← Κύπρος

ΖΑΜΠΑ ν. ΚΥΝΟΛΟΓΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ ΚΥΠΡΟΥ, Υπόθεση Αρ. 4054/2019, 22/12/2020

ΖΑΜΠΑ ν. ΚΥΝΟΛΟΓΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ ΚΥΠΡΟΥ, Υπόθεση Αρ. 4054/2019, 22/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A639 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ. 4054/2019 Μεταξύ: XXXXX ΖΑΜΠΑ Ενάγουσας και ΚΥΝΟΛΟΓΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ ΚΥΠΡΟΥ Εναγομένου Ημερομηνία: 22 Δεκεμβρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Πέτρος Α. Μιχαήλ, για Πέτρος Α. Μιχαήλ Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο - Καθ΄ου η Αίτηση: κ. Χρίστος Νεοφύτου, για Νεοφύτου & Νεοφύτου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Έφορο Σωματείων και Ιδρυμάτων꞉ κα Μαρία Δρυμιώτου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με την αίτηση της Ενάγουσας, ημερ. 13.12.2019, για προσωρινά διατάγματα ΕΙΣΑΓΩΓΗ Στις 12.12.2019 καταχωρήθηκε η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή σε κλητήριο γενικά οπισθογραφημένο. Στις 13.12.2019, η Ενάγουσα καταχώρησε αίτηση για προσωρινά και/ή παρεμπίπτοντα απαγορευτικά και προστακτικά διατάγματα, βάσει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60όπως έκτοτε τροποποιήθηκε, και του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, καθώς επίσης στη βάση του περί Σωματείων και Ιδρυμάτων και για Άλλα Συναφή Θέματα Νόμου του 2017, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε. Η αίτηση στηριζόταν σε γεγονότα που περιγράφονταν σε δύο ένορκες δηλώσεις, αφενός, της κας XXXXX Ζαμπά (Ενάγουσας) και αφετέρου του κ. XXXXX Γεωργίου (επιχειρηματία και εκδότη του περιοδικού «Κυνήγι Κυνολογία»), αμφότερες ημερομηνίας 13.12.

  1. Το παρόν Δικαστήριο, αφού διεξήλθε την αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, αποφάσισε στις 13.12.2019 ότι δεν αποδείχθηκε κατ' επείγον ζήτημα, γι' αυτό και έδωσε οδηγίες να επιδοθεί η αίτηση στον Εναγόμενο, καθώς επίσης και στον Έφορο Σωματείων και Ιδρυμάτων, για να λάβει γνώση της παρούσας αντιδικίας. Επιδόθηκε, πράγματι, η αίτηση ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου. Στις 16.1.2020 καταχωρήθηκε από τον Εναγόμενο η Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στην αίτηση για τα προσωρινά διατάγματα, ημερ. 13.12.
  2. Η ένσταση εδράζεται σε γεγονότα που περιγράφονται στην ένορκη δήλωση, ημερ. 16.1.2020, του κ. XXXXX Χατζησάββα, Προέδρου του Σωματείου που ενάγεται στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Απεναντίας, ο Έφορος Σωματείων και Ιδρυμάτων επέλεξε να μην καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση για την έκδοση των αιτούμενων από την Ενάγουσα προσωρινών διαταγμάτων. Οι λόγοι επεξηγήθηκαν αργότερα, στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσης που υπέβαλε στο Δικαστήριο η συνήγορος από το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας αναφορικά με την ένστασή της σε μετέπειτα αίτηση της Ενάγουσας για κλήτευση λειτουργού από το Γραφείο του Εφόρου Σωματείων προκειμένου να δώσει προφορική μαρτυρία και/ή να αντεξετασθεί. Συγκεκριμένα, η Ενάγουσα καταχώρησε αίτηση, ημερομηνίας 22/1/2020, με την οποία αιτήθηκε άδεια για διάφορα συμπληρωματικά μέσα εισαγωγής μαρτυρίας. Έλαβε, εν τέλει άδεια από το Δικαστήριο μόνο για την καταχώρηση Συμπληρωματικής ένορκης δηλωσης από την ίδια την Ενάγουσα προς αντίκρουση των ισχυρισμών του ενόρκως δηλούντος κ. XXXXX Χατζησάββα. Τόσο ο Εναγόμενος όσο και ο Έφορος Σωματείων ήγειραν ένσταση. Η χορήγηση της άδειας αιτιολογήθηκε δικαστικά με ενδιάμεση απόφαση ημερ. 7.8.
  3. Η Συμπληρωματική Ε/Δ της Ενάγουσας καταχωρήθηκε στις 28.08.
  4. Αντίστοιχη αίτηση καταχωρήθηκε και από πλευράς Εναγόμενου στις 25.9.2020, ούτως ώστε να εισήγαγε ο κ. Χατζησάββας Συμπληρωματική Ε/Δ ως το υπόδειγμα του Τεκμηρίου Α που επισυνάπτετο στην εν λόγω αίτηση ημερ. 25.9.
  5. Ο συνήγορος της Ενάγουσας συνέναισε στο να δοθεί άδεια και ως εκ τούτου, το Διάταγμα για άδεια καταχώρησης Συμπληρωματικής Ε/Δ από τον κ. Χατζησάββα εκδόθηκε εκ συμφώνου κατά τη δικάσιμο ημερ. 26.10.
  6. Ωστόσο, η Συμπληρωματική Ε/Δ που καταχώρησε ο κ. Χατζησάββας στις 29.10.2020 διαφέρει από το υπόδειγμα του Τεκμηρίου Α που επισυνάπτετο στην εγκριθείσα αίτηση. Τούτο το εντόπισε ο συνήγορος της Ενάγουσας και το κατέγραψε στη γραπτή του αγόρευση, καθώς επίσης το επεσήμανε προφορικά προς το Δικαστήριο κατά την παράδοση της γραπτής αγόρευσής του κατά τη δικάσιμο που ήταν ορισμένη για ακρόαση η αίτηση της Ενάγουσας για τα προσωρινά διατάγματα. Εφόσον η Συμπληρωματική Ε/Δ που καταχώρησε ο κ. Χατζησάββας διαφέρει από εκείνην για την οποία ο ίδιος ο κ. Μιχαήλ είχε δώσει τη συγκατάθεσή του να καταχωρηθεί, αυτός εισηγείται προς το Δικαστήριο ότι δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το κείμενό της από το Δικαστήριο, ότι δηλαδή πρέπει να αγνοηθεί ως παράτυπη. Από την άλλη, ο συνήγορος του Εναγόμενου εισηγείται ότι πρόκειται για μικροδιαφορές και ότι δεν δικαιολογείται να αγνοηθεί το καταχωρηθέν κείμενο από το Δικαστήριο. Έχω συγκρίνει το υπόδειγμα ως το Τεκμήριο Α με το τελικώς καταχωρηθέν κείμενο ημερ. 29.10.20 και οφείλω να σημειώσω ότι πράγματι το κείμενο αυτό διαφέρει από εκείνο για το οποίο χορήγησα την άδειά μου. Διαφορές εντόπισα κατά την ανάγνωση στις παρα. 5, 6, 7, 9, 11, 13, 14, 16, 19,
  7. Δεν μπορώ να δεχθώ τον ισχυρισμό του κ. Νεοφύτου ότι πρόκειται για μικροδιαφορές, επουσιώδεις. Δεν μου φαίνεται να είναι όλες έτσι. Απεναντίας, θα έλεγα ότι προσθέτουν νέους ισχυρισμούς, μομφές κατά προσώπων, εισάγονται ποσά, κ.λπ. Και εν πάση περιπτώσει, δεν είναι χρέος του Δικαστηρίου να υπεισέλθει τώρα σε αξιολόγηση της μίας ή της άλλης διαφοράς ως ουσιώδους ή επουσιώδους. Είναι χρέος του διάδικου που αιτείται την άδεια του Δικαστηρίου για καταχώριση συμπληρωματικής Ε/Δ να σέβεται τη δικαστική διαταγή ως έχει κατά την έκδοσή της, αλλά πολύ περισσότερο θα πρέπει να επιδεικνύεται σεβασμός προς την καλή πίστη που εκδήλωσε ο αντίδικος ο οποίος δεν ήγειρε ένσταση στην καταχώρησή της, βασιζόμενος στο συγκεκριμένο κείμενο που τέθηκε αρχικά υπόψη του. Για τούτο και είναι κατάληξή μου ότι, είναι όντως παράτυπη η καταχωρηθείσα στις 29.10.20 Συμπληρωματική Ε/Δ του κ. Χατζησάββα και ως τέτοια δεν θα πρέπει να ληφθεί καθόλου υπόψη. Τούτο αποτελεί χρέος προς τη δικαιοσύνη. ΟΙ ΑΞΙΩΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΓΩΓΗ. Σύμφωνα το κλητήριο ένταλμα, το ζητούμενο στην αγωγή είναι πρωτίστως η έκδοση από το Δικαστήριο διαφόρων «Αναγνωριστικών και/ή δεσμευτικών δηλώσεων». Επιπρόσθετα, ζητούνται «Γενικές και/ή Ειδικές και/ή Παραδειγματικές και/ή Τιμωρητικές αποζημιώσεις για παράβαση ανθρωπίνων και/ή συνταγματικών δικαιωμάτων», οιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε κριθεί ορθή και δίκαιη από το Δικαστήριο και, τέλος, τα έξοδα της δίκης. Οι Αναγνωριστικές Δηλώσεις που αξιώνει η Ενάγουσα αφορούν σε γεγονότα που φαίνεται να διαδραματίστηκαν σε τρεις ξεχωριστές ημερομηνίες (6.11.2018, 19.11.2019 και 9.12.2019)꞉ Πρώτον, σε ισχυριζόμενα γεγονότα της 6/11/2018 (βλ. τις αξιώσεις ως το «Α», «Β», «Γ» του κλητηρίου). Δεύτερο, σε ισχυριζόμενα γεγονότα της 19.11.2019 (βλ. την αξίωση «Ι» στο κλητήριο). Τρίτον, σε ισχυριζόμενα γεγονότα της 9.12.2019 (βλ. τις αξιώσεις ως το «Δ» στο κλητήριο). Ζητείται κατ'ουσίαν, ως τελική θεραπεία στην αγωγή, να εκδοθεί από το Δικαστήριο Αναγνωριστική Δήλωση ότι꞉ Α. Οι εκλογές και/ή Γενική Συνέλευση που έγιναν στις 6/11/2018 στα γραφεία του εναγόμενου για την εκλογή νέου Διοικητικού Συμβουλίου, Εξελεκτικής Επιτροπής, Πειθαρχικής Επιτροπής και/ή άλλων Επιτροπών είναι παράνομη και/ή αντικαταστατική και/ή χωρίς νομική ισχύ. Δ. Η σύγκληση της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης και της Καταστατικής Συνέλευσης του εναγόμενου, η οποία έλαβεν χώραν στις 9/12/2019 και ώρα 7:00 μ.μ., είναι παράνομη και/ή αντικαταστατική και/ή χωρίς νομική ισχύ. Ι. Οι τροποποιήσεις που εισηγήθηκε και/ή ενέκρινε η Έκτακτη Γενική και Καταστατική Συνέλευση που έλαβε χώραν στις 19/11/2019 στα γραφεία του εναγόμενου στην οδό XXXXX 44, Διαμέρισμα 3 & 4, XXXXX Λευκωσία, είναι παράνομες και/ή παραβιάζουν τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και/ή αντισυνταγματικές και/ή αντικαταστατικές και/ή άκυρες και/ή δεν έχουν καμία νομική ισχύ. Από τα υπόλοιπα παρακλητικά του κλητηρίου, διαφαίνονται οι λόγοι για τους οποίου ζητούνται οι πιο πάνω αναφερόμενες θεραπείες ή/και άλλες πρόσθετες. Ενδεικτικά αναφέρω ότι βάσει του παρακλητικού «Γ» φαίνεται ότι ο λόγος που ζητείται Αναγνωριστική Δήλωση περί ακυρότητας των εκλογών της 6.11.2018 είναι διότι «συμμετείχαν άτομα τα οποία δεν είχαν δικαίωμα ψήφου και/ή δεν ήταν τακτικά μέλη και/ή παράτυπα είχαν γίνει τακτικά γι'αυτό και η συμμετοχή τους καθιστούσε την Γενική Συνέλευση άκυρη και/ή χωρίς νομική ισχύ». Παρομοίως, από το παρακλητικό «Ε» συνάγεται ότι πρόσθετος λόγος παραπόνου είναι ότι «το εναπομείναν εξαμελές Διοικητικό Συμβούλιο δεν μπορούσε να συνεδριάζει και να λαμβάνει αποφάσεις νόμιμα και σύμφωνα με το Καταστατικό του εναγόμενου» και ως το παρακλητικό «Στ» ότι «το εναπομείναν εξαμελές Διοικητικό Συμβούλιο όφειλε να προκηρύξει εκλογές». Φαίνεται, επίσης, από τα παρακλητικά «Ζ», «Η» και «Θ» να αμφισβητείται η νομιμότητα της απόφασης και/ή των ποινών και/ή άλλων μέτρων «που λήφθησαν και/ή επιβλήθηκαν στην ενάγουσα από το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγόμενου με βάση τα άρθρα 64, 65 και 67 των Εσωτερικών Κανονισμών του παραβιάζουν τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και/ή είναι άκυρες και/ή παράνομες και/ή αντικαταστατικές και/ή δεν έχουν καμία νομική ισχύ» στο μέτρο και στο βαθμό που «οι πρόνοιες του Κατασταστικού και/ή των Εσωτερικών Κανονισμών του εναγόμενου προβλέπουν ότι το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να επιβάλει ποινές και/ή να καταλογίσει κατηγορίες σε μέλος του και/ή να επιληφθεί καταγγελειών αντί να τις αναθέσει στην Πειθαρχική Επιτροπή». Υπάρχουν, επίσης, άλλα παρακλητικά που στρέφονται κατά του προσώπου του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του Εναγόμενου. Αναφέρομαι ειδικότερα στα παρακλητικά «Κ» και «Λ»꞉ «Κ. Αναγνωριστική και/ή δεσμευτική δήλωση και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου κ. XXXXX Χατζησάββας κατακρατεί παράνομα και/ή αντικαταστατικά τις εισπράξεις του εναγόμενου από διάφορες εκδηλώσεις και τις οποίες όφειλε να είχε καταθέσει σε τραπεζικό λογαριασμό επ' ονόματι του εναγόμενου και/ή εν πάση περιπτώσει να τα θέσει υπό τον έλεγχό του. Λ. Αναγνωριστική και/ή δεσμευτική δήλωση και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου κ. XXXXX Χατζησάββας επωφελείται προσωπικά και/ή καλύπτει προσωπικά του έξοδα από τις εισπράξεις του εναγόμενου, πέραν των επιτρεπόμενων βάση του καταστατικού και/ή άλλως πως, από διάφορες εκδηλώσεις και τις οποίες κατακρατεί υπό την κατοχή του και/ή τον έλεγχό του παράνομα και/ή αντικαταστατικά.». Αξίζει να σημειώσω ότι η Έκθεση Απαίτησης όπου συγκεκριμενοποιούνται οι ισχυρισμοί γεγονότων της Ενάγουσας καταχωρήθηκε από τον Εναγόμενο μόλις στις 30.6.2020, κατόπιν αίτησης του Εναγόμενου, ημερ.10.3.20, για απόρριψη της αγωγής λόγω μη προώθησης, η οποία αίτηση αποσύρθηκε και απορρίφθηκε στις 8.7.
  8. ΤΑ ΑΙΤΟΥΜΕΝΑ ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ Με την υπό κρίση αίτηση, ημερ. 13.12.2019, η Ενάγουσα ζητεί την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ως ακολούθως։ «Α. Προσωρινό και/ή παρεμπίπτον διάταγμα που να απαγορεύει στον εναγόμενο και στο Διοικητικό Συμβούλιο να συγκαλέσει και/ή πραγματοποιήσει οιανδήποτε συνεδρίαση για τη λήψη απόφασης σχετικά με τους σκοπούς του εναγόμενου ως αυτοί καθορίζονται στο άρθρο 3 του Καταστατικού και/ή εντός των αρμοδιοτήτων του ως καθορίζονται στα άρθρα 10 και 11 του Καταστατικού και/ή με βάση τους Εσωτερικούς Κανονισμούς εκτός κατόπιν διατάγματος και/ή άδειας του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Προσωρινό και/ή παρεμπίπτον διάταγμα που να απαγορεύει στον εναγόμενο και στο Διοικητικό Συμβούλιο να εκτελέσει και/ή να δώσει οδηγίες για εκτέλεση οποιασδήποτε απόφασης εντός των αρμοδιοτήτων του και γενικά να λαμβάνει και/ή εκτελεί αποφάσεις και/ή επιλαμβάνεται οιουδήποτε θέματος με βάση το Καταστατικό και τους Εσωτερικούς Κανονισμούς εκτός κατόπιν διατάγματος και/ή άδειας του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Προσωρινό και/ή παρεμπίπτον διάταγμα που να αναστέλλει την απόφαση της Έκτακτης Γενικής και Καταστατικής Συνέλευσης για την τροποποίηση των άρθρων 3 (ε), 8 (α), 8 (ε), την πέμπτη παράγραφο του άρθρου 12, 13 και 16 ως αυτά αναφέρονται στο προταθέν Καταστατικό προς έγκριση το οποίο απεστάλη σε όλα τα τακτικά μέλη με την επιστολή/πρόσκληση ημερομηνίας 19/11/2019 και την οποία υπογράφει ο Πρόεδρος του εναγόμενου κ. XXXXX Χατζησάββας με τέτοιους όρους και τέτοιες προϋποθέσεις που το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελεν κρίνει ορθό και πρέπον να επιβάλει και/ή μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Δ. Προσωρινό και/ή παρεμπίπτον διάταγμα που να διατάσσει τον Πρόεδρο και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου να παραδώσουν και/ή να θέσουν υπό τον έλεγχο και/ή την εποπτεία του ταμείου του εναγόμενου, αποδείξεις, τιμολόγια, λογισμικό και γενικά όλα τα στοιχεία και λογιστικά δεδομένα και καταστάσεις λογαριασμών που έχουν σχέση με την οικονομική διαχείριση του εναγόμενου στον Έφορο Σωματείων και Ιδρυμάτων ή σε αρμόδιο πρόσωπο στην Επαρχιακή Διοίκηση Λευκωσίας και/ή στον Πρωτοκολλητή και/ή σε οιονδήποτε άλλο πρόσωπο ήθελεν κρίνει ορθό και δίκαιο το Δικαστήριο να διατάξει μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Ε. Οιονδήποτε άλλη θεραπεία και/ή διάταγμα ήθελεν ορθό και δίκαιο να διατάξει το Σεβαστό Δικαστήριο. Στ. Έξοδα, έξοδα επίδοσης πλέον Φ.Π.Α. (XXXXX9C).» ΟΙ ΑΡΧΙΚΕΣ Ε/Δ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ. Στις παρα. 1 έως 5 της αρχικής Ε/Δ της, ημερ. 13.12.2019, η Ενάγουσα δηλώνει ότι։ Στις 6/11/2018 πραγματοποιήθηκε Γενική Συνέλευση (στο εξής «ΓΣ») και/ή εκλογές στα γραφεία του Εναγόμενου και εξελέγη νέο Διοικητικό Συμβούλιο (στο εξής «το ΔΣ»). Κατόπιν παραιτήσεων και αποβολών, παρέμειναν 6 μέλη στο ΔΣ. Το εναπομείναν εξαμελές ΔΣ συγκάλεσε Έκτακτη ΓΣ στις 9.12.2019 κατά παράβαση του άρθρου 10 του Καταστατικού, ενώ θα έπρεπε να προκηρύξει εκλογές. Στις 10.12.2019 η Ενάγουσα έλαβε «Βεβαίωση» από τον Έφορο Σωματείων και Ιδρυμάτων (βλ. το Επισυναπτόμενο Τεκμήριο 8 στην αρχική Ε/Δ της Ενάγουσας) για το ποιοι απαρτίζουν το ΔΣ του Εναγόμενου. Αντιλήφθηκε αυτή ότι ο Έφορος δεν ενημερώθηκε για τις παραιτήσεις, αποβολές και αναστολή ιδιότητας μέλους που έγιναν ή επιβλήθηκαν σε ορισμένα μέλη με αποτέλεσμα το ΔΣ να παραμείνει 6μελές. Είναι η θέση της ότι παρέλειψαν να προβούν σε αυτή την ενημέρωση για να μπορούν να συνεχίσουν να διοικούν τον Εναγόμενο, γι' αυτό και η σύγκληση της έκτακτης ΓΣ και Καταστατικής Συνέλευσης στις 9.12.2019, την οποία η ίδια ζητεί από το Δικαστήριο να κηρυχθεί ως παράνομη και αντικαταστατική. Στις παρα. 6 έως 11 της αρχικής Ε/Δ της η Ενάγουσα δίδει λεπτομέρειες ισχυρισμών αναφορικά με το ποια μέλη (ονομαστικά) υπέβαλαν παραίτηση από το ΔΣ ή ποιων μελών, περιλαμβανομένης της ίδιας της Ενάγουσας, ανεστάλη προσωρινά η ιδιότητα μέλους, με αποτέλεσμα να μην προσκληθούν στην επίδικη έκτακτη ΓΣ, υπό ποιες συνθήκες διεξήχθη η έκτακτη ΓΣ και ποιες ήταν οι προτεινόμενες καταστατικές αλλαγές για να δείξει ποιες ήταν οι προθέσεις των παρανομούντων 6 μελών του ΔΣ όταν συγκάλεσαν την έκτακτη ΓΣ. Στην αρχική Ε/Δ του κ. Γ. Γεωργίου, αυτός δήλωνε ότι παρευρέθηκε στην έκτακτη ΓΣ ημερ. 9.12.2019 και εξηγεί τις συνθήκες που επικρατούσαν στο χώρο. Επισημαίνει ότι κατά την έναρξη της ΓΣ, ο Πρόεδρος άρχισε από το θέμα αρ. 8 της ημερήσια διάταξης που ήταν η έγκριση νέων μελών, μετά ακολούθησε η συζήτηση για το πόσα μέλη έχει το ΔΣ και αν δικαιούνται να συνέλθουν σε ΓΣ αντί να συγκαλέσουν εκλογές, ότι μη αντέχοντας ο ίδιος την κατάσταση που διαμορφώθηκε και που επικρατούσε στη ΓΣ, παραιτήθηκε από μέλος και αποχώρησε. Πριν αποχωρήσει φωτογράφησε την επιστολή του Εφόρου Σωματείων που παρουσίασε κατά τη ΓΣ ο Δικηγόρος του Εναγομένου για να πείσει τους παρευρισκόμενους ότι το ΔΣ ήταν 10μελές (βλ. το Τεκμήριο 1 στην Ε/Δ του κ. Γεωργίου). Η «Βεβαίωση» που εκδόθηκε από τον Έφορο Σωματείων και Ιδρυμάτων στις 10.12.2019 (βλ. το Επισυναπτόμενο Τεκμήριο 8 στην αρχική Ε/Δ της Ενάγουσας που, ως παρατηρώ, έχει το ίδιο περιεχόμενο με το Τεκμήριο 1 στην Ε/Δ του κ. Γεωργίου) για το ποιοι αποτελούσαν το ΔΣ του Εναγομένου στις 9.12.2019, ημερομηνία κατά την οποία διεξήχθη η επίδικη Έκτακτη Γ.Σ. και/ή Καταστατική Συνέλευση, βεβαιώνει τα εξής։ «Με την παρούσα βεβαιούται ότι η σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου του σωματείου με την επωνυμία «Κυνολογικός Όμιλος Κύπρου» στις 9/12/19 απαρτίζεται από τους πιο κάτω։
  9. XXXXX ΧΑΤΖΗΣΑΒΒΑΣ ΠΡΟΕΔΡΟΣ
  10. XXXXX ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
  11. XXXXX ΚΑΣΣΙΑΝΙΔΗΣ ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
  12. XXXXX ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΑΜΙΑΣ
  13. XXXXX ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΑΡΧΕΙΟΦΥΛΑΚΑΣ
  14. XXXXX ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΜΕΛΟΣ
  15. XXXXX ΑΝΔΡΕΟΥ ΜΕΛΟΣ
  16. XXXXX ΤΙΜΟΘΕΟΥ ΜΕΛΟΣ
  17. XXXXX ΚΟΥΤΣΟΦΤΑΣ ΜΕΛΟΣ
  18. XXXXX ΑΝΔΡΕΟΥ ΜΕΛΟΣ». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Η Βεβαίωση υπογράφεται από την κα XXXXX Γωγάκη, για Έπαρχο Λευκωσίας, Έφορο Σωματείων και Ιδρυμάτων της Επαρχίας Λευκωσίας. Αντίθετα προς ό,τι αναφέρεται στην ως άνω Βεβαίωση του Εφόρου, η εκδοχή που υποστηρίζει η Ενάγουσα στην αρχική της Ε/Δ, είναι ότι είχαν απομείνει στη θέση τους κατά ή περί τις 6.12.2019 μόνο 6 μέλη του Συμβουλίου, ως ακολούθως (βλ. την επιστολή ημερ. 6.12.2019 - Τεκμήριο 6 στην αρχική Ε/Δ της Ενάγουσας - που απέστειλε στον Έφορο στις 6.12.2019 ο παραιτηθείς (πρώην) Αντιπρόεδρος του Εναγομένου για να προειδοποιήσει ότι ήταν παράνομη η σύγκληση της ΓΣ στις 9.12.2019)։ Παραιτηθέντες։ XXXXX Δημητρίου, Αντιπρόεδρος XXXXX Minaeva, Ταμίας XXXXX Τιμοθέου, Πρόεδρος Επιτροπής Έκθεσης XXXXX Κουτσόφτας XXXXX Ανδρέου Natalya Milovanova Εναπομείναντες 6։ XXXXX Χατζησάββας, Πρόεδρος XXXXX Αναστασίου XXXXX Κασιανίδης XXXXX Κυριάκου XXXXX Παπαδόπουλος XXXXX Γρηγορίου Δηλαδή, τα τέσσερα τελευταία μέλη του ΔΣ που αναγράφονται στη Βεβαίωση του Εφόρου, είχαν παραιτηθεί πριν τις 6.12.2019 ως ο ισχυρισμός πάντοτε της Ενάγουσας, ενώ δεν πρέπει να ενημερώθηκε περί τούτου ο Έφορος, γι' αυτό και συνέχισε να τους παρουσιάζει ως μέλη κατά η περί τις 9.12.2019 στη Βεβαίωσή του. Η ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ ΚΑΙ Η Ε/Δ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ. Η Ειδοποίηση Ένστασης που καταχώρησε ο Εναγόμενος στις 16.1.2020 συνοδευόταν από Ε/Δ του κ. XXXXX Χατζησάββα, προέδρου του Εναγομένου, ημερ. 16.11.
  19. Συνοπτικά αναφέρομαι στο περιεχόμενό της για χάριν ευχερέστερης παρακολούθησης του μετέπειτα τμήματος της απόφασής μου. Ο κ. Χατζησάββας ορκίζεται και λέγει ότι։ Ομόφωνα αποφασίστηκε κατά την επίδικη έκτακτη ΓΣ ημερ. 9.12.2019 η διαγραφή της Ενάγουσας από μέλος του Εναγόμενου ένεκα της συμπεριφοράς της. Ως εκ τούτου, είναι η θέση του Εναγόμενου ότι αυτή κωλύεται να προωθεί την παρούσα αίτηση και αγωγή. Κωλύεται νομοθετικά η Ενάγουσα να αμφισβητεί το κύρος των προηγούμενων εκλογών ημερ. 6.11.2018, εφόσον γνώριζε για το αποτέλεσμα των εν λόγω εκλογών στις οποίες ήταν παρούσα και έχει παρέλθει η προθεσμία των 6 μηνών που προβλέπει το άρθρο 23 του Ν.104(Ι)/2017 για την άσκηση αγωγής για ακύρωση τους. Ο Έφορος όντως εξέδωσε στις 9.12.2019 βεβαίωση ότι τα μέλη του ΔΣ του Εναγομένου κατ' εκείνην την ημερομηνία ανέρχονταν σε 10 (Τεκμήριο 3 στην αρχική Ε/Δ κ. Χατζησάββα). Η παραίτηση του XXXXX Ανδρέου υπεβλήθη στις 23.12.2019 και έγινε αποδεκτή από το ΔΣ, το οποίο και ενημέρωσε τον Έφορο στις 30.12.
  20. Απεναντίας, όσον αφορά τον XXXXX Ανδρέου, ο Εναγόμενος θεωρεί ότι δεν έχει ξεκαθαρίσει ακόμη τη θέση του αν θα παραιτηθεί ή όχι και αναμένει από εκείνον να τοποθετηθεί. Όσον αφορά τον XXXXX Τιμοθέου, εκκρεμεί πειθαρχική διαδικασία εναντίον του, ενώ δεν είχε ποτέ από μόνος του παραιτηθεί. Και αν ακόμη αφαιρούνταν οι XXXXX Ανδρέου, XXXXX Ανδρέου και XXXXX Τιμοθέου κατά ή περί τις 9/12/2019, τα εναπομείναντα μέλη θα ήταν 7 και όχι 6 μόνο όπως ισχυρίζεται η Ενάγουσα. Εφόσον, ως η θέση του κ. Χατζησάββα, το ΔΣ ήταν 10μελές την 9/12/2019 που διεξήχθη η επίδικη έκτακτη ΓΣ και/ή καταστατική συνέλευση, δεν χρειαζόταν να προκηρυχθούν νέες εκλογές, ούτε υπήρξε παράβαση του Καταστατικού επειδή δεν προκηρύχθηκαν εκλογές. Το ισχύον Καταστατικό κατά ή περί τις 9/12/2019 που διεξήχθη η επίδικη έκτακτη καταστατική ΓΣ δεν ήταν αυτό που παρουσίασε η Ενάγουσα ως Τεκμήριο 3 στην αρχική της Ε/Δ, ούτε καν εκείνο που ίσχυε κατά ή περί 6/11/
  21. Το ισχύον καταστατικό στις 6/11/2018 που είχαν διεξαχθεί οι εκλογές παρουσιάζεται από τον κ. Χατζησάββα ως Τεκμήριο 6 της δικής του αρχικής Ε/Δ. Σε κάθε περίπτωση, εάν η Ενάγουσα θεωρεί ότι τα 6 μέλη που συνήλθαν εκτάκτως στις 9/12/2019, παρανόμως συγκάλεσαν την έκτακτη καταστατική ΓΣ, θα έπρεπε να κληθούν από την Ενάγουσα για να εκφράσουν τις απόψεις τους ελεύθερα ενώπιον του Δικαστηρίου επειδή κατηγορούνται και επηρεάζονται από την έκβαση της δίκης (βλ. τις παρα. 13 και 14 της αρχικής Ε/Δ του κ. Χατζησάββα). Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του παραιτηθέντος αντιπροέδρου, κ. XXXXX Δημητρίου, τους οποίους η Ενάγουσα μεταφέρει μέσω της αρχικής της Ε/Δ ως εξ ακοής μαρτυρία, ο κ. Χατζησάββας υποστηρίζει ότι υπάρχουν πολλά ζητήματα που θα πρέπει να ελέγξει το Δικαστήριο, όπως για παράδειγμα γιατί δεν ορκίζεται ο ίδιος, δεύτερον, αν εξουσιοδοτήθηκε εκείνος από τα τρίτα πρόσωπα να αναφέρεται ονομαστικά σε αυτά στην επιστολή του προς τον Έφορο ημερ. 6.12.2019 και λέγει, εν πάση περιπτώσει, ο κ. Χατζησάββας ότι ψευδώς αναφέρεται από την Ενάγουσα ότι το ΔΣ του Εναγόμενου άφησε αναπάντητη την επιστολή του κ. Π. Δημητρίου ημερ. 6.12.2019, αφού αντίθετα εκείνη απαντήθηκε στις 9.12.2019 ως το Τεκμήριο 7 της Ε/Δ του κ. Π. Δημητρίου. Όσον αφορά τον κ. XXXXX Ανδρέου, ο λόγος που δεν του επετράπη η είσοδος στην επίδικη ΓΣ ήταν επειδή δεν είχε τακτοποιημένες τις ταμειακές του υποχρεώσεις (βλ. παρα. 59 της αρχικής Ε/Δ του κ. Χατζησάββα). Όσον αφορά τον κ. XXXXX Γεωργίου, ο κ. Χατζησάββας παρουσιάζει την επιστολή αποδοχής της παραίτησής του, ημερ. 23.12.2019, ως Τεκμήριο
  22. Τέλος, μεταξύ άλλων ισχυρισμών, ο κ. Χατζησάββας επισημαίνει στην παρα. 40 της Ε/Δ του ότι «Η Αιτήτρια / Ενάγουσα ζητεί την εμπλοκή δια της τήρησης του ταμείου του Κυνολογικού Ομίλου Κύπρου και αφετέρου τη λογοδοσία του Εφόρου Σωματείων, χωρίς όμως να καθίσταται ο Έφορος Σωματείων ως διάδικο μέρος και ως εκ τούτου η Αίτηση της Αιτήτριας / Ενάγουσας είναι θνησιγενής, αφού δεν περιλαμβάνει τα ορθά διάδικα μέρη, αφού δεν περιλαμβάνεται ο Έφορος Σωματείων». Με τη Συμπληρωματική Ε/Δ ημερ. 28/8/2020, η Ενάγουσα απάντησε στους ισχυρισμούς του κ. Χατζησάββα, λέγοντας μεταξύ άλλων τα εξής։ Επέμεινε στη θέση της ότι ο Έφορος Σωματείων και Ιδρυμάτων, όταν εκδίδει ένα τέτοιο πιστοποιητικό όπως το τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του κ. Χατζησάββα, το πράττει με βάσει τα στοιχεία που έχει στα αρχεία του για το κάθε σωματείο και εδώ, προφανώς, ο Έφορος δεν είχε ειδοποιηθεί για τις παραιτήσεις ή για την αναστολή της ιδιότητα του μέλους ή διαγραφή των κ. XXXXX Ανδρέου, XXXXX Ανδρέου, XXXXX Κουτσόφτα και άλλων προσώπων. Όσον αφορά τον κ. XXXXX Ανδρέου έχει υποβάλει την παραίτησή του από τις 19/3/2019 ως φαίνεται και σε επιστολή του δικηγόρου του, την οποία επισυνάπτει η Ενάγουσα στο τεκμήριο 6 επί της αρχικής ενόρκου δηλώσεως της ημερομηνίας 13/12/2019, και την οποία χαρακτηρίζει ως «αμετάκλητη». Όσον αφορά τον Δημήτρη Τιμοθέου ως φαίνεται σε έγγραφο, το οποίο επισύναψε στην αρχική Ε/Δ της η Ενάγουσα ημερ. 13.12.19 (βλ. το τεκμήριο 6) το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου ανέστειλε την ιδιότητα του τακτικού μέλους με απόφαση που λήφθηκε στις 15/2/2019 ενόψει της εκκρεμότητας πειθαρχικής δίωξης εναντίον του. Συνεπώς, από την στιγμή που έπαυσε, έστω και προσωρινά, να έχει την ιδιότητα του τακτικού μέλους δεν μπορεί ο κ. XXXXX Χατζησάββας, να τον υπολογίζει ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου. Όσον αφορά τον κ. Ανδρέα Ανδρέου η Ενάγουσα δηλώνει ότι η παραίτηση του από το Διοικητικό Συμβούλιο έγινε με την επιστολή του ημερομηνίας 4/11/2019 και η οποία επισυνάπτεται ως το τεκμήριο 6 της αρχικής Ε/Δ της, ημερ. 13/12/
  23. Το περιεχόμενο του τεκμηρίου 9 στην ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Χατζησάββα έχει αυτόδηλο περιεχόμενο και απλώς απαντά στις επιστολές που έχουν σταλεί στον κ. XXXXX Ανδρέου στις 18/11/2019 και 11/12/2019 τις οποίες η Ενάγουσα επισυνάπτει ως τεκμήρια 1 και 2, αντίστοιχα, επιβεβαιώνοντας την υποβολή της παραίτησης του πρώτου στις 4/11/
  24. Το άρθρο 5 (ε) του Καταστατικού στο οποίο κάνει αναφορά ο κ. Ανδρέας Ανδρέου, το οποίο εκ παραδρομής έχει αναγράψει ως 5

(3), κάνει λόγο για την παραίτηση μέλους από τον εναγόμενο ότι έχει την υποχρέωση να απευθυνθεί στον Γενικό Γραμματέα και όχι στην περίπτωση παραίτησης μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου το οποίο υποβάλλει την παραίτησή του από αυτό. Το καταστατικό που η Ενάγουσα επισύναψε στην αρχική Ε/Δ της ημερ. 13/12/2019 ως τεκμήριο 3, αυτή το έλαβε από την επίσημη ιστοσελίδα του εναγόμενου, γι' αυτό αν ο εναγόμενος δεν δημοσίευσε το εν ισχύ καταστατικό ως όφειλε να πράξει είναι κάτι που καταδεικνύει τον υστερόβουλο τρόπο που ενεργεί ο Πρόεδρός του. Επισημαίνει η Ενάγουσα ότι ο κ. ΧΧΧΧΧ Χατζησάββας δεν προσκόμισε καμία βεβαίωση από τον Έφορο Σωματείων και Ιδρυμάτων σε σχέση με το ερώτημα ποιο ήταν το Καταστατικό για το οποίο του δόθηκε ενημέρωση ήταν σε ισχύ. Ο κ. XXXXX Δημητρίου απουσιάζει στο εξωτερικό, γι 'αυτό και παρουσιάζει η ίδια η Ενάγουσα ως τεκμήρια 3 και 4 αντίγραφα επιστολών που της παρέδωσε ο κ. Δημητρίου και τις οποίες απέστειλε ο κ. Δημητρίου προς το Τ.Α.Ε. Λευκωσίας ημερομηνίας 19/8/2019 και 27/8/2019, αντίστοιχα, αναφορικά με την κατάσταση που επικρατεί στον εναγόμενο. Ως προς τις βίαιες πράξεις που της καταλογίζει ο κ. Σ. Χατζησάββας και ότι η Ενάγουσα κοινοποίησε τις προθέσεις της στην αστυνομία ότι θα προέβαινε σε βιαιοπραγίες και επεισόδια αν δεν της επιτρεπόταν μαζί με άλλα άτομα να εισέλθει στην Έκτακτη Γενική και Καταστατική Συνέλευση στις 9/12/2019, η Ενάγουσα προκαλεί τον κ. XXXXX Χατζησάββα να κλητεύσει για μάρτυρα την υπαστυνόμο κα XXXXX Γεωργίου να δώσει μαρτυρία. Ενώ ο κ. Χατζησάββας στην παράγραφο 26.5 της ενόρκου δηλώσεως του εξηγεί, παραπέμποντας μάλιστα στο καταστατικό, ότι η Ενάγουσα και άλλα πρόσωπα που είχαν πειθαρχική δίωξη εναντίον τους δεν μπορούσαν να εισέλθουν στις εργασίες της Συνέλευσης στις 9/12/2019, τον XXXXX Τιμοθέου που εκκρεμεί εναντίον του πειθαρχική δίωξη τον υπολογίζει ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου. Ο λόγος που η Ενάγουσα ζήτησε να παρευρεθεί στις εργασίες της Συνέλευσης στις 9/12/2019 ήταν διότι θεωρούσε άδικο τον μεθοδευμένο αποκλεισμό της υπό το πρόσχημα της εκκρεμούσας πειθαρχικής διαδικασίας. Διαμαρτυρήθηκε ναι, αλλά κόσμια και εντός πλαισίων και όταν της αρνήθηκαν αποχώρησε, όπως έπραξαν και άλλα μέλη. Ναι δημιουργήθηκε φασαρία, ναι προσήλθε η αστυνομία αλλά δεν ήταν η ίδια υποκινητής αυτών ως την παρουσιάζει ο κ. Χατζησάββας, απλώς υπήρξε ομαδική έκφραση αγανάκτησης για τον αυταρχικό τρόπο που ενήργησε για άλλη μία φορά το «Διοικητικό Συμβούλιο». Επίσης αν η κα XXXXX Κουρέα δέχθηκε επίθεση και τραυματίστηκε από τον XXXXX Ανδρέου, διερωτάται η Ενάγουσα γιατί δεν προβαίνει η ίδια σε μία ένορκη δήλωση που να επιβεβαιώνει τα λεγάμενα του κ. XXXXX Χατζησάββα; Γιατί ο κ. Χατζησάββας δεν επισυνάπτει το παραπεμπτικό που λαμβάνει κάποιος που τραυματίζεται και προβαίνει σε καταγγελία στην αστυνομία για να εξεταστεί σε κυβερνητικό ιατρό; Όσον αφορά το περιεχόμενο της παραγράφου 30 της ενόρκου δηλώσεως του κ. XXXXX Χατζησάββα απαντώ ότι, αφού εκείνος ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα είσπραξε το ποσό των €15000 από τον εναγόμενο, γιατί δεν παρουσιάζει μία απόδειξη; Μήπως διότι τα λέει αυτά για να δικαιολογήσει τα χρήματα που τώρα απουσιάζουν αδικαιολόγητα από το ταμείο του εναγόμενου και τα οποία κατακρατεί παράνομα υπό τον έλεγχο του χωρίς να έχει ανοίξει τραπεζικό λογαριασμό ως οφείλει; Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι ο εναγόμενος της οφείλει χρήματα αφού έλαβε από αυτήν διάφορα ποσά και ως αντάλλαγμα η Ενάγουσα έλαβε κάποιες υπηρεσίες, αλλά δεν έχει εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό. Λέγει χαρακτηριστικά η Ενάγουσα։ «Επίσης ο μόνος λόγος που δεν τα αξιώνω με την παρούσα αγωγή είναι διότι αυτό που προέχει αυτή τη στιγμή είναι η σωτηρία του εναγόμενου από την «κλίκκα» που τον εκμεταλλεύεται και όχι οιονδήποτε ποσό μου οφείλει.». Ως προς το περιεχόμενο της παραγράφου 31.4 της ενόρκου δηλώσεως του κ. XXXXX Χατζησάββα η Ενάγουσα απαντά ότι σέβεται τους κανονισμούς και το καταστατικό του εναγόμενου και θα ήθελε να περάσω από την πειθαρχική διαδικασία που προβλέπεται, αλλά φρόντισε να την διαγράψει με τον τρόπο που περιγράφει, δηλαδή συνοπτικά και χωρίς δικαίωμα υπεράσπισης. Όσον αφορά το περιεχόμενο της παραγράφου 31.6 της ενόρκου δηλώσεως του κ. XXXXX Χατζησάββα απαντά η Ενάγουσα ότι αυτό που φοβάται για τις «ατασθαλίες» που ήδη έχει δημιουργήσει με τον τρόπο που χειρίζεται τα οικονομικά του εναγομένου σύντομα θα είναι υπόλογος στις αρμόδιες αρχές μαζί με τους στενούς συνεργάτες του, αφού αντί να ανοίξει τραπεζικό λογαριασμό επ' ονόματι του εναγομένου, ούτως ώστε να υπάρχει διαφάνεια και να φαίνονται οι εισπράξεις και οι πληρωμές, κατακρατεί τα χρήματα στην κατοχή του και στον έλεγχό του χωρίς να δίδει λογαριασμό σε κανένα, εκτός ίσως από τον κ. XXXXX Κασσιανίδη, γενικό γραμματέα του εναγόμενου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ. Η υπό κρίση αίτηση της Ενάγουσας ημερ. 13.12.2019 βασίστηκε στα άρθρα 30, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στο άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στα άρθρα 12, 15, 18, 19, 21, 26, 28, 30 του Συντάγματος και στη Δ.39, Δ.48 θ.θ.1 - 9, Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στους περί Σωματείων και Ιδρυμάτων και για Άλλα Συναφή Θέματα Νόμους του 2017 έως 2019 ως έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και συγκεκριμένα στα άρθρα 1 έως 25 και ειδικότερα το άρθρο 23, στο Κοινοδίκαιο (CommonLaw), τις Αρχές της Επιείκειας (Equity) καθώς και την πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Νομική πτυχή αναφορικά με τις προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων βάσει του άρθρου 32 του Ν.14/60. Κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη κατ' επείγοντος ζητήματος προς επίλυση αποτελεί το δικαιοδοτικό βάθρο για την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου για την έκδοση προσωρινού διατάγματος στην απουσία του αντιδίκου (Stavros Hotel Apartments Ltd (Νο. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, 841, Βabel Boutique Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 947, 954, Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1377 και Έλενα Αμβροσιάδου ν. Martin Coward, Έφεση αρ. 3/2011, ημερομηνίας 15.1.2013). Δηλαδή, είναι πλέον παγιωμένο ότι μόνο εκεί όπου συντρέχουν λόγοι που εξ αντικειμένου καθιστούν τη γνωστοποίηση του αιτήματος στον αντίδικο αδύνατη μπορεί να δικαιολογηθεί παρέκβαση ώστε να χορηγηθεί θεραπεία χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά (Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 203, σ. 207). Στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει λόγος ελέγχου του πιο πάνω δικαιοδοτικού όρου, εφόσον το Δικαστήριο διάταξε επίδοση της αίτησης για προσωρινά μέτρα και επομένως η ακρόαση της αίτησης διεξήχθηκε από την αρχή inter partes, δηλαδή στην παρουσία του αντιδίκου. Επί της ουσίας, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να εκδώσει ένα προσωρινό διάταγμα ρυθμίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60 (βλ. Χάρη Φεσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704). Παραθέτω τις διατάξεις τουː "32.-
(1)Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον, εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδη απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές, ή προστακτικόν) ή να διορίζη παραλήπτην εις πάσας τας περιπτώσεις εις στο δικαστήριον κρίνει τούτο δίκαιον ή πρόσφορον, καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ' αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός εάν το δικαστήριον ικανοποιηθή ότι υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασίαν, ότι υπάρχει πιθανότης ότι ο ενάγων δικαιούται εις θεραπείαν, και ότι εκτός εάν εκδοθή παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα, θα είναι δύσκολον ή αδύνατον να απονεμηθή πλήρης δικαιοσύνη εις μεταγενέστερον στάδιον." Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 για την έκδοση προσωρινού διατάγματος, όπως υιοθετήθηκαν στην Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557 και επαναλήφθηκαν σε σωρεία άλλων αποφάσεων είναι: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας (δηλαδή πιθανότητας η Ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπεία), και (γ) ότι, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το ερώτημα αν υπάρχει «σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση», δηλαδή «συζητήσιμη υπόθεση», απαντάται θετικά, εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής (βλ. την Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R.557,απόφαση ημερ. 13.6.2013 στην Πολιτική Έφεση 145/2011, Hellenic Bank Public Company Limited v Alpha Panareti Public Limited). Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα «εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του» (βλ. T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ 1802). Το ερώτημα αν υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας εξετάζεται με βάση τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο. Εκείνο το οποίο απαιτείται να αποδειχθεί στο στάδιο της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος είναι «κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση, αλλά κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις» (βλ. Luis Vuitton v Δερμοσάκ Λτδ κ.α.
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1453. Ό,τι απαιτείται είναι «ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας (visible chance of success)». Όσον αφορά το ερώτημα κατά πόσον θα υπάρχει αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, αν δεν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά, με πιο ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Ο αθέμιτος ανταγωνισμός έχει προεκτάσεις, μεταξύ των οποίων και ο επηρεασμός της εμπορικής εύνοιας, που είναι δύσκολο να αποτιμηθούν σε χρήμα ή να εξακριβωθούν με βεβαιότητα (βλ. την Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.R.L 321, στη σελ. 240, και την Μ & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν The Timberland Co). Επιπρόσθετα των πιο πάνω, θα πρέπει τελικά το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο, υπό τις συνθήκες, είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί ή να διατηρηθεί το διάταγμα (βλ. απόφαση, ημερ. 13.6.2013, στην Πολιτική Έφεση αρ. 145/2011, Hellenic Bank Public Company Limited v Alpha Panareti Public Limited Bacardi, με παραπομπή σε προγενέστερες αποφάσεις). Καθοδήγηση αντλείται από τη σχετική κωδικοποίηση των νομολογιακών αρχών στο Σύγγραμμα Copinger and Skone James on Copyright, 12th ed. (σε μετάφραση)ː «
  1. Αποζημιώσεις. Αν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι η αξίωση του ενάγοντα εγείρει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση τότε προχωρεί να εξετάσει κατά πόσο πρέπει να αποφασίσει υπέρ της χορήγησης ή της άρνησης του επιδιωκόμενου απαγορευτικού διατάγματος. Η καθοδηγητική αρχή είναι ότι το δικαστήριο πρέπει πρώτα να εξετάσει κατά πόσο, σε περίπτωση που ο ενάγων πετύχει στην αξίωση του για διηνεκές απαγορευτικό διάταγμα στη δίκη, θα αποζημιωθεί επαρκώς με την επιδίκαση αποζημιώσεων για την απώλεια που θα υποστεί πριν από τη δίκη ως αποτέλεσμα των συνεχιζόμενων πράξεων του εναγομένου. Αν οι αποζημιώσεις με το μέτρο που ανακτώνται σύμφωνα με το κοινοδίκαιο θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία και ο εναγόμενος θα ήταν σε οικονομική θέση να τις καταβάλει το δικαστήριο κανονικά θα αρνηθεί να χορηγήσει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα όσο ισχυρή και αν φαίνεται η αξίωση του ενάγοντα.
  2. Ισοζύγιο της ευχέρειας. Αν το δικαστήριο βρίσκεται σε αμφιβολία ως προς την επάρκεια των αντίστοιχων θεραπειών σε αποζημιώσεις που προσφέρονται είτε στον ενάγοντα είτε στον εναγόμενο είτε και στους δύο εγείρεται το θέμα του ισοζυγίου της ευχέρειας. Στην American Cyanamid Co. v. Ethicon Ltd [1975] A.C. 396 η Δικαστική Επιτροπή των Λόρδων έχει καθιερώσει ορισμένες κατευθυντήριες αρχές για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. [.] Κατά την αξιολόγηση του πού κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας, ένας σημαντικός παράγων είναι η έκταση κατά την οποία τα μειονεκτήματα του κάθε μέρους θα είναι αδύνατο να αποζημιωθούν με αποζημιώσεις. Αν για παράδειγμα η έκταση της μη δυνάμενης να αποκατασταθεί ζημιάς του κάθε μέρους δεν θα διαφέρει σε μεγάλο βαθμό, το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη τη σχετική δύναμη της υπόθεσης του κάθε μέρους όπως αποκαλύπτεται από τις ένορκες δηλώσεις που έχουν παρουσιασθεί κατά την ακρόαση της αίτησης. Αυτός όμως είναι ο τελευταίος και όχι ο πρώτος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη. Είναι μόνο σ' αυτό το στάδιο που το δικαστήριο δικαιούται να εξετάσει κατά πόσο υπάρχει ουσιαστική ανισότητα επί της ουσίας και ποιος από τους διαδίκους έχει περισσότερη πιθανότητα επιτυχίας. [.] Γενικά όμως η διαδικασία στις παρεμπίπτουσες αιτήσεις δεν είναι η πρέπουσα για τη διεξαγωγή έρευνας σε αμφισβητούμενα γεγονότα.
  3. Status Quo. Όπου οι άλλοι παράγοντες φαίνονται να είναι ισοζυγισμένοι το δικαστήριο συνήθως θα λάβει τέτοια μέτρα τα οποία σκοπό έχουν τη διατήρηση του status quo. Αν, από την άλλη, ο εναγόμενος εμποδίζεται προσωρινά από του να κάμει κάτι το οποίο δεν έκαμνε προηγουμένως, η μόνη επίδραση του παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος, σε περίπτωση που θα πετύχει στη δίκη του, είναι η αναβολή της ημερομηνίας κατά την οποία θα είναι σε θέση να εμπλακεί σε μια δραστηριότητα την οποία προηγουμένως δεν την είχε θεωρήσει αναγκαία να αναλάβει. Αν, από την άλλη, ο εναγόμενος διακόπτεται στη διεξαγωγή μιας καθιερωμένης επιχείρησης το απαγορευτικό διάταγμα θα του προκαλέσει πολύ μεγαλύτερη δυσχέρεια εφόσον θα έχει να αρχίσει πάλι να τη δημιουργεί σε περίπτωση που πετύχει στη δίκη. [...]
  4. Ικανότητα πληρωμής αποζημιώσεων. Το δικαστήριο θα λάβει υπόψη το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν είναι σε οικονομική θέση να αντιμετωπίσει αξίωση για σημαντικές αποζημιώσεις εναντίον του και ότι ο ενάγων είναι πιθανόν να υποστεί ζημιές πέραν από εκείνες που μπορεί ο εναγόμενος να του καταβάλει. Από την άλλη το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη την ικανότητα ή άλλως πως του ενάγοντα να αποζημιώσει τον εναγόμενο με την ανάληψη υποχρέωσης για πληρωμή αποζημιώσεων. Το απλό γεγονός ότι ένα μέρος διαθέτει πενιχρά μέσα δεν είναι συμπερασματικό για τη χορήγηση ή άρνηση απαγορευτικού διατάγματος. Το δικαστήριο θα είναι προσεκτικό να εξετάσει αυτά τα ζητήματα όταν οι διάδικοι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και όπου ο ενάγων είναι άτομο ο οποίος διαμένει εκτός δικαιοδοσίας. [...]». Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι, πράγματι, ο παράγων «καθυστέρηση» στην υποβολή της αίτησης για ενδιάμεση θεραπεία είναι σχετικός ακόμη και στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, όπου η αίτηση για το προσωρινό διάταγμα εξετάζεται πλέον κατόπιν ειδοποίησης των Εναγομένων (by summons). Η νομολογία λέει ότι η καθυστέρηση στην προώθηση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα, εκτός αν επεξηγηθεί, είναι γενικά μοιραία. Δεν υπάρχει άκαμπτος γενικός κανόνας για το ποια είναι η έκταση καθυστέρησης που είναι ικανή να αποτρέψει τη χορήγηση του προσωρινού διατάγματος. Τούτο εξετάζεται στην κάθε υπόθεση με βάση τα ιδιαίτερά της περιστατικά. Εάν οι Ενάγοντες - Αιτητές έχουν αδιαφορήσει ή ανεχθεί ή σιωπηρά δεχθεί τη διατήρηση της κατ' ισχυρισμόν παράνομης κατάστασης για μια αδικαιολόγητα μακρά περίοδο, το Δικαστήριο δεν μπορεί να κλείσει τα μάτια του στο στοιχείο αυτό, όταν αξιολογεί προς τα πού γέρνει η πλάστιγγα του ισοζυγίου της δικαιοσύνης, αλλιώς γνωστού και ως ισοζυγίου της ευχέρειας (balance of justice ή balance of convenience). Η ύπαρξη ή μη καθυστέρησης στην προώθηση της αίτησης συσχετίζεται με όσα γεγονότα συνθέτουν τη γνώση για τον επίδικο επηρεασμό κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής, διότι στόχος ενός προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος είναι η διατήρηση του καθεστώτος ως είναι προτού επισυμβεί η «αιτία πολέμου», δηλαδή η αιτία της αγωγής που συνιστά την κατ' ισχυρισμό παράνομη κατάσταση (status quo ante). Παραπέμπω στην απόφαση Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 C.L.R. 788, όπου παρατίθεται γλαφυρή επεξήγηση του όρου από τον Vice Chancellor Megarry στην Metric Resources Corporation v Leasemetrix Ltd and Another [1979] F.S.R. 571, 581-582͘: «Ο όρος status quo είναι εκ πρώτης όψεως σαφώς ατελής και όπως πρότεινα στη Robbie v Football Club Ltd, μη δημοσιευθείσα, ημερ. 26.3.79, νομίζω ότι ο πλήρης όρος είναι status quo ante bellum. Εάν η έκδοση του κλητηρίου εντάλματος αποτελεί το νοητικό ισάξιο της έκρηξης του πολέμου, αυτό θα απαιτούσε όπως το ζήτημα εξετασθεί όταν εκδίδετο το κλητήριο ένταλμα, κάτι το οποίο θα ήταν παράξενο ή άδικο. Αν προωθηθεί η μεταφορική έννοια, τότε πολύ καλά θα προκύψει ότι το ορθό status quo ante bellum είναι η κατάσταση πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί το casus belli, εκτός αν οι εχθροπραξίες καθυστερήσουν τόσο πολύ έτσι που η επίδικη πράξη να καθίσταται μέρος του status quo.». Η θεμελιώδης αρχή κατά την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, απαγορευτικών και προστακτικών, ομοίως, εξακολουθεί να είναι αυτή σύμφωνα με την οποίαν το Δικαστήριο επιλέγει τη λύση η οποία παρουσιάζεται να είναι η λιγότερο άδικη στην περίπτωση κατά την οποίαν, κατά την εκδίκαση της αγωγής, φανεί πως η παρεμπίπτουσα ρύθμιση υπήρξε εσφαλμένη [Films Rover International Ltd v. Cannon Film Sales Ltd
(1987)1 W.L.R. 670 - David Bean, Injunctions, eighth edition, Sweet and Maxwell, 2004, παρα. 3.33]. Ως προς το εύρος της δικαστικής αξιολόγησης της δοθείσας μαρτυρίας που αρμόζει σε αίτηση για προσωρινό διάταγμα, σημειώνω τα εξήςː - Κατ' αρχάς, σε τέτοιου είδους υποθέσεις το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει τις προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 σχετικά με την ισχύ της υπόθεσης της κάθε πλευράς και την πιθανότητα επιτυχίας με βάση τη δικογραφία και τις ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωρηθεί «on the face of the affidavit» τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων (Βλ. Iacovou Brothers (Constructions) Ltd. v. Fashionwise Ltd
(2000)1B A.A.Δ. 1377). - Τα νομικά ζητήματα που τυχόν εγείρονται στις ένορκες δηλώσεις πρέπει να επιλύονται κατά τη δίκη. Επίλυσή τους στο στάδιο της διαδικασίας για χορήγηση προσωρινού διατάγματος αποτελεί σοβαρή επέμβαση στην πορεία της δίκης και στα επίδικα θέματα τα οποία θα εξεταστούν από τον δικάζοντα Δικαστή (Βλ. Οικονομίδης ν. Δημοκρατίας
(1982)3 Α.Α.Δ. 837 (απόφαση Ολομέλειας)). - Στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου επί της αξιολόγησης της μαρτυρίας περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 (Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Δηλαδή, το Δικαστήριο δεν προβαίνει στα πλαίσια τέτοιων αιτήσεων σε εις βάθος εξέταση των επίδικων θεμάτων ούτε σε αντιπαράθεση της μαρτυρίας, για να ανευρεθεί η πραγματική βάση γεγονότων ή η αλήθεια των ισχυρισμών. Το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται σε αυτό το στάδιο να εμπλακεί σε οτιδήποτε που να προσομοιάζει με προκαταρκτική εκδίκαση της αγωγής πάνω σε συγκρουόμενες ένορκες δηλώσεις για να αξιολογήσει τη δυνατότητα της υπόθεσης του κάθε μέρους. Η διαδικασία σε παρόμοιες αιτήσεις δεν είναι η πρέπουσα για τη διεξαγωγή έρευνας σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα (Βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2026). Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής (Γρηγορίου ν. Χριστόφορου
(1995)1 Α.Α.Δ. 284). Στα πλαίσια εκδίκασης αίτησης ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος, το Δικαστήριο δεν δικαιούται να διαγνώσει την ουσία της αγωγής, όπως ρητά προβλέπεται στο άρθρο 22(η)(β) του περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν. 14/60 (Πούλλου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1991)1. Α.Α.Δ. 275). ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 32 ΤΟΥ Ν.14/60 ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΥΠΟΘΕΣΗ. Προκειμένου να αποφασίσω αν η Ενάγουσα / Αιτήτρια έχει ικανοποιήσει τις πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, ήτοι (α) την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και (β) την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας (δηλαδή πιθανότητας η Ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπεία), οφείλω να στρέψω την προσοχή μου στην ειδική νομοθεσία επί της οποίας εδράζει την αίτησή της αυτή και από την οποία ισχυρίζεται ότι αντλεί αγώγιμο δικαίωμα λόγω ακριβώς της παράβασης των προνοιών της. Εξετάζω λοιπόν το άρθρο 23 του περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Νόμου Ν.104(Ι)/2017, το οποίο η ίδια η Ενάγουσα επικαλείται στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησής της, και το οποίο παραθέτω αυτούσιο πιο κάτω։ «23.-
(1)Απόφαση της συνέλευσης ή του διοικητικού συμβουλίου του σωματείου, η οποία είναι αντίθετη προς το νόμο ή το καταστατικό είναι ακυρώσιμη και η ακυρότητα κηρύσσεται από το Δικαστήριο, κατόπιν αγωγής οποιουδήποτε μέλους ή οποιουδήποτε προσώπου το οποίο έχει έννομο συμφέρον, η οποία καταχωρίζεται το αργότερο εντός έξι
(6)μηνών από την ημερομηνία λήψης της απόφασης: Νοείται ότι, η καθορισθείσα περίοδος των έξι
(6)μηνών μπορεί να παραταθεί για ακόμη εννέα
(9)μήνες, εάν το πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον αποδείξει ότι έλαβε γνώση του γεγονότος σε μεταγενέστερο χρόνο από το χρόνο λήψης της απόφασης.
(2)Το Δικαστήριο, στο πλαίσιο εκδίκασης αγωγής δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), δύναται, κατόπιν αίτησης οποιουδήποτε διαδίκου, να αναστείλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης με τέτοιους όρους και τέτοιες προϋποθέσεις που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει πρέπον να επιβάλει.». Στην ενδιάμεση απόφασή μου ημερ. 7.8.20 είχα ήδη την ευκαιρία να επισημάνω ότι το άρθρο 23 είναι καλό να διαβάζεται σε σύγκριση προς το άρθρου 47 του ιδίου Νόμου, για να γίνεται αντιληπτό ποιες πράξεις υπόκεινται σε αγωγή σε αστικό δικαστήριο και ποιες πράξεις υπόκεινται σε ιεραρχική προσφυγή ενώπιον διοικητικού οργάνου και κατ' ακολουθίαν ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου. Το παραθέτω։ 47.-
(1)Οποιοδήποτε πρόσωπο δύναται να υποβάλει εγγράφως ιεραρχική προσφυγή εναντίον οποιασδήποτε απόφασης του Εφόρου ή του Γενικού Εφόρου η οποία το αφορά ή το επηρεάζει άμεσα, στο Γενικό Έφορο ή στον Υπουργό, αντίστοιχα, ανάλογα με την περίπτωση, ή/και να προσφύγει κατά της εν λόγω απόφασης στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.
(2)Η κατά το εδάφιο
(1)ιεραρχική προσφυγή ασκείται εγγράφως, το αργότερο μέσα σε τριάντα
(30)ημέρες από την ημερομηνία της κοινοποίησης της προσβαλλόμενης απόφασης στο επηρεαζόμενο πρόσωπο, καταβάλλοντας τέλος ύψους εκατόν ευρώ (€100).
(3)Ο Γενικός Έφορος ή ο Υπουργός, ανάλογα με την περίπτωση, εξετάζει την ιεραρχική προσφυγή και, αφού ακούσει τον προσφεύγοντα ή δώσει σ' αυτόν την ευκαιρία να υποστηρίξει γραπτώς τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η προσφυγή, αποφασίζει, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(4), το αργότερο εντός προθεσμίας ενενήντα
(90)ημερών από την ημερομηνία υποβολής της και διαβιβάζει την απόφασή του στον προσφεύγοντα.
(4)Ο Γενικός Έφορος ή ο Υπουργός, ανάλογα με την περίπτωση, δύναται να εκδώσει μία από τις ακόλουθες αποφάσεις: (α) Να επικυρώσει την προσβληθείσα απόφαση, (β) να ακυρώσει την προσβληθείσα απόφαση, (γ) να τροποποιήσει την προσβληθείσα απόφαση, (δ) να προβεί σε έκδοση νέας απόφασης σε αντικατάσταση της προσβληθείσας: Νοείται ότι, οποιαδήποτε απόφαση για αποδοχή ή απόρριψη της ιεραρχικής προσφυγής δεν μπορεί να ληφθεί κατά παράβαση των κριτηρίων, προϋποθέσεων ή όρων που καθορίζονται στον παρόντα Νόμο για την εγγραφή, λειτουργία ή διαγραφή σωματείου, ιδρύματος ή ομοσπονδίας ή/και ένωσης.
(5)Η αναφερόμενη στο εδάφιο
(1)απόφαση καθίσταται εκτελεστή όταν περάσει άπρακτη η προθεσμία προς άσκηση ιεραρχικής προσφυγής ενώπιον του Γενικού Εφόρου ή του Υπουργού, ανάλογα με την περίπτωση, και, σε περίπτωση άσκησης ιεραρχικής προσφυγής, από την κοινοποίηση της επί της ιεραρχικής προσφυγής απόφασης του Γενικού Εφόρου ή του Υπουργού, ανάλογα με την περίπτωση.». Για την ερμηνεία των πιο πάνω άρθρων και τον συσχετισμό των διατάξεών τους, έχω ήδη παραθέσει στο πλαίσιο της ενδιάμεσης απόφασης ημερ. 7.8.2020, αυτούσια την απόφαση ημερ. 30.11.2010, του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (Στ. Ναθαναήλ, Δ., όπως ήταν τότε) στην Προσφυγή αρ. 175/2010, 1. Ένωση Κοινοτήτων Κύπρου, 2. ΧΧΧ Λαζαρίδης, 3. Ένωση Κοινοτήτων Επαρχίας Πάφου, 4. Ένωση Κοινοτήτων Επαρχίας Λάρνακας ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Εφόρου Σωματείων, η οποία απόφαση μιλά αφ' εαυτής։ «ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ.: Η αιτήτρια 1, (εφεξής «η Ένωση»), έχει συσταθεί ως σωματείο στις 23.5.1996, δυνάμει του περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Νόμου αρ. 57/1972 (εφεξής «ο Νόμος»), με τον αιτητή 2 να αναφέρεται ως ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου αυτής, στη βάση εκλογής του στη θέση κατόπιν αρχαιρεσιών που έλαβαν χώραν στις 10.9.2009. Οι αιτήτριες 3 και 4, είναι μέλη της Ένωσης. Προέκυψαν, ως φαίνεται, διαφορές ως προς τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της Ένωσης, με αποτέλεσμα οι αρχαιρεσίες της 10.9.2009 να απέληξαν, στη βάση των αναφερομένων από τους αιτητές γεγονότων στην ανάδειξη του αιτητή 2 ως προέδρου της Ένωσης, με τον πρώην πρόεδρο Χατζησάββα ΧΧΧΧΧ να μην είχε αναγνωρίσει το αποτέλεσμα των αρχαιρεσιών, εξακολουθώντας έτσι να εμφανίζεται και να ενεργεί ως πρόεδρος αυτής. Ενόψει των προβλημάτων που δημιουργήθηκαν, ο Χατζησάββα ΧΧΧΧΧ, κάλεσε τα μέλη της γενικής συνέλευσης της Ένωσης, σε έκτακτη γενική συνέλευση που θα λάμβανε χώραν στις 28.11.2009, ενώ κάλεσε επίσης τα μέλη με άλλη επιστολή να παρευρεθούν σε άλλη γενική συνέλευση στις 3.12.2009, με θέμα την τροποποίηση του καταστατικού της Ένωσης. Χωρίς το εκλελεγμένο διοικητικό συμβούλιο της Ένωσης να είχε προαποφασίσει τη σύγκλιση οποιασδήποτε γενικής ή έκτακτης συνέλευσης και χωρίς τα 2/3 των μελών της γενικής συνέλευσης της Ένωσης να είχαν ζητήσει κάτι τέτοιο, σε συνεδρία ημερ. 3.12.2009, στην οποία παρευρίσκονταν και πρόσωπα που δεν ήταν μέλη της Ένωσης, ανακοινώθηκε από τον Χατζησάββα , απόφαση τροποποίησης του άρθρου 3 του καταστατικού, η δε Ένωση πληροφορήθηκε το ζήτημα στις 2.2.2010, από επιστολή του Εφόρου Σωματείων ότι η τροποποίηση είχε εγκριθεί. Αποτέλεσμα της ως άνω επιστολής, ήταν η καταχώρηση από όλους τους αιτητές της παρούσας προσφυγής, ζητώντας την ακύρωση της ως ληφθείσας κατά παράβαση των προνοιών του καταστατικού και χωρίς να είχε ποτέ συγκληθεί νομίμως η γενική συνέλευση της Ένωσης προς τροποποίηση του καταστατικού της. Η προσφυγή καταχωρήθηκε ανεξάρτητα από την έριδα που υφίσταται ως προς το ποιος είναι ο νόμιμος πρόεδρος της Ένωσης, εφόσον εν πάση περιπτώσει ο αιτητής 2 είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου της, οι δε αιτητές 3 και 4, μέλη της Ένωσης. Με την καταχώρηση της προσφυγής στις 11.2.2010, ζητήθηκε η έκδοση προσωρινού διατάγματος πάνω σε μονομερή βάση με το οποίο να αναστελλόνταν η ισχύς και η εκτέλεση ή και η εφαρμογή της επίδικης απόφασης. Το Δικαστήριο εξέφρασε ορισμένες επιφυλάξεις ως προς το παραδεκτό του αιτήματος και της θεμελιωτικής προς τούτο προσφυγής, από απόψεως εκτελεστής πράξης και εννόμου συμφέροντος. Η αίτηση επιδόθηκε κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου, καταχωρήθηκε ένσταση και οι αιτητές στις 16.3.2010, επέλεξαν να αποσύρουν την αίτηση για το προσωρινό διάταγμα ώστε να εκδικαστεί το συντομότερο το ζήτημα κατά πόσο η προσβαλλόμενη πράξη είναι ή όχι εκτελεστή. Ακολούθησε στις 3.5.2010, η καταχώρηση της ένστασης εκ μέρους του Εφόρου Σωματείων στην οποία ηγέρθηκαν δύο προδικαστικές ενστάσεις αναφορικά με (
  1. i)τη θέση ότι ο αιτητής 2 δεν ήταν νόμιμα εξουσιοδοτημένος να καταχωρήσει την προσφυγή, ενώ ούτε και οι υπόλοιποι αιτητές ήταν νόμιμα εξουσιοδοτημένοι προς αυτή την κατεύθυνση και (
  2. ii)ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ενόψει του ότι διαφορές ως προς το κύρος αποφάσεων της γενικής συνέλευσης της Ένωσης, επιλύονται με αγωγή στο αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο και όχι με έλεγχο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Ανεξαρτήτως των θέσεων αυτών, η ένσταση παραπέμπει στο ιστορικό της δημιουργίας της Ένωσης, στο σχετικό περί Κοινοτήτων Νόμο αρ. 86(Ι)/99 και στην ανάγκη τροποποίησης του καταστατικού ώστε να υπάρχει συμμόρφωση με τις πρόνοιες του τροποποιητικού Νόμου αρ. 98(Ι)/09, με τον οποίο προστέθηκαν στην ερμηνεία του όρου «Ένωση Κοινοτήτων Κύπρου» και οι Επαρχιακές Ενώσεις, ο όρος δε «Επαρχιακή Ένωση Κοινοτήτων», περιλαμβάνει εκείνα τα σωματεία που έχουν εγγραφεί δυνάμει του Νόμου αρ. 57/72, περιλαμβάνουσα έτσι η Ένωση, όλες τις εκτοπισμένες και επαρχιακές ενώσεις των κοινοτήτων αυτών. Ο τροποποιητικός αυτός Νόμος, επομένως, δημιούργησε υποχρέωση στην Ένωση για άμεση τροποποίηση του καταστατικού της με τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών, ενεργώντος ως Εφόρου Σωματείων, να έχει κάθε λόγο να αποδεχθεί την τροποποίηση. Κρίνεται ότι πρέπει να εξεταστεί πρώτα η δεύτερη προδικαστική ένσταση ως προς την εν γένει παραδεκτότητα της προσβαλλόμενης πράξης ενόψει των συγκεκριμένων δεδομένων που οδήγησαν στην καταχώρηση της προσφυγής. Είναι βέβαια παραδεκτό ότι η Ένωση είναι εγγεγραμμένη ως σωματείο ιδιωτικού δικαίου, όπως η ίδια περιγράφει τον εαυτό της στην παρ. 1 της αίτησης ακύρωσης, που συστάθηκε στις 23.5.1996 δυνάμει του Νόμου. Η εγγραφή της Ένωσης ως σωματείο αναγνωρίζεται και με τη νομοθεσία που διέπει τη διοίκηση των κοινοτήτων εφόσον στον περί Κοινοτήτων Νόμο αρ. 86(Ι)/99, η «Ένωση Κοινοτήτων Κύπρου» ορίζεται στο ερμηνευτικό άρθρο 2, ως εκείνο το σωματείο που έχει εγγραφεί δυνάμει του άρθρου 6 του Νόμου. Κατά παρόμοιο τρόπο θα πρέπει να θεωρηθεί ότι και οι αιτητές 3 και 4 είναι επίσης εγγεγραμμένοι ως σωματεία δυνάμει του ιδίου Νόμου, προς τούτο δε και ο περί Κοινοτήτων Νόμος αρ. 86(Ι)/99, ορίζει ως «Επαρχιακή Ένωση Κοινοτήτων» το σωματείο εκείνο που έχει εγγραφεί ως τέτοιο δυνάμει του Νόμου και στο οποίο συμμετέχουν όλες οι κοινότητες της οικίας επαρχίας. Ο Νόμος καθορίζει ότι ο Έφορος Σωματείων και Ιδρυμάτων, ο οποίος διορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο, είναι ο υπεύθυνος λειτουργός για την εξέταση των προϋποθέσεων και επί τη υποβολή αιτήσεως, την έκδοση σχετικού πιστοποιητικού εγγραφής στον καθορισμένο τύπο. Συμφώνως του άρθρου 7, με την έκδοση τέτοιου πιστοποιητικού εγγραφής, το σωματείο αποκτά πλήρη νομική προσωπικότητα, ενώ συμφώνως και του άρθρου 17
(1), ο έχων τη διοίκηση του σωματείου επιμελείται των υποθέσεων του και το αντιπροσωπεύει δικαστικώς, αλλά και εξωδίκως. Κάθε σωματείο έχει βέβαια το ανάλογο καταστατικό που πρέπει να περιέχει τα όσα καθορίζονται στο άρθρο 8, τροποποίηση δε του καταστατικού συμφώνως του άρθρου 9, ισχύει μόνο από την καταχώρηση της στο Μητρώο Σωματείων και Ιδρυμάτων που τηρεί ο Έφορος. Δυνάμει περαιτέρω του άρθρου 18, η συνέλευση των μελών αποτελεί το ανώτατο όργανο του σωματείου, απόφαση δε προς τροποποίηση του καταστατικού, εκτός αν το ίδιο διαφορετικά προνοεί, χρειάζεται με βάση το άρθρο 22
(1)την παρουσία του ημίσεως τουλάχιστον των μελών πλέον ενός και την πλειοψηφία των τριών τετάρτων των παρόντων. Ενδιαφέρει εδώ ιδιαιτέρως το άρθρο 23, το εδάφιο
(1)του οποίου προνοεί ότι απόφαση συνελεύσεως αντικειμένη στο Νόμο ή το καταστατικό είναι άκυρος, η ακυρότητα δε αυτή «.. κηρύσσεται υπό του δικαστηρίου επί τη αγωγή μέλους μη συναινέσαντος ή παντός έχοντος έννομον συμφέρον.». «Δικαστήριο» δυνάμει του άρθρου
(2)του Νόμου, σημαίνει το αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο εντός του ορίου της τοπικής αρμοδιότητας του οποίου βρίσκεται η έδρα του σωματείου. Προκύπτει, επομένως, σαφέστατα ότι η διαφορά που έχει προκύψει με βάση τα όσα καταγράφονται ως γεγονότα στην αίτηση ακύρωσης σε σχέση με την τροποποίηση του καταστατικού της Ένωσης, αλλά και την απόφαση περί εκλογής του αιτητή 2 ως προέδρου αυτής, αποτελούν ζητήματα τα οποία πρέπει να οδηγηθούν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου προς επίλυση τους. Και αυτό βεβαίως ως λογική απόρροια του γεγονότος ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο θα πρέπει να ακούσει και να αξιολογήσει μαρτυρία σε σχέση με την προκύψασα διαφορά, ώστε να προβεί σε ανάλογα ευρήματα, ουσιώδη για την κατάληξη του, λύοντας έτσι την όποια διαφορά. Εισηγούνται όλοι οι αιτητές ότι νομιμοποιούνται στην καταχώρηση της παρούσας προσφυγής, έχοντας προς τούτο έννομο συμφέρον, διότι αυτοί δεν προσβάλλουν το κύρος της απόφασης της γενικής συνέλευσης, αλλά τη διοικητική πράξη που προέκυψε από την απόφαση του Εφόρου να αποδεχθεί την εγγραφή της τροποποίησης του καταστατικού. Η προσφυγή επιδιώκει να ελέγξει τη νομιμότητα της διοικητικής πράξης η οποία λήφθηκε χωρίς να προηγηθεί δέουσα έρευνα που να ήλεγχε ότι τηρήθηκαν τα δέοντα που προκύπτουν από το καταστατικό, αλλά και το Νόμο σε σχέση με την διαδικασία που ακολουθήθηκε και που οδήγησε στην τροποποίηση. Αυτό ισοδυναμεί όμως με την τοποθέτηση της άμαξας μπροστά από το άλογο. Αυτό, διότι οι μεν αιτητές 3 και 4, ως μέλη της Ένωσης προς θεμελίωση της θέσης τους ότι η τροποποίηση παραβίασε το καταστατικό και τις προϋποθέσεις αυτού για σύγκλιση νόμιμης γενικής συνέλευσης, θα πρέπει να αποταθούν πρώτα στο Επαρχιακό Δικαστήριο, δείχνοντας ταυτόχρονα ότι έχουν προς τούτο έννομο συμφέρον ως ορίζει το άρθρο 23
(1)του Νόμου, ο δε αιτητής 2, έχει τον αυτό σκόπελο να υπερπηδήσει προτού είναι σε θέση να ελέγξει την απόφαση του Εφόρου να εγκρίνει την τροποποίηση, ως διοικητική πράξη. Το αν είναι ή παραμένει Πρόεδρος, έχοντας την ευθύνη της εκπροσώπησης της Ένωσης, μαζί με την εκτελεστική επιτροπή, στις μετά τρίτων σχέσεις της Ένωσης κατά το άρθρο 16(ε) του καταστατικού και την εκπροσώπηση της δικαστικώς κατά το άρθρο 17
(1)του Νόμου, δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Εφόρου, αλλά στην αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Και είναι αυτό που θέλουν οι αιτητές να ελεγχθεί διά της προσφυγής τους, όπως καθίσταται άλλωστε πρόδηλο και από τα εκτεθέντα επιχειρήματα τους στη γραπτή τους αγόρευση επί της ουσίας, τα οποία και διέρχονται μέσα από τον έλεγχο της διεξαχθείσας εκλογής και της προηγηθείσας σύγκλισης της γενικής συνέλευσης. Είναι σαφές επομένως ότι δεν υπάρχει, ούτε προκύπτει από την απόφαση του Εφόρου, εκτελεστή διοικητική πράξη με δεδομένο ότι με ρητή νομοθετική πρόνοια προηγείται ο έλεγχος του κύρους της απόφασης της γενικής συνέλευσης της Ένωσης για την οποία αποκλειστική αρμοδιότητα έχει το οικείο Επαρχιακό Δικαστήριο. Η παρούσα προσφυγή αποτελεί στην ουσία συγκαλυμμένη ενέργεια ελέγχου θεμάτων που κατά το Νόμο, οφείλουν να εξεταστούν και να επιλυθούν πρωτίστως και αποκλειστικώς από Επαρχιακό Δικαστήριο. Εκείνο το οποίο εισηγούνται οι αιτητές στην ουσία είναι το αναθεωρητικό Δικαστήριο να προβεί σε έλεγχο νομιμότητας της απόφασης του Εφόρου να δεχθεί την τροποποίηση του καταστατικού, υπεισερχόμενο έτσι το ίδιο σε διαδικασία που νομοθετικά έχει δοθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Στην ουσία η προκύψασα διαφορά ανάγεται στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου και όχι στο δημόσιο δίκαιο με βάση το Άρθρο 146 του Συντάγματος. Ο Έφορος θα επενέβαινε στην αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου εάν έπραττε ως εισηγούνται οι αιτητές, εξετάζοντας, δηλαδή, τα δεδομένα που οδήγησαν στην τροποποίηση και την παρουσίαση εκ μέρους της Ένωσης του σχετικού ψηφίσματος προς εγγραφή. Ενόψει όλων των πιο πάνω δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ενασχόληση με την πρώτη προδικαστική ένσταση που σχετίζεται με τη διαφορά της νομότυπης ή μη εκλογής συγκεκριμένου ατόμου στην προεδρία της Ένωσης. Το θέμα έχει ήδη απαντηθεί ανωτέρω. Το πρόβλημα αυτό επιλύεται ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου με αγωγή, όπως και αναφέρεται άλλωστε στην παρ. 9 των γεγονότων ότι μεταξύ των διαδίκων ήδη εκκρεμούν διάφορες αγωγές. Η προσφυγή απορρίπτεται με €1.200 έξοδα εναντίον των αιτητών και υπέρ των καθ΄ ων. Η προσβαλλόμενη πράξη επικυρώνεται με βάση το Άρθρο 146.4(α) του Συντάγματος. Στ. Ναθαναήλ, Δ.». Από τις πρόνοιες του άρθρου 23
(1)του Νόμου περί Σωματείων και Ιδρυμάτων, αλλά και από την προμνησθείσα απόφαση του Έντιμου κ. Ναναθανήλ, Δικαστή Ανωτάτου Δικαστηρίου (όπως ήταν τότε), προκύπτει, όπως το αντιλαμβάνομαι, ότι։ (α) αντικείμενο αγωγής δύναται να αποτελέσει։ · Απόφαση της συνέλευσης του σωματείου, ή · απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του σωματείου, · η οποία είναι αντίθετη προς το νόμο ή το καταστατικό. · Όχι όμως απόφαση του Εφόρου Σωματείων αφού εκείνη υπόκειται σε ιεραρχική προσφυγή. (β) Τελική θεραπεία σε αγωγή δύναται να αποτελέσει η ίδια η ακύρωση τέτοιας απόφασης της συνέλευσης ή του σωματείου που είναι ακυρώσιμη. (γ) Δικαίωμα καταχώρισης αγωγής έχει։ · οποιοδήποτε μέλος, ή · οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο έχει έννομο συμφέρον. (δ) Υπάρχει χρονικός περιορισμός για την ύπαρξη δικαιώματος καταχώρισης αγωγής. Εκπνέει το δικαίωμα το αργότερο εντός έξι
(6)μηνών από την ημερομηνία λήψης της προσβαλλόμενης απόφασης, με δυνατότητα παράτασης για άλλους 9 μήνες αν αποδειχθεί ότι ο ενάγων έλαβε γνώση αργότερα. Είναι κατά την κρίση μου σημαντική η διάκριση στο άρθρο 23 ανάμεσα στην ιδιότητα «μέλους» και «οποιουδήποτε προσώπου το οποίο έχει έννομο συμφέρον». Το διαζευκτικό «ή» δεικνύει κατά την κρίση μου ότι το τακτικό και έγκυρο μέλος ενός σωματείου δεν υπόκειται σε οποιοδήποτε πρόσθετο όρο να αποδείξει «έννομο συμφέρον». Έχει αγώγιμο δικαίωμα βάσει του άρθρου 23
(1)ως εκ της ιδιότητας αυτής και μόνο. Από την άλλη, πρόσωπο που δεν είναι κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής, είτε διότι διαγράφηκε ή αποβλήθηκε είτε άλλως πως, θα πρέπει να αποδείξει «έννομο συμφέρον» για την έγερση αγωγής με σκοπό την ακύρωση μιας συγκεκριμένης απόφασης της συνέλευσης ή του διοικητικού συμβουλίου του σωματείου. Οφείλω πάντως να παρατηρήσω ότι ο όρος «έννομο συμφέρον» δεν συνηθίζεται να τίθεται ως όρος για την αναγνώριση «αγώγιμου δικαιώματος» για την έγερση αγωγής. Είναι συνήθως νομικός όρος συνυφασμένος με τους υπό του Συντάγματος καθορισθέντες όρους για τη νομιμοποίηση έγερσης προσφυγής δυνάμει του Άρθρου 146.2 του Συντάγματος. Το Άρθρο 146.2, του Συντάγματος καθιστά την προσβολή ιδίου και άμεσου, δηλαδή προσωπικού συμφέροντος που επηρεάζει ατομικά αυτόν που επιζητεί την αναθεώρηση διοικητικής απόφασης, πράξης, ή παράλειψης, προϋπόθεση για την άσκηση προσφυγής. Προάσπιση του κοινού συμφέροντος, για τη διασφάλιση της ευνομίας στη δημόσια λειτουργία, δεν αρκεί. Το Σύνταγμα δεν παρέχει δικαίωμα για την άσκηση λαϊκής ή δημοτικής αγωγής, "actio popularis". Όπως εξηγείται στην Pitsillos v. C.B.C.
(1982)3 C.L.R. 208", "Το συμφέρον το οποίο επηρεάζεται πρέπει να έχει νομικό έρεισμα, δηλαδή, πρέπει να εκπορεύεται από τα νομικά δικαιώματα του προσφεύγοντος. Δεν εξομοιώνεται όμως με αγώγιμο δικαίωμα. Το αντικείμενο του επηρεασμού κάτω από το Άρθρο 146, είναι το συμφέρον και όχι αποκρυσταλλωμένο νομικό δικαίωμα. Το συμφέρον το οποίο επηρεάζεται μπορεί να είναι υλικό ή ηθικό. Και στις δύο περιπτώσεις, πρέπει να διακρίνεται από το γενικό συμφέρον και να συσχετίζεται με την ιδιαιτερότητα της θέσης του προσφεύγοντα". Είναι εμφανές από το πιο πάνω απόσπασμα ότι, προκειμένου περί αγώγιμου δικαιώματος, ο ενάγων βασίζει την υπόθεσή του σε αποκρυσταλλωμένο νομικό δικαίωμα και προκειμένου περί αίτησης για προσωρινή θεραπεία δυνάμει του Άρθρου 32 του Ν.14/60 εκκρεμούσης αγωγής, όπως είχα ήδη αναφέρει πιο πάνω, το μόνο που εξετάζεται είναι αν υπάρχει σοβαρή ένδειξη ύπαρξης τέτοιου δικαιώματος. Δεδομένου, όμως, ότι στο άρθρο 23 του περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Νόμου, τίθεται ως όρος έγερσης αγωγής, η ύπαρξη «εννόμου συμφέροντος» εκ μέρους προσώπου που επιθυμεί να καταχωρήσει αγωγή κατά απόφασης του διοικητικού συμβουλίου ή της συνέλευσης, έκρινα αναγκαίο, έστω και σε αυτό το προκαταρκτικό στάδιο να στρέψω το μυαλό μου σε νομολογία όπου εξετάζεται, κατ'αναλογίαν, η έννοια του εννόμου συμφέροντος σε προσφυγή. Έχω εντοπίσει μίαν απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου όπου εξετάστηκε το εύρος του όρου «ίδιον» έννομο συμφέρον, όπου ο προσφεύγων προσβάλει πράξεις που αφορούν όχι σε πειθαρχική διαδικασία κατά του ιδίου, άλλα αφορώσα σε τρίτα μέλη ενός συλλογικού σώματος στο οποίο συμμετέχει ως μέλος. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στην απόφαση Ούλα Μίκη Ζεμπύλα κ.α. ν ΕΤΕΚ
(1999)3 ΑΑΔ 314. Στην προμνησθείσα απόφαση, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου αποφάσισε κατά πλειοψηφία - απόφαση Δικαστή Αρτέμη με την οποία συμφώνησαν οι Γ. Πικής, Π., Γ. Κωνσταντινίδης, Δ. και Μ. Κρονίδης, Δ., ότι: «Στην υπό εξέταση περίπτωση, οι εφεσείοντες - αιτητές ήσαν εκείνοι που υπέβαλαν το παράπονο για παράβαση των κανόνων δεοντολογίας από τα ενδιαφερόμενα μέρη. Ο καταγγέλλων και μόνο όμως, είναι ξεκάθαρο ότι δεν μπορεί να έχει οποιοδήποτε έννομο συμφέρον που να επηρεάζεται από την έκβαση της πειθαρχικής δίωξης των καταγγελθέντων. Η αθώωση των εφεσιβλήτων ουδόλως επηρεάζει οιονδήποτε οικονομικό ή ηθικό τους συμφέρον. Το ζήτημα όμως έχει ακόμη μία προέκταση. Οι εφεσείοντες - αιτητές είναι και αυτοί αρχιτέκτονες, όπως και οι εφεσίβλητοι, και το ερώτημα που γεννάται είναι κατά πόσο ως μέλη ενός σώματος έχουν άμεσο ηθικό συμφέρον να ενδιαφέρονται για την τήρηση της δεοντολογίας. Στην προκείμενη περίπτωση οι εφεσείοντες είναι προφανές ότι δεν είχαν ιδιαίτερο συμφέρον να παραπονούνται για μη τιμωρία των εφεσιβλήτων, γιατί η απόφαση αυτή δεν τους επηρέαζε άμεσα. Η επέκταση της έννοιας του ηθικού συμφέροντος, δεν είναι τόσον ευρεία, ώστε να καλύπτει την περίπτωση, γιατί ακύρωση της πειθαρχικής αθωωτικής απόφασης, δε θα προήγε καθ' οιονδήποτε τρόπο τα συμφέροντα των εφεσειόντων. Παρατηρείται τέλος ότι οποιαδήποτε απαίτηση των εφεσειόντων - αιτητών για οικονομική ζημιά δε συναρτάται με την αθωωτική απόφαση και εξακολουθούν να έχουν δικαίωμα αγωγής για αποζημιώσεις εναντίον τόσο των εφεσιβλήτων όσο και της Κεντρικής Τράπεζας.» Υπό το φως της πιο πάνω απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου τείνω να κρίνω ότι μέλος που αποβλήθηκε και έπαυσε να έχει την ιδιότητα αυτή κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής, έχει έννομο συμφέρον να καταχωρήσει αγωγή για να αμφισβητήσει το κύρος της απόφασης της συνέλευσης ή του διοικητικού συμβουλίου με την οποία επιβλήθηκε η αποβολή του ιδίου από το σωματείο ή/και ο αποκλεισμός του από το οίκημα του σωματείου ή/και η απαγόρευση της άσκησης οποιωνδήποτε δικαιωμάτων ψήφου. Από την άλλη, βάσει της προμνησθείσας νομολογίας, τείνω να κρίνω ότι μέλος αποβληθέν δεν έχει έννομο συμφέρον να ζητεί με αγωγή την ακύρωση απόφασης που έλαβε το διοικητικό συμβούλιο ή η συνέλευση του σωματείου αναφορικά με άλλα μέλη που είχαν κατηγορηθεί στο πλαίσιο πειθαρχικής διαδικασίας ούτε έχει έννομο συμφέρον να ζητεί με αγωγή να κριθεί η μεταχείριση που είχαν τρίτα πρόσωπα τα οποία υπέβαλαν παραίτηση από μέλη. Νομολογιακά, η έλλειψη εννόμου συμφέροντος σε τέτοιες συνθήκες έγκειται στο ότι δεν προκύπτει ευθέως πιθανολόγηση ζημιογόνου επηρεασμού ενός μέλους από πράξεις ή παραλείψεις που αφορούν σε άλλα πρόσωπα. Υπό το φως του άρθρου 23 του Νόμου περί Σωματείων και των ανωτέρω σκέψεων μου, κρίνω (και τονίζω ότι πρόκειται για προκαταρκτική δικαστική κρίση και όχι για οριστική επί του θέματος, εφόσον βρισκόμαστε στο στάδιο ενδιάμεσης αίτησης για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, όπου το μόνο βάρος που έχει στους ώμους της η Ενάγουσα είναι να αποδείξει σοβαρή ένδειξη ύπαρξης δικαιώματος σε θεραπεία, και όχι να πιθανολογήσει την ύπαρξη τέτοιου δικαιώματος στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων όπως χρειάζεται στο τελικό στάδιο της δίκης) ότι στην περίπτωση της Ενάγουσας։ Όσον αφορά την απόφαση της γενικής συνέλευσης ημερ. 6.11.2018, αποτελεί αυταπόδεικτο αντικειμενικά κρινόμενο γεγονός ότι η αγωγή καταχωρήθηκε από αυτήν μετά παρέλευση χρόνου πέραν των 6 μηνών και δη μετά παρέλευση χρόνου πέραν των 9 μηνών από την ημερομηνία που διεξήχθη η εν λόγω γενική συνέλευση, επομένως εκπρόθεσμα, ήτοι έξω από το χρονικό πλαίσιο που θέτει το άρθρο 23
(1)
(2)για την ύπαρξη δικαιώματος καταχώρησης αγωγής, άρα δεν αποδεικνύεται σοβαρή υπόθεση προς συζήτηση στην αγωγή ούτε υπάρχει πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή, γι' αυτό και δεν θα μπορούσε να ζητηθεί ούτε και οποιαδήποτε ενδιάμεση θεραπεία, σχετιζόμενη προς τις αποφάσεις που λήφθηκαν κατά την εν λόγω συνέλευση ημερ. 6.11.2018, βάσει της παρούσας αγωγής. Όσον αφορά την απόφαση της Έκτακτης γενικής συνέλευσης ημερ. 9.12.2009, η Ενάγουσα θα είχε έννομο συμφέρον να αμφισβητήσει με την παρούσα αγωγή τη νομιμότητα της απόφασης της γενικής συνέλευσης σε ό,τι αφορά τη διαγραφή της από τακτικό μέλος του Εναγόμενου σωματείου και δη θα είχε έννομο συμφέρον να ζητούσε με την αγωγή να εξεταστεί κατά πόσο για τη λήψη της απόφασης αυτής τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες στο Καταστατικό πρόνοιες και διαδικασίες, εφόσον η εν λόγω απόφαση την αφορά άμεσα και προσωπικά και δεν έχει υπάρξει οποιαδήποτε ανάκλησή της έκτοτε ώστε να αφαιρεί το αντικείμενο δικαστικού ελέγχου στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Ωστόσο, ουδέν ενδιάμεσο διάταγμα ζητείται από την Ενάγουσα συναφώς προς την εφαρμογή της δικής της πειθαρχικής ποινής ή/και της αποβολής της διά βίου ή/και της διαγραφής της από το μητρώο των τακτικών μελών. Τα προσωρινά διατάγματα που ζητούνται με την υπό κρίση αίτηση της Ενάγουσας αποβλέπουν στην ουσία στην αναστολή εφαρμογής των όσων αποφασίσθηκαν κατά την έκτακτη γενική συνέλευση ημερ. 9.12.2019, μετά ή/και ανεξάρτητα από την αποβολή της ιδίας από μέλος του Σωματείου, αναφορικά με την τροποποίηση του καταστατικού του σωματείου και στην παρεμπόδιση διενέργειας νέων συνελεύσεων ή/και λήψης νέων αποφάσεων κατ' ακολουθίαν της επίδικης Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης ημερ. 9.12.
  1. Όσον αφορά την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου να συγκαλέσει την Έκτακτη Γενική Συνέλευση ημερ. 9.12.2019, επισημαίνω ότι ο συνήγορος της Ενάγουσας αναλύει στην σελίδα 15 και 16 της γραπτής του αγόρευσης το ζήτημα του κατά πόσον η συνέλευση συγκλήθηκε ή/και διεξήχθη από 6μελές Διοικητικό Συμβούλιο κατά παράβαση του καταστατικού ή αν τούτο έγινε από 7μελές και άνω ΔΣ όπως αντιτείνει η πλευρά του Εναγόμενου. Εδώ αναφύεται κατά την κρίση μου πρόβλημα, πρώτιστα σε σχέση με την εφαρμογή της 3ης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν.14/
  2. Τούτο διότι, όλα τα γεγονότα που η Ενάγουσα επικαλείται για να αποδείξει ότι τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου μειώθηκαν σε 6, ανατρέχουν χρονικά πολύ πιο πριν από τις 9.12.2019, ημερομηνία για την οποία συγκλήθηκε η Έκτακτη Γενική Συνέλευση. Οι επιστολές παραίτησης άλλων μελών ή η προσωρινή αναστολή ιδιότητας μέλους ή η διαγραφή άλλου μέλους χρονολογούνται (βλέπει τη σελ. 15 της γρ. αγόρευσης του συνηγόρου της Ενάγουσας) από 6.11.2018 μέχρι και τις 19.11.2019 που εκδόθηκε η επίμαχη πρόσκληση για την Έκτακτη Γενική Συνέλευση ημερ. 9.12.
  3. Εδώ εντοπίζεται αδικαιολόγητη καθυστέρηση της Ενάγουσας να καταχωρήσει την αγωγή και την αίτηση για προσωρινά απαγορευτικά διατάγματα, αφού το λογικό θα ήταν η Ενάγουσα να προσέφευγε στο Δικαστήριο πάραυτα, μόλις έμαθε γι'αυτήν την πρόσκληση, για να εμποδίσει τη σύγκληση και διενέργεια της γενικής συνέλευσης, πριν τη διεξαγωγή της, υποδεικνύοντας το ισχυριζόμενο παράτυπο του ΔΣ ως εκ του αριθμού των μελών που το συγκροτούσαν όταν εξέδωσε την πρόσκληση. Εκ των υστέρων, δεν εξυπηρετεί η έκδοση προσωρινού διατάγματος, εφόσον η εν λόγω σύγκληση έχει επιφέρει πλήρως το σκοπό της με την συνέλευση να έχει ήδη τελεστεί. Ο πόλεμος έχει ήδη εκραγεί, κατά την έκφραση της απόφασης Bacardi. Η προτέρα κατάσταση, status qvo ante, είναι εκ των πραγμάτων αδύνατον πλέον να εξασφαλιστεί με την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Από την άλλη, όσον αφορά αυτά που σχολιάζει ο συνήγορος της Ενάγουσας στις σελ. 17 και 18 της γραπτής του αγόρευσης αναφορικά με την έκδοση από μέρους του Εφόρου Σωματείων ενός Πιστοποιητικού ημερ. 9.12.2019, με το οποίο βεβαιούται ο αριθμός των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του Σωματείου κατά ή περί τις 9.12.2019, η προκαταρκτική μου δικαστική κρίση είναι ότι αυτή δεν αποτελεί πράξη από την έκδοση της οποίας να γεννάται αγώγιμο δικαίωμα για την Ενάγουσα. Όπως είχα ήδη την ευκαιρία να σημειώσω στην ενδιάμεση απόφασή μου ημερ. 7.8.2020, στο πλαίσιο της αγωγής, το παρόν Δικαστήριο δεν αναμένεται, ούτε και έχει τέτοια εξουσία, να ασκήσει αναθεωρητικό έλεγχο για τη δράση της διοίκησης, εν προκειμένω του Εφόρου Σωματείων ή και οποιουδήποτε ιεραρχικά ανώτερου αυτού οργάνου. Θα ελέγξει μόνο, στον απαιτούμενο βαθμό, τη δράση και συμπεριφορά των ενώπιόν του διαδίκων που είναι μόνον η Ενάγουσα και ο Εναγόμενος. Τούτο δεν αλλοιώνεται στο στάδιο που επιζητείται ενδιάμεση προσωρινή ή παρεμπίπτουσα θεραπεία. Το ότι το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για επίδοση της αίτησης στον Έφορο, ήταν για να ενημερωθεί για την ύπαρξη της παρούσας αγωγής. Έβαλε εν τέλει εμφάνιση στην αγωγή, αλλά δεν καταχώρησε ένσταση στην αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Επομένως, μέχρι στιγμής ο Έφορος δεν εμφανίζεται να αντιδικεί με την Ενάγουσα. Το ότι καταχώρησε ένσταση στην ενδιάμεση αίτηση της Ενάγουσας με την οποία αυτή ζητούσε να της δοθεί άδεια να κλητεύσει υπάλληλο του Εφόρου Σωματείων για να δώσει προφορική μαρτυρία στο πλαίσιο εκδίκασης της αίτησης για προσωρινά διατάγματα (όχι της κυρίως αγωγής), η συνήγορος του Εφόρου Σωματείων το δικαιολόγησε στη βάση ακριβώς του συλλογισμού ότι εδώ δεν ασκείται αναθεωρητικός έλεγχος των δικών του ενεργειών, κάτι που θα άρμοζε σε διαδικασία προσφυγής. Δήλωσε μάλιστα η ευπαίδευτη συνήγορος ότι θα ήταν έτοιμος ο Έφορος, αναλόγως της έκβασης που θα έχει η παρούσα αγωγή, να ανακαλέσει τη Βεβαίωση που είχε εκδώσει στις 9.12.2019 αν ήθελε κριθεί στα γεγονότα της αγωγής ότι πεπλανημένα ή/και εσφαλμένα παρουσιάστηκε προς τον ίδιο η εικόνα για τον αριθμό των έγκυρων ή/και ενεργών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του Εναγομένου Σωματείου. Επομένως, δεν είναι τη νομιμότητα της έκδοσης του Πιστοποιητικού του Εφόρου Σωματείων που θα έχει να κρίνει το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της ουσίας της παρούσας αγωγής, παρά μόνο το ερώτημα αν τηρήθηκαν οι καταστατικές πρόνοιες σε ό,τι αφορά τον αριθμό των μελών που συγκροτούν νόμιμα ένα διοικητικό συμβούλιο και αν υπό νόμιμη συγκρότηση συγκλήθηκε η γενική συνέλευση. Ανέκαθεν, ήτοι ακόμη και πριν τη θέσπιση των άρθρων 23 και 47 του Ν.104(Ι)/2017, σύμφωνα με την Κυπριακή νομολογία, η δυνατότητα του Δικαστηρίου να επεμβαίνει σε αποφάσεις σωματείων, ιδιωτικών λεσχών ή ακόμη και πολιτικών κομμάτων όταν οι εν λόγω αποφάσεις αφορούν στην άσκηση διοικητικής ή οιονεί δικαστικής εξουσίας που απορρέει από τους Κανονισμούς τους, περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου εγείρεται ζήτημα λανθασμένης ερμηνείας των Κανονισμών του Σωματείου ή Ιδρύματος ή Πολιτικού Κόμματος ή όπου εγείρεται ζήτημα παραβίασης των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης, κανόνες οι οποίοι αποβλέπουν στην προστασία του θεμέλιου της δικαιοσύνης (βλ. Λούκας Παπαστράτης ν. Γλαύκου Πετρίδη, και άλλου
(1989)1E ΑΑΔ 669 και Στάθης Κιττής ν. Μιχαηλίδης Ντίνος και Άλλοι (Αρ. 1)
(2000)1 ΑΑΔ 59). Και πάλιν όμως, οφείλω να σημειώσω ότι η Ενάγουσα πρέπει να έχει έννομο συμφέρον για να αιτηθεί ορισμένες θεραπείες στην αγωγή της. Δεν μπορεί η ίδια να ζητεί από το Δικαστήριο να ελέγξει αν οι διαγραφές ή προσωρινές αναστολές ορισμένων άλλων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου αποφασίσθηκαν κατά τρόπο συνάδοντα προς το Καταστατικό του Εναγόμενου Σωματείου. Η νομολογία δεν αναγνωρίζει ίδιον και άμεσο (όχι μόνο υλικό αλλά ούτε καν ηθικό) συμφέρον σε ένα μέλος σωματείου να αμφισβητεί τη νομιμότητα του αποκλεισμού ενός άλλου μέλους. Έννομο συμφέρον έχει ο καθένας για τον εαυτό του (βλ. την Ούλα Μίκη Ζεμπύλα κ.α. ν ΕΤΕΚ
(1999)3 ΑΑΔ 314, πιο πάνω). Σύμφωνα με την Αγγλική νομολογία και τα όσα σχετικά αναφέρονται στο Σύγγραμμα των Halsbury's Laws of England, 4th ed., 2003, Reissue vol. 6, para 136 υπό τον τίτλο «Wrongful expulsion from clubs» (βλ. την απόφαση Κιττής, ανωτέρω)։ «The remedy of a member irregularly or improperly expelled from a member's club (if he has such a right of property as it is mentioned below) is by a claim, which may be brought for a declaration that the expulsion is void and that the claimant is still a member of the club and for an injuction to restrain.from excluding him from the club premises, or preventing him from exercising the rights and privileges of membership and it seems for damages. The foundation of the jurisdiction of the court to interfere at the instance of a member improperly expelled in order to reinstate him, is the right of property (which need not be a beneficial right in land and may be a right in contract) vested in the member of which he is unjustly deprived by the unlawful expulsion.». Από το πιο πάνω απόσπασμα προκύπτει ότι η θεραπεία την οποία δύναται να ζητεί ένα μέλος που αποβλήθηκε από ένα σωματείο είναι στη βάση αγωγής με την οποία να ζητεί αναγνωριστική δήλωση ότι η αποβολή του είναι άκυρη και ότι συνεπακόλουθα εξακολουθεί να έχει την ιδιότητα μέλους, και, αν έχει υποστεί ζημιά σε περιουσία, τότε δύναται να αξιώνει αποζημιώσεις. Παράλληλα, δύναται να υποβάλει αίτηση για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος με το οποίο να εμποδίζεται το σωματείο από το να αποκλείει το μέλος αυτό από το να εισέρχεται στο κτίριο όπου στεγάζεται το σωματείο ή από του να αποκλείει το εν λόγω μέλος από το να ασκεί όσα δικαιώματα απορρέουν από την ιδιότητα του μέλους. Το επόμενο που εξετάζεται είναι αν το αποβληθέν μέλος ζήτησε την κατάλληλη θεραπεία σε χρόνο κατά τον οποίο να υπάρχει χώρος για παρέμβαση του Δικαστηρίου. Είναι δυνατόν να κριθεί δικαστικά ότι είναι μάταια ή/και ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος η επίκληση των εξουσιών του Δικαστηρίου από το αποβληθέν μέλος σωματείου όταν αυτό προσέρχεται στο Δικαστήριο αφότου έχει ήδη εκτελεστεί η αποβολή του από το σωματείο. Παραπέμπω για παράδειγμα στα όσα επεσήμανε ο αδελφός Δικαστής Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. στην απόφαση ημερ. 5.10.2020 στην Αγωγή 524/20, Παπαδάκη ν Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών (Κ. Σ. ΕΔΕΚ) ενώπιον του Επαρχ. Δικαστηρίου Λ/σιας, αναφορικά με την αίτηση ημερ. 28.2.20 για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων։ «Το πρώτο θέμα που θα με απασχολήσει είναι το ερώτημα που έθεσα σε αμφότερους τους συνηγόρους κατά τις προφορικές τους αγορεύσεις όταν και ο ευπαίδευτος συνήγορος του Παπαδάκη τόνισε ότι αυτό που επιδιώκεται με την υπό κρίση αίτηση, είναι ουσιαστικά η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης για διαγραφή του Παπαδάκη, ήτοι να προληφθεί η διαγραφή του τελευταίου από το μητρώο μελών της ΕΔΕΚ. Ρώτησα λοιπόν τους συνηγόρους κατά πόσο η επίδικη απόφαση είχε ήδη εκτελεστεί και ο Παπαδάκης ήδη διαγραφεί και αυτό λαμβανομένου αφ' ενός υπόψη του άμεσου χαρακτήρα της συγκεκριμένης επιβληθείσας ποινής και αφ' ετέρου του ότι είχαν παρέλθει 7 μήνες από την έκδοση της επίδικης απόφασης και δεν φαινόταν να είχε μεσολαβήσει οτιδήποτε που να υποδηλοί ότι η απόφαση δεν είχε ήδη εκτελεστεί. Ο λόγος που έθεσα το ερώτημα αυτό είναι ευνόητος αφού όπως επεσήμανα και στους συνηγόρους, αν η επίδικη απόφαση έχει ήδη εκτελεστεί και ο Παπαδάκης έχει ήδη διαγραφεί από το μητρώο μελών της ΕΔΕΚ, τότε η υπό κρίση αίτηση, η οποία όπως προκύπτει και από το ρητό λεκτικό των αιτούμενων ενδιάμεσων θεραπειών, αποσκοπεί αποκλειστικά στο να αποτραπεί αυτή η εξέλιξη πραγμάτων, ήτοι η διαγραφή Παπαδάκη, ενδεχομένως να μην έχει πλέον αντικείμενο και η εκδίκαση της να μην εξυπηρετεί πλέον οποιοδήποτε ουσιαστικό σκοπό. Ανέφερα επίσης στους συνηγόρους ότι αν όντως έτσι έχουν τα πράγματα, τότε ίσως το όλο θέμα να μην μπορεί πλέον να αποτελέσει αντικείμενο ενδιάμεσης διαδικασίας και δη της παρούσας αλλά να πρέπει και να μπορεί να αποφασιστεί μόνο στα πλαίσια της εκδίκασης της ουσίας της αγωγής με την οποία, υπενθυμίζω, ζητείται η ακύρωση της επίδικης απόφασης. Ενημέρωσα επομένως τους συνηγόρους ότι αν αυτή είναι η περίπτωση, τότε το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο όπως δώσει οδηγίες για επίσπευση των διαδικασιών ώστε να μπορέσει να εκδικαστεί η ουσία της υπόθεσης το συντομότερο, νοουμένου βέβαια ότι θα μπορούσε να υπάρξει και από πλευράς τους ανάλογη αντιμετώπιση. Η βασική θέση και των δύο συνηγόρων στο πιο πάνω ερώτημα του Δικαστηρίου ήταν κοινή και συνίστατο στο ότι σύμφωνα με το καταστατικό και τους κανονισμούς του κόμματος δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια που να απαιτεί όπως για να υλοποιηθεί ή εκτελεστεί μια απόφαση του πειθαρχικού θα πρέπει να γίνει οποιοδήποτε άλλο διάβημα μετά την έκδοση και δημοσίευση της απόφασης. Παρά ταύτα, οι συνήγοροι είχαν διαφορετική άποψη ως προς το πώς θα πρέπει το δικαστήριο να προσεγγίσει το θέμα. Ο μεν κ. Ανδρέου υποστήριξε ότι επειδή μέχρι σήμερα ο Παπαδάκης δεν έτυχε καμίας ενημέρωσης ή επιβεβαίωσης από πλευράς ΕΔΕΚ ως προς το ότι έχει όντως διαγραφεί από το μητρώο μελών του κόμματος κατ' εκτέλεση της απόφασης του πειθαρχικού, αυτός, ο Παπαδάκης δηλαδή, θεωρεί ότι δεν έχει ακόμη λάβει χώρα η διαγραφή του και ότι εξακολουθεί να είναι εγγεγραμμένο μέλος της ΕΔΕΚ. Σε κάθε περίπτωση όμως, υποστήριξε ο συνήγορος, το υπό κρίση αίτημα του Παπαδάκη θα πρέπει να προσεγγισθεί και υπό μια πιο γενική σκοπιά, ήτοι ότι αφορά και σε αναστολή της διαγραφής του γενικότερα. Ο κ. Κορφιώτης δε, ο οποίος επεσήμανε ότι αν η θέση του Παπαδάκη τελικά είναι ότι αυτός συνεχίζει να είναι εγγεγραμμένο μέλος της ΕΔΕΚ τότε αυτό επηρεάζει καθοριστικά και καταλυτικά τα όσα ο πρώτος ισχυρίζεται στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και αίτησης, υποστήριξε ότι η εκ του καταστατικού αυτόματη υλοποίηση μιας απόφασης του πειθαρχικού δεν αφήνει κανένα περιθώριο αβεβαιότητας ως προς το αν η επίδικη απόφαση έχει εφαρμοστεί άμεσα με την έκδοση της, πόσο μάλλον όταν αυτή δεν έχει εφεσιβληθεί και η προθεσμία της έφεσης έχει παρέλθει. Όπως είναι και η θέση των εναγομένων, υποστήριξε ο συνήγορος, η παράλειψη του Παπαδάκη να ασκήσει έφεση ισοδυναμεί με αποδοχή της επίδικης απόφασης και θα πρέπει συνεπώς να θεωρηθεί ότι είναι με τις δικές του ενέργειες ο Παπαδάκης που «.έθεσε τον εαυτό του εκτός κόμματος.» με αποτέλεσμα «.το ισοζύγιο της ευχέρειας (να) γέρνει στην προκειμένη περίπτωση προς την διατήρηση των αποφάσεων των θεσμικών οργάνων ενός πολιτικού κόμματος.». Έχοντας διεξέλθει των εκατέρωθεν γραπτών παραστάσεων και ιδιαίτερα του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου της αγωγής και της Ε/Δ Παπαδάκη, διαπιστώνω ότι η εικόνα που αναδύεται από τα εν λόγω έγγραφα ως προς το αν η επίδικη απόφαση έχει εκτελεστεί ή όχι, διαφέρει κατά πολύ από τα όσα ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Παπαδάκη αναφορικά με την επί του προκειμένου αντίληψη του τελευταίου. Εξηγώ. Κατά πρώτο, δύο από τις τελικές θεραπείες που ζητούνται με την αγωγή αφορούν όχι μόνο σε ρητά αιτήματα του Παπαδάκη για την έκδοση διαταγμάτων προς «..άμεση αποκατάσταση (restitution) των δικαιωμάτων του ενάγοντα ως μέλος των Εναγομένων και/ή την άμεση επαναφορά του Ενάγοντα στην προ της απόφασης διαγραφής του από το Μητρώο Μελών του Κ.Σ. ΕΔΕΚ κατάσταση» (Θεραπεία Θ) αλλά μάλιστα και σε διάταγμα «με το οποίο να διατάσσεται το Κ.Σ. ΕΔΕΚ όπως προβεί σε όλες τις δέουσες διαδικασίες. (για) επαναφορά του (Παπαδάκη) στο μητρώο μελών του Κ.Σ. ΕΔΕΚ» (Θεραπεία Ι). Είναι θεωρώ προφανές ότι για να ζητήσει τις συγκεκριμένες θεραπείες ο Παπαδάκης στις 27/02/20 που καταχώρησε την παρούσα αγωγή, συνεπάγεται ότι κατ' εκείνη την ημερομηνία θεωρούσε και ο ίδιος ότι η απόφαση για διαγραφή του είχε ήδη εκτελεστεί και ότι ο ίδιος ήταν από τότε διαγραμμένος από το μητρώο μελών της ΕΔΕΚ. Γιατί άλλωστε να ζητήσει όπως η ΕΔΕΚ διαταχθεί να τον επαναφέρει στο μητρώο μελών αν θεωρούσε ότι εξακολουθούσε ακόμη να είναι μέλος της και πολύ περισσότερο, πώς θα μπορούσε να προβάλλεται για σκοπούς της παρούσας αίτησης και στη βάση του αρ. 32, ότι ο Παπαδάκης έχει καταδείξει ορατή πιθανότητα να επιτύχει στο τέλος να διαταχθεί η ΕΔΕΚ «.όπως προβεί σε όλες τις δέουσες διαδικασίες. (για) επαναφορά του στο μητρώο μελών.», αν το πραγματικό (factual) υπόβαθρο επί του οποίου εδράζεται η αίτηση είναι ότι αυτός δεν έχει ακόμη διαγραφεί από το μητρώο; Κατά δεύτερο, ακόμη και αν δεν καθίστατο ξεκάθαρο από τις πιο πάνω θεραπείες ότι κατά το χρόνο που καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή και αίτηση, η απόφαση του πειθαρχικού είχε ήδη εκτελεστεί και ο Παπαδάκης είχε ήδη διαγραφεί από μέλος της ΕΔΕΚ, το κατέστησε ξεκάθαρο ο ίδιος ο Παπαδάκης με την Ε/Δ του. Στην παρ. 11 της Ε/Δ του, ο Παπαδάκης, παραπέμποντας στην ανακοίνωση που το Πολιτικό Γραφείο δημοσίευσε στις 13/02/20 αναφορικά με την επίδικη απόφαση, αναφέρει ρητά ότι «.Είναι η θέση μου ότι η απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Κ.Σ. ΕΔΕΚ καθώς και οποιεσδήποτε αποφάσεις ελήφθησαν ένεκα της εν λόγω απόφασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Κ.Σ. ΕΔΕΚ και συγκεκριμένα η διαγραφή μου από το μητρώο μελών η οποία και επακολούθησε μετά την έκδοση της επίδικης απόφασης, ως εξάλλου επιβεβαιώνεται και από το λεκτικό του Τεκμηρίου 34, προφανώς και με επηρεάζουν ουσιωδώς και ανεπανόρθωτα καθώς επηρεάζουν δυσμενώς τα δικαιώματα μου ως μέχρι πρότινος μέλος των Εναγομένων.». Τα όσα δε ακολουθούν στην Ε/Δ Παπαδάκη ως προς την κατ' ισχυρισμό ζημιά και συνέπειες που αυτός υπέστη συνεπεία της «.διαγραφή(ς) μου από το μητρώο μελών η οποία και επακολούθησε μετά την έκδοση της επίδικης απόφασης.» επιβεβαιώνουν ακόμη περισσότερο ότι και ο ίδιος θεωρεί ότι η διαγραφή του έχει ήδη λάβει χώρα κατ' εκτέλεση της επίδικης απόφασης και μάλιστα από τις 13/02/20 τουλάχιστο - «.ουσιαστικά αποπέμφθηκε . ο μοναδικός Ευρωβουλευτής του κόμματος.», «.απώλεσα τη δυνατότητα στο μέλλον να διεκδικήσω οποιαδήποτε θέση», «μου αποστερήθηκε η συμμετοχή με βάση την διαγραφή μου.». Κοντολογίς με βάση τις θέσεις του ίδιου του Παπαδάκη, η υπό κρίση αίτηση δεν έχει ουσιαστικά κανένα αντικείμενο - αλλά και να είχε το απώλεσε - αφού η επίδικη απόφαση, την εκτέλεση της οποίας η παρούσα αίτηση επιδιώκει να αναστείλει, έχει ήδη εκτελεστεί πλήρως και μάλιστα προτού καταχωρηθεί η παρούσα αγωγή και αίτηση. Υπό αυτά τα δεδομένα συνεπώς, η ενασχόληση με το κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο η προσωρινή αναστολή εκτέλεσης μιας απόφασης που έχει ήδη εκτελεστεί, συνιστά θεωρώ απλά θέμα μάταιης και ακαδημαϊκής συζήτησης, κάτι που είναι από μόνο του αρκετό για να σφραγίσει την τύχη της αίτησης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Tudor
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1176 και Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ ν. Εταιρείας Ρέϊνμποου Πλήτσιγκ και Ντάϊγκ Κο Λτδ
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2055). Το μόνο θέμα λοιπόν που παραμένει να εξεταστεί σε σχέση με την επίδικη απόφαση είναι το κατά πόσο αυτή θα πρέπει ή όχι να ακυρωθεί, και δη κατά μόνιμο τρόπο, θέμα όμως που άπτεται της ουσίας του πυρήνα των παραπόνων του Παπαδάκη και το οποίο δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης στην παρούσα ενδιάμεση διαδικασία αλλά θα πρέπει να αποφασιστεί κατά την εξέταση της ουσίας της αγωγής.». Το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να έχει πάντα κατά νου ότι ο σκοπός της έκδοσης ενός ενδιάμεσου διατάγματος είναι η διατήρηση του «status quo ante», δηλαδή της κατάστασης πραγμάτων όπως ήταν πριν την επίδικη πράξη ή απόφαση στην αγωγή. Όπως, λοιπόν, επεσήμανε ο αδελφός Δικαστής στην απόφαση Παπαδάκης ανωτέρω։ «Ενώ όμως θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του αρ.32, νοουμένου βέβαια ότι η παρούσα αίτηση είχε αντικείμενο, το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) στην παρούσα περίπτωση δεν θα μπορούσε να γείρει την πλάστιγγα υπέρ της αναστολής της διαγραφής. Αυτό γιατί με την έκδοση ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος σκοπείται η διατήρηση της υφιστάμενης, κατά το χρόνο εκδίκασης, κατάστασης πραγμάτων (status quo ante) (βλ. ΔΗΜΟΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ROYAL RIS RESTAURANT LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. E187/2017, 25/1/2019 Όξυνου ν. Λου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1066) και όχι η ανατροπή του status quo ante και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται με την αγωγή (βλ. Κοσμά Γεώργιος ν. Ανδρέα Χατζηκυπρή και Άλλων
(2000)1 ΑΑΔ 169 και τις αναφορές που η εν λόγω αυθεντία κάνει στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG [1984] 1 C.L.R. 263 και Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R. 578).». Ακόμη ένα θέμα που με έχει απασχολήσει είναι το κατά πόσον η Ενάγουσα διατρέχει οποιονδήποτε κίνδυνο να υποστεί ζημιά που δεν είναι επανορθώσιμη σε χρήμα αν δεν εκδοθούν τα ζητηθέντα προσωρινά διατάγματα. Στη γραπτή του αγόρευση, σελ. 12, ο συνήγορος της Ενάγουσας, κ. Π. Μιχαήλ εισηγείται προς το Δικαστήριο ότι։ «Προφανώς η αιτήτρια με τα αιτητικά υπό στοιχεία Α, Β και Γ δεν επιδιώκει να αποσωβήσει και/ή να περιορίσει άμεση οικονομική ζημιά την οποία θα υποστεί και η οποία θα είναι ανεπανόρθωτη αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα παρόλο που έχει ήδη υποστεί οικονομικό κόστος ως εκτροφέας από την αντικαταστατική και παράνομη διαγραφή της ως τακτικό μέλος του εναγόμενου αφού έχει διασυρθεί στους κυνόφιλους το όνομά της. Αυτό που επιδιώκει η αιτήτρια είναι την μη πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς σ' αυτή δηλαδή, πέραν των όσων αναφέρθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο, στην αξιοπρέπεια της και στα ανθρώπινα δικαιώματά της ως αυτά καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης και ειδικότερα στις αιτούμενες θεραπείες και αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την έστω προσωρινή παρεμπόδιση του εναγόμενου και του Διοικητικού Συμβουλίου αναστέλλοντας την ισχύ των ήδη ληφθέντων αντικαταστατικών αποφάσεων καθώς και με αναστολή στη λήψη και εκτέλεση νέων αποφάσεων μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής όπου το Δικαστήριο θα αποφανθεί τελεσίδικα για το νόμω και ουσία βάσιμο των θεραπειών που αιτείται. [.]» Και στη σελ. 13 αφού αναλύει το συνταγματικό δικαίωμα του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι όπως προβλέπεται στο Άρθρο 21 του Συντάγματος, προχωρεί και εισηγείται ότι։ «Στην παρούσα περίπτωση ο εναγόμενος- καθ'ού η αίτηση στέρησε στην αιτήτρια την συμμετοχή της στο σωματείο του με μία απόφαση που λήφθηκε έκδηλα αντικαταστατικά και παράνομα στις 9/12/2019 με τον τρόπο που αναφέρθηκε ανωτέρω. Η στέρηση ασκήσεως των πιο πάνω αναφερθέντων Συνταγματικών Δικαιωμάτων στην αιτήτρια μέχρι την εκδίκαση της αγωγής δεν μπορεί, ευσεβάστως, να θεωρηθεί ότι μπορεί να αποζημιωθεί γι' αυτό, είναι η θέση μας, ότι πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60.». Στην τελευταία παράγραφο της σελ. 14 της αγόρευσής του, ο κ. Μιχαήλ εκθέτει την εισήγησή του για το πού γέρνει το ισοζύγιο της ευχέρειας, λέγοντας ότι αν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, ο εναγόμενος δεν θα υποστεί καμία απολύτως ζημιά, διότι θα συνεχίσει να λειτουργεί καταστατικά και νομότυπα, ενώ αν δεν εκδοθούν η Ενάγουσα θα στερηθεί των συνταγματικών της δικαιωμάτων, αφού θα στερηθεί της ιδιότητας τακτικού μέλους μέχρι την ολοκλήρωση της αγωγής, η οποία αναμφίβολα θα χρειαστεί μερικά χρόνια λόγω του φόρτου εργασίας που αντιμετωπίζουν τα δικαστήρια, οπόταν το Δικαστήριο θα αποφανθεί επί της ουσίας της. Όσον αφορά την ευθύνη του Δικαστηρίου να προβεί σε κατάλληλη εφαρμογή του ισοζυγίου της ευχέρειας και να εξεύρει πού κλίνει η πλάστιγγα υπό το φως του κινδύνου να διαταραχθεί η πρότερη κατάσταση πραγμάτων ή/και να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά το αποβληθέν μέλος σωματείου αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα, το Ανώτατο Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί στην υπόθεση Papastratis v Petrides
(1979)1 CLR 231 ότι η αποβολή ενός μέλους δεν επιφέρει αφ'εαυτής ανεπανόρθωτη ζημιά υπό την έννοια της ζημιάς που δεν είναι επανορθώσιμη διά της καταβολής χρηματικών αποζημιώσεων, εφόσον εάν η αγωγή του επιτύχει, θα αποκατασταθεί αναδρομικά στη θέση μέλους που κατείχε στο σωματείο και θα λάβει και την ανάλογη χρηματική αποζημίωση. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση։ «The last point to be considered is the contention of counsel for the appellant that the trial Judge wrongly exercised his judicial discretion in not granting the order applied for. It was argued that once the trial Judge found that there is a serious question to be tried and there is a probability that the appellant was entitled to relief, he had to make the order as the harm caused to the appellant was a continuing one and could not be assessed in money. The club is a social club for the recreation of its members and this cannot be assessed in money. We have considered the arguments of counsel for the appellant on this point and we came to the conclusion that he has failed to satisfy us that the discretion of the trial Judge was wrongly exercised. If the appellant is successful in the action he will be reinstated as member of the club and will also be entitled to compensation. So, complete justice will be done at the end. We, therefore, see no ground for interfering with the discretion of the trial Judge that he exercised in not granting the injunction applied for.». Περαιτέρω στην υπόθεση Ιωσήφ Χατζηχάννας ν Ανώτατης Δικαστικής Επιτροπής Αθλητισμού και/ή του Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού
(1996)4 ΑΑΔ 2189, ο αιτητής ήταν ο Πρόεδρος της Τεχνικής Επιτροπής Διαιτητών (ΤΕΔ) από το 1994. Τη θέση του προέδρου την κατέλαβε μετά που είχε εκλεγεί από τα Κυπριακά Σωματεία. Παραπέμφθηκε για εκδίκαση ενώπιον της Ανωτάτης Δικαστικής Επιτροπής Αθλητισμού (ΑΔΕΑ) από τον Κυπριακό Οργανισμό Αθλητισμού (ΚΟΑ) για διάπραξη τριών αθλητικών παραπτωμάτων. Μετά από ακροαματική διαδικασία η ΑΔΕΑ αθώωσε τον αιτητή σε τρεις κατηγορίες τις οποίες αντιμετώπιζε αλλά τον έκρινε ένοχο για "αντιαθλητική συμπεριφορά που αφορά πράξεις ή παραλείψεις που συνιστούν αντιαθλητική ή ανάρμοστη συμπεριφορά" κατά παράβαση του Άρθρου 9
(1)(γ) (viii) των περί Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού Νόμων του 1969-93 και η ΑΔΕΑ του επέβαλε την ποινή της «οριστικής διαγραφής» και το χαρακτηρισμό του ως «μη φιλάθλου» σύμφωνα με το άρθρο 11
(2)(α) και (β) του Νόμου. Ο αιτητής άσκησε προσφυγή δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος κατά της πειθαρχικής καταδίκης και ποινής και ταυτόχρονα καταχώρησε μονομερή αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της επίδικης απόφασης. Ο κύριος λόγος που ζητούσε την αναστολή ήταν διότι θα διεξάγονταν εκλογές για την πλήρωση της θέσης των μελών και του προέδρου της ΤΕΔ, στις οποίες δεν θα μπορούσε να συμμετάσχει λόγω της διαγραφής του και του χαρακτηρισμού του ως μη φιλάθλου. Επικαλέστηκε το επιχείρημα ότι, εάν το δικαστήριο ήθελε εκδώσει τελική απόφαση υπέρ του, και πάλιν δεν θα μπορούσε να διεκδικήσει τη θέση αυτή ειμή μόνο μετά την πάροδο της θητείας της νέας επιτροπής. Έτσι θα του προκαλείτο ανεπανόρθωτη ζημιά, η οποία δεν θα μπορούσε να αποκατασταθεί ακόμη και αν το δικαστήριο ήθελε τελικά εκδώσει ευνοϊκή για τον ίδιο απόφαση στην προσφυγή. Απερρίφθη από το Ανώτατο Δικαστήριο το επιχείρημα αυτό, λέγοντας ότι։ «Αναφορικά με το θέμα της ανεπανόρθωτης ζημίας θεωρώ ότι η οποιαδήποτε ηθική ζημία την οποία τυχόν θα υποστεί ο αιτητής λόγω του αποκλεισμού του από τις εκλογές για ανάδειξη προέδρου της ΤΕΔ δεν αποτελεί, υπό τις περιστάσεις, ανεπανόρθωτη ζημία η οποία είναι επαρκής για να δικαιολογήσει τη χορήγηση του αιτούμενου διατάγματος. Η οποιαδήποτε ζημία την οποία θα υποστεί ο αιτητής μπορεί να αποζημιωθεί επαρκώς με χρήμα.». Υπό το φως της προμνησθείσας νομολογίας, κρίνω ότι η ζημιά την οποία επικαλείται ο συνήγορος της Ενάγουσας ότι αυτή θα υποστεί, δεν έγινε αποδεκτό από τη νομολογία ότι εμπίπτει στο είδος της ανεπανόρθωτης ζημιάς, και άρα απορρίπτεται αυτό το επιχείρημα. Αναφορικά με το αίτημα έκδοσης Συντηρητικού Διατάγματος Τέλος, έχω εξετάσει το αίτημα της Ενάγουσας για την έκδοση «Προσωρινού και/ή παρεμπίπτοντος διατάγματος που να διατάσσει τον Πρόεδρο και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου να παραδώσουν και/ή να θέσουν υπό τον έλεγχο και/ή την εποπτεία του ταμείου του εναγόμενου, αποδείξεις, τιμολόγια, λογισμικό και γενικά όλα τα στοιχεία και λογιστικά δεδομένα και καταστάσεις λογαριασμών που έχουν σχέση με την οικονομική διαχείριση του εναγόμενου στον Έφορο Σωματείων και Ιδρυμάτων ή σε αρμόδιο πρόσωπο στην Επαρχιακή Διοίκηση Λευκωσίας και/ή στον Πρωτοκολλητή και/ή σε οιονδήποτε άλλο πρόσωπο ήθελεν κρίνει ορθό και δίκαιο το Δικαστήριο να διατάξει μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Κρίνω πως δεν έχει τεκμηριωθεί αρκούντως ή/και σε κατάλληλη νομική βάση το αίτημα αυτό. Κατ' αρχάς, παρατηρώ ότι δεν συμπεριλήφθηκε το άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 στη νομική βάση της αίτησης. Στην Papastratis v Petrides
(1979)1 CLR 231 εξετάστηκε επίσης το ζήτημα της συμπερίληψης του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, πέραν του άρθρου 32 του Ν.14/60, στη νομική βάση της αίτησης που καταχώρησε το αποβληθέν μέλος κατά του σωματείου, εκκρεμούσης της αγωγής, με σκοπό την έκδοση προσωρινού συντηρητικού διατάγματος σε ό,τι αφορά την προστασία της επίδικης περιουσίας. Το εν λόγω άρθρο 4 προβλέπει ότι։ «Συντηρητικό διάταγμα μεσεγγύησης, κλπ. 4.-
(1)Το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο, ενώ εκκρεμεί σε αυτό αγωγή, να εκδίδει διάταγμα για τη μεσεγγύηση, διατήρηση, φύλαξη, πώληση, κατακράτηση ή επιθεώρηση περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής ή διάταγμα για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία, ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικήςαπόφασης.
(2)Το διάταγμα μεσεγγύησης που αναφέρθηκε πιο πάνω σημαίνει διάταγμα που ορίζει πρόσωπο ή πρόσωπα για να εισέλθουν σε ακίνητη ιδιοκτησία, που ορίζεται στο διάταγμα, η οποία είναι στην κατοχή του προσώπου εναντίον του οποίου εκδίδεται το διάταγμα, και να συλλέξουν, παραλάβουν και αναλάβουν στα χέρια τους τα μισθώματα και τις προσόδους αυτής, καθώς και τα αγαθά και την κινητή περιουσία του εν λόγω προσώπου και να τα κρατούν για όσο χρόνο ορίζεται στο διάταγμα ή μέχρι νεώτερου διατάγματος του Δικαστηρίου.
(3)Το διάταγμα παρέχει στο πρόσωπο που ορίζεται με τον τρόπο αυτό πλήρη εξουσία να ενεργεί καθετί το οποίο διατάσσεται να διενεργηθεί με το διάταγμα αυτό καθώς και κάθε συντελεστικό με αυτό0 και, από την κοινοποίηση του διατάγματος προς το πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε, αυτό στερεί το πρόσωπο αυτό από κάθε τέτοια εξουσία, τηρουμένου μόνο του δικαιώματος του να κατέχει την ακίνητη περιουσία που τελεί υπό μεσεγγύηση, και να συνεχίζει τη διεξαγωγή της εργασίας του σε αυτή και να χρησιμοποιεί την κινητή περιουσία η οποία δυνατό να βρίσκεται σε αυτή για τους σκοπούς της κατοχής αυτής και της διεξαγωγής της εργασίας του.». Όπως εξήγησε το Ανώτατο Δικαστήριο, οι πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60 έχουν πιο γενική εφαρμογή από εκείνες του άρθρου 4 του Κεφ. 6, γι' αυτό και όπου η αίτηση εξετάζεται υπό το πρίσμα του άρθρου 32 του Ν.14/60, οι πρόνοιες του άρθρου 4 του Κεφ. 6 λαμβάνονται αυτόματα υπόψη. Παραθέτω αυτούσιο το απόσπασμα։ «With the exception of cases where property is the subject matter of the action, in all other cases an application for an interlocutory order under section 4 of Cap. 6 cannot be considered independently of the provisions of section 32 of Law 14/60. Section 32 of Law 14/60 is of a wider application than section 4 of Cap. 6 and, consequently, when an application is considered under this section the provisions of section 4 of Cap. 6 are automatically taken into account.» Στην παρούσα υπόθεση, με προβλημάτισε η απάντηση που έδωσε η Ενάγουσα με τη Συμπληρωματική Ε/Δ της προς την παράγραφο 30 της ενόρκου δηλώσεως του κ. XXXXX Χατζησάββα. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι ο εναγόμενος της οφείλει χρήματα αφού έλαβε από αυτήν διάφορα ποσά και ως αντάλλαγμα η Ενάγουσα έλαβε κάποιες υπηρεσίες, αλλά δεν έχει εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό. Παραταύτα, η Ενάγουσα παραδέχεται ότι «δεν τα αξιώνω με την παρούσα αγωγή». Επομένως, δεν συγκεκριμενοποιεί η Ενάγουσα στη μαρτυρία της την περιουσία που καθιστά επίδικη στην αγωγή και στην οποία περιουσία έχει η ίδια ίδιον άμεσο έννομο συμφέρον. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους πιο πάνω λόγους, απορρίπτω στο σύνολό της την αίτηση ημερ. 13.12.2019 της Ενάγουσας για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Δεν βλέπω λόγο γιατί να αποκλίνω από το γενικό κανόνα που θέλει τα έξοδα να ακολουθούν το αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου, τα έξοδα που προκλήθηκαν από αυτήν την αίτηση επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον της Ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, χωρίς επηρεασμό οποιωνδήποτε προηγούμενων διαταγών για έξοδα σε άλλες ενδιάμεσες αιτήσεις που σχετίζονται με αυτήν. (Υπ.)...................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.