Νικολαϊδη ν. Μιχαήλ, Αρ. Αγωγής: 4706/17, 15/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A621 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4706/17 Μεταξύ: XXXXX Νικολαϊδη Ενάγοντα - Αιτητή και XXXXX Μιχαήλ Εναγόμενου - Καθ' ου η Αίτηση ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 15 Δεκεμβρίου, 2020. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή - Ενάγοντα: κα. Α. Σολουκίδου για Χρ. Τριανταφυλλίδη Για Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση: κ. Π. Χατζηπαναγιώτου Α Π Ο Φ Α Σ Η (Αίτηση ημερομηνίας 25/06/20 για πώληση μετοχών) Ο Ενάγοντας - Αιτητής με την Αίτησή του αιτείται από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος που να επιτρέπει την πώληση και/ή διάθεση και/ή ρευστοποίηση των μετοχών του Εναγόμενου, τις οποίες κατέχει στις εταιρείες: (α) €10.000 στην HELVA TRADING LTD, (β) €10.000 στην MULTIPREXX GLOBAL LTD, (γ) €10.000 στην YOMI HOLDINGS (CYPRUS) LTD, (δ) €10.000 στην GIOMIC HOLDINGS LTD. Η Αίτηση βασίστηκε στα άρθρα 2- 6 του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου (Ν.31
(1)/92), στη Δ.48, θ.θ. 1-4, 7, 8 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στην πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου καθώς και τις γενικές αρχές του Νόμου. Όσον αφορά τα γεγονότα, πάνω στα οποία βασίστηκε η συγκεκριμένη Αίτηση, αυτά καταγράφησαν στην Ένορκη Δήλωση του XXXXX Χριστοδούλου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Ενάγοντα - Αιτητή. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα είναι εξουσιοδοτημένος από τον Αιτητή, ο οποίος βρίσκεται στο εξωτερικό και λόγω της πανδημίας δεν μπορεί ο ίδιος να προβεί στην ένορκη δήλωση, να προβεί στη συγκεκριμένη ένορκη δήλωση και γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα. Ισχυρίζεται ότι στις 23/10/19 είχε εκδοθεί εκ συμφώνου απόφαση, της οποίας η εκτέλεση αναστέλλετο μέχρι 01/06/20 υπό την προϋπόθεση ότι ο Εναγόμενος θα κατέβαλλε μέχρι τη συγκεκριμένη ημερομηνία το ποσό των €20.000, και θα υπήρχε στη συνέχεια περαιτέρω αναστολή της εκτέλεσης μέχρι 11/11/
- Ο Εναγόμενος δεν κατέβαλε κανένα ποσό μέχρι και σήμερα αλλά σε επικοινωνία που υπήρξε μεταξύ των εμπλεκομένων μερών ο Καθ΄ου η Αίτηση - Εναγόμενος ανέφερε ότι δεν θα καταβάλει οποιονδήποτε ποσό. Λόγω της στάσης του Καθ΄ ου η Αίτηση 1 - Εναγόμενου ο Αιτητής - Ενάγοντας δεν έχει άλλη επιλογή παρά να προχωρήσει με μέτρα εκτέλεσης. Στις 09/06/20 ο Αιτητής εξέδωσε Διάταγμα Επιβάρυνσης των μετοχών, τις οποίες ο Καθ' ου η Αίτηση 1 - Εναγόμενος κατέχει σε συγκεκριμένες εταιρείες και για να εξασφαλίσει το λαβείν του αιτείται την έκδοση διατάγματος πώλησης των συγκεκριμένων μετοχών. Στις 12/11/20 καταχωρίστηκε Ένσταση από τον Καθ' ου η Αίτηση 1 - Εναγόμενο καθώς και από τις εταιρείες στις οποίες ανήκουν οι μετοχές, Καθ' ων η Αίτηση 3, 4, 5 και
- Η Ένσταση στηρίχθηκε στα άρθρα 2-6 του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου (Ν.31
(1)/92), στη Δ.39, Δ.48 θ.1-4,7, 8 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στα άρθρα 14, 15 και 82-90 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στην πρακτική, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στις Γενικές Αρχές του Δικαίου. Κατεγράφησαν οκτώ
