← Κύπρος

Κωνσταντίνου κ.α. ν. Εργοληπτική Εταιρεία Ανδρέας Γενιάς & Υιός Λτδ, Αρ. Αγωγής: 8044 / 2014, 7/12/2020

Κωνσταντίνου κ.α. ν. Εργοληπτική Εταιρεία Ανδρέας Γενιάς & Υιός Λτδ, Αρ. Αγωγής: 8044 / 2014, 7/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A636 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ։ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8044 / 2014 ΜΕΤΑΞΥ:

  1. XXXXX Κωνσταντίνου
  2. XXXXX Παυλίδου Κωνσταντίνου Ενάγοντες - και - Εργοληπτική Εταιρεία Ανδρέας Γενιάς & Υιός Λτδ Εναγομένης Ημερομηνία։ 7.12.2020 Εμφανίσεις։ Για την Εναγόμενη - Αιτήτρια։ κ. Χριστόδουλος Κληρίδης, για Χριστόδουλος Βασιλειάδης και Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Ενάγοντες - Καθ'ων։ κ. Ανδρέας Χατζηχριστοφής, για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με την αίτηση της Εναγόμενης - Αιτήτριας, ημερ. 12/11/2019 Με την υπό κρίση Αίτηση η Εναγόμενη / Αιτήτρια επιζητεί τα εξής: «(Α) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να απορρίπτεται και/ή να αναστέλλεται και/ή να παραμερίζεται και/ή να ακυρώνεται η αγωγή και/ή το κλητήριο ένταλμα και/ή η μέχρι σήμερα διαδικασία στην παρούσα αγωγή ως παραγραφείσα και/ή αντικανονική και/ή ως αντιβαίνουσα στον περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο του 2012 (66(Ι)/2012). (Β) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται όπως η περαιτέρω διαδικασία στην αγωγή υπ' αριθμό 8044/2014 σταματήσει (be stayed) και/ή ανασταλεί μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αίτησης για απόρριψη της αγωγής λόγω παραγραφής της απαίτησης. (Γ) Οποιαδήποτε περαιτέρω ή άλλη θεραπεία, ήθελε κρίνει το Σεβαστό Δικαστήριο ως εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις. (Δ) Τα έξοδα της αίτησης πλέον Φ.Π.Α. πλέον τα έξοδα επίδοσης.». Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, στη Δ.27 και ειδικότερα, αλλά χωρίς περιορισμό στη Δ.27, θ.3, Δ.39 και Δ.48, θ.θ. 1, 2, 3 και 9 (ο), στη Δ.59 και στη Δ.64, θ. 1

(1)και
(3)και θ.2, στον περί Παραγραφής Αγωγίμων Δικαιωμάτων Νόμο του 2012 (Ν.66(Ι)/2012), όπως τροποποιήθηκε, και ειδικότερα, αλλά χωρίς περιορισμό, στα άρθρα 3, 4, 6
(1)
(2), 7
(1)
(2), 21, 28 και 29 αυτού, άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, καθώς και επί της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και σε οποιαδήποτε άλλη σχετική καθοδηγητική Νομολογία, στις αρχές του Κοινοδικαίου και του του δικαίου της Επιείκειας, στους Κανόνες της Φυσικής Δικαιοσύνης, καθώς επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και τη γενική πρακτική του Δικαστηρίου και στα δικόγραφα που καταχωρήθηκαν στα πλαίσια της αγωγής. Η αίτηση στηρίζεται στα γεγονότα που καταγράφονται στην Ένορκη Δήλωση («Ε/Δ»), ημερ. 12.11.2019, τoυ κ. XXXXX Χρυσάνθου, ο οποίος είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των κ.κ. Χριστόδουλος Γ. Βασιλειάδης & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε., που εκπροσωπεί την Αιτήτρια στην παρούσα αγωγή. Ορκίζεται και λέγει πως γνωρίζει καλά τα γεγονότα της υπό εκδίκαση υπόθεσης, τόσο από προσωπικό χειρισμό της υπόθεσης, όσο και από στοιχεία που του δόθηκαν από την ίδια την Εναγόμενη / Αιτήτρια, είναι δε κατάλληλα εξουσιοδοτημένος από την τελευταία να προβεί στην ένορκη δήλωση εκ μέρους της. Εξηγεί ότι ο λόγος που προβαίνει ο ίδιος στην Ε/Δ αντί ένας εκ των διευθυντών της Αιτήτριας, είναι διότι η αίτηση αφορά μόνο σε νομικά θέματα. Είναι η θέση του κ. Χρυσάνθου ότι το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων έναντι της Εναγόμενης έχει παραγραφεί δυνάμει των προνοιών του Ν.66(Ι)/2012, όπως αυτός ίσχυε κατά την 31/12/2014, ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Με αναφορά στα δικόγραφα της υπόθεσης αυτής, ο κ. Χρυσάνθου επισημαίνει ότι το κλητήριο ένταλμα, που ήταν γενικά οπισθογραφημένο, καταχωρήθηκε στις 31.12.2014, οι Ενάγοντες αξιώνουν γενικές και ειδικές αποζημιώσεις συνεπεία ισχυριζόμενης παράβασης από μέρους της Εναγόμενης των συμβατικών της υποχρεώσεων δυνάμει της Συμφωνίας ημερ. 2/3/2006 (στο εξής «η επίδικη Συμφωνία»), ένεκα αμέλειας από πλευράς της Εναγομένης και/ή ένεκα ελαττωματικών εργασιών και κακοτεχνιών που υφίσταται η κατοικία των Εναγόντων, την οποία ανήγειρε η Εναγόμενη. Στις 16.9.2015 καταχωρήθηκε η Έκθεση Απαίτησης. Στις 3.2.2016 καταχωρήθηκε η Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Στις 2.6.2016 καταχωρήθηκε η Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. Η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμη ξεκινήσει. Για τούτον το λόγο ο κ. Χρυσάνθου εισηγείται ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και, για εξοικονόμηση χρόνου του Δικαστηρίου, να αποφανθεί για το ζήτημα της παραγραφής πριν προχωρήσει περαιτέρω η δίκη. Η επίδικη Συμφωνία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην Ε/Δ του κ. Χρυσανθου. Επισημαίνει, επί της ουσίας, ο κ. Χρυσάνθου ότι, με βάση τη ρήτρα 8 της επίδικης Συμφωνίας, «Ο πωλητής (στην προκειμένη περίπτωση η Εναγομένη), ουδεμία ευθύνη φέρει έναντι του Αγοραστού (στην προκειμένη περίπτωση οι Ενάγοντες), εν σχέσει με την οικοδομήν του εν λόγω υποστατικού, ή άλλως πως, πλην όσον αφορά αποδεδειγμένην ελαττωματικήν εργασίαν και ελαττωματικά υλικά τούτου, διά περίοδον 1 χρόνου από την ημερομηνία της παραδόσεως του εν λόγω υποστατικού εις τον Αγοραστή». Το υποστατικό παραδόθηκε στους Ενάγοντες κατά ή περί το Μάη του 2006 και, επομένως, η όποια ευθύνη της Εναγόμενης εταιρείας, συνεπεία του πιο πάνω όρου, τερματιζόταν εν πάση περιπτώσει περί το Μάιο του 2007. Με βάση την παρα. 9 της Έκθεσης Απαίτησης αποτελεί ισχυρισμό των Εναγόντων ότι, πριν παρέλθει ο ένας χρόνος από την παράδοση, δηλαδή πριν το Μάιο του 2007, η επίδικη οικία παρουσίασε διάφορα προβλήματα και ζημιές ένεκα του ότι υπήρξαν σοβαρές κακοτεχνίες και ελαττωματικές εργασίες, κάτι που (αν και δεν γίνεται αποδεκτό από την Εναγόμενη / Αιτήτρια), εντούτοις αποδεικνύει ότι οι Ενάγοντες γνώριζαν για τα ισχυριζόμενα προβλήματα πριν τη λήξη του ενός έτους. Στην παρα. 14 της Έκθεσης Απαίτησης, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι μόλις εντόπισαν τις κακοτεχνίες και/ή ελαττωματικές εργασίες, απέστειλαν επιστολή ημερ. 19.9.2006 στην Εναγόμενη, για να την ενημερώσουν περί αυτού. Εν πάση περιπτώσει, η εγγύηση βάσει της επίδικης Συμφωνίας τερματιζόταν με τη λήξη του ενός έτους, ήτοι μέχρι το Μάη του 2007. Με βάση τα ανωτέρω, είναι η θέση της Εναγόμενης ότι, ενώ η βάση της αγωγής έχει συμπληρωθεί τουλάχιστον από τον Μάιο του 2007, η αγωγή καταχωρήθηκε στις 31.12.2014, δηλαδή επτάμισι χρόνια μετά. Καταληκτικά, είναι η θέση του κ. Χρυσάνθου ότι ο χρόνος που διέρρευσε πλήττει το δημόσιο συμφέρον και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, η αγωγή δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα, είναι σκανδαλώδης και ενοχλητική και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου, γι' αυτό και δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων από την Εναγόμενη / Αιτήτρια διαταγμάτων ως η υπό κρίση αίτηση. Η αίτηση προσέκρουσε στην Ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης των Εναγόντων/ Καθ' ων η Αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε στις 06/02/2020. Οι Καθ' ων η Αίτηση προβάλλουν δεκατέσσερις
(14)λόγους ένστασης. Έχω διεξέλθει την αγόρευση και παρατηρώ ότι, εξ αυτών των λόγων ένστασης, προωθούνται οι πιο κάτω։ · (Βλ. λόγους ένστασης αρ. 1 και 3) - Η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στις αιτούμενες θεραπείες, η δε αίτηση είναι παράτυπη και/ή νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη. · (βλ. λόγο ένστασης αρ. 2) - Η αίτηση είναι αντίθετη με τα όσα η Δ.27, θ.3 ορίζει, διότι απαρτίζεται από σωρεία αμφισβητούμενων θεμάτων και/ή γεγονότων, τα οποία θα ξεκαθαριστούν κατά την ακρόαση της υπόθεσης. · (βλ. λόγο ένστασης αρ. 4) - Η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή κακόπιστη και ή ανεπίτρεπτη στο παρόν στάδιο, καθότι αυτή έχει καταχωρηθεί με περισσή και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση και/ή έχει καταχωρηθεί έξι έτη μετά την ολοκλήρωση των έγγραφων προτάσεων. · (βλ. λόγο ένστασης αρ. 5) - Οι Καθ'ων η αίτηση ουδέποτε απεμπόλησαν το αγώγιμο δικαίωμά τους έναντι της Αιτήτριας, διότι προέβηκαν σε σωρεία ενεργειών πριν την καταχώρηση της αγωγής, οι οποίες παρατείναν το χρόνο παραγραφής της αγωγής. · (βλ. λόγο ένστασης αρ. 10) - Η ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση είναι αντικανονική, καθότι κατά παράβαση της πάγιας νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, την ορκίζεται δικηγόρος του γραφείου που εκπροσωπεί την Αιτήτρια. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, ημερομηνίας 6.2.2020, του κ. XXXXX Κωνσταντίνου, Ενάγοντα αρ.1 - Καθ' ου η Αίτηση. Με βάση όσα αναφέρει ο κ. Κωνσταντίνου, στις 02/03/2006 οι Καθ' ων η Αίτηση μαζί με την Αιτήτρια προέβησαν στην κατάρτιση συμφωνίας και/ή πωλητηρίου εγγράφου, ήτοι το Τεκμήριο 1 της ένορκης δήλωσης του κ. Χρυσάνθου, για την αγορά μιας διώροφης κατοικίας στην οδό XXXXX 58 στο XXXXX, η οποία σήμερα αποτελεί την συζυγική οικία των Καθ' ων η Αίτηση 1 και
  1. Από την ίδια κιόλας ημέρα υπογραφής του εν λόγω πωλητηρίου εγγράφου, η επίδικη κατοικία αντιμετώπιζε προβλήματα με υγρασίες και κακοτεχνίες, εξ' ου και στην παράγραφο 8 του συγκεκριμένου πωλητηρίου εγγράφου προστέθηκε ο όρος πως, «οι υπάρχουσες υγρασίες θα διορθωθούν με έξοδα του πωλητή», ήτοι της Εναγόμενης / Αιτήτριας. Επιπλέον, σύμφωνα με τον Καθ' ου η Αίτηση 1, παρά την υπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου στις 02/03/2006, η ημερομηνία παραλαβής της κατοικίας από αυτούς κατέστη εφικτή στις 22/05/2006, για λόγους που οφείλονται αποκλειστικά στην Αιτήτρια και στους αντιπροσώπους της και συγκεκριμένα στην καθυστέρηση της ολοκλήρωσης της αποπεράτωσης της κατοικίας. Παρά, όμως, τη δίμηνη καθυστέρηση, αλλά και τα όσα ο όρος της παραγράφου 8 του πωλητηρίου εγγράφου (ανωτέρω) προέβλεπε, ακόμα και μετά την παραλαβή της κατοικίας από τους Καθ' ων η Αίτηση, αυτή αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα ατελειών, κακοτεχνιών και υγρασιών, προβλήματα για τα οποία συνεχώς οι Καθ' ων η Αίτηση διαμαρτύρονταν στην Αιτήτρια και στους αντιπροσώπους της, χωρίς όμως την ανταπόκριση των τελευταίων. Εξ' όσων αναφέρει ο Καθ' ου η Αίτηση 1 στην ένορκη δήλωσή του, στις 05/06/2006 σε κατ' ιδίαν συνάντηση μας με τους αντιπροσώπους της Αιτήτριας, τους υποδείχτηκαν ένα προς ένα όλα τα οικοδομικά προβλήματα και τα προβλήματα υγρασίας που παρουσίαζε η κατοικία, τα οποία η Αιτήτρια, μέσω των αντιπροσώπων και υπαλλήλων της, δεσμεύτηκε να επιδιορθώσει. Παρά, όμως, τις συνεχείς υποσχέσεις που δόθηκαν προς τους Καθ' ων η Αίτηση από την Αιτήτρια και τους αντιπροσώπους της για αποκατάσταση και επιδιόρθωση όλων των ως άνω προβλημάτων της κατοικίας, τόσο κατά την κατ' ιδίαν επιθεώρηση της, όσο και τηλεφωνικώς σε τουλάχιστον δύο περιπτώσεις, δυστυχώς δεν υπήρξε καμία ανταπόκριση από την Αιτήτρια. Οι Καθ' ων η Αίτηση, αγανακτισμένοι από την όλη στάση και συμπεριφορά της Αιτήτριας, αποτάθηκαν προς αυτήν και γραπτώς με επιστολές, στις οποίες καταγράφονταν οι κακοτεχνίες και οι υγρασίες της κατοικίας. Κατόπιν των επιστολών, αλλά και των πολλών τηλεφωνημάτων από τους Καθ' ων η Αίτηση προς την Αιτήτρια, η τελευταία απέστειλε στην κατοικία έναν υπάλληλό της, προς δήθεν επιδιόρθωση των ζημιών και των προβλημάτων. Ωστόσο, κατά τον Καθ' ου η Αίτηση 1, ο εν λόγω υπάλληλος της Αιτήτριας, χωρίς καμία απολύτως επίβλεψη, στην ουσία δεν προέβη σε καμία απολύτως σημαντική και ουσιαστική επιδιόρθωση, ο δε Καθ' ου η Αίτηση 1 περιγράφει την εργασία ως «επιφανειακά πασαλείμματα». Επειδή, ως μαρτυρεί ο Καθ' ου η Αίτηση 1, η υπομονή τους είχε εξαντληθεί αποταθήκαν σε διάφορους ειδικούς, από τους οποίους εξασφάλισαν διάφορες εκθέσεις γνωμοδότησης αναφορικά με το εύρος των κακοτεχνιών και των ζημιών ένεκα των υγρασιών που υπέστη οι οικία τους, ως επίσης και το ύψος του ποσού της αποκατάστασης αυτών και μετέπειτα καταχώρησαν εναντίον της Αιτήτριας την παρούσα αγωγή. Ειδικότερα, ο κ. Κωνσταντίνου μνημονεύει στις παρα. 14 έως 18 και επισυνάπτει στην Ε/Δ του τις εξής επιστολές που απέστειλαν προς την Εναγόμενη ή έλαβαν από αυτήν։ Παρα. 14 της Ε/Δ - Επιστολή ημερ. 19.9.2006 προς την Εναγόμενη, με την οποία οι Ενάγοντες την καλούσαν να καθορίσει ημερομηνία που θα προέβαινε στις επιδιορθώσεις (Τεκμήριο 1). Παρα. 16 της Ε/Δ - Επιστολή ημερ. 05.11.2007 προς την Εναγόμενη, με την οποία οι Ενάγοντες την καλούσαν να προβεί σε επιδιορθώσεις εντός χρονοδιαγράμματος που οι ίδιοι της καθόρισαν (Τεκμήριο 2). Παρα. 17 της Ε/Δ - Επιστολή ημερ. 21.11.2007 από την Εναγόμενη με την οποία αυτή αποποιείτο ευθύνης (Τεκμήριο 3). Παρα. 18 της Ε/Δ - Επιστολή ημερ. 10.12.2007 προς την Εναγόμενη, με την οποία τίθετο προ των ευθυνών της (Τεκμήριο 4). Στην παρα. 20 της Ε/Δ του, ο κ. Κωνσταντίνου περιγράφει τις διάφορες εκθέσεις που οι Ενάγοντες ζήτησαν και έλαβαν από διάφορους ειδικούς πραγματογνώμονες αναφορικά με τις ισχυριζόμενες κακοτεχνίες και το κόστος επιδιόρθωσής τους։ «
  2. Κατόπιν των πιο πάνω αποταθήκαμε μεταξύ άλλων σε διάφορους ειδικούς, ως και στο Επιστημονικό Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου - ΕΤΕΚ, ούτως ώστε να εξασφαλίσουμε εκθέσεις γνωμοδότησης αναφορικά με τις κακοτεχνίες στην κατοικία μας. Σχετικά με τις πιο πάνω ενέργειες μας είναι τα ακόλουθα έγγραφα: I. Αντίγραφο έκθεσης γνωμοδότησης του αρχιτέκτονα XXXXX Βραχίμη ημερομηνίας 25/06/2008, το οποίο επισυνάπτω ως Τεκμήριο
  3. II. Αντίγραφο έκθεσης γνωμοδότησης ένεκα νέας επιθεώρησης της κατοικίας, του αρχιτέκτονα XXXXX Βραχίμη ημερομηνίας 11/06/2010, το οποίο επισυνάπτω ως Τεκμήριο
  4. III. Επιστολή των δικηγόρων μας στο Επιστημονικό Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου ημερομηνίας 06/06/2012, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτω ως Τεκμήριο
  5. IV. Απαντητική επιστολή του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητήριου Κύπρου προς τους δικηγόρους μας ημερομηνίας 26/06/2012, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτω ως Τεκμήριο
  6. V. Προσφορά για την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών από την εταιρεία ΤΕRRA CONSTRUCTIONS LTD, ημερομηνίας 18/01/2012, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτω ως Τεκμήριο
  7. VI. Έκθεση εκτίμησης κόστους και επιδιόρθωσης της κατοικίας μας από την εταιρεία dkm consultants ltd ημερομηνίας 15/09/2015, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτω ως Τεκμήριο 10.». Στην παρα. 21 της Ε/Δ, ο κ. Κωνσταντίνου εισηγείται ότι։ «
  8. Οι πιο πάνω ενέργειες μας αποδεικνύουν πως ουδέποτε απεμπολήσαμε τα δικαιώματα μας έναντι της Αιτήτριας, τουναντίον μάλιστα, όλα αυτά τα χρόνια προσπαθούσαμε να βρούμε το δίκιο μας και να επιδιορθώσουμε τις ζημιές και τις κακοτεχνίες που η Αιτήτρια δημιούργησε στην κατοικία μας». Ολοκληρώθηκε η ακρόαση της αίτησης στη βάση των εκατέρωθεν καταχωρηθείσών ενόρκων δηλώσεων, χωρίς να υποβληθεί οποιοδήποτε αίτημα αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων. Υπέβαλαν προς το Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις οι συνήγοροι, προωθώντας τις θέσεις τους με παραπομπή σε σχετική νομολογία. Έχω μελετήσει τις αγορεύσεις τους και αιτιολογώ πιο κάτω τη δικαστική μου κρίση και κατάληξη. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Η οπισθογράφιση στο κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής φανερώνει ως βάση αγωγής την παράβαση σύμβασης από μέρους της Εναγομένης, ήτοι της επίδικης Συμφωνίας, ημερομηνίας 2/3/2006, ένεκα ελαττωματικών εργασιών και/ή κακοτεχνιών στην οικία των Εναγόντων την οποία ανήγειρε η Εναγόμενη. Το ότι αυτή είναι η συμφωνία που ήταν δεσμευτική για τα δύο μέρη κατά πάντα ουσιώδη χρόνο φαίνεται να είναι παραδεκτό γεγονός, τόσο στην όψη των δικογράφων (βλ. την παραδοχή στην παρα. 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης) όσο και στην όψη των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν προς υποστήριξη της αίτησης και της ένστασης αντίστοιχα. Το ότι οι Ενάγοντες εντόπισαν τις κατ'ισχυρισμόν κακοτεχνίες και/ή ελαττωματικές εργασίες (λεπτομέρειες για τις οποίες δικογραφούνται στις παρα. 11 και 13 της Έκθεσης Απαίτησης) το αργότερο κατά η περί τις 19.9.2006, ημερομηνία κατά την οποία απέστειλαν επιστολή προς την Εναγόμενη ζητώντας της να προβεί σε ουσιαστική αποκατάσταση των ζημιών, είναι στοιχείο που δικογραφείται στην παρα. 14 της Έκθεσης Απαίτησης. Από δικής της πλευράς, η Εναγόμενη, εις απάντησης της παρα 14 της Έκθεσης Απαίτησης, δικογράφησε στην παρα. 16 της Ε/Υ της ότι με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 21.11.2007 απάντησε στους ισχυρισμούς των Εναγόντων λέγοντας ότι όλες οι εργασίες που οι Ενάγοντες ζήτησαν από την Εναγόμενη να κάνει στην επίδικη οικοδομή μετά την παραλαβή της, διεκπεραιώθηκαν από αυτήν. Οι επιστολές αυτές έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια στην Ε/Δ του Ενάγοντος αρ. 1 που συνοδεύει την ένσταση και φαίνεται να είναι παραδεκτό ότι ανταλλάγησαν οι εν λόγω επιστολές μεταξύ των μερών, εφόσον δεν ζητήθηκε αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος. Επισημαίνω, επίσης, ότι στην παρα. 13Β και στην παρα. 15 της Έκθεσης Απαίτησης, οι Ενάγοντες αξιώνουν να τους αποδοθεί υπό μορφή αποζημιώσεων για ειδικές ζημιές και το ποσό των €6.500 ως «έξοδα εκτιμητών ζημιών και κακοτεχνιών, ήτοι αρχιτέκτονα και εκτιμητή ποσοτήτων». Με την παρα. 20 της Ε/Δ του Ενάγοντος αρ. 1, την οποία παρέθεσα αυτούσια στο αμέσως προηγούμενο μέρος της παρούσας απόφασής μου, εισήχθη μαρτυρία για το πότε λήφθηκαν οι εκθέσεις των αρχιτεκτόνων και /ή εκτιμητών. Η πρώτη έκθεση αρχιτέκτονα χρονολογείται ήδη από 25.6.2008 (βλ. το Τεκμήριο 5). Ακολούθησε «επιβεβαιωτική» έκθεση από το ίδιο αρχιτεκτονικό γραφείο, ημερ. 11.6.2010 (βλ. το Τεκμήριο 6). Οι Ενάγοντες, δια μέσω του συνηγόρου τους, αποτάθηκαν μονομερώς στο ΕΤΕΚ στις 6.6.2012 για διορισμό πραγματογνώμονα (βλ. το Τεκμήριο 7) ενόψει δικαστικών μέτρων που θα λάμβαναν. Παρατηρώ ότι η Εναγόμενη δικογράφησε από την αρχή στην Ε/Υ που καταχώρησε στις 3.2.2016 δύο προδικαστικές ενστάσεις։ Ότι κωλύονται οι Ενάγοντες να εγείρουν την αγωγή, διότι απεμπόλησαν ή /και αποποιήθηκαν τυχόν αγώγιμο δικαίωμα, λόγω της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία παράδοσης του επίδικου υποστατικού, ήτοι από τον Μάρτιο 2006, μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, ήτοι τέλη Δεκεμβρίου
  9. Ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί λόγω αναιτιολόγητης καθυστέρησης, η οποία υπήρξε στην έγερση της αγωγής, διότι με την παρεμβολή τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος (από την ημερομηνία παράδοσης του επίδικου υποστατικού, ήτοι από τον Μάρτιο 2006, μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, ήτοι τέλη Δεκεμβρίου 2014), έχουν παρεμβληθεί μεταβολές πραγματικών καταστάσεων (φθορές και/ή μη πρέπουσα συντήρηση από τους ιδιοκτήτες / Ενάγοντες) και είναι δύσκολο ή/και πραγματικά αδύνατο να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο η κατάσταση στην οποία βρισκόταν το Δικαστήριο κατά την ημερομηνία παραλαβής ή/και ένα έτος μετά από την παράδοση, όπως όριζε η επίδικη συμφωνία. Οφείλω να σημειώσω ότι οι πιο πάνω δύο προδικαστικές ενστάσεις είναι διαφορετικές ή/και διακρίνονται, από νομικής απόψεως, από το ζήτημα της κατά νόμο παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος, το οποίο καλούμαι τώρα να αποφασίσω με την υπό κρίση αίτηση της Εναγομένης, ημερ. 12.11.
  10. Η διαφορά καθίσταται αντιληπτή όταν μελετήσει κανείς με προσοχή την απόφαση στην Πολιτική Έφεση αρ. 126/12,
  11. Christakis Ioannou Merkis Services Ltd ν. Hellenic Bank Public Company Ltd (ECLI:CY:AD:2018:A345), ημερ. 10.7.
  12. Σχετικό και αποκαλυπτικό το εξής απόσπασμα։ «Παρόμοιο θέμα εξετάστηκε στην Νατάσα Χριστοφίδου ν. Δημ. Παπαχρυσοστόμου ως Διαχειριστή της περιουσίας της Θεοφίλης Παπαδοπούλου
(2009)1 Α.Α.Δ. 1360: "Καταρχήν το ζήτημα της καθυστέρησης στην έγερση μιας αγωγής, ως λόγος υπεράσπισης, θα πρέπει να δικογραφείται με επαρκή λεπτομέρεια. Θα πρέπει δηλαδή, στην έκθεση υπεράσπισης, να εγείρεται αυτή η συγκεκριμένη υπεράσπιση του δικαίου της επιείκειας, δηλαδή θα πρέπει να αναφέρονται επαρκή στοιχεία σύμφωνα με τα οποία ο ενάγων, παρόλο που είχε πλήρη γνώση των γεγονότων, από τα οποία πηγάζει το αγώγιμο του δικαίωμα, καθυστέρησε την καταχώριση της αγωγής του με αποτέλεσμα να προκαλείται δυσμενής επηρεασμός στον εναγόμενο (Δέστε: Bullen and Leake and Jacob' s, Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελ. 1154). Είναι θεμελιωμένο ότι ένας ενάγοντας θα πρέπει να προωθήσει την αξίωση του χωρίς υπέρμετρη καθυστέρηση, σύμφωνα με το αξίωμα vigilantibus et non dormientibus lex succurrit. Το δίκαιο της επιεικείας δεν θέτει οποιοδήποτε συγκεκριμένο χρονικό όριο για την προώθηση ενός αγώγιμου δικαιώματος, αλλά το δικαστήριο εξετάζει το ζήτημα υπό το φως των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Κατά την εξέταση αυτή, με σκοπό να αποφασιστεί το κατά πόσον υπήρξε τέτοια καθυστέρηση που να συνιστά κώλυμα στην προώθηση της υπόθεσης (laches) τα κύρια σημεία που λαμβάνονται υπόψη είναι: (α) Η συγκατάθεση του ενάγοντα στην παράβαση των δικαιωμάτων του από τον εναγόμενο, μετά που ο ενάγοντας έχει πλήρη γνώση των ουσιωδών γεγονότων, και (β) οποιαδήποτε αλλαγή έχει συμβεί, στο μεταξύ, στον εναγόμενο, η οποία τον επηρεάζει δυσμενώς. Θεωρείται γενικά άδικο να παρέχεται σε ένα ενάγοντα θεραπεία, όταν εκείνος με τη συμπεριφορά του έχει δείξει ότι αποποιήθηκε ή απεμπόλησε τα δικαιώματα του (Δέστε: Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 14, σελ. 641). Η υπεράσπιση όμως της καθυστέρησης (laches) επιτρέπεται μόνον εκεί όπου δεν προνοείται παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος, από το Νόμο. Αν προνοείται, από το Νόμο, παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος μετά από την παρέλευση κάποιου συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος τότε ο ενάγοντας δικαιούται στην πλήρη χρονική περίοδο, την οποίαν προβλέπει ο Νόμος, πριν καταστεί η αξίωση του μη προωθήσιμη (unenforceable) (Δέστε: Halsbury's, ανωτέρω, παράγραφος 1181, σελ. 641). Στην προκείμενη περίπτωση καθορίζεται περίοδος παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος που βασίζεται σε γραμμάτιο συνήθους τύπου τα 15 χρόνια από την ημερομηνία κατά την οποίαν προέκυψε το αγώγιμο δικαίωμα (Δέστε: Άρθρον 3
(1)(α) του περί Παραγραφής Νόμου, Κεφ. 15). Επίσης δυνάμει του περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμου 57/64 αναστάληκαν οι πρόνοιες της προαναφερόμενης νομοθεσίας. Η αναστολή (της παραγραφής) καταργήθηκε το 2002 δυνάμει του περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου 110(I)/
  1. Σύμφωνα με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, έστω και αν η δικογράφηση της υπεράσπισης της καθυστέρησης και των γεγονότων πάνω στα οποία βασίζεται, ήταν επαρκής, πράγμα που στην προκείμενη περίπτωση δεν συμβαίνει, (διότι στην προαναφερόμενη παράγραφο 9 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης της εναγόμενης 2 - εφεσείουσας δεν εγείρεται τέτοιο ζήτημα επαρκώς), και πάλι η υπεράσπιση αυτή δεν θα μπορούσε να επιτύχει, εφόσον η ενάγουσα-εφεσίβλητη είχε δικαίωμα να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμά της, που πηγάζει από το προαναφερόμενο γραμμάτιο, μέσα σε 15 χρόνια από την γέννησή του, δηλαδή από την 1.8.1988, και αυτό χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι πρόνοιες των προαναφερόμενων νόμων του 1964 και
  2. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 11.10.2000 και επομένως, εν πάση περιπτώσει, από την 1.8.1988 δεν είχαν συμπληρωθεί τα 15 χρόνια τα οποία προνοούνται για την εκπνοή του αγώγιμου δικαιώματος της αποβιώσασας. Επομένως ούτε και αυτός ο λόγος έφεσης μπορεί να επιτύχει." Εντοπίζω κατά συνέπεια τα εξής θέματα։ Πρώτον, ότι οι δύο προδικαστικές ενστάσεις που δικογραφήθηκαν στην Έκθεση Υπεράσπισης από την Εναγόμενη στην παρούσα αγωγή αρ. 8044/2014 εμπίπτουν στη σφαίρα του δικαίου της επιείκειας και κρίνονται κατά κανόνα στην όψη των δικογράφων. Δεύτερον, ότι η γραμμή υπεράσπισης που αφορά στην καθυστέρηση (laches) είναι διαφορετική από τη γραμμή υπεράσπισης που στηρίζεται στην εκ του Νόμου παραγραφή του δικαιώματος έγερσης αγωγής, η οποία εν προκειμένω δεν δικογραφήθηκε στην υπάρχουσα Ε/Υ. Τρίτον, η προώθηση της υπεράσπισης που αφορά στην καθυστέρηση (laches) επιτρέπεται μόνον εκεί όπου δεν προνοείται παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος, από το Νόμο. Εδώ, με την υπό κρίση αίτηση η Εναγόμενη ζητεί να κριθεί ότι προνοείται στον σχετικό Νόμο περίοδος παραγραφής και ότι πρέπει να κριθεί το ζήτημα αυτό από το Δικαστήριο κατά προτεραιότητα. Εξετάζω, λοιπόν, πρώτα το ζήτημα κατά πόσον η μη δικογράφιση στην Ε/Υ προδικαστικής ένστασης που να αφορά κατά τρόπο ειδικό την εφαρμογή νομοθετικής πρόνοιας περί παραγραφής, συνιστά εμπόδιο στην ανάληψη αρμοδιότητας για εξέταση της αίτησης ημερ.12.11.
  3. Δοθείσας της νομικής βάσης της αίτησης, έχω μελετήσει τον περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο του 2012 (Ν.66(Ι)/2012), σε συνδυασμό με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου. Στην απόφαση της πλειοψηφίας στην Πολιτική Έφεση Αρ. 118/2012 Νεοφύτου ν Malak (ECLI:CY:AD:2018:A297), η οποία εκδόθηκε στις 21.6.2018, ήτοι μετά την έναρξη της ισχύος του Ν.66(Ι)/2012, ήτοι μετά την 1.7.2012, εξετάστηκαν διάφορα ζητήματα που εδώ ενδιαφέρουν։ «Εξετάζοντας τα εγερθέντα θέματα, πρωτίστως να λεχθεί ότι δεν προκύπτει οποιοδήποτε πρόβλημα με την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου όσον αφορά την εκ μέρους του υπόδειξη στους διαδίκους ότι εγειρόταν ζήτημα παραγραφής και άρα το θέμα θα έπρεπε να εκδικαστεί κατά προτεραιότητα χωρίς δηλαδή να αναμένεται η έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας με την παρέλαση μαρτύρων και συνακόλουθης απώλειας δικαστικού χρόνου και εξόδων, εάν στο τέλος της ημέρας όντως κρινόταν ότι βάσιμα τέθηκε η υπεράσπιση της παραγραφής. Η Δ.27 θ.1, δίδει το στίγμα ότι το Δικαστήριο μπορεί να εγείρει και αυτεπάγγελτα το ζήτημα ενός νομικού σημείου που εγείρεται στη δικογραφία ούτως ώστε κατά το θεσμό 2 της ιδίας Διαταγής, η αγωγή να οδηγηθεί σε εκ προοιμίου απόρριψη εάν διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει καλό αγώγιμο δικαίωμα. Το ζήτημα είναι δικαιοδοτικό και ορθό είναι να εξετάζεται κατά προτεραιότητα και να αποφασίζεται αναλόγως. Παρόλο που ο διάδικος που το εγείρει δύναται να υποβάλει σχετική αίτηση για προεκδίκαση, το Δικαστήριο δεν αποκλείεται, έχοντας υπόψη του τη δικογραφία, να το εγείρει αυτεπαγγέλτως προς εξέταση. Αυτή η δυνατότητα παρέχεται ενόψει της σοβαρότητας του θέματος. Κατά αντιδιαστολή, αίτηση χρειάζεται από το διάδικο κατά τη θ.3 της Δ.27, σε συνδυασμό με τη Δ.48 θ.9(ο), όπου επιδιώκεται διάταγμα διαγραφής οποιουδήποτε δικογράφου λόγω του ότι δεν αποκαλύπτεται εύλογη αιτία αγωγής ή υπεράσπιση ή όπου θεωρείται ότι η αγωγή ή η υπεράσπιση είναι επιπόλαιη και καταχρηστική οπότε το Δικαστήριο επί αιτήσει αποφασίζει το ζήτημα. Το ζήτημα ενδεχομένως να έχει τώρα διαφοροποιηθεί με τον περί Παραγραφής Αγωγίμων Δικαιωμάτων Νόμο αρ. 66(Ι)/2012, που δημοσιεύθηκε μεταγενέστερα των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης και της εκδοθείσας απόφασης ο οποίος με το άρθρο 20 έχει προνοήσει ότι το Δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη αυτεπάγγελτα την παραγραφή δικαιώματος έγερσης αγωγής. Οι αποφάσεις στην Φεσά ν. Κασάπη
(1998)1 Α.Α.Δ. 341 και Χατζηστυλλή ν. Παπαδήμα
(2000)1 Α.Α.Δ. 551, δίδουν το στίγμα ότι με βάση την πρώτη απόφαση το ζήτημα της παραγραφής πρέπει να εγείρεται στο δικόγραφο από το διάδικο που επιθυμεί να το εγείρει και με τη δεύτερη, το θέμα της παραγραφής είναι, για πολλούς λόγους που δεν είναι του παρόντος να καταγραφούν, καταλυτικό εφόσον άπτεται της ίδιας της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί στην ουσία την υπόθεση. Εφόσον είναι δικαιοδοτικό μπορεί να εγερθεί και αυτοβούλως από το Δικαστήριο. Επομένως, ορθά από οποιαδήποτε θεώρηση ήγειρε το θέμα της παραγραφής το πρωτόδικο Δικαστήριο, ενώ η έννοια και έκταση του πιο πάνω άρθρου 20, θα απασχολήσει αναμφίβολα κάποια στιγμή τη νομολογία.» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Παραθέτω πιο κάτω αυτούσιες τις πρόνοιες των άρθρων 20 και 21 του Ν.66(Ι)/2012։ Μη αυτεπάγγελτη εξέταση «
  1. Το δικαστήριο δεν λαμβάνει αυτεπάγγελτα υπόψη την παραγραφή δικαιώματος έγερσης αγωγής.» Δικογράφηση παραγραφής «
  2. Στα πλαίσια διαδικασίας αγωγής την παραγραφή μπορεί να προτείνει με δικογράφηση οποιοσδήποτε διάδικος έχει έννομο συμφέρον.» Εδώ δεν υπήρξε δικογράφιση υπεράσπισης ή/και προδικαστικής ένστασης στη βάση ισχυρισμού περί κατά Νόμο παραγραφής, όπως επιτρέπει το άρθρο 21 του Ν.66(Ι)/2012, αλλά ηγέρθηκε τέτοιο νομικό ζήτημα προς το παρόν δικαστήριο από διάδικο με αίτηση δυνάμει της Δ.27, κατ' επίκληση (βλ. τη νομική βάση της αίτησης) αλλά και δυνάμει των ιδίων των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου να ενεργήσει ως δικαστήριο δικαιοσύνης, για να εξετάσει ένα νομικό ζήτημα, το οποίο η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ανέκαθεν αναγνώριζε ως δικαιοδοτικό και καταλυτικό για την τύχη μιας αγωγής. Δεν πρόκειται για αυτεπάγγελτη εξέταση, αλλά για εξέταση κατόπιν έγερσης του θέματος από διάδικο. Κρίνω πως δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της δικαιοσύνης, το να αποκλείσω αυτή τη νομική βάση έγερσης του ζητήματος από πλευράς ενός διαδίκου. Επομένως, καταλήγω να κρίνω ότι έχω αρμοδιότητα, έστω και αν εγείρεται μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων, να αποφασίσω το νομικό ζήτημα σε αυτό το στάδιο της δίκης, το οποίο σημειωτέον προηγείται της έναρξης της ακρόασης, για να αποφασίσω αν είχε, κατά την ουσιώδη ημερομηνία καταχώρισης του κλητηρίου, παραγραφεί ήδη το δικαίωμα έγερσης αγωγής, έτσι ώστε να μην εξυπηρετείται το συμφέρον της δικαιοσύνης με την εκδίκαση της αγωγής. Παραθέτω τις πρόνοιες του άρθρου 3 του ιδίου Νόμου. Κατά την αρχική έκδοση και δημοσίευση του βασικού νόμου (66(Ι)/2012), το άρθρο 3 διάβαζε ως εξής։ «
  3. Ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να τρέχει όταν συμπληρωθεί η βάση της αγωγής.». Τούτο όμως έπρεπε να διαβάζεται σε συνδυασμό με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 26, το οποίο προέβλεπε για την περίπτωση όπου η βάση της αγωγής συμπληρώθηκε οποτεδήποτε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, ήτοι πριν την 1.7.2012: «
  4. Καμιά αγωγή δεν εγείρεται μετά την εκπνοή ενός έτους από την ημερομηνία ισχύος του παρόντος Νόμου, αν η βάση της αγωγής συμπληρώθηκε οποτεδήποτε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, εκτός αν ο χρόνος μεταξύ της ημέρας κατά την οποία είχε συμπληρωθεί η βάση της αγωγής μέχρι την συμπλήρωση ενός έτους από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου είναι μικρότερος από τον δυνάμει του παρόντος Νόμου χρόνο παραγραφής για το συγκεκριμένο δικαίωμα αγωγής, οπότε ο χρόνος παραγραφής είναι ο καθοριζόμενος από τον παρόντα Νόμο χρόνος.». Η ως άνω προθεσμία της «εκπνοής ενός έτους από την ημερομηνία ισχύος του παρόντος Νόμου» (ήτοι της 1.7.2013), παρεκτάθηκε μέχρι τις 31.12.2013 δυνάμει της τροποποίησης του άρθρου 26 με τον τροποποιητικό Ν.41(Ι)/2013, ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 31.5.
  5. Καμιά αγωγή δεν επιτρεπόταν να καταχωρηθεί «μετά τις 31.12.2013», εάν η βάση της αγωγής είχε συμπληρωθεί οποτεδήποτε «πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του νόμου» (ήτοι αν συμπληρώθηκε πριν την 1.7.2012), εκτός αν ο χρόνος μεταξύ της ημερομηνίας συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής και της «31.12.2013» ήταν μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που προβλέπει ο Ν. 66(Ι)/
  6. Στη συνέχεια, η ίδια ημερομηνία «31.12.2013» παρεκτάθηκε για να διαβάζει «31.12.2014» δυνάμει του τροποποιητικού νόμου Ν. 159(Ι)/2013, ο οποίος δημοσιεύθηκε στις 13.12.
  7. Ακολούθως, με τον τροποποιητικό νόμο Ν.190(Ι)/2014, ο οποίος δημοσιεύθηκε στις 16.12.2014, η ίδια ημερομηνία - ορόσημο του άρθρου 26 του Ν.66(Ι)/2012 τροποποιήθηκε κατά τρόπο που παρεκτάθηκε για να διαβάζει «31.12.2015». Ως εκ τούτου, κατά ή περί τις 31.12.2014 που καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή (ως αναφέρεται στην παρα. 3.
  8. της Ε/Δ που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση της Εναγόμενης / Αιτήτριας), το άρθρο 26 του Νόμου προέβλεπε ότι꞉ «
  9. Καμιά αγωγή δεν εγείρεται μετά τις 31.12.2015, αν η βάση της αγωγής συμπληρώθηκε οποτεδήποτε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, εκτός αν ο χρόνος μεταξύ της ημέρας κατά την οποία είχε συμπληρωθεί η βάση της αγωγής μέχρι την 31.12.2015, είναι μικρότερος από τον δυνάμει του παρόντος Νόμου χρόνο παραγραφής για το συγκεκριμένο δικαίωμα αγωγής, οπότε ο χρόνος παραγραφής είναι ο καθοριζόμενος από τον παρόντα Νόμο χρόνος.». Στην παρούσα υπόθεση, η αγωγή καταχωρήθηκε στις 31.12.2014, επομένως κατά την ημερομηνία καταχώρησής της δεν επηρεαζόταν από τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 26 του περί παραγραφής Νόμου, εφόσον εκείνη η διάταξη επηρέαζε μόνο όσες επιχειρήτο να καταχωρηθούν μετά τις 31.12.
  10. Απομένει να εξεταστεί αν οι κύριες διατάξεις του Ν.66(Ι)/12 δημιουργούσαν εμπόδιο λόγω παραγραφής. Εφόσον η βάση της αγωγής στην παρούσα υπόθεση αφορά, στην όψη των δικογράφων αλλά και με βάση όσα αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις που υποβλήθηκαν κατά την εκδίκαση της υπό κρίση αίτησης, σε παράβαση σύμβασης μεταξύ των Εναγόντων ως αγοραστών και της Εναγόμενης ως πωλήτριας αλλά συγχρόνως και ως εργολάβου που ανήγειρε την οικοδομή, και εφόσον οι ισχυριζόμενες ζημιές αφορούν σε κακοτεχνίες ή και ελαττωματική εκτέλεση εργασιών από την Εναγόμενη ως «εργολάβο», η σχετική πρόνοια περί του χρόνου παραγραφής εντοπίζεται στο άρθρο 7
(2)του Ν.66(Ι)/12, όπως ήταν σε ισχύ κατά τις 31.12.2014. Το παραθέτω αυτούσιο։ «7.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(2)και
(3), καμιά αγωγή που αφορά σύμβαση δεν εγείρεται μετά την πάροδο έξι ετών από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής.
(2)Καμιά αγωγή που αφορά σύμβαση ή οιονεί σύμβαση σε σχέση με συμφωνηθείσα ή εύλογη αμοιβή δικηγόρου, ιατρού, οδοντίατρου, αρχιτέκτονα, πολιτικού μηχανικού, εργολάβου, άλλου ανεξάρτητου επαγγελματία δεν εγείρεται μετά πάροδο τριών ετών από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής.
(3)Στις περιπτώσεις συμβάσεων που πηγάζουν από σύμβαση δανείου [.]». Επομένως, πράγματι, αποδέχομαι τη θέση της Εναγόμενης / Αιτήτριας ότι ο κατά νόμο επιβληθείς χρόνος παραγραφής ανέρχεται στα 3 χρόνια από τη συμπλήρωση της βάσης αγωγής. Επιπλέον, όσον αφορά τον τρόπο υπολογισμού της ημερομηνίας κατά την οποία συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής, αποδέχομαι τη θέση της Αιτήτριας ότι ο προβλεπόμενος στο Νόμο χρόνος παραγραφής των 3 ετών, είναι δίκαιο να διαβάζεται σε συσχετισμό με τον όρο 8 της επίδικης Συμφωνίας (Τεκμήριο 1 στην Ε/Δ που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση), με τον οποίο όρο συμφωνήθηκε ο χρονικός περιορισμός του 1 έτους από την ημερομηνία παράδοσης της επίδικης οικίας από την Εναγόμενη προς τους Ενάγοντες, ως χρόνος εντός του οποίου θα είχε ευθύνη η Εναγόμενη να διορθώσει με δικά της έξοδα τις όποιες ελαττωματικές εργασίες ή κακοτεχνίες αποδεδειγμένα εμφανίζονταν μέχρι τότε. Για όσες κακοτεχνίες εμφανίζονταν αποδεδειγμένα μετά την παρέλευση ενός έτους από την ημερομηνία παράδοσης, δεν αναλήφθηκε καμία δέσμευση από την Εναγόμενη και έτσι, στην όψη του όρου 8 της μεταξύ τους συμφωνίας, δεν θα μπορούσε να αποδοθεί στην Εναγόμενη παράβαση των όρων της σύμβασης. Όπως το θέτει το σύγγραμμα Street on Torts, 11η Έκδ., σελ. 626, «Η βάση αγωγής δημιουργείται, και επομένως από εκεί αρχίζει να μετρά και η όποια περίοδος παραγραφής, κατά το χρονικό σημείο που ένας προτιθέμενος ενάγων δικαιούται να επιτύχει σε αγωγή εναντίον ενός προτιθέμενου εναγόμενου.». Το πότε ένας ενάγων δικαιούται να επιτύχει σε αγωγή εξαρτάται, βεβαίως, όχι μόνον από τους όρους της σύμβασης επί της οποίας στηρίζει το αγώγιμο δικαίωμά του, αλλά και από τη γνώση που διαθέτει εκείνων των γεγονότων που συνθέτουν την παράβαση της σύμβασης, η οποία αποτελεί και τη βάση αγωγής. Εφόσον το σύνολο των γεγονότων είναι γνωστά στον προτιθέμενο ενάγοντα αναδύεται αγώγιμο δικαίωμα και βάση αγωγής. Εναπόκειται βεβαίως στον έχοντα απαίτηση διάδικο να κρίνει εναντίον ποιού ή ποιών εναγομένων επιθυμεί να εγείρει την αγωγή (The Supreme Court Practice 1970, Vol. 1, σελ. 169, σχόλια στο O.15 r.6/9). Στην παρούσα υπόθεση, αναδύεται ως παραδεκτό στη βάση των δικογράφων και των ενόρκων δηλώσεων που τέθηκαν ενώπιον μου ότι η παράδοση της οικίας έγινε τον Μάιο του 2006, η γραπτή όχληση των Εναγόντων προς την Εναγόμενη για τις κακοτεχνίες και ελαττωματικές εργασίες που εντόπισαν έγινε τον Σεπτέμβριο του 2006 και η πρώτη έγγραφη άρνηση της Εναγόμενης να αναλάβει τις ευθύνες που της αποδίδονταν από τους Ενάγοντες για αποκατάσταση των ισχυριζόμενων κακοτεχνιών γνωστοποιήθηκε σε αυτούς με επιστολή Νοεμβρίου 2007 (βλ. την παρα. 16 της Έκθεσης Υπεράσπισης και την παρα. 17 της Ε/Δ του Ενάγοντος αρ. 1). Επομένως, οι Ενάγοντες γνώριζαν ήδη από τον Νοέμβριο του 2007 όσα γεγονότα ήταν αναγκαία για τη γένεση της βάσης αγωγής τους. Με αυτό το σκεπτικό, τα 3 χρόνια από τη βάση αγωγής συμπληρώθηκαν κατά ή περί τον Νοέμβριο του 2010. Συνεπώς, κατά ή περί την 31.12.2014, είχε παρέλθει ο χρόνος παραγραφής των 3 ετών που προβλέπει το άρθρο 7
(2)του περί παραγραφής νόμου, αλλά ακόμη και ο χρόνος παραγραφής των 6 ετών που προβλέπει το άρθρο 7
(1)του ιδίου νόμου γενικά για παράβαση σύμβασης. Έχω μελετήσει ασφαλώς τη θέση των Εναγόντων ότι μετά το Νοέμβριο του 2007 αυτοί προέβησαν σε διάφορες ενέργειες, όπως για παράδειγμα το να συμβουλευθούν αρχιτέκτονες και εκτιμητές για να εκτιμήσουν το μέγεθος των ελαττωματικών εργασιών και το κόστος αποκατάστασής τους, και ότι αυτές οι ενέργειες δείχνουν ότι δεν απεμπόλησαν το αγώγιμο δικαίωμά τους. Επαναλαμβάνω, όμως, ότι αυτό που καλούμαι τώρα να εξετάσω δεν είναι την απεμπόλιση δικαιωμάτων λόγω καθυστέρησης έγερσης της αγωγής στη σφαίρα του δικαίου της επιείκειας, αλλά αντίθετα τυχόν υπέρβαση του χρόνου παραγραφής που προβλέπεται στο Νόμο. Ο Ν. 66(Ι)/12, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε προβλέπει συγκεκριμένες περιστάσεις υπό τις οποίες δεν αρχίζει ή αναστέλλεται ο χρόνος παραγραφής ή ανακόπτεται. Τέτοιες είναι οι περιστάσεις που προβλέπονται στα άρθρα 12 έως 17 του εν λόγω Νόμου. Δεν εντόπισα καμία που να μου επιτρέπει να κρίνω είτε ότι δεν άρχισε ο χρόνος παραγραφής το Νοέμβριο του 2007 είτε ότι αναστάληκε ή διακόπηκε σε κάποιο ενδιάμεσο στάδιο πριν τις 31.12.2014, κατά τρόπο που να μην είχε συμπληρωθεί η τριετία κατά την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Ούτε τις επικαλούνται ως λόγο ένστασης στην αίτηση οι Ενάγοντες. Τις παραθέτω, όμως, για πιο ολοκληρωμένη εικόνα։ «Μη έναρξη ή αναστολή χρόνου παραγραφής
  1. Ο χρόνος παραγραφής δεν αρχίζει να τρέχει ή, αν άρχισε, αναστέλλεται, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) Μεταξύ συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου, έστω και αν ο γάμος ύστερα ακυρωθεί· (β) μεταξύ γονέων και τέκνων κατά τη διάρκεια της ανηλικότητας· (γ) μεταξύ επιτρόπων εμπιστεύματος και δικαιούχων εμπιστεύματος κατά την διάρκεια ανηλικότητας των τελευταίων ή, εάν ο δικαιούχος δεν έχει γεννηθεί, μέχρις ότου γεννηθεί και ενηλικιωθεί· (δ) μεταξύ εκτελεστών διαθήκης ή διαχειριστών περιουσίας θανόντος και κληρονόμων ή κληροδόχων του θανόντος κατά τη διάρκεια ανηλικότητας των τελευταίων· και (ε) μεταξύ συμβιούντων και συγκατοικούντων συντρόφων κατά τη διάρκεια της συμβίωσης και συγκατοίκησης.
  2. Ο χρόνος παραγραφής αναστέλλεται σε οποιανδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) Για όσο χρόνο ο ενάγων εμποδίστηκε από δικαιοστάσιο ή από λόγο ανώτερης βίας να εγείρει την αγωγή μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου παραγραφής· (β) για όσο χρονικό διάστημα μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου παραγραφής ο εναγόμενος ή πρόσωπο για το οποίο ο εναγόμενος υπέχει ευθύνη απέτρεψε τον ενάγοντα να εγείρει αγωγή· (γ) σε περίπτωση θανάτου του δικαιούχου να εγείρει αγωγή∙ στην περίπτωση αυτή η αναστολή διαρκεί μέχρι την πάροδο τριών μηνών από του διορισμού εκτελεστή διαθήκης ή διαχειριστή της περιουσίας του θανόντος· (δ) όταν σύμφωνα με τις διατάξεις του εφαρμοστέου κατά περίπτωση νόμου σχετικά με τη διαμεσολάβηση θεωρείται ότι άρχισε διαδικασία διαμεσολάβησης και για όσο χρόνο διαρκεί η διαδικασία αυτή. Δόλος, απόκρυψη, λάθος 14.-
(1)Ο χρόνος παραγραφής δεν αρχίζει να τρέχει, αν η αγωγή αφορά δόλο του εναγομένου ή αν ο εναγόμενος έχει σκόπιμα αποκρύψει γεγονός σχετικό με την βάση της αγωγής ή αν η αγωγή αφορά θεραπεία συνεπειών που προέκυψαν από λάθος, μέχρις ότου ο ενάγων ανακαλύψει ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να ανακαλύψει τον δόλο, την απόκρυψη ή το λάθος, ανάλογα με την περίπτωση. Παύση του χρόνου παραγραφής λόγω αναστολής 15. Το χρονικό διάστημα της αναστολής του χρόνου παραγραφής σύμφωνα με τα άρθρα 12 και 13 δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής. Όταν εκλείψει ο λόγος αναστολής, ο χρόνος παραγραφής αρχίζει ή, ανάλογα με την περίπτωση, συνεχίζει να τρέχει, σε καμιά όμως περίπτωση δεν συμπληρώνεται πριν περάσουν έξι μήνες. Διακοπή χρόνου παραγραφής 17. Ο χρόνος παραγραφής διακόπτεται και θεωρείται ότι αρχίζει να τρέχει εκ νέου εξ υπαρχής στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει εγγράφως το σε βάρος του δικαίωμα αγωγής, (β) σε περίπτωση χρηματικής οφειλής, αν ο υπόχρεος συμπληρώσει πληρωμή μέρους της οφειλής που υπερβαίνει το 50% του συνόλου της, περιλαμβανομένου του τυχόν πληρωτέου τόκου, (γ) με την έγερση αγωγής∙ αν η αγωγή αποσυρθεί κατά τρόπο που δεν δημιουργεί δεδικασμένο ή απορριφθεί για λόγους μη ουσιαστικούς, ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από της εγέρσεως της αγωγής, θεωρείται χρόνος αναστολής του χρόνου παραγραφής και εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 15 και σε περίπτωση που ο δικαιούχος εγείρει ταυτόσημη αγωγή μέσα σε έξι μήνες, ο χρόνος παραγραφής θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή, (δ) με την έναρξη διαδικασίας διαιτησίας, η οποία θα εκλαμβάνεται ότι έχει αρχίσει- (
  1. i)όταν ένα από τα μέρη στη διαιτησία επιδίδει στο άλλο μέρος ή άλλα μέρη ειδοποίηση με την οποία τον καλεί να διορίσει ή διορίσουν διαιτητή ή να συμφωνήσει ή συμφώνησαν στο διορισμό διαιτητή, ή (
  2. ii)όπου το διαιτητικό σύμφωνο προνοεί όπως η Ε .Ε . Π α ρ .Ι(I), Α ρ .4336, 31/5/2012 66(I)/2012 13 παραπομπή θα πρέπει να γίνεται σε πρόσωπο, το οποίο κατονομάζεται ή προσδιορίζεται στο σύμφωνο, όταν ένα από τα μέρη επιδόσει στο άλλο μέρος ή άλλα μέρη ειδοποίηση με την οποία να το καλεί να υποβάλει ή να υποβάλουν τη διαφορά στο πρόσωπο που κατονομάζεται ή προσδιορίζεται, ή (iii) όταν σύμφωνα με τις διατάξεις του εφαρμοστέου κατά περίπτωση νόμου σχετικά με τη διαιτησία θεωρείται ότι άρχισε διαδικασία διαιτησίας, (ε) όταν το δικαστήριο - (
  3. i)διατάσσει όπως διαιτητικό πόρισμα ακυρωθεί, (
  4. ii)διατάσσει, μετά την έναρξη της διαιτησίας, όπως το σύμφωνο διαιτησίας παύσει να έχει ισχύ σχετικά με τη παραπεμπόμενη διαφορά, το δικαστήριο δύναται περαιτέρω να διατάξει όπως η περίοδος μεταξύ της έναρξης της διαιτησίας και της ημερομηνίας του διατάγματος του δικαστηρίου, εξαιρεθεί από τον υπολογισμό του χρόνου παραγραφής, όπως αυτός καθορίζεται στον παρόντα Νόμο ή σε άλλη περί παραγραφής νομοθετική διάταξη, σε σχέση με την έναρξη της διαδικασίας, περιλαμβανομένης διαιτησίας σε σχέση με τη παραπεμπόμενη διαφορά.». Δεν τέθηκε ενώπιον μου με την ένορκη δήλωση του Ενάγοντος οποιοσδήποτε ισχυρισμός για δόλο ή για παρακίνηση ή υπόσχεση της Εναγόμενης προκειμένου να μην καταχωρήσουν οι Ενάγοντες αγωγή ή για παραπομπή του θέματος σε διαιτησία. Κρίνω πως ουδόλως μπορούσε να επηρεάσει το νομότυπο της αίτησης, την οποία εξέτασα ως ανωτέρω, το γεγονός ότι αυτή συνοδευόταν από ένορκη δήλωση δικηγόρου, αντί διάδικου. Τούτο διότι τα πραγματικά στοιχεία (ημερομηνία σύναψης επίδικης συμφωνίας, ημερομηνία παράδοσης της οικίας, ημερομηνία επιστολών που ανταλλάγησαν μεταξύ των διαδίκων) τα οποία έλαβα υπόψη μου ήταν ορατά στα δικόγραφα της Έκθεσης Απαίτησης και της Έκθεσης Υπεράσπισης, τα δε έγγραφα που έλαβα υπόψη μου είτε δόθηκαν από τον ίδιο τον Ενάγοντα αρ. 1 στην ένορκη δήλωσή του είτε ήταν παραδεκτά από αυτόν. Πέραν τούτου, δόθηκε εξήγηση από τον δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση και ο οποίος ορκίστηκε την Ε/Δ προς υποστήριξη της αίτησης της Εναγομένης, ότι καλούσε το Δικαστήριο να εξετάσει το νομικό ζήτημα της παραγραφής ως δικαιοδοτικό. Αν αυτό απορρίπτετο από το Δικαστήριο, τότε ενδεχομένως η συνέπεια να ήταν ότι ο ίδιος θα εμποδιζόταν στη συνέχεια να προβεί στον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης, εφόσον ορκίστηκε για γεγονότα της υπόθεσης. Σχετική η DMITRY RYBOLOVLEV ν ΕLENA RYBOLOVLEVA
(2010)1 Α.Α.Δ. 82, Παραθέτω σχετικό απόσπασμα꞉ «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ'ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω). [...] Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. [...]». ΚΑΤΑΛΗΞΗ. Για όλους τους προαναφερθέντες λόγους, καταλήγω να εκδίδω Διάταγμα για αναστολή της αγωγής ως παραγραφείσας, ως το αιτητικό «(Α») της Αίτησης. Δεδομένης, όμως, της καθυστέρησης που υπήρξε στην καταχώριση της υπό κρίση αίτησης, εν σχέση προς την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής, ασκώ τη διακριτική ευχέρεια που μου παρέχει το άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου, κατά τρόπο που η διαταγή μου ως προς τα έξοδα να είναι «Κάθε πλευρά τα έξοδά της». (υπ.)............. Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.