Ανδρέου κ.α. ν. G. Papaskevaides
(1966)Ltd, Αρ. Αγωγής: 506/20, 23/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A629 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΔΑΥΙΔ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 506/20 Μεταξύ: 1. XXXXX Ανδρέου 2. XXXXX Παρασκευαϊδου Εναγόντων - και - G. Papaskevaides
(1966)Ltd Εναγομένης Αίτηση ημερ. 11.03.2020 για συνοπτική απόφαση Ημερομηνία: 23.12.2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Κ. Μιχαηλίδης για Κυριάκο Θ. Μιχαηλίδη & Σία και κ. Π. Σπανός για Μάρκο Π. Σπανό & Σία. Για Εναγόμενη - Καθ' ης η αίτηση: κα Ν. Πετρίδου για Δρ. Κ. Χρυσοστομίδη & Σία ΔΕΠΕ. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Μέσω του Ειδικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος που οι ενάγοντες καταχώρησαν στις 26.02.2020, εκθέτουν με τις ανάλογες λεπτομέρειες την αιτία της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή τους σε βάρος της εναγόμενης εταιρείας, αξιώνοντας καταληκτικά από την τελευταία: «(Α) Ποσόν ΛΚ1,220,000 ή €2,084,493.76 οφειλόμενον από την Εναγομένην προς τους Ενάγοντας δυνάμει δανείων, και ή δυνάμει επιταγών εκδοθεισών και πληρωθεισών και ή ως χρήματα had and received και ή ως χρήματα με τα οποία επλούτισεν αδικαιολογήτως η Εναγομένη από τους Ενάγοντας και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας, ως εν λεπτομέρεια αναφέρεται ανωτέρω. (Β) Συμφωνηθέντας τόκους επί ποσού ΛΚ300,000 από 26.3.2001 και επί ποσού ΛΚ400,000 από 9.4.2001 και επί ποσού ΛΚ270,000 από 2.7.2001 και επί ποσού ΛΚ250,000 από 24.9.2001 μέχρις εξοφλήσεως των ποσών τούτων υπολογιζόμενους σύμφωνα με τα ως άνω επιτόκια και ή οφειλόμενους δυνάμει του περί Συναλλαγματικών Νόμου, ΚΕΦ.262, και ή άλλως πως. (Γ) Έξοδα πλέον Φ.Π.Α.» Ως προκρίνεται στις λεπτομέρειες του κλητηρίου εντάλματος της ως άνω αγωγής, οι ενάγοντες κατόπιν παρακλήσεως τρίτου προσώπου, του XXXXX Παρασκευαϊδη, δάνεισαν σε τέσσερις διαφορετικές περιπτώσεις την εναγόμενη μέσω της έκδοσης σχετικών επιταγών επ' ονόματι της, το συνολικό ποσό του Λ.Κ.1.220.000, από κοινό λογαριασμό που διατηρούσαν στην Τράπεζα Κύπρου. Το ως άνω ποσό πλέον τους ανάλογους τόκους που ως οι ενάγοντες διατείνονται η εναγόμενη εταιρεία εξακολουθεί να τους οφείλει, διεκδικούν με την προώθηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής τους. Έχοντας προηγηθεί στις 05.03.2020 η καταχώρηση εμφάνισης εκ μέρους της εναγόμενης στη διαδικασία, ακολούθησε από την πλευρά των εναγόντων η προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης, με την οποία οι τελευταίοι επιζητούν: «A. Συνοπτικήν απόφασιν του Δικαστηρίου διά το ποσόν των ΛΚ 1,220,000 ή €2,084,493.76 δυνάμει δανείων και ή δυνάμει επιταγών εκδοθεισών και πληρωθεισών και ή ως χρήματα had and received και ή ως χρήματα με τα οποία επλούτισεν αδικαιολογήτως η Εναγομένη από τους Ενάγοντας και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας πλέον συμφωνηθέντας τόκους επί ποσού ΛΚ300,000 από 26.3.2001 και επί ποσού ΛΚ400,000 από 9.4.2001 και επί ποσού ΛΚ270,000 από 2.7.2001 και επί ποσού ΛΚ250,000 από 24.9.2001 μέχρις εξοφλήσεως των τόκων τούτων υπολογιζόμενων σύμφωνα με τα επιτόκια που αναφέρονται εις την παρ. 12 της Εκθέσεως Απαιτήσεως. Β. Έξοδα αγωγής και έξοδα παρούσης αιτήσεως». Η νομική βάση της αίτησης εδράζεται στην Δ.18 θ.θ.1, 2, 7 και 9 και Δ.48 θ.θ. 1, 2 και 3 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας, ενώ το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων προς υποστήριξή της τίθεται με την ένορκη δήλωση του XXXXX Αριστοτέλους, ημερ. 11.03.2020 που συνοδεύει την αίτηση. Ο ως άνω ομνύων, λογιστής και συνεταίρος όπως δηλώνει στον ελεγκτικό οίκο XXXXX Μιχαηλίδης, οικονομικός Διευθυντής της εταιρείας A & P (Andreou & Paraskevaides) Holdings Ltd η οποία ανήκει εξ' ημισείας στους ενάγοντες, ανάμεσα στα καθήκοντά του οποίου, μεταξύ άλλων, ήταν η επίβλεψη και ο έλεγχος των οικονομικών καταστάσεων των τραπεζικών λογαριασμών τόσο ομίλου εταιρειών των εναγόντων όσον και των προσωπικών τους λογαριασμών, υποδεικνύει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση από τους ενάγοντες. Παραπέμποντας στην εμπορική συνεργασία και ενασχόληση των εναγόντων σε διάφορες οικονομικές επιχειρήσεις, εξηγεί παράλληλα ότι η εναγόμενη αποτελεί οικογενειακή εταιρεία την οποία ίδρυσε ο XXXXX Παρασκευαϊδης με μέτοχους τα τρία παιδιά του, ήτοι τον XXXXX, την XXXXX και την XXXXX (ενάγουσα 2) ως επίσης τη σύζυγο του XXXXX και τον ίδιο. Σύμφωνα με το τροποποιημένο καταστατικό της εναγόμενης, όλες τις εξουσίες του Διοικητικού της Συμβουλίου μέχρι το θάνατο του XXXXX Παρασκευαίδη, ο οποίος επήλθε στις 05.12.2007, τις ασκούσε ο τελευταίος. Ενόψει οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η εναγόμενη, ο XXXXX Παρασκευαϊδης αναζήτησε έκτακτη χρηματική διευκόλυνση από την ενάγουσα 2, η οποία κατόπιν συνεννόησης με τον συνεταίρο της, ενάγοντα 1, προχώρησαν σε δανεισμό της από κοινό τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσαν στην Τράπεζα Κύπρου, εκδίδοντας προς τούτο τέσσερις επιταγές για το συνολικό ποσό των Λ.Κ. 1.220.000,
- Ειδικότερα, κατά ή περί την 26.03.2001 εξέδωσαν επιταγή επ' ονόματι της εναγομένης για το ποσό των Λ.Κ. 300.000,00, κατά ή περί την 09.04.2001 εξέδωσαν άλλη επιταγή επ' ονόματι της εναγομένης για το ποσό των Λ.Κ. 400.000,00, κατά ή περί την 02.07.2001 εξέδωσαν τρίτη επιταγή επ' ονόματι της εναγομένης για το ποσό των Λ.Κ. 270.000,00, ενώ κατά ή περί την 24.09.2001 οι ενάγοντες εξέδωσαν τέταρτη επιταγή επ' ονόματι της εναγομένης για το ποσό των Λ.Κ. 250.000,
- Το σύνολο των ως άνω επιταγών πληρώθηκαν από την Τράπεζα Κύπρου προς την εναγόμενη ενώ συμφωνήθηκε ότι η εναγόμενη θα κατέβαλλε τόκο από την ημέρα του δανεισμού κάθε ποσού μέχρι εξόφλησης, ίσο προς το κόστος δανεισμού του ομίλου εταιρειών των εναγόντων από τις τράπεζες τους. Μέσω επιστολής του ομνύοντος, ημερομηνίας 21.02.2011, υπεδείχθη στην εναγόμενη το γεγονός ότι τα πιο πάνω ποσά, όπως και άλλα, εξακολουθούσαν να είναι οφειλόμενα και πληρωτέα στους ενάγοντες, καλώντας την ταυτόχρονα να επιβεβαιώσει τούτο. Ενόψει του γεγονότος ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση, στη βάση σχετικής επιστολής που απεστάλη σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Εταιρειών Νόμου, προωθήθηκε από την πλευρά των εναγόντων αίτηση εκκαθάρισης της εναγομένης. Το Δικαστήριο, στις 20.01.2020, με απόφαση του διέγραψε την ως άνω αίτηση εκκαθάρισης, τονίζοντας ότι έπρεπε να καταχωρηθεί αγωγή. Αντί έφεσης, ως ήταν η εισήγηση των συνηγόρων των εναγόντων, ενόψει και του γεγονότος ότι μια τέτοια επιλογή θα ήταν χρονοβόρος, προτιμήθηκε η καταχώριση της υπό συζήτηση αγωγής. Ο ως άνω ομνύων, παραπέμποντας στις λεπτομέρειες της απαίτησης επί του Κλητηρίου Εντάλματος, τις οποίες χαρακτηρίζει ορθές και ακριβείς, επαναλαμβάνει ότι τα πιο πάνω ποσά δανείστηκαν προς την εναγόμενη και μέχρι σήμερα εξακολουθούν να οφείλονται προς τους ενάγοντες μαζί με τους τόκους τους, υποδεικνύοντας παράλληλα πως ως πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και ότι η εναγόμενη προχώρησε στην καταχώριση εμφάνισης με σκοπό την καθυστέρηση της πληρωμής των οφειλόμενων ποσών και τόκων. Η εναγόμενη αντέδρασε στο πιο πάνω δικονομικό διάβημα των εναγόντων καταχωρώντας Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης. Ικανός αριθμός λόγων ένστασης προβάλλονται στο σώμα της. Για σκοπούς πληρότητας μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα. Ως ειδικότερα προτάσσεται από την πλευρά της: «
- Η υπό κρίση αίτηση είναι νομικά και/ή ουσιαστικά αβάσιμη και/ή οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται και/ή δεν έχουν βάσιμη αξίωση και/ή οποιαδήποτε αξίωση εις βάρος της Εναγόμενης/Καθ' ης η Αίτηση.
- Δεν πληρούνται σε καμία περίπτωση οι προϋποθέσεις που θέτει η Διαταγή 18 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την έκδοση συνοπτικής απόφασης και/ή δεν πληρούνται οι προβλεπόμενες υπό των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προϋποθέσεις ούτως ώστε οι Ενάγοντες να δικαιούνται στην έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Εναγόμενης.
- Ο ενόρκως δηλών, κ. XXXXX Αριστοτέλους, δεν έχει θετική γνώση των πραγματικών περιστατικών της παρούσας υπόθεσης και/ή δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή σε αυτά και/ή η επικαλούμενη γνώση του προέρχεται από έγγραφα τα οποία και περιήλθαν στην κατοχή του. Πέραν τούτου, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι έχει "εξουσιοδοτηθεί" από τους Ενάγοντες να προβεί στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την υπό κρίση αίτηση, οι οποίοι όμως Ενάγοντες είναι φυσικά πρόσωπα, ενάγουν υπό την προσωπική τους ιδιότητα, και κατ' επέκταση είναι και οι μόνοι που θα μπορούσαν να ορκισθούν θετικά επί των γεγονότων που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση. Σε κάθε περίπτωση και άνευ βλάβης των όσων αναφέρονται ανωτέρω, δεν δίδεται εξήγηση γιατί οι Ενάγοντες δεν προβαίνουν οι ίδιοι στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την παρούσα αίτηση.
- Από τα γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την παρούσα Αγωγή και/ή την υπό εξέταση Αίτηση, σε καμία περίπτωση δεν καταδεικνύουν την ύπαρξη απαίτησης τόσο καθαρής ώστε να μη χρειάζεται η διεξαγωγή κανονικής δίκης. Αντίθετα, η Υπεράσπιση η οποία η Εναγόμενη έχει στην Αγωγή και την οποία επιθυμεί να προβάλει, είναι καλόπιστη, βασίζεται στα γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και, ως εκ τούτου, πρέπει να της επιτραπεί να την προωθήσει στα πλαίσια κανονικής εκδίκασης με την προσκόμιση σχετικής μαρτυρίας ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου.
- Η Εναγόμενη έχει καλή και/ή βάσιμη υπεράσπιση στην υπό τον άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή και δεν θα πρέπει να αποστερηθεί το θεμελιώδες δικαίωμα της να υπερασπιστεί την απαίτηση των Εναγόντων και να προβάλει δεόντως τις θέσεις της ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου και/ή η έκδοση συνοπτικής απόφασης υπό τις περιστάσεις θα αποτελούσε ακατάλληλο και/ή λανθασμένο και/ή δυσανάλογο μέτρο το οποίο θα έβλαπτε ουσιωδώς τα δικαιώματα της Εναγόμενης.
- Το Δικαστήριο έκρινε ήδη στα πλαίσια της αίτησης εκκαθάρισης την οποία καταχώρισαν οι Αιτητές υπ. Αρ.XXXXX/11 εναντίον της Εναγομένης, ότι η απαίτηση των Αιτητών, η οποία αποτελεί την αξίωση των Εναγόντων στα πλαίσια της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό, εύλογα αμφισβητείται στην βάση ουσιωδών λόγων και ως εκ τούτου έκρινε την αίτηση εκκαθάρισης καταχρηστική. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει ότι η Εναγόμενη έχει ήδη αποδείξει μια καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και συνεπώς και η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση. Σε κάθε περίπτωση οι Ενάγοντες εμποδίζονται και για τον λόγο αυτό να προωθούν την παρούσα αίτηση αφού απλώς καταχρώνται την διαδικασία και τον πολύτιμο χρόνο του Δικαστηρίου.
- Η Εναγόμενη εύλογα και/ή καλόπιστα αμφισβητεί την ύπαρξη οποιασδήποτε οφειλής προς τους Ενάγοντες και επιθυμεί να υπερασπιστεί την υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στη βάση των ακόλουθων, μεταξύ άλλων, στοιχείων και/ή γεγονότων και/ή υπερασπίσεων: - η παρούσα Αγωγή είναι καταπιεστική και/ή καταχρηστική και/ή έχει καταχωρηθεί για την προώθηση αλλότριων σκοπών και/ή οι Ενάγοντες κωλύονται και/ή εμποδίζονται να προωθούν τις απαιτήσεις τις οποίες αξιώνουν δια της παρούσας αγωγής αφού ουδέποτε υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία δανείου ή χρηματοδότησης σε σχέση με τα αξιούμενα ποσά στην Εναγόμενη εταιρεία. - η παρούσα Αγωγή έχει καταχωρηθεί με μοναδικό σκοπό την δημιουργία ταλαιπωρίας και/ή ενόχλησης και/ή προβλημάτων στην Εναγόμενη εταιρεία μετά την παρέλευση πολλών χρόνων και μετά τον παραμερισμό της Αίτησης Εκκαθάρισης με αρ. XXXXX/2011 που καταχώρησαν οι Ενάγοντες εναντίον της Εναγομένης, η οποία κρίθηκε ως καταχρηστική από το Σεβαστό Δικαστήριο με σχετική απόφαση ημερομηνίας 20.1.
- - η Εναγόμενη αρνείται ότι οι Ενάγοντες έχουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της καθώς ουδέποτε είχε συμφωνηθεί η παροχή χρηματοδότησης και/ή δανείου από τους Ενάγοντες προς την Εναγόμενη και/ή ουδέποτε οι Ενάγοντες δάνεισαν με οποιαδήποτε χρήματα την Εναγόμενη. Αντιθέτως, τα εν λόγω ποσά λήφθηκαν από την Εναγόμενη εκ μέρους του XXXXXX Παρασκευαϊδη και πιστώθηκαν στον προσωπικό λογαριασμό του ιδίου. Τα αξιούμενα ποσά δεν αποτελούν οφειλές της Εναγομένης προς τους Ενάγοντες αλλά επιστροφές έναντι οφειλών των Εναγόντων προς τον XXXXXX Παρασκευαϊδη και για τον λόγο αυτό ακριβώς δεν παρουσιάζονται ως τέτοιες στους ελεγμένους λογαριασμούς της εταιρείας. - Είναι οι Ενάγοντες και οι εταιρείες τους που έλαβαν τεράστια οικονομική βοήθεια από τον Γ. Παρασκευαϊδη και ουδέποτε συνέβη το αντίθετο, ως αναληθώς οι ίδιοι ισχυρίζονται. - Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι, δια μέσω της παρούσας αγωγής, οι Ενάγοντες επιχειρούν δολίως να υφαρπάξουν χρήματα και/ή να προσποριστούν όφελος και/ή να πλουτίσουν αθέμιτα και/ή παρανόμως και/ή να δημιουργήσουν ταλαιπωρία και/ή ενόχληση στην Εναγόμενη. - Δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα και/ή σε κάθε περίπτωση οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα είναι ελλιπές.
- Η Εναγόμενη έχει καλή Υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής όχι μόνο βάσει των γεγονότων αλλά και επί νομικών θεμάτων και σε καμία περίπτωση δεν είναι για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης που έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Ειδικότερα δε εφόσον υφίσταται ειλικρινής διαφωνία αναφορικά με τις αξιώσεις των Εναγόντων και/ή το παράνομο και/ή αδικαιολόγητο αυτών.
- Υπάρχουν πολλά εγειρόμενα γεγονότα και/ή νομικά σημεία, τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν μετά που θα δοθεί η απαιτούμενη μαρτυρία, και τα οποία εάν γίνουν αποδεκτά θα καταδείξουν ότι δεν ευσταθεί η αξίωση των Εναγόντων και/ή ότι το δικαίωμα των Εναγόντων σε απόφαση στην αγωγή καθίσταται αμφίβολο.
- Η έκδοση συνοπτικής απόφασης υπό τις περιστάσεις θα είχε ως αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να προσποριστούν όφελος από χρήματα τα οποία ουδέποτε τους ανήκαν και/ή τα οποία ουδόλως τους οφείλονται, προωθώντας ψευδείς και/ή παραπλανητικές θέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα των όσων αναφέρονται πιο πάνω, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε ικανοποιητική μαρτυρία από τους Ενάγοντες ότι υπάρχει παραδοχή εκ μέρους της Εναγόμενης ότι τα εν λόγω ποσά τα οποία απαιτούν είναι καθ' οιονδήποτε τρόπο οφειλόμενα και/ή ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται σε επιστροφή των αξιούμενων και/ή οποιωνδήποτε ποσών.
- Η υπό εξέταση αίτηση γίνεται κακόπιστα και/ή καταχρηστικά και με μοναδικό σκοπό να αποστερήσει από την Εναγόμενη το αναφαίρετο Συνταγματικό της δικαίωμα, ήτοι να προβάλει την υπεράσπιση της σε κανονική δίκη προσκομίζοντας μαρτυρία η οποία θα τύχει αξιολόγησης από το Δικαστήριο.
- Τυχόν έγκριση της υπό κρίση αίτησης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημία στα συμφέροντα της Εναγόμενης εφόσον δεν θα της δοθεί το δικαίωμα να προβάλει τους ισχυρισμούς της ενώπιον του Δικαστηρίου και να προσκομίσει σχετική μαρτυρία την οποία το Δικαστήριο να αξιολογήσει δεόντως, ενώ οι Ενάγοντες ουδεμία ζημία δεν θα υποστούν εφόσον θα έχουν το δικαίωμα να προβάλουν τους ισχυρισμούς που προβάλλουν με τη παρούσα αίτηση δια μέσου σχετικής μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Παρόμοια αίτηση είχε υποβάλει η Εναγόμενη/Αιτήτρια 2 στα πλαίσια άλλης αγωγής η οποία έχει απορριφθεί.» Η XXXXX Μαυρονικόλα Παρασκευαϊδη, μια εκ των μετόχων ως επίσης Διοικητική Σύμβουλος της εναγόμενης εταιρείας, με την ένορκη δήλωση της, ημερ. 29.09.2020, η οποία συνοδεύει την ένσταση, επαναλαμβάνει και εξειδικεύει σε κάποιο βαθμό τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Προκρίνοντας ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν φαίνεται να πληροί της προϋποθέσεις που έχουν καθιερωθεί από την ισχύουσα Νομοθεσία για την έκδοση απόφασης του είδους, ούτε αποκαλύπτει εκκαθαρισμένο χρέος ή οφειλή, προβάλλει τη θέση ότι τα ποσά στα οποία αναφέρεται ο XXXXX Αριστοτέλους ότι λήφθηκαν υπό μορφή δανείου από την εναγόμενη εταιρεία αποτελούν ποσά που λήφθηκαν από τον XXXXX Παρασκευαϊδη έναντι οφειλών των εναγόντων προς τον ίδιον, παραπέμποντας σε σχετικές επί τούτου αποδείξεις. Το γεγονός τούτο, υποδεικνύει, επιβεβαιώνεται και από τους λογαριασμούς της εναγομένης εταιρείας, οι οποίοι, ως η ενημέρωση την οποία έλαβε από τους ελεγκτές της τελευταίας, μέχρι και το 2006 επιβεβαιώνονταν από τους μετόχους της, μεταξύ αυτών και από την ίδιαν την ενάγουσα
- Είναι γι' αυτό τον λόγο, υποστηρίζει, που ουδέποτε οι ενάγοντες ή η εταιρεία τους, A & P (Andreou & Paraskevaides) Holdings Ltd, προέβαλαν οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον της εναγομένης εταιρείας σε σχέση με τις εν λόγω επιταγές. Για πρώτη φορά προέβαλαν σχετικές απαιτήσεις μέσω αίτησης εκκαθάρισης που προώθησαν εναντίον της εναγόμενης εταιρείας, οι οποίες απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο. Αντίθετα, υποστηρίζει, ήταν ο XXXXX Παρασκευαϊδης που έδωσε τεράστια οικονομική βοήθεια στους ενάγοντες και στον όμιλο εταιρειών τους, εξασφαλίζοντας τους μέχρι και δάνειο από την Τράπεζα Κύπρου, προσθέτοντας ότι τα ως άνω ποσά που κατεβλήθησαν προς την εναγόμενη εταιρεία αποτελούσαν πληρωμές έναντι οφειλών των εναγόντων προς τον XXXXX Παρασκευαϊδη. Το γεγονός ότι τα ποσά που αφορούν οι επίδικες επιταγές ουσιαστικά αποτελούσαν επιστροφές για οφειλές που είχαν οι ενάγοντες προς τον XXXXX Παρασκευαϊδη, υποδεικνύει, επιβεβαιώνεται και από επιστολή τρίτου προσώπου, του XXXXX Θεοδοσίου, στο περιεχόμενο της οποίας και παραπέμπει. Δεν παραλείπει ταυτόχρονα να σχολιάσει το γεγονός ότι για άλλο ποσό, ήτοι το ποσό των €514.265.083,00 που οι ενάγοντες επίσης διεκδικούσαν κατά τον ίδιον τρόπο σε βάρος της εναγομένης εταιρείας, εξεδόθη δικαστική απόφαση. Προκρίνει ωστόσο ότι τούτο ήταν αποτέλεσμα του γεγονότος ότι ο δικηγόρος, διορισμένος διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX Παρασκευαϊδη, ενεργώντας σε σύγκρουση συμφέροντος και εξυπηρετώντας τα συμφέροντα των εναγόντων αποφάσισε να μην καταχωρήσει εμφάνιση στη συγκεκριμένη αγωγή. Προκρίνοντας ότι οι απαιτήσεις των εναγόντων είναι ψευδείς και κακόπιστες και ότι οι τελευταίοι επιχειρούν δόλια να προσποριστούν όφελος και να πλουτίσουν αθέμιτα σε βάρος της εναγόμενης, υποστηρίζει παράλληλα πως καθόλα εύλογα αυτές αμφισβητούνται από την εναγόμενη εταιρεία η οποία δεν θα πρέπει να αποστερηθεί του δικαιώματος να καταχωρήσει την υπεράσπιση της και να προσκομίσει μαρτυρία σχετικά με τους πιο πάνω ισχυρισμούς και θέσεις που προβάλλει. Η υπεράσπιση την οποία η εναγόμενη επιχειρεί να προβάλλει, προσθέτει, είναι καλόπιστη και βασίζεται αποκλειστικά και μόνον στα γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Τυχόν έγκριση της αίτησης, καταλήγει, θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στα συμφέροντα της εναγομένης, καθ' ην έκταση δεν θα της δοθεί το δικαίωμα να προβάλει τους ισχυρισμούς της ενώπιον του Δικαστηρίου και να προσκομίσει σχετική μαρτυρία για τα πλείστα όσα εγειρόμενα γεγονότα και νομικά σημεία τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν, αφού δοθεί σχετική μαρτυρία. Αντίθετα, οι ενάγοντες καμία ζημιά δεν θα υποστούν αφού θα έχουν τη δυνατότητα και το δικαίωμα να προβάλουν τους ισχυρισμούς τους ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω σχετικής μαρτυρίας. Κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό συζήτηση αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών με τις αγορεύσεις τους, τις οποίες φρόντισαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Το Δικαστήριο με πολλή προσοχή έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις των δύο πλευρών, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρήματα όσο και τις νομικές αυθεντίες στις οποίες αναφέρθηκαν ως και άλλες σχετικές με το ζήτημα που εδώ ενδιαφέρει. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς της παρούσας, έχοντας πάντα κατά νουν ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.(βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Πριν από την ενασχόληση με τα ουσιαστικότερα των ζητημάτων που απασχολούν γενικότερα σε αιτήσεις του είδους αλλά και ειδικότερα στην υπό συζήτηση περίπτωση, κρίνεται σκόπιμη η ενασχόληση κατά προτεραιότητα με το ζήτημα της κατάχρησης των δικαστικών διαδικασιών που αποδίδεται στους ενάγοντες - αιτητές, όπως αυτό προβάλλεται από την πλευρά της εναγομένης - καθ΄ ης η αίτηση. Τούτο, καθ' ην έκταση η τοποθέτηση του Δικαστηρίου επί του ζητήματος, είναι δυνατό να σφραγίσει, από μόνη της, την τύχη και την περαιτέρω πορεία της υπό συζήτηση αίτησης, αφού αδιαμφισβήτητη είναι η εξουσία του Δικαστηρίου στην κατάλληλη περίπτωση να ανακόψει και να καταστείλει διαδικασίες οι οποίες καταχρηστικά προωθούνται ενώπιον του (βλ. (βλ. Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217). Όπως δε έχει υποδειχθεί από την νομολογία των Δικαστηρίων μας (βλ. Loucos Trading Co Ltd κ.ά. v. Ρέινμπ. Πλ. και Ντάιγκ Κο. Λτδ
(2000)1(B) A.A.Δ. 1014), η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ως εκ τούτου ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της. Το γεγονός άλλωστε ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, κάποτε μοναδικές, έχει σημειωθεί και από τον Λόρδο Diplock στην υπόθεση Hunter v. Chief Constable of West Midlands & Another
(1981)3 All ER. 727. Επί του συζητούμενου, η πλευρά των εναγομένων παραπέμποντας σε απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που εκδόθηκε στις 20.01.2020, στο πλαίσιο της Αίτησης Εκκαθάρισης με αρ. XXXXX/2011 η οποία προωθήθηκε από την πλευρά των εναγόντων στην παρούσα σε βάρος της εναγομένης εταιρείας στην παρούσα διαδικασία, σημειώνει πως στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας εκκαθάρισης, έχοντας εγερθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για το ισχυριζόμενο στην παρούσα αγωγή χρέος οι ίδιες θέσεις από τα μέρη, το Δικαστήριο απεφάνθη πως όσα η πλευρά της εναγομένης προέκρινε - και στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας επαναλαμβάνει - καταδεικνύουν ότι καθόλα εύλογα και καλόπιστα η εναγομένη αμφισβητεί το κατ' ισχυρισμό χρέος για το οποίο προωθήθηκε τόσο η πιο πάνω Αίτηση Εκκαθάρισης όσο και η υπό συζήτηση αγωγή. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης, στρέφοντας την προσοχή του Δικαστηρίου σε σχετική τοποθέτηση του τελευταίου επί του ζητήματος της κατάχρησης των διαδικασιών, ως αυτή τέθηκε στο πλαίσιο απόφασης του στην αγωγή αρ. XXXXX/2014, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, διαδικασίας όπου ενάγοντες ήταν και πάλι οι ενάγοντες στην παρούσα αγωγή ενώ η διαδικασία είχε παρόμοια εξέλιξη, έχοντας και πάλι προηγηθεί παραμερισμός αίτησης εκκαθάρισης που οι ενάγοντες προωθούσαν εναντίον της εκεί εναγομένης εταιρείας πριν την προώθηση της αγωγής τους και τη διεκδίκηση απόφασης μέσω της συνοπτικής διαδικασίας που προβλέπεται στην Δ.18, κάλεσε ουσιαστικά το Δικαστήριο να μην διαφοροποιηθεί από αυτήν, υποστηρίζοντας ότι η πλευρά των εναγόντων και στην παρούσα περίπτωση, έχοντας προηγηθεί η διαδικασία της Αίτησης Εκκαθάρισης αρ. XXXXX/2011, ουσιαστικά καταχρώμενη τις δικαστικές διαδικασίες, επιζητεί την εξέταση του ίδιου ζητήματος με διαφορετικό ένδικο μέσο, ήτοι αίτηση για εξασφάλιση συνοπτικής απόφασης αντί για την Αίτηση Εκκαθάρισης που προηγήθηκε. Σε συνάρτηση πάντα με την τελευταία εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου υπεράσπισης, είναι αισθάνομαι αναγκαίο και αρκετό, να σημειωθεί εξαρχής το αυτονόητο, ότι δηλαδή η κάθε περίπτωση αντιμετωπίζεται από το Δικαστήριο στη βάση των δικών της, ειδικότερων περιστατικών που την περιβάλλουν ως αυτά έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου. Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθούν, είναι γεγονός ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, στις 20.01.2020, στο πλαίσιο αίτησης παραμερισμού της Αίτησης Εκκαθάρισης με αρ. XXXXX/2011 της εναγόμενης στην παρούσα αγωγή εταιρείας, αφού τέθηκαν υπόψη του ουσιαστικά τα ίδια στοιχεία, θέσεις και ζητήματα που προκρίνονται και στην παρούσα διαδικασία, τόσο από την πλευρά των εναγόντων όσο και της εναγομένης, απεφάνθη ότι η αμφισβήτηση του διεκδικούμενου στο τέλος της ημέρας μέσω της παρούσας αγωγής ποσού από την πλευρά της εναγομένης, δεν ήταν προσχηματική. Αντίθετα, θεωρώντας ότι το διεκδικούμενο ποσό αποτελούσε χρέος υπό αμφισβήτηση έκρινε ότι μεταξύ των μερών υφίστατο πράγματι διαφορά, η οποία και θα έπρεπε να επιλυθεί εντός του κατάλληλου πλαισίου. Η ως άνω απόφαση του Δικαστηρίου, δεν αμφισβητήθηκε με οποιοδήποτε ένδικο μέσο. Αντίθετα, ακολούθησε από την πλευρά των εναγόντων η καταχώριση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Η προώθηση αίτησης ως η υπό συζήτηση, ως δικονομική δυνατότητα που παρέχεται από τους σχετικούς Διαδικαστικούς Κανονισμούς, δεν μπορεί ασφαλώς εκ των προτέρων να αποκλειστεί. Ωστόσο, ως αναδύεται τούτο από την ως άνω απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 20.01.2020, η οποία τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, στη βάση του ίδιου πυρήνα γεγονότων, στοιχείων και εγειρόμενων ζητημάτων που προκρίθηκαν από τους ενάγοντες και την εναγόμενη στην παρούσα διαδικασία, το Δικαστήριο, αφού τα συνεκτίμησε οδηγήθηκε στην κατάληξη ότι προκύπτει εύλογη και καλόπιστη αμφισβήτηση του διεκδικούμενου ποσού. Παρεμβάλλεται δε ότι υπόψη του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε άλλη εξέλιξη ή παράμετρος ή στοιχείο ή ζήτημα πέραν από όσα έχουν τεθεί ήδη υπόψη του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της Αίτησης Εκκαθάρισης XXXXX/2011, τα οποία θα μπορούσαν, ενδεχομένως, να επιτρέψουν την εκ νέου ενασχόληση με το ζήτημα της ύπαρξης ή μη πραγματικής διαφοράς μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με το διεκδικούμενο ποσό και κατά πόσο προβάλλεται προσχηματική αμφισβήτηση του διεκδικούμενου ποσού. Ουσιαστικά οι ενάγοντες με την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης τους στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, στοχεύουν στην εκ νέου τοποθέτηση του Δικαστηρίου επί του ίδιου ζητήματος. Δεν διαλανθάνει ασφαλώς της προσοχής του Δικαστηρίου ότι στο πλαίσιο Αίτησης Εκκαθάρισης, για την διαπίστωση αν το αναφερόμενο ως οφειλόμενο ποσό είναι αμφισβητούμενο ή όχι, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην εξέταση επί της ουσίας των προβαλλόμενων ισχυρισμών. Τούτο αποτελεί ζήτημα που αφήνεται να απαντηθεί, ως επί το πλείστον στο πλαίσιο δίκης κατ' αντιμωλία. Έχει άλλωστε τη δική της σημασία η επισήμανση του γεγονότος ότι στο πλαίσιο αίτησης ως η υπό συζήτηση, είναι αρκετό να καταδειχθούν από την πλευρά του εναγομένου γεγονότα που θα μπορούσαν να δώσουν σε αυτόν την δυνατότητα προβολής της υπεράσπισης του, πέραν και ανεξάρτητα από την πιθανότητα τελικά αυτή να έχει επιτυχή κατάληξη. Υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό εξέταση περίπτωση και στη βάση των καλά καθιερωμένων αρχών της νομολογίας μας επί του ζητήματος, κρίνεται ότι η υπό συζήτηση αίτηση δεν μπορεί παρά να αντιμετωπιστεί τελικά ως καταχρηστικά προωθούμενη, κατά τρόπο που επιβάλλει την παρέμβαση του Δικαστηρίου κατά τον δραστικό ομολογουμένως τρόπο που εισηγείται η καθ΄ ης η αίτηση, ανακόπτοντάς την. Παρά την ως άνω κατάληξη του Δικαστηρίου η οποία εκ των πραγμάτων σφραγίζει την τύχη της υπό συζήτηση αίτησης, για σκοπούς πληρότητας της παρούσας, το Δικαστήριο θα ασχοληθεί με τα υπόλοιπα ζητήματα που απασχολούν στην παρούσα. Όπως διαπιστώνεται από την ίδιαν την Δ.18 και επανειλημμένα έχει επιβεβαιωθεί μέσω της νομολογίας, για να μπορεί το Δικαστήριο να επιληφθεί και να εξετάσει επί της ουσίας αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, θα πρέπει να πληρούνται τρεις προκαταρτικές προϋποθέσεις. Όπως υπέδειξε ο σεβαστός Δικαστής Καλλής, στην υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 782: «Είναι νομολογημένο ότι για την ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας έκδοσης συνοπτικής απόφασης πρέπει να ικανοποιηθούν οι πιο κάτω προϋποθέσεις από τον αιτητή:
(1)Καταχώριση ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου δυνάμει του θ.1 της Δ.2.
(2)Καταχώριση εμφάνισης από τον εναγόμενο.
(3)Η αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση από τον ίδιο τον ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Η ένορκη δήλωση πρέπει να επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και να δηλώνει ότι καθώς πιστεύει - ο ωμόσας - δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή.» Με την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων από την πλευρά του ενάγοντος-αιτητή, το βάρος μετατίθεται στην πλευρά του εναγομένου-καθ΄ ου η αίτηση για να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα μπορούσαν να θεωρηθούν επαρκή για να δώσουν στην πλευρά του το δικαίωμα της υπεράσπισης. Δεν είναι ασφαλώς αναγκαίο να καταδειχθεί με βεβαιότητα η επιτυχία μιας προτεινόμενης υπεράσπισης. Η κατάδειξη μιας καλής πιθανότητας επιτυχίας της, είναι αρκετή. Πάγιες και καλά καθιερωμένες είναι οι αρχές επί των οποίων το Δικαστήριο αποφασίζει σε σχέση με αίτημα ως το υπό συζήτηση. Θέλοντας συνειδητά να αποφύγω τον κίνδυνο άσκοπης φλυαρίας εκ μέρους μου, αισθάνομαι ότι δεν είναι αναγκαίο στο πλαίσιο της παρούσας απόφασης να τις επαναλάβω και να προχωρήσω σε λεπτομερή ανάλυσή τους. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να εντοπιστεί ότι αποτελεί ένα εξαιρετικό μέτρο, εφόσον παρακάμπτει την συνήθη διεξαγωγή της δίκης και επομένως η εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και όπου κατά τρόπο εμφανή τα γεγονότα δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση. Όπου η πλευρά του εναγομένου στην ένορκη δήλωση του δείχνει αρκετές λεπτομέρειες ικανές να καταδείξουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαίτησης που θα πρέπει να εκδικαστεί, ή όπου ικανοποιείται το Δικαστήριο ότι υπάρχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που μπορεί να κριθούν ως αρκετά για να δώσουν στον εναγόμενο-καθ΄ ου η αίτηση τη δυνατότητα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε θα πρέπει να δίδεται αυτό το δικαίωμα στον τελευταίο. Σχετικές με το ζήτημα που εδώ απασχολεί, είναι, μεταξύ άλλων, οι αποφάσεις Roberts ν Plant
(1895)1 QB 597, 603, Spyros Stavrinides ν Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130, Hermes Insurance v Theodorides
(1983)1 CLR 333, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ ν Χ"Νέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 204, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd v Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239, Λαζάρου κ.α. ν Μακεδόνα
(1999)1(B) 817, Μεττή ν Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 417, Ανδρονίκου κ.α. ν Τράπεζα Κύπρου Δημ. Εταιρ. Λτδ
(2007)1(B) 977, Νεάρχου κ.α. ν Εθνικής τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου)
(2005)1(B) Α.Α.Δ. 818, Κυριάκου ν Αναστασίου,
(2013)Α (Α) Α.Α.Δ. 148 και SENSUS GYMNASIUM LTD κ.ά ν Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, 2013 1 (Β) Α.Α.Δ.
- Στην υπό συζήτηση περίπτωση, από το φάκελο της διαδικασίας αβίαστα προκύπτει ότι οι δυο πρώτες προϋποθέσεις πληρούνται. Το κλητήριο ένταλμα στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή είναι ειδικά οπισθογραφημένο, δυνάμει της Δ.2 θ.6 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, ενώ η εναγόμενη εταιρεία καταχώρισε ήδη σημείωμα εμφάνισης, στις 05.03.
- Όσον αφορά την τρίτη προαναφερόμενη προϋπόθεση και την καταλληλότητα του ενόρκως δηλούντα στην αίτηση να ορκιστεί, θα πρέπει εξ΄ αρχής να σημειωθεί ότι η νομολογία των Δικαστηρίων μας αποκαλύπτει πράγματι τον θεμελιακό χαρακτήρα της προϋπόθεσης αυτής, η οποία άπτεται κατ' ουσίαν της ίδιας της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση, όπου ανατρέπεται η συνήθης πορεία των πραγμάτων κατά την οποία το Δικαστήριο ακούει τους διαδίκους σε πλήρη ακροαματική διαδικασία πριν από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, η επιτυχία της ένορκης δήλωσης κατά τρόπο που αυτή να συμμορφώνεται απόλυτα με τις προϋποθέσεις της Δ.18 θα πρέπει να θεωρείται εκ τον ων ουκ άνευ. Η Δ.18, επιτάσσει όπως η επαλήθευση της απαίτησης γίνει από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα. Δεν μπορεί να γίνει από πρόσωπο το οποίο καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει. Θα πρέπει ωστόσο να τονιστεί ότι ο σχετικός Διαδικαστικός Κανονισμός δεν κάνει αναφορά σε «προσωπική γνώση», αλλά για «θετική γνώση», γεγονός που παρέχει έτσι την δυνατότητα να ορκιστεί για τα πιο πάνω θέματα και άτομο το οποίο σε κάθε περίπτωση έχει θετική γνώση για τα επίδικα ζητήματα (βλ. Αθηνούλλα Δημητρίου (ανωτέρω) και Παύλου ν Οργ. Χρημ. Τραπ. Κύπρου Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1051). Στη βάση των αναφορών του XXXXX Αριστοτέλους του οποίου η ένορκη δήλωση συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση, είναι φανερό κατά την αντίληψή μου ότι ο τελευταίος είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά εκ μέρους των εναγόντων. Τούτο, όχι ασφαλώς επειδή ο ίδιος το δηλώνει και το διακηρύσσει. Κάτι τέτοιο άλλωστε, από μόνο του, δεν φαίνεται να είναι αρκετό. Με δεδομένη όμως την εξέλιξη των γεγονότων στην υπό συζήτηση περίπτωση ως τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, τις σχέσεις, τα καθήκοντα και την προσωπική εμπλοκή του Π. Αριστοτέλους σε αυτά, τον προσωπικό χειρισμό από την πλευρά του διαφόρων ζητημάτων που άπτονται και ευρύτερα περιβάλλουν την εξέλιξη γεγονότων που αφορούν την υπό συζήτηση περίπτωση και ειδικότερα την ισχυριζόμενη παραχώρηση και διεκδίκηση της αποπληρωμής των διεκδικούμενων ποσών στην παρούσα αγωγή, συνολικά θεωρούμενων, επιτρέπουν κατά την αντίληψη μου την κατάληξη στο συμπέρασμα ότι και ο τελευταίος είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, με την έννοια που αποδίδεται στον όρο σε αιτήσεις ως η υπό συζήτηση και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής. Έχοντας διαπιστώσει ότι η ένορκη δήλωση της πλευράς των εναγόντων-αιτητών είναι επαρκής, κατά τρόπο που να ικανοποιούνται οι δικονομικές προϋποθέσεις οι οποίες τίθενται με την Δ.18, το Δικαστήριο θα πρέπει καθηκόντως να προχωρήσει στην εξέταση του ζητήματος κατά πόσο, με τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου από την πλευρά της εναγομένης εγείρεται καλόπιστη υπεράσπιση από την τελευταία, με δεδομένο ότι το βάρος προς τούτο, με την πλήρωση των προϋποθέσεων της Δ.18 θ.1 μετατίθεται στους ώμους της. Ως έχει ήδη αναφερθεί, η εξουσία η οποία παρέχεται στο Δικαστήριο με βάση την Δ.18 θα πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ ενώ ένας εναγόμενος που μέσω των γεγονότων τα οποία τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου δημιουργεί την πιθανότητα έγερσης επίδικου θέματος, θα πρέπει να λαμβάνει την άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση του, έστω και αν τέτοια υπεράσπιση μπορεί να μην φαίνεται ικανή να επιτύχει σε τελική ανάλυση (βλ. Jacobs ν Booths Distillery Co
(1901)85 L.T.R. 262, Knapp- Fisher v Chrish
(1936)3 All E.R. 500 και N.V. Caterchef Ltd v P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1912). Η νομολογία των Δικαστηρίων μας υποδεικνύει πως σε αιτήσεις του είδους, όπου η συζήτηση αφορά την ύπαρξη ή μη υπεράσπισης, κατ' ανάγκη διεξάγεται σε επίπεδο ισχυρισμών Το Δικαστήριο δεν αξιολογεί τη μαρτυρία με την έννοια που αξιολογείται η μαρτυρία σε επίπεδο κυρίως δίκης. Η ένσταση θα πρέπει ουσιαστικά να περιέχει λεπτομέρειες των θέσεων του καθ' ου, (condescend upon particulars) αφού η παράθεση γενικών και αόριστων ισχυρισμών χωρίς να τίθεται ενώπιον του δικαστηρίου το σχετικό υπόβαθρο των γεγονότων που θα του επέτρεπε να τους συνεκτιμήσει, καθιστά το δικαστήριο ανίκανο να τους εξετάσει, ενώ παράλληλα προσκρούει στο λεκτικό της Δ.18, θ.1(α) όπου προβλέπεται ότι η ένσταση θα πρέπει να εμπεριέχει λεπτομέρειες της θέσης του εναγομένου. (βλ. Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd v Abdul Aziz Tlais, (ανωτέρω) και Hermes Insurance Co Ltd v Theodorides (ανωτέρω). Η απλή άρνηση των ισχυρισμών του ενάγοντα και η απλή δήλωση του εναγομένου ότι έχει καλή υπεράσπιση δεν επαρκεί. Στην υπόθεση John Wallingford ν. The Directors of the Mutual Society (1979-80) A.C. 685 στη σελ. 704, η οποία υιοθετήθηκε σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Δημοκρατίας, αναφέρεται χαρακτηριστικά: "I thing that when the affidavits are brought forward to raise a defence they must, if I may use the expression condescend upon particulars. It is not enough to swear "I say I owe the man nothing". Doubtless, if that was true, that you owe the man nothing, as you swear, that would be a good defence. But that is not enough, you must satisfy the judge that there is reasonable ground for saying so". Προκρίνεται από την πλευρά της εναγομένης ότι τα ποσά που καταβλήθηκαν από τους ενάγοντες κατά τον πιο πάνω τρόπο, αποτελούσαν πληρωμές έναντι οφειλών των τελευταίων προς τον XXXXX Παρασκευαϊδη, υποστηρίζοντας συνακόλουθα ότι οι όποιες απαιτήσεις σε βάρος της σε σχέση με αυτά είναι ψευδείς και κακόπιστες. Το γεγονός τούτο, υποστηρίζει, καταδεικνύεται από το γεγονός ότι ουδέποτε στο παρελθόν και ενόσω ο XXXXX Παρασκευαϊδης ήταν εν ζωή διεκδικήθηκαν από τους ενάγοντες τα ποσά που διεκδικούν με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή τους σε βάρος της εναγόμενης. Προς επίρρωση της ως άνω θέσης, ότι δηλαδή ήταν ο XXXXX Παρασκευαϊδης που δάνειζε σε διάφορες περιπτώσεις διάφορα ποσά, τόσο τους ενάγοντες όσο και εταιρείες τους, τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου από την πλευρά της εναγόμενης αντίγραφο κατάστασης που ετοιμάστηκε από λογιστή εταιρειών του ομίλου εταιρειών του XXXXX Παρασκευαϊδη υπό τον τίτλο «Long Term Loans and Overdraft Accounts» «Beneficiaries: XXXXX Paraskevaidou & XXXXX Andreou». Το γεγονός ότι οι ενάγοντες ενισχύονταν οικονομικά από τον XXXXX Παρασκευαϊδη, υποστηρίζει η πλευρά της εναγομένης παραπέμποντας σε σχετικά τεκμήρια, καταδεικνύεται επίσης και από το γεγονός ότι από προσωπικό λογαριασμό που ο τελευταίος διατηρούσε με τους ενάγοντες, καταβάλλονταν μισθοί υπαλλήλων ομίλου εταιρειών των εναγόντων, ως επίσης από το γεγονός ότι με τη μεσολάβηση και εγγυήσεις του παρέχονταν δάνεια σε αυτούς. Τα πιο πάνω στοιχεία, υποστηρίζει η εναγόμενη, δεν είναι τα μόνα που επιβεβαιώνουν τη θέση της τελευταίας ότι τα διεκδικούμενα με την παρούσα αγωγή ποσά αποτελούν ποσά έναντι οφειλών των εναγόντων προς τον XXXXX Παρασκευαϊδη, πατέρα της ενάγουσας 2, του XXXXX Παρασκευαϊδη και της XXXXX Μαυρονικόλα Παρασκευαϊδη, μετόχων της εναγόμενης εταιρείας. Παραπέμποντας σε σχετικές αποδείξεις που η εναγόμενη εταιρεία εξέδωσε προς τούτο, υποστηρίζει ότι καταδεικνύεται πως τα ποσά που οι ενάγοντες διεκδικούν από την εναγόμενη εταιρεία λήφθηκαν από ή εκ μέρους του XXXXX Παρασκευαϊδη και όχι από την εναγόμενη εταιρεία. Τούτο, προκρίνεται, επιβεβαιώνεται και από την κατάσταση λογαριασμού της μερίδας του Γ. Παρασκευαϊδη στην εναγόμενη. Είναι γι' αυτό το λόγο, ως προβάλλεται, που τα πιο πάνω ποσά δεν παρουσιάζονται ως οφειλές προς τους ενάγοντες στους εξελεγμένους λογαριασμούς της εναγομένης εταιρείας. Δεν παραλείπει άλλωστε να σημειώσει ότι τους ως άνω λογαριασμούς, η ενάγουσα 2 ως μέτοχος της εναγομένης, όχι μόνο είχε στη διάθεση της αλλά υπέγραφε για την έγκρισή τους, επιβεβαιώνοντας μέχρι και το 2006 τα υπόλοιπα των λογαριασμών των μετόχων της εναγομένης εταιρείας. Το γεγονός ότι οι επίδικες επιταγές οι οποίες είχαν δοθεί από τους ενάγοντες στην εναγόμενη εταιρεία δεν αποτελούσε δάνειο αλλά επιστροφές για τις οφειλές που είχαν οι ενάγοντες και ο Όμιλος εταιρειών τους προς τον XXXXX Παρασκευαϊδη επιβεβαιώνεται, όπως προβάλλουν επιπρόσθετα οι εναγόμενοι και από το XXXXX Θεοδοσίου, στενό συνεργάτη ως προκρίνεται του XXXXX Παρασκευαϊδη, παραπέμποντας σε σχετικά έγγραφα-σημειώματα του τελευταίου. Έχοντας κατά νουν τις ως άνω καλά καθιερωμένες αρχές για το ζήτημα, αισθάνομαι ότι δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί πως στην συγκεκριμένη περίπτωση η πλευρά της εναγομένης - καθ' ης η αίτηση έχει αποσείσει το όποιο βάρος εναποτίθεται στους ώμους της, επιτρέποντας στο Δικαστήριο, στο βαθμό που τούτο απαιτείται σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση, να διαβλέψει την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης, ως το ζήτημα αντιμετωπίζεται από την καλά εδραιωμένη νομολογία των Δικαστηρίων μας. Η αμφισβήτηση της απαίτησης των εναγόντων, όπως αυτή προκρίνεται στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο της αγωγής τους, έχουσα ως βάση συμφωνία της εναγόμενης μέσω του XXXXX Παρασκευαϊδη με τους ενάγοντες για προσωρινό δανεισμό της εναγόμενης εταιρείας από τους τελευταίους ή τον όμιλο εταιρειών τους, δεν αμφισβητείται κατά τρόπο γενικό και αόριστο. Αντίθετα, ένα ευρύτερο πλέγμα γεγονότων, στοιχείων και λεπτομερειών τίθενται υπόψη του Δικαστηρίου, που συνολικά θεωρούμενα φαίνεται να εγείρουν, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, καλόπιστα εγειρόμενη υπεράσπιση υπαγορεύοντας στο τέλος της ημέρας όπως δοθεί η ευκαιρία στην πλευρά της εναγόμενης εταιρείας να προβάλει την υπεράσπιση της στα πλαίσια δίκης κατ' αντιμωλίαν. Για τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση απορρίπτεται. Κατ' εφαρμογή του βασικού κανόνα σε σχέση με τα έξοδα, σύμφωνα με τον οποίο αυτά συνήθως πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, (βλέπε Halsbury' s Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 30 σελ. 421, παρ. 791-796), τα έξοδα της αίτησης θα επιβαρυνθεί η πλευρά των εναγόντων-αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Να καταβληθούν δε στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ............... Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο