← Κύπρος

Κυριακίδη ν. Μαρκίδη, Αρ. Αγωγής: 1282/2019, 10/12/2020

Κυριακίδη ν. Μαρκίδη, Αρ. Αγωγής: 1282/2019, 10/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A619 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1282/2019 Μεταξύ: XXXXX Κυριακίδη Ενάγοντα και XXXXX Μαρκίδη Εναγόμενου Ημερομηνία: 10 Δεκεμβρίου, 2020. Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα-Αιτητή: κα Οδυσσέως, για Η. Κυριακίδη Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο-Καθ' ου η Αίτηση: κ. Θεοδώρου για Ν. Θεοδώρου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αίτηση ημερομηνίας 02/07/2019 για έκδοση συνοπτικής απόφασης Ο Ενάγοντας-Αιτητής με την Αίτησή του, ημερομηνίας 02/07/19, αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του Εναγόμενου - Καθ' ου η Αίτηση για το ποσό των €116.887,20, ποσό το οποίο προκύπτει από γραμμάτιο συνήθους τύπου ή/και συναλλαγματική ή/και δάνειο. Η συγκεκριμένη Αίτηση βασίστηκε στη Δ.18, θ.θ.1, 2 και 9(α), στη Δ.48 θ.1- 4 και 9 και στη Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα άρθρα 10 και 37 του περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ. 149), στις γενικές αρχές, τη σχετική νομολογία, το δίκαιο της επιείκιας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίχθηκε, η Αίτηση, με ένορκη δήλωση του XXXXX Κυριακίδη, Ενάγοντα και γνώστη των γεγονότων. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα με τον Εναγόμενο ήταν φίλοι και συνεργάτες για χρόνια και λόγω της σχέσης αυτής όταν του ζήτησε, το Σεμπτέμβριο του 2014, να του παραχωρήσει δάνειο ύψους €100.000 για κάλυψη των άμεσων προσωπικών αναγκών του, με τη διαβεβαίωση ότι θα το ξοφλούσε το αργότερο εντός ενός έτους, ο ίδιος συμφώνησε θέτοντας όμως όρους και προϋποθέσεις. Υπογράφτηκε μεταξύ τους, στις 21/09/14 και συμφωνία στην οποία ο Εναγόμενος αναγνώρισε την οφειλή του, την υποχρέωσή του να την ξοφλήσει εντός ενός έτους, ήτοι μέχρι 21/09/15, ότι το εκάστοτε υπόλοιπο μετά την 21/09/15 θα φέρει τόκο 6% ετησίως μέχρι εξοφλήσεως και ότι σε περίπτωση έγερσης αγωγής θα υποχρεούται να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό και όλα τα δικηγορικά έξοδα με τόκο 6% ετησίως. Ουδέποτε του είχε δοθεί το ποσό χαριστικά. Ο Εναγόμενος κατέβαλε, στις 06/03/19, έναντι του συγκεκριμένου ποσού το ποσό των €5.000 και εξακολουθεί να οφείλει το υπόλοιπο χωρίς οποτεδήποτε να αμφισβητήσει την οφειλή του και χωρίς να υποβάλει οποιαδήποτε επιφύλαξη ή αμφισβήτηση της οφειλής του ή εγκυρότητα της συμφωνίας. Παρά τις οχλήσεις για εξόφληση του ποσού, ο Εναγόμενος παρέλειψε να το πράξει. Υποστηρίζει ότι ο Εναγόμενος δεν έχει οποιαδήποτε υπεράσπιση στην αγωγή αφού ούτε πριν αλλά ούτε μετά την καταχώριση της αγωγής έχει αμφισβητήσει το χρέος του προς τον Ενάγοντα. Ο Εναγόμενος, καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης στις 05/06/2019 χωρίς όμως να καταχωρίσει υπεράσπιση. Καταλήγει, ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης και ο μόνος λόγος για τον οποίο ο Εναγόμενος καταχώρισε Σημείωμα Εμφάνισης είναι για να προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων του. Επισύναψε ως Τεκμήρια το γραμμάτιο συνήθους τύπου ή/και τη συμφωνία δανείου καθώς και την επιστολή του δικηγόρου του, η οποία είχε επιδοθεί στον Εναγόμενο για καταβολή του ποσού. Η αίτηση αντιμετωπίστηκε με Ένσταση, στην οποία κατεγράφησαν πέντε

(5)λόγοι ενστάσεως, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.18, ότι ο Εναγόμενος έχει καλή υπεράσπιση, ότι τα γεγονότα που περιέχονται στην ένορκη δήλωση δεν αντιπροσωπεύουν την πραγματικότητα ή παρουσιάζονται με ασαφή και/ή με παραπλανητικό τρόπο, ότι η αίτηση και /ή ένορκη δήλωση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και ότι αν εκδοθεί διάταγμα συνοπτικής δίκης δεν θα διασφαλιστεί το δικαίωμα της δίκαιης δίκης, το οποίο κατωχυρώνεται από το Άρθρο 30 του Συντάγματος και το Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, λόγω του ότι ο Εναγόμενος δεν θα μπορέσει να παρουσιάσει τη δική του θέση σε σχέση με τα γεγονότα. Νομική βάση για την Ένσταση αποτέλεσαν η Δ.18, θ.1-9, Δ.21, η Δ.39, η Δ.48 θ.1-4 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, το Άρθρο 30 του Συντάγματος, το Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και οι συμφυείς εξουσίες και η γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Προς υποστήριξη της Ένστασης, καταχωρίστηκε Ένορκη Δήλωση από τον XXXXX Μαρκίδη, Εναγόμενο και γνώστη των γεγονότων. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα, ο Ενάγοντας βασίζει την απαίτησή του σε διάφορες διαζευκτικές βάσεις αγωγής, πλην, όμως, ο ίδιος ουδέποτε είχε ζητήσει δάνειο από τον Ενάγοντα και ούτε και έλαβε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό από αυτόν. Ούτε και είχε θέσει την υπογραφή του στο έγγραφο που ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι συνιστά την μεταξύ τους συμφωνία ή το «Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου». Το συγκεκριμένο έγγραφο το είχε δει και διαβάσει, για πρώτη φορά, όταν επισυνάφθηκε στην ένορκη δήλωση του Αιτητή και αρνείται οποιαδήποτε σχέση με αυτό. Καταλήγει ότι η το ισχυριζόμενο «Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου», δεν συνιστά γραμμάτιο συνήθους τύπου σύμφωνα με το άρθρο 78 του περί Συμβάσεων Νόμου γιατί δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις για την έγκυρη έκδοσή του. Υποστηρίζει ότι έχει καλή υπεράσπιση και ότι θα πρέπει να του δοθεί η δυνατότητα να προβάλει την Υπεράσπισή του στα πλαίσια μιας κανονικής ακροαματικής διαδικασίας. Και οι δυο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις με την καταχώριση γραπτών αγορεύσεων, πολύ υποβοηθητικών για το Δικαστήριο και το περιεχόμενο των οποίων το Δικαστήριο έχει κατά νου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή στη γραπτή του αγόρευση προωθεί την αξίωση στη βάση της έγγραφης συμφωνίας δανείου, της οποίας οι όροι ενσωματώθηκαν στο Τεκμήριο 1 που συνοδεύει την Αίτηση. Εισηγείται ότι και οι τρείς προϋποθέσεις που απαιτεί η Δ.18 συντρέχουν και ότι το βάρος έχει μετατοπιστεί στον Καθ΄ ου η Αίτηση να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει ουσιαστική υπεράσπιση επί της ουσίας. Η δική του εισήγηση είναι ότι ο Καθ΄ ου η Αίτηση απέτυχε να παρουσιάσει ικανοποιητική και καλόπιστη υπεράσπιση. Στην αντίπερα όχθη ο συνήγορος του Καθ΄ ου η Αίτηση υποστηρίζει ότι πληρούνται μόνο οι δυο από τις τρείς προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18, γιατί ο Αιτητής δεν έχει επιβεβαιώσει το αξιούμενο ποσό, αφού στην αγωγή αξιώνει το ποσό των €116,887.20 ενώ αναφέρει ότι το ποσό που δάνεισε στον Καθ' ου η Αίτηση είναι €100,000 από το οποίο του κατέβαλλε το ποσό των €5,000, οπόταν δεν υπάρχει επαλήθευση του ποσού. Παράλληλα, προωθεί τη θέση ότι τα όσα παραθέτει ο Καθ΄ ου η Αίτηση στην Ένορκη Δήλωσή του αποκαλύπτουν καλή και ουσιαστική Υπεράσπιση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι νομικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, έχουν αποκρυσταλλωθεί. Σύμφωνα με τη Δ.18 θ.1(α) όπου ο εναγόμενος- καθ΄ ου η Αίτηση καταχωρεί εμφάνιση σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 θ.6, ο ενάγων-αιτητής δύναται, κατόπιν Ένορκης Δήλωσης, που γίνεται από τον ίδιο ή από άλλο πρόσωπο που είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, στην οποία επιβεβαιώνεται η βάση της αγωγής και το αξιωμένο ποσό (εάν υπάρχει) και δηλώνεται ότι εξ' όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να ζητήσει την έκδοση απόφασης. Απόφαση δύναται να εκδοθεί εκτός εάν ο εναγόμενος-καθ΄ ου η Αίτηση ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να καταχωρήσει υπεράσπιση. Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Η μη ικανοποίηση τους στερεί από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να εκδώσει συνοπτική απόφαση (βλ. Αθηνούλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Β Α.Α.Δ. 782). Ο ενάγων- αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 για να επιτύχει την έκδοση απόφασης, ενώ ο εναγόμενος- καθ' ου η Αίτηση φέρει το βάρος να δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση ή ότι υπάρχει οποιοσδήποτε άλλος ικανοποιητικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση θα πρέπει να ακουστεί. Η νομολογία επί του θέματος είναι πλούσια και ενδεικτικά αναφέρω τις αποφάσεις στις υποθέσεις R.C.K. Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 (B) Α.Α.Δ. 1074, Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Ltd
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 782, Χαραλάμπους ν. Μελά, Πολ. Εφ. Ε242/14 ημρ. 03/09/20. Όπως έχει νομολογηθεί, η έκδοση συνοπτικής απόφασης αποτελεί ένα εξαιρετικό μέτρο, με δραστικά αποτελέσματα, εφόσον παρακάμπτει τη συνήθη διεξαγωγή της δίκης και απολήγει στην έκδοση απόφασης εναντίον του εναγόμενου- καθ' ου η αίτηση χωρίς να του δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί επί της ουσίας της αγωγής. Γι' αυτό και η εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με φειδώ και όπου τα γεγονότα αδιαμφισβήτητα δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση (βλ. Μάρκος Νικολάου Λτδ ν. Adamko Constructions
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 376). Εκεί όπου ο εναγόμενος- καθ' ου η αίτηση παρέχει λεπτομέρειες που καταδεικνύουν την ύπαρξη καλής υπεράσπισης στην αγωγή ή που αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που δικαιωματικά να του παρέχουν το δικαίωμα να ακουστεί, μέσω της υπεράσπισής του, τότε θα πρέπει να του δίδεται αυτό το δικαίωμα. Η απλή άρνηση των ισχυρισμών του ενάγοντα-αιτητή και η απλή δήλωση του εναγόμενου- καθ' ου η Αίτηση ότι έχει καλή υπεράσπιση δεν αρκεί. Η υπόθεση John Wallingford v. The Directors of the Mutual Society (1879-80) AC 685, κατέγραψε τη σχετική αρχή και αναφέρει τα ακόλουθα: «I think that when the affidavits are brought forward to raise a defence they must, if I may use the expression condescend upon particulars. It is not enough to swear, "I say I owe the man nothing". Doubtless, if that was true, that you owe the man nothing, as you swear, that would be a good defence. But that is not enough. You must satisfy the judge that there is reasonable ground for saying so. So again, if you swear that there was fraud that will do. It is difficult to define it, but you must give such an extent of definite facts pointing to the fraud as to satisfy the judge that those are facts which make it reasonable that you should be allowed to raise that defence. And in like manner as to illegality and every other defence that might be mentioned. » Οι αρχές επαναλήφθηκαν στην απόφαση στην υπόθεση Κώστας Κυριάκου ν. Θεράποντας Αναστασίου
