VITAEMED LTD, προηγούμενο όνομα VOUROS HEALTHCARE LTD ν. ΚΕΝΤΡΟ ΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑΣ Κ.Γ.Κ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 1716/2020, 9/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A628 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1716/2020 Μεταξύ: VITAEMED LTD, προηγούμενο όνομα VOUROS HEALTHCARE LTD Ενάγουσας/Αιτήτριας -και- ΚΕΝΤΡΟ ΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑΣ Κ.Γ.Κ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόμενης/ Καθ' ης η Αίτηση ----------------------- Ημερομηνία: 9 Δεκεμβρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα/Αιτήτρια: Ο κ. Αναστάσιος Ζ. Μυλωνάς για Αναστάσιος Ζ. Μυλωνάς & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη/ Καθ' ης η Αίτηση: Η κα Ιωάννα Χριστοδούλου για Ηλίας Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ------------------------ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση για έκδοση συντηρητικού διατάγματος) Η ενάγουσα/αιτήτρια (στη συνέχεια «η αιτήτρια»), με την καταχώρηση της ως άνω αγωγής αποτάθηκε ταυτόχρονα στο Δικαστήριο με μονομερή αίτηση της αξιώνοντας την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων με τα οποία να απαγορεύεται και/ή εμποδίζεται η εναγόμενη/καθ' ης η αίτηση (στη συνέχεια «η καθ' ης η αίτηση»), από του να πωλήσει και/ή υποθηκεύσει και/ή μεταβιβάσει και/ή διαθέσει και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο να αποξενώσει και/ή να επιβαρύνει τρία διαμερίσματα ευρισκόμενα στη Λευκωσία (όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση) (στη συνέχεια «τα επίδικα διαμερίσματα»), μέχρι της τελικής εκδίκασης της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Διατάχθηκε όπως η αίτηση επιδοθεί στην καθ' ης η αίτηση και έτσι αυτή κατέστη διά κλήσεως. Επακόλουθο ήταν η καταχώρηση ένστασης στην αίτηση και στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει η κα XXXXX Βούρου (ΕΔΒ), η οποία δηλώνει ότι είναι μια εκ των διευθυντών της αιτήτριας και δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης. Δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης καθώς αντιπροσώπευε την αιτήτρια σε όλες τις διαδικασίες που έχουν να κάνουν με τα επίδικα γεγονότα. Εξηγεί ότι η καθ' ης η αίτηση είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια των επίδικων διαμερισμάτων και ότι η αιτήτρια κατά ή περί την 20.12.2010 συμφώνησε με την καθ' ης η αίτηση να τα αγοράσει έναντι του ποσού των €425.000 (στη συνέχεια η «Συμφωνία»). Εξηγεί ότι η Συμφωνία των διαδίκων αρχικά έγινε προφορικά και καταγράφτηκε μερικώς σε γραπτή συμφωνία. Επισυνάπτει στην ένορκη δήλωσή της διάφορα έγγραφα στα οποία κάνει αναφορά και στα οποία παραπέμπει. Η αίτηση βασίζεται στα Άρθρα 29,31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν.14/1960), στα Άρθρα 4,5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.48, Θ.Θ. 1 - 9, στο Κοινοδίκαιο, στη Νομολογία και στις εγγενείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Παρόμοια είναι και η νομική βάση της ένστασης με την προσθήκη της Δ.59 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Στην ΕΔΒ γίνεται αναφορά ότι ήταν ρητοί και/ή εξυπακουόμενοι όροι της Συμφωνίας τα ακόλουθα: Α) Ότι με την σύναψη της Συμφωνίας η αιτήτρια θα κατέβαλλε το ποσό των €20.
- Β) Ότι το υπόλοιπο ποσό των €405.000 θα καταβαλλόταν από την αιτήτρια στην καθ' ης η αίτηση εντός 75 ημερών από τη σύναψη της Συμφωνίας και εν πάση περιπτώσει μέχρι την 01.04.
- Γ) Εάν η πληρωμή του ποσού των €405.000 δε γινόταν μέχρι την 01.04.2011 τότε η Συμφωνία θα θεωρείτο άκυρη. Δ) Η παράδοση της κατοχής των επίδικων διαμερισμάτων θα γινόταν την ίδια μέρα με τη σύναψη της Συμφωνίας εφόσον η αιτήτρια κατέβαλλε το ποσό των €20.000 και θα υπόγραφε γραμμάτιο για το ποσό των €40.000 ως περαιτέρω εξασφάλιση της καθ' ης η αίτηση. Η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει ότι με τη σύναψη της Συμφωνίας η αιτήτρια κατέβαλε στην καθ' ης η αίτηση το ποσό των €20.000 Αγοραπωλητήριο Έγγραφο και Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου (στο εξής το «Γραμμάτιο) δια το ποσό των €40.000 προς όφελος της καθ' ης η αίτηση, το οποίο αποτελούσε μέρος του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης των Διαμερισμάτων ήτοι του ποσού των €425.
- Περαιτέρω ήταν εξυπακουόμενος όρος της Συμφωνίας ότι η πληρωμή του Γραμματίου από την αιτήτρια θα λογιζόταν ως εξόφληση μέρους του τιμήματος πώλησης των Διαμερισμάτων. Η ενόρκως δηλούσα παραδέχεται ότι η αιτήτρια παρά το γεγονός ότι δεν μπόρεσε να καταβάλει το υπόλοιπο ποσό των €405.000 μέχρι την 01.04.2011, οι διάδικοι συνέχισαν να ενεργούν ως η Συμφωνία να παρέμενε σε ισχύ, με την αιτήτρια να συνεχίζει να καταβάλλει ποσά έναντι της Συμφωνίας και την καθ' ης η αίτηση να τα αποδέχεται. Συγκεκριμένα η αιτήτρια κατέβαλε στην καθ' ης η αίτηση έναντι του τιμήματος πώλησης των Διαμερισμάτων το ποσό των €50.000 την 13.05.2011 και το ποσό των €50.000 την 13.07.2011 συμποσούμενων στο ποσό των €100.
- Η καθ' ης η αίτηση έλαβε το ρηθέν ποσό των €100.000 έναντι του τιμήματος πώλησης. Κατά ή περί τον Μάϊο του 2012 η καθ' ης η αίτηση καταχώρησε την αγωγή Αρ. XXXXX/2012 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εναντίον της αιτήτριας απαιτώντας την πληρωμή του ποσού των €40.000 στη βάση του Γραμματίου. Η αιτήτρια τον Νοέμβριο του 2012 κατέβαλε στην καθ' ης η αίτηση το ποσό των €40.000 πλέον €4.000 δικηγορικά έξοδα δια εξόφληση του Γραμματίου και των δικηγορικών εξόδων της πιο πάνω αγωγής. Το ποσό των €40.000 δόθηκε έναντι του τιμήματος πώλησης των Διαμερισμάτων σύμφωνα με τους ρητούς ή εξυπακουόμενους όρους της Συμφωνίας. Παρά το γεγονός ότι η ως άνω αγωγή είχε πλήρως εξοφληθεί, η καθ' ης η αίτηση δεν την απόσυρε και στα πλαίσια αυτής συνεχίστηκαν οι συζητήσεις για τον τρόπο καταβολής του υπόλοιπου ποσού του τιμήματος πώλησης των Διαμερισμάτων, το οποίο ανερχόταν στο ποσό των €265.
- Κατά ή περί τις αρχές του 2014 η καθ' ης η αίτηση ενημέρωσε την αιτήτρια ότι η Συμφωνία τους είχε καταστεί άκυρη, δυνάμει των όρων της ίδιας της Συμφωνίας, λόγω της μη εξόφλησης του τιμήματος πώλησης από την αιτήτρια. Η αιτήτρια αποδέχτηκε την θέση της καθ' ης η αίτηση ότι η Συμφωνία κατέστη άκυρη λόγω της μη τήρησης των όρων αυτής σε σχέση με την πληρωμή του τιμήματος πώλησης και ακολούθως απαίτησε από την καθ' ης η αίτηση να της επιστρέψει το ποσό που κατέβαλε μέχρι εκείνη την ημέρα έναντι της πλέον άκυρης και χωρίς νομική ισχύ Συμφωνίας ήτοι €160.
- Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι διάδικοι και οι δικηγόροι τους στη συνέχεια και αφού πλέον η Συμφωνία είχε καταστεί άκυρη άρχισαν συζητήσεις για την διευθέτηση της επιστροφής του ποσού των €160.000 στην αιτήτρια, οι οποίες κατέληξαν σε συμφωνία η οποία καταγράφηκε μερικώς σε μεταξύ τους αλληλογραφία με την οποία συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα: α) Η αιτήτρια θα συνέχιζε να παραμένει σε κατοχή των Διαμερισμάτων. β) Η αιτήτρια θα κατέβαλλε στους στην καθ' ης η αίτηση το ποσό των €2.800.00 μηνιαίως για ένα έτος από 01.05.2014 μέχρι 01.05.
- γ) Το υπόλοιπο ποσό που θα απέμενε μετά από τις ρηθείσες πληρωμές θα πληρωνόταν μέχρι το 2018, συμπεριλαμβανομένου και του ποσού που δόθηκε έναντι της άκυρης πλέον Συμφωνίας. Η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι αποτελούσε ρητό και/ή εξυπακουόμενο όρο της νέας συμφωνίας των διαδίκων ότι αν τελικά για οποιονδήποτε λόγο δεν εκπληρωνόταν η νέα συμφωνία τους, τότε η καθ' ης η αίτηση θα επέστρεφε το ποσό των €160.000 στην αιτήτρια το οποίο είχε υποχρέωση να επιστρέψει λόγω της ακυρότητας της Συμφωνίας και η αιτήτρια δεν θα διεκδικούσε οιονδήποτε ποσό κατέβαλε δυνάμει της υποπαρ. (β) ανωτέρω. Η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι η αιτήτρια ξεκίνησε να καταβάλλει τον Μάϊο του 2014 το ποσό των €2.800.00 μηνιαίως και κατέβαλε το εν λόγω ποσό για τους μήνες Μάιο 2014, Ιούνιο 2014, Ιούλιο 2014, Αύγουστο 2014 και Οκτώβριο 2014, συμποσούμενων στο ποσό των €14.
- Η αιτήτρια στις αρχές του 2015 ενημέρωσε την καθ' ης η αίτηση ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει να καταβάλλει τις μηνιαίες δόσεις των €2.800 και η καθ' ης η αίτηση ενημέρωσε την αιτήτρια ότι πλέον θεωρούσε την οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ τους ως άκυρη και χωρίς νομική ισχύ και απαίτησε από την αιτήτρια να της παραδώσει την κατοχή των Διαμερισμάτων. Ως ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα πράγματι κατά η περί τον Μάρτιο του 2016 η αιτήτρια μετακινήθηκε από τα Διαμερίσματα τα οποία χρησιμοποιούσε ως γραφείο και ενημέρωσε την καθ' ης η αίτηση ώστε να τα παραλάβει. Περαιτέρω η αιτήτρια απαίτησε από την καθ' ης η αίτηση την επιστροφή του ποσού των €160.000 το οποίο πλήρωσε στην καθ' ης η αίτηση για την αγορά των Διαμερισμάτων. Στη συνέχεια οι διάδικοι, συνεπεία του ότι ήταν κοινά αποδεκτό και από τους δύο διαδίκους, κατά την ενόρκως δηλούσα, ότι οι μεταξύ τους συμφωνίες ήταν άκυρες και χωρίς νομική ισχύ και ότι η καθ' ης η αίτηση θα έπρεπε να επιστρέψει το καταβληθέν ποσό των €160.000 στην αιτήτρια, εισήλθαν σε επανειλημμένες συζητήσεις για τον τρόπο που θα διευθετούσαν τη μεταξύ τους διαφορά είτε με την επιστροφή του ποσού είτε με το ενδεχόμενο σύναψης νέας συμφωνίας δια την απόκτηση των Διαμερισμάτων έναντι κατά πολύ χαμηλότερου χρηματικού ποσού από το αρχικά συμφωνημένο τίμημα πώλησης των €425.
- Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι το γεγονός ότι η Συμφωνία θεωρήθηκε άκυρη από αμφότερες τις πλευρές, διαφαίνεται και από τις Ένορκες Δηλώσεις του διευθύνοντα συμβούλου της καθ' ης η αίτηση στα πλαίσια της αγωγής Αρ. 3395/2012 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Η εν λόγω αγωγή είχε ως βάση της το Γραμμάτιο, το οποίο ουσιαστικά η αιτήτρια εξόφλησε αλλά από αμέλεια τόσο των δικηγόρων της αιτήτριας όσο και των δικηγόρων της καθ' ης η αίτηση, η συγκεκριμένη αγωγή ουδέποτε αποσύρθηκε ως ήταν η μεταξύ τους συμφωνία. Στη συνέχεια η αιτήτρια από το 2017 προσπάθησε να τροποποιήσει το δικόγραφο της Έκθεσης Υπεράσπισης και να θέσει τον ισχυρισμό ότι η εν λόγω απαίτηση είχε εξοφληθεί. Δυστυχώς αυτές οι προσπάθειες δεν είχαν το αναμενόμενο αποτέλεσμα μέχρι και την 15.10.2019 όπου εκδόθηκε διάταγμα παραχώρησης άδειας δια καταχώρηση Περαιτέρω Υπεράσπισης και τότε επιτράπηκε από το Δικαστήριο να θέσουν τον ισχυρισμό της εξόφλησης. Στα πλαίσια όλων αυτών των διαδικασιών της τροποποίησης, η καθ' ης η αίτηση καταχωρούσε ενστάσεις, οι οποίες συνοδεύονταν από Ένορκη Δήλωση του διευθύνοντος συμβούλου τους. Στις ένορκες δηλώσεις ο διευθύνων σύμβουλος της καθ' ης η αίτηση προέβαινε σε αναφορές του τύπου ότι τυχόν συμφωνία μεταξύ των μερών/διαδίκων για αγορά των Διαμερισμάτων είχε ακυρωθεί ή τερματισθεί ή δεν υπήρξε ποτέ. Παρά το γεγονός ότι η Συμφωνία από τις αρχές του 2014 κατέστη άκυρη, σύμφωνα με τις πρόνοιες της ίδιας της Συμφωνίας και/ή λόγω της συμπεριφοράς και συμφωνίας των διαδίκων, γεγονός που ενισχύεται και από έγγραφα τα οποία επισυνάπτει ως τεκμήρια και παρά το γεγονός ότι δεν τελεσφόρησε οποιαδήποτε άλλη συμφωνία μεταξύ των μερών, οι δικηγόροι των διαδίκων μέχρι και τα τέλη του 2019 συζητούσαν για τυχόν νέα συμφωνία για αγορά των Διαμερισμάτων με πολύ χαμηλότερο αντάλλαγμα ούτως ώστε η αιτήτρια να μην λάβει δικαστικά μέτρα για διεκδίκηση του καταβληθέντος ποσού έναντι της άκυρης Συμφωνίας. Ενώ υπήρχαν οι ρηθείσες συζητήσεις, η καθ' ης η αίτηση την 11.02.2020 όλως παραδόξως απέστειλε επιστολή στην αιτήτρια δια μέσου των δικηγόρων της δια της οποίας καλούσε την αιτήτρια όπως εκτελέσει τη Συμφωνία ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση των Διαμερισμάτων διεκδικώντας μάλιστα και τόκους οι οποίοι ξεπερνούσαν το ποσό €240.
- Δηλαδή η καθ' ης η αίτηση αποφάσισε μετά την παρέλευση 9 ετών και ενώ η Συμφωνία ακυρώθηκε να απαιτεί την εκτέλεσή της, διεκδικώντας ένα υπέρογκο ποσό για τόκους. Η αιτήτρια έλαβε προς έκπληξη της την ρηθείσα επιστολή καθώς αμφότεροι οι διάδικοι δια της συμπεριφοράς και δια των δηλώσεων τους θεωρούσαν τη Συμφωνία άκυρη εξ' υπαρχής και χωρίς οιανδήποτε νομική ισχύ. Προς τούτο έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους της όπως αποστείλουν επιστολή στην καθ' ης η αίτηση και να την καλέσει όπως επιστρέψει και/ή καταβάλει στην αιτήτρια το καταβληθέν ποσό των €160.000 πλέον τόκο προς 6% από την ημέρα που κατέστη άκυρη η Συμφωνία, το οποίο ποσό καταβλήθηκε στην καθ' ης η αίτηση χωρίς οιονδήποτε αντάλλαγμα και/ή αντιπαροχή. Η ενόρκως δηλούσα κάνει αναφορά στη συνέχεια σε αλληλογραφία των μερών μέσω των δικηγόρων τους (αντίγραφα των οποίων επισυνάπτει ως τεκμήρια), όπου εκφράζονται οι εκατέρωθεν θέσεις. Η ως άνω αλληλογραφία είχε ως κατάληξη να καλεί η αιτήτρια την καθ' ης η αίτηση όπως της καταβάλει και/ή επιστρέψει το ποσό των €160.000, κάτι που η καθ' ης η αίτηση αρνείται χωρίς να δώσει οποιοδήποτε αντάλλαγμα και/ή αντιπαροχή και/ή πλουτίζοντας αδικαιολόγητα σε βάρος της αιτήτριας. Η ενόρκως δηλούσα εξηγεί ότι ο λόγος που προβαίνει η αιτήτρια στην παρούσα αίτηση, παρά το γεγονός ότι έχουν μεσολαβήσει αρκετά έτη από την ακύρωση της Συμφωνίας, είναι γιατί μέχρι πρόσφατα υπήρχαν συζητήσεις μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων για εξεύρεση λύσης. Επίσης είχε προταθεί η αγορά των Διαμερισμάτων με χαμηλότερο τίμημα πώλησης περί τον Δεκέμβριο του
- Συνεπώς ήταν προς έκπληξη της οι επιστολές των δικηγόρων και του διευθύνοντος συμβούλου της καθ' ης η αίτηση. Ως εκ τούτου οποιαδήποτε περαιτέρω καθυστέρηση θα αφήσει ανεξασφάλιστη την αιτήτρια. Επίσης ο λόγος που δεν έλαβε μέτρα η αιτήτρια αμἐσως μετά την πρώτη επιστολή της καθ' ης η αίτηση ήταν συνεπεία των περιοριστικών μέτρων της πανδημίας. Εκφράζει την πίστη ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα καθώς υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση με σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας. Επιπλέον όπως ενημερώθηκαν από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας η καθ' ης η αίτηση δεν έχει οιανδήποτε άλλη εγγεγραμμένη ακίνητη περιουσία επ' ονόματι της και στα συγκεκριμένα Διαμερίσματα, που αποτελούν τη μοναδική ακίνητη τους περιουσία, υπάρχει εγγεγραμμένη υποθήκη ύψους €400.
- Ως εκ τούτου θεωρεί ότι είναι αναγκαία η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων καθώς τυχόν οποιαδήποτε περαιτέρω επιβάρυνση αυτών ή αποξένωση τους θα φέρει την αιτήτρια σε δυσμενή θέση και να μη δύναται να λάβει το λαβείν της σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής της. Καταλογίζει στην καθ' ης η αίτηση κακόβουλη συμπεριφορά καθώς από την μία ισχυρίζεται ότι δεν υπήρξε η Συμφωνία και αν υπήρξε αυτή ακυρώθηκε, ενώ από την άλλη μετά από 9 έτη που θα έπρεπε να εκτελεστεί η Συμφωνία αποστέλλουν επιστολή και καλούν την αιτήτρια προς εκτέλεση της διεκδικώντας υπέρογκους τόκους. Τέλος, ισχυρίζεται ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν θα προκαλέσει οποιανδήποτε ζημιά στην καθ' ης η αίτηση καθώς βρίσκεται σε κατοχή των διαμερισμάτων ενώ για την αιτήτρια θα επέλθει σε περίπτωση μη έκδοσης τους, καθώς σε περίπτωση αποξένωσης όλων των περιουσιακών στοιχειών της καθ' ης η αίτηση και σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής της, θα αδυνατεί να εκτελέσει την απόφαση. Η καθ' ης η αίτηση στην ένσταση της προβάλλει τους ακόλουθους λόγους: «(α) Δεν πληρούνται και/ή συντρέχουν και/ή ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από τη Νομολογία και την κείμενη Νομοθεσία για έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. (β) Δεν υπάρχει καλή βάση Αγωγής ούτε και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Απαίτησης των Αιτητών. (γ) Οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη και/ή ότι θα υποστούν οποιαδήποτε βλάβη γενικά. (δ) Οι Αιτητές προχώρησαν στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση, γεγονός που εξουδετερώνει τους ισχυρισμούς τους περί αναγκαιότητας έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων. (ε) Οι Αιτητές δεν απέδειξαν ότι συντρέχουν ειδικές και/ή εξαιρετικές συνθήκες για την έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος. (στ) Η παρούσα αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, καθ' ότι τα πραγματικά γεγονότα που την περιβάλλουν δε δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος. (ζ) Οι Αιτητές κωλύονται εκ της προηγούμενης συμπεριφοράς τους να αιτούνται την έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος. (η) Δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το διάταγμα ή και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των εναγόμενων/καθ' ων η αίτηση». Τα γεγονότα της ένστασης υποστηρίζονται με ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο κ. XXXXX Σεργίου (ΕΔΣ), γραμματέας και εκ των διευθυντών της καθ' ης η αίτηση, ο οποίος εκτός από την εξουσιοδότηση του να προβεί στην ένορκη δήλωση και την δήλωση του περί προσωπικής γνώσης του των γεγονότων της υπόθεσης, υποστηρίζει ότι το αιτούμενο διάταγμα δεν θα πρέπει να εκδοθεί για τους λόγους που προβάλλονται στην ένσταση τούς οποίους και υιοθετεί και επαναλαμβάνει και αρνείται παράλληλα και απορρίπτει τους ισχυρισμούς της αιτήτριας που περιέχονται στην ΕΔΒ καθώς τα πραγματικά γεγονότα δεν έγιναν όπως ισχυρίζεται αυτή και σε καμιά περίπτωση δεν ευσταθούν. Ο ενόρκως δηλών στη συνέχεια αναφέρεται στα γεγονότα που υποστηρίζονται από την καθ' ης η αίτηση. Παραδέχεται τη σύναψη Συμφωνίας κατά την 20.12.2010 η οποία ήταν γραπτή, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει ως τεκμήριο. Παραδέχεται ότι οι όροι που διέπουν τη Συμφωνία, είναι μερικώς ως αναφέρονται στην ΕΔΒ ήτοι ότι: Α. Με την υπογραφή της Συμφωνίας η αιτήτρια θα κατέβαλλε προς την καθ' ης η αίτηση το ποσό των €20.000 Β. Εντός 75 ημερών από την υπογραφή της Συμφωνίας, η αιτήτρια θα κατέβαλλε προς την καθ' ης η αίτηση το υπόλοιπο τίμημα πώλησης, ήτοι το ποσό των €405.
- Γ. Σε περίπτωση που το υπόλοιπο τίμημα πώλησης δεν εξοφληθεί μέχρι την 01.04.2011, τότε το πωλητήριο θα θεωρηθεί ως άκυρο κατ' επιλογή της καθ' ης η αίτηση. Ισχυρίζεται ότι ο ισχυρισμός της αιτήτριας περί ύπαρξης όρου για υπογραφή Γραμματίου προς εξασφάλιση της καθ' ης η αίτηση δεν ευσταθεί και τον απορρίπτει στην ολότητά του, καθ΄ ότι τέτοιος όρος δεν περιλαμβάνεται στη Συμφωνία. Η αναφορά της αιτήτριας στο Γραμμάτιο ημερομηνίας 20.12.2010 και η προσπάθεια σύνδεσής του με τη Συμφωνία, είναι εντελώς άτοπη και σκοπό έχει να παραπλανήσει το Δικαστήριο για το πώς ακριβώς εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα. Ισχυρίζεται ότι το εν λόγω Γραμμάτιο αφορούσε δάνειο ύψους €40.000 το οποίο παραχώρησε σε μετρητά η καθ' ης η αίτηση προς την αιτήτρια και η υπογραφή του Γραμματίου αποτελούσε εξασφάλιση της καθ' ης η αίτηση για την αποπληρωμή του ποσού των €40.000 από την αιτήτρια. Ισχυρίζεται ότι τόσο η ισχυριζόμενη εξόφληση του εν λόγω Γραμματίου όσο και η δήθεν συμπερίληψη του ποσού των €40.000 έναντι του τιμήματος πώλησης στα πλαίσια της σύμβασης πώλησης ημερομηνίας 20.12.2010 δεν ευσταθεί, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται από τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας, αλλά και από σχετικές παραδοχές της αιτήτριας. Σε σχέση με τον ισχυρισμό της αιτήτριας περί εξόφλησης της Αγωγής XXXXX/2012 (Τεκμ. 2 στην ΕΔΒ) το λογικά αναμενόμενο, που αποτελεί και θέμα πρακτικής σύμφωνα με νομική συμβουλή που έλαβε, θα ήταν να αποσυρόταν η αγωγή ταυτόχρονα με την εξόφληση της υπόθεσης. Αντιθέτως, όχι μόνο δεν έγινε αυτό αλλά σημειώνεται ότι οι ενάγοντες ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν για τη μη απόσυρσή της για πάρα πολλά χρόνια και δεν έλαβαν κανένα διάβημα νωρίτερα ούτως ώστε να θέσουν το θέμα της εξόφλησης. Σημειώνω δε ότι από το έτος 2012 που κατ' ισχυρισμό εξοφλήθηκε το γραμμάτιο και η αγωγή, οι αιτητές προχώρησαν σε αίτημα τροποποίησης της υπεράσπισης τους στην αγωγή για προσθήκη των ισχυρισμών τους περί εξόφλησης μόλις την 22.06.2017, δηλαδή 5 ολόκληρα χρόνια από την ημερομηνία που έλαβε χώρα η ισχυριζόμενη εξόφληση. Αντίγραφο της εν λόγω αίτησης τροποποίησης της αιτήτριας ημερομηνίας 09.05.2017 επισυνάπτει ως Τεκμ.
- Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι το γεγονός ότι το γραμμάτιο δεν εξοφλήθηκε, επιβεβαιώνεται από τα ακόλουθα γεγονότα που συνέβησαν μετά την πληρωμή των €40.
- (α) Την 09.07.2014, η αιτήτρια με δική της βεβαίωση επιβεβαίωσε ότι κατέβαλε προς την καθ' ης η αίτηση το ποσό των €2.800 «για σκοπούς της Αγωγής XXXXX/2012 ως μέρος του συνόλου του οφειλόμενου ποσού». Επισυνάπτεται αντίγραφο της εν λόγω βεβαίωσης ως Τεκμ.
- (β) Η αιτήτρια με επιστολή της ημερομηνίας 20.01.2014, αναφέρει ρητά ότι το ποσό το οποίο κατέβαλε αναφορικά με το τίμημα πώλησης ανέρχεται σε €120.000 και όχι σε €160.000 όπως σήμερα ισχυρίζεται. Αντίγραφο της εν λόγω επιστολής επισυνάπτει ως Τεκμ.
- (γ) Περαιτέρω, η αιτήτρια με επιστολή της ημερομηνίας 14.04.2014 προς τους δικηγόρους της καθ' ης η αίτηση απέστειλε πρόταση διευθέτησης στην οποία παραδέχονται ότι το συνολικό τίμημα πώλησης το οποίο παρέμενε οφειλόμενο ανερχόταν σε €310.730 από το οποίο προκύπτει ότι, στο οφειλόμενο τίμημα πώλησης δεν είχε συμπεριληφθεί το ποσό των €40.000, όπως σήμερα ισχυρίζεται. Αντίγραφο της εν λόγω επιστολής επισυνάπτει ως Τεκμ.
- Στη βάση των πιο πάνω εισηγείται ότι ο ισχυρισμός της αιτήτριας καταρρίπτεται πλήρως και φαίνεται ξεκάθαρα ότι ούτε η ίδια θεωρούσε ότι το εν λόγω γραμμάτιο είχε εξοφληθεί. Σε σχέση με τους όρους της συμφωνίας πώλησης και στον τρόπο εξόφλησης του τιμήματος, η αιτήτρια παρέλειψε να εξοφλήσει ως όφειλε και ως εκ τούτου η καθ' ης η αίτηση αρχικά τερμάτισε τη συμφωνία με επιστολή ημερομηνίας 01.02.
- Μέχρι τότε η αιτήτρια είχε καταβάλει το ποσό των €120.000 μόνο. Παρά τον τερματισμό της συμφωνίας, η καθ' ης η αίτηση, μετά από συνεχείς συζητήσεις και υποβολή από την αιτήτρια πολλών προτάσεων, συμφώνησε όπως μη επιμένουν στον τερματισμό και να της δώσουν παράταση χρόνου για να εξεύρει το ποσό που απαιτείτο για εξόφληση του τιμήματος. Συμφωνήθηκε δε ότι, επειδή είχε κατοχή και εκμεταλλευόταν τα διαμερίσματα για περίοδο 23 μηνών περίπου, η αιτήτρια θα κατέβαλλαν στην καθ' ης η αίτηση το ποσό των €40.000 ως αποζημίωση στη βάση του ύψους του ενοικίου της περιόδου για την καθυστέρηση που επέδειξαν η αιτήτρια, πλέον €4.000 που αφορούσαν δικηγορικά έξοδα ως αμοιβή σε σχέση με τις συνεχόμενες διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαδίκων. Η καθ' ης η αίτηση θα έδιδε χρόνο στην αιτήτρια για να συνεχίσει τις προσπάθειες για εξεύρεση δανεισμού για εξόφληση του τιμήματος πώλησης. Επισημαίνει ότι όλη εκείνη την περίοδο η αιτήτρια είχε εγκατασταθεί στα διαμερίσματα τα οποία χρησιμοποιούσε ως γραφεία, επομένως δεν ήταν εύκολο να εξαναγκαστεί από την καθ' ης η αίτηση να μετακινηθεί σε άλλο χώρο και να ακυρωθεί η συμφωνία. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει στη συνέχεια ότι μετά παρέλευση αρκετά μεγάλου χρονικού διαστήματος κατά το οποίο η αιτήτρια κατέβαλλε ανεπιτυχώς προσπάθειες να εξεύρει δανεισμό, συμφωνήθηκε ότι για να της δοθεί περαιτέρω χρόνος θα κατέβαλλε ως αποζημίωση στη βάση του ύψους του ενοικίου το ποσό των €2.800 μηνιαίως για περίοδο 12 μηνών και ότι εντός των επόμενων 3 ετών, η αιτήτρια θα κατέβαλλε προς την Καθ' ης η αίτηση το ποσό των €277.130 το οποίο αφορούσε το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης. Πράγματι το Μάιο 2014 άρχισαν να καταβάλλουν το ποσό των €2.800 και συνέχισαν μέχρι Αύγουστο 2014 και τον Οκτώβρη του
- Αντίγραφο επιστολής από τους δικηγόρους της καθ' ης η αίτηση ημερομηνίας 03.02.2014 επισυνάπτει ως Τεκμ.7 και παραπέμπει και στην επιστολή ημερομηνίας 14.04.2014 (Τεκμ.6). Η θέση του δε αυτή επιβεβαιώνεται από σχετική επιστολή ημερομηνίας 23.06.2014 από τους δικηγόρους της καθ' ης η αίτηση προς την αιτήτρια, με την οποία βεβαιώνεται η καταβολή 2 δόσεων ύψους €2.800 έκαστη ως μηνιαία ενοίκια, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει ως Τεκμ
- Η αιτήτρια σταμάτησε να καταβάλλει το ποσό των €2.800 περί την 29.10.2014 και έκτοτε παρακαλούσε την καθ' ης η αίτηση να της δώσει περαιτέρω παράταση για να εξοφλήσει, και παράλληλα γίνονταν συζητήσεις και διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών για εξεύρεση λύσης κατά τις οποίες η αιτήτρια υπέβαλλε αρκετές προτάσεις για εξόφληση με την καταβολή συνήθως ενός χαμηλότερου ποσού από το πραγματικά οφειλόμενο ποσό. Ο ενόρκως δηλών επισημαίνει επίσης το γεγονός ότι η αιτήτρια άλλαξε επίσης αρκετούς δικηγόρους από το 2012 μέχρι σήμερα, με αποτέλεσμα κάθε φορά οι διαπραγματεύσεις να καθυστερούν και συνήθως να επαναρχίζουν από την αρχή, με αποτέλεσμα να κυλάει ο χρόνος και μέχρι τις αρχές του 2020 να μην έχει προκύψει καμία κατάληξη. Οι προστάσεις προς διευθέτηση εμφαίνονται σε ηλεκτρονικά μηνύματα με ημερομηνία 29.05.2017 και 18.05.2018 από την αιτήτρια προς τους δικηγόρους της καθ' ης η αίτηση στα οποία εμφαίνεται ότι μέχρι και την 18.05.2018 η αιτήτρια απέστελλε προτάσεις διευθέτησης προς την καθ' ης η αίτηση τα οποία και επισυνάπτει ως Τεκμ.
- Πέραν των γραπτών επιστολών υπήρχαν και συνεχείς επικοινωνίες μεταξύ του δικηγόρου τους και της αιτήτριας και των δικηγόρων της. Συνεπεία τούτου, η καθ' ης η αίτηση αποφάσισε να μην αναμένει άλλο και απευθύνθηκε σε δικηγόρους με σκοπό να προχωρήσουν σε τερματισμό και ακύρωση της συμφωνίας όπως και έπραξαν στις 18.06.
- Ως εκ τούτου διαψεύδει τον ισχυρισμό της αιτήτριας ότι η συμφωνία τερματίστηκε από το έτος 2016 και ότι η κατοχή των ακινήτων παραδόθηκε άμεσα. Ο ενόρκως δηλών διαψεύδει τον ισχυρισμό περί κατάληξης σε συμφωνία ως αναφέρεται στην παρ. 13 της ΕΔΒ ο οποίος σε καμία περίπτωση δεν ευσταθεί και σε καμία περίπτωση δεν κατέληξαν οι διάδικοι στην εν λόγω συμφωνία, τα δε πραγματικά γεγονότα είναι ως τα αναφέρει πιο πάνω. Ο ενόρκως δηλών διαψεύδει τους ισχυρισμούς στην ΕΔΒ ότι αφότου η Συμφωνία είχε καταστεί άκυρη άρχισαν συζητήσεις για τη διευθέτηση της επιστροφής του ποσού των 160.000 στην αιτήτρια οι οποίες είχαν καταλήξει σε συμφωνία διευθέτησης και ότι είχε αρχίσει η υλοποίηση της και ότι είχαν μετακινηθεί από τα διαμερίσματα από τον Μάρτιο του
- Το ότι η αιτήτρια δεν είχε αποχωρήσει από τα διαμερίσματα φαίνεται και από το γεγονός ότι μέχρι πρόσφατα η αιτήτρια προέβαινε σε προτάσεις για εξόφληση του τιμήματος πώλησης. Εν πάση περιπτώσει, μόλις πρόσφατα η καθ' ης η αίτηση ανάκτησε κατοχή των διαμερισμάτων αλλάζοντας τις κλειδαριές τους. Συγκεκριμένα, μετά την επιστολή των δικηγόρων της αιτήτριας ημερ. 6.07.2020 (Τεκμ.10 ΕΔΒ), στην οποία ισχυρίστηκε για πρώτη φορά ότι δήθεν είχαν εγκαταλείψει τα διαμερίσματα, με οδηγίες του δικηγόρου τους προχώρησε ο ίδιος προσωπικά με τη βοήθεια κλειδαρά σε αλλαγή κλειδαριών. Προς τούτο έβγαλε ο ίδιος φωτογραφίες την ίδια ημέρα τις οποίες παρουσιάζει ως Τεκμ. 10 και τη σχετική απόδειξη του κλειδαρά ως Τεκμ.
- Ισχυρίζεται δε ότι λόγω του ότι παρήλθαν πέραν των 10 ετών χωρίς η αιτήτρια να τηρήσει και να υλοποιήσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις, η καθ' ης η αίτηση αναγκάστηκε να τερματίσει τη συμφωνία πώλησης καθ' ότι έχει πλέον υποστεί τεράστια ζημιά ύψους €667.611,43, ποσό το οποίο περιλαμβάνει το υπόλοιπο οφειλόμενο τίμημα πώλησης ύψους €305.000 πλέον τόκους προς 9% ετησίως, ως ο όρος 21.1 της συμφωνίας πώλησης, την οποία και προτίθεται να αξιώσει η αιτήτρια. Προς τούτο η καθ' ης η αίτηση μέσω των δικηγόρων της απαίτησε την εξόφληση του ως άνω αναφερόμενου ποσού με σχετική επιστολή της ημερομηνίας 11.02.2020, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει ως Τεκμ.
- Ο ενόρκως δηλών δηλώνει κατόπιν νομικής συμβουλής που έλαβε ότι οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος δεν πληρούνται σε καμία περίπτωση. Ειδικότερα δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και δεν υπάρχει πιθανότητα η αιτήτρια να δικαιούται σε θεραπεία εναντίον της καθ' ης η αίτηση σε σχέση με την επιστροφή του ποσού των €160.
- Τουναντίον, η καθ' ης η αίτηση έχει υποστεί τεράστια ζημιά εξ υπαιτιότητας της αιτήτριας σύμφωνα με τα πιο πάνω. Εξηγεί δε προς τούτο ότι η αξία των επίδικων ακινήτων ανέρχεται σε €425.
- Το υπόλοιπο που θα εισέπραττε η καθ' ης η αίτηση σε περίπτωση υλοποίησης της συμφωνίας ανερχόταν κατά τον τερματισμό της συμφωνίας περίπου σε €667.611 περιλαμβανομένων των τόκων. Επομένως, με την επιστροφή των επίδικων ακινήτων στην καθ' ης η αίτηση η τελευταία υπόκειται σε περαιτέρω ζημιά ύψους €222.611 περίπου. Από το εν λόγω ποσό αν αφαιρεθεί το ποσό των €120.000 που έχει καταβάλει η αιτήτρια, προκύπτει ότι παραμένει το ποσό των €102.611 περίπου το οποίο αποτελεί τη ζημιά στην οποία συνεχίζει να υπόκειται η καθ' ης η αίτηση, ζημιά για την οποία θα πρέπει να αποζημιωθεί από την αιτήτρια. Περαιτέρω ο ενόρκως δηλών δηλώνει ότι σύμφωνα με νομική συμβουλή που έλαβε, η αιτήτρια δεν κατέδειξε ούτε την προϋπόθεση ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη, πράγμα το οποίο δεν έχει καταδείξει με τα γεγονότα τα οποία η ίδια παρουσιάζει. Συγκεκριμένα, από τις αρχές του 2014 όπου ισχυρίζεται η αιτήτρια στην παράγραφο 18 ότι η συμφωνία τερματίστηκε ή από τις αρχές του 2015 ως περαιτέρω και αντιφατικά ισχυρίζεται η αιτήτρια στην παράγραφο 14, ξαφνικά και αφού έχουν παρέλθει 5 - 6 ολόκληρα χρόνια αποφάσισε να ισχυριστεί ότι αντιμετωπίζει κίνδυνο να βρεθεί σε δυσμενή θέση και να μην λάβει το λαβείν της. Ούτε αιτιολογεί γιατί ξαφνικά μετά από 6 χρόνια αντιμετωπίζει αυτόν τον κίνδυνο, αλλά ούτε αιτιολογεί τον λόγο για τον οποίο καθίσταται αναγκαία η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος μετά από τόσο καιρό. Ο δε ισχυρισμός περί μη λήψης μέτρων λόγω της πανδημίας δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να ευσταθεί, καθ' ότι τα περιοριστικά μέτρα λόγω της πανδημίας εφαρμόστηκαν τον Μάρτιο του 2020 και όχι τα τελευταία 6 χρόνια. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι εξ όσων τον ενημερώνει η καθ' ης η αίτηση, η τελευταία είναι απολύτως φερέγγυα να αποζημιώσει την αιτήτρια για οποιαδήποτε ζημιά ήθελε αποδειχθεί και αποφασιστεί ότι έχει υποστεί εξ υπαιτιότητας της καθ' ης η αίτηση. Επίσης, ο ισχυρισμός της αιτήτριας περί ύπαρξης υποθήκης επί των ακινήτων δεν ευσταθεί, καθ' ότι η εν λόγω υποθήκη έχει εξοφληθεί πλήρως. Σημειώνει δε ότι το γεγονός ότι δεν έχει αφαιρεθεί ακόμα έγκειται σε αποκλειστικό λάθος της Τράπεζας, το οποίο είναι θέμα χρόνου να διορθωθεί. Προς τούτο παρουσιάζει ως Τεκμ. 13 σχετική κατάσταση λογαριασμού με μηδενικό υπόλοιπο για το δάνειο το οποίο αφορά η εν λόγω υποθήκη. Επιπρόσθετα των ανωτέρω, δηλώνει ότι η καθ' ης η αίτηση δεν υφίσταται οποιοδήποτε ενδεχόμενο αποξένωσης των ακινήτων, ως είναι ο ισχυριζόμενος και μέχρι πρότινος ανύπαρκτος φόβος της αιτήτριας. Αλλά ακόμα και να γινόταν τέτοια αποξένωση, η καθ' ης η αίτηση είναι πλήρως φερέγγυα να αποζημιώσει την αιτήτρια, εάν και εφόσον κάτι τέτοιο αποδειχθεί και αποφασιστεί, καθ' ότι έχουν επαρκή ρευστότητα προς τούτο. Τέλος, σημειώνει ότι η καθ' ης η αίτηση αποστερείτο της περιουσίας της για πολλά χρόνια χωρίς να έχει λάβει το τίμημα πώλησης από την αιτήτρια η οποία απολάμβανε την περιουσία της. Η περαιτέρω παρεμπόδιση της καθ' ης η αίτηση να εκμεταλλευτεί την περιουσία της μέσω της έκδοσης διατάγματος δέσμευσης ή άλλως πως των ακινήτων θα είναι άδικη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι καθ' ης η αίτηση προγραμματίζει την αποξένωση των ακινήτων της. Ενόψει των πιο πάνω και εξ' όσων κάλλιον γνωρίζει και πιστεύει και όπως πληροφορείται από τους δικηγόρους της καθ' ης η αίτηση, δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος, αφού δεν συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι που εκπροσώπησαν τα μέρη παραπέμπουν στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους στα γεγονότα της υπόθεσης όπως βέβαια η κάθε πλευρά τα παρουσιάζει ή αντιλαμβάνεται και παρουσίασαν τη νομική πτυχή που διέπει την υπόθεση δηλαδή το νομοθετικό πλαίσιο και νομολογιακή αντίκριση - ερμηνεία και αρχές που διέπουν αυτής της φύσης τις αιτήσεις. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και όπου χρειαστεί κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε αυτές. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΑΝΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΑΥΤΗ: Προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60): Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στις διατάξεις των άρθρων 21 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, όπως τροποποιήθηκε, στις διατάξεις του άρθρου 9 του Κεφ.
- Το άρθρο 9 του Κεφ. 6 δίδει την εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει προσωρινά διατάγματα χωρίς να ακούει την άλλη πλευρά όταν η υπόθεση είναι επείγουσας φύσεως (upon proof of urgency or other peculiar circumstances). Στην προκείμενη περίπτωση είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο η επίδοση της αίτησης στην άλλη πλευρά. Σύμφωνα με τη Νομολογία μας σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν ενεργεί ως Δικαστήριο ουσίας και θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε διεξοδική αξιολόγηση της μαρτυρίας και εξαγωγή συμπερασμάτων επί των διαφιλονικούμενων θεμάτων [βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263], Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Βeogradska Banka DD
(1999)1 (A) 227]. Σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο, λοιπόν, το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει να διακριβώνεται μέσα από τις ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προκύπτει από τη Διαταγή 39. Στην Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(Β) ΑΑΔ 788, 795 υιοθετείται απόσπασμα από την Films Rover Limited v. Cannon Film Sales Limited
(1987)1 W.LR 670, όπου αναφέρονται τα εξής: «Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν `εσφαλμένη' με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δύο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή». Οι προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου είναι: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση. (β) Η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. και (γ) Ότι θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Σχετικά με τις προϋποθέσεις αυτές, ενδεικτικά μπορεί να γίνει αναφορά στις ακόλουθες υποθέσεις: Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Acropol Shipping Co. Ltd v. Rossis
(1976)1 A.A.Δ. 38, Κωνσταντινίδης v. Μακρυγιώρου και άλλου
(1978)1 Α.Α.Δ. 585, M. & M. Transport v. Εταιρείας Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 Α.Α.Δ. 608, Hadjikyriakos Co. Ltd v. United Biscuits (U.K.) Ltd
(1979)1 C.L.R. 689, Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, National Bank of Greece v. Moticia
(1978)1 C.L.R. 303, ΚΟΤ v. Θεωρή
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. X" Βασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152. Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης έχει κριθεί πως είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η δεύτερη προϋπόθεση, απαιτεί από την αιτήτρια να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας έχει ερμηνευθεί να σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η τρίτη προϋπόθεση σχετίζεται με την επάρκεια των αποζημιώσεων. Αν η επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ της αιτήτριας στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε δεν είναι απαραίτητη η έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Ακόμα το Δικαστήριο, αν τελικά αποδεχθεί την ύπαρξη των τριών προϋποθέσεων, τότε θα πρέπει να κρίνει με γνώμονα το τι είναι δίκαιο και πρόσφορο, κατά πόσο είναι εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Είναι δε καθιερωμένη αρχή ότι η αιτήτρια ο οποίος επιδιώκει μονομερώς ένα προσωρινό διάταγμα πρέπει να προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Πρέπει δηλαδή να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Πέραν των πιο πάνω αρχών, όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Odysseos (πιο πάνω), το Δικαστήριο στο τελικό στάδιο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει και το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα [Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χ" Bασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152].Η έννοια της «πιθανότητας» επιτυχίας κατά την Odysseos (πιο πάνω), σελ. 569, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο για την απόδειξη στις αστικές υποθέσεις. Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η προσέγγιση του Δικαστηρίου σε θέματα προσωρινών διαταγμάτων θα πρέπει να γίνεται με αποκλειστικό οδηγό τη νομολογιακά καθιερωμένη αρχή σύμφωνα με την οποία στο στάδιο εξέτασης της αίτησης για έκδοση του προσωρινού διατάγματος με βάση τις διατάξεις του άρθρου 9 του Κεφ. 6 και του άρθρου 32 του Ν.14/60, το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ουσία της αγωγής αλλά ούτε και είναι επιθυμητό να προσπαθήσει να αποφασίσει με βάση τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του τα διαφιλονικούμενα θέματα, πάνω στα οποία τελικά θα κριθεί η όλη απαίτηση του ενάγοντα. Αντικείμενο της εξέτασης σε τέτοιες αιτήσεις είναι το κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση και/ή συνέχιση της ισχύος του προσωρινού διατάγματος. Όπως έχει τονίσει το Ανώτατο Δικαστήριο στην Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ και άλλης
(1992)1 (Ε) Α.Α.Δ. 148, σελ. 1465 - 1466: «η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέτρο συνυφασμένο με την πιθανότητα εξασφάλισης ανάλογης θεραπείας κατά τη δίκη. Η δίκη είναι η καθιερωμένη διαδικασία με τον καθορισμό της διακήρυξης των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων. Το κύριο έρεισμα για την παρούσα προσωρινή θεραπεία είναι η αντικειμενική αδυναμία της άμεσης διεξαγωγής της δίκης». Το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση του προσωρινού διατάγματος και οποιαδήποτε εξέταση της ενώπιον του μαρτυρίας με σκοπό την εξαγωγή συμπερασμάτων, τα οποία ενδεχομένως να προκαταβάλουν τα τελικά συμπεράσματα ή να τα παραβλάψουν, πρέπει να αποφεύγεται. Αυτό δε, γιατί το αρμόδιο Δικαστήριο για εξαγωγή τέτοιων συμπερασμάτων είναι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα εκδικαστεί η κυρίως υπόθεση [Jonitexo Ltd. v. Addidas (ανωτέρω)]. Μετά την εξέταση των πιο πάνω προϋποθέσεων και εφόσον αυτές πληρούνται, το Δικαστήριο θα πρέπει επιπλέον να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει αιτούμενο διάταγμα ή να διατηρήσει εκδοθέν διάταγμα σε ισχύ. Είναι προφανές ότι σκοπός της εξασφάλισης προσωρινού διατάγματος είναι η προστασία του αιτητή για να αποζημιωθεί ή να προστατευθεί σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής ή της ανταπαίτησης του μετά την ακρόαση. Η ανάγκη προστασίας του αιτητή δεν μπορεί παρά να σταθμίζεται βέβαια με την αντίστοιχη ανάγκη να προστατευθεί ο αντίδικος από ζημιά που θα ήταν δυνατό να υποστεί κατά την άσκηση των δικών του δικαιωμάτων. Το Δικαστήριο συνεπώς θα πρέπει πάντοτε να σταθμίζει τα δύο πιο πάνω στοιχεία και να καθορίσει, όσο είναι δυνατό, ποιος από τους δύο διάδικους (ή περισσότερους αν υπάρχουν), θα υποστεί τη λιγότερη ταλαιπωρία από την έκδοση ή όχι προσωρινού διατάγματος (βλ. American Cyanamid Co. v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E.R. 504, 509-510). Ένας άλλος παράγοντας ο οποίος επίσης εξετάζεται, πριν την έκδοση προσωρινού διατάγματος, είναι και το κατά το πόσο οι αποζημιώσεις στις οποίες δυνατό να δικαιούται ο αιτητής, θα ήταν εύκολο ή δυνατό να υπολογισθούν με αρκετή βεβαιότητα. Η δυσκολία ή αδυναμία υπολογισμού αποτελεί παράγοντα ο οποίος συνηγορεί υπέρ της έκδοσης τέτοιου διατάγματος (βλ. Καρυδάς Ταξί Co Ltd ν. Ανδρέας Κωμοδίκης,
(1975)1 Α.Α.Δ 321). Αποτελεί επίσης βασική αρχή, την οποία το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, για έκδοση ή μη προσωρινού διατάγματος, πως είναι ανεπιθύμητο να ζητείται, με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα, ουσιαστικά η ίδια θεραπεία με αυτή της αγωγής, ούτως ώστε να μην αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα σε δύο περιπτώσεις. (Βλ. γενικά Halsbury´s Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 21, παρ. 763, Michael v. Brenivos Ltd
(1969)1 C.L.R. 578, Bhimjiyani v. Gregoriou,
(1980)1 C.L.R. 14 και η υπόθεση Re Χ΄ Κωνσταντή, Αίτ. 89/98
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1827). Το Άρθρο 4, Κεφ. 6, καλύπτει την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει προσωρινό διάταγμα μέχρι και στο στάδιο εκτέλεσης απόφασης για περιουσία που είναι αντικείμενο της αγωγής. Το Άρθρο 5 προνοεί για την έκδοση προσωρινού διατάγματος που περιορίζει την συναλλαγή ακίνητης ιδιοκτησίας όπου π.χ. μεταβίβαση, διαθήκη, υποθήκευση, επιβάρυνση. Η ακίνητη ιδιοκτησία δυνατόν να μην έχει ακόμα εγγραφεί στο όνομα του δικαιούχου (Larticon Co. v. Detergenta, Developments Ltd,
(2004)1 ΑΑΔ, 1121, C . Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λίμιτεδ,
(2001)1 ΑΑΔ, 785). Η κύρια διαφορά επομένως, μεταξύ των δύο άρθρων και του Άρθρου 32 του Ν.14/60 είναι ότι ενώ το τελευταίο καλύπτει την έκδοση όλων των ειδών διαταγμάτων, διηνεκών και παρεμπιπτόντων, τα άρθρα 4 και 5 εφαρμόζονται μόνο σε περιπτώσεις που επιζητείται η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Με λίγα λόγια, το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 έχει μεγαλύτερη εμβέλεια και πεδίο εφαρμογής (βλ. Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου,
(2002)1Γ ΑΑΔ 1759). ΑΡΘΡΟ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΝΟΜΟΥ - ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΟΥ ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΝΤΟΣ: Το Άρθρο 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 ρητά αναφέρει ότι η μονομερής έκδοση διατάγματος δικαιολογείται μόνο όπου αποδεικνύεται είτε το στοιχείο του κατεπείγοντος (βλ. Χατζηβασιλείου v White Knight Holdings Ltd
(2004)1 AAΔ 203, σελ. 207) ή οποιαδήποτε άλλη ιδιαίτερη περίσταση (βλ. Ιερά Μητρόπολη Πάφου v. Aristo Developers Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1377, In Re Stavros Hotel Apartments Ltd (Νο. 2)
(1994)1 ΑΑΔ 836, 841, Re Hadjisoteriou
(1986)1 CLR 429, 440). Ο παράγων του χρόνου ή της ύπαρξης καθυστέρησης από πλευράς της αιτήτριας, θα πρέπει να εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των αιτούμενων θεραπειών και της πολυπλοκότητας που ενέχει η κάθε υπόθεση (βλ. Seamark Consultancy Services Limited κ.ά. ν. Joseph Lasala κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162, σελ. 185-186). Στην υπόθεση Κούππας ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ κ.α. Πολ. Έφεση Αρ. 312/10, ημερ. 17.07.2014, το δικαστήριο εξέτασε κατά πόσον μετά που θα εκδοθεί μονομερώς το διάταγμα και στη συνέχεια ακουστεί ο Εναγόμενος: (α) μπορεί να επανεξεταστεί το θέμα του κατεπείγοντος και (β) θα πρέπει να ακυρωθεί το διάταγμα. Με αναφορά στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd. ν. Xάρη Xρίστου,
(1998)1 ΑΑΔ 598, ενώ επιβεβαίωσε την προηγούμενη νομολογία και τη δυνατότητα έγερσης του ζητήματος στο στάδιο της Έφεσης, τόνισε ότι το θέμα του κατεπείγοντος που εγείρεται μετά που ακουστεί ο Εναγόμενος. Στην απόφαση Commerzbank Auslandsbanken Holding Ag κ.α v. Adeona Holdings Limited, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε6/2014, 27.02.2015, υιοθετήθηκαν πλήρως τα πιο πάνω, ενώ στην υπόθεση Κασπαρή κ.ά. v. Ανδρέου,
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 784, το Ανώτατο Δικαστήριο ξεκαθάρισε πως μετά την καταχώρηση ένστασης, η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ουσιαστικά διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δια κλήσεως. Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης θα επιχειρήσω μια σταχυολόγηση αυτών όπως προκύπτουν από τις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις και τα έγγραφα/τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτές, τα οποία έχουν τη σημασία τους για την εξέταση των προϋποθέσεων που απαιτούνται κατά την εξέταση τέτοιας φύσεως αιτήσεων: (α) Την 20.12.2010 οι διάδικοι σύναψαν την Συμφωνία (Συμφωνία Πώλησης Διαμερισμάτων), σύμφωνα με την οποία η αιτήτρια ως αγοράστρια και η καθ' ης η αίτηση ως ιδιοκτήτρια τους και πωλήτρια, πώλησε στην πρώτη τα τρία επίδικα διαμερίσματα. Είναι κοινή θέση ότι το συμφωνηθέν τίμημα ήταν €425.000.-. Από αυτό και πάλι είναι παραδεκτό ότι καταβλήθηκε με την υπογραφή της συμφωνίας το ποσό των €20.000.- και αργότερα σε δύο ίσες δόσεις το ποσό των €100.000.- δηλαδή καταβλήθηκε έναντι το συνολικό ποσό των €120.000.-. (β) Η αιτήτρια επιπρόσθετα των ως άνω υποστηρίζει ότι κατέβαλε συνολικό ποσό €160.000.- καθώς σε αυτό προσθέτει και το ποσό των €40.000.- προερχόμενο από την εξόφληση ενός Γραμματίου Συνήθους Τύπου που είχε υπογράψει την ίδια ημερομηνία με τη Συμφωνία Πώλησης των Διαμερισμάτων ήτοι την 20.12.2010 και για το οποίο είχε εγερθεί η Αγωγή XXXXX/2012 του Ε.Δ. Λευκωσίας και προς εξόφληση της. Η πλευρά της καθ' ης η αίτηση για το Γραμμάτιο ισχυρίζεται ότι υπεγράφη για διασφάλιση εξόφλησης δανείου που είχε παραχωρήσει στην αιτήτρια την ως άνω ημερομηνία. (γ) Είναι κοινά παραδεκτό γεγονός ότι η Συμφωνία τελικά δεν εκπληρώθηκε εξ υπαιτιότητας της αιτήτριας, η οποία δεν κατάφερε να εξεύρει τα αναγκαία κεφάλαια για την καταβολή και εξόφληση του υπόλοιπου από το συμφωνηθέν τίμημα εντός της τασσόμενης προθεσμίας. (δ) Η αιτήτρια έλαβε την κατοχή των επίδικων διαμερισμάτων από της σύναψης της Συμφωνίας τα οποία και κατείχε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Για το πότε αυτά επιστράφηκαν στην καθ' ης η αίτηση ή πότε η τελευταία έλαβε πίσω την κατοχή τους παραμένει αμφισβητούμενο γεγονός. (ε) Παρόλη τη μακρόχρονη αδυναμία της αιτήτριας να καταβάλει το συμφωνηθέν τίμημα, εντούτοις η καθ' ης η αίτηση κατά παραδοχή της δεν είχε καταστήσει το χρόνο εξόφλησης του τιμήματος ως ουσιώδη και ούτε τερμάτισε τη Συμφωνία. Είναι δε γεγονός ότι η αιτήτρια συνέχισε και κατέβαλε μετά την πάροδο της αρχικής προθεσμίας εξόφλησης του τιμήματος σημαντικά ποσά έναντι του τιμήματος τα οποία η καθ' ης η αίτηση αποδεχόταν καθιστώντας με αυτόν τον τρόπο μη ουσιώδη τον χρόνο εξόφλησης και συνέχισε να συζητεί με την αιτήτρια τρόπους διευθέτησης της διαφοράς τους και υλοποίησης της Συμφωνίας. (στ) Η καθ' ης η αίτηση τερμάτισε τη Συμφωνία μόλις την 6.07.2020 με επιστολή των δικηγόρων της και ανέλαβε την κατοχή των διαμερισμάτων κατά τον ισχυρισμό της μόλις διαπίστωσε ότι πλέον δεν θα μπορούσε να υλοποιηθεί η Συμφωνία μετά τον ως άνω τερματισμό. (ζ) Η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι είχε εγκαταλείψει τα διαμερίσματα σε πολύ προγενέστερο χρόνο δεν αναφέρει όμως πως παρέδωσε την κατοχή τους και πότε όταν μέχρι και εντελώς πρόσφατα διαπραγματευόταν την απόκτηση τους με χαμηλότερο τίμημα. Το πιο πάνω γεγονός σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν αποκάλυψε το κείμενο της Αγωγής XXXXX/2012 του Ε.Δ. Λευκωσίας και τι αξίωνε από την αιτήτρια η καθ' ης η αίτηση σε εκείνη την αγωγή και τα ομιχλώδη γεγονότα ως προς την ισχυριζόμενη εξόφληση της, εφόσον δεν παρουσίασε οποιοδήποτε πρακτικό του Δικαστηρίου όπου καταγράφτηκαν οι εκατέρωθεν δηλώσεις των συνηγόρων που εκπροσωπούσαν εκεί του διάδικους, κρίνω ότι υπάρχει εκτός από απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων και πλήρης συσκότιση τους. Επομένως και για το γεγονός ότι η πλευρά της αιτήτριας δεν προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια καθώς τα πιο πάνω γεγονότα ήταν ουσιώδη για να ρίξουν περισσότερο φως στην υπόθεση, κρίνω ότι η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Έχοντας υπ' όψιν τις πιο πάνω αρχές που διέπουν αυτής της φύσης τα διατάγματα και τα ως άνω γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον μου, κατά την αντίληψη μου η πρώτη προϋπόθεση του Άρθρου 32, αυτή της ύπαρξης δηλαδή σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση εκπληρώνεται. Η δεύτερη όμως προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας η αιτήτρια να δικαιούται σε θεραπεία ή να έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, σύμφωνα με τα ίδια ως άνω γεγονότα δεν εκπληρώνεται καθ' ότι, στο μέτρο που μπορεί να αξιολογηθούν αυτά, στα πλαίσια της παρούσας, όπου σύμφωνα με τη νομολογία μας μια κάποια αξιολόγηση επιτρέπεται, και σύμφωνα με αυτά, προκύπτει ότι υπαίτια για τη μη εκπλήρωση της Συμφωνίας είναι αναμφισβήτητα και κατά παραδοχή της η ίδια η αιτήτρια, και παρόλο ότι κατέβαλε ένα σημαντικό ποσό στην καθ' ης η αίτηση έναντι του τιμήματος, αυτό των €120.000.-, το οποίο παραδέχεται και η καθ' ης η αίτηση, θα πρέπει να εξεταστεί πλέον το δικαίωμά της για επιστροφή ως αχρεοστήτως καταβληθέν κάτω από το φακό και των ισχυρισμών της άλλης πλευράς και αυτό (το ποσό) δεν καλύπτει καν την ενδεχόμενη ανταξίωση που η καθ' ης η αίτηση υποστηρίζει ότι έχει εναντίον της αιτήτριας στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Επομένως, και αν ήθελε πετύχει στην αγωγή της η αιτήτρια, διεκδικώντας την επιστροφή του, το ύψος του είναι δυνατό να είναι περιορισμένο και δεν θα αφορά το σύνολο του ποσού που αξιώνει λαμβάνοντας υπόψη επιπρόσθετα το γεγονός ότι κατείχε για μεγάλο χρονικό διάστημα τα Διαμερίσματα τα οποία εκμεταλλευόταν χρησιμοποιώντας τα ως γραφεία αν και ως προς τούτο υπάρχει διάσταση στους εκατέρωθεν ισχυρισμούς (πότε δηλαδή ανακτήθηκε η κατοχή του και ποια θα είναι εν τέλει η απόφαση σε σχέση με το καταβληθέν ποσό του Γραμματίου δηλαδή των €40.000.-). Σε συνδυασμό δε με την παραδοχή της ότι η διάρρηξη της Συμφωνίας οφειλόταν στην ίδια δεν θα μπορούσε ασφαλώς να αξιώνει το σύνολο του ποσού που κατέβαλε έναντι του τιμήματος. Επομένως εξανεμίζονται οι όποιες πιθανότητες η ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπεία και να έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας οι αξιώσεις της τουλάχιστον όπως αυτές προβάλλονται στο κλητήριο ένταλμα στο μέγεθος τουλάχιστον που αυτές αξιώνονται. Είναι δε περαιτέρω η διαπίστωση μου ότι ούτε η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 εκπληρώνεται σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης. Και τούτο καθ' ότι το ποσό που αξιώνεται από την αιτήτρια εύκολα αποτιμάται σε χρήμα και μάλιστα είναι καθορισμένο είτε αυτό είναι το ποσό των €120.000.- ή το ποσό των €160.000.- και δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη μελλοντικά με την εκδίκαση της αγωγής εάν ήθελε δικαιωθεί η αιτήτρια μετά που θα ακουσθεί μαρτυρία επί των γεγονότων η οποία θα τύχει ασφαλώς και της ανάλογης αξιολόγησης. Σε τούτο δε συνηγορεί και το γεγονός ότι η καθ' ης η αίτηση ως προς τις αιτιάσεις που προβάλλει η αιτήτρια για να καταδείξει τον κίνδυνο που ελλοχεύει να μην ικανοποιηθεί ενδεχόμενη απόφαση υπέρ της, ότι δηλαδή η καθ΄ ης η Αίτηση δεν διαθέτει άλλη ακίνητη περιουσία και μάλιστα ότι αυτή είναι υποθηκευμένη για μεγάλο χρηματικό ποσό, στην ΕΔΣ γίνεται αναφορά περί εξόφλησης της υποθήκης και προς τούτο παρουσιάζει κατάσταση λογαριασμού με μηδενικό υπόλοιπο. Σημειώνω ότι πρόκειται για ισχυρισμό που παρέμεινε αναμφισβήτητος. Ούτως η άλλως η ιδιοκτησία των τριών διαμερισμάτων που έχουν αξία έστω και αν αυτή ανέρχεται στην αξία που έλαβε με στην επίδικη Συμφωνία είναι μια σημαντικής αξίας περιουσία στην ιδιοκτησία της καθ' ης η αίτηση που την καθιστά φερέγγυα τουλάχιστον ως προς τη συνολική αξίωση της αιτήτριας. Στη βάση αυτών κρίνω ότι ούτε η τρίτη προϋπόθεση εκπληρώνεται δηλαδή ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο. Η μη εκπλήρωση της δεύτερης και τρίτης προϋπόθεσης του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960), όπως είναι η κατάληξη μου πιο πάνω, καθιστά περιττή, κατά τη νομολογία μας, την περαιτέρω ενασχόληση μου με την εξέταση των άλλων παραγόντων που απαιτούνται για την έκδοση αυτής της φύσης των διαταγμάτων. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω να απορρίψω την αίτηση. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής, συνεπώς, η καθ' ης η αίτηση δικαιούται στα έξοδα της στα οποία υποχρεούται η αιτήτρια τα οποία θα είναι όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο