ENASSIS SHIPPING LTD ν. VALDIMER TRADING LIMITED κ.α., Αρ. Αίτησης: 54 /2020, 30/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A640 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 54 /2020 Μεταξύ: ENASSIS SHIPPING LTD Αιτήτρια και
- VALDIMER TRADING LIMITED
- SKINETIX LIMITED
- XXXXX ΓΙΑΝΝΑΚΟΥΡΟΥ
- XXXXX ΓΗΡΑΛΕΑ
- XXXXX ΧΑΡΜΠΗΣ του XXXXX
- XXXXX ΧΑΡΜΠΗΣ του XXXXX Καθ΄ ων η Αίτηση ------------------------ Hμερομηνία: 30 Νοεμβρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: Ο κ. Χριστόδουλος Κληρίδης με την κα Μ. Καμάρη για Χριστόδουλος Γ. Βασιλειάδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ων η αίτηση 1 - 4: Η κα Κατερίνα Πετρίδου για Λ. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. -------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων) Με μονομερή αίτηση της η αιτήτρια με ημερ. 21.02.2020 την 24.02.2020 πέτυχε την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων από το Δικαστήριο (με διαφορετική σύνθεση), εναντίον των καθ' ων η αίτηση εταιρειών 1 και 2 και των φυσικών προσώπων 3 και 4 ως τα αιτητικά Α - Δ της αίτησης τα δε υπόλοιπα αιτητικά Ε - Η2 παρέμειναν για εξέταση εφόσον αυτά θα επιδίδονταν στους καθ' ων η αίτηση. Σύμφωνα με το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 24.02.2020, όταν εκδόθηκαν τα προσωρινά διατάγματα, η χρονική ισχύς τους είχε περιοριστεί μέχρι την τελική εκδίκαση και αποπεράτωση της αγωγής που έχει καταχωρηθεί στην Ελλάδα (Τεκμ. 11). Αφορούν επί της ουσίας τη μη αποξένωση και/ή διάθεση και/ή μεταβίβαση με οποιονδήποτε τρόπο και/ή πώληση και/ή δωρεά και/ή επιβάρυνση με οποιονδήποτε τρόπο και/ή ενεχυρίαση και/ή υποθήκευση των μετοχών των εταιρειών καθ' ων η αίτηση 1 και 2 που ανήκουν αντίστοιχα στις καθ' ων η αίτηση 3 και 4 μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την τελική εκδίκαση και/ή αποπεράτωση της παρούσας αίτησης και/ή μέχρι την αποπεράτωση και εκδίκαση της αγωγής που έχει καταχωρηθεί στην Ελλάδα (Τεκμ.11) στην ένορκη δήλωση που υποστήριζε την αίτηση ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Τα υπόλοιπα ως προς την χρονική τους ισχύ που αναφέρονται στο συνταγμένο κείμενο των διαταγμάτων φαίνεται ότι παρεισέφρησαν εκ παραδρομής κατά την σύνταξη των διαταγμάτων. Τα ως άνω διατάγματα ορίστηκαν ως επιστρεπτέα σε διάφορες ημερομηνίες οπότε και υπήρξε εμφάνιση εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση οι οποίοι δήλωσαν ότι θα καταχωρούσαν ένσταση. Από της καταχώρησης των ενστάσεων στις 30.06.2020 εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση, ορίστηκε σε διάφορες ημερομηνίες για ακρόαση. Η καθυστέρηση στην εκδίκαση της οφείλεται εκτός από λόγους που οφείλονταν μεταξύ άλλων στην πανδημία COVID - 19, ακολούθως και στην αλλαγή της σύνθεσης του Δικαστηρίου και στην αντικατάσταση των δικηγόρων της αιτήτριας που ακολούθησε. Για τις σχέσεις των διαδίκων και το ιστορικό των μεταξύ τους δοσοληψιών που οδήγησε στην διαφορά τους, η οποία έχει αχθεί προς επίλυση σε ελληνικό δικαστήριο, αρκεί στο σημείο αυτό να αναφέρω, από όσα προκύπτουν από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, ότι η αξίωση της αιτήτριας περιορίζεται πλέον μετά από κάποιες πληρωμές που έγιναν ως ποσό οφειλής αυτό των $118,205 (δολαρίων Η.Π.Α.). Η αξίωση προέρχεται από συμφωνία ναύλωσης με ημερομηνία 26.10.2016 (Τεκμ.3), στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, ενός πλοίου ιδιοκτησίας εταιρείας συμφερόντων των καθ' ων η αίτηση και ναυλώτριας κάποιας άλλης εταιρείας. Στη βάση της πιο πάνω συμφωνίας συμφωνήθηκε αμοιβή της αιτήτριας 4,5% επί του ημερησίου ναύλου. Σύμφωνα με την ίδια ως άνω ένορκη δήλωση η συμφωνία ναύλωσης εκτελέστηκε, το πλοίο παραδόθηκε σε ναυτιλιακή εταιρεία η οποία εκτέλεσε το ναύλο και κατέβαλε τα οφειλόμενα ναύλα στην πλοιοκτήτρια εταιρεία των καθ' ων η αίτηση. Την αίτηση υποστηρίζει με ένορκη δήλωσή της η κα XXXXX Θωμά, δικηγόρος στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπούσε τότε στην παρούσα αίτηση την αιτήτρια η οποία δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένη από αυτή να προβεί στην ένορκο δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης. Η ενόρκως δηλούσα δηλώνει από πού προέρχεται η γνώση της επί των γεγονότων και εξηγεί γιατί προβαίνει αυτή στην ένορκη δήλωση αντί της μοναδικής διευθύντριας της αιτήτριας η οποία διαμένει μόνιμα στο εξωτερικό, στην Ελλάδα, και λόγω της επείγουσας φύσης της αίτησης και των ανειλημμένων επαγγελματικών της υποχρεώσεων αδυνατούσε να ταξιδεύσει στην Κύπρο για να ορκισθεί. Οι καθ' ων η αίτηση την 30.06.2020 ανά ζεύγη, ήτοι οι 1 και 3 από την μια και 2 και 4 από την άλλη αντίστοιχα, καταχώρησαν ξεχωριστές αλλά πανομοιότυπες ενστάσεις (καταγράφονται 40 λόγοι, κάποιοι εκ των οποίων υποδιαιρούνται και σε επιμέρους λόγους), υποστηριζόμενες επίσης από πανομοιότυπες ένορκες δηλώσεις από τις καθ' ων η αίτηση 3 και 4 αντίστοιχα οι οποίες δηλώνουν ως αποκλειστικές εγγεγραμμένες και δικαιούχοι των μετοχών των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 και ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένες από αυτές να προβούν σε ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη των ενστάσεων τους και επίσης ότι έχουν προσωπική γνώση ή αποκαλύπτουν την πηγή της πληροφόρησης τους για όσα εξ αυτών δεν γνωρίζουν προσωπικά και σε σχέση με τα νομικά ζητήματα στα οποία κάνουν μνεία ότι έλαβαν νομική συμβουλή από τους κύπριους και εξ Ελλάδος δικηγόρους τους που τους εκπροσωπούν στην παρούσα διαφορά. Τις ενστάσεις υποστηρίζει επίσης με ένορκη δήλωση του ο κ. XXXXX Χατζηγιάγκου ο οποίος είναι ένας εκ των διευθυντών της εταιρείας Cyproliaison Limited η οποία εκτελεί χρέη Γραμματέα των καθ' ων η αίτησης 1 και 2 από της ημερομηνίας της ιδρύσεως τους μέχρι και την ημερομηνία της ενόρκου δηλώσεως του. Επί της ουσίας δηλώνει ότι όπως προκύπτει από το μητρώο μελών των καθ' ων η αίτηση 1 και 2, εγγεγραμμένες μέτοχοι τους είναι η κα XXXXX Γιαννακούρου και κα XXXXX Γηραλέα (αντίστοιχα) από 1.01.2012 και ότι ως προκύπτει από το φάκελο που τηρεί ο Γραμματέας των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 δεν υφίσταται οποιαδήποτε δήλωση εμπιστεύματος. Επίσης δεν υφίσταται κανένα έγγραφο που να υποδηλοί ότι οι μετοχές των ως άνω κατέχονται για οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο και ειδικά σε σχέση με τους καθ' ων η αίτηση 5 και
- Ως εκ των ως άνω και στη βάση του αρχείου που διά νόμου τηρεί ο Γραμματέας των εταιρειών καθ' ων η αίτηση 1 και 2 δεν υφίσταται οποιαδήποτε δήλωση εμπιστεύματος σε σχέση με τις μετοχές τους και οι εγγεγραμμένοι μέτοχοι των εν λόγω εταιρειών είναι οι τελικοί τους δικαιούχοι από την 1.01.2012 μέχρι και σήμερα. Οι ενόρκως δηλούντες δηλώνουν ότι έχουν διαβάσει την ένορκη δήλωση της κας Γ. Θωμά με το περιεχόμενο της οποίας διαφωνούν και το απορρίπτουν. Για τους λόγους που προβάλλουν την ένσταση τους όπως τους αιτιολογούν παρέχοντας περισσότερες λεπτομέρειες και παραπέμποντας σε έγγραφα/ τεκμήρια, αιτούνται την ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων και απόρριψη της αίτησης. Η νομική βάση τόσο της αίτησης όσο και της ένστασης είναι πανομοιότυπες με την προσθήκη στην ένσταση κάποιων ακόμα διατάξεων του Συντάγματος, της Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και εξειδίκευσης των Διαδικαστικών Κανονισμών. Βασίζονται μεταξύ άλλων στον Κανονισμό 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/1960άρθρο 21 και 32, στον περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμο του 1992 (Ν.31(Ι)/1992), στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.48 θ.θ. 1 - 9, στις αρχές επί των διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal, στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, στις αρχές του κοινού δικαίου, του ιδιωτικού διεθνές δικαίου, νομολογία, την αρχή της επιείκειας και τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Αποφεύγω για σκοπούς οικονομίας αλλά και μη επανάληψης την καταγραφή λεπτομερειών από τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς αλλά και των ίδιων των λόγων ένστασης οι οποίοι καταλαμβάνουν αρκετές σελίδες. Στην ανάλυση που θα ακολουθήσει θα γίνει αναφορά σε αυτούς όπου χρειαστεί τα οποία έχουν την σημασία τους προς επίλυση των επίδικων θεμάτων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι είχαν την καλοσύνη να ετοιμάσουν γραπτές και εμπεριστατωμένες αγορεύσεις προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους με την παράθεση των γεγονότων - όπως η κάθε πλευρά τα υποστηρίζει - και ανάλογα νομολογίας και αρχών που προκύπτουν από αυτή όπως και νομικές αυθεντίες που κατά την αντίληψη τους υποστηρίζει τις θέσεις τους. Σημειώνεται ότι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι που εκπροσωπούν τις καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν μια αγόρευση για όλες τις καθ΄ ων η αίτηση. Τα ζητήματα που θα με απασχολήσουν είναι κατά πόσον θα οριστικοποιηθούν τα εκδοθέντα την 24.02.2020 διατάγματα ως τα αιτητικά Α - Δ (ως έχουν περιοριστεί) και κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση και των υπόλοιπων διαταγμάτων ως τα αιτητικά Ε - Η2 της αίτησης μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την αποπεράτωση της παρούσας αίτησης ή/ και της αγωγής στην Ελλάδα ως το Τεκμ. 11 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Προχωρώ επομένως στην ανάλυση λαμβάνοντας υπόψη την αίτηση και τους λόγους στους οποίους αυτή στηρίζεται, τους λόγους ένστασης και τους υποστηρικτικούς τους λόγους όπως και τις αρχές στις οποίες παραπέμφθηκα. Για σκοπούς συντόμευσης, όπου θα αναφέρομαι στην ένορκη δήλωση της κας XXXXX Θωμά που υποστηρίζει την αίτηση αυτή θα αναγράφεται ως η «ΕΔΓΘ». Όπου δε θα γίνεται αναφορά στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση και υπογράφεται από την κα XXXXX Γιαννακούρου θα αναφέρεται ως «ΕΔ Γιαννακούρου» και αυτής της κας XXXXX Γηραλέα ως «ΕΔ Γηραλέα» και τέλος αυτής του κ. XXXXX Χατζηγιάγκου ως «ΕΔ Χατζηγιάγκου». ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ - Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΓΩΓΗ ΤΟΥΣ ΣΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ: Το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου καταδεικνύει τα ακόλουθα αναμφισβήτητα γεγονότα τα οποία καταγράφονται κατά χρονολογική σειρά. Στις 26.10.16 είχε καταρτισθεί συμφωνία ναύλωσης του πλοίου «M/T HUASCAR» (Τεκμ. 3 στην ΕΔΓΘ). Κατά τον χρόνο ναύλωσης πλοιοκτήτρια ήταν η εταιρεία «SPEKTER MARITIME LTD» (συμφερόντων των καθ' ων η αίτηση) και ναυλώτρια η εταιρεία με την επωνυμία «EURO WAF SHIPPING LINE LTD». Έχει ξεκαθαριστεί εξ αρχής ότι η αιτήτρια δεν ήταν μέρος της συμφωνίας αυτής. Σύμφωνα με τη συμφωνία αυτή είχε συμφωνηθεί η αμοιβή της αιτήτριας σε ποσοστό 4,5% επί του ημερησίου ναύλου. Η συμφωνία ναύλωσης εκτελέστηκε, το πλοίο παραδόθηκε στην «EURO WAF SHIPPING LINE LTD» εκτελώντας το ναύλο του και η τελευταία κατέβαλε τα οφειλόμενα ναύλα στην «SPEKTER MARITIME LTD» (βλ. για την πλήρη αναφορά της αμοιβής στις παραγράφους 6 και 7 (7.
- - 7.8.) της ΕΔΓΘ). Διαχειρίστρια του πλοίου είναι η ελληνική εταιρεία «TRINITY SHIPS INC» και εκπροσωπείται από τον καθ' ου η αίτηση
- Τόσο η πλοιοκτήτρια εταιρεία όσο και η Διαχειρίστρια εταιρεία ανήκουν στους καθ' ων η αίτηση 5 και
- Η πλοιοκτήτρια, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση για καταβολή αμοιβής στην αιτήτρια, κατέβαλε σ' αυτή μόνο το ποσό των $15.400, στους τοπικούς συνεργάτες της το ποσό των $25.000 (δολάρια Η.Π.Α.) με μετρητά και με έμβασμα το ποσό των $6.000 (δολάρια Η.Π.Α.). Λόγω της μη καταβολής στην αιτήτρια της αμοιβής της, η αιτήτρια αναγκάστηκε να καταβάλει προσωπικά στους τοπικούς της συνεργάτες το υπόλοιπο ποσό ήτοι $16.288 (δολάρια Η.Π.Α.). Παρέμεινε ως οφειλόμενο προς την αιτήτρια ποσό αυτό των $123.206,95 (δολαρίων Η.Π.Α.). Το εν λόγω ποσό ουδέποτε αμφισβητήθηκε από την πλοιοκτήτρια και δη τους καθ' ων η αίτηση 5 και
- Οι δε καθ' ων η αίτηση 5 και 6 έχουν αποδεχθεί το ποσό της οφειλής. Η αιτήτρια επανειλημμένα όχλησε και εξέφρασε τις ανησυχίες και διαμαρτυρίες της προς την διαχειρίστρια εταιρεία. Εντούτοις, οι καθ' ων η αίτηση 5 και 6 επανειλημμένα διαβεβαίωναν την αιτήτρια ότι οπωσδήποτε θα λάμβανε το οφειλόμενο ποσό δυνάμει της συμφωνίας ναύλωσης και ότι σε καμία περίπτωση δεν θα έχανε τα λεφτά της χωρίς όμως να υλοποιούν τις υποσχέσεις τους. Κατά τις αρχές Νοεμβρίου του 2017, η αιτήτρια επικοινώνησε με τους καθ' ων η αίτηση 5 και 6 και τους προειδοποίησε ότι θα επιδίωκε την λήψη νομικών μέτρων με σκοπό την είσπραξη της οφειλής καθώς επίσης θα προχωρούσε στην λήψη/ επιβολή ασφαλιστικών μέτρων και απαγόρευσης απόπλου σε βάρος του Πλοίου. Ενόψει αυτού οι καθ' ων η αίτηση 5 και 6 για ακόμη μια φορά διαβεβαίωσαν την κα Μάνου (διευθύντρια της αιτήτριας), ότι το οφειλόμενο ποσό δυνάμει της συμφωνίας ναύλωσης θα καταβαλλόταν. Στις 10.11.2017 δήλωσαν ψευδώς ότι μετέφεραν ήδη στον λογαριασμό της αιτήτριας το ποσό των €20.000 και προς τούτο απέστειλαν στην αιτήτρια το έγγραφο ημερ. 10.11.2017 (Τεκμ. 4 στην ΕΔΓΘ). Το εν λόγω έγγραφο ήταν τελικά πλαστό. Η πίστωση ποτέ δεν έγινε. Οι καθ' ων η αίτηση 5 και 6 δεν ανταποκρίνονταν παρά τις συνεχείς οχλήσεις της αιτήτριας. Βάση των πιο πάνω παραστάσεων, η αιτήτρια δεν είχε προχωρήσει τότε στην λήψη /επιβολή ασφαλιστικών μέτρων και απαγόρευσης απόπλου σε βάρος του Πλοίου. Αργότερα η αιτήτρια ενημέρωσε τους καθ' ων η αίτηση ότι θα προχωρούσε στην λήψη δικαστικών μέτρων και στη συντηρητική κατάσχεση του Πλοίου. Οι καθ' ων η αίτηση για ακόμα μια φορά ζήτησαν από την αιτήτρια να μην προβεί στην λήψη οποιονδήποτε δικαστικών μέτρων και δήλωσαν ότι οι ίδιοι και η διαχειρίστρια θα εγγυηθούν την πληρωμή του οφειλόμενου δυνάμει της συμφωνίας ναύλωσης. Ενόψει της δήλωσης των Καθ' ων η Αίτηση 5 και 6 για εγγύηση, στις 15.11.17 τόσο ο καθ' ου η αίτηση 5 προσωπικά αλλά και για τον λογαριασμό της διαχειρίστριας αλλά και ο καθ' ου η αίτηση 6 εγγυήθηκαν προσωπικά την εξόφληση του οφειλόμενου ποσού (Τεκμ. 5 της ΕΔΓΘ). Ενόψει των εγγυήσεων η αιτήτρια δεν προχώρησε στη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον τους και της διαχειρίστριας. Ενώ η διαχειρίστρια μετά την παροχή των εγγυήσεων προς την αιτήτρια, κατέθεσε στον λογαριασμό της αιτήτριας το ποσό των $5.000 (δολάρια Η.Π.Α.) μειώνοντας έτσι το οφειλόμενο ποσό στα $118.205 (δολάρια Η.Π.Α.). Περί τις αρχές του Δεκεμβρίου του 2017 η αιτήτρια πληροφορήθηκε ότι το πλοίο κατευθυνόταν για να πωληθεί για παλιοσίδερα. Το σήμα του Πλοίου δεν έχει καταγραφεί καθιστώντας αδύνατη την είσπραξη της οφειλής από το εν λόγω Πλοίο και την πλοιοκτήτρια. Η αιτήτρια προσπάθησε επανειλημμένα να επικοινωνήσει με τους καθ' ων η αίτηση 5 και 6 οι οποίοι ουδέποτε ανταποκρίθηκαν. Στις 11.12.2017 επιδόθηκε στους καθ' ων η αίτηση 5 και 6 εξώδικη διαμαρτυρία της αιτήτριας στην οποία ουδέποτε απάντησαν και ανταποκρίθηκαν (Τεκμ. 6 ΕΔΓΘ). Στις 27.12.2017 οι καθ' ων η αίτηση 5 και 6 αποξένωσαν περιουσιακά τους στοιχεία. Στις 19.01.2018 η αιτήτρια καταχώρησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, αίτηση για έκδοση ασφαλιστικών μέτρων (Τεκμ. 7 ΕΔΓΘ). Στις 23.02.2018 εκδόθηκαν ασφαλιστικά μέτρα από το Μονομελές Πρωτοδικείο και διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση της κινητής και ακίνητης περιουσίας των καθ' ων η αίτηση 5 και 6 καθώς επίσης της Διαχειρίστριας (Τεκμ. 8 ΕΔΓΘ). Περί τα τέλη του 2018 αρχές του 2019, η κα Μάνου επισκέφτηκε την πολύ μικρή πόλη Ερμιόνη του Δήμου Ερμιονίδας Π.Ε. Αργολίδας, όπου βρίσκονταν τα εν λόγω ακίνητα, με σκοπό να εξακριβώσει και να λάβει πληροφόρηση σε σχέση με την τοποθεσία και την αξία αυτών. Τότε η αιτήτρια ενημερώθηκε για πρώτη φορά ότι οι καθ' ων η αίτηση 5 και 6 είχαν και άλλη περιουσία στην περιοχή (κατοικίες- επαύλεις). Η αιτήτρια προσπάθησε επανειλημμένα να επικοινωνήσει με τους καθ' ων η αίτηση 5 και 6, με σκοπό τη διευθέτηση των οφειλόμενων. Στις 20.02.2019, η κα Μάνου συναντήθηκε στην Αθήνα με τους καθ' ων η αίτηση 5 και 6, οι οποίοι για άλλη μια φορά της υποσχέθηκαν ότι θα διευθετούσαν την οφειλή τους και την παρακάλεσαν να μην προχωρήσει με την καταχώριση αγωγής εναντίον τους και στην λήψη περαιτέρω δικαστικών μέτρων. Η αιτήτρια ενόψει της συνάντησης και της αντίδρασης των καθ' ων η αίτηση 5 και 6 μέσω της οποίας επιβεβαίωσε τις μέχρι τότε πληροφορίες που είχε αναφορικά με την ιδιοκτησία των εν λόγω κατοικιών, δεν προχώρησε άμεσα σε περαιτέρω έρευνα με σκοπό την ανεύρεση στοιχείων καθότι ανέμενε ότι οι καθ' ων η αίτηση 5 και 6 θα προέβαιναν στην αποπληρωμή της οφειλής, ως η υπόσχεση τους, πράγμα το οποίο ουδέποτε έπραξαν. Περί τα μέσα του 2019, η αιτήτρια πληροφορήθηκε από μεσίτη της περιοχής ότι οι εν λόγω κατοικίες - επαύλεις ανήκουν σε εταιρείες συμφερόντων των καθ' ων η αίτηση 5 και
- Περί το τέλος του 2019 η αιτήτρια κατάφερε να μάθει τα ακριβή στοιχεία του ακινήτου. Περί το τέλος του 2019 αρχές του 2020 η αιτήτρια κατάφερε να συλλέξει περαιτέρω πληροφορίες (σχετικά είναι τα Τεκ. 12,13 και 14 της ΕΔΓΘ). Στις 24.01.2020, η αιτήτρια καταχώρησε αγωγή εναντίον των καθ' ων η αίτηση 5 και 6 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (Τεκ. 11στην ΕΔΓΘ). Όσον αφορά την αγωγή στην Ελλάδα σύμφωνα με τους ευπαίδευτους συνηγόρους της αιτήτριας στην αγόρευση τους κατατέθηκαν στις 21.09.2020 οι προτάσεις από τους δικηγόρους της και τους αντιδίκους επί της αγωγής και βρίσκεται στο στάδιο της προσθήκης επί των προτάσεων και αντίκρουσης των ισχυρισμών. Το στάδιο αυτό θα ολοκληρωθεί στις 05.10.2020 και σε ένα μήνα περίπου θα οριστεί δικαστής. Έπειτα αναμένεται η έκδοση απόφασης (σε περίπου 5 με 6 μήνες). Δικαιοδοσία: Θα με απασχολήσει κατ' αρχή το ζήτημα της δικαιοδοσίας. Σύμφωνα με το δίκαιο μας παρέχεται εξουσία στα Κυπριακά Δικαστήρια να εκδίδουν προσωρινά διατάγματα προς ενίσχυση ξένων δικαστικών διαδικασιών που εκκρεμούν σε άλλα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το άρθρο 35 του Κανονισμού (ΕΚ) 1215/12 προνοεί ότι «τα ασφαλιστικά μέτρα που προβλέπονται από το δίκαιο κράτους μέλους μπορούν να ζητηθούν από τις δικαστικές αρχές του κράτους μέλους αυτού, έστω και εάν δικαστήριο άλλου κράτους μέλους έχει διεθνή δικαιοδοσία για την ουσία της υπόθεσης». Σχετική είναι η πιο κάτω αναφορά που γίνεται στο σύγγραμμα Collier's Conflict of Law όπου αναλύθηκε το άρθρο 31 του ΕΚ 44/2001 το οποίο είναι το αντίστοιχό του άρθρου 35 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/2012 και αναφέρει ότι: «Article 31 permits the English court to grant provisional or protective measures even when the courts of another Member State have jurisdiction and under the Brussels I Regulation. These would include freezing injunctions, ancillary disclosure orders to those injunctions and other interim relief which may be made in support of proceedings on the substance of the dispute continuing in another Member State. The orders are usually aimed at preserving the status quo of the parties or their assets pending trial». Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Αρ. Αίτ. 309/2019 Ε.Δ. Λευκωσίας KRAVITZ (υπό την ιδιότητα του ως εμπιστευματοδόχος του Aegean Litigation Trust) v. GRADY PROPERTIES CORPORATION SA κα, Αρ. Αίτησης 309/19, ενδιάμεση απόφαση του κ. Χ. Β. Χαραλάμπους,Π.Ε.Δ. ημερ. 9.07.2020: «Το αμέσως προηγηθέν αντίστοιχο άρθρο 31 του ΕΚ44/01 προνοούσε πως τα προσωρινά μέτρα μπορούσαν να ζητηθούν «ακόμη και όταν μπορεί να αρχίσει ή υπάρχει ήδη εκκρεμής δίκη για την ουσία της διαφοράς σε δικαστήριο άλλου κράτους μέλους». Γινόταν λοιπόν δεκτό ότι η κυρίως υπόθεση δεν ήταν απαραίτητο να είχε αρχίσει κατά την υποβολή της αίτησης για ασφαλιστικά μέτρα και ότι ήταν ικανοποιητικό να ήταν επικείμενη μια τέτοια καταχώριση («. must at least be imminent», βλ. Layton & Mercer «European Civil Practice», 2η έκδοση, Τόμος 1, σελ.829). Βέβαια η πιο πάνω φράση δεν διατηρήθηκε στον ισχύοντα σήμερα ΕΚ1215/12 αλλά έχει αντικατασταθεί με τη φράση «έστω και αν δικαστήριο άλλου κράτους μέλους έχει διεθνή δικαιοδοσία για την ουσία της υπόθεσης». Αυτό δεν σημαίνει ότι ο νέος κανονισμός έθεσε ως απαραίτητη προϋπόθεση το να έχει ήδη αρχίσει η δίκη ουσίας στο άλλο κράτος μέλος. Στην παρούσα περίπτωση είναι μεν δεκτό ότι η διαδικασία Λουξεμβούργου είχε καταχωριστεί προ της παρούσας αλλά κάποιοι εκ των Καθ' ων έθεσαν θέματα επικαλούμενοι αφενός ότι με βάση το δίκαιο του Λουξεμβούργου δεν θεωρείται ότι αρχίζει η αγωγή πριν να έχει επιδοθεί και αφετέρου ότι ακριβώς εδώ η επίδοση της αγωγής στους ίδιους έγινε μετά την έκδοση των διαταγμάτων. Εν όψει όμως των προαναφερθέντων θεωρώ ότι ακόμα και να υπάρχει τέτοια ρύθμιση στο Λουξεμβούργο αυτή δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της παρούσας αίτησης. Τα πιο πάνω βέβαια τυγχάνουν εφαρμογής, τηρουμένων των περιορισμών που έθεσε το Δ.Ε.Ε. αλλά και ο ίδιος ο Κανονισμός ή το προοίμιο του. Η ύπαρξη συνδετικού στοιχείου είναι όρος εκ των ων ουκ άνευ αλλά η ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων εντός δικαιοδοσίας δύναται σαφώς να επιτελέσει ένα τέτοιο ρόλο σε συνδυασμό με το ότι οι ίδιες οι συνέπειες των μέτρων θα πρέπει να περιορίζονται εντός δικαιοδοσίας. Ειδικά ως προς την αναγκαιότητα ύπαρξης συνδετικού στοιχείου, γίνεται δεκτό πως η ύπαρξη ή η αναμενόμενη ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων εντός της δικαιοδοσίας του εξετάζοντος τα ασφαλιστικά μέτρα δικαστηρίου πληροί την προϋπόθεση αυτή. Όπως αναφέρεται στο European Civil Practice (ανωτέρω, σελ.825): «The territorial link. As regards the second of the Van Uden conditions, the ruling says that the measure sought must "relate" only to "specific assets" of the defendant "located or to be located" within the territorial jurisdiction of the court applied to. The justification for a court which does not have jurisdiction over the substance of the dispute being able to make an interim payment order is the presence of such assets within its territorial jurisdiction. Such assets can form security for the claimant's claim, and a resource from which the claimant can be temporarily satisfied pending the outcome of his claim. The use of the word "specific" to describe the defendant's assets suggests that the assets in question ought to be identified by the court; but the fact that the ruling goes on to say that the assets are those which are, or are to be, located within the court's territory would suggest that it may be permissible in an appropriate case for the assets to be described generally. The use of the word "relates" would seem to leave a degree of flexibility as to the role which the assets are to play». Στην παρούσα περίπτωση κατά την αντίληψη μου το Κυπριακό Δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει στην έγκριση της επίδικης αίτησης. Επίσης υπάρχει το συνδετικό στοιχείο δεδομένου ότι σε σχέση με όλους τους καθ' ων γίνεται τουλάχιστον αναφορά σε περιουσιακά τους στοιχεία εντός Κύπρου όπως θα εξηγηθεί και πιο κάτω. Σε σχέση με την καταχώρηση μόνο Μονομερούς Αίτησης παραπέμπω στην υπόθεση UDRUZENA BEOGRADSKA BANKA v. WESTACRE INVESTMENT, INC,
(1999)1 ΑΑΔ 124 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι: «
- Στο Άρθρο ΙΙΙ της Σύμβασης, προβλέπεται ότι η αναγνώριση και εκτέλεση διαιτητικών αποφάσεων γίνεται σύμφωνα με τους κανόνες διαδικασίας της χώρας στην οποία τίθεται το ζήτημα. Ως αποτέλεσμα, δεν μπορεί να αναζητηθεί από το λεκτικό της Σύμβασης οποιοσδήποτε προσδιορισμός δικονομικού μηχανισμού όσο και αν δημιουργούνται εντυπώσεις για τη μια ή την άλλη λύση. Στην Κύπρο δεν έγιναν ειδικοί κανόνες για εφαρμογή της Σύμβασης. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι καθίστανται ανενεργά τα δικαιώματα τα οποία παρέχει. Σημαίνει ότι για πρόσβαση στο Δικαστήριο χρησιμοποιούνται οι γνωστές στο δίκαιο διαδικασίες, φτάνει να κατοχυρώνονται τα δικαιώματα όλων των μερών. Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας δεν διέπουν άμεσα την περίπτωση, παρέχουν όμως τους μηχανισμούς που μπορεί να χρησιμοποιηθούν..
- Παρόλο που θα ήταν δυνατό στην προκείμενη περίπτωση να χρησιμοποιηθούν και άλλες διαδικασίες τίποτε δεν απέκλειε τη μονομερή αίτηση για έκδοση του προκαταρκτικού και υπό αίρεση εκδοθέντος διατάγματος. Η διαδικασία που χρησιμοποιήθηκε ήταν η πλέον πρόσφορη. Είναι δε η ρητά προβλεπόμενη για την εγγραφή αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων δυνάμει του περί Αλλοδαπών Δικαστικών Αποφάσεων (Αμοιβαία Εκτέλεση) Νόμου, Κεφ.
- Η έναρξη διαδικασίας με μονομερή αίτηση είναι επιτρεπτή, όπου με τη μονομερή αίτηση, καλείται το Δικαστήριο να προβεί σε κάποια διαπίστωση, ιδιαίτερα, μάλιστα όταν πρόκειται, όπως στην παρούσα υπόθεση, για προκαταρκτική και όχι στις περιπτώσεις που η διαδικασία αποβλέπει στην επίλυση διαφοράς. Ως εκ τούτου η διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η μονομερής αίτηση ήταν παράτυπη δεν ευσταθεί.
- Εφόσον με τη μονομερή αίτηση, που δεν αποτελούσε εναρκτήρια διαδικασία, ετίθετο μόνο θέμα διαπίστωσης αν πληρούντο οι όροι του Άρθρου ΙΙΙ της Σύμβασης και όχι η επίλυση οποιασδήποτε διαφοράς, η δικαιοδοσία δεν εσυναρτάτο με το ύψος της αξίας του αντικειμένου. Ως εκ τούτου Επαρχιακός Δικαστής είχε καθ' ύλην δικαιοδοσία να επιληφθεί της μονομερούς αίτησης». Το Ανώτατο Δικαστήριο στην ίδια υπόθεση αποφάσισε περαιτέρω ότι οι προσφερόμενες διαδικασίες δεν ταυτίζονται κατ' ανάγκη με εκείνες που προβλέπονται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας ως εναρκτήριες. Ότι θα μπορούσε, στην προκείμενη περίπτωση, να είχε χρησιμοποιηθεί μια από εκείνες. Σημειώνουμε ότι υπάρχει και η αίτηση η γνωστή στο σύστημα ως "petition". Τίποτε όμως δεν επέβαλλε τη μια ή την άλλη λύση. Τίποτε δεν απέκλειε τη μονομερή αίτηση προς έκδοση του προκαταρκτικού και υπό αίρεση διατάγματος για αναγνώριση και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης. Περαιτέρω δεν διάκριναν στην διαδικασία που ακολουθήθηκε ο,τιδήποτε το άτοπο ή οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό του προσώπου κατά του οποίου εκδόθηκε διαιτητική απόφαση. Τουναντίον, θεώρησαν τη διαδικασία ως την πλέον πρόσφορη. Το Δικαστήριο περαιτέρω αποφάσισε ότι η αντίρρηση ότι η μονομερής αίτηση δεν μπορεί να αποτελέσει εναρκτήρια διαδικασία, είναι βάσιμη μόνο εφόσον πρόκειται για διαδικασία που αποβλέπει στην επίλυση κάποιου ζητήματος νομικού ή πραγματικού είτε κατόπιν προκύψασας διαφοράς είτε μη. Δεν καλύπτει την περίπτωση όπου, με τη μονομερή αίτηση, καλείται το Δικαστήριο να προβεί σε κάποια διαπίστωση, ιδιαίτερα μάλιστα όταν πρόκειται, όπως εδώ, για προκαταρκτική. Σύμφωνα με πρόσφατη νομολογία η πρακτική αυτή φαίνεται να ακολουθείται: (i) Στην υπόθεση KRAVITZ(πιο πάνω) όπου κατόπιν μονομερούς αίτησης ο αιτητής, υπό την ιδιότητα του ως εμπιστευματοδόχος του Aegean Litigation Trust (εφεξής «το Trust») εξασφάλισε διατάγματα, ισχύοντα μέχρι έκδοσης τελικής απόφασης σε δικαστική διαδικασία στο Λουξεμβούργο. (ii) στην υπόθεση EDT Marine Contruction Limited v. B V BEHEERMAATSCHAPPIJ DE DONGE κ.α, Γενική Αίτηση: 89/17 Ε.Δ. Αμμοχώστου ημερ. 30.01.2018 με μονομερή αίτηση οι αιτητές εξασφάλισαν απαγορευτικά διατάγματα μέχρι την εκδίκαση της αγωγής η οποία καταχωρήθηκε ενώπιον του Business & Property Circuit Commercial Δικαστηρίου του Μάντσεστερ της Αγγλίας. Επομένως στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της αίτησης και επομένως οι σχετικοί λόγοι ένστασης των καθ' ων η αίτηση και ισχυρισμοί που προβλήθηκαν σχετικά με την μη ύπαρξη δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου δεν έχουν έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης και απορρίπτονται. Προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60): Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στις διατάξεις των άρθρων 21 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, όπως τροποποιήθηκε, στις διατάξεις του άρθρου 9 του Κεφ.
- Το άρθρο 9 του Κεφ. 6 δίδει την εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει προσωρινά διατάγματα χωρίς να ακούει την άλλη πλευρά όταν η υπόθεση είναι επείγουσας φύσεως (upon proof of urgency or other peculiar circumstances). Σύμφωνα με τη Νομολογία μας σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν ενεργεί ως Δικαστήριο ουσίας και θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε διεξοδική αξιολόγηση της μαρτυρίας και εξαγωγή συμπερασμάτων επί των διαφιλονικούμενων θεμάτων [βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263], Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Βeogradska Banka DD
(1999)1 (A) 227]. Σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο, λοιπόν, το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει να διακριβώνεται μέσα από τις ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προκύπτει από τη Διαταγή 39. Στην Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(Β) ΑΑΔ 788, 795 υιοθετείται απόσπασμα από την Films Rover Limited v. Cannon Film Sales Limited
(1987)1 W.LR 670, όπου αναφέρονται τα εξής: «Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν `εσφαλμένη' με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δύο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή». Σύμφωνα επίσης με τη νομολογία μας στις υποθέσεις όπου η κύρια διαδικασία είναι στο εξωτερικό το Κυπριακό Δικαστήριο ως υποβοηθητικό Δικαστήριο της κυρίως διαδικασίας που εγέρθηκε στην Ελλάδα δεν θα πρέπει να προβαίνει σε λεπτομερή ανάλυση των πρώτων δύο προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60 ακριβώς για το λόγο ότι η κυρίως διαδικασία δεν εγέρθηκε στην Κύπρο. Αυτή η προσέγγιση υιοθετήθηκε σε πολλές κυπριακές αποφάσεις μια εκ των οποίων είναι και η TRAFALGAR DEVELOPMENTS LTD κ.α. v. URALCHEM HOLDINGS P.L.G.κ.α. (Πολ. Έφ. 331/17, ημ. 21/02/19.). Οι προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου είναι: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση. (β) Η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. και (γ) Ότι θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Σχετικά με τις προϋποθέσεις αυτές, ενδεικτικά μπορεί να γίνει αναφορά στις ακόλουθες υποθέσεις: Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Acropol Shipping Co. Ltd v. Rossis
(1976)1 A.A.Δ. 38, Κωνσταντινίδης v. Μακρυγιώρου και άλλου
(1978)1 Α.Α.Δ. 585, M. & M. Transport v. Εταιρείας Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 Α.Α.Δ. 608, Hadjikyriakos Co. Ltd v. United Biscuits (U.K.) Ltd
(1979)1 C.L.R. 689, Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, National Bank of Greece v. Moticia
(1978)1 C.L.R. 303, ΚΟΤ v. Θεωρή
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. X" Βασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152. Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης έχει κριθεί πως είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η δεύτερη προϋπόθεση, απαιτεί από την Αιτήτρια να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας έχει ερμηνευθεί να σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η τρίτη προϋπόθεση σχετίζεται με την επάρκεια των αποζημιώσεων. Αν η επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ της Αιτήτριας στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε δεν είναι απαραίτητη η έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Είναι δε καθιερωμένη αρχή ότι ο Αιτητής ο οποίος επιδιώκει μονομερώς ένα προσωρινό διάταγμα πρέπει να προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Πρέπει δηλαδή να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Πέραν των πιο πάνω αρχών, όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Odysseos (πιο πάνω), το Δικαστήριο στο τελικό στάδιο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει και το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα [Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χ" Bασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152].Η έννοια της «πιθανότητας» επιτυχίας κατά την Odysseos (πιο πάνω), σελ. 569, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο για την απόδειξη στις αστικές υποθέσεις. Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η προσέγγιση του Δικαστηρίου σε θέματα προσωρινών διαταγμάτων θα πρέπει να γίνεται με αποκλειστικό οδηγό τη νομολογιακά καθιερωμένη αρχή σύμφωνα με την οποία στο στάδιο εξέτασης της αίτησης για έκδοση του προσωρινού διατάγματος με βάση τις διατάξεις του άρθρου 9 του Κεφ. 6 και του άρθρου 32 του Ν. 14/60, το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ουσία της αγωγής αλλά ούτε και είναι επιθυμητό να προσπαθήσει να αποφασίσει με βάση τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του τα διαφιλονικούμενα θέματα, πάνω στα οποία τελικά θα κριθεί η όλη απαίτηση του ενάγοντα. Αντικείμενο της εξέτασης σε τέτοιες αιτήσεις είναι το κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση και/ή συνέχιση της ισχύος του προσωρινού διατάγματος. Όπως έχει τονίσει το Ανώτατο Δικαστήριο στην Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ και άλλης
(1992)1 (Ε) Α.Α.Δ. 148, σελ. 1465 - 1466: «η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέτρο συνυφασμένο με την πιθανότητα εξασφάλισης ανάλογης θεραπείας κατά τη δίκη. Η δίκη είναι η καθιερωμένη διαδικασία με τον καθορισμό της διακήρυξης των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων. Το κύριο έρεισμα για την παρούσα προσωρινή θεραπεία είναι η αντικειμενική αδυναμία της άμεσης διεξαγωγής της δίκης». Το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση του προσωρινού διατάγματος και οποιαδήποτε εξέταση της ενώπιον του μαρτυρίας με σκοπό την εξαγωγή συμπερασμάτων, τα οποία ενδεχομένως να προκαταβάλουν τα τελικά συμπεράσματα ή να τα παραβλάψουν, πρέπει να αποφεύγεται. Αυτό δε, γιατί το αρμόδιο Δικαστήριο για εξαγωγή τέτοιων συμπερασμάτων είναι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα εκδικαστεί η κυρίως υπόθεση [Jonitexo Ltd. v. Addidas (ανωτέρω)]. Μετά την εξέταση των πιο πάνω προϋποθέσεων και εφόσον αυτές πληρούνται, το Δικαστήριο θα πρέπει επιπλέον να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει αιτούμενο διάταγμα ή να διατηρήσει εκδοθέν διάταγμα σε ισχύ. Είναι προφανές ότι σκοπός της εξασφάλισης προσωρινού διατάγματος είναι η προστασία του αιτητή για να αποζημιωθεί ή να προστατευθεί σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής ή της ανταπαίτησης του μετά την ακρόαση. Η ανάγκη προστασίας του αιτητή δεν μπορεί παρά να σταθμίζεται βέβαια με την αντίστοιχη ανάγκη να προστατευθεί ο αντίδικος από ζημιά που θα ήταν δυνατό να υποστεί κατά την άσκηση των δικών του δικαιωμάτων. Το Δικαστήριο συνεπώς θα πρέπει πάντοτε να σταθμίζει τα δύο πιο πάνω στοιχεία και να καθορίσει, όσο είναι δυνατό, ποιος από τους δύο διάδικους (ή περισσότερους αν υπάρχουν), θα υποστεί τη λιγότερη ταλαιπωρία από την έκδοση ή όχι προσωρινού διατάγματος (βλ. American Cyanamid Co. v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E.R. 504, 509-510). Ένας άλλος παράγοντας ο οποίος επίσης εξετάζεται, πριν την έκδοση προσωρινού διατάγματος, είναι και το κατά το πόσο οι αποζημιώσεις στις οποίες δυνατό να δικαιούται ο αιτητής, θα ήταν εύκολο ή δυνατό να υπολογισθούν με αρκετή βεβαιότητα. Η δυσκολία ή αδυναμία υπολογισμού αποτελεί παράγοντα ο οποίος συνηγορεί υπέρ της έκδοσης τέτοιου διατάγματος (βλ. Καρυδάς Ταξί Co Ltd ν. Ανδρέας Κωμοδίκης,
(1975)1 Α.Α.Δ 321). Αποτελεί επίσης βασική αρχή, την οποία το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, για έκδοση ή μη προσωρινού διατάγματος, πως είναι ανεπιθύμητο να ζητείται, με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα, ουσιαστικά η ίδια θεραπεία με αυτή της αγωγής, ούτως ώστε να μην αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα σε δύο περιπτώσεις (βλ. Halsbury´s Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 21, παρ. 763, Michael v. Brenivos Ltd
(1969)1 C.L.R. 578, Bhimjiyani v. Gregoriou,
(1980)1 C.L.R. 14 και η υπόθεση Re Χ΄ Κωνσταντή, Αρ. Αίτ. 89/98
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1827). Το Άρθρο 4, Κεφ. 6, καλύπτει την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει προσωρινό διάταγμα μέχρι και στο στάδιο εκτέλεσης απόφασης για περιουσία που είναι αντικείμενο της αγωγής. Το Άρθρο 5 προνοεί για την έκδοση προσωρινού διατάγματος που περιορίζει την συναλλαγή ακίνητης ιδιοκτησίας όπου π.χ. μεταβίβαση, διαθήκη, υποθήκευση, επιβάρυνση. Η ακίνητη ιδιοκτησία δυνατόν να μην έχει ακόμα εγγραφεί στο όνομα του δικαιούχου (Larticon Co. v. Detergenta, Developments Ltd,
(2004)1 ΑΑΔ, 1121, C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λίμιτεδ,
(2001)1 ΑΑΔ,785). Η κύρια διαφορά επομένως, μεταξύ των δύο άρθρων και του Άρθρου 32 του Ν.14/60 είναι ότι ενώ το τελευταίο καλύπτει την έκδοση όλων των ειδών διαταγμάτων, διηνεκών και παρεμπιπτόντων, τα άρθρα 4 και 5 εφαρμόζονται μόνο σε περιπτώσεις που επιζητείται η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Με λίγα λόγια, το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 έχει μεγαλύτερη εμβέλεια και πεδίο εφαρμογής (βλ. Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου,
(2002)1Γ ΑΑΔ 1759). ΆΡΘΡΟ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΝΟΜΟΥ - ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΟΥ ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΝΤΟΣ: Το Άρθρο 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 ρητά αναφέρει ότι η μονομερής έκδοση διατάγματος δικαιολογείται μόνο όπου αποδεικνύεται είτε το στοιχείο του κατεπείγοντος (βλ. Χατζηβασιλείου v White Knight Holdings Ltd
(2004)1 AAΔ 203, σελ. 207) ή οποιαδήποτε άλλη ιδιαίτερη περίσταση (βλ. Ιερά Μητρόπολη Πάφου v Aristo Developers Ltd Πολ. Εφ. Αρ. 211/2010, ημερ. 14 Ιουλίου 2011, In Re Stavros Hotel Apartments Ltd (Νο. 2)
(1994)1 ΑΑΔ 836, 841, Re Hadjisoteriou
(1986)1 CLR 429, 440). Ο παράγων του χρόνου ή της ύπαρξης καθυστέρησης από πλευράς Αιτητή, θα πρέπει να εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των αιτούμενων θεραπειών και της πολυπλοκότητας που ενέχει η κάθε υπόθεση (βλ. Seamark Consultancy Services Limited κ.ά. ν. Joseph Lasala κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162, σελ. 185-186). Στην υπόθεση Κούππας ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ κ.α. Πολ. Έφεση Αρ. 312/10, ημερ. 17.07.2014, το δικαστήριο εξέτασε κατά πόσον μετά που θα εκδοθεί μονομερώς το διάταγμα και στη συνέχεια ακουστεί ο Εναγόμενος: (α) μπορεί να επανεξεταστεί το θέμα του κατεπείγοντος και (β) θα πρέπει να ακυρωθεί το διάταγμα. Με αναφορά στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd ν. Xάρη Xρίστου,
(1998)1 ΑΑΔ 598, ενώ επιβεβαίωσε την προηγούμενη νομολογία και τη δυνατότητα έγερσης του ζητήματος στο στάδιο της έφεσης, τόνισε ότι το θέμα του κατεπείγοντος που εγείρεται μετά που ακουστεί ο Εναγόμενος. Στην απόφαση Commerzbank Auslandsbanken Holding Ag κ.α v. Adeona Holdings Limited, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε6/2014, 27.02.2015, υιοθετήθηκαν πλήρως τα πιο πάνω, ενώ στην υπόθεση Κασπαρή κ.ά. v. Ανδρέου,
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 784, το Ανώτατο Δικαστήριο ξεκαθάρισε πως μετά την καταχώρηση ένστασης, η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ουσιαστικά διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δια κλήσεως. Οι προβαλλόμενοι λόγοι ένστασης που αφορούν το στοιχείο του κατεπείγοντος στην έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων, μπορούν να αφορούν μόνο τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα, τα οποία δυνατόν να προσβληθούν με άλλη διαδικασία. ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ ΤΥΠΟΥ Mareva, Chabra και Norwich: Το διάταγμα παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων, γνωστό ως Mareva, είναι παρεμπίπτον διάταγμα το οποίο αποσκοπεί στο να εμποδίσει τον Εναγόμενο να αποξενώσει περιουσιακά στοιχεία ή να τα μεταφέρει εκτός της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, έτσι ώστε σε περίπτωση που ο Ενάγων επιτύχει στην αγωγή του να μπορεί να ικανοποιήσει την απόφαση του, δηλ. για υποβοήθηση μελλοντικής εκτέλεσης. Στην Κύπρο διατάγματα παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων εντός της δικαιοδοσίας μπορούν να εκδοθούν δυνάμει των άρθρων 4 και 5 του Κεφ. 6, και ιδιαίτερα δυνάμει του άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, το οποίο, ως προαναφέρθηκε, δίδει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική εξουσία να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα σε όλες τις περιπτώσεις που κρίνει ότι είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Έχει επίσης αναγνωριστεί πλήρως η δυνατότητα των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδίδουν διατάγματα παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων παγκόσμιας εμβέλειας, που να παγοποιούν περιουσιακά στοιχεία είτε αυτά βρίσκονται στην Κύπρο είτε στο εξωτερικό. Σχετική είναι η απόφαση Seamark Consultancy Services Limited v. Lasala
(2007)1 ΑΑΔ 162. Στην απόφαση Gorsoan Limited κ.ά. ν Bullock κ.ά., Αρ. Αγωγής 3573/12 Ε.Δ. Λευκωσίας ημερ. 6.03.2013 (της κας Σταματίου, ΠΕΔ όπως ήταν τότε) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι γεγονός ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία η εναγόμενη 1 δεν είναι κάτοικος Κύπρου, όμως η ισχυριζόμενη απάτη που διεπράχθη με θύματα τους ενάγοντες εμπλέκει και την ίδια μαζί με τους υπόλοιπους εναγόμενους που ευρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας, συνεπώς, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον αποτελεί αναγκαίο διάδικο στην παρούσα αγωγή Το ίδιο ισχύει και για τους υπόλοιπους εναγόμενους που εδρεύουν εκτός Κύπρου. Είναι σημαντικό να σημειωθεί η διεθνής φύση των συναλλαγών, η ικανότητα των εναγόμενων να διακινούν περιουσιακά στοιχεία σε διάφορες δικαιοδοσίες και επίσης θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι ενάγοντες δεν γνωρίζουν πού βρίσκεται η πλειοψηφία των περιουσιακών στοιχείων των εναγόμενων. Στην υπόθεση Derby & Co Ltd and others v. Weldon and Others (Nos. 3 and 4) [1988] 1 Ch. 65 το Court of Appeal αποφασίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι παρόλο που ένα διάταγμα τύπου Mareva θα πρέπει συνήθως να εφαρμόζεται σε περιουσιακά στοιχεία εντός της δικαιοδοσίας, σε κατάλληλες περιπτώσεις το δικαστήριο έχει εξουσία να εκδίδει διάταγμα για περιουσιακά στοιχεία εκτός δικαιοδοσίας και η ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων εντός της δικαιοδοσίας δεν αποτελεί προαπαιτούμενο για την έκδοση του διατάγματος. Υπό το φως των πιο πάνω, θεωρώ ότι το γεγονός ότι η εναγομένη 1 καθώς και άλλοι ουσιαστικοί εναγόμενοι ευρίσκονται στο εξωτερικό και δεν υπάρχει μαρτυρία ότι έχουν περιουσιακά στοιχεία εντός της δικαιοδοσίας, δεν εμποδίζει την έκδοση διατάγματος τύπου Mareva». Το δικαίωμα για προσωρινό διάταγμα είναι επικουρικό και παρεμπίπτον στο υφιστάμενο αγώγιμο δικαίωμα, συνεπώς δεν έχει δική του αυτοτέλεια, αντίθετα με το διάταγμα Norwich Pharmacal (βλ. The Siskina v. Distos Compania Naviera SA [1977] 3 All ER 803 HL). Γι' αυτό, για την έκδοση του θα πρέπει να τηρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 όπως αυτές αναλύθηκαν πιο πάνω. Δεν αποκλείεται ο ενάγων να αιτηθεί την έκδοση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος, ταυτόσημου με τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή (βλ. Χριστοφής Κούνουνα v. C & A Simonos Ltd,
(2002)1 Α.Α.Δ. 1361): «Ο σκοπός ενός συντηρητικού διατάγματος που εκδίδεται βάσει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 είναι κυρίως η διατήρηση της κατάστασης κατά την οποία προέκυψε η υπό εκδίκαση διαφορά και η διατήρηση της επίδικης περιουσίας, εκκρεμούσης της ακρόασης και της εκδίκασης της αγωγής (Michael v. Brevinos Limited
(1969)1 C.L.R. 578). H έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή, δεν αποκλείεται (βλέπε Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 C.L.R. 263. Βλέπε επίσης Κοσμά ν. Χατζηκυπρή κ.α., Π.Ε. 10558, ημερ. 22.2.2000)». Τέτοιο διάταγμα απευθύνεται στον Εναγόμενο/Καθ' ου η Αίτηση γι' αυτό και είναι διάταγμα «in personam». Δεν αποτελεί μέτρο κατάσχεσης των περιουσιακών στοιχείων που δεσμεύονται. Ο σκοπός του είναι να εμποδιστεί ο ιδιοκτήτης της περιουσίας από του να ασκήσει τα δικαιώματα του και να την χειριστεί όπως ο ίδιος θα ήθελε. Επομένως, το διάταγμα παγοποίησης δεν έχει επιπτώσεις «in rem" επί των περιουσιακών στοιχείων. Επίσης δεν έχει επιπτώσεις σε τρίτα πρόσωπα εκτός αν αυτά περιλαμβάνονται στο διάταγμα. Όμως, τρίτα πρόσωπα μπορεί να δεσμεύονται εμμέσως από του να προβούν σε ενέργειες που να τείνουν να καταστήσουν το διάταγμα άνευ αντικειμένου (βλ. Derby & Co Ltd v. Weldon & other (No 2) [1989] 1 All ER 1002 CA. Συγκεκριμένα, ενώ για την έκδοση οποιουδήποτε παρεμπίπτοντος διατάγματος, προαπαιτείται η ύπαρξη αναγνωρισμένου αγώγιμου δικαιώματος εναντίον του προσώπου που εκδίδεται, ειδικά για διατάγματα τύπου Mareva, τα δικαστήρια, μπορούν να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα εναντίον μη διάδικου, αν θεωρηθεί ότι είναι για υποβοήθηση του κυρίως διατάγματος (Βλ. Global Cruises S.A. κ.α. v. Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1E CLP 607, Nicolaou Bros Tourist Enterprises Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 201, 208). Σύμφωνα με τη νομολογία, η δικαιοδοσία τύπου Chabra αναγνωρίζει την δυνατότητα του Δικαστηρίου να εκδίδει διατάγματα σε βάρος προσώπου, εναντίον του οποίου δεν υπάρχει απαίτηση ή αγώγιμο δικαίωμα, εάν το πρόσωπο κατέχει και ελέγχει περιουσία προσώπου εναντίον του οποίου δικαιολογείται η έκδοση διαταγμάτων και η έκδοση διατάγματος είναι βοηθητική και παρεμπίπτουσα της αιτίας αγωγής του Αιτητή εναντίον του εναγόμενου. Η εν λόγω δικαιοδοσία έχει αναγνωρισθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην αίτηση για έκδοση Certiorari στην υπόθεση Hellington Commodities Ltd κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 926 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ρητώς επισήμανε τα εξής: «Οι νομικές προεκτάσεις της ύπαρξης και λειτουργίας ελεγχόμενων εταιρειών από ένα συγκεκριμένο πρόσωπο ή εταιρεία εξετάστηκαν στην υπόθεση T.S.B. Private Bank International S.A. v. Chabra and Another [1992] 1 W.L.R. 231, στην οποία η ενάγουσα εταιρεία ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος διεξήγαγε τις επιχειρήσεις του με μια πολύπλοκη διάρθρωση εταιρειών, που προέβλεπε ότι η διαχείριση όλων των περιουσιακών στοιχείων γινόταν από εταιρείες που ελέγχονταν από τον ίδιο. Το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα Mareva εναντίον του πρωτοφειλέτη, όπως επίσης και παρόμοιο διάταγμα εναντίον εταιρείας την οποία κατέστησε ως συνεναγόμενη, στην οποία ο οφειλέτης ήταν Διευθυντής και κατείχε την πλειοψηφία των μετοχών (majority shareholder) κατά 90%. Όπως σημειώθηκε στην σχετική απόφαση: 'In my judgment, I have jurisdiction to grant an injunction against the company and it is appropriate to grant it in support of the existing legal right claimed by the plaintiff against Mr. Chabra. The injunction which I grant, though made against a party against whom there is no cause of action, is in support of and in respect of that cause of action against Mr. Chabra». Η πιο πάνω απόφαση υιοθετήθηκε λίγο αργότερα στην Yukong Line Ltd. v. Rendsburg Investments Corporation and Others [2001] Lloyd's Rep. 113 στην οποία τονίστηκαν τα εξής: «Once the Court is satisfied that there are such assets in the possession or control of the co-defendant, the jurisdiction exists to make a freezing order as ancillary and incidental to the claim against the principal defendant, although there is no direct cause of action against the co-defendant». Στην Re NICOLAOU BROS TOURIST ENTERPRISES LTD
(1999)1 AAΔ 201 ο τότε Δικαστής του Ανωτάτου κ. Καλλής, αναφέρει στις σελίδες 207-209 ότι αυτού του τύπου ενδιάμεσα διατάγματα είναι πλέον συνήθη και εκδίδονται από τα Δικαστήρια μας (βλ. Oao Baltiskiy Bank v. Artur Vladimirovich Kirilenko, Αίτηση Αρ. 1349/2009, ημερ. 8.04.2011, OAO Baltiskiy Bank v. Artur Vladimirovich Kirilenko - Αίτηση Αρ. 1340/2009, ημερ. 2.12.2010, Global Alpha Star Fund Management Ltd v. Global Alpha Star Fund Ltd , Αίτηση Αρ. 708/2008 ημερ. 19/1/2010, Solvochem France Sarl v. Δημοκρατια Του Ιρακ & Αλλων, Αίτηση Αρ. 1/2006, ημερ. 2.02.2007, Yukos Capital Sarl v. Rosneft
(2011)1 ALL ER 172 και Dadourian Group International v. Azuri
(2005)EWHC 1768) και στη συνέχεια αναφέρει και τα ακόλουθα: «[......]Στο σύγγραμμα "Mareva Injunctions: Law and Practice" των Steven Gee και G.M. Andrews, σελ. 70, υποδεικνύεται πως ένα τέτοιο διάταγμα δεν ήταν δυνατό να εκδοθεί στο παρελθόν. Ωστόσο στην υπόθεση SCF v. Masri [1985] 1 W.L.R 876 υιοθετήθηκε η πρακτική της έκδοσης διατάγματος τα τύπου Mareva σε σχέση με κεφάλαια που κρατούνται από τον εναγόμενο ή από πρόσωπο το οποίο δεν είναι ο ιδιοκτήτης του ("nominee"). Εξέταση της υπόθεσης Masri (πιο πάνω) αποκαλύπτει ότι πράγματι έχει διαμορφώσει την αρχή η οποία αναφέρεται στο πιο πάνω σύγγραμμα. Ακολουθεί πως είναι δυνατή η έκδοση διατάγματος και εναντίον τρίτου προσώπου το οποίο δεν κατονομάζεται στην αγωγή (βλ. σελ.884). ο σχετικός λόγος ακύρωσης απορρίπτεται. Στο "Mareva Injunctions: Law and Practice" (πιο πάνω) το θέμα τίθεται ως εξής στη σελ.71[.]: Σε ελληνική μετάφραση «Τρίτο μέρος το οποίο έχει ειδοποιηθεί για την έκδοση διατάγματος τύπου Mareva υποχρεούται να κάμει ότι είναι εύλογο να διατηρήσει τα κεφάλαια του εναγομένου. Αν βοηθήσει στη διάθεση τους ή σε οποιεσδήποτε πράξεις που απαγορεύονται από το διάταγμα του δικαστηρίου θα είναι ένοχος για περιφρόνηση του δικαστηρίου (Z Ltd v. A-Z and AA-LL [1982] QB 558; Searose Ltd v. Seatrain (UK) Ltd [1981] 1W.L.R. 894, η οποία εφάρμοσε τις αρχές της Acrow (automation) Ltd v. Rex Chainbelt Inc [1971] 1 W.L.R. 1676: βλ. επίσης τα σχόλια του Δικαστή Kerr στην Harbottle Ltd v. National Westminster Bank [1978] QB 146,157). Από την εξέταση των πιο πάνω αυθεντιών καταδεικνύεται πως η νομική θέση, για συμμόρφωση, έχει διευκρινισθεί πλήρως και δεν εγείρεται καθόλου θέμα σύγχυσης. Ο σχετικός λόγος ακύρωσης απορρίπτεται». Όπως διευκρινίστηκε στην ίδια την υπόθεση Mareva Compania Naviera SA v. International Bulk Carriers SA [1975] 2 Lloyd's Rep 509 CA, [1980] 1 All ER 213, ο σκοπός της έκδοσης του ομώνυμου διατάγματος δεν είναι για να βελτιώσει τη θέση ενός πιστωτή, αλλά απλώς για να παρεμποδίσει την αδικία που δημιουργείται όταν ο Εναγόμενος αποξενώσει περιουσιακά στοιχεία που κατά τα άλλα θα ήταν διαθέσιμα για εκτέλεση (βλ. Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 CLR 583, Spidertade Corn Finance Ltd v. Χατζηγαβριήλ
(2003)1Α ΑΑΔ 121, 126, Iraqi Ministry of Defence v. Arcepey Shipping Co SA, The Angel Bell [1980] 1 All ER 480) δεν αποσκοπεί στο να δώσει προτεραιότητα του Ενάγοντα ή να τον καταστήσει εξασφαλισμένο πιστωτή ενώ δεν είναι. Παράλληλα όμως διευκρινίστηκε στην υπόθεση Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδης (αρ. 1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 14 υπάρχει η δυνατότητα έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία που δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής με βάση το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60. Το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου της μαρτυρίας, υφίσταται βάσιμος κίνδυνος η απόφαση υπέρ του Ενάγοντα να παραμείνει ανικανοποίητη. Στην Αγγλική απόφαση Dadourian Group International v. Azuri
(2005)EWHC 1768, παρ.26, αναφέρεται ότι: «...The jurisdiction to make a freezing injunction against a third party is undoubted. The jurisdiction is exercised as, in effect, ancillary relief granted by the court in aid of, and as part of, the freezing relief granted against the defendant to the substantive claim. Exercise of the jurisdiction can occur where there is good reason to suppose that the assets of the third party are, in truth, the assets of the injected defendant». Στο Αγγλικό Σύγγραμμα Zuckerman on Civil Procedure: Principles of Practice 3rd Ed. από την παρ. 10.231: «The jurisdiction may be exercised where there is good reason to suppose that the assets of the third party are, in truth, the assets of the injuncted defendant (e.g. where the assets are held by the third party on a bare trust (or as nominee) for the defendant), but it is not limited to such a case and may extend to a situation where the principal defendant, whilst having no legal or equitable right to the assets in question, has some right in respect of, or control over, or other rights of access to them». Τα αιτούμενα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal και αναγκαιότητα έκδοσης τους: Σύμφωνα με την νομολογία στην Κύπρο η εξουσία έκδοσης διαταγμάτων αποκάλυψης προς υποβοήθηση διαταγμάτων παγιοποίησης αναγνωρίστηκε από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Seamark Consultancy Services Ltd κ.ά v. Joseph P. Lasala
(2007)1 A.A.Δ. 162. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «Μετά το 1987 η Αγγλική Νομολογία διαφοροποιήθηκε ώστε τα δικαστήρια να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις και τα προβλήματα των καιρών. Έτσι, για παράδειγμα, στην υπόθεση Gidrxslme Shipping v. Tantomar-Transportes [1994] 4 All E.R. 507 Αγγλικό δικαστήριο έκρινε ότι δυνάμει του άρθρου 37
(1)του Supreme Court Act του 1981 συνδυασμένου με το άρθρο 12
(6)(
- f)και (
- h)του Arbitration Act του 1950, είχε εξουσία να εκδώσει διάταγμα αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων εκτός δικαιοδοσίας με σκοπό την υποβοήθηση της διαδικασίας εκτέλεσης διατάγματος τύπου Mareva». Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Malofeev v. VTB Capital plc
(2011)EWCA Civ 1252: "In order to be effective the worldwide freezing order, certainly in the context of this litigation, should be accompanied by an order for disclosure of assets". Στην ίδια υπόθεση σε άλλο σημείο τονίστηκε ότι ένα διάταγμα αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων συνήθως συνοδεύει ένα παγκοσμίου εμβέλειας διάταγμα παγοποίησης και ότι τέτοιας φύσης διάταγμα είναι αναγκαίο για να προσδώσει στο διάταγμα παγοποίησης το στοιχείο της αποτελεσματικότητας. «Όπως επεξηγείται στο Σύγγραμμα Commercial Injunctions του Steven Gee 6η έκδοση
(2016)η αιτιολογική βάση της έκδοσης διατάγματος αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων ως επικουρικό διάταγμα στο διάταγμα παγοποίησης έγκειται στο γεγονός ότι αφής στιγμής ο Αιτητής αποδείξει πραγματικό κίνδυνο αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων κρίνεται κατάλληλο κατά κανόνα να εκδοθεί το διάταγμα αποκάλυψης ούτως ώστε αυτό να υποβοηθήσει στην αποτελεσματικότητα του διατάγματος παγοποίησης. Σχετική είναι η ακόλουθη αναφορά: «23-013 It has become the usual practice of the court to order disclosure of information about assets as an ancillary order in aid of a freezing injunction,.. The justification for this is that once the claim has shown a real risk of dissipation of assets it will usually be appropriate to grant relief to assist the claimant make the injunction effective». Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της έκδοσης διαταγμάτων Norwich Pharmacal έχουν αναλυθεί σε δύο πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις υποθέσεις Avila Management Services Limited κ.ά. v. Frantisek Stepanek κ.ά.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1403 και Penderhill Holdings Limited κ.ά. ν. Κλουκίνα, ECLI:CY:AD:2014:A21, Π.Ε. 319/11 και 320/11 ημερ. 13.01.2014, οι οποίες υιοθέτησαν τις προϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διαταγμάτων Norwich Pharmacal, ως αυτές σημειώθηκαν στη γνωστή Αγγλική υπόθεση Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd,
(2005)EWHC 625, και οι οποίες είναι: (α) Θα πρέπει να έχει λάβει χώρα, ή κατ' ισχυρισμόν, να έχει λάβει χώρα μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα. (β) Πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση του διατάγματος, ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντα. (γ) Το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και να είναι σε θέση ή πιθανό να είναι σε θέση να παρέχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγήσαντα. Σε σωρεία νομολογίας, η οποία εξετάστηκε και υιοθετήθηκε στην υπόθεση Penderhill (ανωτέρω), τα Δικαστήρια έχουν αναγνωρίσει ότι διατάγματα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal δύναται να εκδίδονται και εναντίον αθώων μερών και συγκεκριμένα, εναντίον τραπεζών. Τα Κυπριακά Δικαστήρια σε πρόσφατες Αποφάσεις τους, ακολουθώντας την εξέλιξη των Αγγλικών Αποφάσεων που αφορούν την έκδοση τέτοιων Διαταγμάτων, έχουν αναγνωρίσει το γεγονός ότι η έκδοση τέτοιου είδους Διαταγμάτων δεν θα πρέπει πλέον να γίνεται σε εξαιρετικές περιστάσεις και θα πρέπει να αποτελεί μια εύκαμπτη θεραπεία προς εξασφάλιση της απονομής της δικαιοσύνης. Εφαρμογή Νομικών Αρχών και Ανάλυση λόγων των ενστάσεων: Α) Ως προς το ζήτημα της μη ύπαρξης Δικαιοδοσίας (αν και με απασχόλησε και πιο πάνω) όπου αποφάνθηκα ότι το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία, οι καθ' ων η αίτηση 1 - 4 στους λόγους ένστασης τους υπ' αριθμόν 2, 3 , 4, 6, 7 και 31 αναφέρουν ότι: 1) το Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να εκδώσει Ι/Ο για υποβοήθηση της δικαστικής διαδικασίας στην Ελλάδα και να εκδώσει διατάγματα αποκάλυψης. 2) το Δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει Ι/Ο το οποίο δεν θα εξέδιδε το Ελληνικό Δικαστήριο 3) το Δικαστήριο με την νομική βάση που αναγράφεται στην επίδικη αίτηση δεν νομιμοποιείται να εκδώσει τα διατάγματα ως η επίδικη αίτηση στηριζόμενο σε αυτές τις νομικές αρχές. 4) το Δικαστήριο με την νομική βάση που αναγράφεται στην επίδικη αίτηση δεν νομιμοποιείται να εκδώσει τα διατάγματα ως η επίδικη αίτηση που δεν υποβοηθούν στην δικαστική διαδικασία στην Ελλάδα. Έχω καταγράψει πιο πάνω το νομικό πλαίσιο που διέπει το ζήτημα αυτό. Στην ΕΔΓΘ στις παρ. 29 - 32, 37 - 48 και 50 - 65 καταγράφονται με λεπτομέρεια γεγονότα και διαπιστώσεις για επιβαρύνσεις, μεταβιβάσεις ακινήτων όπως και τα όσα σχετίζονται με την Αγωγή της αιτήτριας με αριθμό κατάθεσης 676/2020 και με ειδικό αριθμό κατάθεσης 369/2020 στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά και την λήψη Ασφαλιστικών Μέτρων στην Ελλάδα και της επακόλουθης έρευνας για τυχόν άλλα περιουσιακά στοιχεία των καθ' ων η αίτηση και τις πληροφορίες που έλαβαν σε σχέση με αυτά και τον ελλοχεύοντα κίνδυνο αποξένωσης τους κρίνω ότι οι πιο πάνω λόγοι ένστασης δεν έχουν έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης και απορρίπτονται. Επί πλέον λαμβάνεται υπόψη η συγγενική σχέση μεταξύ των καθ' ων η αίτηση, εφόσον είναι η θέση της Αιτήτριας ότι υπάρχει το συνδετικό στοιχείο σε αναφορά και στα περιουσιακά τους στοιχεία εντός Κύπρου καθώς οι καθ' ων η αίτηση 3 και 4 είναι σύζυγοι με τους καθ' ων η αίτηση 6 και 5 και οι καθ' ων η αίτηση 6 και 5 είναι αδέλφια, κάτι που δεν έχει αμφισβητηθεί. Πέραν των πιο πάνω σύμφωνα με το Τεκ. 15 της ΕΔΓΘ (έρευνες στον Έφορο Εταιρειών και αντίγραφα των εντύπων μεταβίβασης μετοχών (HE 57) ημερ.01.01.2012 από τους καθ' ων η αίτηση 5 και 6 στις καθ' ων η αίτηση 3 και 4 αντίστοιχα) προκύπτουν τα ακόλουθα κατά λογική συνέπεια ως γεγονότα: α) Από τις 04.11.2009 μέχρι 01.01.2012, ο καθ' ου η αίτηση 6 ήταν ο μοναδικός μέτοχος της καθ' ης η αίτηση 1, ο οποίος περί την 01.01.2012 προέβη σε μεταβίβαση όλου του μετοχικού κεφαλαίου της καθ' ης η αίτηση 1, στην καθ' ης η αίτηση 3 (σύζυγο του), η οποία εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι η μοναδική μέτοχος της καθ' ης η αίτηση
- Σημαντικό είναι επίσης ότι η δηλωθείσα διεύθυνση στον Έφορο Εταιρειών των καθ' ων η αίτηση 3 και 6 είναι η ίδια, ήτοι: οδός XXXXX 8, XXXXX, Ελλάδα. β) Από τις 04.11.2009 μέχρι 01.01.2012, ο καθ' ου η αίτηση 5 ήταν ο μοναδικός μέτοχος της καθ' ης η αίτηση 2, ο οποίος περί την 01.01.2012 προέβη σε μεταβίβαση όλου του μετοχικού κεφαλαίου της καθ' ης η αίτηση 2, στην καθ' ης η αίτηση 4 (σύζυγο του), η οποία εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι η μοναδική μέτοχος της καθ' ης η αίτηση
- Να σημειωθεί δε, ότι η δηλωθείσα διεύθυνση στον Έφορο Εταιρειών των καθ' ων η αίτηση 4 και 5 είναι η ίδια όπως και πιο πάνω, ήτοι: η οδός XXXXX 8, XXXXX, Ελλάδα. Από το ίδιο το Τεκ. 2 που συνοδεύει τις ενστάσεις των καθ' ων η αίτηση 1 - 4 προκύπτει ότι οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2 χειριζόντουσαν από επαγγελματίες εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση 5 και 6 (ως beneficial owners) όταν στις 4.11.2009 οι μετοχές των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 πέρασαν στην ιδιοκτησία των καθ' ων η αίτηση 5 και
- Δεν μπορεί δε και πάλι να θεωρηθεί ως τυχαίο το γεγονός ότι την 1.01.2012 οι μετοχές των καθ' ων η αίτηση 5 και 6 που διατηρούσαν στις εν λόγω εταιρείες μεταβιβάστηκαν στις συζύγους τους καθ' ων η αίτηση 4 και 3 αντίστοιχα. Σημαντικό στοιχείο είναι ότι οι μετοχές μεταβιβάστηκαν στις καθ' ων η αίτηση 4 και 3 χωρίς οποιοδήποτε αντάλλαγμα ως επίσης και η μεγάλη αξία των ακινήτων που μεταβιβάστηκαν στις εν λόγω εταιρείες που δεν δικαιολογεί το ποσό που καταβλήθηκε από τις καθ' ων η αίτηση 1 και 2 για την αγορά του μεριδίου των καθ' ων η αίτηση 5 και
- Είναι δε αξιοσημείωτο το γεγονός ότι οι καθ' ων η αίτηση 1 - 4 αποκρύπτουν την σχέση τους με τους καθ' ων η αίτηση 5 και
- Συγκεκριμένα αποκρύπτουν από το δικαστήριο ότι οι καθ' ων η αίτηση 4 και 3 είναι σύζυγοι με τους καθ' ων η αίτηση 5 και 6 (στην παρ. 38 των ενστάσεων που υποστηρίζουν την ένσταση των καθ' ων η αίτηση 1 - 4 οι καθ' ων η αίτηση 3 και 4 δηλώνουν ότι «δεν σχετίζονται και με οποιονδήποτε τρόπο» αν και προτάσσουν την μη ανάμειξη τους στις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες. Πέραν των ανωτέρω, τη θέση της Αιτήτριας ενισχύει και το περιστατικό που ουδέποτε αμφισβητήθηκε από την πλευρά των καθ' ων η αίτηση ότι περί τις 20.02.2019, υπήρξε συνάντηση μεταξύ της κας Μάνου στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία στην Αθήνα με τους καθ' ων η αίτηση 5 και 6, οι οποίοι για άλλη μια φορά της υποσχέθηκαν ότι θα διευθετούσαν την Οφειλή και της ζήτησαν να μην προχωρήσει με την καταχώριση αγωγής εναντίον τους και στη λήψη περαιτέρω δικαστικών μέτρων. Το σημαντικό είναι ότι κατά την εν λόγω συνάντηση, η κα Μάνου ενημέρωσε τους καθ' ων η αίτηση 5 και 6 για τις πληροφορίες που είχε συλλέξει αναφορικά με τις κατοικίες/επαύλεις με την ονομασία «Therme Sea Luxury Lodge», οι οποίες είναι διαθέσιμες στον ιστότοπο της Booking. Τότε οι καθ' ων η αίτηση 5 και 6 αντέδρασαν και της ζήτησαν να μην προβεί στη λήψη οποιονδήποτε μέτρων σε σχέση με αυτές καθότι θα προχωρούσαν άμεσα στην αποπληρωμή της Οφειλής. Από τα πιο πάνω προκύπτει κατά ξεκάθαρο και αδιαμφισβήτητο τρόπο ότι από την αντίδραση των καθ' ων η αίτηση 5 και 6 ότι η αιτήτρια, όπως δηλώνεται, επιβεβαίωσε τις μέχρι τότε πληροφορίες που είχε αναφορικά με την ιδιοκτησία των εν λόγω κατοικιών, πλην όμως δεν προχώρησε άμεσα σε περαιτέρω έρευνα με σκοπό τη λήψη στοιχείων καθότι ανέμενε ότι οι καθ' ων η αίτηση 5 και 6 θα προέβαιναν στην αποπληρωμή της οφειλής, ως η υπόσχεση τους, πράγμα το οποίο ουδέποτε έπραξαν. Εδώ δε είναι που υπεισέρχεται η έννοια του Resulting Trust όπως την εισηγείται η πλευρά της αιτήτριας όπου γίνεται σχετική παραπομπή σε νομολογία: Στην απόφαση Crestar Overseas Ltd v. Τατιάνα Βισσόσκαγια,
(2008)1 ΑΑΔ 942 στην σελ. 949 κ.ε. καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Όπως σημειώνεται στην απόφαση Κληρίδης ν. Σταυρίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 521, τα εμπιστεύματα (ή καταπιστεύματα) είναι ή Δεδηλωμένα (Express) (όταν δημιουργούνται από τα ίδια τα μέρη) ή Εξυπακουόμενα (Implied) (όταν είναι αποτέλεσμα της εφαρμογής του Νόμου (trusts arising by operation of the Law). Τα Εξυπακουόμενα εμπιστεύματα είναι τα εξ Επαγωγής (Constructive) ή Καταληκτικά (Resulting). Τόσο τα εξ επαγωγής εμπιστεύματα (implied) όσο και τα καταληκτικά (resulting trusts) βασίζονται πάνω στη μη εκφρασθείσα αλλά εξυπακουόμενη πρόθεση του προσώπου που προβαίνει στη μεταβίβαση. Τα εμπιστεύματα αυτά καλούνται καταληκτικά (resulting trusts) γιατί το δικαίωμα εκμετάλλευσης του (beneficial interest) επανέρχεται (results) στο πρόσωπο που είχε προβεί στη μεταβίβαση. Όταν εξετάζεται η ύπαρξη του εξ επαγωγής εμπιστεύματος, οι πράξεις και οι δηλώσεις των ενδιαφερομένων πριν, κατά τη διάρκεια της δημιουργίας του και ευθύς μετά τη δημιουργία του εμπιστεύματος συνιστούν μέρος της συναλλαγής και μπορεί να γίνουν αποδεκτές. Όμως συνακόλουθες πράξεις και δηλώσεις είναι αποδεκτές μόνο όταν στρέφονται εναντίον των συμφερόντων του δηλούντος και όχι όταν γίνονται προς όφελός του. (Βλ. Snell's "Principles of Equity", 25η έκδοση, 162)». Γίνεται επίσης παραπομπή από τους ευπαίδευτους συνηγόρους της αιτήτριας στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η εκδ, 2007 (reissue) παρα.705, σελ. 488 και στο σύγγραμμα Snell's "Principles of Equity", 32η έκδοση
(2010), παρ. 25-003 μέχρι 25-015 σελ. 752 κ.ε. Στην παράγραφο 25-003 γίνεται ρητή αναφορά στην περίπτωση όπου ένα πρόσωπο δίνει λεφτά σε ένα άλλο πρόσωπο χωρίς αντάλλαγμα τότε υπάρχει η προϋπόθεση ότι γεννάται καταληκτικό εμπίστευμα. Σύμφωνα λοιπόν με την πιο πάνω νομολογία και τα γεγονότα της υπόθεσης συμφωνώντας με την πλευρά της αιτήτριας είναι φανερόν ότι οι μετοχές των καθ' ων η αίτηση 5 και 6 δεν δωρίστηκαν στις καθ' ων η αίτηση 3 και
- Επίσης η περιουσία που πωλήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση 5 και 6 στις καθ' ων η αίτηση 1 και 2 είναι κατά πολύ μεγαλύτερης αξίας από το ποσό που οι καθ' ων η αίτηση 5 και 6 κατέβαλαν στις καθ' ων η αίτηση 1 και
- Συμφωνώ επίσης με τη θέση εκ μέρους της αιτήτριας ότι σε αυτό το στάδιο η κυριότητα των μετοχών των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 δεν θα πρέπει να εξεταστεί λεπτομερώς καθώς η επίδικη αίτηση αφορά ζητήματα παγοποίησης και όχι κατάσχεσης και πώλησης και ως εκ τούτου θα πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο μόνο το κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα ότι ανήκουν στους καθ' ων η αίτηση (καθ' ων στην διαδικασία στην Ελλάδα), χωρίς ασφαλώς να προβαίνω σε τελικό εύρημα σε αυτό το στάδιο. Σε τελική ανάλυση κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση προκύπτει ότι υπάρχει resulting trust. Επομένως από τα πιο πάνω προκύπτει το αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα ότι υπάρχει και προσωπική και επαγγελματική σχέση των καθ' ων η αίτηση 1 -
- Ως εκ των ανωτέρω, η αιτήτρια κρίνω ότι βάσιμα πιστεύει ότι ο καθ' ου η αίτηση 6, είναι ο πραγματικός κάτοχος ή ιδιοκτήτης ή απώτερος ωφέλιμος ιδιοκτήτης (ultimate beneficial owner) του συνόλου του μετοχικού κεφαλαίου στην καθ' ης η αίτηση 1 εταιρεία και ότι η καθ' ης η αίτηση 3, εγγεγραμμένη ιδιοκτήτης των μετοχών της καθ' ης η αίτηση 1, κατέχει αυτές ως ονομαστική μέτοχος (nominee shareholder) και/ή για λογαριασμό του καθ' ου η αίτηση 6 και/ή δυνάμει σχετικού εγγράφου εμπιστεύματος (trust deed). Συνεπώς και οι κατοικίες-επαύλεις τηρούνται εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση 6, είναι ο πραγματικός κάτοχος ή ιδιοκτήτης ή απώτερος ωφέλιμος ιδιοκτήτης. Παρόμοια η αιτήτρια, κρίνω ότι έχει βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι ο καθ' ου η αίτηση 5, είναι ο πραγματικός κάτοχος ή ιδιοκτήτης ή απώτερος ωφέλιμος ιδιοκτήτης (ultimate beneficial owner) του συνόλου του μετοχικού κεφαλαίου στην καθ' ης η αίτηση 2 εταιρείας και ότι η καθ' ης η αίτηση 4, εγγεγραμμένη ιδιοκτήτης των μετοχών της καθ' ης η αίτηση 2, κατέχει αυτές ως ονομαστική μέτοχος (nominee shareholder) και/ή για λογαριασμό του καθ' ου η Αίτηση 5 και/ή δυνάμει σχετικού εγγράφου εμπιστεύματος (trust deed). Συνεπώς και οι κατοικίες-επαύλεις τηρούνται εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση 5, είναι ο πραγματικός κάτοχος ή ιδιοκτήτης ή απώτερος ωφέλιμος ιδιοκτήτης. Επομένως καταλήγω στη βάση των πιο πάνω ότι οι σχετικοί λόγοι υπό 2, 3, 5, 6, 7, 31 και 38 που προβλήθηκαν σχετικά μη την ύπαρξη δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου από πλευράς των καθ' ων η αίτηση 1 - 4 δεν έχουν έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης και απορρίπτονται. Οι καθ' ων η αίτηση 1 - 4 ισχυρίζονται παρατυπία της επίδικης αίτησης χωρίς να προηγηθεί η καταχώρηση πρωτογενούς αίτησης. Ότι η επίδικη αίτηση είναι παράτυπη και/ή έχει καταχωρηθεί εκτός του πλαισίου που ρυθμίζει την προώθηση των επίδικων ζητημάτων και/ή η βάση της παρούσας διαδικασίας απαιτεί την καταχώρηση πρωτογενούς αίτησης. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεση προσομοιάζουν ως προς αυτή την πτυχή τους με τις υποθέσεις KRAVITZ (πιο πάνω) και EDT Marine Construction Limited (πιο πάνω) όπου η καταχώρηση μονομερούς αίτησης αρκούσε προς υποβοήθηση διαδικασίας στο εξωτερικό. Ήδη έχω παραθέσει τις σχετικές νομικές αρχές σε σχέση με το ζήτημα. Κρίνω ότι ουδεμία παρατυπία προκύπτει από την καταχώρηση της επίδικης αίτησης αλλά είναι νομότυπη και έγκυρη. Υπενθυμίζεται ότι η προσέγγιση του Δικαστηρίου σε θέματα προσωρινών διαταγμάτων θα πρέπει να γίνεται με αποκλειστικό οδηγό τη νομολογιακά καθιερωμένη αρχή σύμφωνα με την οποία στο στάδιο εξέτασης της αίτησης για έκδοση του προσωρινού διατάγματος με βάση τις διατάξεις του άρθρου 9 του Κεφ. 6 και του άρθρου 32 του Ν. 14/60, το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ουσία της αγωγής αλλά ούτε και είναι επιθυμητό να προσπαθήσει να αποφασίσει με βάση τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του τα διαφιλονικούμενα θέματα, πάνω στα οποία τελικά θα κριθεί η όλη απαίτηση του ενάγοντα. Αντικείμενο της εξέτασης σε τέτοιες αιτήσεις είναι το κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση και/ή συνέχιση της ισχύος του προσωρινού διατάγματος. Οι λόγοι ένστασης 1, 8 - 20, 23, 26, 27, 28 - 30, 32 - 40 άπτονται των προϋποθέσεων του Άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Έχω ήδη παραθέσει πιο πάνω τις σχετικές νομολογιακές αρχές που διέπουν αυτές τις προϋποθέσεις. Σύμφωνα με τα γεγονότα όπως αυτά προκύπτουν από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου και τα οποία σηματοδότησαν την διαφορά, μέρος των οποίων έχω ήδη καταγράψει πιο πάνω συνοψίζοντας το ιστορικό τους, κρίνω ότι εκπληρώνουν όλες τις προϋποθέσεις για την έκδοση των επίδικων Διαταγμάτων. Ούτε και υπήρξε οποιαδήποτε καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας από την αιτήτρια. Σύμφωνα με το Τεκμ. 8 της ΕΔΓΘ είναι αδιαμφισβήτητο ότι στις 23.02.2018, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά αποφάσισε και έκανε δεκτή ως βάσιμη την αίτηση της αιτήτριας για έκδοση ασφαλιστικών μέτρων. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση της κινητής και ακίνητης περιουσίας των καθ' ων η αίτηση 5, 6 αλλά και της Διαχειρίστριας («Ασφαλιστικά Μέτρα»). Ουδεμία μαρτυρία έχει προσκομίσει η πλευρά των καθ' ων η αίτηση 1 - 4 ότι αυτή η απόφαση έχει δικαστικώς αμφισβητηθεί. Επίσης είναι αδιαμφισβήτητο ότι στις 24.01.2020, η αιτήτρια καταχώρησε την αγωγή με γενικό αριθμό κατάθεσης 676/2020 και ειδικό αριθμό κατάθεσης 369/2020 εναντίον των καθ' ων η αίτηση 5 και 6 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Η εν λόγω Αγωγή επισυνάπτεται στην ΕΔΓΘ ως Τεκμ.
- Στα πλαίσια της Αγωγής, ο δικηγόρος της αιτήτριας στην Ελλάδα παρέθεσε με λεπτομέρεια όλα τα γεγονότα (ως αναφέρονται και στην ΕΔΓΘ), τα οποία συνέδραμαν στην καταχώρηση τόσο της Αγωγής όσον και των Ασφαλιστικών Μέτρων. Περαιτέρω, στην εν λόγω Αγωγή αναφέρεται ξεκάθαρα ότι οι καθ' ων η αίτηση 5 και 6 ευθύνονται απέναντι στην αιτήτρια και λόγω αδικοπραξίας με βάση τις διατάξεις του άρθρου 914 του Αστικού Κώδικα και δη το αδίκημα της απάτης με βάση το άρθρο 386 του Ποινικού Κώδικα. Περαιτέρω, το Τεκμ. 9 στην ΕΔΓΘ αποτελεί την γνωμοδότηση του δικηγόρου της αιτήτριας στην Ελλάδα, ο οποίος προβαίνει σε εκτενή αναφορά σε σχέση με το δικονομικό πλαίσιο της Αγωγής και την Ιστορική και Νομική Βάση της Αγωγής και Αξιολόγηση της Βασιμότητας της Αγωγής. Περαιτέρω, είναι η θέση της αιτήτριας ότι μετά την έκδοση των Ασφαλιστικών Μέτρων και αφού πληροφορήθηκε από τον δικηγόρο της στην Ελλάδα ότι τα ακίνητα, τα οποία αναλυτικά καταγράφονται στα Ασφαλιστικά Μέτρα ήταν ήδη βεβαρημένα και η αξία αυτών ενδεχομένως να μην κάλυπτε την Οφειλή, αποφάσισε να διερευνήσει περαιτέρω για τα εν λόγω ακίνητα. Περί τα τέλη του 2018 αρχές του 2019, η κα Μάνου, μοναδική διευθύντρια της αιτήτριας, επισκέφτηκε την πόλη με την ονομασία Ερμιόνη του Δήμου Ερμιονίδας Π.Ε. Αργολίδας, όπου βρίσκονταν τα εν λόγω ακίνητα, με σκοπό να εξακριβώσει και να λάβει πληροφόρηση σε σχέση με την τοποθεσία και την αξία αυτών. Κατά την επίσκεψη της συναντήθηκε με μεσίτη της περιοχής καθώς επίσης με ντόπιους μόνιμους κατοίκους, τους οποίους ρώτησε να μάθει που βρίσκονται τα εν λόγω ακίνητα. Ο μεσίτης της περιοχής καθώς επίσης οι κάτοικοι, επιβεβαίωσαν στην κα Μάνου, ότι τα αναφερόμενα εις τα Ασφαλιστικά Μέτρα ακίνητα είναι αγροτεμάχια εκτός οικισμού (πάνω στο βουνό) χωρίς ιδιαίτερη αξία. Επιπρόσθετα, ενημερώθηκε για πρώτη φορά ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 5 και 6 είχαν και άλλη περιουσία στην περιοχή. Ο μεσίτης της περιοχής ενημέρωσε την κα Μάνου, ότι οι καθ' ων η αίτηση 5 και 6 έχουν στην ιδιοκτησία τους επαύλεις (βίλες) στη θάλασσα, τις οποίες ενοικιάζουν σε τρίτα πρόσωπα μέσω του ιστότοπου www.bookinq.com, με την ονομασία «Therme Sea Luxury Lodge». Μάλιστα την ενημέρωσαν ότι οι καθ' ων η αίτηση 5 και 6 συνολικά ήταν ιδιοκτήτες τριών
(3)επαύλεων, εκ των οποίων τη μία
(1)την είχαν ήδη πωλήσει. Δεδομένης αυτής της πληροφόρησης, η αιτήτρια, δια μέσω της κας Μάνου, άρχισε τις έρευνες με σκοπό να εξακριβώσει κατά πόσο οι εν λόγω πληροφορίες που έλαβε ήταν ορθές. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι από τον ιστότοπο του Βooking (ηλεκτρονική πλατφόρμα κρατήσεων τουριστικών καταλυμάτων και ξενοδοχείων) και δη με την καταχώριση στον εν λόγω ιστότοπο του ονόματος «Therme Sea Luxury Lodge» διαπιστώθηκε ότι πράγματι στην περιοχή Ερμιόνη, Θερμησίας είναι κτισμένες πολυτελείς κατοικίες/ επαύλεις, οι οποίες σύμφωνα με την εν λόγω ιστοσελίδα διαθέτουν ιδιωτική παραλία (βλ. σχετικές αναφορές και επιβεβαίωση στο Τεκμ. 12 της ΕΔΓΘ). Από τον εν λόγω ιστότοπο δεν προέκυπτε κατά πόσο οι καθ' ων η αίτηση 5 και 6 είναι οι ιδιοκτήτες των αναφερόμενων πολυτελών κατοικιών και ως εκ τούτου, η αιτήτρια με τις όσες πληροφορίες είχε τη δεδομένη στιγμή στην κατοχή της δεν μπορούσε να διαπιστώσει κατά πόσο οι εν λόγω κατοικίες ήταν πράγματι ιδιοκτησία των καθ' ων η αίτηση 5 και 6, ούτως ώστε να λάβει τα μέτρα, τα οποίας αιτείται με την επίδικη αίτηση. Έγινε επίσης πιο πάνω αναφορά στη συνάντηση ημ. 20.02.2019 μεταξύ της κας Μάνου και των καθ' ων η αίτηση 5 και 6 και η αντίδραση τους μαρτυρεί αδιαμφισβήτητα και επιβεβαιώνει το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ως άνω αναφερόμενων κατοικιών. Εξηγείται δε στην ΕΔΓΘ γιατί η αιτήτρια δεν προχώρησε άμεσα σε περαιτέρω έρευνα με σκοπό τη λήψη στοιχείων σχετικά με τις κατοικίες/επαύλεις και δεν ήταν άλλος γιατί ανέμενε ότι οι καθ' ων η αίτηση 5 και 6 θα προέβαιναν στην αποπληρωμή της οφειλής, ως η υπόσχεση τους, πράγμα το οποίο ουδέποτε έπραξαν. Η αιτήτρια μη έχοντας καμία ανταπόκριση από τους καθ' ων η αίτηση 5 και 6 περί τα μέσα του 2019, αποφάσισε όπως άμεσα διερευνήσει και συλλέξει στοιχεία αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ως άνω αναφερόμενων κατοικιών. Όπως εξηγεί πράγματι περί τα μέσα του 2019 από πληροφορίες τις οποίες έλαβε από μεσίτη της περιοχής, πληροφορήθηκε ότι οι εν λόγω κατοικίες - επαύλεις ανήκουν σε εταιρείες συμφερόντων των καθ' ων η αίτηση 5 και 6, χωρίς βεβαίως να της αναφέρουν οποιαδήποτε περαιτέρω πληροφορία σε σχέση με αυτές. Ως εκ των ανωτέρω η αιτήτρια αφού περί το τέλος του 2019 κατάφερε να μάθει τα ακριβής στοιχεία του ακινήτου (αγροτεμάχιο έκτασης 4.019,48 τμ που βρίσκεται στη θέση «Πλέπι Θερμισίας» της Τοπικής Κοινότητας Θερμησίας της Δημοτικής Ενότητας Ερμιόνης) («Ακίνητο») εντός των οποίων έχουν ανεγερθεί οι πολυτελείς κατοικίες, αποτάθηκε μέσω συμβολαιογράφου στο Υποθηκοφυλάκειο Μασσητός, όπου βρίσκονται κατατεθειμένα όλα τα συμβόλαια πώλησης ιδιοκτησιών της περιοχής. Από την εν λόγω έρευνα, η αιτήτρια διαπίστωσε ότι το Ακίνητο μέχρι τις 16.03.2005 ανήκε εξ αδιαιρέτου στους καθ' ων η αίτηση 5 και 6, οι οποίοι έκαστος δυνάμει συμβολαίων πώλησης οριζόντιων ιδιοκτησιών Ν.3741/1929 πώλησε то 1/2 μερίδιο του στο Ακίνητο στις καθ' ων η αίτηση 2 και 1 αντίστοιχα. Διαπιστώθηκε ακόμα ότι με το υπ' αριθμό 6182/2005 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου XXXXX XXXXX Βογιατσάκη, ο καθ' ου η αίτηση 5 πώλησε то 1/2 μερίδιο του ακινήτου στην καθ' ης η Αίτηση 2 για το συνολικό ποσό των €33.430,08, ενώ το υπόλοιπο μερίδιο του Ακινήτου, ήτοι то ½ που κατείχε ο καθ' ου η αίτηση 6 πωλήθηκε έναντι του ίδιου αντίτιμου στην καθ' ης η αίτηση 1 δυνάμει του υπ' αριθμό 6181/2005 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου XXXXX XXXXX Βογιατσάκη. Το Τεκμ.13 στην ΕΔΓΘ επιβεβαιώνει τις πωλήσεις οι οποίες δεν έχουν αμφισβητηθεί από τους καθ' ων η αίτηση 1 -
- Πέραν των πιο πάνω η αιτήτρια εξασφάλισε το υπ' αριθμό 108/1/2020 πιστοποιητικό από το Υποθηκοφυλακείο Μασητός, δια του οποίου πιστοποιείται ότι η καθ' ης η αίτηση 1 εταιρεία είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του 1/2 μεριδίου του Ακινήτου, εντός του οποίου έχει ανεγερθεί η κατοικία Α, η οποία αποτελείται από αποθήκη Α, ισόγειο γκαράζ Α ισόγειο διαμέρισμα Α και διαμέρισμα α' ορόφου Α. Αντίστοιχο πιστοποιητικό εξασφάλισε αναφορικά με την καθ' ης η αίτηση 2, ήτοι πιστοποιητικό υπ' αριθμό 108/2/2020 από το Υποθηκοφυλακείο Μασητός, δια του οποίου πιστοποιείται ότι η καθ' ης η αίτηση 2 είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του 1/2 μεριδίου του Ακινήτου, εντός του οποίου έχει ανεγερθεί η κατοικία Β, η οποία αποτελείται από αποθήκη Β, ισόγειο γκαράζ Β ισόγειο διαμέρισμα Β και διαμέρισμα α' ορόφου Β. Το Τεκμ. 14 στην ΕΔΓΘ επιβεβαιώνει τις πιο πάνω πληροφορίες σχετικά με τα ακίνητα που εντός του Ακινήτου, υπάρχει κοινόχρηστη πισίνα (βλ. Τεκμ. 12 της ΕΔΓΘ). Έχοντας πλέον υπόψη της τα πιο πάνω η αιτήτρια επικοινώνησε άμεσα με τους δικηγόρους της στην Ελλάδα, οι οποίοι την συμβούλευσαν όπως αποταθεί σε δικηγορικό γραφείο στην Κύπρο με σκοπό τη διεξαγωγή έρευνας αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των κυπριακών εταιρειών ήτοι των καθ' ων η αίτηση 1 και
- Επίσης, οι δικηγόροι της αιτήτριας τη συμβούλεψαν όπως αναλόγως του αποτελέσματος της έρευνας, να εξετάσουν το ενδεχόμενο να προχωρήσουν με την καταχώριση αγωγής, πράγμα που μέχρι τις 23.01.2020 δεν είχε πράξει καθότι η αιτήτρια δεν είχε στοιχεία ότι θα μπορούσε να εκτελέσει τυχόν απόφαση ήθελε εκδοθεί υπέρ της, δεδομένης της αποξένωσης - πώλησης των ως άνω αναφερόμενων περιουσιακών στοιχείων των καθ' ων η αίτηση 5 και 6 και αυτών της Διαχειρίστριας και των ήδη βεβαρημένων ακινήτων, ως αυτά αναλυτικά περιγράφονται στα Ασφαλιστικά Μέτρα (Τεκμ. 8 της ΕΔΓΘ) και στις Εκθέσεις Ελέγχου του Υποθηκοφυλακείου Μασσητός (Τεκμ. 7 της ΕΔΓΘ). Προς τούτο περί τα μέσα Ιανουαρίου η κα Μάνου, αποτάθηκε στο δικηγορικό γραφείο που αρχικά την εκπροσώπησε στην παρούσα και έλαβε νομική συμβουλή και έγινε διεξαγωγή έρευνας αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των καθ' ων η αίτηση 1 και
- Ενόψει των αποτελεσμάτων, o δικηγόρος της αιτήτριας στην Ελλάδα, καταχώρησε Αγωγή. Με αυτή η αιτήτρια εξαιτείται, μεταξύ άλλων να υποχρεωθούν οι καθ' ων η αίτηση 5 και 6 να καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας το ποσό των $118.205 Δολαρίων Η.Π.Α με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την κοινοποίηση της παρούσης ή επικουρικά το αντίστοιχο σε ευρώ ποσό με την τιμή ισοτιμίας δολαρίων Η.Π.Α/Ευρώ κατά την ημέρα της πληρωμής άλλως κατά την ημέρα της συζητήσεως της αγωγής και σε κάθε περίπτωση κατά την ημέρα ασκήσεώς της, εγείρει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και υπάρχει ορατή προοπτική ή πιθανότητα να επιτύχει. Είναι δε περαιτέρω η θέση της αιτήτριας ότι σύμφωνα με το Τεκμ. 9 της ΕΔΓΘ καθώς επίσης από το Τεκμ. 8 της ΕΔΓΘ, οι ισχυρισμοί της ως αυτοί προβάλλονται στην Αγωγή, έχουν ήδη γίνει δεκτοί από το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά στα πλαίσια της απόφασης για έκδοση των Ασφαλιστικών Μέτρων. Εν προκειμένω, το εν λόγω Δικαστήριο έκρινε απολύτως βάσιμη την απαίτηση της αιτήτριας για το ποσό των $118.205 (Δολαρίων Η.Π.Α) και την εγγυητική ευθύνη αλλά και την αδικοπρακτική ευθύνη των Καθ' ων η Αίτηση 5 και 6, αναφέροντας, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «...πλην, όμως, πιθανολογείται και η αδικοπρακτική ευθύνη του δεύτερου και τρίτου των καθ' ων, ατομικά, -και πέραν της υφιστάμενης τοιαύτης ευθύνης του δεύτερου των καθ' ων με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εξ αυτών- από τις εκτεθείσες ψευδείς και απατηλές διαβεβαιώσεις τους προς την αιτούσα προς δήθεν διευθέτηση της απαίτησής της από μέρους τους. Αντίθετα, το μόνο που επιδίωκαν οι τρεις πρώτοι των καθ' ων ήταν vα μεθοδεύσουν την περαιτέρω αναβολή και την άμεση αποτροπή της ικανοποίησης της ληξιπρόθεσμης απαίτησης της αιτούσας μέσω της δικαστικής οδού και της εντεύθεν λήψης αναγκαστικών μέτρων εκτέλεσης σε βάρος όχι μόνο του ως άνω πλοίου αλλά και της ακίνητης περιουσίας τους. Έχοντας δε εκ των προτέρων ειλημμένη την πρόθεση να μην εξοφλήσουν ή έστω διακανονίσουν την απαίτηση της αιτούσας κατά το χρόνο που εγγυούταν η πρώτη και ο δεύτερος των καθ' ων και διαβεβαίωναν περί του αντιθέτου τόσο ο τελευταίος όσο και ο τρίτος των καθ' ων, έπεισαν την αιτούσα να παραλείψει να επιδιώξει κατά τους κρίσιμους όπως ως άνω αναφέρθηκε, χρόνους του Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2017 την διασφάλιση της απαίτησής της με τη λήψη δικαστικών-αναγκαστικών μέτρων τόσο σε βάρος σημαντικού μέρους της τότε δικής τους ακίνητης περιουσίας όσο και σε βάρος του αναφερόμενου πλοίου...». Κίνδυνος Αποξένωσης Περιουσιακών Στοιχείων: Σε σχέση με το ζήτημα των αποξενώσεων τα γεγονότα περιγράφονται με κάθε λεπτομέρεια στις παραγράφους 23 - 31, 46 - 48, 59 - 66 της ΕΔΓΘ. Προκύπτει ότι οι καθ' ων η αίτηση 5 και 6 εν γνώση της εξώδικης διαμαρτυρίας της αιτήτριας, 16 ημέρες μετά την κοινοποίηση της σε αυτούς προέβησαν σε αποξένωση των περιουσιακών τους στοιχείων. Αναλυτικά, οι καθ' ων η αίτηση 5 και 6 προέβησαν στην εκποίηση του συνόλου των οριζόντιων ιδιοκτησιών που είχαν στο κτήριο που στεγάζονται τα γραφεία της Διαχειρίστριας στο Μαρούσι και επί της οδού Αγίου Κωνσταντίνου, αρ.
- Είναι η θέση της αιτήτριας ότι οι καθ' ων η αίτηση 5 και 6 είτε ατομικά είτε μέσω της εταιρείας τους, προέβησαν στην αποξένωση/ εκποίηση/ μεταβίβαση ολόκληρου του εν λόγω κτηρίου έναντι του συνολικού ποσού των €5.600.
- Να σημειωθεί, ότι στο εν λόγω κτήριο στεγαζόταν εδώ και χρόνια και εξακολουθεί δε να στεγάζεται η Διαχειρίστρια. Άμεσα τότε η αιτήτρια προχώρησε στις 19.01.2018 με την καταχώριση, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, αίτησης για έκδοση ασφαλιστικών μέτρων, καθότι από πληροφορίες που είχε στην κατοχή της οι καθ' ων η αίτηση 5 και 6 δεν είχαν προβεί σε αποξένωση/ εκποίηση/ μεταβίβαση συγκεκριμένων αγροτεμαχίων, τα οποία βρίσκονται στην Ερμιόνη του Δήμου Ερμιονίδας Π.Ε. Αργολίδας. Εντούτοις, σε σχέση με τα ανωτέρω ακίνητα, τα οποία καταγράφονται στην απόφαση ημ. 23.02.2018 (Τεκμ. 8 της ΕΔΓΘ) και τα οποία επίσης καταγράφονται στο Τεκμ. 7 της ΕΔΓΘ, προκύπτει ότι σε σχέση με τα ακίνητα του καθ' ου η αίτηση 5 που βρίσκονται στο Δήμο Ερμιονίδας Αργολίδας έχει πρόσφατα εγγραφεί στον τόμο 465/49 των βιβλίων υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Μάσσητος προσημείωση υποθήκης ποσού πενήντα χιλιάδων €50.000,00 υπέρ της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΑΚΤΙΝΑ Α.Ε.», δυνάμει της υπ' αριθμό 128/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επιπρόσθετα, από το Τεκμ. 7 της ΕΔΓΘ, προκύπτει αδιαμφισβήτητα ότι ο καθ' ου η αίτηση 6 δυνάμει του υπ' αριθμό 13.727/20-6-2012 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών XXXXX Καραλή, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μάσσητος στον τόμο 1812 και με αύξοντα αριθμό 6, συνέστησε δωρεά υπέρ της συζύγου του καθ' ης η αίτηση 3 XXXXX Γιαννακούρου κατά το δικαίωμα της υφ' όρου ζωής της επικαρπίας και του ανήλικου τέκνου αυτών κατά την ψιλή κυριότητα επί αγρού στη θέση «Τριανταφύλλι» της κτηματικής περιφέρειας δ.κ. Ερμιόνης Δήμου Ερμιονίδας Π.Ε. Αργολίδας, εκτάσεως 12.800,00τμ. Στον τόμο 41/8 των βιβλίων διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Μάσσητος έχει εγγραφεί αγωγή για την διάρρηξη του ως άνω συμβολαίου με ενάγουσες την «Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.» και την «Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.». Ως εκ των ανωτέρω, είναι ξεκάθαρο ότι σε καμία περίπτωση, δεν καλύπτεται η απαίτηση της Αιτήτριας από τα ακίνητα των Καθ' ων η Αίτηση 5 και 6, ως αυτά αναλυτικά καταγράφονται στην απόφαση ημερ.23/02/2018 και εμφαίνονται στα Τεκμήρια 7 και 9 της ΕΔΓΘ, καθότι αυτά είναι ήδη βεβαρημένα υπέρ άλλων δανειστών/ αντιδίκων των Καθ' ων η Αίτηση 5 και
- Επιπροσθέτως, ως η ΕΔΓΘ αναφέρει, τα εν λόγω ακίνητα είναι αγροτεμάχια, τα οποία βρίσκονται εκτός οικιστικής ζώνης, με αποτέλεσμα, εξ όσων πληροφορήθηκε από την Αιτήτρια, η αξία αυτών είναι περιορισμένη. Σχετικό είναι το Τεκμ. 10 της ΕΔΓΘ όπου σύμφωνα με το ακριβές αντίγραφο του συμβολαίου αρ.2.401 και ημερ.22.06.1990 αναφορικά με την πώληση του αγροτικού ακινήτου που περιγράφεται στο Τεκμ. 7 έναντι του ποσού των 820.000 Δραχμών (€2.406,46), ακριβές αντίγραφο του συμβολαίου αρ.2.400 και ημερ.22.06.1990 αναφορικά με την πώληση του αγροτικού ακινήτου που περιγράφεται στο Τεκμ. 8 έναντι του ποσού των 3.830.000 Δραχμών (€11.151,87) και ακριβές αντίγραφο του συμβολαίου αρ. 11.653 και ημερ.29.05.2008 αναφορικά με την πώληση του αγροτεμαχίου που περιγράφεται στο Τεκμ. 8 έναντι του ποσού των €10.752,
- Ακόμα θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι εν λόγω πολυτελείς κατοικίες/επαύλεις, οι οποίες είναι κτισμένες εντός του Ακινήτου, διατίθενται προς πώληση στον ιστότοπο www.mobilia.gr του μεσιτικού γραφείου με την ονομασία «Mobilia». Σύμφωνα με τον εν λόγω ιστότοπο η τιμή πώλησης/ αξία είναι €3.000.0000 (Τεκμ. 16 της ΕΔΓΘ). Όσον αφορά τα Τεκμ. 4 και 5 που επισυνάπτονται στις ΕΔ Γιαννακούρου και ΕΔ Γηραλέα και τους ισχυρισμούς που προβάλλονται από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 - 4 είναι η θέση της αιτήτριας ότι τα Τεκ. 4 και 5 δεν αποκαλύπτουν την ιδιοκτησία των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 και/ή ο ποιος χειρίζεται τις καθ' ων η αίτηση 1 και
- Συγκεκριμένα σε καμία περίπτωση, όπως επισημαίνουν οι συνήγοροι της αιτήτριας, δεν προκύπτει το άτομο που προέβη στις πληρωμές, επίσης το Τεκμ. 5 στην ΕΔ Γιαννακούρου αναφέρει κάποια Ντούσκα XXXXX η οποία δεν εξηγείται η σχέση της με την καθ' ης η αίτηση
- Σοβαρό ενδεχόμενο αποξένωσης ή επιβάρυνσης των μετοχών στις καθ' ων η αίτηση 1 και 2 και των περιουσιακών στοιχείων αυτών. Προκύπτει από τα ως άνω γεγονότα ότι με τη μη οριστικοποίηση των Διαταγμάτων είναι σοβαρό το ενδεχόμενο, οι καθ' ων η αίτηση 5 και 6 να προχωρήσουν στην αποξένωση ή επιβάρυνση των μετοχών τους στις καθ' ων η 1 και 2 εταιρείες, τις οποίες πιστεύεται ότι είναι οι πραγματικοί κάτοχοι και /ή ιδιοκτήτες και/ή απώτεροι ωφέλιμοι ιδιοκτήτες (ultimate beneficial owners) και/ή συνδέονται με αυτές και/ή οι καθ' ων η αίτηση 3 και 4 κατέχουν τις μετοχές των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 για λογαριασμό και/ή προς όφελος αυτών, ή στην αποξένωση ή επιβάρυνση των περιουσιακών στοιχείων των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 στην Κύπρο ή στο εξωτερικό, με σκοπό να παρεμποδίσουν ή δυσχεράνουν την ικανοποίηση της τυχόν έκδοσης απόφασης στην Αγωγή υπέρ της αιτήτριας. Πέραν όμως των πιο πάνω και σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης είναι δικαιολογημένη κατά την άποψη μου η θέση της αιτήτριας ότι οι καθ' ων η αίτηση 5 και 6 και/ή οι καθ' ων η αίτηση 1- 4 σε περίπτωση μη οριστικοποίησης και/ή έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων θα προβούν άμεσα στις διαδικασίες πώλησης και/ή αποξένωσης και/ή εκποίησης των περιουσιακών στοιχείων των καθ' ων η αίτηση 1 και 2, ως έχουν πράξει στο παρελθόν. Ως περιγράφεται και διαφαίνεται στα Τεκμ. 9 και 11 της ΕΔΓΘ, οι καθ' ων η αίτηση 5 και 6 με την επίδοση της εξώδικης διαμαρτυρίας ημερ. 11.12.2017, προ της λήψης των Ασφαλιστικών Μέτρων, άμεσα προέβησαν σε αποξένωση/ πώληση ολόκληρου του κτηρίου που στεγάζεται η Διαχειρίστρια έναντι συνολικά του τιμήματος των €5.600.000 περίπου, χωρίς βεβαίως από αυτό το τίμημα να αποπληρώσουν την αιτήτρια, ως είχαν εγγυηθεί. Θεωρώ δε ότι είναι απαραίτητο ν' απαγορευτεί, η αποξένωση ή επιβάρυνση οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 στην Κύπρο και στο εξωτερικό (και δη το Ακίνητο), ώστε να διαφυλαχθεί η σημερινή αξία των μετοχών των καθ' ων η αίτηση 1 και 2, τις οποίες η αιτήτρια εύλογα, όπως κρίνω στη βάση όσων έχουν προαναφερθεί, πιστεύει ότι οι καθ' ων η αίτηση 3 και 4 κατέχουν για λογαριασμό και/ή προς όφελος των καθ' ων η αίτηση 5 και 6 και/ή είναι ονομαστικοί μέτοχοι (nominee shareholders) αυτών, και αυτές να μην εκμηδενιστούν ή μειωθούν, γεγονός που θα έχει αρνητικές συνέπειες στην ικανοποίηση τυχόν έκδοσης απόφασης στην Αγωγή υπέρ της αιτήτριας. Η υποχρέωση για πλήρη αποκάλυψη εκ μέρους της αιτήτριας: Οι λόγοι ένστασης των καθ' ων η αίτηση με αρ. 16 - 19 αφορούν ζητήματα που άπτονται της μη πλήρους αποκάλυψης εκ μέρους της αιτήτριας και ότι δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Βασικό επιχείρημα του λόγου αυτού είναι ότι η αιτήτρια δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο τον όρο διαιτησίας που αναφέρεται στη Συμφωνία Ναύλωσης ημερομηνίας 26.10.2016 αλλά και για την σύνδεσή τους με τους καθ' ων η αίτηση 5 και
- Είναι η θέση της αιτήτριας ότι προέβη σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων, προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, ουδεμία παραπλάνηση ή απόκρυψη έγινε από την πλευρά της αιτήτριας προς το δικαστήριο. Η διασύνδεση των καθ' ων η αίτηση 1 - 6 , σχέση και ιδιοκτησία αποκαλύπτονται στην ΕΔΓΘ. Περαιτέρω, όσον αφορά την συμφωνία ναύλωσης η Αιτήτρια αναφέρει ότι η εν λόγω συμφωνία επισυνάπτεται ως Τεκ. 3 στην ΕΔΓΘ. Συνεπώς, πουθενά και κατ' ουδένα λόγο η αιτήτρια απέκρυψε ή επιδίωξε σκοπίμως να αποκρύψει ή/και να μην αποκαλύψει την εν λόγω Συμφωνία και κατ' επέκταση ότι περιλαμβάνεται σε αυτήν. Σύμφωνα με την υπόθεση Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G κ.α. ν. Adeona Holdings Limited κ.α. Π.Ε. Ε6/2014 ημερ. 27.2.2015 όπου γίνεται εκτενής ανάλυση του ζητήματος αυτού: «Η υποχρέωση κάθε διαδίκου που ζητά μονομερώς διάταγμα να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, είναι δεδομένη. Σχετική είναι η νομολογία που προκύπτει μεταξύ άλλων και από τις υποθέσεις Global Cruises SA κ.α. ν. Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1 ΑΑΔ 607, 616-8, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 264-267, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 και Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004)1Γ ΑΑΔ 1953, 1956. Όπως αναφέρεται, σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη (.) (..)Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής. Στην αγγλική υπόθεση Bank Mellat v. Nikpour (Mohammad Ebrahaim)
(1985)F.S.R. 87 CA, αναφέρθηκε ότι το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με την αρχή του locus poenitentiae (ευκαιρία για μεταμέλεια ή διόρθωση), μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η μη αποκάλυψη είναι αθώα, να ακυρώσει το προηγούμενο διάταγμα και να εκδώσει νέο, υπό όρους (βλ. επίσης Recnex Trading Ltd κ.α. v. Tράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A269, ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολιτική Έφεση Αρ. 71/11, ημερ. 16.4.2014). Χρήσιμη ανάλυση της νομολογίας για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δίδεται επίσης στην αγγλική υπόθεση Arena Corporation Ltd (In Provisional Liquidations) v. Schroeder
(2003)All ER (D)
- Λόγω των δραστικών επιπτώσεων που συνήθως ακολουθούν εύρημα δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη, τα τελευταία χρόνια διαπιστώθηκαν δύο φαινόμενα. Πρώτον, μια δικαιολογημένη φοβία εκ μέρους των δικηγόρων των αιτητών ως προς τον κίνδυνο να θεωρηθεί η πλευρά τους ότι δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τίθενται ενώπιον των δικαστηρίων όγκοι εγγράφων, τα οποία, χωρίς οποιαδήποτε επεξήγηση, τις περισσότερες φορές τείνουν να συσκοτίζουν παρά να διαφωτίζουν το δικαστήριο. Όπως τονίστηκε από το αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση National Bank of Sharjah v. Dellborg, The Times, December 24, 1992 (CA), υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά μεταξύ ειλικρινούς και πλήρους αποκάλυψης και του κατακλυσμού του δικαστηρίου με σωρεία εγγράφων, πλείστα των οποίων είναι μη ουσιώδη και αχρείαστα για τους σκοπούς που τίθενται ενώπιον του δικαστηρίου. Γι' αυτό είναι πολύ σημαντικό όπως στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, να επεξηγείται με τρόπο λακωνικό η σημασία των εγγράφων που επισυνάπτονται. Περαιτέρω, θα πρέπει να τονίζεται το σημαντικό μέρος των εγγράφων, ώστε τα ουσιώδη θέματα να αναδύονται εύκολα με μια απλή συνδυασμένη ανάγνωση της ένορκης δήλωσης και των εγγράφων. Διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος η αποκάλυψη να μην θεωρηθεί ειλικρινής και πλήρης. Το δεύτερο φαινόμενο που παρατηρείται, αφορά τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις όποιες ελλείψεις στην ένορκη δήλωση του αντιδίκου τους, υποβάλλοντας ακραίες και αβάσιμες εισηγήσεις για μη αποκάλυψη, αγνοώντας το γεγονός ότι η σχετική νομολογία δίδει έμφαση στη μη αποκάλυψη «ουσιωδών γεγονότων». Παρατηρούμε ότι αυτό συνήθως γίνεται όταν οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος επί της ουσίας είναι λίγες, οπότε εναποτίθενται όλες οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος στη μη αποκάλυψη κάποιου στοιχείου, το οποίο τις περισσότερες φορές δεν είναι καθόλου ουσιώδες». Στην επίδικη αίτηση η Αιτήτρια κρίνω ότι έχει προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και έχει προβεί σε πλήρη αποκάλυψη. Δεν μπορεί δε να αγνοηθεί το γεγονός ούτε και να αμφισβητηθεί από τους καθ' ων η αίτηση 1 - 4 ότι κατά την εκδίκαση της υπόθεσης των ασφαλιστικών μέτρων οι εδώ καθ' ων η αίτηση 5 και 6 εκπροσωπήθηκαν στην διαδικασία μέσω του Έλληνα δικηγόρου τους Αποστόλου Τουρκαντώνη. Το δε Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με την απόφασή του (Τεκμ. 8 στην ΕΔΓΘ) και συγκεκριμένα στην σελίδα 5 αυτής απέρριψε των ισχυρισμό των καθ' ων η αίτηση 5 και 6 περί μη αρμοδιότητας του δικαστηρίου (βλ. σελ 5): «Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα, η αίτηση αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 682,683,686 επόμ., 707 ΚΠολΔ) σε συνδυασμό με το άρθρο 51 παρ.1, παρ.2, παρ.3 και παρ.5 του v.2172/1993 (που καθιερώνει την λειτουργική αρμοδιότητα των δικαστηρίων του Πειραιά για υποθέσεις ναυτικού δικαίου) και είναι ορισμένη και νόμιμη, αφού στηρίζεται πέραν των διατάξεων που αναφέρονται στην ανωτέρω υπό στοιχείο I] μείζονα σκέψη και στις διατάξεις των άρθρων 707,708,711,714,715 και 716 του ΚΠολΔ, 361, 914, 71 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 51 παρ.1, παρ.2, παρ.3 και παρ.5 του v.2172/1993 (που καθιερώνει την λειτουργική αρμοδιότητα των δικαστηρίων του Πειραιά για υποθέσεις ναυτικού δικαίου)». Συνεπώς, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς αποφάσισε ότι είναι αρμόδιο να επιληφθεί την υπόθεση προς τούτου και προχώρησε στην έκδοση Ασφαλιστικών Μέτρων (Τεκμ. 8 της ΕΔΓΘ). Όσον αφορά την αγωγή στην Ελλάδα υποστηρίζεται στην αγόρευση των δικηγόρων της αιτήτριας ότι στις 21.09.2020 κατατέθηκαν οι προτάσεις από τους δικηγόρους της Αιτήτριας και τους αντιδίκους επί της αγωγής και βρίσκεται στο στάδιο της προσθήκης επί των προτάσεων και αντίκρουσης των ισχυρισμών. Το στάδιο αυτό θα ολοκληρωθεί στις 05.10.2020 και σε ένα μήνα περίπου θα οριστεί δικαστής. Έπειτα αναμένεται η έκδοση απόφασης (περίπου 5 με 6 μήνες). Στην βάση των πιο πάνω δεν τέθηκε υπ' όψιν μου ο,τιδήποτε περί παραπομπής της παρούσας διαφοράς σε διαιτησία. Στη βάση επομένως των πιο πάνω γεγονότων κρίνω ότι καμία καθυστέρηση υπήρξε από πλευράς της αιτήτριας και ότι είναι απαραίτητο όπως εκδοθούν τα αιτούμενα ενδιάμεσα διατάγματα προς υποβοήθηση (in aid of foreign proceedings) της Αγωγής, από το παρόν Δικαστήριο, το οποίο ενέχει βοηθητική δικαιοδοσία. Θα εξετάσω στη συνέχεια κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγμάτων Norwich Pharmacal υπό τα αιτητικά Ζ-Η1 της επίδικης αίτησης. Η αιτήτρια με την επίδικη αίτηση αιτείται και την έκδοση διαταγμάτων Norwich Pharmacal υπό τα αιτητικά Ζ-Η1 («αιτούμενα διατάγματα Norwich Pharmacal»). Έχω ήδη παραθέσει τη σχετική νομική πτυχή που διέπει το ζήτημα και τις αρχές που ακολουθούνται. Οι καθ' ων η αίτηση 1- 4 προβάλλουν λόγους ένστασης ως προς την μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων Norwich Pharmacal ισχυριζόμενοι ότι οι καθ' ων η αίτηση αρ. 5 και 6 δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση με την εταιρική δομή των καθ' ων η αίτηση αρ.1 και 2 και/ή οι καθ' ων η αίτηση αρ. 3 και 4 κρατούν τις μετοχές των καθ' ων η αίτηση αρ.1 και 2 αντίστοιχα κατά απόλυτη κυριότητα ως οι τελικοί και αποκλειστικοί δικαιούχοι αυτών. Προς τούτο σχετική είναι και η Ε.Δ. Χατζηγιάγκου. Η αναγκαιότητα έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων εξηγείται στις παρ. 55 -58 ΕΔΓΘ. Οι λόγοι αυτοί μπορούν να συνοψιστούν στους ακόλουθους: (α) Δεν υπάρχει άλλη πηγή από την οποία η αιτήτρια θα μπορέσει να επιβεβαιώσει ότι ο καθ' ου η αίτηση 6 είναι ο πραγματικός κάτοχος και/ή ιδιοκτήτης και/ή απώτερος ωφέλιμος ιδιοκτήτης των μετοχών στην εταιρεία της καθ' ης η αίτηση 1 εταιρείας. (β) Δεν υπάρχει άλλη πηγή από την οποία η αιτήτρια θα μπορέσει να επιβεβαιώσει ότι ο καθ' ου η αίτηση 5 είναι ο πραγματικός κάτοχος και/ή ιδιοκτήτης και/ή απώτερος ωφέλιμος ιδιοκτήτης των μετοχών στην εταιρεία της καθ' ης η αίτηση 2 εταιρείας. Στην πράξη η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αποκάλυψης είναι επικουρική και υποβοηθητική για το σκοπό ευδοκίμησης των αιτούμενων και ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων, καθώς και στοιχειοθέτησης των γεγονότων που αποδεικνύουν ότι οι καθ' ων η αίτηση αρ.5 και 6 είναι οι πραγματικοί κάτοχοι και/ή σχετίζονται και/ή είναι ιδιοκτήτες και/ή απώτεροι ωφέλιμοι ιδιοκτήτες των μετοχών των καθ' ων η αίτηση αρ. 1 και
- Όπως δε αναφέρεται στην παρ. 60 της ΕΔΓΘ σε περίπτωση που αποκαλυφθεί από τους καθ' ων η αίτηση αρ.1 και 2 ότι οι καθ' ων η αίτηση αρ. 5 και 6 είναι οι πραγματικοί κάτοχοι και/ή ιδιοκτήτες και/ή απώτεροι ωφέλιμοι ιδιοκτήτες και/ή συνδέονται με αυτές και/ή οι καθ' ων η αίτηση αρ. 3 και 4 κατέχουν τις μετοχές των καθ' ων η αίτηση αρ. 1 και 2 για λογαριασμό και προς όφελος αυτών, η αιτήτρια θα αποταθεί στο Δικαστήριο ζητώντας την έκδοση επιβαρυντικών διαταγμάτων στις εν λόγω μετοχές. Χωρίς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων Norwich Pharmacal η αιτήτρια δεν θα μπορέσει να πετύχει το ως άνω. Κρίνω ότι για τους πιο πάνω λόγους πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων Norwich Pharmacal. Περαιτέρω δεν ευσταθούν και οι λόγοι ένστασης 29 και 32 και οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στις ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη τους εφόσον είναι γεγονός ότι τα διατάγματα τύπου Chabra βασίζονται στην αρχή της επιείκειας η οποία περιλαμβάνεται στη νομική βάση της επίδικης αίτησης. Περαιτέρω, ουδεμία αλίευση μαρτυρίας ή/και ανατροπή του status quo αποσκοπεί η επίδικη αίτηση. Επομένως στη βάση όλων των πιο πάνω κρίνω ότι εάν δεν χορηγηθούν τα αιτούμενα ενδιάμεσα διάταγμα, θα είναι δύσκολη ή αδύνατη ή μη ευχερής η απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο και θα υπάρξουν δυσμενείς επιπτώσεις στην ικανοποίηση της τυχόν έκδοσης απόφασης στην Αγωγή υπέρ της Αιτήτριας. Το δίκαιο και πρόσφορο διατήρησης των εκδοθέντων και έκδοσης των υπόλοιπων διαταγμάτων: Σύμφωνα με τα γεγονότα και τα δεδομένα της υπόθεσης ως αυτά τέθηκαν ενώπιον μου, κρίνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις διατήρησης και έκδοσης των αιτούμενων στην επίδικη αίτηση διαταγμάτων. Είναι δε δίκαιο και πρόσφορο όπως τα διατάγματα υπό Α - Δ καταστούν απόλυτα και περαιτέρω εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα υπό Ε - Η2, αφού η αιτήτρια θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αν αυτά δεν γίνουν απόλυτα και δεν εκδοθούν τα Διατάγματα υπό Ε - Η2 ενώ οι καθ' ων η αίτηση δεν θα υποστούν οποιανδήποτε ζημιά. Απορρίπτονται δε οι σχετικοί λόγοι ένστασης εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση. Στη συνέχεια θα με απασχολήσουν διάφορα παρεμφερή ζητήματα τα οποία προβάλλονται από τους καθ' ων η αίτηση με πρώτο από αυτά τη δοθείσα εγγύηση (λόγοι ένστασης 21 και
- Είναι γεγονός ότι η εγγύηση που δόθηκε στα πλαίσια της έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων εκ μέρους της αιτήτριας προήλθε από το Δικηγορικό Γραφείο Ι. Φράγκος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπούσε τότε την αιτήτρια. Σύμφωνα με τη νομολογία μας είναι καθόλα νόμιμο και σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί παρατυπία ως ισχυρίζονται στην ένστασή τους οι καθ' ων η αίτηση. Το εν λόγω θέμα έχει ήδη απασχολήσει την νομολογία όπως περιγράφεται επαρκώς στην απόφαση ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ GROUP DF HOLDINGS LTD κ.α., Πολιτική Αίτηση Αρ. 4/2019, 31/1/2019, όπου αναφέρεται ότι: «Το άρθρο 9
(2)του Κεφ. 6, ορίζει ότι πριν το Δικαστήριο εκδώσει διάταγμα λόγω κατεπείγοντος ζητήματος ή άλλων ιδιαίτερων περιστάσεων ... πρέπει να απαιτεί από το πρόσωπο που ζητά αυτό, όπως αναλάβει προσωπική υποχρέωση, με ή χωρίς εγγυητή ή εγγυητές, όπως το Δικαστήριο θεωρεί σκόπιμο, για να εξασφαλιστεί η υποχρέωση του για αποζημίωση του προσώπου εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα». Στην απόφαση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά.
(2005)1 Α.Α.Δ. 1178, έγινε αναφορά στο αυθεντικό Αγγλικό κείμενο του άρθρου 9
(2), δόθηκε δε σημασία στη λέξη «recognicance» και εκφράστηκε η θέση ότι αυτό υποδηλοί υποχρέωση που αναλαμβάνει το πρόσωπο που υπογράφει και δεσμεύεται από αυτή, τέτοια δε υποχρέωση είναι προσωπική και ορθά το Ελληνικό κείμενο μεταφράστηκε και αναφέρεται σε «προσωπική» υποχρέωση. Εκδόθηκε ένταλμα Certiorari και διότι η εγγύηση είχε δοθεί από τον ενάγοντα στην υπόθεση υπό την ιδιότητα του ως διευθυντή εταιρείας όπως είχε καθορίσει το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η εγγύηση θα μπορούσε να δοθεί από τον ενάγοντα ή την εταιρεία Magnum Investments Ltd εκ μέρους του. Μεταγενέστερα, εκδόθηκε η απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας στην Seamark Consultancy Services Limited v. 1. Joseph P. Lasala and Other
(2007)1 Α.Α.Δ. 162, όπου, μεταξύ άλλων, είχε τεθεί και το ερώτημα κατά πόσο η αύξηση της εγγύησης κατά την πρωτόδικη διαδικασία με την παροχή τραπεζικής εγγύησης ήταν ορθή. Αποφασίστηκε ότι οι ενάγοντες είχαν συμμορφωθεί με τον όρο που είχε επιβάλει το Δικαστήριο και δεν υπήρχε οτιδήποτε που δεν συνήδε με το άρθρο 9
(2)του Κεφ. 6. Η Πλήρης Ολομέλεια διαφοροποίησε την απόφαση στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ - ανωτέρω - επί των γεγονότων της, δεδομένου ότι στην υπόθεση εκείνη είχε τροποποιηθεί το αρχικό διάταγμα πάνω σε μονομερή βάση παρά την εμφάνιση των αντιδίκων, με αποτέλεσμα να δοθεί δικαίωμα να υπογράψει την εγγύηση η εταιρεία, αντί ο ίδιος ο αιτητής προσωπικά, ο οποίος και ήταν κάτοικος Κύπρου. Τέλος και πιο πρόσφατα, εκδόθηκε η απόφαση στην Erin Resources S.A.
(2013)1 Α.Α.Δ. 391, όπου θεωρήθηκε ότι η απόφαση στη Seamark διαφοροποίησε την προηγούμενη απόλυτη προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο ζήτημα της παροχής εγγύησης ούτως ώστε να μην υφίστατο λόγος να χορηγηθεί προνομιακό ένταλμα Certiorari προς ακύρωση διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου που προέβλεψε την παροχή εγγύησης υπό ή εκ μέρους του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπούσε τους ενάγοντες και που ενεργούσε ως οι αντιπρόσωποι τους στη Δημοκρατία. Κρίθηκε δε ότι το ζήτημα αφορούσε την ουσία και την ορθότητα της απόφασης για την οποία το ενδεικνυόμενο μέτρο ήταν η έφεση και δεν αφορούσε υπέρβαση δικαιοδοσίας». Επίσης, στην ίδια απόφαση αναφέρεται ότι: «Οι λέξεις «προσωπική υποχρέωση», δεν είναι δυνατόν στο σύγχρονο και γρήγορο κόσμο των διεθνών εμπορικών συναλλαγών να ερμηνεύονται όπως προηγουμένως όταν οι δοσοληψίες λίγο ή πολύ περιορίζονταν στα στενά πλαίσια της επικράτειας της Δημοκρατίας. Το «recognizance» στο Αγγλικό κείμενο ή η εγγύηση, δεν παύει να είναι προσωπική διότι δίνεται εκ μέρους του αιτητή. Αυτός αναλαμβάνει στην ουσία την υπόσχεση να καλύψει τυχόν ζημιές στον εναγόμενο ή τον καθ΄ ου, προκαλούμενες από την έκδοση διατάγματος. Εξ ου και η ελαστικότερη προσέγγιση που σταδιακά παρατηρείται στη νομολογία που αναφέρθηκε προηγουμένως. Διάδικος που είναι στο εξωτερικό και επείγεται για προσωρινό μέτρο και θεραπεία δεν έχει πάντοτε τη δυνατότητα ή πολυτέλεια να επισκέπτεται τη Δημοκρατία και να αναμένει την έκδοση προσωρινού διατάγματος, εάν και εφόσον δοθεί, για να υπογράψει προσωπικώς εγγύηση είτε ως φυσικό πρόσωπο, είτε εκ μέρους εταιρείας. .. Σημασία έχει η εγγύηση που δίδεται να είναι ικανή να καλύψει τυχόν ζημιές. Η εγγύηση δίδεται κατά τον τρόπο που το Δικαστήριο «θεωρεί σκόπιμο» (άρθρο 9
(2)του Κεφ. 6), και δίδεται προς ικανοποίηση του Πρωτοκολλητή και προς το Δικαστήριο. Η εγγύηση σύμφωνα με το σύγγραμμα των O'Hare & Browne: Civil Litigation 12η Έκδ. σελ. 367, δίδεται όχι προς τον καθ΄ ου η αίτηση, αλλά προς το Δικαστήριο το οποίο έχει διακριτική ευχέρεια κατά πόσο θα ενεργοποιήσει ή όχι την εγγύηση (Cheltenham & Gloucester Buibling Society v. Ricketts
(1993)1 W.L.R. 1545 και Goldman Sachs International Ltd v. Lyons, The Times, February 28, 1995)». Εξετάζοντας τώρα το Εγγυητήριο το οποίο έχει καταχωρηθεί στο φάκελο κρίνω ότι πληροί τις οδηγίες του Δικαστηρίου που δόθηκαν κατά την έκδοση των εν λόγω Διαταγμάτων στις 24.02.2020. Υπεγράφη εκ μέρους της αιτήτριας από το τους δικηγόρους που την εκπροσωπούσαν όπως διαλάμβανε το Διάταγμα του Δικαστηρίου. Για αυτό τον λόγο προχώρησε και η σύνταξη του Διατάγματος ημ. 24.02.2020 αυθημερόν με την δήλωση σε αυτό ότι: «. και αφού η Αιτήτρια υπέγραψε εγγύηση €50.000 για τυχόν ζημιές που ενδεχομένως να προκύψουν από τυχόν αδικαιολόγητη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.». Η αιτήτρια είναι αλλοδαπή εταιρεία της οποίας η μοναδική διευθύντρια και νόμιμη εκπρόσωπος της διαμένει μόνιμα στο εξωτερικό και δεδομένου του κατεπείγοντος, είναι ξεκάθαρο ως εκ των άνω αναφερθέντων ότι η εγγύηση που δόθηκε από τους δικηγόρους της αιτήτριας εκ μέρους της είναι καθόλα νόμιμη. Συνεπώς, οι λόγοι έντασης των καθ' ων η αίτηση υπ' αριθμό 21 και 22 ως επίσης και οι σχετικές παράγραφοι των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν τις εν λόγω ενστάσεις απορρίπτονται. Προβάλλεται στους λόγους ένστασης 24 και 25 ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι άκυρη και παράτυπη και δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της Δ.39 αναφέροντας ότι η ενόρκως δηλούσα στηρίζεται σε εικασίες, υποθέσεων και ατεκμηρίωτων συμπερασμάτων που δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν βάση έκδοσης μονομερούς διατάγματος και ότι δεν αποκαλύπτει την πηγή των πληροφοριών της σε σχέση με ένα έκαστο των ισχυρισμών της στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την μονομερή αίτηση ημερ. 21.02.2020 και ότι η ένορκη δήλωση περιέχει διαζευκτικούς ισχυρισμούς κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων των θεσμών πολιτικής δικονομίας ή/και των σχετικών αρχών της νομολογίας. Σύμφωνα και πάλι με τη νομολογία μας σε αιτήσεις ενδιάμεσης φύσης υπό κανονικές συνθήκες πρέπει κι αυτές να υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις προσώπων που έχουν προσωπική γνώση των γεγονότων. Όμως επιτρέπεται μια ένορκη δήλωση να περιέχει δηλώσεις κατόπιν πληροφοριών νοουμένου ότι εκτίθενται οι πηγές τους (βλ. Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1453 σελ. 1463-1464 και Fashion Box S.P.A. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1858). Στη Δ.39, θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αναφέρεται ρητά ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, δεν ισχύει ο κανόνας ότι οι ένορκες δηλώσεις πρέπει να περιορίζονται σε τέτοια γεγονότα που ο μάρτυρας είναι ικανός να αποδείξει εξ ιδίας γνώσεως, αλλά μπορούν να εμπεριέχουν δηλώσεις κατόπιν πληροφορίας και πίστης (εξ όσων ο ενόρκως δηλών κάλλιον πιστεύει και πληροφορείται) με τις πηγές και πού βασίζονται αυτές. Επιτρέπεται επομένως και η εξ ακοής μαρτυρία αλλά και η γνώμη ενός ενόρκως δηλούντος, φτάνει να αποκαλύπτεται η πηγή πληροφόρησής του. Αναφορικά με το θέμα του κατά πόσο είναι επιτρεπτή ή ανεπιθύμητη η ένορκη δήλωση από δικηγόρο, τα τελευταία χρόνια, τέθηκαν πιο ελαστικές παράμετροι από τη νομολογία. Η αρχή φαίνεται να έγινε από τη Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1(A) A.A.Δ. 82, ενώ η ίδια θέση εκφράστηκε και μετέπειτα και στις Penderhill Holdings Ltd κ.α. v. Abramchyk, Π.Ε. 319 και 320/2011, ημερομηνίας 13.1.2014 και Investylia Public Co Ltd v. Χ" Παντέλα κ.α. (Διαχειριστές) ECLI:CY:AD:2014:A168, Π.Ε. 231/11, ημερομηνίας 7.3.
- Στην προκείμενη περίπτωση η κα Γεωργία Θωμά αναφέρει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Επιπλέον αναφέρει ότι τα γεγονότα που αναφέρει στην εν λόγω ένορκη δήλωση τα γνωρίζει από πληροφορίες που της έχει δώσει η αιτήτρια και ο Έλληνας δικηγόρος αυτής ο κ. Μιχάλης Σαρρής καθώς επίσης από έγγραφα τα οποία υπάρχουν στο φάκελο της υπόθεσης, που τηρείται στο γραφείο των τότε δικηγόρων της αιτήτριας. Περαιτέρω στην παρ. 2 αναφέρει τον λόγο που προβαίνει η ίδια στην εν λόγω ένορκη δήλωση και όχι ένας εκ των αξιωματούχων της αιτήτριας είναι επειδή η μοναδική διευθύντρια και νόμιμη εκπρόσωπος της αιτήτριας διαμένει μόνιμα στο εξωτερικό και δη στην Ελλάδα και ως εκ τούτου λόγω της επείγουσας φύσης της εν λόγω αίτησης και των ανειλημμένων επαγγελματικών υποχρεώσεων δεν ήταν δυνατό να ταξιδέψει στην Κύπρο και να ορκιστεί. Στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι δεν υπάρχει καμία παρατυπία στην ΕΔΓΘ, αντιθέτως αυτή είναι νομότυπη, βάσιμη και σύμφωνη με την Δ.
- Οι λόγοι ένστασης των καθ' ων η αίτηση 24 και 25 απορρίπτονται. Σε σχέση με τον λόγο υπ' αριθμό 26 των Ενστάσεων των καθ' ων η αίτηση, αναφορικά με τον ισχυρισμό τους ότι η γνωμάτευση (Τεκμ.9) στην ΕΔΓΘ, δεν μπορεί και/ή δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη και/ή το Δικαστήριο δεν πρέπει να της προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα σε σχέση με τις πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής ενώπιον των Ελληνικών δικαστηρίων παραπέμπω στην πρόσφατη απόφαση Leonidovich ν. Dimitrievich κ.α., Αρ. Αγωγής: 816/2016, 23/5/2018 Στην οποία λέχθηκε ότι : «Είναι νομολογημένο ότι το αλλοδαπό δίκαιο είναι θέμα πραγματικό, το οποίο πρέπει να αποδεικνύεται με μαρτυρία εμπειρογνώμονα (βλ. μεταξύ άλλων, Royal Bank of Scotland Plc v. Geodrill Co Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 753 & Zeeland Navigation Company Limited ν. Banque Worms
(2000)1 Α.Α.Δ 707). Στην υπόθεση Royal Bank of Scotland Plc v. Geodrill Co Ltd (ανωτέρω) λέχθηκε ότι: «Ο κανόνας είναι επιτακτικός. Μόνο στην περίπτωση παραδοχής από τον αντίδικο του περιεχομένου του ισχύοντος στη ξένη χώρα δικαίου συγχωρείται η παρέκκλιση: Letco Company Limited & Άλλος v. Σωκράτη Ζ. Ηλιάδη & Άλλων
(1991)1 Α.Α.Δ. 435, Parkasho ν. Singh [1967] 1 All E.R. 737, Dicey & Morris "The Conflict of Laws", 10η έκδοση, τόμος 2, σελ. 1206-1208». Στην ίδια υπόθεση τονίστηκε ότι το μέσο γνώσης του αλλοδαπού δικαίου είναι βασικά οι γνώμες των νομομαθών. Η νομολογία καθορίζει ότι εμπειρογνώμονας στο ζήτημα αυτό, μπορεί να χαρακτηριστεί πρόσωπο που ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου (practising lawyer) στο συγκεκριμένο νομικό σύστημα ή να κατέχει τέτοια θέση ώστε να απέκτησε πρακτική πείρα στο συγκεκριμένο δίκαιο. Έγινε επί του προκειμένου παραπομπή στο σύγγραμμα του Cheshire "Private International Law" 9η έκδ., όπου στην σελ. 130 αναφέρονται τα πιο κάτω: «It is obvious that no witness can speak to a question of law as a fact and that all he can do is to express his opinion. The rule is, therefore, that he must be an expert. The question as to who is a sufficient expert in this matter has not been satisfactorily resolved by the English decisions. Though no doubt the court has a discretion in the matter, the general principle has been that no person is a competent witness unless he is a practising lawyer in the particular legal system in question, or unless he occupies a position or follows a calling in which he must necessarily acquire a practical working knowledge of the foreign law. In other words, practical experience is a sufficient qualification». Επισημαίνω ότι οι καθ' ων η αίτηση 1 - 4 κωλύονται από του να προβαίνουν σε τέτοιους ισχυρισμούς ως επίσης και στον ισχυρισμό ότι το Τεκμ. 9 της ΕΔΓΘ δόθηκε από μη ανεξάρτητο δικηγόρο καθώς οι ίδιοι στην ΕΔ Γιαννακούρου και ΕΔ Γηραλέα επισυνάπτουν ως Τεκμ. 6 αντίστοιχα γνωμάτευση του δικηγόρου Απόστολου Τουρκαντώνη ο οποίος όμως σύμφωνα με το Τεκμ. 8 της ΕΔΓΘ είναι ο δικηγόρος των καθ' ων η αίτηση 5 και
- Συνεπώς, είναι η θέση της αιτήτριας ότι οι καθ' ων η αίτηση 1 - 4 όχι μόνο στενές σχέσεις έχουν με τους καθ' ων η αίτηση 5 και 6 (οι Καθ' ων η αίτηση 3 και 4 είναι σύζυγοι με τους καθ' ων η αίτηση 5 και 6 και αυτό το γεγονός δεν έχει αμφισβητηθεί από αυτές) αλλά επίσης δηλώνουν και στις ένορκες τους δηλώσεις που συνοδεύουν την ένστασή τους ότι έχουν τον ίδιο δικηγόρο στην Ελλάδα. Ως εκ των ανωτέρω, δεδομένης της αρχής ότι, ο δικηγόρος είναι τόσο καλός μάρτυρας όσο οποιοσδήποτε άλλος νοουμένου ότι η μαρτυρία που θα δώσει είναι μαρτυρία αποδεκτή από τα Δικαστήρια δυνάμει των Κανόνων της Αποδείξεως και δεδομένου του ότι, το αλλοδαπό δίκαιο είναι θέμα πραγματικό, το οποίο πρέπει να αποδεικνύεται με μαρτυρία εμπειρογνώμονα όπου η ίδια η νομολογία καθορίζει ότι εμπειρογνώμονας στο ζήτημα αυτό μπορεί να χαρακτηριστεί πρόσωπο που ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου (practising lawyer) στο συγκεκριμένο νομικό σύστημα, είναι ξεκάθαρο ότι ο λόγος ένστασης υπ' αριθμόν 26 των καθ' ων η αίτηση, όσον αφορά τη γνωμάτευση του δικηγόρου της αιτήτριας για την αγωγή ενώπιον των Ελληνικών Δικαστηρίων, πρέπει να απορριφθεί στην ολότητά του. Το Τεκμ. 9 στην ΕΔΓΘ καταλήγω ότι είναι και έγκυρο και νομότυπο. Τέλος, επισημαίνεται όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης ότι η αιτήτρια στην παρούσα αίτηση μέχρι πρόσφατα εκπροσωπείτο από το δικηγορικό γραφείο Ι. ΦΡΑΓΚΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ. Η μη επίδοση της επίδικης αίτησης ουδεμία επίπτωση ή/και δεν μπορεί να εμποδίσει την έκδοση των διαταγμάτων στην παρούσα. Από τα γεγονότα της υπόθεσης προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι η αίτηση ήρθε εις γνώση των καθ' ων η αίτηση 5 και 6 τόσο λόγω το ότι είναι σύζυγοι με τις καθ' ων η αίτηση 3 και 4 (επίσης δεν αμφισβητήθηκε από τις καθ' ων η αίτηση 3 και 4 ότι αυτές διαμένουν στην ίδια διεύθυνση με τους καθ' ων η αίτηση 5 και 6), όσο και της θέσης και/ή εμπλοκής και/ή θέσης τους στις καθ' ων η αίτηση 1 και
- Συνεπώς, ως φαίνεται και από τις ένορκες δηλώσεις των καθ' ων η αίτηση 1 - 4 οι οποίες έχουν κοινό Έλληνα δικηγόρο με τους καθ' ων η αίτηση 5 και 6 ήταν εις γνώση και των δικηγόρων των καθ' ων η αίτηση η επίδικη αίτηση. Συνεπώς εάν οι Καθ' ων η Αίτηση 5 και 6 επιθυμούσαν θα εμφανίζονταν στην παρούσα επίδικη αίτηση. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Στη βάση όσων πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω όπως οριστικοποιήσω τα Διατάγματα ως τα αιτητικά Α - Δ της αίτησης όπως αυτά διαμορφώνονται ως είχαν περιοριστεί κατά την έκδοση τους ως αναφέρω στην αρχή της απόφασης μου και εκδώσω τα διατάγματα ως τα αιτητικά Ε - Η2 με την ίδια ως άνω παρατήρηση σε σχέση με τα αιτητικά Ε και Στ. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της αιτήτριας και εναντίον ων καθ' ων η αίτηση 1 - 4 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο