Charbonded Ltd ν. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αγωγή αρ. 883/2017, 30/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A634 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 883/2017 Μεταξύ: Charbonded Ltd Ενάγουσας και Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόμενης Ημερομηνία: 30.01.2020 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ.Μ.Παναγίδης με κα Σ.Παπουή για Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη: κα Α.Αθανασιάδου με κα Πιερή για Γεωργιάδης & Πελίδης ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει από την Εναγόμενη τις πιο κάτω θεραπείες: Α. Διαταγή Δικαστηρίου διαγιγνώσκουσα ότι η εναγόμενη δεν νομιμοποιείται στην εκτέλεση της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 7/1/99 στην Αγωγή Αρ. 3382/95 - Ε.Δ. Λευκωσίας. Β. Διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα διαταγή του Δικαστηρίου διαγιγνώσκουσα ότι οι όροι των συμφωνιών ημερομηνίας 22/4/89 δεν δύναται να εκτελεσθούν και/ή είναι παράνομες, άδικοι και/ή παράνομοι και δε νομιμοποιούν τους Εναγόμενους σε οποιεσδήποτε αξιώσεις. Γ. Διαταγή του Δικαστηρίου διαγιγνώσκουσα ότι οι Εναγόμενοι επέβαλαν αυθαιρέτως και/ή παρανόμως και/ή καταχρηστικώς χρεώσεις και/ή επιβαρύνσεις επί των συμφωνιών εγγυήσεων και/ή καλύψεως ημερομηνίας 22/4/89 της Ενάγουσας. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο οι εναγόμενοι να διατάσσονται να διαγράψουν οποιαδήποτε ποσά έχουν χρεώσει στην ενάγουσα αυθαίρετα και/ή παράνομα και αντισυμβατικά κατά παράβαση του Νόμου και/ή κατά τρόπο καταχρηστικό και άδικο και τα οποία δεν προβλέπονται από τις μεταξύ των διαδίκων συμφωνίες και/ή τη δικαστική απόφαση ημερομηνίας 7/1/99 στην Αγωγή Αρ. 3382/95 - Ε.Δ. Λευκωσίας. Στην Έκθεση Απαίτησης που καταχωρήθηκε, αναφέρεται μεταξύ άλλων, ότι τον Ιανουάριο του 2017 η Εναγόμενη απέστειλε στην Ενάγουσα την Ειδοποίηση Τύπου «Θ», με βάση τις πρόνοιες της κείμενης νομοθεσίας για την πώληση ακινήτου δυνάμει δικαστικής απόφασης στα πλαίσια της αγωγής 3382/2005 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι καμιά συμβατική σχέση έχει με την Εναγόμενη και προβάλλει τις πιο κάτω θέσεις, τις οποίες κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσιες: «
- Η ενάγουσα ισχυρίζεται επίσης ότι η εναγόμενη εμποδίζεται από την απόφαση ημερ. 13/7/2001 η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της πολιτικής έφεσης 10430 να ισχυρίζεται κάτι διαφορετικό καθότι με την εν λόγω απόφαση επικυρώθηκε ότι στα πλαίσια της αγωγής 3382/95 η Τράπεζα που παραχώρησε το δάνειο ήγειρε και την αγωγή και συνεπώς η όποια συμφωνία μεταξύ της εναγόμενης και της Barclays δεν επηρεάζει την συμβατική σχέση μεταξύ της εναγόμενης και της Barclays.
- H ενάγουσα επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη δεν δύναται να επικαλείται την ανάληψη από αυτήν του συνόλου των εγχώριων εργασιών της τράπεζας Barclays καθότι προηγήθηκε της έκδοσης της απόφασης στην 3382/95 και η ίδια δεν κατέστη διάδικος στην αγωγή.
- Η ενάγουσα διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα με τα πιο πάνω ισχυρίζεται ότι όσον υπάρχει ισχυριζόμενη εκχώρηση δικαιωμάτων και/ή μεταβίβαση συμφερόντων ή αλλαγή ονόματος η εναγόμενη όφειλε να τροποποιήσει τον τίτλο της διαδικασίας και/ή να καταστεί διάδικος κάτι που η εναγόμενη δεν έχει πράξει ούτε καν στα πλαίσια της δευτεροβάθμιας διαδικασίας.» Η Εναγόμενη καταχώρισε Υπεράσπιση με την οποία αμφισβητεί τις αξιώσεις της Ενάγουσας και εγείρει τις πιο κάτω προδικαστικές ενστάσεις. Ι. Η Ενάγουσα κωλύεται να προωθεί την υπό κρίση αγωγή λόγω δεδικασμένου και συγκεκριμένα της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην αγωγή 3382/95, ημερομηνίας 7.01.99 και της απόφασης στην Έφεση υπ΄ αριθμό 10430, η οποία ηγέρθη από την Ενάγουσα στην παρούσα αγωγή (ως εγγυήτρια) καθώς και από τους Μ.Α. Goodvalue Suppliers Ltd (Πρωτοφειλέτη) και από τους XXXXX Αλωνεύτη, XXXXX Αλωνεύτη, Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ (ως εγγυητές), κατά της πρωτόδικης απόφασης. ΙΙ. Η Ενάγουσα κωλύεται λόγω της συμπεριφοράς της (estoppel by conduct ή estoppel en pais) να προωθεί την αγωγή. Η ένσταση αυτή εδράζεται στις πιο κάτω παραμέτρους: «(α) Η Ενάγουσα με επιστολές της αποδέχτηκε την Εναγόμενη ως το πρόσωπο το οποίο έχει δικαίωμα να εισπράξει την Πρωτόδικη Απόφαση και επιχείρησε να εξασφαλίσει μέσω διαπραγματεύσεων με την Εναγόμενη, την πληρωμή μικρότερου ποσού από το οφειλόμενο. Ως εκ τούτου, η όλη συμπεριφορά και οι ενέργειες της Ενάγουσας συνιστούν κώλυμα και/ή ανεπίτρεπτη συμπεριφορά. (β) Ο ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι η Εναγόμενη δεν δικαιούται στην εκτέλεση της Πρωτόδικης Απόφασης και/ή γενικότερα ότι η Εναγόμενη δεν δικαιούται να επικαλείται ότι έχει υπεισέλθει σε όλα τα δικαιώματα που είχε η Barclays Bank Plc πριν τη υλοποίηση της συμφωνίας μεταξύ αυτής και της Εναγόμενης, έχουν αποφασιστεί και στην Πολιτική Έφεση αρ.315/2005 μεταξύ XXXXX Αλωνεύτη και Ελληνικής Τράπεζας, ημερ. 29/3/
- Η Πολιτική Έφεση αρ.315/2005, αφορούσε διαδικασία πτώχευσης εναντίον του XXXXX Αλωνεύτη, ο οποίος ήταν ένας από τους Εναγόμενους στην Αγωγή. Το Εφετείο στην εν λόγω Πολιτική Έφεση αρ.315/2005, απέρριψε τον ισχυρισμό του XXXXX Αλωνεύτη ότι το εξ αποφάσεως χρέος στην Πρωτόδικη Απόφαση δεν οφειλόταν στην Ελληνική Τράπεζα Λτδ, αλλά στην Barclays Bank Plc.» ΙΙΙ. Η αγωγή είναι καταχρηστική και ή καταχωρήθηκε για να εξυπηρετήσει αλλότριους σκοπούς, ήτοι να καθυστερήσει τη διαδικασία εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης. Η ένσταση εδράζεται στις ακόλουθες δύο παραμέτρους, τις οποίες παραθέτω αυτούσιες: «(α) Όλα τα ζητήματα και/ή αξιώσεις που εγείρονται από την Ενάγουσα με την παρούσα αγωγή έχουν αποφασισθεί τελεσίδικα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Πολιτική Έφεση υπ' αριθμό 10430 και/ή στην Πολιτική Έφεση υπ' αριθμό 315/2005 και/ή η Ενάγουσα καταχρηστικά ζητά εκ νέου την εξέταση τους και/ή η Ενάγουσα προωθεί την παρούσα Αγωγή για αλλότριους σκοπούς και/ή για να καθυστερήσει την Εναγόμενη από την εκτέλεση της Πρωτόδικης Απόφασης. (β) Άνευ βλάβης των πιο πάνω, είναι η θέση της Εναγόμενης ότι μετά την έκδοση της Πρωτόδικης Απόφασης η Εναγόμενη προχώρησε με μέτρα για είσπραξη της. Η Ενάγουσα θα μπορούσε και/ή θα έπρεπε και/ή όφειλε εάν ήθελε να προβάλει τους εν λόγω ισχυρισμούς της στα πλαίσια των δικαστικών διαδικασιών αυτών. Ως εκ τούτου, η Ενάγουσα κωλύεται να επανέρχεται με ζητήματα τα οποία είτε έθεσε και απορρίφθηκαν είτε δεν έθεσε ενώ είχε τη δυνατότητα να θέσει αλλά δεν το έπραξε. Περαιτέρω η Ενάγουσα κωλύεται λόγω του χρόνου που παρήλθε να εγείρει τώρα το θέμα νομιμοποίησης της Εναγόμενης για είσπραξη της Πρωτόδικης Απόφασης και/ή καταχρηστικά το εγείρει τώρα και/ή για αλλότριους σκοπούς και/ή συγκεκριμένα για να καθυστερήσει την διαδικασία που ξεκίνησε η Εναγόμενη πρόσφατα για εκποίηση του του ακινήτου το οποίο βαρύνεται με την υποθήκη Υ3413/89 και το οποίο ακίνητο εξασφαλίζει την πληρωμή του εξ' αποφάσεως χρέους της Πρωτόδικης Απόφασης». Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν τα πιο κάτω παραδεκτά γεγονότα:
- Περί τον Απρίλιο του 1989 η Μ.Α. Goodvalue Suppliers Ltd συνήψε συμφωνία δανείου ύψους Λ.Κ. 250.000 με την Barclays Bank Plc. Ως εξασφάλιση της πληρωμής του χρεωστικού υπολοίπου του εν λόγω δανείου, η Ενάγουσα υπέγραψε συμφωνία εγγύησης για το ποσό των Λ.Κ. 250.000 πλέον τόκους προς 9%.