(8)λόγοι ενστάσεως, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν σε συντομία ως ακολούθως: Ότι ένας εκ των όρων του Διατάγματος ημερ. 09/06/20 ήταν η επίδοσή του στον Καθ΄ ου η Αίτηση 1 - Εναγόμενο, η οποία δεν φαίνεται να έγινε, ότι ο Ενάγοντας αποκρύπτει την αλήθεια από το Δικαστήριο, ότι κατά την έκδοση του διατάγματος επιβάρυνσης μονομερώς δεν αναφέρθηκε ο αριθμός μητρώου της καθε μίας από τις εταιρείες, των οποίων οι μετοχές θα επιβαρύνοντο, για να καθορίζεται επ' ακριβώς ποιες είναι αυτές για τις οποίες θα γινόταν η επιβάρυνση, ότι ο XXXXX Χριστοδούλου δεν έχει εξουσιοδότηση να προβεί στην ένορκη δήλωση και ούτε γνωρίζει καλά τα γεγονότα, ότι δεν αναφαίρεται στην ένορκη δήλωση σε ποιο τομέα δραστηριοποιούνται οι εταιρείες των οποίων ζητείται η πώληση των μετοχών ή εαν λήφθηκαν οποιαδήποτε άλλα μέτρα εκτέλεσης εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση 1 τα οποία δεν έχουν ευδοκιμήσει και ούτε δικαιολογεί, ο Αιτητής, την ενέργειά του αυτή εν μέσω της παγκόσμιας πανδημίας, ότι τα κίνητρα του Αιτητή είναι αλλότρια γιατί επιδιώκει τον εξευτελισμό και την οικονομική καταστροφή των Καθ΄ ων η Αίτηση, ότι η Αίτηση δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση και ότι δεν αναφέρεται πουθενά ο τόπος διαμονής ή το επάγγελμα του ενόρκως δηλούντα αλλά ούτε επιβεβαιώνει, στο τέλος της ένορκης δήλωσής του, τα όσα αναφέρει στη δήλωσή του. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκο δήλωση του ίδιου του Καθ΄ ου η Αίτηση 1 - Εναγόμενου, XXXXX Μιχαήλ, διευθυντή και ενός εκ των μετόχων των Καθ ων η Αίτηση 3, 4, 5 και
- Διαφωνεί με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του κ. Χριστοδούλου και υποστηρίζει ότι θα έπρεπε να παρουσιαστεί επιστολή από τον Αιτητή-Ενάγοντα που να δίδει οδηγίες προς το δικηγόρο του για την προώθηση μέτρων εκτέλεσης σε σχέση με την εκδοθείσα απόφαση ή να παραχωρείτο ειδικό πληρεξούσιο. Παραδέχεται ότι είχε δεχθεί απόφαση στις 23/10/19, πλην, όμως, δεν γνώριζε τι θα γινόταν τον Μάρτιο 2020 λόγω της πανδημίας. Ο ίδιος ασχολείται με το γενικό εμπόριο και λόγω των επιπτώσεων της πανδημίας στην οικονομία βρίσκεται σε δυσχερή οικονομική κατάσταση. Στις 28/05/20, ο ίδιος είχε αποστείλει επιστολή, με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, στους δικηγόρους του Αιτητή - Ενάγοντα με την οποία τους ζητούσε όπως του δοθεί παράταση στην πληρωμή του ποσού της απόφασης, ενώ είχε μιλήσει και προσωπικά με τον Ενάγοντα στο τηλέφωνο ζητώντας του χρόνο. Η ανταπόκριση του Ενάγοντα ήταν απειλές, ύβρεις καθώς και άλλου είδους ενοχλητική συμπεριφορά την οποία ο ίδιος έχει καταγγείλει στην Αστυνομία. Στις 19/06/20 ο ίδιος ο Αιτητής - Ενάγοντας είχε αποστείλει μήνυμα υβριστικού περιεχομένου, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στο δικηγόρου του Καθ΄ ου η Αίτηση 1 - Εναγόμενου. Κατά τη δική του άποψη, η συγκεκριμένη συμπεριφορά δεικνύει ότι ο Αιτητής δεν επιζητεί το λαβείν του αλλά την ταπείνωση του Καθ' ου η Αίτηση αφού θα μπορούσε να περιμένει να ξεκαθαρίσει η κατάσταση με την πανδημία και μετά να προχωρήσει με άλλο μέτρο εκτέλεσης, όπως αίτηση έρευνας. Λόγω της οικονομικής κρίσης η αγοραστική αξία των μετοχών είναι πολύ χαμηλή και ούτε ο Αιτητής θα ικανοποιηθεί παρά μόνο θα εξευτελιστεί ο Καθ΄ ου η Αίτηση. Καταλήγει ότι η συμπεριφορά του έχει καταδείξει ότι δεν αρνείται να καταβάλει το εξ' αποφάσεως χρέος του αφού από μόνος του είχε δεχθεί απόφαση, χωρίς δικηγόρο, ενώ θα μπορούσε να ταλαιπωρίσει τον Αιτητή - Ενάγοντα με την άρνηση της αξίωσης. Ο Αιτητής - Ενάγοντας πηγαινοέρχεται στην Ελλάδα τακτικά και μπορούσε ο ίδιος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Ο ίδιος, προτίθεται να υποβάλει αίτηση για παραμερισμό ή/και ακύρωση του μονομερούς διατάγματος ημερ. 09/06/
- Υποστήριξε τις θέσεις του με την επισύναψη τεκμηρίων. Κανένας από τους ομνύοντες δεν αντεξετάστηκε και η ακρόαση της αίτησης προχώρησε με την κατάθεση αγορεύσεων. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο και των δυο αυτών αγορεύσεων. Διαπιστώνεται ότι στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων του Αιτητή γίνεται εκτεταμένη αναφορά σε γεγονότα που δεν εμπεριέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση. Το γεγονός αυτό θα το πραγματευτεί το Δικαστήριο στη συνέχεια. Τα γεγονότα που αφορούν την υπό κρίση διαφορά, ως μπορούν να διαπιστωθούν από το φάκελο του Δικαστηρίου, είναι τα ακόλουθα: Στις 23/10/19 είχε εκδοθεί εκ συμφώνου απόφαση υπέρ του Ενάγοντα, Αιτητή στην υπό κρίση διαδικασία και εναντίον του Εναγόμενου, Καθ' ου η Αίτηση 1 στην υπό κρίση διαδικασία, για το ποσό των €240,000 με τόκο 2% μέχρι εξοφλήσεως. Υπήρχε αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μέχρι την 01/06/20, υπό την προϋπόθεση ότι ο Εναγόμενος θα κατέβαλλε το ποσό των €20,000 μέχρι την 01/06/20, ήτοι €10,000 έναντι της οφειλής και €10,000 έναντι των δικηγορικών εξόδων και περαιτέρω αναστολή μέχρι 11/11/
- Στις 05/06/20, ήτοι τέσσερις μέρες μετά τη λήξη της αναστολής, καταχωρίστηκε μονομερής αίτηση με την οποία ζητείτο, μεταξύ άλλων, επιβαρυντικό διάταγμα σε σχέση με συγκεκριμένες μετοχές που ανήκαν στον Εναγόμενο σε κατονομαζόμενες εταιρείες. Το εκδοθέν, στις 09/06/20, επιβαρυντικό διάταγμα προνοούσε επίδοση στον Καθ' ου η Αίτηση, του συγκεκριμένου διατάγματος. Ακολούθησε στις 25/06/20 η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης για τη πώληση ή/και ρευστοποίηση των συγκεκριμένων μετοχών. Για τη φύση των διαταγμάτων που εκδίδονται δυνάμει του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου (Ν.31(Ι)/1992), παραπέμπω στην απόφαση Συνεργατικό Συγκρότημα Συνεργατικών Εταιρειών Λευκόνοικο Λτδ (Αρ. 2),
(2013)1(Γ) Α.Α.Δ. 2090, στις σελ. 2097-2099, όπου διαβάζονται τα ακόλουθα: «Στην προκειμένη περίπτωση η μονομερής αίτηση με την οποία ζητήθηκε το διάταγμα, δεν στηρίζεται στο Άρθρο 32 του Ν. 14/60, ούτε στο Άρθρο 9 του Κεφ. 6, αλλά στο Νόμο 31(Ι)/
- Δυνάμει του συγκεκριμένου Νόμου μπορούν, μεταξύ άλλων να εκδοθούν δύο ειδών διατάγματα: τελικά «διατάγματα επιβάρυνσης» δυνάμει του Άρθρου 3 και «προσωρινά διατάγματα επιβάρυνσης» δυνάμει του Άρθρου 9 του Νόμου 31(Ι)/
- Τα πρώτα εκδίδονται για σκοπούς εκτέλεσης, όπως είναι η παρούσα περίπτωση και τα δεύτερα εκκρεμούσης της αγωγής. Το Άρθρο 3 του Νόμου 31(Ι)/92 που αφορά σε τελικά «διατάγματα επιβάρυνσης» προβλέπει ότι:-................................... Είναι φανερό από το περιεχόμενο του Άρθρου 3 ότι η διαδικασία που χαράσσεται με το Νόμο 31(Ι)/92 είναι μια ιδιόμορφη διαδικασία διακριτή από αυτή που προβλέπεται στο Άρθρο 9 του Κεφ. 6 και αφορά στην έκδοση «προσωρινών διαταγμάτων» εκκρεμούσης της αγωγής (βλ. Ψάλτης ν. Χ" Λόη
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1454, 1458). Σε τέτοιες περιπτώσεις το δικαστήριο για διασφάλιση των δικαιωμάτων του εναγομένου, εφαρμόζοντας τις πρόνοιες του Άρθρου 9
(3)του Κεφ. 6 ορίζει το διάταγμα επιστρεπτέο.». Ακριβώς λόγω της ιδιομορφίας και της δραστικότητας του συγκεκριμένου Νόμου το Δικαστήριο το οποίο εξέδωσε το διάταγμα μονομερώς έδωσε οδηγίες για την επίδοσή του στον Καθ΄ ου η Αίτηση 1 - Εναγόμενο, όπως μπορούσε να πράξει δυνάμει της πρόνοιας του άρθρου 3
(3)του ίδιου Νόμου Το συγκεκριμένο άρθρο προβλέπει ότι κατά την έκδοση του διατάγματος το Δικαστήριο επιβάλλει όρους σχετικά με τη πληροφόρηση όχι μόνο του οφειλέτη αλλά και οποιουδήποτε άλλου ενδιαφερομένου ή επηρεαζομένου προσώπου. Η υποχρέωση συμμόρφωσης με το εκδοθέν διάταγμα γεννάται, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 5
(5): «5
(5)Μετά την επίδοση του διατάγματος σε οποιοδήποτε πρόσωπο δυνάμει των προνοιών του παρόντος Νόμου δημιουργείται υποχρέωση του προσώπου αυτού να συμμορφωθεί με το περιεχόμενο του διατάγματος.» Το δε άρθρο 6
(1)του ιδίου Νόμου που ακολουθεί προβλέπει: «Άνευ επηρεασμού των προνοιών του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου νόμου σχετικά με την εκτέλεση αποφάσεων του Δικαστηρίου, περιουσιακά στοιχεία τα οποία βαρύνονται με διάταγμα εκδοθέν δυνάμει των προνοιών του παρόντος Νόμου πωλούνται, διατίθενται ή ρευστοποιούνται μόνο με διάταγμα Δικαστηρίου το οποίο εκδίδεται κατόπιν αίτησης του πιστωτή και το οποίο καλείται διάταγμα πώλησης.». Από τα πιο πάνω, προκύπτει ως εκ των ον ουκ ανευ ότι για να μπορεί να προσβληθεί ένα διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς ή για να μπορεί να γίνει συμμόρφωση με τις επιταγές του θα πρέπει με κάποιο τρόπο να γνωστοποιηθεί σε αυτόν που απευθύνεται. Στην υπό κρίση περίπτωση δεν έχει παρουσιαστεί οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ότι το διάταγμα ημερομηνίας 09/06/20 επιδόθηκε στον Καθ΄ ου η Αίτηση 1 - Εναγόμενο, στην παρούσα Αίτηση ή σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος. Επειδή ο συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση 1, 3, 4, 5 και 6 επικαλέστηκε την έλλειψη επίδοσης καταγράφεται στην αγόρευση του συνηγόρου του Ενάγοντα - Αιτητή, στη σελίδα 3 αυτής, ότι ιδιώτης επιδότης, ο οποίος κατονομάζεται, είχε προβεί σε καταγγελία εναντίον του Εναγόμενου - Καθ' ου η Αίτηση 1 σχετικά με απειλές που είχε εκτοξεύσει εναντίον του κατά την επίδοση του εν λόγω Διατάγματος. Ο δικηγόρος του Ενάγοντα- Αιτητή επιχείρησε να αιτιολογήσει τη έλλειψη αναφοράς, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, στην επίδοση της Αίτησης με τον τρόπο που σημείωσα. Θεωρώ ότι δεν υπάρχει περιθώριο για αποδοχή αυτής της μαρτυρίας μέσω της γραπτής αγόρευσης. Η αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου οι αγορεύσεις συνηγόρων δεν μπορούν να εισάγουν μαρτυρία που δεν εμπεριέχεται στην ένορκη δήλωση, η οποία συνιστά τη μαρτυρία προς υποστήριξη των θέσεων του οποιουδήποτε εμπλεκόμενου μέρους. Στην απόφαση Hamisi Mwinyi Selmani v. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 235/13 ημερ.05/06/15 διαβάζονται τα ακόλουθα σχετικά: «Επισημαίνουμε όμως ότι η αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας (βλ. El Fath Co for International Trade SAE v. EDT Shipping Ltd κ.α.
(1992)1B ΑΑΔ 1255, 1270).». Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», του Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη: «Όπου (οι αγορεύσεις) δεν υποστηρίζονται από μαρτυρία (και στο βαθμό που στοχεύουν στην απόδειξη αμφισβητούμενων ισχυρισμών ή γεγονότων) πρέπει να αγνοούνται.». Συνεπακόλουθα, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία σε σχέση με την επίδοση του Διατάγματος ημερ. 09/06/20, η οποία επίδοση ήταν όρος ενσωματωμένος στο διάταγμα αλλά και ο τρόπος για να λάβει γνώση ο Καθ΄ ου η Αίτηση 1 - Εναγόμενος του εκδοθέντος διατάγματος για να μπορεί να αντιδράσει επικαλούμενος τις πρόνοιες αυτού τούτου του Νόμου 31(Ι)/92, ήτοι του άρθρου 3
(4). Κατά την κρίση μου, η έλλειψη μαρτυρίας αποδεικτικής της επίδοσης του Διατάγματος είναι καταλυτική για την έκβαση της υπό κρίση Αίτησης αφού ένας εκ των όρων παραχώρησης του διατάγματος επιβάρυνσης δεν εκπληρώθηκε. Θεωρώ ότι παρέλκει η αναγκαιότητα εξέτασης οποιουδήποτε άλλου λόγου ενστάσεως αφού για αυτό και μόνο το λόγο θα απέρριπτα την υπό κρίση αίτηση. Η επίδοση του Διατάγματος, της αίτησης και της ένορκης δήλωσης αποτελεί νομική υποχρέωση του Ενάγοντα - Αιτητή στην παρούσα αίτηση δυνάμει της Δ.48 θ.13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η εν λόγω Διάταξη καλύπτει περιπτώσεις που διατάγματα εκδίδονται μετά από μονομερή αίτηση. Στην προκειμένη περίπτωση επιβάλλετο η επίδοση και για ακόμα ένα λόγο, ήταν όρος επιβληθείς κατά την έκδοση του συγκεκριμένου διατάγματος ώστε να είναι σε θέση ο Καθ΄ ου η Αίτηση 1 - Εναγόμενος να γνωρίζει και, συνακόλουθα, να μπορεί να προβεί σε ανάλογα διαβήματα, αν επιθυμεί, προς ακύρωση του συγκεκριμένου διατάγματος. Η έλλειψη ενημέρωσης του αποστέρησε το συγκεκριμένο δικαίωμα, για ακύρωση του μονομερούς διατάγματος, το οποίο σύμφωνα με την ένορκη δήλωσή του θα ασκήσει. Ένα άλλο θέμα που απασχόλησε το Δικαστήριο είναι η σπουδή με την οποία ενήργησε ο Αιτητής - Ενάγοντας, ήτοι το γεγονός ότι αμέσως μετά τη λήξη της αναστολής, και συγκεκριμένα 4 μέρες μετά, καταχωρίστηκε η συγκεκριμένη αίτηση παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι το παγκόσμιο βιώνει προτόγνωρες καταστάσεις με την πανδημία του κορονοϊού και ιδιαίτερα οι εμπορευόμενοι οι οποίοι έχουν απωλέσει μεγάλο μέρος των εργασιών τους. Η διαπίστωση αυτή ενισχύει τη θέση του Καθ' ου η Αίτηση 1 ότι τα κίνητρα του Αιτητή δεν ήταν «αγνά». Λέγοντας αυτό, θα πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι είχε κάθε δικαίωμα ο Αιτητής ενεργοποίησης του συγκεκριμένου Νόμου και υπό κανονικές περιστάσεις η συγκεκριμένη ενεργοποίηση δεν θα προκαλούσε οποιαδήποτε αρνητική διαπίστωση. Για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται και δεν διαπιστώνεται οποιοσδήποτε λόγος απόκλισης από το κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται προς όφελος του Καθ΄ ου η Αίτηση 1 - Εναγόμενου, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α. Ε. Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο