← Κύπρος

The Kafkaliotis Lifefarma Ltd κ.α. ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 3623/2019, 18/11/2020

The Kafkaliotis Lifefarma Ltd κ.α. ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 3623/2019, 18/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A642 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3623/2019 ΜΕΤΑΞΥ:

  1. The Kafkaliotis Lifefarma Ltd
  2. XXXXX Καυκαλιώτη
  3. XXXXX Καυκαλιώτης
  4. XXXXX Καυκαλιώτης Ενάγοντες/ Αιτητές και ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Εναγόμενη/ Καθ' ης η Αίτηση --------------------- Ημερομηνία: 18 Νοεμβρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: Ο κ. Ευστάθιος Ευσταθίου για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε. Για την Καθ' ης η Αίτηση: Η κα Άννα Αλ. Γεωργίου για Ανδρέας Ι. Καρύδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ---------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση για ακύρωση πλειστηριασμού ενυπόθηκων ακινήτων) Η παρούσα απόφαση αφορά αίτηση στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής (στη συνέχεια «η αγωγή»), η οποία καταχωρίστηκε αρχικά μονομερώς και η οποία όταν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου διατάχθηκε όπως επιδοθεί στην Καθ' ης η αίτηση. Οι Αιτητές επιδιώκουν την έκδοση διαφόρων διαταγμάτων, τα οποία σκοπεύουν επί της ουσίας στην αναστολή προγραμματισμένου για αύριο 19.11.2020 πλειστηριασμού ενυπόθηκων ακινήτων σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν.9/65)(στη συνέχεια ο Νόμος), ήτοι δέκα συνολικά χωραφιών όπως αυτά περιγράφονται λεπτομερώς στην επισυνημμένη υποστηρικτική της αίτησης ένορκη δήλωση ως Τεκμ. Ζ ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» ευρισκόμενα σε χωριό της Επαρχίας Λευκωσίας (στη συνέχεια «τα ενυπόθηκα ακίνητα»). Στην αίτηση αναγράφεται και ο αριθμός της Υποθήκης (στη συνέχεια «η υπό αναφορά υποθήκη»), μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρις ότου οι αιτητές και η Καθ' ης η αίτηση καταλήξουν και/ή εξετάσουν την διευθέτηση της πραγματικής οφειλής των εναγόντων προς την εναγόμενη. Η αναγκαιότητα έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων κατά τους αιτητές αιτιολογείται με τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς στην υποστηρικτική της αίτησης ένορκο δήλωση και οι οποίοι άπτονται μεταξύ άλλων του νενομισμένου τύπου και διαδικασίας που ακολουθήθηκε για τον προγραμματισμό του (νομότυπο της υποθήκευσης των ακινήτων και των νενομισμένων ειδοποιήσεων που τους επιδόθηκαν όπως και επί ουσιαστικών θεμάτων και δη του ύψους της οφειλής τους προς την Καθ' ης η αίτηση, κατάχρησης της προωθούμενης διαδικασίας ενώ οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται και διερεύνησης της καταγγελίας για πλαστογραφία της υπογραφής τους στις επιδόσεις των αιτήσεων για εγγραφή των διαιτητικών αποφάσεων. Επικαλούνται ακόμα την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή η οποία ακόμα εκκρεμεί με την οποία αμφισβητείται το ύψος της οφειλής τους και η εγκυρότητα των υποθηκών και έτσι η προώθηση της διαδικασίας πλειστηριασμού παραβιάζει ανθρώπινα δικαιώματα τους όπως αυτό της πρόσβασης τους στην Δικαιοσύνη. Ως νομική βάση της αίτησης παρατίθεται πληθώρα νομοθεσιών, νομοθετικών διατάξεων, κανονιστικών διατάξεων και αυτή που επιτρέπει και ρυθμίζει τη διαδικασία των Πλειστηριασμών δηλαδή τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν.9/1965)(στη συνέχεια ο Νόμος). Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης υποστηρίζεται με πολυσέλιδη ένορκη δήλωση υπό της Αιτήτριας αρ. 2 κας XXXXX Καυκαλιώτη (η ΕΔ Καυκαλιώτη) στην οποία επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα ως τεκμήρια στα οποία κάνει αναφορά. Οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην ως άνω ένορκη δήλωση θα σχολιαστούν/αναλυθούν και αξιολογηθούν στην συνέχεια της απόφασης μου στα πλαίσια της απόφανσης μου σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα που θα με απασχολήσουν. Η Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση η οποία επίσης βασίζεται σε πληθώρα νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων. Προβάλλει σειρά λόγων ένστασης τους οποίους συνοψίζοντας θα έλεγα ότι άπτονται τόσο του τύπου όσο και της ουσίας της αίτησης οι οποίοι την καθιστούν καταχρηστική. Συγκεκριμένα προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης: «
  5. Οι Αιτητές δεν έχουν, ούτε έχουν δείξει ή αποδείξει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα ή ζημιά και συνεπώς δεν νομιμοποιείται και/ή δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα και/ή το νομιμοποιητικό υπόβαθρο και έννομο συμφέρον (locus standi) να εγείρει και/ή να προωθήσει την Αγωγή και/ή την Αίτηση.
  6. Η Αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις που τάσσονται από τη σχετική και/ή κείμενη νομοθεσία επί της εκδόσεως ενδιάμεσων διαταγμάτων γενικά και/ή σε σχέση με την Καθ' ης η Αίτηση.
  7. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από το άρθρο 32 του Ν. 14/1960 για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ή οποιουδήποτε από αυτά ούτε ικανοποιούνται οι νομικές προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ή οποιουδήποτε από αυτά, γενικά και/ή εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση. Ειδικότερα: 3.
  8. Δεν αποκαλύπτεται και/ή δεν υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση εναντίον της καθ' ης η αίτηση, και/ή 3.
  9. Η Ενάγουσα δεν έχει δείξει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, και/ή 3.
  10. Η Αγωγή δεν έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας γενικά και/ή εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση και/ή 3.
  11. Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα εναντίον της Καθ' ης η αίτηση.
  12. Η αγωγή και η αίτηση δεν αποκαλύπτουν βάση αγωγής και/ή αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Καθ' ης η αίτηση.
  13. Η αίτηση σκοπεί στην καθυστέρηση της Καθ' ης η αίτηση από την είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους που της οφείλεται από τους Αιτητές, το οποίο μέχρι και σήμερα δεν έχει παραμεριστεί ή ακυρωθεί, και στο να καλύψει παρόμοιες ενέργειες των Αιτητών.
  14. Η αίτηση είναι νομικά και/ή ουσιαστικά αβάσιμη και/ή η αίτηση είναι αντινομική και/ή παράτυπη και/ή απαράδεκτη και/ ή η νομική της βάση πάσχει και/ή είναι άσχετη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.
  15. Οι λόγοι που προβάλλονται από τους Αιτητές δεν μπορούν να εξεταστούν και/ή να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο στα πλαίσια της αίτησης καθότι αφορούν άλλη διαδικασία (Αίτηση Έφεσης) και το Δικαστήριο εμποδίζεται από του να τους εξετάσει.
  16. Η ένορκη δήλωση ημερομηνίας 2.10.2020 που συνοδεύει την αίτηση (στο εξής «ένορκη δήλωση») είναι ανεπαρκής και/ή περιέχει αναλήθειες και/ή κακόπιστη και/ή παραπλανητική και δεν αποκαλύπτει τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης.
  17. Η ενόρκως δηλούσα δεν νομιμοποιείται να ορκίζεται υποστηρικτικά προς την αίτηση καθότι το επίδικο εξ αποφάσεως χρέος δεν την αφορά καθώς εμπλέκεται αποκλειστικά ως ενυπόθηκος οφειλέτης.
  18. Με την πιθανή έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν θα καταστεί πιο πιθανή, ούτε θα διασφαλιστεί η απονομή και/ή ουσιαστική απονομή δικαιοσύνης στην Αγωγή. Οι ισχυρισμοί και οι λόγοι που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση είναι αντιφατικοί, ατεκμηρίωτοι, δεν στηρίζονται σε επαρκή μαρτυρία και είναι αβάσιμοι και ουδόλως ικανοποιούν τις νομικές προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ούτε δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ή οποιωνδήποτε από αυτά.
  19. Οι Αιτητές, κατά παράβαση του καθήκοντος τους έναντι του Δικαστηρίου, απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο και/ή εσκεμμένα παραπλάνησαν και/ή προσπάθησαν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο και/ ή παραποιήσει γεγονότα για να επιτύχουν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Οι Αιτητές κατά παράβαση του καθήκοντος τους έναντι του Δικαστηρίου, δεν προέβησαν ούτε σε πλήρη αλλά ούτε σε αληθή αποκάλυψη όλων των γεγονότων της υπόθεσης και δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια.
  20. Οι Αιτητές εμποδίζονται διά της συμπεριφοράς τους, πράξεων και/ή παραλείψεων τους και/ή άλλως πως από του να προωθούν την Αγωγή και/ή την Αίτηση εναντίον της Καθ' ης η αίτηση.
  21. Οι Αιτητές δεν προβάλλουν οποιοδήποτε βάσιμο λόγο για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ούτε δύνανται να προβληθούν ως λόγοι έκδοσης των αξιώσεων των Αιτητών στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας.
  22. Η διαδικασία που ακολουθήθηκε από την Καθ' ης η αίτηση είναι καθ' όλα νόμιμη και ορθή και τηρήθηκαν όλες οι νόμιμες διαδικασίες σύμφωνα με τον Νόμο, τους Κανονισμούς και το Σύνταγμα.
  23. Η αίτηση έγινε καταχρηστικά, χωρίς καμία βάση, κακόπιστα, βασιζόμενη σε εκ δευτέρας σκέψεις γενόμενους ισχυρισμούς και μόνο σκοπό έχει να παρακωλύσει τη διαδικασία πλειστηριασμού και να καθυστερήσει την Καθ' ης η αίτηση από την εκτέλεση των εκ του νόμου απορρεόντων δικαιωμάτων της.
  24. Η Καθ' ης η αίτηση είναι καθόλα φερέγγυος οργανισμός και δύναται να αποζημιώσει σε χρήμα τους Αιτητές σε περίπτωση που ήθελαν επιτύχουν στην Αγωγή εφόσον οι χρηματικές αποζημιώσεις είναι οι πλέον κατάλληλες στην παρούσα υπόθεση.
  25. Εν πάση περιπτώσει, δεν είναι δίκαιο και εύλογο, υπό το πρίσμα όλων των δεδομένων της υπόθεσης, να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα ή οποιοδήποτε από αυτά». Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο κ. XXXXX Χρίστου υπάλληλος της εταιρείας που ανέλαβε τη διαχείριση των προβληματικών δανείων της Καθ' ης η αίτηση ανάμεσα στους οποίους είναι και οι λογαριασμοί των παρόντων Αιτητών. Πέραν της γνώσης των γεγονότων της υπόθεσης τα οποία γνωρίζει λόγω της ιδιότητας του και των καθηκόντων του και της νομικής συμβουλής που έλαβε από τους δικηγόρους της Καθ' ης η αίτηση για όσα ζητήματα είναι αμιγώς νομικά, απορρίπτει τους ισχυρισμούς και αιτιάσεις που προβάλλονται στην αίτηση με την υιοθέτηση και επανάληψη των λόγων ένστασης και με την παράθεση των γεγονότων τής μεταξύ των διαδίκων διαφοράς παραπέμποντας σε σχετικά έγγραφα τα οποία και καταθέτει ως τεκμήρια για να καταρρίψει αντίστοιχους ισχυρισμούς των Αιτητών, εκθέτοντας ταυτόχρονα τα αληθή, ως ισχυρίζεται, γεγονότα. Για σκοπούς οικονομίας παραλείπω να καταγράψω όσα αναφέρει εφόσον οι ουσία τους συνοψίζεται στους ως άνω λόγους ένστασης. Όπου όμως χρειαστεί θα επανέλθω σε αυτούς κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι που εκπροσώπησαν τις δύο πλευρές προχώρησαν με γραπτές αγορεύσεις, παραπέμποντας στα γεγονότα της υπόθεσης όπως η κάθε πλευρά τα αντιλαμβάνεται και παρουσίασαν τη νομική πτυχή που διέπει την υπόθεση (νομοθετικό πλαίσιο και νομολογιακή αντίκριση - ερμηνεία και αρχές). Όπου χρειαστεί στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε αυτές. ΤΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΚΑΙ ΑΝΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΑΥΤΟ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Περιγραφή της διαδικασίας που προνοείται στο Μέρος VIA του Νόμου για τον πλειστηριασμό ενυπόθηκων ακινήτων θα γίνει κατά την εξέταση του κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων. Αυτή καταγράφεται στο Νόμο με σαφήνεια και είναι ξεκάθαρη. Η παρούσα καταχωρίστηκε στα πλαίσια της εκκρεμούσας από την 12.11.2019 αγωγής η οποία καταχωρίστηκε από τους Αιτητές εναντίον της Καθ' ης η αίτηση στα πλαίσια της οποία καταχωρίστηκε την 26.08.2020 αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης και η οποία είναι ορισμένη στις 23.11.
  26. Με βρίσκει σύμφωνο η θέση της πλευράς της Καθ' ης η αίτηση ότι το ορθό στην προκείμενη περίπτωση δικονομικό μέτρο, όπως αυτό προνοείται στο Νόμο, θα ήταν η καταχώρηση Αίτησης/Έφεσης* εναντίον της ειδοποίησης τύπου «ΙΑ» και μάλιστα εντός 45 ημερών από την επίδοση της και για τους συγκεκριμένους λόγους οι οποίοι τίθενται εξαντλητικά στο άρθρο 44Γ

(3)του Νόμου. Η παρούσα αίτηση σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην ως άνω νομοθετική διάταξη κρίνω ότι αντιστρατεύεται και/ή καταστρατηγεί το Μέρος VIA του *Άρθρο 44Γ
(3):Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μόνο για τους ακόλουθους λόγους:... Νόμου καθώς η διαδικασία εκποίησης δεν δύναται να ανασταλεί και/ή απαγορευθεί με την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Η καταχώρηση απλά και μόνον της παρούσας αγωγής όπως και της παρούσας αίτησης όπως ρητά αναφέρει η κα Καυκαλιώτη στην ένορκο δήλωση της (παρ. 34) ότι: «Το περιεχόμενο τόσο της θεραπείας της αγωγής μας όσο και της αίτησης, ως μου εξηγεί ο δικηγόρος μου και τυγχάνω νομικής συμβουλής, αποκαλύπτει ότι η καταχώρηση της αγωγής μας και της παρούσας αίτησης εντάσσονται στην κατηγορία των προληπτικών ενεργειών προκειμένου να διατηρηθεί το αντικείμενο της αγωγής και να αποφευχθεί να επέλθει το ζημιογόνο γεγονός που είναι η αποξένωση των ενυπόθηκων ακινήτων» και στην παρ. 35: . «Ουδεμία βλάβη θα προξενηθεί στην εναγόμενη από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ενώ σε αντίθετη περίπτωση, θα απωλέσουμε σημαντικά περιουσιακά μας στοιχεία, χωρίς να έχουμε τη δυνατότητα να αμφισβητήσουμε την εγκυρότητα των υποθηκών, το ύψος του εμφανιζόμενου ως υπολοίπου καθώς και τις παράνομες χρεώσεις που γίνονταν στον λογαριασμό μας», δεν συνιστούν λόγους για σκοπούς υπαγωγής των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης στις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960). Επομένως ο σχετικός λόγος ένστασης γίνεται αποδεκτός και η αίτηση θα απορριπτόταν ούτως ή άλλως γι' αυτόν τον λόγο. Παρόλα αυτά θα προχωρήσω στη συνέχεια της απόφασης μου με την εξέταση της αίτησης εξετάζοντας στη συνέχεια τις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960)σε συνάρτηση ασφαλώς και με τις νομοθετικές διατάξεις του Μέρους VIA του Νόμου. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το Άρθρο 44 Γ
(3)του Νόμου αναφορικά με την έκδοση διατάγματος που να εμποδίζει την προώθηση της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκων ακινήτων προνοεί τα ακόλουθα:
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μόνο, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙ (δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου˙ (ε) ο ενυπόθηκος δανειστής στην περίπτωση που είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα ή αγοραστής κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου, εφεξής καλούμενος «αγοραστής», αρνήθηκε να προσέλθει και/ή δεν προσήλθε ως όφειλε, σε διαδικασία αναδιάρθρωσης πιστωτικών διευκολύνσεων κατά τα οριζόμενα από τις διατάξεις του Μέρους VIA του περί Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου ή τέτοια διαδικασία εκκρεμεί κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2019: Νοείται ότι- (i) στην περίπτωση που ο χρεώστης δεν έχει λάβει επιστολή προσφοράς εντός των χρονικών πλαισίων που καθορίζονται στην περί της Διαχείρισης Καθυστερήσεων Οδηγία του 2015 ή έχει λάβει επιστολή αρνητικής απόφασης, η αίτηση στον Χρηματοοικονομικό Επίτροπο για διαμεσολάβηση κατά τις διατάξεις του Μέρους VIA του περί Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου, υποβάλλεται εντός προθεσμίας τριάντα
(30)εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία λήξης των εν λόγω χρονικών πλαισίων ή από τη λήψη επιστολής αρνητικής απόφασης, ανάλογα με την περίπτωση˙ (ii) ουδέν των όσων διαλαμβάνονται στην παρούσα παράγραφο συνεπάγεται επέκταση του πεδίου εφαρμογής των διατάξεων του Μέρους VIA του περί Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου, σε πιστωτικές διευκολύνσεις για τις οποίες κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης του χρεώστη έχει εκδοθεί απόφαση από αρμόδιο δικαστήριο ή βρίσκεται υπό εξέλιξη οποιαδήποτε από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 14Β
(2)(γ) του περί Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου διαδικασία˙ (iii) η αίτηση του χρεώστη δυνατό να περιλαμβάνει αιτιάσεις που και αυτοτελώς θα ήταν δυνατό να αποτελέσουν λόγο υποβολής παραπόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου, όπως η αμφισβήτηση του ύψους του οφειλόμενου και απαιτητού ποσού δανειακής διευκόλυνσης περιλαμβανομένων των οφειλόμενων τόκων˙ και (iv) οι διατάξεις του Μέρους VIA του περί Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου, εφαρμόζονται και αναφορικά με αγοραστή κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου: Νοείται περαιτέρω ότι, ο παραμερισμός της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης, διαρκεί για όσο χρόνο βρίσκεται υπό εξέλιξη η διαδικασία του Μέρους VIA του περί Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου, τηρουμένου του χρονικού διαστήματος που κατά μέγιστο προβλέπεται στο άρθρο 14Γ του εν λόγω Νόμου για την ολοκλήρωση της διαδικασίας που αρχίζει με την υποβολή αίτησης του χρεώστη στον Χρηματοοικονομικό Επίτροπο και καταλήγει με την υποβολή πρότασης από το ΑΠΙ ή τον αγοραστή στο χρεώστη: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συµφωνία και η διαµεσολάβηση κηρυχθεί άκαρπη, ο παραμερισμός της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης παρατείνεται για όσο χρόνο ο Χρηματοοικονομικός Επίτροπος εξετάζει κατά πόσο εφαρµόστηκαν ικανοποιητικά οι πρόνοιες του Κώδικα Συμπεριφοράς για το Χειρισμό Δανειοληπτών που αντιμετωπίζουν Οικονομικές Δυσκολίες της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, εφεξής καλουμένου «Κώδικας Συμπεριφοράς» και κατά μέγιστο χρονικό διάστημα ενός
(1)μηνός από την ολοκλήρωση της διαδικασίας που άρχισε με την υποβολή αίτησης του χρεώστη στον Χρηματοοικονομικό Επίτροπο και κατέληξε με την υποβολή πρότασης από το ΑΠΙ ή από τον αγοραστή στο χρεώστη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14Γ του περί Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου: Νοείται έτι έτι περαιτέρω ότι, εφόσον ο Χρηματοοικονομικός Επίτροπος αποφανθεί ότι υπάρχει παράβαση των προνοιών του Κώδικα Συμπεριφοράς, ο παραμερισμός της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης παρατείνεται για περαιτέρω δεκαπέντε
(15)ημέρες αφ' ης ο χρεώστης έλαβε γνώση περί τούτου και κατά μέγιστο χρονικό διάστημα ενός
(1)μηνός και δεκαπέντε
(15)ημερών από την ολοκλήρωση της διαδικασίας που άρχισε με την υποβολή αίτησης του χρεώστη στον Χρηματοοικονομικό Επίτροπο και κατέληξε με την υποβολή πρότασης από το ΑΠΙ ή από τον αγοραστή στο χρεώστη, σύμφωνα με το άρθρο 14Γ του περί Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου. (στ) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου ή εκκρεμεί ενώπιον Δικαστηρίου αίτηση για έκδοση τέτοιου προστατευτικού διατάγματος˙ (ζ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο "ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων" ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο ή εκκρεμεί σχετική αίτηση». Συνοπτικά, οι λόγοι για τους οποίους δύναται να παραμεριστεί η Ειδοποίηση «ΙΑ», είναι σύμφωνα με το άρθρο 44Γ
(3)του Νόμου είναι οι ακόλουθοι:
  1. Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και προϋποθέσεις,
  2. Η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί,
  3. Η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν την λήξη για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή,
  4. Εκκρεμεί αγωγή ενώπιον Δικαστηρίου για την ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1). Είναι σαφές ότι δεν απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά οι πιο πάνω προϋποθέσεις. Σημειώνεται ότι δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς των Αιτητών ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου για την έναρξη της διαδικασίας πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων με βάση τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Νόμου και ούτε αμφισβητήθηκε η επίδοση και λήψη των ειδοποιήσεων Τύπος ΙΑ, ΙΒ, Θ, Ι ή ότι η ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες από τον προβλεπόμενο τύπο του Νόμου προϋποθέσεις. Με βάση την πιο πάνω νομοθετική πρόνοια και δεδομένου ότι δεν υπήρξε από μέρους των Αιτητών έφεση έναντι της Διαιτητικής Απόφασης εντός 21 ημερών ή Αίτηση παραμερισμού ή ακύρωσης του Διατάγματος στην Γενική Αίτηση 673/2010 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που αφορά την επίδικη υποθήκη, καμία διάταξη στο Νόμο δεν απαγορεύει στην Καθ' ης η Αίτηση να προχωρήσει στην εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων και ούτε αποκλείεται η δυνατότητα προώθησης της ρηθείσας διαδικασίας. Με βάση τον ίδιο Νόμο δεν παρέχεται δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να αναστείλει τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου που προωθείται από ενυπόθηκο δανειστή εφόσον τέτοια θεραπεία δεν παρέχεται από τον Νόμο. Ο Νόμος εφαρμόζεται σε κάθε σύμβαση υποθήκης και τίποτα δεν εμποδίζει τον ενυπόθηκο δανειστή να προωθεί τη διαδικασία που το Μέρος VIA ή το Μέρος VI. Το θέμα εξετάστηκε και στην Αίτηση/Έφεση Αρ.204/2016 Ε.Δ. Πάφου FROSTIN LIMITED και ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ. Στην απόφαση της η έντιμη πρόεδρος κα Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. στην απόφαση της ημερομηνίας 14.11.2016, ανέφερε τα ακόλουθα τα οποία καλύπτουν το όλο ζήτημα. Παραθέτω ολόκληρο το απόσπασμα το οποίο είναι πολύ διαφωτιστικό και το οποίο υιοθετώ για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης μου: «Αμφότεροι οι λόγοι 1 και 2 στρέφονται εναντίον της τηρηθείσας και χρησιμοποιηθείσας από την Εφεσίβλητη διαδικασίας την οποία χαρακτηρίζουν ως καταχρηστική και καταστρατηγούσα το πνεύμα του Μέρους VIA. Προβάλλεται ως αντιλογία η ύπαρξη της αγωγής 1960/14 με την οποία επιδιώκεται η έκδοση διατάγματος πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου και υποδεικνύεται ότι η χρήση πολλαπλών διαδικασιών για την επιδίωξη του ιδίου σκοπού συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά. Ως αιτιολογία του δεύτερου λόγου, δηλαδή ότι καταστρατηγείται το πνεύμα του Νόμου, αναφέρεται το άρθρο 44Α
(4)το οποίο δίδει δικαίωμα στον ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με την έγερση αγωγής. Συνεπώς, καταλήγει η εισήγηση, η φράση αυτή καταδεικνύει το πνεύμα του νομοθέτη ο οποίος είχε κατά νου ότι τέτοια διαδικασία εφαρμόζεται εφόσον δεν έχει ήδη κινηθεί αγωγή που να σκοπεί στην έκδοση διατάγματος για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Επίσης, το γεγονός ότι ο Νόμος προβλέπει την αποστολή της ειδοποίησης Τύπου Θ για το πιθανό δικαίωμα του οφειλέτη για αναδιάρθρωση του χρέους του, όμως τέτοιο δικαίωμα δεν υφίσταται σε περίπτωση που ήδη έχει κινηθεί αγωγή. Με την αγόρευση της συνηγόρου της Εφεσείουσας, πέραν της ανάπτυξης των ανωτέρω λόγων, έχει γίνει παραπομπή μεταξύ άλλων στις αποφάσεις στις υποθέσεις Α.Μ. Αρχιεπίσκοπος Κύπρου κ.κ. Χρυσόστομος v. Χριστάκη Σταύρου Χριστοφόρου
(1993)1 Α.Α.Δ. 248 και Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ.
  1. Λέχθηκε σε αυτές και επαναλήφθηκε σε μεταγενέστερες πως η επιδίωξη ομοίων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ιδίου στόχου. Στους λόγους ένστασης αλλά και στην ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει αντικρούεται η ισχυριζόμενη καταχρηστικότητα με τους ισχυρισμούς ότι: «
  2. Η απόφαση ιδιωτικού πλειστηριασμού είναι εύλογη και η διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου ακολουθήθηκε ορθά και νομότυπα από την Καθ΄ ης η Αίτηση, με βάση τις δυνατότητες που της παρέχει το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο και ασκώντας τα δικαιώματα της. Ειδικότερα, η κείμενη νομοθεσία δεν εμποδίζει την Τράπεζα από το να προχωρήσει τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου με οιονδήποτε τρόπο επιλέξει και/ή με τη χρήση παράλληλων διαδικασιών.
  3. Το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε περίπτωση σύμβασης υποθήκης, δηλαδή σε υφιστάμενες και νέες συμβάσεις υποθήκης και η προώθηση των διαδικασιών πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του Νόμου δεν αποκλείει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να καταχωρεί παράλληλα και πολιτική αγωγή». Επιχειρηματολογώντας η συνήγορος της Εφεσίβλητης υποστηρίζει, αφού παραπέμπει στο λεκτικό του άρθρου 44Α (1-4) ότι: «Είναι προφανές από το λεκτικό των πιο πάνω διατάξεων του Μέρους VIA του Νόμου ότι η πρόθεση του νομοθέτη είναι να παρέχει στον ενυπόθηκο οφειλέτη την επιλογή πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου με όποιον τρόπο επιλέξει και χωρίς να τον εμποδίζει να χρησιμοποιεί παράλληλες διαδικασίες με σκοπό να εξασφαλίσει το λαβείν του.» Παραπέμπει προς επίρρωση της θέσης της σε αποφάσεις Επαρχιακών Δικαστών στις οποίες επιτράπηκε η πώληση δυνάμει του Μέρους VIA, ενώ ήδη είχε εκδοθεί δικαστική απόφαση και καταλήγει με τη θέση ότι: «οι διατάξεις του Μέρους VIA του Νόμου ερμηνεύονται εσφαλμένα από την Αιτήτρια. Η Καθ΄ ης η Αίτηση έχει εκκινήσει τη διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου βάσει των δυνατοτήτων που της παρέχει ο σχετικός Νόμος με σκοπό να εισπράξει το λαβείν της». Το παρόν Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να εξετάσει παρόμοιο θέμα, δηλαδή της δυνατότητας ή όχι πώλησης ενυπόθηκου με βάση το Μέρος VIA, όταν έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση στην υπόθεση Χριστοφής Κούνουνας κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αίτηση/Έφεση 195/2016, ημερομηνίας 7.11.
  4. Επαναλαμβάνονται τα όσα εκεί λέχθηκαν: «Η προσπάθεια επίλυσης του ζητήματος και απάντησης του εύλογου ερωτήματος του τι δέον γενέσθαι στην περίπτωση ύπαρξης δικαστικής απόφασης και διατάγματος εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου, αποτελεί εγχείρημα όχι και τόσο απλό, αφού αμφότερες οι απόψεις είναι λογικές. Πιστεύω πως μια αναδρομή στη σκοπιμότητα του Νόμου θα βοηθήσει την ερμηνεία του. Στόχος της θέσπισης του μέρους VIA, ήταν η πρόσδοση ταχύτητας στις διαδικασίες πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων και η είσπραξη των οφειλόμενων και εξασφαλιζόμενων με την υποθήκη ποσό ή ποσά. Για τούτο και οι προθεσμίες των 30 ημερών που τίθενται για πληρωμή αλλά ακόμη και η «ασφυκτική» προθεσμία των 30 ημερών από της καταχώρησης της αίτησης εντός της οποίας το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφανθεί (ο περί Πωλήσεως (Τροποποιητικός) Διαδικαστικός Κανονισμός 4/2015, άρθρο 14). Θεωρώ πως δεν είναι καθόλου άσχετη η έναρξη του Μέρους VIA με το άρθρο 44Α το οποίο καθορίζει την εφαρμογή του μέρους αυτού σε κάθε σύμβαση υποθήκης προγενέστερης ή μεταγενέστερης του Νόμου. Καθορίζει ρητά πως: «44Α.-
(1)Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρµόζονται σε κάθε περίπτωση σύµβασης υποθήκης, η οποία ενεγράφη στο κτηµατικό µητρώο πριν από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόµου ή η οποία εγγράφεται στο κτηµατικό µητρώο µετά την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόµου.» Προχωρεί περαιτέρω ο Νόμος συσχετίζοντας το παρόν Μέρος VIA με το προηγούμενο Μέρος VI, με το οποίο η πώληση επιτυγχανόταν μετά από αίτηση προς τον Διευθυντή του Κτηματολογίου, και αναφέρει πως: «
(2)Καµία διάταξη του Μέρους VI δεν απαγορεύει σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει µε την εφαρµογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.» Για να συνεχίσει στην επόμενη διάταξη όπου διαβάζουμε πως: «
(3)Καµία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν απαγορεύει στον ενυπόθηκο δανειστή την εφαρµογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύµφωνα µε τις διατάξεις του Μέρους VI:» Τίθεται δε επιπροσθέτως η κάτωθι επιφύλαξη με την οποία οι χρονικές προθεσμίες που τίθενται με το Μέρος VIA να αναπροσαρμόζονται και σε όσα ποσά έχουν καταστεί πληρωτέα πριν την εφαρμογή του: «Νοείται ότι, σε περίπτωση που το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Μέρους, τα χρονικά περιθώρια και οι διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν Μέρος δύναται να τυγχάνουν εφαρμογής από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου». Τίποτα συνεπώς και καμία διάταξη υπάρχει στο Νόμο, απαγορευτική της χρήσης από τον ενυπόθηκο δανειστή της διαδικασίας του μέρους τούτου για εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου. Ενδεχομένως η χρήση κάποιων εντύπων και διαδικασιών για να καταστεί το χρέος υπερήμερο ώστε να κινηθεί η διαδικασία του Μέρους VIA, να εφαρμόζεται όπου το χρέος είναι «οφειλόμενο». Οφειλόμενο όμως παραμένει και το εκ δικαστικής αποφάσεως ποσό, με τη διαφορά ότι η υπερημερία του είναι επιβεβαιωμένη. Ούτε βέβαια μπορούμε να μιλάμε για αναδιάρθρωση «δανείου» (τύπος Θ) αφού το δάνειο έχει καταστεί εξ΄ αποφάσεως χρέος. Εκείνο βέβαια που παραμένει είναι το χρέος. Εισέτι οφειλόμενο. Για το οποίο υπάρχει πάντα η δυνατότητα προσφοράς διευθέτησης του. Η ύπαρξη διατάγματος Δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου δεν καθιστά καταχρηστική την επιδίωξη πώλησης δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου δεδομένου πως ο δανειστής επιδιώκει το ίδιο αποτέλεσμα με κάποιον άλλο τρόπο τον οποίον του παρέχει σχετικός Νόμος. Η έκδοση δικαστικής απόφασης και σχετικού διατάγματος για πώληση ενυπόθηκου κτήματος παρέχει δικαιώματα στον εξ΄ αποφάσεως δανειστή. Δεν εναποθέτει υποχρέωση. Ούτε περιορίζει το δικαίωμα του δανειστή να ακολουθήσει άλλη μέθοδο εκτέλεσης ή πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, όταν ο Νόμος του το επιτρέπει." Πρόσθετα, στην κρινόμενη περίπτωση όπου εκκρεμεί η αγωγή, η διάταξη αρ. 4 του άρθρου 44A επιτρέπει και όχι αποκλείει την παράλληλη διαδικασία επιδίωξης διατάγματος δι΄ αγωγής και προώθηση της διαδικασίας πώλησης από τον ενυπόθηκο δανειστή: «
(4)Καµία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν αποκλείει το δικαίωµα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει µε την έγερση πολιτικής αγωγής για την εξασφάλιση διατάγµατος δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου.» Ουσιαστικά δεν επιζητείται η εξασφάλιση ενός νέου διατάγματος, αλλά η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, του ιδίου αποτελέσματος που θα προκύψει από την εφαρμογή της έκδοσης διατάγματος πώλησης. Το ίδιο αποτέλεσμα, όπως οι ήδη υπάρχουσες διαδικασίες τις οποίες ο νομοθέτης δεν έχει καταργήσει και σε σχέση με τις οποίες επέλεξε όπως προσθέσει και προσφέρει μια εναλλακτική διαδικασία. Επισημαίνεται και πάλιν πως η σχετική διάταξη του άρθρου 44
(4)δεν απαγορεύει ούτε και αποκλείει τη συνύπαρξη αγωγής και της διαδικασίας του Μέρους VIA». Σύμφωνα με τη νομολογία μας, τα θέματα που μπορούν να εγερθούν και που εξετάζονται από το Δικαστήριο σε μια αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων όπως η παρούσα Αίτηση είναι περιορισμένα και άπτονται επί του τύπου και της διαδικασίας και όχι επί της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των μερών (βλ. Ενδιάμεση Απόφαση ημερομηνίας 12/04/2019 στην Αγωγή Αρ. 702/2019,
  1. CRIST. HAGGPAVLU & SONS LTD κ.α. και
  2. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α.) στην οποία το Δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν δικαιολογείτο καθ' οιονδήποτε τρόπο η έκδοση προσωρινού διατάγματος αναστολής της διαδικασίας πλειστηριασμού ενυπόθηκων ακινήτων. Διαφώτιση μπορεί να αντληθεί και από τα σχόλια του Δικαστηρίου έντιμου κ. Δαυίδ, ΠΕΔ στην Είδη Υγιεινής Λτδ κ.α. v. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αίτηση Έφεση 459/16, Ε.Δ. Λεμεσού, ημερ.28/2/2017 (Ρ. Λιμνατίτου,Π.Ε.Δ.) όπου απορρίπτοντας την Αίτηση Έφεσης δεν άφησε ασχολίαστο το γεγονός ότι με την αποτυχία της αίτησης ενδεχομένως να πωλείτο το ενυπόθηκο ακίνητο χωρίς να ακουστούν στην αγωγή που είχαν καταχωρήσει, εύστοχα τόνισε τα ακόλουθα τα οποία παραθέτω: «Δεν παραγνωρίζω ότι με την απόρριψη της αίτησης οι αιτητές αντιμετωπίζουν την πιθανότητα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου χωρίς να ακουστούν οι ισχυρισμοί που προβάλλουν στην αγωγή τους. Οι αιτητές είχαν όμως την ευκαιρία να διεκδικήσουν τα δικαιώματα τους με την έγκαιρη καταχώρηση της αγωγής και παρέλειψαν να το πράξουν». Επίσης, η έντιμη Δ. Σωκράτους Π.Ε.Δ. στην Αίτηση/Έφεση αρ. 204/2016, Ε.Δ. Πάφου Frostin Limited v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ , ημερ. 14/11/2016, όπου ανέφερε τα εξής σχετικά με το άρθρο 44Γ
(1)που αφορά την Ειδοποίηση «Ι»: «Εκείνο όμως που πρέπει να τονισθεί είναι πως ο Νόμος 9/65 και ιδιαίτερα το άρθρο 44Γ
(1)με τον πλαγιότιτλο «Επίδοση Ειδοποιήσεων για τη σκοπούμενη πώληση», αναφέρεται σε κλήση για εξόφληση του ποσού εντός τριάντα ημερών και ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης του ποσού που καθορίζεται σε αυτήν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωμα του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Συνάγεται συναφώς πως το προαπαιτούμενο του Νόμου είναι η εξόφληση. Η οποιαδήποτε διαφωνία ή αμφισβήτηση του ποσού, ενώ δίδει τη δυνατότητα και ευχέρεια για διαπραγματεύσεις, εντούτοις δεν προσφέρει λόγο είτε για αναστολή είτε για ακύρωση της αρχόμενης διαδικασίας του Μέρους VIA». Θα με απασχολήσουν στη συνέχεια οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην αίτηση:
  1. Αυθαίρετα και υπερβολικά υπόλοιπα: Ο ισχυρισμός αυτός δεν ευσταθεί καθώς αποτελεί ουσιαστικό λόγο επί της ουσίας της διαφοράς ο οποίος συνεπώς δεν μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο στην παρούσα διαδικασία. Οι Αιτητές κωλύονται από του να εγείρουν αυτόν τον ισχυρισμό καθότι υπάρχει εξ' αποφάσεως χρέος τους δυνάμει διατάγματος στην Γενική Αίτηση Αρ. 673/2010 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, αντίγραφο του οποίου βρίσκεται κατατεθειμένο στο φάκελο του Δικαστηρίου???, το οποίο δεν έχει μέχρι σήμερα ακυρωθεί ή παραμεριστεί ή εφεσιβληθεί οπόταν και είναι πλήρως δεσμευτικό για τους Αιτητές και παραμένει απλήρωτο μέχρι σήμερα. Το Δικαστήριο στα πλαίσια των περιορισμένων δυνατοτήτων στην παρούσα υπόθεση δεν εξετάζει θέμα οποιονδήποτε χρεώσεων. Το λανθασμένο υπόλοιπο που ισχυρίζονται οι Αιτητές και οι θέσεις τους για υπερχρεώσεις και λανθασμένους τόκους δεν δύναται να εξεταστούν στην παρούσα διαδικασία. Περαιτέρω, προβάλλονται γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί ότι επιβαρύνθηκαν με παράνομες χρεώσεις δυνάμει των οποίων κατ' ισχυρισμό υπολογίστηκε αυθαίρετα και λανθασμένα το αξιούμενο οφειλόμενο ενυπόθηκο χρέος χωρίς να παρέχονται στην ένορκη δήλωση της Αίτησης συγκεκριμένοι λόγοι στην βάση των οποίων να αμφισβητηθούν συγκεκριμένες χρεώσεις ή ο τρόπος υπολογισμού των τόκων ή του ενυπόθηκου χρέους. Ακόμα και στις περιπτώσεις που δεν προσφέρεται αναδιάρθρωση εφόσον υπάρχει εξ' αποφάσεως χρέος, το εξ' αποφάσεως χρέος συνεχίζει να είναι οφειλόμενο. Επιπρόσθετα, είναι φανερό και μόνο από την παραδοχή της ίδιας της ενόρκως δηλούσας στις παραγράφους 4 και 5 της ένορκης δήλωσης της αίτησης ότι οφείλεται ένα σημαντικό ποσό στην Καθ' ης η Αίτηση, το ύψος του οποίου τείνει να υποστηρίζεται από τον αριθμό ακινήτων που υποθηκεύτηκαν αλλά και από την συμφωνία δανείου του εξ' αποφάσεως χρέους και την κατάσταση λογαριασμού του επίδικου λογαριασμού που επίσης βρίσκονται καταχωρημένα στο φάκελο του Δικαστηρίου.
  2. Οφειλές της ΣΠΕ Παλαιομετόχου στον Αιτητή
  3. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός πέραν του γεγονότος ότι είναι εντελώς άσχετος με τα επίδικα ζητήματα και δεν μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο, δεν έχει καταχωρηθεί οποιοδήποτε υποστηρικτικό έγγραφο από τους Αιτητές.
  4. Λανθασμένη/παράτυπη Έκδοση διαταγμάτων εγγραφής διαιτητικής απόφασης και ισχυρισμοί πλαστογραφίας και αμφισβήτηση υποθηκών. Ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ή να έχει κάποια θετική αντίκριση καθώς το εξ' αποφάσεως χρέος τους προκύπτει δυνάμει Διατάγματος στην Γενική Αίτηση Αρ. 673/2010 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας το οποίο δεν έχει μέχρι σήμερα ακυρωθεί ή παραμεριστεί ή εφεσιβληθεί οπόταν και παραμένει σε ισχύ, είναι πλήρως δεσμευτικό προς τους Αιτητές και παραμένει απλήρωτο μέχρι σήμερα. Πέραν τούτου, το Δικαστήριο εμποδίζεται στα πλαίσια της παρούσας αίτησης να εισέλθει στην εξέταση τέτοιων ισχυρισμών. Πρόκειται όμως και για αντιφατικούς ισχυρισμούς καθότι η Αιτήτρια
  5. προβαίνει σε παραδοχή στις παραγράφους 4, 5 και 7 της ένορκης δήλωσης της αίτησης για λήψη δανείου από τους Αιτητές 3 και 4, για υποθήκευση των ενυπόθηκων ακινήτων προς εξασφάλιση και εγγύηση του δανείου και έκδοση διαιτητικής απόφασης για το εξ' αποφάσεως χρέος. Δεν αμφισβητήθηκε από τους Αιτητές ο ισχυρισμός στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση ότι οι περί πλαστογραφίας και καταγγελίας στην αστυνομία ισχυρισμοί έγιναν κακόπιστα σε μία προσπάθεια να παραπλανήσουν το Δικαστήριο με τους Αιτητές να προσπαθούν να συνδέσουν με το εξ' αποφάσεως οφειλόμενο ενυπόθηκο χρέος που αφορά την επίδικη διαδικασία πώλησης των ακινήτων της υποθήκης XXXXX/07 με άλλη υπόθεση και συγκεκριμένα την Γενική Αίτηση 672/2010 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Σε κάθε περίπτωση, από την έκδοση του Διατάγματος Εγγραφής στην Γενική Αίτηση Αρ. 673/2010 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 22.09.2010 και την εκτέλεση του με το Ένταλμα Κινητών υπ' αριθμό 049856 στις 06/09/2012 οι Αιτητές σε κανένα ακυρωτικό ή διάβημα για παραμερισμό της δεν προέβησαν μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αγωγής στις 12.11.2019, οι αξιώσεις της οποίας είναι πανομοιότυπες με την υπό εκδίκαση Αίτηση, και αφού τους επιδόθηκε από την Καθ' ης η Αίτηση η ειδοποίηση Τύπος «Ι» στις 03.10.
  6. Προκύπτει από τα ως άνω ότι οι Αιτητές καταχώρησαν την παρούσα Αίτηση αποσκοπώντας στην παρεμπόδιση της Καθ' ης η αίτηση να εισπράξει το εξ' αποφάσεως λαβείν της.
  7. &
  8. Μη δικαιοδοσία της Καθ' ης η Αίτηση να προχωρήσει με την πώληση των ενυπόθηκων και καταχρηστική αποστολή ειδοποίηση Τύπος « ΙΑ» και Καταχρηστική διαδικασία εκποίησης ενυπόθηκων. Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης κρίνω ότι δεν ευσταθούν οι ως άνω ισχυρισμοί καθώς με το Μέρος VIA του Νόμου δεν επιδιώκεται από τον ενυπόθηκο δανειστή η εξασφάλιση ενός νέου/δεύτερου διατάγματος εκποίησης της υποθήκης. Τουναντίον, ο ενυπόθηκος δανειστής μέσω της νέας διαδικασίας του Νόμου προσπαθεί να λάβει το λαβείν του μέσω μιας επιπρόσθετης διαδικασίας που του προσφέρει ο Νόμος. Εν προκειμένω, η ενεργοποίηση της διαδικασίας εκποίησης του Μέρους VIA του Νόμου αποτελεί μία εναλλακτική ουσιαστικά μέθοδο ή διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Περαιτέρω, μια δικαστική απόφαση δίδει στον επιτυχόντα διάδικο «δικαιώματα», δεν του εναποθέτει υποχρέωση να ενεργήσει με ένα συγκεκριμένο/καθορισμένο τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να εκτελέσει την εκδοθείσα απόφαση και σίγουρα δεν του περιορίζει τις νόμιμες επιλογές που έχει για να ωφεληθεί τους καρπούς της επιτυχίας του. Σημειώνεται δε ότι το άρθρο 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, δεν απαγορεύει την ταυτόχρονη λήψη περισσότερων του ενός μέτρου εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης. Πρόσωπο υπέρ του οποίου έχει εκδοθεί απόφαση δεν πρέπει να αποστερείται του δικαιώματος να επωφεληθεί από αυτήν χωρίς ουσιαστικό λόγο και κατ' επέκταση είναι δικαίωμα του εξ' αποφάσεως πιστωτή να επιδιώξει την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης υπέρ του, με οποιοδήποτε μέτρο εκτέλεσης επιλέξει. Η Καθ' ης η αίτηση, ακολουθώντας τις δυνατότητες που του παρέχει ο Νόμος, εξάσκησε νόμιμα και δικαιωματικά το δικαίωμα που της παρέχεται για πώληση των ενυπόθηκων μέσω πλειστηριασμού.
  9. Η ειδοποίηση Τύπος «Ι» είναι παράτυπη. Έχω εξετάσει την ειδοποίηση και κρίνω ότι αυτή πληροί τις προδιαγραφές του Νόμου και ότι στάλθηκε νόμιμα και κανονικά. Σε κάθε περίπτωση οι ειδοποιήσεις Τύπος «Ι» και «Θ» δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας.
  10. Η διαδικασία εκποίησης είναι μέθοδος εκφοβισμού και καταπιεστική πολιτική.
  11. Ο ισχυρισμός αυτός απαντάται με όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Αδελφοί Θράσου και Συνεργάτες ν Άβιβου Βασιλαρά κ.α.,
(2008)1 ΑΑΔ 830 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων είναι στοιχείο που συναρτάται άμεσα με το κύρος της δικαστικής διαδικασίας. Η αξιοπιστία της δικαιοσύνης εξαρτάται και από την αποτελεσματικότητα της. (Δέστε Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν Κωνσταντίνου
(2000)1 ΑΑΔ 1034). Στην προκειμένη περίπτωση δεν θεωρούμε πως οι εφεσείοντες ενήργησαν καθ'οιονδήποτε αντινομικό, αθέμιτο ή καταπιεστικό τρόπο. Είχαν υποβάλει αίτηση μηνιαίων δόσεων και το πρωτόδικο δικαστήριο τους διέταξε να πληρώνουν Λ.Κ.200 μηνιαίως ο καθένας. Τρείς περίπου μήνες μετά την έκδοση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων οι εφεσείοντες είχαν πληροφορίες πως οι εφεσίβλητοι είχαν τραπεζικούς λογαριασμούς στο όνομα τους. Προχώρησαν λοιπόν και υπέβαλαν, στο δικαστήριο, αίτηση κατάσχεσης χρημάτων εις χείρας τρίτου με σκοπό την άμεση εξόφληση του εξ' αποφάσεως χρέους τους ώστε να μην είναι υποχρεωμένοι να περιμένουν την εξόφληση του χρέους με τις προαναφερόμενες μηνιαίες δόσεις. Δεν βλέπουμε οτιδήποτε το μεμπτό στην συμπεριφορά των εφεσείοντων, οι οποίοι είχαν θεμιτό συμφέρον να επιθυμούν την όσον το δυνατό γρηγορότερη εκτέλεση της υπέρ τους δικαστικής απόφασης και την είσπραξη του λαβείν τους το συντομότερο δυνατό». Η Καθ' ης η αίτηση επιθυμώντας να εισπράξει το λαβείν της που εξακολουθεί να της οφείλεται μέχρι σήμερα, διόλου εκφοβιστικά ή καταπιεστικά άσκησε το δικαίωμα που της παρέχει ο Νόμος ως ενυπόθηκος δανειστής για εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων.
  1. Απόκλιση πρόσβασης των Αιτητών στο Δικαστήριο και παραβίαση συνταγματικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους, κακοδικία και άρνηση δικαιοσύνης. Ο ισχυρισμός αυτός των Αιτητών δεν μπορεί να έχει έρεισμα με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Αυτοί με την καταχώρηση της αγωγής άσκησαν το συνταγματικό τους δικαίωμα για προσφυγή στο δικαστήριο προς ικανοποίηση των ισχυρισμών τους σε σχέση με τον λογαριασμού του δανείου και εξ' αποφάσεως χρέους τους καθώς και των εγγυήσεων και υποθηκών που παρασχέθηκαν. Ο Νόμος δεν απαγορεύει στην Καθ' ης η Αίτηση, ως ενυπόθηκο δανειστή, να κινήσει παράλληλα τον μηχανισμό της διαδικασίας πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων δυνάμει του Μέρους VIA του εν λόγω Νόμου. Ακόμη και εάν ο ενυπόθηκος δανειστής διεκδικεί με τις αιτούμενες θεραπείες μέρος των αιτούμενων θεραπειών της υπό τον πιο πάω τίτλο και αριθμό αγωγή, αυτό δεν καθιστά καταχρηστική την υπό κρίση διαδικασία δυνάμει του Νόμου, δεδομένου του ότι η διαδικασία προβλέπεται από τον Νόμο.
  2. Κακοπιστία της Καθ' ης η αίτηση. Πρόκειται για ισχυρισμό που δεν έχει αποδειχθεί σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης. εν έχει καταδειχθεί αποδεικτικά κακοπιστία της Καθ' ης η Αίτηση με καθ' ουδένα τρόπο σε καθ' ουδένα στάδιο. 10 &
  3. Προστασία περιουσίας των Αιτητών μέχρι την εκδίκαση της κυρίως αξίωσης τους, διεξαγωγή οικογενειακής επιχείρησης ως μοναδική πηγή εσόδων και χωρίς την έγκριση των διαταγμάτων η αγωγή καθίσταται άνευ αντικειμένου. Είναι πράγματι οξύμωρο οι Αιτητές να ισχυρίζονται και να προωθούν ως λόγο έγκρισης των αιτούμενων διαταγμάτων ότι σε περίπτωση που προχωρήσει ο πλειστηριασμός η αγωγή τους θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Αφενός ο ίδιος ο νόμος παρέχει τη δυνατότητα στον ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με τη διαδικασία του ιδιωτικού πλειστηριασμού, αφετέρου ο ίδιος ο νόμος ταυτόχρονα παρέχει ασφαλιστικές δικλείδες στον ενυπόθηκο οφειλέτη, δυνάμει των άρθρων 44Γ
(3)και 44ΙΓ, ενεργώντας τον κατάλληλο χρόνο, να παραμερίσουν τις εκάστοτε ειδοποιήσεις και κατ' επέκταση να ακυρώσουν τον προτιθέμενο πλειστηριασμό. Η Καθ' ης η αίτηση ακολουθώντας το γράμμα του Νόμου εξάσκησε το δικαίωμα που της παρέχεται για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου μέσω ιδιωτικού πλειστηριασμού. Η αγωγή από μόνη της δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο στη νομότυπη προώθηση μιας καθόλα νόμιμης διαδικασίας. Στην απόφαση Goody's Evagorou Ltd (Γκουτις Ευαγόρου Λτδ) ν. Lani Restaurants Ltd (Λανι Ρεστοραντς Λτδ)
(1998)1 Α.Α.Δ.1572 λέχθηκε ότι η τυχόν έκδοση του διατάγματος απαγόρευσης της συνέχισης της διαδικασίας εκποίησης ουσιαστικά αποφασίζει και την αγωγή. Το δικαστήριο εμποδίζεται από του να εξετάσει και να αποφανθεί επί της ουσίας της αγωγής.
  1. Μη αυταπόδεικτη και ξεκάθαρη απαίτηση της Καθ' ης η Αίτηση. Σε σχέση με τον πιο πάνω ισχυρισμό σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης το εξ αποφάσεως χρέος παραμένει σε ισχύ και είναι πλήρως δεσμευτικό για τους Αιτητές. Παρά του ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας δεν μπορεί να εξετάσει τέτοιους ισχυρισμούς σημειώνεται ότι η Διαιτητική Απόφαση δεν εφεσεβλήθηκε εντός 21 ημερών από την επίδοση της, οι Αιτητές δεν προέβησαν σε οποιοδήποτε διάβημα ή μέτρο για παραμερισμό ή ακύρωση ή έφεση του Διατάγματος Εγγραφής παρά την παρέλευση 10 ετών και παρά την εκτέλεση εντάλματος εκποίησης κινητής περιουσίας τους. Επίσης δεν μπορεί να παραγνωριστεί το γεγονός ότι οι Αιτητές αναγνωρίζουν και παραδέχονται ότι οφείλουν στην Καθ' ης η Αίτηση ένα ποσό. Αυτό που αμφισβητούν είναι το ύψος του εν λόγω ποσού.
  2. Ολέθριες συνέπειες στα δικαιώματα τους και ζημιά. Οι Αιτητές εγείρουν ισχυρισμούς αναφορικά με τα ενυπόθηκα ακίνητα που δεν ευσταθούν και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Ο ενόρκως δηλών στην ένσταση ισχυρίζεται ότι οι Αιτητές κατέχουν και άλλη ακίνητη περιουσία πέραν των ενυπόθηκων, κάτι το οποίο απέκρυψαν από το Δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση οι Αιτητές γνώριζαν τον εν δυνάμει κίνδυνο που αντιμετώπιζαν, ήτοι κάποια στιγμή να διαταχθεί η πώληση της εν λόγω περιουσίας τους για το σκοπό που την είχαν υποθηκεύσει. Εάν οι Αιτητές δεν ήθελαν να εκθέσουν την ακίνητη περιουσία τους σε κίνδυνο εκποίησής της, απλούστατα δεν θα έπρεπε να την είχαν υποθηκεύσει προς εξασφάλιση του δανείου. Περαιτέρω, εάν τα υποθηκευμένα ακίνητα είχαν όντως τέτοια αξία για τους Αιτητές ως ισχυρίζονται, πέραν του ότι αυτοί δε θα προέβαιναν στην υποθήκευση τους εξ αρχής, θα ενεργούσαν έτσι ώστε η Καθ' ης η αίτηση να μην αναγκαζόταν να τα εκθέσει σε πώληση διά πλειστηριασμού. Επιπλέον, σε περίπτωση που στα πλαίσια του πλειστηριασμού εισπραχθεί οποιοδήποτε επιπλέον ποσό πέραν του ποσού που εξασφαλίζει η επίδικη υποθήκη, αυτό ενδέχεται, μετά την ικανοποίηση των μεταγενέστερων εμπράγματων βαρών επί των επίδικων ακινήτων, να επιστραφεί στους Αιτητές.
  3. Η Αίτηση εντάσσεται στην κατηγορία προληπτικών ενεργειών προκειμένου να διατηρηθεί το αντικείμενο της αγωγής/ αρχή quia timet. Η προληπτική ενέργεια που επιζητείται δεν μπορεί να εφαρμοστεί από το Δικαστήριο και να του επιτρέψει την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας καθότι αυτή καθ' αυτή είναι και η ουσία της κυρίως αγωγής και δεν δόθηκε τέτοια σαφής και ισχυρή μαρτυρία από τους Αιτητές ότι θα προκληθεί αναπόφευκτη ζημία τέτοια που να μην μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα.
  4. Ο Νόμος ρητά προβλέπει ότι δύναται να παρεμποδιστεί η Καθ' ης η Αίτηση από του να προχωρήσει με την διαδικασία πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Ο ισχυρισμός δεν έχει καταδειχθεί και καμία διάταξη υπάρχει στο Νόμο, απαγορευτική της χρήσης από τον ενυπόθηκο δανειστή της διαδικασίας του μέρους τούτου για εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων. Περαιτέρω, μια δικαστική απόφαση δίδει στον επιτυχόντα διάδικο το δικαίωμα να ενεργήσει με τον τρόπο που θα επιλέξει να εκτελέσει την εκδοθείσα απόφαση και σίγουρα δεν του περιορίζει τις νόμιμες επιλογές που έχει για να ωφεληθεί τους καρπούς της νίκης του.
  5. Κατάχρηση διαδικασίας και ασέβειας προς το Δικαστήριο από την Καθ' ης η Αίτηση. Οι Αιτητές δεν έχουν προσκομίσει οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο περί ύπαρξης οποιωνδήποτε υποσχέσεων ή προτάσεων ή διαπραγματεύσεων μεταξύ των μερών. Έστω όμως και αν γίνονταν διαπραγματεύσεις δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια στην Νομοθεσία που να απαγορεύει την αποστολή ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ» ενώ γίνονται διαπραγματεύσεις. Πουθενά δεν αναφέρεται στον Νόμο πως οι διαπραγματεύσεις αποτελούν λόγο αναστολής πλειστηριασμού ή παραμερισμού της ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ».
  6. Αμφισβήτηση φερεγγυότητας της Καθ' ης η αίτηση. Η Καθ' ης η Αίτηση σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα που υποστηρίζει την ένσταση είναι ένας καθ' όλα νόμιμος και αξιόλογος τραπεζικός οργανισμός, πλήρως φερέγγυος και αξιόπιστος. Δεν έχει καταχωρηθεί οποιαδήποτε μαρτυρία εκ μέρους των Αιτητών που να συνηγορεί για το αντίθετο. ΟΙ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 32 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΝΟΜΟΥ (Ν.14/1960): Εξετάζοντας τώρα τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/1960 διαπιστώνω ότι δεν συντρέχει καμιά από αυτές όπως θα εξηγήσω στη συνέχεια. Η εξουσία έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίου Νόμου (Ν.14/1960), όπως έχει τροποποιηθεί, έχει αναλυθεί και ερμηνευθεί σε σωρεία αποφάσεων των Κυπριακών Δικαστηρίων, στις οποίες έχουν τεθεί οι προϋποθέσεις οι οποίες θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά για να ενεργοποιηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για την έκδοση προσωρινού διατάγματος (βλ. μεταξύ άλλων τις κλασσικές αυθεντίες Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557 και ΚΟΤ v. Θεωρή
(19899)1 ΑΑΔ 255). Οι βασικές προϋποθέσεις είναι οι ακόλουθες:
  1. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση
  2. Ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής
  3. Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα ή θα υπήρχε ανεπανόρθωτη ζημιά. Η πρώτη προϋπόθεση απαιτεί από τον αιτητή να δείξει με την αγωγή του συζητήσιμο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο και ως έχει ερμηνευθεί, δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Co Ltd
(2013)1 AAΔ 1235). Το Δικαστήριο δεν εισέρχεται στην οριστική κρίση της επίδικης διαφοράς (βλ. Μιχαηλίδης v. Παπακυριακού Πολ. Εφ.11506, 23.01.04
(2004)1 ΑΑΔ 209). Η δεύτερη προϋπόθεση περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά ταυτόχρονο κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η τρίτη προϋπόθεση απαιτεί από τον αιτητή να αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να του απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο όπως για παράδειγμα όταν είναι αδύνατος ο υπολογισμός των αποζημιώσεων που θα δικαιούται ο αιτητής ή εάν η ζημιά που θα προκληθεί δεν μπορεί να επανορθωθεί με την καταβολή χρηματικών αποζημιώσεων ή δεν μπορεί να αποπληρωθεί με χρήματα. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται φυσικά με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς και την υλική αποκατάσταση, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του διαδίκου που επιδιώκει την θεραπεία (βλ. Κυρισάββα v. Κύζη
(2001)1 ΑΑΔ 1245). Σε περίπτωση δε που το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων, καλείται στο τελικό στάδιο να εξετάσει και να σταθμίσει όλα τα γεγονότα για να αποφασίσει αν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Κατά την άσκηση που το δικαστήριο διενεργεί στο πλαίσιο εφαρμογής του ισοζυγίου της ευχέρειας ή δικαιοσύνης καλύτερα, η προσοχή του Δικαστηρίου εστιάζεται όλος ιδιαιτέρως στο να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Στην πολύ πρόσφατη, σχετική επί της τέταρτης προϋπόθεσης, απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κοζάκου κ.α. v. Νικολάου, Πολ. Έφεση Αρ. Ε127/13, 13/06/2019, ΑΑΔ 254 αποφασίστηκαν τα ακόλουθα: «Πέραν της έλλειψης επαρκούς αιτιολόγησης, εντοπίζεται σφάλμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου και σε σχέση με την παράλειψή του να ενδιατρίψει, μετά την εκ μέρους του διαπίστωση της πλήρωσης των κριτηρίων του άρθρου 32
(1)του Νόμου και επί του ζητήματος του δίκαιου ή πρόσφορου της έκδοσης διατάγματος, που όπως ήδη λέχθηκε, συνιστά τον πιο σημαντικό ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στα πλαίσια αυτά, παρέλειψε να ασχοληθεί με τον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, με βάση τα στοιχεία που καλύπτουν την υπόθεση, προκειμένου να ασκήσει κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο τη διακριτική του εξουσία προς απονομή πλήρους δικαιοσύνης και εξάλειψης μεταγενέστερου κινδύνου αδικίας. Ήταν βασική υποχρέωση του Δικαστηρίου να προχωρήσει στον εντοπισμό ενός δίκαιου ισοζυγίου και να παραθέσει αιτιολογημένη απόφαση ως προς τους λόγους που το οδήγησαν στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο». Σχετική καθοδήγηση δίδεται και στην πρόσφατη απόφαση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά. ν. Λοϊζίδου, Π.Ε. Ε7/2018, ημερ. 21.3.2019 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στο άρθρο 32
(1)αποτυπώνονται οι τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά, προκειμένου να θεμελιώνεται η εξουσία προς έκδοση προσωρινού διατάγματος. Η πρώτη αφορά το ποιοτικό κριτήριο της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και συνδέθηκε, αρχικά από την καθοριστική επί του ζητήματος υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 CLR 557, με τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα. Θεωρήθηκε ότι ο όρος στα πλαίσια του άρθρου 32 δεν πρέπει να ερμηνεύεται ότι απαιτεί ο,τιδήποτε πέραν της αποκάλυψης «συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων». Εν τέλει, η εξέταση στο στάδιο αναζήτησης προσωρινού διατάγματος της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 περιορίζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό, καθώς αναμένεται από τον Ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφά του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμά του το οποίο, ως ισχυρίζεται, παραβιάζει η αντίδικη πλευρά. Η πιθανότητα επιτυχίας, η δεύτερη δηλαδή προϋπόθεση του άρθρου 32, χαρακτηρίζεται ως το «πρωταρχικό κριτήριο» και το Δικαστήριο προχωρά στην εξέτασή του στην περίπτωση και μόνο όπου έχει ικανοποιηθεί ότι συντρέχει το πρώτο κριτήριο του εν λόγω άρθρου. Η υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), ερμηνεύοντας το υπό αναφορά κριτήριο, καθόρισε ότι στο πλαίσιο της νομοθετικής διάταξης του άρθρου 32, δεν θα μπορούσε να είναι ο,τιδήποτε άλλο εκτός από την αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης του Ενάγοντα. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου το οποίο απαιτείται να υπερπηδήσει ο Ενάγοντας συνίσταται στην τεκμηρίωση «μιας πιθανότητας» επιτυχίας. Κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το επίπεδο δηλαδή απόδειξης που απαιτείται για πολιτική αγωγή. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο. Όπως κατ΄ επανάληψη λέχθηκε, η άσκηση κρίσης επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων στα πλαίσια αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα δεν ενδείκνυται, αρχή η οποία θα πρέπει να τηρείται με ευλάβεια. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκριση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία. Μεταξύ των περιπτώσεων όπου η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν μπορεί να κριθεί επαρκής εντάσσεται και η περίπτωση όπου γίνεται επίκληση παραβίασης δικαιωμάτων, ιδίως όπου η επικαλούμενη ζημιά ή βλάβη συνεχίζεται, με απρόβλεπτες προεκτάσεις. Οι παράγοντες που θα πρέπει να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας κατά πόσον θα εκδώσει ή όχι τα αιτούμενα διατάγματα περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τις επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του διατάγματος, την συμπεριφορά των διαδίκων, τις τυχόν επιπτώσεις σε τρίτα πρόσωπα, το κατά πόσον με την έκδοση του διατάγματος αποπερατώνεται ουσιαστικά και η ουσία της αγωγής (παράγοντας που έστω και εάν ισχύει δεν είναι απαγορευτικός για την έκδοση του διατάγματος Michael v. Brevinos,
(1969)1 CLR 568), την διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων (status quo) (βλ. Κοσμά ν. Χατζηκυπρή,
(2000)1 ΑΑΔ 169), το ότι τα Δικαστήρια δεν ενεργούν επί ματαίω (βλ. Eurocypria Airlines Ltd v. Κυπριακή Δημοκρατία κ.α.,
(2011)1Γ ΑΑΔ 1783). Το Δικαστήριο, κατά την εξέταση του μαρτυρικού υλικού που έχει τεθεί ενώπιον του, θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικό αφού δεν επιτρέπεται, στο παρόν ενδιάμεσο στάδιο, να εισέλθει στην ουσία της υπόθεσης ούτε και να προβεί σε ευρήματα επί της ουσίας της διαφοράς, παρά μόνο εκεί που είναι απόλυτα αναγκαίο, αφού τα συμπεράσματα στα οποία θα προβεί αφορούν αποκλειστικά και μόνο την έκδοση ή μη του αιτούμενου διατάγματος και όχι την ουσία της αγωγής, της οποίας τα ζητήματα «. παραμένουν ζωντανά για να αποφασισθούν όταν θα εκδικασθεί η ουσία της..» (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka
(1999)1 ΑΑΔ 225). Γενική Αρχή Quia Timet/Διατάγματα: Σε ότι αφορά την αρχή Quia Timet τέτοιου είδους διατάγματα (προληπτικά διατάγματα) λόγω της φύσεως τους δεν δίδονται ως θέμα ρουτίνας (as for course) και θα πρέπει να πληρούνται ιδιαίτερα κριτήρια. Τέτοιας φύσεως διατάγματα μπορεί να δοθούν μόνο όπου ο εκάστοτε αιτητής αποδεικνύει την ύπαρξη μεγάλης πιθανότητας με βάση τα γεγονότα για πρόκληση σ' αυτόν μεγάλη ζημιάς στο μέλλον. Πρόκειται για δικαιοδοσία η οποία θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και προσοχή. Λόγω ακριβώς της φύσης τους απαιτείται σαφής και ισχυρή μαρτυρία ότι ο απειλούμενος κίνδυνος είναι άμεσος και ορατός και η ζημιά αναπόφευκτη, σοβαρή και τέτοια που να μην αποζημιώνετε χρηματικά. Τέλος σημειώνω ότι η έκδοση τέτοιων διαταγμάτων και εφαρμογής της αρχής προϋποθέτει ότι έχει ήδη αποφασιστεί η κύρια διαφορά. Στην αγγλική υπόθεση Szabo v.Esat Digifone Limited [1998] ILRM 102, 110 υποδεικνύεται: "for a quia timet injuction to be granted there would have to be a proven substantial risk of danger". Επομένως στην βάση των πιο πάνω καταλήγω ότι: α) Η Καθ' ης η Αίτηση δεόντως και νομότυπα προχώρησε στην έναρξη και προώθηση της διαδικασίας που προβλέπεται το Μέρος VIA του Νόμου για την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων και δεν συντρέχει οποιασδήποτε λόγος για την ακύρωση και/ή αναστολή της συνέχισής της. β) Οι Αιτητές δεν έχουν καταφέρει να αποδείξουν σωρευτικά τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960 γ) Η αρχή Quia Timet δεν δικαιολογείται και/ή δεν δύναται να ασκηθεί. Πέραν όμως των πιο πάνω η Αιτήτρια 1 κρίνω ότι κωλύεται και εμποδίζεται να ισχυρίζεται ότι θα προκληθεί σε αυτή ανεπανόρθωτη ζημιά από τη στιγμή που υποθήκευσε το ακίνητο της προς όφελος της Καθ' ης η αίτηση με ελεύθερη βούληση και εις αντάλλαγμα της παροχής προς την ίδια πιστωτικών διευκολύνσεων. Είναι δηλαδή η ίδια που έδωσε το δικαίωμα στην Καθ' ης η αίτηση ως ενυπόθηκο δανειστή της όπως διαλαμβάνεται στα έγγραφα που υπέγραψε, να πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο για να εισπράξει το ενυπόθηκο χρέος εφόσον δεν τήρησε τους όρους των πιστωτικών διευκολύνσεων ή δανείου που έλαβε από την Καθ' ης η αίτηση. Σε σχέση με το ισοζύγιο της ευχέρειας παρόλο ότι η πιο πάνω κατάληξη μου περί μη εκπλήρωσης των προϋποθέσεων που θέτει το Άρθρο 32 του Ν. 14/1960 καθιστά σύμφωνα με τη νομολογία μας περιττή την ενασχόληση μου με αυτό, εντούτοις αναμφίβολα αυτό γέρνει υπέρ της μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και τούτο γιατί θα αποστερούσε από την Καθ' ης η αίτηση συμβατικά αλλά και τα υπό του Νόμου και του Συντάγματος (Άρθρα 23, 25 και 28) παρεχόμενα και διασφαλιζόμενα σε αυτή δικαιώματα και θα την έθετε σε δυσμενέστερη θέση έναντι αυτής της Αιτήτριας
  1. Στη βάση της πιο πάνω ανάλυσης των γεγονότων που χαρακτηρίζει την υπόθεση κρίνω ότι δεν τέθηκε ενώπιον μου εκείνη η μαρτυρία από τους Αιτητές που να δικαιολογεί την συνύπαρξη των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32 του Ν. 14/60 και να επιτρέπει την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων. Προχωρώ στην επεξήγηση της πιο πάνω αντίληψης μου:
  2. Ως προς την προϋπόθεση της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση προβλήθηκαν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί για ύπαρξη παρανομίας και κωλύματος της Καθ' ης η Αίτηση (όπως ήταν τότε) να εγγράφει υποθήκη χωρίς όμως αυτοί οι ισχυρισμοί να εξειδικεύονται και να επεξηγούνται. Από μόνοι τους κρίνω ότι δεν είναι ικανοί για να πετύχουν και καταδείξουν συζητήσιμη υπόθεση. Σημειώνεται επίσης ότι ενώ οι αξιώσεις τόσο της αγωγής όσο και της Αίτησης είναι σχεδόν πανομοιότυπες, προωθούνται διαφορετικοί λόγοι ως βάση αγωγής και Αίτησης, κάτι που επίσης δεν καταδεικνύει κατά την άποψη μου συζητήσιμη υπόθεση.
  3. Σε σχέση με την προϋπόθεση της ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής οι Αιτητές αναγνωρίζουν και παραδέχονται την σύναψη συμφωνίας δανείου του επίδικου λογαριασμού και λήψη δανείου και δεν αμφισβητούν το ύψους του ποσού του άρα είναι παραδεκτή η οφειλή προς την Καθ' ης η Αίτηση. Δεν έχει αποκαλυφθεί από τους Αιτητές το σημαντικό γεγονός ότι για τον υπό αναφορά λογαριασμό έχει εκδοθεί Διάταγμα Εγγραφής Διαιτητικής Απόφασης στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 673/2010 ημερομηνίας 22.09.2010 και αποτελεί εξ' αποφάσεως χρέος το οποίο μέχρι σήμερα παραμένει οφειλόμενο. Γίνεται μια γενική και αόριστη αναφορά ότι η Καθ' ης η Αίτηση (ως ήταν τότε) κωλυόταν εκ του νόμου και/ή των κανονισμών να συνάπτει συμφωνίες υποθηκών και συνεπεία τούτου η υποθήκη Υ7706/2007 (η υπό εκδίκαση στην Αίτηση) είναι άκυρη. Δεν εγείρεται κανένας άλλος ισχυρισμός. Έχοντας τούτα κατά νου δεν έχει αποδειχθεί, κατά την άποψη μου, ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής.
  4. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα ή θα υπήρχε ανεπανόρθωτη ζημιά σύμφωνα με τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί ούτε αυτή η προϋπόθεση. Είναι σαφές ότι η ζημιά που οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι θα υποστούν αν δεν εκδοθούν τα διατάγματα, είναι απομιμητή σε χρήμα. Εντούτοις δεν έχει αποδειχθεί ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν θα είναι σε θέση να τους αποζημιώσουν, στην περίπτωση που πετύχουν στην αγωγή της. Η γενική και αόριστη θέση για την αφερεγγυότητα της Καθ΄ ης η Αίτηση δεν καταδεικνύει από μόνη της, αδυναμία της Καθ' ης η αίτηση να αποζημιώσει τους Αιτητές σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής. Δεν υπάρχει τίποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα από τους Αιτητές σε περίπτωση που πετύχει στις αιτούμενες θεραπείες της αγωγής. Τέλος, από πλευράς των Αιτητών δεν τέθηκε εκείνη η μαρτυρία που να μπορεί να πείσει το Δικαστήριο ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους αυτοί θα υποστούν μεγαλύτερη βλάβη ή ζημιά απ' ότι η Καθ' ης η αίτηση η οποία έχει προσκομίσει μαρτυρία, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, ότι της οφείλονται ήδη μεγάλα χρηματικά ποσά, κάτι που ουσιαστικά δεν αμφισβητείται επαρκώς, παρά μόνο το ύψος αυτών. Επιπλέον ούτε οι συναισθηματικοί ισχυρισμοί των Αιτητών θα πρέπει να ληφθούν ως παράγοντας να ικανοποιεί την τρίτη ουσιαστική προϋπόθεση του άρθρου 32 καθότι κάτι τέτοιο θα αποτελούσε έμμεση κατάργηση του δικαιώματος κάθε ενυπόθηκου δανειστή, να προχωρήσει με εκποίηση της υποθήκης και πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων. Εν πάση περιπτώσει, έχει νομολογηθεί ότι η όποια συναισθηματική αξία των επίδικων ενυπόθηκων ακινήτων δεν διαφοροποιεί το γεγονός ότι η κατάσταση μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Όπως επισημάνθηκε στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 7.11.2018 στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Chr Karaolis Developments Ltd κ.α.: «Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου πως η παρούσα διαδικασία αφορά σε ακίνητη περιουσία και δη σε κατοικία, γεγονός το οποίο, σύμφωνα με τον Εναγόμενο 3, έχει συναισθηματική αξία για τον ίδιο και την οικογένεια του. Αυτά τα στοιχεία δεν διαφοροποιούν τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου και κυρίως το ότι η όλη κατάσταση δυνατό να αποτιμηθεί σε χρήμα. Ως εκ τούτου, θεωρώ πως ούτε και η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται στην παρούσα περίπτωση». Αφ' ης στιγμής οι Αιτητές 1 και 2 υποθήκευσαν την ακίνητη περιουσία τους για σκοπούς εξασφάλισης των υποχρεώσεων των Αιτητών 3 και 4 στην Καθ' ης η αίτηση για την τραπεζική διευκόλυνση που τους είχαν παραχωρήσει, γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν για τον εν δυνάμει κίνδυνο που αντιμετώπιζαν, κάποια στιγμή να διαταχθεί η πώληση της εν λόγω περιουσίας τους για το σκοπό που την είχαν υποθηκεύσει. Αν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα η Καθ' ης η Αίτηση θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία καθ' ότι θα της αφαιρεθούν κατ' ουσία τα συμβατικά της δικαιώματα όπως αυτά προκύπτουν από την επίδικη Συμφωνία Δανείου και της Υποθήκης XXXXX/2007 εφόσον θα κωλύεται να προχωρήσει σε εκτέλεση συμβατικής εμπράγματης εξασφάλισης, δικαίωμα που απορρέει και από τις πρόνοιες της ίδιας της υποθήκης αλλά και την εκτέλεση του εξ' αποφάσεως χρέους τους προς είσπραξη του λαβείν της με βάση τα δικαιώματα όπως αυτά προκύπτουν από το Νόμο και την διαδικασίας πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου για την μη εκπλήρωση των τριών προϋποθέσεις του άρθρου 32 δεν κρίνω ότι θα πρέπει να με απασχολήσει το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας του κατά πόσο δηλαδή είναι δίκαιο και εύλογο να παρασχεθούν οι αιτούμενες θεραπείες. ΚΑΤΑΛΗΞΗ - ΕΞΟΔΑ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Ταυτόχρονα, οι ισχυρισμοί των Αιτητών που προβάλλονται δεν είναι τέτοιοι που το Δικαστήριο να μπορεί να τους εξετάσει στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και/ή τέτοιοι που να δικαιολογούν με οποιοδήποτε τρόπο την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων καθότι δεν έχουν εγερθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοιδήποτε λόγοι που να δικαιολογούν κάτι τέτοιο και ως εκ τούτου τα αιτήματα των Αιτητών δεν έχουν αποδειχθεί και δεν μπορούν να εγκριθούν. Εάν εγκριθούν τα αιτούμενα διατάγματα η Καθ' ης η αίτηση θα αποστερηθεί της δυνατότητας εφαρμογής των συμφωνηθέντων και του δικαιώματος ανάκτησης των εξ' αποφάσεως οφειλόμενων ποσών, στη βάση των δυνατοτήτων που της παρέχει ο Νόμο. Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω να απορρίψω την αίτηση. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της εναγόμενης/ Καθ' ης η αίτηση και σε βάρος των εναγόντων/αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.