- Στις 13/4/1995 καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας η αγωγή υπ' αριθμό 3382/1995 από την Barclays Bank Plc, ως Ενάγουσας εναντίον της Μ.Α. Goodvalue Suppliers Ltd ως Πρωτοφειλέτης και των XXXXX Αλωνεύτης, XXXXX Αλωνεύτης, Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ, Charbonded Ltd και Ακίνητα Χαρίλαου Αλωνεύτη Λτδ, ως εγγυητών (στο εξής η «Αγωγή με Αρ.3382/95»).
- Η Αγωγή με Αρ. 3382/95, αφορούσε, ανάμεσα σε άλλα, αξίωση της Barclays Bank Plc για το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου το οποίο αναφέρεται πιο πάνω στην παράγραφο 1, για παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων στην Μ.Α. Goodvalue Suppliers Ltd δυνάμει σχετικής συμφωνίας δανείου και αξιώσεις εναντίον των παροχέων εξασφαλίσεων αναφορικά με τις παρεχόμενες στην Μ.Α. Goodvalue Suppliers Ltd πιστωτικές διευκολύνσεις. Ανάμεσα στις εξασφαλίσεις που είχαν δοθεί για εξασφάλιση και εγγύηση των πιο πάνω πιστωτικών διευκολύνσεων ήταν και η σύσταση υπό της Μ.Α Goodvalue Suppliers Ltd υπέρ της Barclays Bank Plc, περί τις 22/04/1989 της Σύμβασης και Δήλωσης Υποθηκεύσεως Ακινήτου υπ' αρ. XXXXX /89 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας για το ποσό των Λ.Κ.250.000.- πλέον τόκο προς 9% ετησίως επί του εν λόγω ποσού από τις 22/04/89, πλέον έξοδα.
- Στα πλαίσια της Αγωγής με Αρ. 3382/95, οι εκεί Εναγόμενοι καταχώρισαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση.
- Οι αναφερόμενες στην παρούσα Έκθεση Απαίτησης πιστωτικές διευκολύνσεις, οι οποίες παραχωρήθηκαν στην Μ.Α. Goodvalue Suppliers Ltd υπό μορφή δανείου και οι αναφερόμενες, στην παρούσα Έκθεση Απαίτησης εξασφαλίσεις και/ή εγγυήσεις και/ή ενυπόθηκες εξασφαλίσεις και/ή η συμφωνία εγγύησης της Ενάγουσας, οι οποίες δόθηκαν σε σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες αναφέρονται στην παρούσα αγωγή είναι οι ίδιες με τις πιστωτικές διευκολύνσεις και τις εξασφαλίσεις που αναφέρονται στην Αγωγή με Αρ. 3382/
- Στις 07/01/1999 στα πλαίσια της Αγωγής με Αρ. 3382/95, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εξέδωσε απόφαση (στο εξής η «Απόφαση στην Αγωγή με Αρ. 3382/95»), μετά από ακροαματική διαδικασία με την οποία διέταξε και επιδίκασε όπως οι Εναγόμενοι, Μ.Α. Goodvalue Suppliers Ltd, XXXXX Αλωνεύτης, XXXXX Αλωνεύτης, Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ, Charbonded Ltd και Ακίνητα Χαρίλαου Αλωνεύτη Λτδ πληρώσουν στην Barclays Bank Plc το ποσό των Λ.Κ. 223.695,08 με τόκο 9% το χρόνο επί του ποσού των Λ.Κ.134.688,59 από 16/12/1994 μέχρι εξοφλήσεως πλέον τα έξοδα της αγωγής. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διέταξε την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου του Εναγόμενου 1, ήτοι της Μ.Α. Goodvalue Suppliers Ltd προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους και των εξόδων, ήτοι την εκποίηση της υποθήκης XXXXX /89 προς πληρωμή του ποσού των Λ.Κ. 223.695,08 πλέον τόκοι προς 9% ετησίως επί ποσού Λ.Κ. 134.688,59 από 16/12/94 μέχρι τελείας εξοφλήσεως. Περαιτέρω με την Απόφαση στην Αγωγή με Αρ. 3382/95 το Δικαστήριο απέρριψε την ανταπαίτηση των εκεί Εναγόμενων. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α.
- Οι Μ.Α. Goodvalue Suppliers Ltd, XXXXX Αλωνεύτης, XXXXX Αλωνεύτης, Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ, Charbonded Ltd και Ακίνητα Χαρίλαου Αλωνεύτη Λτδ καταχώρησαν την πολιτική έφεση υπ' αριθμό 10430 κατά της Απόφασης στην Αγωγή υπ' αριθμό 3382/1995 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και το Ανώτατο Δικαστήριο με απόφαση του ημερομηνίας 13/07/2001 απέρριψε την έφεση. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β.
- Η Εναγόμενη, Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, δυνάμει συμφωνίας 01/04/1996, εξαγόρασε τις εγχώριες εργασίες και επιχείρηση της Barclays Bank Plc στην Κύπρο, τις εξασφαλίσεις και γενικά τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού της Barclays Bank Plc με καθορισμένο χρόνο μεταβίβασης την 30/04/
- Η Εναγόμενη με δημοσίευση της στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά ή περί την 08/08/1997 γνωστοποίησε ότι οι μεταβιβαζόμενες εργασίες και η επιχείρηση της Barclays Bank Plc μεταβιβάστηκαν και αποκτήθηκαν από την Εναγόμενη κατά ή περί την 30/04/
- Η Ενάγουσα ουδέν ποσό έχει καταβάλει μέχρι σήμερα έναντι της Απόφασης στην Αγωγή με Αρ. 3382/
- 11.Πρόσφατα, η Εναγόμενη ξεκίνησε δυνάμει του Μέρους VΙΑ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν.9/1965ως έχει τροποποιηθεί, διαδικασία για εκποίηση του ακινήτου το οποίο βαρύνεται με την υποθήκη XXXXX/89 η οποία υποθήκη εξασφαλίζει την πληρωμή των πιστωτικών διευκολύνσεων οι οποίες αναφέρονται τόσο στην παρούσα αγωγή όσο και στην Αγωγή με Αρ. 3382/
- Με βάση τα παραδεκτά γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιο του δικαστηρίου προκύπτει ότι η σύμβαση δανείου, αντικείμενο της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής, αποτέλεσε το αντικείμενο της αγωγής 3382/95, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε, την 07/01/1999, απόφαση υπέρ της Barclays Bank Plc και εναντίον έξι εναγόμενων, μεταξύ των οποίων ήταν και η Ενάγουσα στην παρούσα αγωγή. Η απόφαση επικυρώθηκε από το Εφετείο την 13/07/2001, στα πλαίσια της έφεσης
- Εν τω μεταξύ, προτού καν εκδοθεί απόφαση από το πρωτόδικο δικαστήριο και στη συνέχεια από το Εφετείο, η Barclays Bank Plc εξαγοράσθηκε από την Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, που είναι η εναγόμενη στην παρούσα αγωγή. Η εξαγορά έλαβε χώρα το 1996 και δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας με σχετική γνωστοποίηση το 1997 . Εκείνο που στην ουσία ζητά η Ενάγουσα με την υπό κρίση αγωγή είναι αναγνωριστική απόφαση ότι η Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ήτοι η Εναγόμενη, δεν νομιμοποιείται στην εκτέλεση της απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 3382/95 υπέρ της Barclays Bank Plc, την οποία η Εναγόμενη έχει εξαγοράσει από το
- Η εξαγορά της μιας τράπεζας από την άλλη έγινε με βάση τον περί Μεταβίβασης Τραπεζικών Εργασιών και Εξασφαλίσεων Νόμο 64
(1)του
- Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Νόμου, κατά το χρόνο μεταβίβασης, ' . οι μεταβιβαζόμενες εργασίες και η επιχείρηση της εξαγορασθείσας Τράπεζας .μεταβιβάζονται προς και αποκτώνται από την αποκτώσα Τράπεζα». Οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα που έχει η εξαγορασθείσα Τράπεζα δεν τερματίζεται και ή διακόπτεται λόγω της μεταβίβασης αλλά συνεχίζει να κατέχεται από την αποκτώσα Τράπεζα. Σχετική είναι η πρόνοια του άρθρου 6 του Νόμου, την οποία παραθέτω αμέσως πιο κάτω, αυτούσια: «
- Οποιαδήποτε αγωγή, διαιτησία ή διαδικασία και οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα που κατά το χρόνο μεταβίβασης εκκρεμεί ή υφίσταται υπό ή εναντίον ή προς όφελος της εξαγορασθείσας Τράπεζας δε θα τερματίζεται ούτε θα διακόπτεται ούτε θα επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς λόγω των προνοιών του παρόντος Νόμου, αλλά θα μπορεί να καταχωρείται ή να συνεχίζεται ή να εκτελείται υπό ή εναντίον ή προς όφελος της αποκτώσας Τράπεζας, όπως ίσχυε πριν από το χρόνο μεταβίβασης για την εξαγορασθείσα Τράπεζα». Με βάση τα πιο πάνω προκύπτει ότι οποιοδήποτε δικαίωμα απέκτησε η Barclays Bank Plc δυνάμει της απόφασης, ημερομηνίας 07/01/1999, που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 3382/95, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, μεταβιβάσθηκε στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ήτοι στην Εναγόμενη. Μετά την εξαγορά της μιας Τράπεζας από την άλλη, η αποκτώσα Τράπεζα είχε δικαίωμα να αποταθεί στο Δικαστήριο, με μονομερή αίτηση και να ζητήσει όπως η διαδικασία συνεχίσει με διάδικο την ιδία, σε αντικατάσταση της εξαγορασθείσας Τράπεζας. Σχετικές είναι η Δ.12 θ.4 και η Δ.40 θ.8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το κείμενο των οποίων παραθέτω αμέσως πιο κάτω για σκοπούς εύκολης αναφοράς. « Δ.12 θ4 Where by reason of death, bankruptcy, or any other event occurring after the commencement of a cause or matter, and causing a change or transmission of interest or liability, or by reason of any other person interested coming into existence after the commencement of the cause or matter, it becomes necessary or desirable that any person not already a party should be made a party in another capacity, an order that the proceedings shall be carried on between the continuing parties, and such new party or parties, may be obtained ex parte on application to the Court or a Judge, upon an allegation of such a change, or transmission of interest or liability, or of any such person interested having come into existence». ... « Δ.40 θ.8 Όταν παρέλθουν δέκα έτη από την απόφαση ή την ημερομηνία του διατάγματος, ή όταν έχει γίνει οποιαδήποτε αλλαγή στους διαδίκους οι οποίοι δικαιούνται ή υπόκεινται σε εκτέλεση ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση μπορεί να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο ή στο Δικαστή για άδεια να εκτελέσει ανάλογα. Και το Δικαστήριο ή ο Δικαστής εάν ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος, ο οποίος υποβάλλει την αίτηση αυτή, δικαιούται να εκτελέσει, μπορεί να εκδώσει διάταγμα προς αυτό το σκοπό, ή μπορεί να διατάξει όπως οποιοδήποτε επίδικο θέμα ή ζήτημα αναγκαίο για να αποφασιστούν τα δικαιώματα των διαδίκων εκδικαστεί με οποιοδήποτε από τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να εκδικαστεί οποιοδήποτε ζήτημα σε αγωγή. Και σε κάθε μια από τις περιπτώσεις το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να επιβάλει τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή διαφορετικά, οι οποίοι θα είναι δίκαιοι». Η Δ.12 θ.4 και συγκεκριμένα το πεδίο εφαρμογής της εξετάσθηκε στην απόφαση Σπανού άλλως Καφφά κ.α. ν. Καφφά[1] , όπου τονίσθηκε μεταξύ άλλων ότι η εφαρμογή της δεν περιορίζεται στο προ της αποφάσεως στάδιο αλλά επεκτείνεται και στο στάδιο μετά την έκδοση της απόφασης. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Και η Δ.12 θ.4 ρυθμίζει τα του διατάγματος για συνέχιση της διαδικασίας μεταξύ των υφισταμένων διαδίκων και του καθισταμένου αναγκαίου νέου διαδίκου. Ούτε περιορίζεται η Δ.12 στο προ της αποφάσεως στάδιο. Και λογικά. Εφόσον μετά την έκδοση αποφάσεως υπάρχει δικαίωμα εφέσεως, όπως και άλλα ζητήματα, υπάρχει και "cause or matter" το οποίο συνεχίζει και το οποίο καθιστά αναγκαία τη διεκπεραίωση της διαδικασίας για να αποφασισθούν τελεσίδικα τα επίδικα θέματα, ώστε να είναι δυνατή η επίκληση της Δ.
- Όπως παρατήρησε με γενικότερη αναφορά ο Jessel, M. R., στην υπόθεση Salt v. Cooper [1880] 16 Ch.D. 544, C.A., στη σελ. 551: "A cause is still pending even though there has been final judgment given ...». Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν και στην πιο πρόσφατη απόφαση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της D.K. INTERCITY BUSES LARNACA LTD[2], στην οποία τονίσθηκε μεταξύ άλλων ότι οι πρόνοιες της Δ.12 δεν καθίστανται απενεργές στις περιπτώσεις που υπάρχει τελεσίδικη απόφαση και ότι ενόσω μια τελεσίδικη απόφαση παραμένει ανικανοποίητη, συνεχίζει να υπάρχει επίδικο θέμα. Η Εναγόμενη, επικαλούμενη όλες τις πιο πάνω αρχές εισηγείται ότι η αγωγή καταχωρήθηκε καταχρηστικά καθότι η Ενάγουσα δεν αποκάλυψε με το δικόγραφο της, οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της, για το οποίο να υπάρχει λόγος να αναγνωρισθεί από το Δικαστήριο. Προς υποστήριξη της εισήγησης της επικαλείται το άρθρο 41 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, που προνοεί τα πιο κάτω: «Έκαστον Δικαστήριο εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας θα έχει εξουσία όπως εκδίδει δεσμευτικές αναγνωρίσεις δικαιώματος, είτε ζητείται ή ηδύνατο να ζητηθεί οποιαδήποτε θεραπεία ή όχι». Το άρθρο 41 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 ανταποκρίνεται σχεδόν απόλυτα προς τη Διάταξη 25 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών. Στο Annual Practice του 1958 αναφέρεται ότι όπου δεν ζητείται ειδική θεραπεία (specific relief) εκτός από δήλωση (declaration), το θέμα πρέπει να εξετάζεται από το Δικαστήριο με ιδιαίτερη προσοχή. Ως αναφέρεται χαρακτηριστικά στη σελ. 578: «But where specific relief, other than a declaration, is not claimed, the jurisdiction is one which should be exercised with great caution. ... The plaintiff must be entitled to relief in the fullest meaning of the word, but the relief claimed must be something which it would not be unlawful or unconstitutional, or inequitable for the Court to grant, or contrary to the accepted principles upon which the Court exercises its jurisdiction. » Στην υπό κρίση υπόθεση, ως αναφέρω και πιο πάνω, εκείνο που ζητούν οι Ενάγοντες είναι την έκδοση αρνητικής διακήρυξης. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδίδεται τέτοια διακήρυξη εξετάστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Gasto Ship. Comp. Ltd v. Meneag Sqm Ltd κ. ά. (Αρ. 2)[3]. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Από τα νομολογηθέντα προκύπτουν τα εξής: (α) Η έκδοση αρνητικής διακήρυξης εκδίδεται σε εξαιρετικές περιστάσεις. (β) Αξιώσεις για αρνητικές διακηρύξεις πρέπει να προσεγγίζονται με μεγάλη περίσκεψη και να υποβάλλονται σε ενδελεχή έρευνα. (γ) Πρέπει να εξετάζεται η ωφελιμότητα της έκδοσης μια αρνητικής διακήρυξης. (δ) Πρέπει να εξετάζεται κατά πόσο δεν θα αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη αν δεν εκδοθεί μια αρνητική διακήρυξη.» Παρόμοιο θέμα απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Πεκρής v. Τζιαννάρου κ.ά.[4]. Σε εκείνη την υπόθεση ο Ενάγοντας διεκδίκησε με αγωγή από τους Εναγόμενους, κάποιο ποσό για παράβαση προφορικής συμφωνίας και διαζευκτικά για άδικο πλουτισμό. Οι Εναγόμενοι με Ανταπαίτηση αξίωσαν αναγνωριστική απόφαση ότι ουδέν ποσόν όφειλαν στον Ενάγοντα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή και έκδωσε απόφαση υπέρ των Εναγόμενων στα πλαίσια της Ανταπαίτησης. Έκδωσε απόφαση δια της οποίας αναγνώρισε πως η επίδικη συμφωνία ουδέποτε συνάφθηκε και αναγνωριστική απόφαση ότι οι Εναγόμενοι δεν όφειλαν στον Ενάγοντα τα ποσά που αυτός διεκδικούσε δια της αγωγής του. Η πρωτόδικη απόφαση εφεσιβλήθηκε. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η Ανταπαίτηση εξετάστηκε συνοπτικά και ο τρόπος εξέτασής της δεν μπορούσε να θεωρηθεί επαρκής αιτιολογία. Έκρινε επίσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προβληματίστηκε για το κατά πόσο θα έπρεπε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια δυνάμει του άρθρου 41 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 υπέρ της έκδοσης αναγνωριστικής απόφασης. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση: «Συνήθως τα δικαστήρια εκδίδουν δηλωτική απόφαση σε σχέση με νομικά δικαιώματα. Όμως όπου με την αγωγή ζητείται μόνο αναγνωριστική απόφαση , χωρίς να ζητείται οποιαδήποτε άλλη θεραπεία, η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή (βλ Mellstrom v. Garner
(1970)2 All ER CA και Annual Practice 1958, σελ 578). Συχνά ζητείται αναγνωριστική απόφαση επί γεγονότων που δεν έχουν ακόμη προκύψει (Greenwich Healthcare National Health Service v. London and Quadrant Housing Trust and others
(1998)3 All ER 437 και Gasto Shipping Company Limited, ανωτέρω). Για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια υπέρ της έκδοσης αναγνωριστικής απόφασης, θα πρέπει να προκύπτει κάποιο χειροπιαστό όφελος για τον ενάγοντα (Maerkle v. British and Continental Fur Co Ltd
(1954)3 All ER 50 CA). Τα δικαστήρια δεν εκδίδουν αναγνωριστικές αποφάσεις για ακαδημαϊκά και μόνο ερωτήματα ( Howard v. Pickford Tool Co. Ltd
(1951)1 KB 417 CA ) ή όπου η απάντηση στο ερώτημα θα είναι μάταιη ή άνευ ουσιαστικής σημασίας. Στην προκειμένη περίπτωση οι δια ανταπαιτήσεως Εφεσίβλητοι δεν προσδιόρισαν κανένα αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Εφεσείοντα και ούτε έδειξαν ότι υπήρχε κάποιος ιδιαίτερος λόγος ή ότι θα προέκυπτε σε αυτούς κάποιο όφελος, ώστε να είναι αναγκαία η έκδοση δηλωτικής απόφασης υπέρ τους. Αν η έκδοση δηλωτικής απόφασης επιτρεπόταν να καταστεί τυπική διαδικασία τότε σε κάθε αγωγή που θα απορρίπτετο, θα μπορούσε να εκδοθεί δηλωτική απόφαση προς το αντίθετο. Όμως κάτι τέτοιο, χωρίς να υπάρχουν ειδικές ή άλλες περιστάσεις, όχι μόνο δεν είναι αναγκαίο αλλά ούτε προβάλλει τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Θεωρούμε ότι με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεν υπήρχε καμιά ιδιαίτερη περίσταση που να καθιστούσε την έκδοση δηλωτικής απόφασης αναγκαία Όλα τα θέματα μεταξύ των διαδίκων επιλύονταν την έκδοση δηλωτικής απόφασης αναγκαία.» Στρεφόμενη στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης παρατηρώ ότι η εξαγορά της μιας τράπεζας από την άλλη έγινε με βάση τον περί Μεταβίβασης Τραπεζικών Εργασιών και Εξασφαλίσεων Νόμο 64
(1)του 1997 και ότι οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα που είχε η εξαγορασθείσα Τράπεζα δεν τερματίζεται και ή διακόπτεται λόγω της μεταβίβασης αλλά συνεχίζει να κατέχεται από την αποκτώσα Τράπεζα, ήτοι την Εναγόμενη, σχετική είναι η πρόνοια του άρθρου 6 του Νόμου. Το δικαίωμα που απέκτησε η Barclays Bank Plc δυνάμει της απόφασης, ημερομηνίας 07/01/1999, που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 3382/95, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, μεταβιβάσθηκε στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ήτοι στην Εναγόμενη. Παρατηρώ επίσης ότι η Εναγόμενη δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνο να λάβει τα δέοντα δικονομικά μέτρα και να αιτηθεί όπως καταστεί διάδικος στη διαδικασία (Δ.12 θ.8) και ή να ζητήσει άδεια εκτέλεσης της πιο πάνω απόφασης (Δ.40 θ. 12). Η Ενάγουσα με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή δεν προσδιόρισε κάποιο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγόμενης. Εκείνο που στην ουσία ζητά είναι δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη δεν δικαιούται να ασκήσει τα πιο πάνω δικαιώματα της, που προνοούνται από το Νόμο και τους Θεσμούς. Η απαίτηση της Ενάγουσας εναντίον της Εναγόμενης δεν εδράζεται σε οποιοδήποτε νομικό δικαίωμα και κατ' επέκταση δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 41 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και οι αρχές της νομολογίας που παρέθεσα πιο πάνω, για έκδοση δηλωτικής απόφασης. Καταλήγω ότι η καταχώριση της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή έγινε καταχρηστικά και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί. Η Εναγομένη εγείρει και θέμα δεδικασμένου, θέση την οποία απορρίπτει η Ενάγουσα. Η Ενάγουσα υποστηρίζει ότι η Εναγομένη στην παρούσα διαδικασία, ήτοι η Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, δεν είναι το ίδιο νομικό πρόσωπο με την Barclays Bank PLC, υπέρ της οποίας εκδόθηκε απόφαση στο πλαίσιο της αγωγής 3382/95. Παρόμοιο θέμα, με αυτό που καλείται σήμερα να αποφασίσει το δικαστήριο, εξετάσθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γαβριήλ και Αγαπίου[5]. Η κα. Αγαπίου και η κα. Γαβριήλ, ήταν ιδιοκτήτριες δύο όμορων κτημάτων. Το 1990, η πρώτη ενήγαγε τη δεύτερη για επέμβαση στο ακίνητό της. Εκκρεμούσης της εκδίκασης της αγωγής, η εναγόμενη, η κα. Γαβριήλ, μεταβίβασε το κτήμα στα τρία παιδιά της, υπό την αίρεση της επικαρπίας, την οποία επιφύλαξε υπέρ της και του συζύγου της. Το 1994 η κα Αγαπίου απέσυρε την αγωγή χωρίς επιφύλαξη και το Δικαστήριο την απέρριψε άνευ όρων με έξοδα σε βάρος της. Στη συνέχεια η κα. Αγαπίου μεταβίβασε το κτήμα στο σύζυγό της, δια δωρεάς. Μετά τη μεταβίβαση ο νέος ιδιοκτήτης ενήγαγε τους ιδιοκτήτες του συνοριακού κτήματος, τα παιδιά της κας Γαβριήλ, την ίδια και το σύζυγό της, επικαλούμενος το ίδιο αγώγιμο δικαίωμα το οποίο αποτέλεσε τη βάση της αγωγής της συζύγου του. Οι εναγόμενοι, η κα. Γαβριήλ, ο σύζυγος και τα παιδιά της, πρόβαλαν την υπεράσπιση του δεδικασμένου, με έρεισμα την απόφαση στην πρώτη αγωγή. Το θέμα εξετάσθηκε, μετά από σχετικό αίτημα, προδικαστικά και το Δικαστήριο αποφάσισε ότι το επίδικο θέμα της αγωγής δεν ήταν δεδικασμένο και κατά συνέπεια δεν παρεμβαλλόταν κώλυμα στην προβολή των διεκδικήσεων του ενάγοντα. Στην απόφαση αυτή κατέληξε το Δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση ότι τα επίδικα θέματα των δύο αγωγών ήταν τα ίδια. Έκρινε ότι η απόφαση στην πρώτη αγωγή δεν ήταν επί της ουσίας και τα μέρη, (οι διάδικοι), στις δύο αγωγές ήταν διαφορετικά. Οι εναγόμενοι εφεσίβαλαν την απόφαση. Το Εφετείο έκρινε ότι και οι δύο θέσεις των εφεσειόντων ήταν σωστές. Σε σχέση με το θέμα των διαδίκων κατέληξε ότι δέσμευση που προκύπτει από τη δικαστική απόφαση βαρύνει και τους διαδόχους των διαδίκων. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα αυτούσιο: «Η ταυτότητα των διαδίκων αποτελεί προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση δεδικασμένου. Παραγνωρίζεται στην πρωτόδικη απόφαση ότι η δέσμευση που προκύπτει από τη δικαστική απόφαση βαρύνει, εκτός από τους διαδίκους και τους privies - διαδόχους των διαδίκων. Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει όλα τα πρόσωπα των οποίων το συμφέρον στη διαδικασία ταυτίζεται με εκείνο των διαδίκων στην πρώτη αγωγή. Όπως εξηγείται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th ed. vol. 16, para 990, η κατηγορία των privies, (διαδόχων), για τους σκοπούς του δεδικασμένου περιλαμβάνει προγόνους και κληρονόμους, διαδόχους κατά νόμο, και διαδόχους περιουσίας ή συμφέροντος. Οι κατηγορίες των ατόμων οι οποίες ταυτίζονται για τους σκοπούς του δεδικασμένου, αναφέρονται στο ακόλουθο απόσπασμα: (παρα. 990
(3)) "privies in estate or interest, for example testator and devisee, vendor and purchaser, landlord and tenant, a husband and his wife claiming under his title and e converso, successive incumbents of the same benefice, assignor and assignee of a bond, and the employee of a corporation defending an action of trespass at the cost of his employers and justifying under their title and the corporation itself». Η ταυτότητα συμφέροντος προσδιορίζεται με αναφορά στα ουσιώδη γεγονότα που στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα σε συνδυασμό πάντοτε με το δίκαιο της ταύτισης. Πότε υπάρχει ταύτιση συμφέροντος μεταξύ διαδίκων ώστε η έκβαση προηγούμενης δικαστικής υπόθεσης να δημιουργεί δεδικασμένο, εξετάστηκε σε έκταση στην Carl-Zeiss-Stiftung v. Rayner etc (No. 2) [1966] 2 All E.R. 536 (Η.L.). Όπως υπογραμμίζεται, αν η δέσμευση δεν βάρυνε και τους διαδόχους, η αρχή του δεδικασμένου θα μπορούσε να παρακαμφθεί κατά βούληση. Χαρακτηριστικά αναφέρεται: (σελ. 550) "A party against whom a previous decision was pronounced may employ a servant or engage a third party to do something which infringes the right established in the earlier litigation, and so may raise the whole matter again in his interest." Η απαίτηση για την ταυτότητα διαδίκων ικανοποιείται: (σελ. 550) "if there is privity between a party to the former litigation and a party to the present litigation." Στην προκείμενη περίπτωση το συμφέρον του ενάγοντα (εφεσίβλητου) στη δεύτερη αγωγή, ταυτίζεται απόλυτα και αποκλειστικά με εκείνο της προκατόχου του, της ενάγουσας στην αγωγή 5661/90. Η βλάβη την οποία επικαλέστηκε είναι εκείνη της προκατόχου του. Η αιτία της αγωγής είναι η επέμβαση στο κτήμα που της ανήκε και η ζημία την οποία επιδιώκει να ανακτήσει είναι εκείνη την οποία υπέστη η προκάτοχός του. Το αγώγιμο δικαίωμα είναι το ίδιο και η ταυτότητα συμφέροντος μεταξύ των δύο διαδίκων είναι απόλυτη.» Και όπως ο Ιωσηφίδης, Π.Ε.Δ., το έθεσε στην απόφαση Boyadji v. Papachristoforou[6]: «.As regards the question of estoppel raised by the defence the general rule of law undoubtedly is that no person is to be adversely affected by a judgment in an action to which he was not a party, because of the injustice of deciding an issue against him in his absence. But this general rule admits of two exceptions: one is that a person who is in privity with the parties, a 'privy' as he is called, is bound equally with the parties, in which case he is estopped by res judicata; the other is that a person may have so acted as to preclude himself from challenging the judgment, in which case he is estopped by his conduct (see Nana Ofori Atta II v. Nana Abu Bonsra II
(1957)3 W.L.R. 830 at p. 834). A judgment inter partes raises an estoppel only against the parties to the proceeding in which it is given, and their privies, for example, those claiming or deriving title under them. As against all other persons it is res inter alios acta, and with certain exceptions, though conclusive of the fact that the judgment was obtained and of its terms, is not even admissible evidence of the facts established by it. Privies are of three classes, and the relationship of vendor and purchaser is included in the class of "privies in estate" (see Halsbury's Laws, third edition, paragraph 372, p.196). Στην υπό κρίση υπόθεση, με βάση τα παραδεκτά γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιο του Δικαστηρίου, η Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, εξαγόρασε την Barclays Bank PLC και κατ΄ επέκταση έχει καταστεί διάδοχος της, όσο αφορά τα δικαιώματα που απέκτησε η πρώτη με την έκδοση της απόφασης στην αγωγή 5661/90. Εν προκειμένω καταλήγω ότι υπάρχει ταύτιση διαδίκων και η αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει λόγω δεδικασμένου. Για τους λόγους που παρέθεσα πιο πάνω κρίνω ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί και για τον επιπρόσθετο αυτό λόγο. Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1]
(1999)1 ΑΑΔ 544, 548 [2] ECLI:CY:AD:2017:A256, Πολ. Εφ. 388/2011, ημερομηνίας 7.7.2017 [3]
(1999)1 Α.Α.Δ.
- [4] Πολιτική Έφεση 93/2011, ημερομηνίας 18/01/
- [5]
(1998)1 ΑΑΔ [6]
(1958)23 C.L.R. 299 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο