν με προσφυγή δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Υποστήριξε την θέση αυτή με αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης στην οποία προβάλλεται ισχυρισμός ότι οι Εναγόμενοι 2 αποτελούν δημόσια και/ή κυβερνητική και/ή διοικητική αρχή καθώς ο ισχυρισμός ότι οι Εναγόμενοι 2 έχουν εποπτικές και/ή ρυθμιστικές εξουσίες αναφορικά με τον καθορισμό και/ή έλεγχο των επίδικων χρεώσεων. Ακολούθησε η καταχώριση της υπό κρίση αίτησης, από τους Εναγόμενους 1 - Αιτήτές, με την οποία ζητούν την προδικαστική εκδίκαση της ένστασης που αφορά την έλλειψη δικαιοδοσίας. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στη Δ.19, Δ.20, Δ.26 θ.1, Δ.27 θ.θ1-3, Δ.39 θ.θ.1-21, Δ.48 θ.1- 9(ο) των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα Άρθρα 6, 30

(2), 146, 165, 166 και 167 του Συντάγματος, στο Άρθρο 6
(1)και
(2)της ΕΣΔΑ, στο άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στη νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στους κανόνες της Επιείκιας και στη πρακτική του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται, η Αίτηση, από ένορκη δήλωση της κυρίας Ελπίδας Κομωδρόμου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Αιτητών, η οποία προωθεί τη θέση ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη γιατί το Δικαστήριο Λευκωσίας δεν έχει δικαιοδοσία και/ή εξουσία να επιληφθεί και/ή αποφασίσει για τις αξιώσεις και/ή απαιτήσεις των Εναγόντων γιατί κέκτειται αποκλειστική δικαιοδοσία το Διοικητικό Δικαστήριο σύμφωνα με το Άρθρο 146 του Συντάγματος. Ισχυρίζεται ότι οι αξιώσεις των Εναγόντων αφορούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και/ή παραλήψεις των Εναγομένων 2, οι οποίες θα έπρεπε να προσβληθούν με προσφυγή. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός υποστηρίζεται, είναι η θέση της Ομνύουσας, από την Έκθεση Απαίτησης και συγκεκριμένα από τις παραγράφους 3, 4 και 6 - 11, στις οποίες δηλώνεται ότι οι Εναγόμενοι 2 αποτελούν δημόσια ή/και κυβερνητική ή/και διοικητική αρχή και έχουν εποπτικές και/ή ρυθμιστικές εξουσίες αναφορικά με τον καθορισμό και/ή έλεγχο των επίδικων χρεώσεων. Οι επίδικες χρεώσεις των Εναγομένων 1 κοινοποιούνται και/ή ελέγχονται και/ή καθορίζονται από τους Εναγόμενους 2 στα πλαίσια των συμβατικών και /ή των εκ του Νόμου απορρεουσών υποχρεώσεων και/ή καθηκόντων ενώ παράλληλα, είχαν καθήκον όπως ασκούν εποπτεία και/ή έλεγχο στους Εναγόμενους 1 και οι επίδικες χρεώσεις χρειάζονται την έγκριση των Εναγομένων 2. Καταλήγει η Ομνύουσα ότι οι ισχυρισμοί των Εναγόντων, στην Έκθεση Απαίτησης, αφορούν εκτελεστές διοικητικές παραλήψεις των Εναγόμενων 2. Η συγκεκριμένη Αίτηση αντιμετωπίστηκε με Ένσταση από τους Ενάγοντες. Η Ένσταση βασίζεται στη Δ.27 θ.θ.1-4, Δ.29 θ.θ.1-2, Δ.48 θ.θ.1-9, Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα άρθρα 29,30 και 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στη νομολογία, στις γενικές και στις συμφυείς εξουσίες και στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι Ενάγοντες δικογραφούν δεκατέσσερις
(14)λόγους Ένστασης και είναι σε συντομία οι ακόλουθοι: Ότι η αίτηση είναι κατά νόμω και ουσία αβάσιμη και/ή στερείται νομικού και πραγματικού ερείσματος, ότι η νομική της βάση είναι εσφαλμένη ή/και ελλιπής, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ότι η αίτηση και η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει δεν αποκαλύπτουν και/ή στοιχειοθετούν οποιονδήποτε επαρκή και/ή ουσιαστικό λόγο ώστε να συνηγορούν υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, ότι το Δικαστήριο δεν είναι καθ' ύλη ή/και κατά τόπο αρμόδιο ή/και δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της αγωγής, ότι τα ζητήματα που έχουν εγερθεί ως προδικαστικές ενστάσεις αφορούν θέματα που αποτελούν μέρος των επιδίκων θεμάτων της ουσίας της αγωγής και τα οποία θα πρέπει να εκδικαστούν κατά την ακρόαση της ουσίας της αγωγής, ότι οι προδικαστικές ενστάσεις δεν εγείρουν σοβαρά νομικά ζητήματα τα οποία θα έχουν καθοριστικό ρόλο για την έκβαση της αγωγής ή/και είναι αλυσιτελή για να εκδικαστούν προδικαστικά, ότι τα γεγονότα επι των οποίων στηρίζονται οι προδικαστικές ενστάσεις δεν είναι παραδεκτά ή/και τίθενται υπό αμφισβήτηση, ότι για να αποφασίσει τα συγκεκριμένα προδικαστικά ζητήματα το Δικαστήριο θα πρέπει να ακούσει μαρτυρία, ότι η αίτηση δεν δικαιολογείται από τα στοιχεία του φακέλου, ότι είναι πρόωρη και καταχρηστική, ότι έγκριση της αίτησης θα οδηγήσει σε καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των Εναγόντων, ότι η αίτηση καταχωρίστηκε και προωθείται κακόπιστα και με αλλότριους σκοπούς, ότι η προώθησή της γίνεται με μοναδικό γνώμονα την πρόκληση κωλυσιεργίας εκδίκασης και εκτροχιασμού της πορείας της αγωγής και ότι αποσκοπεί στο να κερδίσει η Εναγόμενη 1 την υπόθεσή της πρόωρα και/ή να αποστερήσει το δικαίωμα των Εναγόντων να θέσουν τα νομικά τους επιχειρήματα. Τα υποστηρικτικά γεγονότα της Ένστασης παρατίθενται στην ένορκη δήλωση της XXXXX Παναγή, δικηγόρου των Εναγόντων -Καθ΄ ων η Αίτηση, η οποία είναι εξουσιοδοτημένη στον καταρτισμό της συγκεκριμένης ένορκης δήλωσης. Υιοθετεί τους λόγους ενστάσεως και εισηγείται την απόρριψη της αίτησης και περαιτέρω αναφέρει ότι οι ισχυρισμοί της XXXXX Κομωδρόμου είναι αβάσιμοι, αναληθείς και παραπλανητικοί. Είναι η θέση της ότι η Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια δεν προβάλλει ή προσδιορίζει οποιουσδήποτε επαρκείς και ικανοποιητικούς λόγους που να επιτρέπουν στο Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο είναι εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Η ακρόαση της Αίτησης διεξείχθη στη βάση των γραπτών αγορεύσεων. Οι συνήγοροι των δυο πλευρών με τις ικανές εισηγήσεις τους, τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του δικαστηρίου, υποστήριξαν και ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν διαμετρικά αντίθετες θέσεις τους για τα ζητήματα που απασχολούν στην παρούσα. Το δικαστήριο έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις των δυο πλευρών, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρήματα όσο και τις νομικές αυθεντίες στις οποίες αναφέρθηκαν. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο στο πλαίσιο της παρούσας και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 490). Δέον να σημειωθεί ότι οι Εναγόμενοι 2 δεν έφεραν ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Δ.27 θ.θ.1 και 2 προνοούν τα ακόλουθα: «
  1. Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.
  2. If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counterclaim or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just.». Σε ελεύθερη μετάφραση στα Ελληνικά: «
  3. Οποιοσδήποτε διάδικος δικαιούται να εγείρει στα δικόγραφα του οποιοδήποτε νομικό σημείο και κάθε τέτοιο σημείο θα αποφασίζεται από το Δικαστήριο σε οιονδήποτε στάδιο ήθελε φανεί λογικό στο Δικαστήριο.
  4. Εάν ήθελε φανεί στο Δικαστήριο ότι η απόφαση σ' αυτό το νομικό σημείο ουσιαστικά κρίνει όλη την αγωγή ή οποιονδήποτε αγώγιμο δικαίωμα, βάση υπεράσπισης, ανταπαίτησης, απάντησης σ' αυτή, το Δικαστήριο μπορεί τότε να απορρίψει την αγωγή ή να εκδώσει οιονδήποτε άλλο διάταγμα σ' αυτή που θα είναι δίκαιο.». Οι νομικές αρχές που διέπουν την εκδίκαση νομικών σημείων προδικαστικά έχουν αποκρυσταλλωθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Προδικαστικά εκδικάζονται μόνο καθαρά νομικά σημεία (βλ. Malachtos v. Armeftis
(1985)1 C.L.R. 548) νοουμένου ότι ικανοποιούνται ορισμένες προϋποθέσεις, οι οποίες παρατίθεναται με λεπτομέρια στην Χ'' Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 949, από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί: «Οι αρχές που διέπουν την προκαταρκτική εκδίκαση νομικών σημείων που εγείρονται στις έγγραφες προτάσεις, έχουν νομολογηθεί. (Βλ. μεταξύ άλλων, Costas Mavromoustaki v. Iacovos N. Yeroudes as Executor of the Will of the deceased Spyros Michaelides
(1965)1 CLR 176, Maroulla Athanassi Michaelides (Wife of Aristotelis Gregoriades) v. Pinelopi HjiMichael Diakou
(1986)1 CLR 392, Michael v. United Sea Transport
(1981)1 CLR 322.) Οι αρχές αυτές που καθορίζουν τα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρκτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα.». Όπου τα γεγονότα, όπως αυτά εκτίθενται στις έγγραφες προτάσεις, είναι ικανά να δώσουν πλήρη εικόνα στο Δικαστήριο, τότε το Δικαστήριο υιοθετεί την διαδικασία της προδικαστικής επίλυσης. Σε περίπτωση όπου χρειάζεται, όμως, να δοθεί πρόσθετο φως στα γεγονότα με μαρτυρία, είναι ορθότερο όπως η υπόθεση προχωρήσει σε δίκη σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.33. Μόνο καθαρά νομικά ζητήματα μπορούν να τύχουν εξέτασης δυνάμει της Δ.27 θ.1, τα οποία θα είναι καθοριστικά της αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων. Σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 229, όπου αναφέρθησαν τα ακόλουθα: «Στην πρωτόδικη απόφαση γίνεται εκτενής αναφορά στη νομολογία η οποία διέπει τον καθορισμό και την επίλυση Θέματος βάσει της Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (Βλ. μεταξύ άλλων, Western S.S. Co v. Amaral Sutherland & Co. [1914] 3 K.B.
  1. Windsor Refrigerator Co Ltd. v. Branch Nominees Ltd [1961] Ch.
  2. Isaacs and Sons Ltd. v. Cook [1925] 2 K.B. 886 Andreson v. Midland Railway [1902] 1 Ch.
  3. Papamichael v. Haholiades
(1970)1 C.L.R. 360. Malachtou v. Armefti and another
(1984)1 CLR 548). Ο,τι προκύπτει από τη νομολογία, είναι ότι η επίλυση θέματος προδικαστικά και, γενικότερα, η επίλυση θέματος έξω από το πλαίσιο της δίκης - το φυσιολογικό πεδίο για τη διαπίστωση των γεγονότων και τον καθορισμό των δικαιϊκών τους συνεπειών - αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο εφ' όσο τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Δικαιολογείται, συνεπώς η επίκληση της Διάταξης 27 εφ' όσο το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Τα γεγονότα, άλλωστε, τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι, όπως υποδεικνύεται στη Sevegep Ltd. v. United Sea Transport Ltd. And others
(1989)1 Α.Α.Δ. (E) 729 εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση, και αποκλειστική πηγή αναζήτησης τους είναι η έκθεση απαιτήσεως». Στην υπόθεση Anastasia C. Hambou v. Andreas Thoma
(1987)1 CLR 370 λέχθηκε ότι ο σκοπός της Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι η εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων στις περιπτώσεις εκείνες όπου ο καθορισμός προδικαστικά ενός νομικού σημείου θα κρίνει ουσιαστικά όλη την υπόθεση ή ένα ουσιώδες ζήτημα με αποτέλεσμα να καθίσταται αχρείαστο για το Δικαστήριο να ακούσει μαρτυρία επί οιωνδήποτε πραγματικών γεγονότων. Στην παρούσα περίπτωση οι Εναγόμενοι 1 καταχώρισαν την Υπεράσπισή τους στις 03/05/
  1. Η Κλήση Οδηγιών, την οποία στις 27/01/20 καταχώρισε ο Ενάγοντας, ορίστηκε στις 31/10/
  2. Στις 16/10/20 καταχωρίστηκε από τους Εναγόμενους 1 η υπό κρίση αίτηση. Θεωρώ συνεπώς πως καταχωρίστηκε εγκαίρως. Οπόταν δεν διαπιστώνεται οποιοδήποτε πρόβλημα σε σχέση με τα διαδικαστικά. Όσον αφορά αυτά τούτα τα γεγονότα, όπως διαφαίνονται από τις έγγραφες προτάσεις, προκύπτει ότι η διαφορά μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων 1 και 2 διέπεται από γραπτές και/ή προφορικές συμφωνίες που είχαν γίνει μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων 2, στις 05/07/07 πλην, όμως, οι λιμενικές υπηρεσίες φορτοεκφόρτωσης παρέχονταν στους Ενάγοντες από τους Εναγόμενους 1, με τους οποίους η Εναγόμενη 2 είχε συνάψει σχετική συμφωνία το 1983 για την παροχή υπηρεσιών του συγκεκριμένου είδους. Οι Εναγόμενοι 1 επέβαλλαν χρεώσεις ή/και τέλη για τις υπηρεσίες που παρείχαν στους Ενάγοντες, οι οποίες σύμφωνα με τους Ενάγοντες ήταν αυθαίρετες και χωρίς την απαιτούμενη έγκριση από την Εναγόμενη
  3. Απλή ανάγνωση των δικογράφων οδηγεί στη διαπίστωση ότι τα εγερθέντα θέματα αφορούν όχι μόνο νομικά θέματα αλλά και θέματα πραγματικά, ήτοι γεγονότων για τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ακούσει μαρτυρία για να τα αποφασίσει αφού αφορούν και την ερμηνεία των συμβατικών όρων. Η νομολογία διευκρινίζει το γενικό κανόνα ότι η διάσπαση της δίκης είναι ανεπιθύμιτη βλ. Παπαθανασίου ν. Τεχνολογικό Ινστιτούτο Πανεπιστημίου Κύπρου κ.α. Πολ. Εφ. Ε178/14 ημερ. 11/08/20 και Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Nada Terzian και τώρα Παναγιώτου Πολ. Εφ. 151/10 ημερ. 07/03/
  4. Η επίλυση θεμάτων προδικαστικά αποτελεί εξαιρετικό μέτρο προσφυγής το οποίο δικαιολογείται μόνο στην περίπτωση που τα γεγονότα επί των οποίων βασίζονται τα προδικαστικά θέματα είναι αδιαμφισβήτητα και παραδεκτά και εφόσον το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό σημείο. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν υπάρχει ξεκάθαρο, ασφαλές και αδιαμφισβήτητο υπόβαθρο πραγματικών γεγονότων αναφορικά με τις συμφωνίες που υπήρχαν μεταξύ των μερών, μάλλον το αντίθετο. Για τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι η εγειρόμενη προδικαστική ένσταση δεν μπορεί να εξεταστεί σ' αυτό το στάδιο και η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση - Εναγόντων ως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ................. Ε. Γεωργίου- Αντωνίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.