(2013)1 Α.Α.Δ. 148, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όσον αφορά την ουσία του θέματος, είναι γνωστό ότι η δυνατότητα που παρέχεται από τη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προς έκδοση συνοπτικής απόφασης, αποτελεί τον επιτρεπόμενο δικονομικά τρόπο παράκαμψης της συνήθους διεξαγωγής της δίκης και κατά συνέπεια αποτελεί από αυτή την άποψη ένα εξαιρετικό μέτρο. Προσφέρεται στα πλαίσια όσο το δυνατόν γρήγορης απονομής της δικαιοσύνης εκεί όπου ο ενάγων συμμορφούμενος με τις διατάξεις της Δ.18 θ.1, μετατοπίζει το βάρος στους ώμους του εναγομένου για να αποκαλύψει καλή υπεράσπιση. Ο εναγόμενος θα πρέπει σύμφωνα με σαφή και καθιερωμένη νομολογία, να δώσει επαρκείς λεπτομέρειες προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου για να του δοθεί άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση. Αναμφίβολα η εξουσία του Δικαστηρίου κάτω από τη Δ.18 ασκείται με φειδώ και όπου εμφανώς τα γεγονότα που η πλευρά του εναγομένου παραθέτει μέσα από την ένσταση της, δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση, (δέστε Μάρκος Νικολάου Λτδ ν. Adamko Constructions Ltd
(2005)1 Α.Α.Δ. 376). Έχει υποδειχθεί στη N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912 και έχει επιβεβαιωθεί εκ νέου στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, ότι το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν «.. ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του.». Το τι αναμένεται από ένα εναγόμενο όταν αντιμετωπίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση έχει διαχρονικά επιβεβαιωθεί από τη φράση «condescend upon particulars». Στο Annual Practice 1970 σελ. 127, παρ. 14/3-4/4, αναφέρονται τα εξής: «The defendant´s affidavit must "condescend upon particulars", and should, as far as possible, deal specifically with the plaintiff´s claim and affidavit, and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied on as supporting it. It should also state whether the defence goes to the whole or part of the claim, and in the latter case it should specify the part. . . ... if a legal objection is raised, the facts and the point of law arising thereon must be clearly stated.». Indeed, in all cases, sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence.». Πολύ πρόσφατα στην απόφαση Χαραλάμπους ν. Μελά, (ανωτέρω) καταγράφησαν τα ακόλουθα: «Όπως αποκαλύπτει η ίδια η πρόνοια, η διαδικασία με βάση τη Δ.18 για συνοπτική απόφαση αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, αφού παρέχει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να πετύχει την έκδοση απόφασης παρακάμπτοντας τη συνήθη διαδικασία διεξαγωγής δίκης. Γι' αυτό εφαρμόζεται μόνο, στις περιπτώσεις εκείνες που η υπόθεση του ενάγοντα είναι ξεκάθαρη και o εναγόμενος δεν έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να μπορούν να θεωρηθούν ικανοποιητικά για να του παράσχουν το δικαίωμα υπεράσπισης. Ό,τι απαιτείται από τον εναγόμενο είναι να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα «ανεξάρτητα αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει», κριτήριο το οποίο δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση (βλ. N. V. Caterchef v P.C.P Electronics Ltd
(1999)ΑΑΔ 1912). Υπενθυμίζουμε συναφώς και την αναφορά στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά ν Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817, 822 ότι, «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». Ερχόμενη τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως αποκαλύπτονται από το φάκελο και εφαρμόζοντας σε αυτά τις νομολογιακές αρχές η απαίτηση του Αιτητή - Ενάγοντα αφορά την έγγραφη συμφωνία παραχώρησης δανείου ύψους €100.000 με τόκο 6% από 21/09/15 στον Εναγόμενο - Καθ΄ου η Αίτηση. Η Αίτηση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση του ίδιου του Ενάγοντα, ο οποίος είναι αρμόδιο πρόσωπο για να ορκιστεί για τα γεγονότα. Στην παράγραφο 5 της Ένορκης Δήλωσης και στις υποπαραγράφους της, επιβεβαιώνεται η αιτία της αγωγής και το ποσό που αξιώνεται, θέτοντας ταυτόχρονα ενώπιον του Δικαστηρίου το συγκεκριμένο έγγραφο που υποστηρίζει την αξίωση, Τεκμήριο 1. Ενώ στην παράγραφο 11 της Ένορκης Δήλωσης δηλώνει, ο Ομνύοντας, ότι καθώς πιστεύει δεν υπάρχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και ότι ο Εναγόμενος -Καθ'ου η Αίτηση καταχώρισε Εμφάνιση μόνο για σκοπούς καθυστέρησης, αφού δεν προβάλλεται καμιά υπεράσπιση. Διαπιστώνεται, από τα πιο πάνω, ότι όλες οι δικονομικές προϋποθέσεις, τις οποίες ο Ενάγοντας - Αιτητής υποχρεούται να ικανοποιήσει, σύμφωνα με τη Δ.18 θ.1, έχουν ικανοποιηθεί. Η συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.18 μετατοπίζει το βάρος στον Εναγόμενο - Καθ΄ου η Αίτηση να προσκομίσει εκείνες τις λεπτομέρειες που είναι αναγκαίες για την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης. Όπως έχει καταγραφεί στην απόφαση N. V. Caterchef v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 1912, η οποία υιοθέτησε το σκεπτικό της αγγλικής απόφασης στην υπόθεση Barclays Bank Plc v. Piper, The Times 31/05/1995, ο ενάγων οφείλει να τηρήσει τις τεχνικές διατυπώσεις της Δ.18 θ.1 αυστηρά. Ενώ ο εναγόμενος, για να εξασφαλίσει το δικαίωμα της υπεράσπισης χωρίς όρους, πρέπει να δείξει την ύπαρξη δικάσιμου θέματος, κριτήριο το οποίο «δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά θα ήταν εύκολο, σχεδόν σε κάθε περίπτωση, να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Με αποτέλεσμα την αχρήστευση του μέτρου». Η αρχή αυτή επιβεβαιώθηκε και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Sigma Radio T.V. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου,
(2005)1(Α) 2005 Α.Α.Δ. 408 και στην Παναγιώτης Νεάρχου κ.ά ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 818, καθώς και την J & M Loizides Agencies Ltd. κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας
(2011)1 ΑΑΔ 1280, στην οποία επαναδιατυπώθηκαν οι αρχές και κατεγράφησαν τα ακόλουθα: «Όμως, δεν είναι αρκετό για τον εναγόμενο να αρνείται την οφειλή ή να ισχυρίζεται δόλο ή να παραθέτει μια νομική ένσταση. Η ένορκη δήλωση που καταχωρείται για υποστήριξη της ένστασης πρέπει να δίδει επαρκή γεγονότα και λεπτομέρειες που να δείχνουν ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση (he must condescend upon particulars) (CY.E.M.S. Co. v. General Co-Operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, σελ. 902-905, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Thais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239 και Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ.). Στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά. ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 στη σελ. 822 με αναφορά στο σύγγραμμα Supreme Court Practice 1999, 1st Ed., page 174, para 14/4/9, λέχθηκε ότι, «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». Στο στάδιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει. Κάτι τέτοιο δεν συνάδει με το ρόλο του Δικαστηρίου. Σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο ενεργεί μόνο με βάση το ερώτημα κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δικαιούται ο εναγόμενος να ακουστεί αναφορικά με αυτήν. Επομένως η προσέγγιση της μαρτυρίας θα περιοριστεί αυστηρά μέσα στα στενά πλαίσια που καθορίζει η φύση της παρούσας διαδικασίας, αποκλειστικός στόχος της οποίας είναι η διαπίστωση ύπαρξης καλής υπεράσπισης και/ή ύπαρξης τέτοιων γεγονότων που να παρέχουν στον εναγόμενο το δικαίωμα υπεράσπισης. Όπως πολύ εύστοχα επισημαίνεται στην υπόθεση Λούκος Λτδ. κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 418, 423, «Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18». Εξάλλου, διαφορετικός τρόπος προσέγγισης δεν θα συνήδε με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη θέση ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα όχι μόνο να προσφύγει στο Δικαστήριο, αλλά και να απαιτήσει να παρουσιάσει και να εξετάσει μάρτυρες και γενικά να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει μέσα στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας τις θέσεις και τα επιχειρήματα του (βλ. άρθρο 30 του Συντάγματος).» Αυτό που πρέπει να εξεταστεί, στη συνέχεια, είναι κατά πόσο ο Εναγόμενος - Καθ'ου η Αίτηση έχει αποκαλύψει, μέσα από την Ένσταση και την Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει, την ύπαρξη καλής υπεράσπισης ή γεγονότων τέτοιων που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να καταχωρήσει υπεράσπιση (βλ. Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333). Πριν προχωρήσω με την εξέταση των ισχυρισμών του Εναγόμενου -Καθ΄ου η Αίτηση, κρίνω σκόπιμο να τονίσω ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, με βάση τη Δ.18, είναι τέτοια που πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη προσοχή και ένας εναγόμενος- καθ' ου η Αίτηση που δυνατό να μπορεί να δημιουργήσει, μέσω σχετικών γεγονότων, την πιθανότητα έγερσης επίδικου θέματος, θα πάρει άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση έστω και αν τέτοια υπεράσπιση μπορεί να μην φαίνεται ικανή να επιτύχει σε τελική ανάλυση. Έχει καθιερωθεί νομολογιακά ότι η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση, όταν και εφόσον το βάρος μετατοπιστεί στους ώμους του Εναγόμενου-Καθ' ου η Αίτηση, πρέπει να περιέχει τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του για την ύπαρξη υπεράσπισης και ότι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι από μόνοι τους αρκετοί. Η απλή αναφορά σε ισχυρισμούς γενικούς και αόριστους στερεί από τον εναγόμενο - καθ' ου η Αίτηση το δικαίωμα να τύχει άδειας από το Δικαστήριο για να καταχωρήσει υπεράσπιση (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας Α.Ε. ν. Χ" Νέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 204 και Trans Middle East Trading (TMET) Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239). Ο Δικαστής Αρτέμης (όπως ήταν τότε) στην Trans Middle East ανέφερε τα ακόλουθα σχετικά στις σελίδες 243-244 της απόφασης: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις, είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (βλ. CYEMS Co Ltd v. The Central Co-Operative Co Ltd
(1982)1 C.L.R. 879). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θ΄ αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, η Ένορκη Δήλωση του Εναγόμενου - Καθ' ου η Αίτηση που υποστηρίζει την Ένσταση, προβάλλει ως Υπεράσπιση το γεγονός ότι το Τεκμήριο 1, το «Γραμμάτιο», που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση δεν πληροί τις προυποθέσεις του άρθρου 78 του περί Συμβάσεων Νόμου. Το άρθρο 78 του περί Συμβάσεων Νόμου προνοεί ότι «Γραμμάτιο είναι γραπτή υπόσχεση, που παρέχεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογράφεται από το πρόσωπο που την παρέχει στην παρουσία δύο τουλάχιστο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο προς πρόσωπο το οποίο ορίζεται στο Γραμμάτιο, ποσού χρημάτων, πλέον τόκο που ορίζεται σε αυτό κατά ανώτατο όριο προς εννέα τοις εκατό κατ' έτος και, σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων επ' αυτού, τα συναφή έξοδα, και αναφέρει την αντιπαροχή για την οποία παρέχεται η υπόσχεση». Το «Γραμμάτιο» αποτελεί μια ιδιάζουσα νομική οντότητα στο Κυπριακό νομικό στερέωμα και η έννοιά του χρήζει αυστηρής ερμηνείας ενόψει του ότι το άρθρο 80 του περί Συμβάσεων Νόμου προνοεί ότι το περιεχόμενο του αποτελεί αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκεί αναφέρονται. Η αυστηρή ερμηνεία τονίστηκε σε σωρεία Κυπριακών Αποφάσεων μεταξύ άλλων και στην υπόθεση Παπαστρατής ν. Οικονόμου
(1971)1 Α.Α.Δ.11, στην Ανδρέας Χαραλάμπους ν.
  1. Τάκης Νεοφύτου
  2. Μαρία Ζένιου, Πολ. Εφ. 292/11/ ημερ. 07/07/
  3. Στην Ανδρέας Χαραλάμπους ν.
  4. Τάκης Νεοφύτου
  5. Μαρία Ζένιου (ανωτέρω) το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε την αρχή ότι « σε κάθε δικαστικό μέτρο που λαμβάνεται βάσει Γραμματίου Συνήθους Τύπου, το περιεχόμενου του εν λόγω γραμματίου συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό. Οι μόνες υπερασπίσεις που επιτρέπονται είναι ότι το γραμμάτιο λήφθηκε κατόπιν δόλου ή ότι η υπογραφή του χρεώστη ή άλλου μέρους, δεν είναι στην πραγματικότητα η δική του.». Το καίριο ερώτημα που εγείρεται εις την παρούσα αγωγή είναι το κατά πόσο το Τεκμήριο 1 που επισυνάπτεται στην Ένορκη Δήλωση και υποστηρίζει το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει ο Νομοθέτης. Ο Εναγόμενος - Καθ΄ ου η Αίτηση υποστηρίζει στη παράγραφο 12 της Ένορκης Δήλωσής του ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθου 78 του Κεφ.149 ενώ παράλληλα αμφισβητεί την υπογραφή του. Ο συνδυασμός των επικαλεσθέντων από τον Καθ΄ ου η Αίτηση - Εναγόμενο δίδει επαρκείς λεπτομέρειες, σε λογική έκταση για να του δοθεί η άδεια να υπερασπιστεί και έχει αποκαλύψει γεγονότα που να ικανοποιούν το Δικαστήριο ότι υπάρχει δικάσιμο θέμα. Γι' αυτό το λόγο θα πρέπει να του δοθεί δικαίωμα για καταχώριση Υπεράσπισης καθώς και δικαίωμα να ακουστεί. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι ο Καθ' ου η Αίτηση πέτυχε να καταδείξει ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών και έχει αποσείσει το αναφερθέν βάρος απόδειξης. Ως εκ τούτου, η αίτηση αποτυγχάνει, με έξοδα υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση - Εναγόμενου, τα οποία θα καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ................. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.