← Κύπρος

Χατζηνικολάου, διαχειριστής της περιουσίας της Αγκους Κάμερον ν. MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, Αρ.Αγωγής: 7978/2010, 23/3/2020

Χατζηνικολάου, διαχειριστής της περιουσίας της Αγκους Κάμερον ν. MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, Αρ.Αγωγής: 7978/2010, 23/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A635 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Τ.Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 7978/2010 Μεταξύ XXXXX Χατζηνικολάου, διαχειριστής της περιουσίας της XXXXX Αγκους Κάμερον Ενάγοντα και MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD Eναγομένης Ημερ.: 23.03.2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Σ.Αυγουστή για Παπαντωνίου & Παπαντωνίου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους: κα Λ.Σιακαλλή για Τάσο Παπαδόπουλο & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Καμία εμφάνιση κατά την απαγγελία της απόφασης. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας αξιώνει από την Εναγομένη τις πιο κάτω θεραπείες: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι οι Εναγόμενοι δεν μπορούν να αξιώνουν από την περιουσία της αποβιώσασας Γαλάτειας Άγκους Κάμερον, τέως από τη Λευκωσία, οττοιοδήττοτε ποσό υπερβαίνει το διπλάσιο του επιδικασθέντος υπέρ αυτών στις 14/11/1990 ποσού των ΛΚ98.352.12 με τόκο 9% το χρόνο από 01/04/1989, στην Αγωγή αρ. 8839/1989 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (στο εξής: «η Απόφαση»). Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται όπ το ποσό των €563.922,18 με τόκο 9% ετησίως επί ποσού €375.317,63 από 06/06/2010, ποσό το οποίο οι Εναγόμενοι αξιώνουν από την περιουσία της αποβιώσασας XXXXX Άγκους Κάμερον δεν ανταποκρίνεται στο πραγματικά οφειλόμενο ττοσό με βάση την υπό «Α» Απόφαση και/ή υπήρξε αποτέλεσμα, πρόσθεσης στο πραγματικά οφειλόμενο ποσό παράνομων και/ή αντισυμβατικών και/ή αδικαιολόγητων χρεώσεων και/ή ανατοκισμών και/ή άλλων μη επιτρεπτών χρεώσεων και/ή επήλθε ως αποτέλεσμα παράβασης και/ή παρακοής και/ή λανθασμένης εφαρμογής της αναφερόμενης υπό «Α» Απόφασης. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους να χρεώνουν τον λογαριασμό αρ. XXXXX1039 που διατηρούν σε σχέση με την αναφερόμενη υπό «Α» Απόφαση και/ή οποιονδήποτε άλλο λογαριασμό, με οποιοδήποτε ποσό υπερβαίνει το διπλάσιο του επιδικασθέντος στην αναφερόμενη υπό «Α» Απόφαση ποσού και/ή με οποιοδήποτε ποσό που επήλθε ως αποτέλεσμα παράνομων και/ή αντισυμβατικών και/ή αδικαιολόγητων χρεώσεων και/ή ανατοκισμών και/ή άλλων μη επιτρεπτών χρεώσεων και/ή επήλθε ως αποτέλεσμα παράβασης και/ή παρακοής και/ή λανθασμένης εφαρμογής της αναφερόμενης υπό «Α» Απόφασης. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνονται και/ή να διαγράφονται οποιεσδήποτε παράνομες και/ή αδικαιολόγητες και/ή αντισυμβατικές και/ή μη επιτρεπτές χρεώσεις διενήργησαν οι Εναγόμενοι στον λογαριασμό αρ. XXXXX1039 και/ή σε οποιονδήποτε άλλο λογαριασμό που διατηρούν σε σχέση με την αναφερόμενη υπό «Α» Απόφαση. Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι η διαδικασία για τον δημόσιο πλειστηριασμό του ακινήτου με αριθμό εγγραφής XXXXX Φύλ.Σχ. 21/54.5.1 τεμ. XXXXX στην ενορία Αγίων Ομολογητών, το οποίο είναι γραμμένο στο όνομα της XXXXX Αγκους Κάμερον, διαδικασία η οποία σχετίζεται με την αναφερόμενη υπό «Α» Απόφαση, είναι άκυρη και/ή στερούμενη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.» Με βάση τις λεπτομέρειες της Εκθεσης Απαίτησης, τη 14.11.1990 εκδόθηκε απόφαση, στα πλαίσια της αγωγής 8839/1989, που είχε καταχωρηθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, υπέρ της Εναγομένης και εναντίον της Γαλάτειας Αγκους Κάμερον, για το ποσό των ΛΚ 98.352,12 με τόκο 9% ετησίως από 01.04.89 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα. Να σημειωθεί ότι η Εναγομένη στην παρούσα διαδικασία ήταν ενάγουσα στην πιο πάνω αγωγή. Εκδόθηκε επίσης εναντίον της XXXXX Αγκους Κάμερον, διάταγμα πώλησης με δημόσιο πλειστηριασμό του ακινήτου με αριθμό εγγραφής XXXXX, που βρίσκεται στους Αγ. Ομολογητές στη Λευκωσία και θα αναφέρεται μετά απλώς ως το 'επίδικο ακίνητο'. Η XXXXX Αγκους Κάμερον ήταν εγγυήτρια του δανείου, που ήταν το αντικείμενο της απόφασης. Η Τράπεζα ζήτησε από το Κτηματολόγιο, τη 22.04.2010, την πώληση δια δημοσίου πλειστηριασμού του επιδίκου ακινήτου και καταχωρήθηκε για το σκοπό αυτό η Αίτηση 590/2010, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Ήταν στα πλαίσια της πιο πάνω Αίτησης που ο διαχειριστής της περιουσίας της XXXXX Αγκους Κάμερον, Ενάγοντας στην παρούσα διαδικασία, πληροφορήθηκε ότι η Τράπεζα αξιώνει, δυνάμει του εξ αποφάσεως χρέους, το ποσό των ευρώ 563.922,18 με τόκο 9% ετησίως επί του ποσού των ευρώ 357.317,63 από 06.06.2010 μέχρι εξόφλησης. Ο Ενάγοντας, ήτοι ο διαχειριστής της περιουσίας της XXXXX Αγκους Κάμερον, ισχυρίζεται ότι το ποσό που αξιώνει η Τράπεζα δεν ανταποκρίνεται στο πραγματικά οφειλόμενο ποσό καθότι υπερβαίνει το διπλάσιο του κεφαλαίου και το διπλάσιο του εξ αποφάσεως χρέους. Το ποσό αυτό περιλαμβάνει αντισυμβατικές και ή παράνομες και ή αδικαιολόγητες χρεώσεις και ή ανατοκισμούς. Η αξίωση του πιο πάνω ποσού αντιβαίνει τις πρόνοιες του περί Τόκου Νόμου του 1977 και τις μεταβατικές διατάξεις του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου, Ν 160(Ι)/1999. Ο Ενάγοντας καλεί το δικαστήριο να απαγορεύσει στην Εναγομένη να χρεώνει το λογαριασμό με αριθμό XXXXX1039 που διατηρεί σε σχέση με το εξ αποφάσεως χρέος και/ή οποιονδήποτε άλλο λογαριασμό, με οποιοδήποτε ποσό υπερβαίνει το διπλάσιο του κεφαλαίου που παραχώρησαν στην πρωτοφειλέτιδα εταιρεία επί του οποίου εξασφάλισαν το εξ αποφάσεως χρέος και για το οποίο η αποβιώσασα XXXXX Αγκους Κάμερον ήταν εγγυήτρια και/ή σε κάθε περίπτωση με οποιοδήποτε ποσό πέραν του διπλάσιου του εξ αποφάσεως χρέους. Μετά την καταχώριση της Έκθεσης Απαίτησης, η Εναγομένη καταχώρισε Αίτηση με την οποία ζήτησε τον παραμερισμό του Κλητηρίου Εντάλματος και διαζευκτικά τη διακοπή και ή αναστολή της διαδικασίας. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ο ομνύοντας ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι δεν υφίστατο οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα και ότι οι ενέργειες του Ενάγοντα αποσκοπούσαν στην ανατροπή της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης. Η Εναγομένη καταχώρισε ένσταση στην πιο πάνω αίτηση, τελικά όμως η αίτηση αποσύρθηκε. Η Εναγομένη καταχώρισε στη συνέχεια την Υπεράσπιση της. Στο δικόγραφο της παραδέχεται την έκδοση της απόφασης εναντίον της Εναγόμενης προσθέτει όμως ότι ουδέν ποσό έχει πληρωθεί μέχρι σήμερα έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Η Εναγόμενη εγείρει προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι το εξ αποφάσεως χρέος αποτελεί δεδικασμένο και ως εκ τούτου ο Ενάγοντας κωλύεται να προωθεί την υπό κρίση αγωγή. Το Δικαστήριο, λόγω του δεδικασμένου, στερείται εξουσίας να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Η υπόθεση τέθηκε ενώπιο μου για πρώτη φορά τη 17.10.2019, ότε και άρχισε η ακρόαση. Εκ μέρους του Ενάγοντα κατέθεσε μόνο ο ίδιος, ενώ εκ μέρους τη υπεράσπισης κατέθεσε ο XXXXX Βανέζης, υπάλληλος στη Τράπεζα Κύπρου. Συνοψίζω τη μαρτυρία τους. Ο Ενάγοντας υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση, η οποία αποτελεί στην ουσία επανάληψη των γεγονότων και των θέσεων που προβάλλει στην Εκθεση Απαίτησης. Κατάθεσε στο δικαστήριο ως τεκμήρια, αριθμό εγγράφων, μεταξύ των οποίων και τη Κατάσταση Λογαριασμού του επιδίκου χρέους από την 01.04.1989 μέχρι τη 30.06.2010 και το διάταγμα αναστολής του πλειστηριασμού του επιδίκου ακινήτου. Στη γραπτή δήλωση του αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι η Τράπεζα 'ολιγώρησε' στο να λάβει μέτρα εκτέλεσης της επίδικης απόφασης και θα ήταν άδικο, εικοσιεννέα

(29)έτη μετά την έκδοση της απόφασης η Τράπεζα να επιβαρύνει την περιουσία της αποβιωσάσης, 'με τέτοιο παράνομο και αδικαιολόγητο χρέος΄. Ο ίδιος, ήταν πάντα 'έτοιμος' να μεριμνήσει για την εξόφληση του επιδίκου χρέους, αντιμετώπιζε όμως την αρνητική στάση της Τράπεζας. Ο Ενάγοντας αντεξετάσθηκε, μεταξύ άλλων, για το αρχικό ποσό του δανείου και για τις διαδικασίες που προωθήθηκαν εκ μέρους της Τράπεζας για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου μέσω πλειστηριασμού και αναγνώρισε ότι αυτός, σε δύο τουλάχιστο περιπτώσεις έλαβε μέτρα για ακύρωση του πλειστηριασμού. Αναγνώρισε επίσης ότι το εξ αποφάσεως χρέος δεν έχει αποπληρωθεί κα συνεχίζει να υφίσταται. Ο XXXXX Βανέζη, ΜΥ1, ήταν ως ανέφερα και πιο πάνω, υπάλληλος στην Τράπεζα Κύπρου, στο Τμήμα Αναδιάρθρωσης και Ανάκτησης Χρεών. Το υπό κρίση χρέος, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, περιήλθε στη διαχείριση της Τράπεζας Κύπρου, ' μετά τη συνένωση των τραπεζών, Τράπεζας Κύπρου και Λαικής το 2013'. Ο μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο κατάσταση λογαριασμού του επιδίκου χρέους, τεκμήριο 10, η οποία διαφέρει από την κατάσταση που είχε αποσταλεί στον Ενάγοντα, τεκμήριο
  1. Εξήγησε ότι στην κατάσταση αυτή οι τόκοι δεν έχουν κεφαλαιοποιηθεί, σε αντίθεση με την κατάσταση, τεκμήριο 5, όπου οι τόκοι είναι κεφαλαιοποιημένοι. Η πιο πάνω κατάσταση καλύπτει τη χρονική περίοδο 01.04.1989 μέχρι 18.11.
  2. Τη 18.11.2019, το υπόλοιπο του χρέους ανερχόταν σε 629.882,20 ευρώ. Ο μάρτυρας αντεξέτάσθηκε σε σχέση με την πιο πάνω κατάσταση, η μαρτυρία του όμως δεν έχει στην ουσία αμφισβητηθεί. Με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιο του δικαστηρίου προκύπτει ότι δεν υπάρχει διάσταση μεταξύ των δύο μερών αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, η διαφορά τους εστιάζεται σε νομικό θέμα, κατά πόσο η Εναγόμενη δύναται να εισπράξει ποσό πέραν του διπλασίου του αρχικού κεφαλαίου του χρέους. Το πρώτο θέμα που με απασχόλησε είναι αυτό της διαδικασίας, κατά πόσο ο Ενάγοντας ορθά καταχώρισε την παρούσα αγωγή ή θα έπρεπε να είχε προωθήσει κάποιο άλλο δικονομικό μέτρο. Ο Ενάγοντας αξιώνει στην ουσία αναγνωριστική απόφαση ότι η Εναγόμενη δεν δικαιούται να εισπράξει οποιοδήποτε ποσό που υπερβαίνει το διπλάσιο του αρχικού χρέους ή του ποσού που έχει επιδικασθεί από το δικαστήριο στην αγωγή 8839/1989, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδώσει απόφαση με την οποία να αναγνωρίζει κάποιο δικαίωμα προβλέπεται από το άρθρο 41 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  3. Το παραθέτω αυτούσιο: «Έκαστον Δικαστήριο εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας θα έχει εξουσία όπως εκδίδει δεσμευτικές αναγνωρίσεις δικαιώματος, είτε ζητείται ή ηδύνατο να ζητηθεί οποιαδήποτε θεραπεία ή όχι». Το άρθρο 41 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 ανταποκρίνεται σχεδόν απόλυτα προς τη Διάταξη 25 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών. Στο Annual Practice του 1958 αναφέρεται ότι όπου δεν ζητείται ειδική θεραπεία (specific relief) εκτός από δήλωση (declaration) πρέπει να εξετάζεται από το Δικαστήριο με ιδιαίτερη προσοχή. Ως αναφέρεται χαρακτηριστικά στη σελ. 578: «But where specific relief, other than a declaration, is not claimed, the jurisdiction is one which should be exercised with great caution. ... The plaintiff must be entitled to relief in the fullest meaning of the word, but the relief claimed must be something which it would not be unlawful or unconstitutional, or inequitable for the Court to grant, or contrary to the accepted principles upon which the Court exercises its jurisdiction. » Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδίδεται αναγνωριστική απόφαση εξετάσθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Πεκρής v. Τζιαννάρου κ.ά.[1]. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση: «Συνήθως τα δικαστήρια εκδίδουν δηλωτική απόφαση σε σχέση με νομικά δικαιώματα. Όμως όπου με την αγωγή ζητείται μόνο αναγνωριστική απόφαση , χωρίς να ζητείται οποιαδήποτε άλλη θεραπεία, η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή (βλ Mellstrom v. Garner
(1970)2 All ER CA και Annual Practice 1958, σελ 578). Συχνά ζητείται αναγνωριστική απόφαση επί γεγονότων που δεν έχουν ακόμη προκύψει (Greenwich Healthcare National Health Service v. London and Quadrant Housing Trust and others
(1998)3 All ER 437 και Gasto Shipping Company Limited, ανωτέρω). Για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια υπέρ της έκδοσης αναγνωριστικής απόφασης, θα πρέπει να προκύπτει κάποιο χειροπιαστό όφελος για τον ενάγοντα (Maerkle v. British and Continental Fur Co Ltd
(1954)3 All ER 50 CA). Τα δικαστήρια δεν εκδίδουν αναγνωριστικές αποφάσεις για ακαδημαϊκά και μόνο ερωτήματα ( Howard v. Pickford Tool Co. Ltd
(1951)1 KB 417 CA ) ή όπου η απάντηση στο ερώτημα θα είναι μάταιη ή άνευ ουσιαστικής σημασίας. Στην προκειμένη περίπτωση οι δια ανταπαιτήσεως Εφεσίβλητοι δεν προσδιόρισαν κανένα αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Εφεσείοντα και ούτε έδειξαν ότι υπήρχε κάποιος ιδιαίτερος λόγος ή ότι θα προέκυπτε σε αυτούς κάποιο όφελος, ώστε να είναι αναγκαία η έκδοση δηλωτικής απόφασης υπέρ τους. Αν η έκδοση δηλωτικής απόφασης επιτρεπόταν να καταστεί τυπική διαδικασία τότε σε κάθε αγωγή που θα απορρίπτετο, θα μπορούσε να εκδοθεί δηλωτική απόφαση προς το αντίθετο. Όμως κάτι τέτοιο, χωρίς να υπάρχουν ειδικές ή άλλες περιστάσεις, όχι μόνο δεν είναι αναγκαίο αλλά ούτε προβάλλει τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Θεωρούμε ότι με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεν υπήρχε καμιά ιδιαίτερη περίσταση που να καθιστούσε την έκδοση δηλωτικής απόφασης αναγκαία Όλα τα θέματα μεταξύ των διαδίκων επιλύονταν την έκδοση δηλωτικής απόφασης αναγκαία.» Τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης είναι κάπως πρωτότυπα, εκδόθηκε απόφαση υπέρ της Τράπεζας και εναντίον της οφειλέτιδος, το 1990 για το οφειλόμενο ποσό πλέον τόκο προς 9%. Κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης ίσχυε ο περί Τόκου Νόμος του 1977 (2/1977) που προέβλεπε μεταξύ άλλων ότι το ποσό το οποίο μπορούσε να ανακτηθεί δια αγωγής, ως καθυστερημένος τόκος επί οποιουδήποτε χρέους, δεν θα έπρεπε να υπερβαίνει το ποσό του αρχικού χρέους ή της υποχρεώσεως, σε σχέση προς την οποία ο τόκος αυτός ήταν πληρωτέος[2]. Ο περί Τόκου Νόμος του 1977 (2/1977) καταργήθηκε από τον Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 (Ν160(Ι)/99), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ τη 01.01.
  1. Ο πιο πάνω Νόμος δεν περιλαμβάνει οποιοδήποτε περιορισμό ως προς το ποσό που μπορεί να εισπραχθεί, ως καθυστερημένος τόκος. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να επισημάνω ότι το ερώτημα που καλείται να απαντήσει σήμερα το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να προβλεφθεί από το Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση το 1990, στα πλαίσια της αγωγής 8839/
  2. Το όλο ζήτημα προέκυψε λόγω των συγκυριών που ανέφερα αμέσως πιο πάνω. Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι το συγκεκριμένο θέμα αποτελεί δεδικασμένο λόγω της απόφασης που εκδόθηκε το 1990, στα πλαίσια της αγωγής 8839/
  3. Η πιο πάνω απόφαση δεν περιλάμβανε οποιαδήποτε πρόνοια ως προς το ύψος του ποσού που μπορούσε να εισπραχθεί ως καθυστερημένος τόκος, ούτε θα αναμένετο να περιλάμβανε τέτοια πρόνοια, εφόσον το ύψος του ποσού που θα μπορούσε να εισπραχθεί ως τόκος προβλεπόταν ρητά στο Νόμο που ίσχυε κατά το δεδομένο χρόνο. Έγινε πρόνοια για το ύψος του επιτοκίου όχι όμως για το ύψος των καθυστερημένων τόκων που θα μπορούσαν να εισπραχθούν. Καταλήγω ότι δεν προκύπτει θέμα δεδικασμένου. Εκ μέρους της υπεράσπισης προβλήθηκε και η θέση ότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιο του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η Εναγόμενη στην παρούσα αγωγή, υπέρ της οποίας έχει εκδοθεί απόφαση στην αγωγή 8839/89, διεκδικεί όπως εισπράξει ως καθυστερημένους τόκους, ποσό μεγαλύτερο από αυτό που προβλεπόταν από το Νόμο 2/
  4. Αποτελεί δε κοινή θέση και των δύο μερών ότι το 2010 προωθήθηκε εκ μέρους της Τράπεζας, Εναγόμενης στην παρούσα αγωγή, διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου κτήματος δια δημοσίου πλειστηριασμού. Καταχωρήθηκε εκ μέρους του διαχειριστή, Ενάγοντα στην παρούσα υπόθεση, αίτηση αναστολής του πλειστηριασμού. Στα πλαίσια της πιο πάνω αίτησης διαφάνηκε ότι το ποσό που διεκδικεί η Τράπεζα, ως καθυστερημένους τόκους από την περιουσία της αποβιωσάσης, είναι πολύ μεγαλύτερο του αρχικού χρέους, πρόκειται για το ποσό των 563.922 ευρώ με τόκο 9% επί του ποσού των 375.317,63 ευρώ από 06.06.
  5. Προβληματίστηκα κατά πόσο το θέμα που καλείται να αποφασίσει σήμερα το Δικαστήριο θα μπορούσε να εγερθεί και να αποφασισθεί στα πλαίσια κάποιας άλλης διαδικασίας, ήτοι κατά την εκτέλεση της απόφασης που εκδόθηκε στην αγωγή 8839/
  6. Η απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική. Οι διαδικασίες για εκτέλεση κάποιας απόφασης δεν προσφέρονται για εξέταση τέτοιων θεμάτων ενώ σε κάποιες εξ αυτών δεν δίδεται καν η ευκαιρία στον Εναγόμενο να ακουσθεί. Κρίνω, με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιο μου ότι στην Έκθεση Απαίτησης προσδιορίζεται αγώγιμο δικαίωμα και κατ' επέκταση ο εξ αποφάσεως οφειλέτης νομιμοποιείτο να καταχωρίσει την υπό κρίση αγωγή και να ζητήσει την έκδοση αναγνωριστικής απόφασης. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την ουσία της υπόθεσης, κατά πόσο το ποσό των καθυστερημένων τόκων, με βάση τη δικαστική απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 8839/89, μπορεί να υπερβαίνει το ποσό του αρχικού χρέους ή όχι. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι κατά το χρόνο χορήγησης των επιδίκων δανείων και στη συνέχεια κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης στην αγωγή 8839/89, ήτοι το 1990 ίσχυε ο περί Τόκου Νόμος 2/
  7. Ως αναφέρω και πιο πάνω, ο Νόμος αυτός και συγκεκριμένα το άρθρο 6 περιλάμβανε ειδική πρόνοια ότι το ποσό το οποίο μπορούσε να ανακτηθεί δια αγωγής, ως καθυστερημένος τόκος επί οποιουδήποτε χρέους δεν θα έπρεπε να υπερβαίνει το ποσό του αρχικού χρέους ή της υποχρεώσεως, σε σχέση προς την οποία ο τόκος αυτός ήταν πληρωτέος[3]. Πληροφοριακά αναφέρω ότι η ίδια πρόνοια υπήρχε και στο προηγούμενο νόμο, περί Τόκου Νόμου, ΚΕΦ. 150, ο οποίος καταργήθηκε από το Νόμο 2/
  8. Ως αναφέρω και πιο πάνω το 2001 τέθηκε σε εφαρμογή ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 (Ν160(Ι)/99). Ο πιο πάνω Νόμος δεν περιλαμβάνει οποιαδήποτε περιορισμό ως προς το ποσό που μπορεί να εισπραχθεί, ως καθυστερημένος τόκος. Το ερώτημα που εγείρεται είναι με βάση ποιο νόμο θα πρέπει να υπολογισθούν οι καθυστερημένοι τόκοι στη συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση το Ν.2/77που ίσχυε κατά το χρόνο παροχής των πιστωτικών διευκολύνσεων και κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης ή με βάση το Ν160(Ι)/99 που ισχύει σήμερα. Αποτελεί βασική αρχή ότι ένας νόμος δεν έχει αναδρομική ισχύ εκτός αν γίνεται ρητή πρόνοια περί τούτου. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Maxwell on the Interpretation of Statutes, 12th ed., pp. 215, 216, 220, 221, 225: "Upon the presumption that the legislature does not intend what is unjust rests the leaning against giving certain statutes a retrospective operation. They are construed as operating only in cases or on facts which come into existence after the statutes were passed unless a retrospective effect is clearly intended. It is a fundamental rule of English law that no statute shall be construed to have a retrospective operation unless such a construction appears very clearly in the terms of the Act, or arises by necessary and distinct implication. The statement of the law contained in the preceding paragraph has been 'so frequently quoted with approval that it now itself enjoys 'almost judicial authority.' .................................... In general, when the substantive law is altered during the pendency of an action, the rights of the parties are decided according to the law as it existed when the action 'was begun, unless the new statute shows a clear intention to vary such rights. .................................... The rule against retrospective operation is a presumption only, and as such it may be overcome, not only by express words in the Act but also by circumstances sufficiently strong to displace it ." Καθοδηγητική είναι και η πιο κάτω αναφορά που γίνεται στο Halsbury's Laws of England, 5η έκδοση, τόμος 96, παράγραφος 1187: «Presumptions regarding retrospectivity. The presumptions that prevail on the question whether by implication an enactment is or is not intended to be retrospective are based initially on the nature of legislation, which gives rise to the general presumption against retrospectivity. Thereafter those presumptions depend on the concept of fairness. It is because of the general presumption against retrospectivity that an enactment will not normally be treated as retrospective even where to do so would not be unfair to any person. The presumption works in two ways: first, it is a tool of statutory interpretation that the courts apply when construing legislation, for which purpose it amounts to a presumption rebuttable by express words or necessary implication; secondly, it exerts a practical influence on the passage of legislation, being relied on by legislators in arguing against the imposition of retrospective legislation.» Σχετικές με το θέμα της αναδρομικότητας κάποιου νόμου είναι και οι πιο κάτω Κυπριακές αποφάσεις, στις οποίες υιοθετήθηκαν οι αρχές που παρατίθενται ανωτέρω: Millington-Ward v. Roubina,
(1970)1 C.L.R. 88, 105, 106 Christou v Pallikaras,
(1970)1 C.L.R. 152, 158, 160, "Avgi" Yerolakkos Buses Co Ltd. v. Psatha,
(1971)1 C.L.R. 1, 13, 14, Marabou Floating Restaurant Ltd. v The Republic,
(1973)3 C.L.R 397, 408, Zenonos v. The Republic
(1973)3 C.L.R. 437, 442, Constantinides v. The Republic
(1978)2 C.L.R. 337, 351, 352, Melajsj v M. & M., Georghiki Eteria Ltd.,
(1979)1. C.L.R. 748, 763-768, Constantinou v The Cyprus Telecommunications Authority,
(1980)3 C.L.R. 243, 255, 256 και Varnavides v ioannou,
(1982)1 CL.R. 263, 270-275. Στην Αγγλική απόφαση, R v Inhabitants of St Mary, Whitechapel[4] , που είναι καθοδηγητική επί του θέματος, έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα από τον Δικαστή Lord Denman: «It was said that the operation of the statute was confined to persons who had become widows after the Act passed, and that the presumption against a retrospective statute being intended supported this construction: but we have before shewn that the statute is in its direct operation prospective, as it related to future removals only, and that it is not properly called a retrospective statute because a part of the requisites for its action is drawn from time antecedent to its passing.» Και στην πιο πρόσφατη απόφαση L΄ Office Cherifien v. Yamashita Ltd (Lord Mustill)
(1994)1 All ER 20 έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα σε σχέση με την αναδρομικότητα των νόμων : «Μy Lords, it would be impossible now to doubt that the court is required to approach questions of statutory interpretation with a disposition, and in some cases a very strong disposition, to assume that a statute is not intended to have retrospective effect. Nor indeed would I wish to cast any doubt on the validity of this approach for it ensures that the courts are constantly on the alert for the kind of unfairness which is found in, for example, the characterisation as criminal of past conduct which was lawful when it took place, or in alterations to the antecedent natural, civil or familial status of individuals. Nevertheless, I must own to reservations about the reliability of generalised presumptions and maxims when engaged in the task of finding out what Parliament intended by a particular form of words, for they too readily confine the court to a perspective which threats all statutes, and all situations to which they apply, as if they were the same. This is misleading, for the basis of the rule is no more than simple fairness, which ought to be the basis of every legal rule. True it is that to change the legal character of a person's acts or omissions after an event will very often be unfair; and since it is rightly taken for granted that Parliament will rarely wish to act in a way which seems unfair it is sensible to look very hard at a statute which appears to have this effect, to make sure that this is what Parliament really intended. This is, however, no more than common sense, the application of which may be impeded rather than helped by recourse to formulate which do not adapt themselves to individual circumstances, and which tend themselves to become the subject of minute analysis, whereas what ought to be analysed is the statute itself.» Με βάση τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο λόγος που οι Νόμοι δεν εφαρμόζονται αναδρομικότητα είναι γιατί αυτό θα προκαλούσε αδικία στα πρόσωπα που επηρεάζονται απο τη θέσπιση του νόμου. Θα άλλαζε το νομικό χαρακτήρα των πράξεων και ή παραλείψεων των επηρεαζομένων προσώπων και κατ ΄επέκταση των δικαιωμάτων τους. Η αρχή που απαγορεύει την αναδρομική εφαρμογή των νόμων έχει ως βάση τη δικαιοσύνη που πρέπει να είναι η βάση κάθε νόμου. Σχετικές επί του θέματος είναι και οι Κυπριακές αποφάσεις Melaisi v. Georghiki Eteria
(1979)1 CLR 748, Liatsos v. Ponirou and Another
(1985)1 CLR 165 και Fatsita v. Fatsita & Another
(1988)1 CLR 210, στις οποίες υιοθετήθηκαν οι αρχές που παραθέτω ανωτέρω. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στην παρούσα υπόθεση, καταλήγω ότι το ποσό που μπορεί η Τράπεζα να ανακτήσει ως καθυστερημένο τόκο επί του χρέους, αντικείμενο της αγωγής 8839/1989 δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το ποσό του αρχικού χρέους ή της υποχρεώσεως, σε σχέση προς την οποία ο τόκος αυτός ήταν πληρωτέος[5]. Στα αιτητικά Α, Β και Γ, ο Ενάγοντας ζητά την έκδοση αναγνωριστικών αποφάσεων έχοντας ως βάση το εξ αποφάσεως χρέος. Ζητά από το δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Τράπεζα δεν δικαιούται να εισπράξει ως καθυστερημένους τόκους ποσό που θα υπερβαίνει το διπλάσιο του εξ αποφάσεως χρέους. Κρίνω ότι αυτό δεν συνάδει με τις πρόνοιες του Νόμου. Ο περί Τόκων Νόμος κάνει αναφορά σε αρχικό χρέος και όχι σε εξ αποφάσεως χρέος. Ενόψει τούτου, παρά το γεγονός ότι αναγνωρίζω το δικαίωμα του που πηγάζει από το περί Τόκων Νόμο καταλήγω ότι δεν θα ήταν ορθό να εκδοθεί απόφαση με τον τρόπο που είναι διατυπωμένα τα αιτητικά Α, Β και Γ. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα, με την οποία αναγνωρίζεται ότι η Εναγομένη δεν δύναται να αξιώνει από την περιουσία της αποβιώσασας XXXXX Άγκους Κάμερον, ως καθυστερημένους τόκους οποιοδήποτε ποσό που θα υπερβαίνει το ποσό του αρχικού χρέους ή της υποχρεώσεως, σε σχέση προς την οποία ο τόκος αυτός ήταν πληρωτέος. Σε σχέση με τα αιτητικά Δ και Ε κρίνω ότι αυτά καλύπτονται με την πιο πάνω αναγνωριστική απόφαση και δεν συντρέχει λόγος έκδοσης τους. Τα αιτητικά Δ και Ε απορρίπτονται. Τα έξοδα, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγομένης. Υπ.................................... Τερέζα Καρακάννα ΠΕΔ [1] Πολιτική Έφεση 93/2011, ημερομηνίας 18/01/2016. [2] Αρθρο 6 του Ν 2/77. [3] Αρθρο 6 του Ν 2/77. [4]
(1848)12 QB 120, 116 ER 811 [5] Αρθρο 6 του Ν 2/77. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.