← Κύπρος

Τραπέζης Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας ν. Σταύρου Ζουμίδης κ.α., Αρ. Αγωγής: 3688/19, 21/12/2020

Τραπέζης Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας ν. Σταύρου Ζουμίδης κ.α., Αρ. Αγωγής: 3688/19, 21/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A622 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3688/19 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Εναγόντων και

  1. XXXXX Σταύρου Ζουμίδης,
  2. XXXXX Ανδρέα Ζουμίδου, Εναγόμενων ------------------------------------------- Αίτηση των Εναγομένων ημερομηνίας 20/12/2019 για παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος Ημερομηνία: 21 Δεκεμβρίου,
  3. Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους 1 και 2 - Αιτητές: κ. Ρ. Βραχίμης για Ρ. Βραχίμης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Ν. Καλλένος για Χρυσαφίνη και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Εναγόμενοι 1 και 2 - Αιτητές με την Αίτησή τους, ημερομηνίας 20/12/2019, ζήτησαν την ακύρωση ή και τον παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος ως παράτυπης και αντικανονικής. Η συγκεκριμένη αίτηση βασίστηκε στη Δ.5Β, Δ.9 θ.5, Δ.16 θ.3 και 9, Δ.48 θ.1- 4 και 9 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στο Άρθρο 30.3(α) και (β) του Συντάγματος, στα άρθρα 21, 22 και 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στην πρακτική και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Σε σχέση με τα γεγονότα υποστηρίχθηκε, η Αίτηση, με ένορκη δήλωση της XXXXX Νεοκλέους, νύφης των Εναγομένων. Σύμφωνα με την Ομνύουσα οι Εναγόμενοι είναι τα πεθερικά της, με τους οποίους τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγός της δεν έχουν καλές σχέσεις. Ο λόγος που ο σύζυγός της δεν έχει σχέσεις με τους γονείς του είναι γιατί το 2008, ενώ ήταν ανήλικος, οι γονείς του είχαν αποσύρει ένα μεγάλο ποσό, το οποίο ήταν επ' ονόματί του, χωρίς διάταγμα του Δικαστηρίου παρά το γεγονός ότι ήταν ανήλικος και το επένδυσαν σε αξιόγραφα ενώ στη συνέχεια έλαβαν δάνειο με εγγύηση τα αξιόγραφα. Το δάνειο δεν πληρώθηκε και τα αξιόγραφα σήμερα δεν έχουν καμιά αξία, οπόταν ο σύζυγός της έχει απωλέσει τα χρήματά του. Στις 25/11/19 την είχε επισκεφθεί στο διαμέρισμα που διατηρεί Ινστιτούτο Αισθητικής, στη XXXXX 51Α, ένας επιδότης ο οποίος έψαχνε τους Εναγόμενους 1 και
  4. Τον ενημέρωσε ότι δεν έχει καλή σχέση με τα πεθερικά της, ότι το συγκεκριμένο διαμέρισμα είναι ο χώρος εργασίας της και ότι δεν εργάζεται οποιοσδήποτε από τους Εναγόμενους εκεί, πλην, όμως, ο επιδότης άφησε τα έγγραφα πάνω στο τραπέζι, παρά το γεγονός ότι είχε αρνηθεί να τα παραλάβει και χωρίς η ίδια να υπογράψει. Στη συνέχεια ο επιδότης ορκίστηκε ψευδώς ότι είναι υπεύθυνη στο χώρο εργασίας των Εναγομένων 1 και 2, γνωρίζοντας ότι στο Ινστιτούτο εργάζεται μόνη της και τα πεθερικά της δεν θα μπορούσαν να εργάζονται εκεί αφού τα πεθερικά της διαμένουν στην Πάφο. Για τα ψέματα του επιδότη θα προβεί σε καταγγελία στο Ανώτατο Δικαστήριο. Είναι η θέση της ότι λόγω του ότι πανικοβλήθηκε τηλεφώνησε στα πεθερικά της, που απουσίαζαν στο εξωτερικό, οι οποίοι της έδωσαν το τηλέφωνο του δικηγόρου τους για να επικοινωνήσει μαζί του. Νιώθοντας ότι ο επιδότης την είχε εμπλέξει αδίκως τηλεφώνησε στους δικηγόρους των πεθερικών της και καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση. Η Αίτηση αντιμετωπίστηκε με την καταχώρηση Ένστασης, στην οποία Ένσταση καταγράφηκαν δώδεκα

(12)λόγοι ενστάσεως. Συγκεκριμένα, προτάθηκε ότι η υπό κρίση Αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία και οι Θεσμοί για την έκδοση του ζητούμενου διατάγματος, ότι είναι κατά νόμο και ουσία αβάσιμη, αθεμελίωτη και αδικαιολόγητη, ότι οι Εναγόμενοι - Καθ΄ ων η Αίτηση έχουν υπαχθεί στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας αφού δεν ακολουθήθηκε η ορθή διαδικασία για την καταχώριση και προώθηση της υπό κρίση Αίτησης, η οποία απαιτούσε ταυτόχρονα με την καταχώριση της Αίτησης την καταχώριση εμφάνισης υπό αίρεση ούτε και έλαβε άδεια του Δικαστηρίου για να καταχωρίσει την υπό κρίση αίτηση με αποτέλσμα η εμφάνισή τους να καταστεί άνευ όρων και να υπαχθούν στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, ότι το Κλητήριο Ένταλμα επιδόθηκε ορθά και νομότυπα βάσει των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και της νομοθεσίας και οι Εναγόμενοι 1 και 2 έλαβαν γνώση και ενημερώθηκαν δεόντως για την ύπαρξη της αγωγής και εξ' ου και καταχώρισαν την υπό κρίση Αίτηση, ότι οι ισχυρισμοί που προωθούνται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι αναληθείς, ανακριβείς, παραπλανητικοί, ατεκμηρίωτοι και/ή δεν δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ότι λόγω του ότι έχουν λάβει γνώση της αγωγής δεν έχουν υποστεί οποιαδήποτε βλάβη ή ζημιά και διατηρούν το δικαίωμα να προβάλουν απερίσπαστα την Υπεράσπισή τους, ότι η οποιαδήποτε τυχόν παρατυπία στην επίδοση δεν έχει προκαλέσει στους Εναγόμενους οποιαδήποτε παραπλάνηση και/ή ζημιά και στην περίπτωση που διαπιστωθεί οποιαδήπτοε παρατυπία αυτή μπορεί να θεραπευτεί, ότι οι ισχυρισμοί συνιστούν τυπολατρική εισήγηση και ότι η παρούσα διαδικασία αποσκοπεί στη καθυστέρηση και/ή στον εκτροχιασμό της δικαστικής διαδικασίας. Νομική βάση της Ένστασης αποτέλεσαν οι Δ.1, Δ.2, Δ.5, Δ.5Β , Δ.9 θ.θ.1, 2 και 5, Δ.16 θ.θ. 3 και 9, Δ.39, Δ.48, θ.θ. 1-13, Δ.51, Δ.57, Δ.59 και Δ.64, ο περί Δικαστηρίων Νόμος, ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος, τα άρθρα 2, 3 και 18 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015, τα άρθρα 198-200 του περί Εταιρειών Νόμου, το Άρθρο 30 του Συντάγματος καθώς επίσης οι γενικοί κανόνες, οι γενικές αρχές της νομολογίας, οι αρχές του Δικαίου της Επιείκειας και η πρακτική και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τα γεγονότα, αυτά παρατέθηκαν στις Ένορκες Δηλώσεις της δικηγόρου κας Κέντελη και του κ. Νεοφύτου, ιδιώτη επιδότη. Η κα Κέντελη, δικηγόρος των Εναγόντων και εξουσιοδοτημένη από αυτούς στη κατάρτιση της συγκεκριμένης ένορκης δήλωσης αναφέρεται και επεξηγεί την μετεξέλιξη της Marfin Popular Bank Public Ltd στην Ενάγουσα, η οποία έχει αγοράσει, μεταξύ άλλων, δικαιώματα και υποχρεώσεις της Τράπεζας Κύπρου συμπεριλαμβανομένου και του συγκεκριμένου δανείου. Ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 έχουν υπαχθεί στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας σε σχέση με την υπό κρίση αγωγή και ότι η υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθηκε και προωθήθηκε κατά παράβαση της Δ.16 γιατί δεν ακολουθήθηκε η ορθή διαδικασία, αφού δεν καταχωρίστηκε μαζί με την υπό κρίση Αίτηση η εμφάνιση υπό διαμαρτυρία ή υπό αίρεση και συνεπώς η εμφάνισή τους καταχωρίστηκε ανευ όρων. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι η επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος έγινε κανονικά και νομότυπα σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.5 θ.2
(1)(
  1. ii)και Δ.5 θ.7. Υποστηρίζει ότι σύμφωνα με τους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς επίδοση σε φυσικό πρόσωπο μπορεί να γίνει αν αντίγραφο αφεθεί σε μέλος της οικογένειάς του που φαίνεται ότι είναι 16 ετών και άνω και βρίσκεται στην πόλη ή το χωριό του ή εντός της περιοχής του. Στην υπό κρίση υπόθεση, σύμφωνα με την ενημέρωση του επιδότη κ. Νεοφύτου καθώς και τις επιδόσεις που βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου, τα Κλητήρια Εντάλματα που επιδόθηκαν στους Εναγόμενους 1 και 2 είχαν αφεθεί, στις 29/11/19, στη νύφη των Εναγομένων 1 και 2 - Αιτητών, στην οδό Μετοχίου 51Α, 1101 Λευκωσία. Η συγκεκριμένη διεύθυνση είχε δηλωθεί στην Τράπεζα ως η διεύθυνση επικοινωνίας της Εναγόμενης 2, ήτοι στα έγγραφα δανειοδότησης και στο εγγγυητήριο. Είναι η θέση της ότι με βάση τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση η επίδοση είναι σύμφωνη με τη Δ.5 θ.2(
  2. i)και (
  3. ii)και κατ΄ επέκταση ορθή αφού αφέθηκε σε μέλος της οικογένειας των Εναγομένων. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 - Αιτητές κωλύονται από του να προβάλλουν τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς αφού έλαβαν γνώση του Κλητηρίου Εντάλματος και επικοινώνησαν άμεσα με τους δικηγόρους τους, οι οποίοι αμφισβήτησαν την επίδοση. Υποστηρίζει ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 - Καθ΄ων η Αίτηση δεν έχουν υποστεί οποιαδήποτε ζημιά αφού έχουν το δικαίωμα να παρουσιάσουν τις θέσεις τους στην Υπεράσπισή τους και ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως η αίτηση απορριφθεί. Καταλήγει, ότι αν υπάρχει παρατυπία, που κατά τη δική της άποψη δεν υπάρχει, μπορεί να διορθωθεί με βάση τις πρόνοιες της Δ.64 χωρίς να προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά. Ο κ. XXXXX Νεοφύτου στη δική του ένορκη δήλωση καταγράφει ότι είχε εξουσιοδοτηθεί από το δικηγορικό γραφείο Χρυσαφίνης και Πολυβίου, δικηγόρους της Ενάγουσας - Καθ' ης η Αίτηση όπως προβεί σε επίδοση των συγκεκριμένων Κλητηρίων Εγγράφων στους Εναγόμενους. Στις 25/11/19 είχε μεταβεί στην οδό XXXXX 51Α, 1101 στη Λευκωσία όπου αναζήτησε τους Εναγόμενους 1 και 2 και λόγω του ότι απουσίαζαν τα έγγραφα επιδόθηκαν στην κα XXXXX Νεοκλέους, η οποία δήλωσε νύφη των Εναγόμενων 1 και 2 και υπεύθυνη στο χώρο εργασίας τους αναφέροντας παράλληλα ότι ο χώρος ανήκε στα πεθερικά της, ήτοι τους Εναγόμενους 1 και 2. Υιοθέτησε το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεών του που συνόδευαν την επίδοση των Κλητηρίων Ενταλμάτων. Κανένας από τους Ομνύοντες δεν αντεξετάστηκε και η ακρόαση της Αίτησης προχώρησε με κατάθεση εμπεριστατωμένων και πολύ βοηθητικών για το Δικαστήριο αγορεύσεων. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο των αγορεύσεων και των δυο πλευρών και θα αναφερθεί σε αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Πρωτού το Δικαστήριο ασχοληθεί με τη νομική πτυχή της Αίτησης θα πρέπει να στρέψει τη προσοχή του, αναφορά γίνεται στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση στο συγκεκριμένο θέμα, ήτοι στο γεγονός ότι δεν αντεξετάστηκε ούτε η συνήγορος των Εναγόντων αλλά κυρίως δεν αντεξετάστηκε ο επιδότης, κ. Νεοφύτου επί των ισχυρισμών που προβάλλει στην ένορκη δήλωσή του. Το Δικαστήριο κατά την εξέταση των εκατέρωθεν προβαλλομένων ισχυρισμών έχει καθήκον να προστρέξει στη μαρτυρία. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων αποτελεί τη μαρτυρία επί της οποίας θα στηριχθεί. Αμφισβήτηση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων μπορεί να γίνει είτε με αντεξέταση, κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, είτε με συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις ή με οποιοδήποτε άλλο παραδεκτό τρόπο βλ. Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118. Στην απόφαση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1013 υπεδείχθη ότι ισχυρισμοί επί ενόρκων δηλώσεων που δεν αντεξετάστηκαν επί του περιεχομένου τους παραμένουν ακλόνητοι και ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να γίνουν αποδεκτοί. Σχετική είναι η υπόδειξη στην υπόθεση Favero General Trading Ltd κ.ά ν. Medusa Constructions Ltd
(2012)1(Γ) ΑΑΔ 2476 ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν είχε αντεξεταστεί επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως του και επομένως οι ισχυρισμοί του δεν αμφισβητήθηκαν. Άμεσα σχετική είναι και η υπόθεση Thinking Steel International B.V v. Caramondani Bros Public Co Ltd
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1460. Θα πρέπει σε αυτό το σημείο να σημειωθεί ότι οι ισχυρισμοί της κας Κέντελη ότι η συγκεκριμένη διεύθυνση, Μετοχίου 51Α, 1101 Λευκωσία, είχε δηλωθεί ως η διεύθυνση της Εναγόμενης 2, Τεκμήριο 4 στην Ένσταση, δεν αμφισβητήθηκαν, όπως δεν αμφισβητήθηκε ο ισχυρισμός του κ. Νεοφύτου ότι ο χώρος που επισκέφθηκε για να επιδώσει τα Κλητήρια Εντάλματα ανήκει στους Εναγόμενους. Των πιο πάνω λεχθέντων το θέμα παραμερισμού της επίδοσης κλητηρίου εντάλματος διέπεται από τη Δ.16 θ.9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών ενώ παράλληλα υπήρξε αντικείμενο εξέτασης σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η Δ.16 θ.9 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «A defendant before appearing shall be at liberty, without obtaining an order to enter or entering a conditional appearance, to take out a summons to set aside the service upon him of the writ or of notice of the writ, or to discharge the order authorizing such service.». Όπως προκύπτει από τη Δ.16 θ.9 είναι δυνατή η καταχώρηση εμφάνισης υπό αίρεση ή υπό διαμαρτυρία με την ταυτόχρονη καταχώρηση αίτησης παραμερισμού της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος χωρίς να ληφθεί άδεια του Δικαστηρίου. Με άλλα λόγια, οι πρόνοιες της συγκεκριμένης διάταξης παρέχουν δυνατότητα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και χωρίς την εκ των προτέρων εξασφάλιση άδειας προς τούτο από το Δικαστήριο. Παράλληλα, όμως, αυτό που επίσης προκύπτει από τις πρόνοιες της εν λόγω διάταξης και υποστηρίζεται από τη νομολογία είναι πως σε μια τέτοια περίπτωση, την περίπτωση δηλαδή που ο Εναγόμενος επιλέγει να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία χωρίς να εξασφαλίσει προηγουμένως την άδεια του Δικαστηρίου, τότε θα πρέπει, ταυτόχρονα με την καταχώρηση της υπό διαμαρτυρία εμφάνισης να καταχωρηθεί και η αίτηση για παραμερισμό, άλλως η υπό διαμαρτυρία εμφάνιση καθίσταται ουσιαστικά εμφάνιση άνευ όρων. Στην υπόθεση G. J. Magdon Ltd v. A.L. Metal Trading Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 2064 όπου οι εφεσείουσα είχε καταχωρήσει στις 12/06/98 χωρίς προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και καταχώρησε αίτηση για ακύρωση και παραμερισμό της επίδοσης της αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας των Δικαστηρίων της Κύπρου στις 08/03/99 κρίθηκε ότι υπό αυτά τα δεδομένα η εφεσείουσα είχε δεχθεί και υπαχθεί στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην οποία γίνεται, μεταξύ άλλων, και αναφορά στους δύο τρόπους με τους οποίους ένας εναγόμενος μπορεί να ενεργήσει αν επιθυμεί τον παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος. Παρατίθεται σχετικό απόσπασμα από τις σελίδες 2066-2067: «Ο Δικαστής, ενώπιον του οποίου συζητήθηκε η αίτηση, την απέρριψε στις 4.12.00. Στο σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης εξετάζονται με λεπτομέρεια όλα τα ζητήματα που ηγέρθηκαν στην αίτηση. Συγκεκριμένα ο Δικαστής αναφέρθηκε, στην αρχή της απόφασης του, στη Δ.16 θ.9 η οποία προβλέπει πως ο εναγόμενος δικαιούται, χωρίς προηγουμένως να έχει διαταγή του δικαστηρίου που να του επιτρέπει να καταχωρίσει εμφάνιση υπό αίρεση, να υποβάλει αίτηση για τον παραμερισμό της επίδοσης προς αυτόν του κλητηρίου εντάλματος. Παρατήρησε δε πως ο δικηγόρος της εφεσείουσας δεν ακολούθησε τις πιο πάνω πρόνοιες. Στη συνέχεια ο Δικαστής ασχολήθηκε με τη νομολογία, με ειδική αναφορά στις υποθέσεις Γεωργιάδης ν. Χάσικου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1136 και Παπακόκκινου ν. Landroke P/C
(1995)1 ΑΑΔ 1090, για να εκφράσει την άποψη πως ο δεύτερος τρόπος, για την προώθηση αίτησης παραμερισμού του κλητηρίου εντάλματος, είναι η ταυτόχρονη καταχώρηση τέτοιας αίτησης μαζί με την καταχώρηση της υπό αίρεση εμφάνισης. Όπως είναι παραδεκτό η εφεσείουσα δεν χρησιμοποίησε μήτε αυτή τη διαδικασία. Αντίθετα, μετά την καταχώριση της υπό αίρεση εμφάνισης στις 12.6.98, και συγκεκριμένα στις 8.3.99, καταχώρισε την επίδικη αίτηση. Με αυτά τα δεδομένα ο Δικαστής αποφάνθηκε, και να πούμε αμέσως πολύ ορθά, πως η εφεσείουσα είχε δεχθεί και υπαχθεί στη δικαιοδοσία των κυπριακών δικαστηρίων». Στην παρούσα υπόθεση η Αίτηση για παραμερισμό και/ή ακύρωσης της επίδοσης των Κλητηρίων Ενταλμάτων καταχωρήθηκε στις 20/12/19, η εμφάνιση υπό διαμαρτυρία από πλευράς των Εναγομένων 1 και 2 καταχωρίστηκε στις 05/12/19. Δηλαδή, δεν καταχωρήθηκαν μαζί και συνεπακόλουθα κατά το χρόνο καταχώρισης της εμφάνισης δεν υπήρχαν οποιοιδήποτε εμφανείς όροι για τη συγκεκριμένη εμφάνιση και με αυτή την ενέργειά τους υπάχθηκαν άνευ όρων στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Η σημασία καταχώρησης εμφάνισης εκ μέρους ενός εναγομένου με βάση τις πρόνοιες της Δ.16 θ.3 των περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμών, αν ο εναγόμενος καταχωρήσει εμφάνιση άνευ όρων ή διαμαρτυρίας είναι ότι αποδέχεται τη δικαιοδοσία αναφορικά με ολόκληρη την αξίωση. Στις σελίδες 99 και 100 του Annual Practice 1979 διαβάζουμε τα ακόλουθα κάτω από τον τίτλο «Unconditional Appearance» «Where a defendant enters an ordinary appearance without any condition or protest reserving his right to object to the irregularity of the writ or service or the jurisdiction of the court he is debarred from raising an objection afterwards. The effect, therefore, of an ordinary or unconditional appearance is a waiver of the irregularity, if any, as well as a submission to the jurisdiction of the Court............................... And so if a defendant out of the jurisdiction is served without leave, or otherwise irregularly, and appears to such service without protest, he is held to have waived the irregularity and to have submitted to the jurisdiction Re Orr Ewing, 22 Ch. D.P. 463». Όπως αναφέρεται στο Annual Practice του 1952, στη σελ. 130: «A conditional appearance may be entered to prevent judgment in default, where there is a bona fide intention to apply promptly to set aside the writ or service of the writ on the ground of irregularity of the writ or service or to deny the jurisdiction.». Περαιτέρω, στη σελ. 144 του ιδίου συγγράμματος αναφέρεται ότι: «The term "conditional appearance" means an appearance in qualified terms, reserving to the appearing defendant the right to apply to the Court to set aside the writ, or service thereof, for an alleged informality or irregularity which renders either the writ or service invalid or for lack of jurisdiction. ...................................................................................................... Although this Rule speaks of obtaining "an order to enter or entering a conditional appearance" (and this is always requisite in practice) the defendant has in fact the right to such an order in all cases where he shows a bona fide desire to raise a question directed to the validity of the proceedings.». Συνάγεται από τη νομολογία ότι αν δεν ληφθεί μετά από μονομερή αίτηση άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία, θα πρέπει να καταχωρηθεί, ταυτόχρονα με την καταχώρηση της εμφάνισης υπό διαμαρτυρία, αίτηση για παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος ή της επίδοσης του. Η καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία σχετίζεται με την δυνατότητα εκπροσώπησης του διαδίκου σε οποιοδήποτε δικονομικό διάβημα ενώπιον του Δικαστηρίου, υπό το φως των σχετικών διατάξεων των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που διέπουν την εκπροσώπηση διαδίκου από δικηγόρο και καθιστούν την καταχώρηση διοριστηρίου δικηγόρου προϋπόθεση για την εκπροσώπηση διαδίκου από αυτόν, όπως λέχθηκε σχετικά στην υπόθεση Evand Promotions Ltd κ.α. v. Rutman
(1997)1 (Γ) ΑΑΔ
  1. Έχοντας λοιπόν κατά νου όλα τα πιο πάνω επαναλαμβάνω ότι σε περίπτωση που ένας εναγόμενος επιθυμεί να εγείρει, όπως στην υπό εξέταση περίπτωση, θέμα αναφορικά με την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος μπορεί είτε πριν εμφανισθεί να αιτηθεί δια κλήσεως στο Δικαστήριο τον παραμερισμό του κλητηρίου, χωρίς προηγουμένως να λάβει διάταγμα από το Δικαστήριο για να καταχωρήσει εμφάνιση υπό διαμαρτυρία, είτε να πάρει άδεια από το Δικαστήριο για καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και στη συνέχεια να καταχωρήσει αίτηση δια κλήσεως προς ακύρωση του κλητηρίου εντάλματος ή της επίδοσης αυτού. Στην υπό κρίση περίπτωση οι Εναγόμενοι - Αιτητές εμφανίστηκαν μεν υπο διαμαρτυρία αλλά δεν πήραν σχετική άδεια από το Δικαστήριο και μετά από 10 μέρες καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση. Θεωρώ ότι η πλευρά των Αιτητών δεν προέβηκε σε εκείνα τα διαβήματα τα οποία θα έπρεπε να λάβει, σύμφωνα πάντοτε με τους Θεσμούς αλλά και τη νομολογία όπως έχει εξελιχθεί και η αίτηση τους είναι έκθετη σε απόρριψη. Με βάση όσα πιο πάνω παρατέθηκαν, ο τρόπος που οι Αιτητές επέλεξαν να προβάλουν τη θέση τους για αντικανονικότητα της προς αυτούς γενομένης επίδοσης, καθιστά άκυρη την παρούσα αίτηση και η σχετική εισήγηση της συνηγόρου των Καθ' ων η Αίτηση - Εναγόντων είναι εύστοχη και συνεπακόλουθα η Αίτηση οδηγείται σε απόρριψη. Παρά το γεγονός αυτό ακόμα και αν κρινόταν ότι οι Αιτητές είχαν προβεί στις δέουσες ενέργειες σύμφωνα με τους Θεσμούς διαπιστώνονται τα ακόλουθα τα οποία θα οδηγούσαν την Αίτηση στο ίδιο αποτέλεσμα: Απώτερος στόχος της επίδοσης είναι να περιέλθει η δικαστική διαδικασία στην γνώση αυτού που καλείται στο Δικαστήριο. Αυτό προκύπτεικαι από τη Δ.5 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και οι τρόποι με τους οποίους μπορεί να επιτευχθεί περιγράφονται στη Δ.5 θ.
  2. Στην εξεταζόμενη περίπτωση έγινε επίδοση σύμφωνα με τη Δ.5 θ.2
(1)(i), ήτοι στη νύφη των Εναγομένων 1 και 2. Στην υπό κρίση περίπτωση περίπτωση ο σκοπός επετεύχθη. Η γνώση των Εναγομένων για την αγωγή, παρά το ότι δεν δηλώνεται ρητά, συνάγεται από τα εξής: H αίτηση έχει καταχωρισθεί από τους δικηγόρους των Εναγομένων 1 και 2 και η Ομνύουσα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, εξ' όσων προκύπτει από την παράγραφο 11 και 12 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, είχε ενημερωθεί να επικοινωνήσει με τους δικηγόρους των Εναγομένων από τους ίδιους ενώ παράλληλα είχε εξουσιοδοτηθεί για την καταχώριση της ένορκης δήλωσης από τους ίδιους τους Εναγόμενους, σύμφωνα με την παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσής της. Πέραν των πιο πάνω διαπιστώσεων, η διεύθυνση στην οποία τα Κλητήρια Εντάλματα επιδόθηκαν, για τους Εναγόμενους 1 και 2 - Αιτήτές, δεν φαίνεται να είναι απλά μια άσχετη με αυτούς διεύθυνση. Εμφανίζεται ως η διεύθυνση της Εναγομένης 2 - Αιτήτριας και φέρεται να έχει δηλωθεί ως η διεύθυνση της στους Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση στο Τεκμήριο 4 της ένορκης δήλωσης της κας Κέντελη. Αβίαστα προκύπτει από τα ανωτέρω, το συμπέρασμα ότι η γενομένη επίδοση έγινε ορθά και σύμφωνα με τους Θεσμούς και έφερε το αποτέλεσμα που επιδιωκόταν και παράλληλα γνωστοποίησε την ύπαρξη της αγωγής στους Εναγόμενους 1 και 2 και συνεπώς, θεωρείται καθ' όλα έγκυρη και νομότυπη. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω, η Αίτηση δεν διασώζεται αλλά θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα υπέρ των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων - Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ................. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α. Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.