← Κύπρος

BERDIEV ως κληρονόμος του HENEZOARIVCH BERDIEV κ.α. ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 3191/2018, 29/12/2020

BERDIEV ως κληρονόμος του HENEZOARIVCH BERDIEV κ.α. ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 3191/2018, 29/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A630 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΔΑΥΙΔ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3191/2018 Μεταξύ:

  1. XXXXX BERDIEV ως κληρονόμος του XXXXX HENEZOARIVCH BERDIEV
  2. XXXXX ALTINDJEMAL ως η ανήλικη κληρονόμος του XXXXX SHENEZOARIVCH BERDIEV δια του κηδεμόνα της XXXXX BERDIEV Εναγόντων - και - ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγομένης Αίτηση ημερομηνίας 12.02.2020 Ημερομηνία: 29 Δεκεμβρίου,
  3. Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Α. Νικολάου για Πελαγία, Χριστοδούλου, Βράχα ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενη-Καθ΄ ης η αίτηση: κ. Κ. Βαρνάβα για Γεωργιάδη & Πελίδη ΔΕΠΕ. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 30.11.2018, στα πλαίσια μονομερούς αίτησης των εναγόντων που καταχωρήθηκε στις 20.11.2018 (κυρίως αίτηση), εκδόθηκε από το Δικαστήριο διάταγμα φίμωσης της εναγομένης (gagging order), ικανοποιώντας ένα από τα αιτητικά της ως άνω αίτησης, μέσω της οποίας πρωτίστως επιδιώκεται η έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal. Για τα υπόλοιπα αιτητικά, δόθηκαν οδηγίες όπως η σχετική αίτηση επιδοθεί στην εναγόμενη-καθ΄ ης η αίτηση. Της επίδοσης του διατάγματος και της σχετικής αίτησης στην εναγόμενη, ακολούθησε από την πλευρά της τελευταίας καταχώριση Ειδοποίησης Πρόθεσης Ένστασης. Οι ενάγοντες-αιτητές επανήλθαν με την καταχώρηση της υπό συζήτηση αίτησης, μέσω της οποίας επιζητούν την άδεια του Δικαστηρίου για καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων από την πλευρά τους, σε σχέση με ισχυρισμούς που ως διατείνονται η εναγόμενη προβάλλει μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει και υποστηρίζει την ως άνω Ένσταση της στην κυρίως αίτηση. Την υπό εξέταση αίτηση υποστηρίζουν ένορκες δηλώσεις του XXXXX Βράχα και της XXXXX Νεοφύτου, ίδιας ημερομηνίας. Ο XXXXX Βράχας, προκρίνει ότι είναι αναγκαίο, σε απάντηση όσων προβάλλονται με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ως άνω ένσταση της εναγόμενης, να καλυφθούν ζητήματα που άπτονται: «Α. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς στην ΕΔ Αριστοτέλους στην παράγραφο 7 της δήλωσης της σχετικά με την νομιμοποίηση της έγερσης αγωγής από τους Ενάγοντες - Αιτητές, Β. Όσον αφορά τον ισχυρισμό στην ΕΔ Αριστοτέλους στην παράγραφο 18 της ένορκης δήλωσης ότι οι μεταφράσεις δεν συνοδεύονται από ένορκη δήλωση του μεταφραστή. Γ. Επίσης όσον αφορά τον ισχυρισμό στην ΕΔ Αριστοτέλους στην παράγραφο 18 υπό σημείο τέταρτον σχετικά με την εξέλιξη της έρευνας από την ΒΝΡ Paribas Fortis. Δ. Στο τελευταίο σημείο στην παράγραφο 18 στην ΕΔ Αριστοτέλους όπου αναφέρεται στην εξακρίβωση ύπαρξης της αίτησης επαναφοράς της FXC Energy.» Μέσω των συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων, προσθέτει, προσχέδια των οποίων τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, θα τεθούν διευκρινιστικές πληροφορίες για τα πιο πάνω ζητήματα, κατά τρόπο που το Δικαστήριο θα λάβει πιο ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων και εγγράφων που έχουν ήδη τεθεί υπόψη του. Σημειώνοντας περαιτέρω ότι λόγω αβλεψίας δεν επισυνάφθηκε στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την κυρίως αίτηση η ένορκη δήλωση της μεταφράστριας XXXXX Νεοφύτου - η οποία μετάφρασε τεκμήρια που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου μέσω της ως άνω ένορκης δήλωσης - υποστηρίζει ότι τούτο δεν θα πρέπει να σταθεί εμπόδιο να τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, σε αυτό το στάδιο, η σχετική ένορκη δήλωση της ως άνω μεταφράστριας. Η XXXXX Νεοφύτου, με τη δική της ένορκη δήλωση, αφού εξηγεί τη γνώση της στη Ρωσική, Αγγλική και Ελληνική γλώσσα, υποδεικνύει ότι πράγματι ήταν το πρόσωπο που λαμβάνοντας οδηγίες προχώρησε στη μετάφραση από τα Ρωσικά στα Αγγλικά διαφόρων εγγράφων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με την ένορκη δήλωση που αρχικά συνόδευε την κυρίως αίτηση, εξηγώντας ταυτόχρονα ότι ήταν η ίδια που μετέφρασε γνωμάτευση δικηγόρου από το Turkmenistan, η οποία επιχειρείται να τεθεί συμπληρωματικά υπόψη του Δικαστήριο μέσω της παρούσας διαδικασίας. Το ως άνω αίτηση συνάντησε την ένσταση της πλευράς της εναγομένης. Η τελευταία προχώρησε στην καταχώριση Ειδοποίησης Πρόθεσης Ένστασης προτάσσοντας αριθμό λόγων προς τούτο. Ειδικότερα, προβάλλεται πως: «
  4. Η παρούσα Αίτηση και η Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει δεν αποκαλύπτουν οποιαδήποτε γεγονότα που να στοιχειοθετούν καλό λόγο για την παροχή άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων.
  5. Εφόσον έχει ήδη εκδοθεί μονομερώς διάταγμα την 30/11/2018, στη βάση της αρχική ένορκης δήλωσης των Αιτητών, δεν επιτρέπεται η εκ των υστέρων αλλοίωση της εικόνας που έδωσε η εν λόγω ένορκη δήλωση στο Δικαστήριο, παρά μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις που δεν έχουν καταδειχθεί στην παρούσα.
  6. Οι Αιτητές είχαν κάθε δυνατή ευκαιρία να συμπεριλάβουν στην αρχική ένορκη τους δήλωση, τους ισχυρισμούς που τώρα προσπαθούν να περιλάβουν με τις προτεινόμενες συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις, και δεν δίδουν οποιαδήποτε δικαιολογία και/ή νομικά έγκυρο λόγο γιατί δεν το έπραξαν στον κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας.
  7. Η παρούσα Αίτηση υποβάλλεται με μεγάλη καθυστέρηση και/ή οι Αιτητές δεν προβάλλουν οποιαδήποτε εύλογη αιτία για την εν λόγω καθυστέρηση, ως καταδεικνύεται από την Ένορκη Δήλωση του κ. Βράχα η οποία συνοδεύει την παρούσα Αίτηση.
  8. Η παρούσα Αίτηση γίνεται αντικανονικά, καταχρηστικά, αδικαιολόγητα και κακόπιστα αφού απαράδεκτα και τεχνηέντως γίνεται προσπάθεια να προστεθούν ισχυρισμοί και/ή μαρτυρία με επιδίωξη να αρθούν οι συνέπειες ελλείψεων ή παραλείψεων εκ μέρους των Αιτητών και να διορθωθεί η ανεπάρκεια και τα κενά της αρχικής Ένορκης Δήλωσης, ημερομηνίας 20/11/2018, όπως παραδέχονται και οι ίδιοι οι Αιτητές, κατά παράβαση του κανόνα ότι δεν επιτρέπεται η ανεπανόρθωτη παράλειψη πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί ή να αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε στο Δικαστήριο.
  9. Κάποια από τα γεγονότα τα οποία οι Αιτητές επιχειρούν να εισάξουν με την παρούσα Αίτηση, είναι εντελώς άσχετα με τα επίδικα θέματα στα πλαίσια της Αίτησης ημερομηνίας 20/11/2018 των Αιτητών και/ή είναι αχρείαστο να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου.
  10. Η Ένορκη Δήλωση του κ. Βράχα που συνοδεύει την παρούσα Αίτηση καθώς και οι προτεινόμενες συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις, είναι ανεπαρκείς για να υποστηρίξουν την παρούσα Αίτηση και την Αίτηση των Αιτητών ημερομηνίας 20/11/2018 (η «Κυρίως Αίτηση»).
  11. Η παρούσα Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά ανυπόστατη και/ή αβάσιμη και/ή παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντικανονική και/ή αντίθετη των διαδικαστικών κανονισμών και της πρακτικής του σεβαστού Δικαστηρίου και/ή δεν στηρίζεται σε συγκεκριμένη νομοθετική διάταξη και/ή στηρίζεται σε λανθασμένη και/ή ελλιπή νομική βάση.
  12. Η παρούσα Αίτηση σκοπεί την πρόκληση καθυστέρησης στην εκδίκαση της κυρίως Αίτησης και ως εκ τούτου αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court).» Ο XXXXX Αναστασίου, εργοδοτούμενος στο Τμήμα Παρακολούθησης Λογαριασμών της εναγόμενης, με την ένορκη δήλωση του ημερ. 18.05.2020 που συνοδεύει και υποστηρίζει την ως άνω ένσταση, επαναλαμβάνει και εξειδικεύει σε κάποιο βαθμό τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Μέσω της υπό συζήτηση αίτησης, προτάσσει, αντικανονικά, καταχρηστικά και κακόπιστα γίνεται προσπάθεια να προστεθούν ισχυρισμοί και μαρτυρία με επιδίωξη να αρθούν οι συνέπειες ελλείψεων και παραλείψεων εκ μέρους των αιτητών και να διορθωθεί η ανεπάρκεια και τα κενά της ένορκης δήλωσης του XXXXX Βράχα, ημερ. 20.11.2018, η οποία συνοδεύει την κυρίως αίτηση. Ταυτόχρονα, δεν παραλείπει να υποδείξει ότι γεγονότα, στα οποία ειδικότερα αναφέρεται, που οι αιτητές επιχειρούν να εισάξουν μέσω της υπό συζήτηση αίτησης, είναι εντελώς άσχετα με τα επίδικα θέματα και ως εκ τούτου είναι αχρείαστο να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις τελικές εισηγήσεις τους, τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους για το ζήτημα που απασχολεί στην παρούσα. Το Δικαστήριο με πολλή προσοχή έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις των δυο πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας. Ειδικότερη αναφορά σε αυτές θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται αναγκαίο για τις ανάγκες της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας

(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Σύμφωνα με την Δ.48, Θ.4
(2)των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας που προνοείται από την Διαταγή 39.» Σκοπός της Δ.48, Θ.4 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας, είναι η παρουσίαση ενώπιον του Δικαστηρίου όλων εκείνων των γεγονότων και στοιχείων που είναι αναγκαία στα πλαίσια της εξέτασης ενός συγκεκριμένου αιτήματος, για να υποστηριχθούν εκατέρωθεν οι θέσεις των διαδίκων. Είναι φανερό ότι το ζήτημα της καταχώρισης ή μη συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στον ως άνω κανονισμό, δεν προβλέπεται οποιοσδήποτε περιορισμός όσον αφορά την άσκηση αυτής της εξουσίας του Δικαστηρίου, παρά μόνον υποδεικνύεται πως σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να καταδεικνύεται η ύπαρξη «καλού λόγου», ο οποίος να καθιστά αναγκαία την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 510 και Παπακόκκινου κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Αρ.1)
(2012)1(Α) Α.Α.Δ 643). Η παραχώρηση βέβαια άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, θα πρέπει πάντα να κρίνεται σε συνάρτηση με την φύση και τις ανάγκες της συγκεκριμένης, κάθε φορά, διαδικασίας. Ως έχει επιβεβαιωθεί στην Κώστα ν. Κώστα
(2003)1 Α.Α.Δ. 269, ο «καλός λόγος» είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την φύση της ενδιάμεσης αίτησης ως επίσης με το είδος των θεραπειών που αυτή επιδιώκει. «Καλός λόγος» μπορεί να διαπιστωθεί ότι υφίσταται στις περιπτώσεις που υπάρχει αμφισβήτηση ή διάσταση αναφορικά με γεγονότα, τα οποία όμως είναι ουσιώδη για τους σκοπούς της εκάστοτε υπό συζήτηση αίτησης, κατά τρόπο που το Δικαστήριο να έχει υπόψη του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων (βλ. A. Messios & Sons Ltd κ.α. v. Λεωνίδα (Αρ. 1)
(2010)1Α Α.Α.Δ. 195). Ως έχει άλλωστε σημειωθεί στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Αρ.4)
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 979, με αναφορά στη Αγγλική Διαταγή O.9 r.6
(2), το Δικαστήριο δύναται να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εάν σε αυτή θα γίνει αναφορά σε γεγονότα που προκύπτουν από ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν από αντιδίκους. Στην υπόθεση Α. Messios & Sons Ltd (ανωτέρω), η οποία αφορούσε αίτηση επαναφοράς έφεσης, δόθηκε άδεια στους εφεσείοντες - αιτητές για καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων αφού τα στοιχεία που επιχειρούσαν να θέσουν υπόψη του δικαστηρίου σχετίζονταν με τους ισχυρισμούς που προέβαλε ο εφεσίβλητος - καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Θεωρήθηκε ότι δεν επρόκειτο για ανεπίτρεπτη μαρτυρία, ούτε για επανάληψη αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που ήταν επιθυμητό να τους επιτραπεί να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιων του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων. Τούτων λεχθέντων, δεν διαλανθάνει ο λόγος της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χαράλαμπου Ανδρέα Κούπα v. Πούλλας Τσαδιώτης Λτδ κ.α. Π.Ε. 321/2010, ημερ. 17.07.2014, όπου, αφού διακηρύχτηκε ότι σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση σπάνια δίδεται η άδεια για αντεξέταση, υπεδείχθη παράλληλα ότι η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς, δεν φαίνεται να τεκμηριώνει «καλό λόγο» για την εξασφάλιση άδειας για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ως η δυνατότητα αυτή παρέχεται από την Δ.48 Θ. 4
(2)των Διαδικαστικών Κανονισμών. Το πλαίσιο και το εύρος που μπορεί να προσλάβει η διαδικασία για προσωρινό διάταγμα έχει κατ΄ επανάληψη προσδιοριστεί από τη νομολογία των Δικαστηρίων μας. Δεδομένο είναι άλλωστε το επίπεδο απόδειξης που διατρέχει όλα τα στάδια της αίτησης για εξασφάλιση ενδιάμεσου-παρεμπίπτοντος διατάγματος. Ως αναδύεται από τη νομολογία, περιορισμένο είναι το έργο του Δικαστηρίου σε αιτήσεις έκδοσης τέτοιων προσωρινών διαταγμάτων, όπου το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια με βάση τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του, χωρίς να προβαίνει σε αξιολόγηση και κατάληξη σε ευρήματα και τελικά συμπεράσματα. Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, αφού υιοθετήθηκε ο λόγος της υπόθεσης Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 για το ζήτημα, υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Ούτως ή άλλως εμποδίζεται από το να προβεί σε τελικά ευρήματα και συμπεράσματα για διαδραματισθέντα, ζητήματα που αφήνονται να εξεταστούν κατά την επίλυση της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των δύο πλευρών. Αιτητής που αποτείνεται μονομερώς στο Δικαστήριο, οφείλει να θέσει υπόψη του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούν να έχουν τη δική τους σημασία ή να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει σε ορθά συμπεράσματα. Το καθήκον για αποκάλυψη συναρτάται άλλωστε με τη καλή πίστη που πρέπει πάντα να επιδεικνύεται στις περιπτώσεις που ακούγεται μόνο η μια πλευρά. Στις περιπτώσεις που το Δικαστήριο παρέχει θεραπεία ύστερα από μονομερή αίτηση, ως κανόνας, δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης έτσι ώστε να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε αρχικά στο Δικαστήριο και η οποία αποτέλεσε τη βάση για την εξασφάλιση μονομερώς μιας θεραπείας (βλ. Stavros Georgiou & Son (Scrap. Metals) Ltd v. Του Πλοίου LIPA
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1976, 1981). Είναι, συνακόλουθα, αυτονόητο ότι δεν παρέχεται η δυνατότητα προσαγωγής από την πλευρά αιτητή ο οποίος έχει εξασφαλίσει μονομερώς θεραπεία, πρόσθετης και εκ των υστέρων μαρτυρίας, τέτοιας που να διαφοροποιεί τη βάση επί της οποίας ασκήθηκε ήδη η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Ούτε παρέχεται η δυνατότητα στον διάδικο που κατέφυγε μονομερώς στο Δικαστήριο, επιζητώντας και επιτυγχάνοντας την παρέμβασή του, να καλύψει τυχόν κενά της υπόθεσης του. Θα πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι η έκδοση ήδη του διατάγματος, μονομερώς, δεν καθιστά το εγχείρημα της αναζήτησης άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους των εναγόντων-αιτητών, εξ΄ αρχής αδύνατο. Τούτο, στις κατάλληλες πάντα περιπτώσεις, παρά την όποια δυσκολία δυνατό να αντιμετωπίζει, είναι δυνατό να αντιμετωπιστεί ευνοϊκά από το Δικαστήριο. Η αμφισβήτηση γεγονότων σε διαδικασίες ως υπό συζήτηση, από μόνη της, δεν φαίνεται να τεκμηριώνει καλό λόγο για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Ούτε η απάντηση στις προβαλλόμενες θέσεις της άλλης πλευράς, μπορεί από μόνη της και αυτόματα, να λειτουργήσει υποστηρικτικά σε αίτημα ως το υπό συζήτηση. Άλλωστε, στο σχετικό Διαδικαστικό Κανονισμό (Δ.48 θ.4
(2)) δεν προβλέπεται η δυνατότητα καταχώρισης απαντητικής ένορκης δήλωσης, παρά μόνον συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου». Αντίθετα, με δεδομένο το περιορισμένο αντικείμενο της ενδιάμεσης διαδικασίας, η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης κατά τρόπο που μέσω της να απαντώνται προβαλλόμενοι ισχυρισμοί της άλλης πλευράς ή να προσάγεται πρόσθετη μαρτυρία, δεν είναι επιθυμητή (βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τομ. 24, σελ. 519, παρ. 972, υπό τον τίτλο «No fresh evidence after motion opened»). Ως δε έχει υποδειχθεί στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802, η διαδικασία της εκδίκασης προσωρινών διαταγμάτων δεν πρέπει να γίνεται «απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση ειδικότερα σε σχέση με το ζήτημα της νομιμοποίησης των εναγόντων να προωθήσουν την παρούσα αγωγή, δεν διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι το ζήτημα αποτελεί στο τέλος της ημέρας ζήτημα δημόσιας τάξης, δυνάμενο να εγερθεί ακόμα και αυτεπάγγελτα (ex proprio motu) (βλ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της Περιουσίας της DK Intercity Buses Λάρνακας Λτδ κ.ά., ECLI:CY:AD:2017:A256, Πολ. Έφ. Αρ. 388/2011, ημερ. 7.07.2017). Ωστόσο, το ζήτημα φαίνεται ήδη να έχει καλυφθεί από την πλευρά των αιτητών, οι οποίοι, μέσω της ένορκης δήλωσης του Φρίξου Βράχα ημερ. 20.11.2018, η οποία συνοδεύει την κυρίως αίτηση, ανάλογα το αναδεικνύουν προβάλλοντας τη θέση τους. Ομοίως, το αίτημα για παραχώρηση άδειας καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης μέσω της οποίας θα δίδεται απάντηση στον ισχυρισμό της εναγόμενης-ενιστάμενης σε σχέση με την εξέλιξη της έρευνας από την BNP Paribas Fortis, δεν φαίνεται να δικαιολογείται. Όπως ορθά υποδεικνύεται από την πλευρά της ενιστάμενης, με την σκοπούμενη παρουσίαση της επιστολής ημερ. 17.12.2018, επιχειρείται η επανάληψη ουσιαστικά των θέσεων των αιτητών επί του συζητούμενου, μέσω μάλιστα γεγονότος που έλαβε χώραν μετά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος φίμωσης. Ούτε η προσπάθεια εξασφάλισης άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε σχέση με το ζήτημα της επαναφοράς της εταιρείας FXC Energy (Cyprus) Ltd, στη βάση των αρχών της Νομολογίας που ρυθμίζουν ζητήματα ως τα υπό συζήτηση, φαίνεται να μπορεί να αντιμετωπιστεί θετικά για την πλευρά των αιτητών. Πέραν του γεγονότος ότι αποτελεί εξέλιξη μεταγενέστερη της μονομερούς έκδοσης του διατάγματος ημερ. 30.11.2018, το ζήτημα της επαναφοράς ή μη της ως άνω εταιρείας, έχοντας κατά νου το αντικείμενο της κυρίως αίτησης, ούτως ή άλλως δεν φαίνεται να αποτελεί ουσιώδη παράγοντα δυνάμενο να επηρεάσει την κατάληξη του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της κυρίως αίτησης, ημερ. 20.11.2018. Αντίθετα με τα πιο πάνω, η προσπάθεια εξασφάλισης άδειας του Δικαστηρίου για την παράθεση μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ένορκης δήλωσης της μεταφράστριας η οποία έχει προβεί στη μετάφραση εγγράφων τα οποία μαζί με τη μετάφραση τους έχουν ήδη τεθεί στο Δικαστήριο μέσω της ένορκης δήλωσης του XXXXX Βράχα, ημερ. 20.11.2018 (Τεκμήρια 2 και 3 στην εν λόγω ένορκη δήλωση), υπό τις ειδικότερες περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση κρίνεται δικαιολογημένη. Επισημαίνεται το γεγονός ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση ευθύς εξ΄ αρχής τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την κυρίως αίτηση τα ως άνω τεκμήρια, με τον ομνύοντα στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει και την υποστηρίζει ρητά να δηλώνει ότι αυτά συνοδεύονται με τη μετάφραση τους. Η όποια αβλεψία οδήγησε στη μη καταχώριση από το αρχικό στάδιο της σχετικής ένορκης δήλωσης του προσώπου που προέβη στη μετάφραση, δεν φαίνεται να αλλοιώνει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την ισχύουσα κατάσταση πράγματων ούτε να θέτει σε μειονεκτική θέση την πλευρά της εναγόμενης, στην οποίαν επίσης εξ΄ αρχής γνωστοποιήθηκαν τα σχετικά έγγραφα συνοδευόμενα με τις μεταφράσεις τους μέσω της επίδοσης της κυρίως αίτησης. Συνακόλουθα, ενόψει όλων όσων πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι έχει καταδειχθεί καλός λόγος για την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων εκ μέρους των εναγόντων-αιτητών, στην περιορισμένη έκταση ασφαλώς που πιο πάνω έχει προσδιοριστεί. Κατ΄ ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας, παρέχεται άδεια στους αιτητές για καταχώριση: (A) Συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του XXXXX Βράχα με περιεχόμενο ως οι παράγραφοι 1, 2 και 3Β της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης (Τεκμήριο 1Α στην ένορκη δήλωση του XXXXX Βράχα, ημερ. 12.02.2020). (B) Συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της XXXXX Νεοφύτου με περιεχόμενο ως οι παράγραφοι 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7 και 9 της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης (Τεκμήριο 1Β στην ένορκη δήλωση του XXXXX Βράχα, ημερ. 12.02.2020). Τα έξοδα της υπό συζήτηση αίτησης θα είναι έξοδα στην πορεία της κυρίως αίτησης. (Υπ.) ............ Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.