Κατσαντώνη κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4426/2013, 11/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A646 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4426/2013 Μεταξύ:
- XXXXX Κατσαντώνη
- XXXXX Στυλιανού
- XXXXX Δημητρίου Eνάγοντες Και
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ
- XXXXX Χριστοφίδης, υπό την ιδιότητά του ως Ειδικού Διαχειριστή της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ως εκπροσώπου της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Υπουργού Οικονομικών της Κυπριακής Δημοκρατίας
- Κεντρική Τράπεζα της Κυπριακής Δημοκρατίας Eναγόμενοι Αίτηση της Εναγόμενης 1 ημερ. 30/09/2020 για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης Ημερομηνία: 11 Νοεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: κα Β. Παπαγιάννη για ΔΡ. Κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΙΔΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια: κα Κ. Πολυβίου για ΧΡΥΣΑΦΙΝΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥΒΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Με την υπό κρίση Αίτηση η οποία καταχωρίστηκε στις 30/09/2020, επιδιώκεται η τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1 ως ακολούθως: «Με την προσθήκη της καινούριας παραγράφου 2, η οποία να αναγράφει τα ακόλουθα: «Οι εναγόμενοι 1 εγείρουν προδικαστική ένσταση ότι οι ενάγοντες δεν έχουν το οποιονδήποτε αγώγιμο δικαίωμα στην παρούσα αγωγή και η αγωγή δέον όπως απορριφθεί καθότι δεν ήταν σε οποιονδήποτε χρόνο οι ιδιοκτήτες των επίδικων λογαριασμών που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης των εναγόντων. Οι ενάγοντες ήταν μόνο υπογράφοντες και όχι ιδιοκτήτες των υπό κρίση λογαριασμών. Οι λογαριασμοί ανοίχτηκαν από την Επισκοπή στο όνομα «Provident Fund of the Diocese of Cyprus and the Gulf Stuff», οι αποφάσεις σε σχέση με την καταβολή των ποσών γινόταν από την Επισκοπή και τα εν λόγω ποσά καταβάλλονταν από την Επισκοπή. Οι ενάγοντες ουδεμία σχέση είχαν με το άνοιγμα και την λειτουργία του λογαριασμού αυτού. Οι εναγόμενοι 1 εγείρουν την πιο πάνω προδικαστική ένσταση και σαν ουσιαστική υπεράσπιση σε απάντηση των ισχυρισμών των εναγόντων στην Έκθεση Απαίτησης τους. Άνευ βλάβης των πιο πάνω, οι εναγόμενοι 1 αναφέρουν τα ακόλουθα:» Σημειώνεται εδώ ότι σε σχέση με τον Εναγόμενο 2 η αγωγή απορρίφθηκε στις 8/1/2018 λόγω μη προώθησης και σε σχέση με τους Εναγόμενους 3 και 4, οι Ενάγοντες διέκοψαν την παρούσα αγωγή την 1/9/2020 με σχετική δήλωση των συνηγόρων τους στην παρουσία των συνηγόρων των Εναγομένων 3 και
- Περαιτέρω, σημειώνεται ότι την 1/9/2020 ξεκίνησε η ακροαματική εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Εκείνη την ημέρα ολοκληρώθηκε η κυρίως εξέταση της ΜΕ1 και υποβλήθηκε αίτημα αναβολής για την αντεξέταση της ΜΕ1, αίτημα στο οποίο οι συνήγοροι των Εναγόντων δεν έφεραν ένσταση και το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Εν συνεχεία, η ακρόαση συνεχίστηκε στις 22/9/2020 ημέρα κατά την οποία ολοκληρώθηκε η αντεξέταση της ΜΕ1 και ακολούθως η υπόθεση ορίστηκε για συνέχιση της ακρόασης στις 9/10/20 με σκοπό την ολοκλήρωση της υπόθεσης για την πλευρά των Εναγόντων. Ακολούθησε η καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης στις 30/0/2020 η οποία ορίστηκε από το Πρωτοκολλητείο στις 9/12/
- Οι συνήγοροι των διαδίκων αποτάθηκαν στις 7/10/20 με ηλεκτρονικό μήνυμα στο Δικαστήριο υποβάλλοντας κοινό αίτημα αναβολής της ακρόασης στις 9/10/20 και αίτημα όπως το Δικαστήριο επιληφθεί της υπό κρίση αίτησης νωρίτερα από την ημερομηνία που αυτή ορίστηκε από το Πρωτοκολλητείο, αιτήματα τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Κρίνεται σκόπιμο στο σημείο αυτό, για σκοπούς πληρότητας της παρούσας απόφασης, να γίνει μία σύντομη αναφορά στις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων. Με την παρούσα αγωγή, οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον της Εναγόμενης 1 την έκδοση δηλωτικής απόφασης ότι συγκεκριμένος τραπεζικός λογαριασμός που διατηρούν οι Ενάγοντες στην Εναγόμενη 1, είναι κοινός λογαριασμός ο οποίος αποτελεί «κατάθεση που καλύπτεται από το Σχέδιο», εντός των προνοιών του Κανονισμού 8 των περί Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμών 2013 (Κ.Δ.Π. 92/2013). Αξιώνεται επίσης η έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται η Εναγόμενη 1 να επαναφέρει και/ή επιστρέψει στον εν λόγω λογαριασμό το ποσό των €70,444.89 και/ή να προβεί σε όλες τις δέουσες ενέργειες ώστε ο εν λόγω λογαριασμός να παρουσιάζει υπόλοιπο €70,444.
- Περαιτέρω, αξιώνεται η επιδίκαση αποζημιώσεων για ζημιά που έχουν υποστεί οι Ενάγοντες συνεπεία, μεταξύ άλλων, παράβασης σύμβασης, πλημμελούς εκτέλεσης καθηκόντων, αμέλειας, παράβασης εξ υπαγωγής καταπιστεύματος, παράνομης ιδιοποίησης περιουσιακών στοιχείων των Εναγόντων. Αξιώνεται επίσης, η έκδοση δηλωτικής απόφασης ότι η απομείωση και/ή επέμβαση επί των καταθέσεων που διατηρούν οι Ενάγοντες στην Εναγόμενη 1 συνιστά παράνομη και/ή αντισυμβατική και/ή αντισυνταγματική πράξη και/ή πράξη η οποία παραβιάζει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και/ή το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και/ή τον Ευρωπαϊκό Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Διαζευκτικά, οι Ενάγοντες αξιώνουν την έκδοση διατάγματος με το οποίο να ακυρώνεται η πραγματοποιηθείσα απομείωση και/ή επέμβαση επί του ποσού των καταθέσεων των Εναγόντων στην Εναγόμενη
- Η Εναγόμενη 1 αρνείται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων και τις αξιώσεις αυτών και είναι η θέση της ότι ορθώς εφάρμοσε τις πρόνοιες των περί Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμών 2013 (Κ.Δ.Π. 92/2013). Είναι η θέση της ότι από το σχέδιο προστασίας καταθέσεων εξαιρούνταν οι καταθέσεις ταμείων προνοίας και εφόσον οι ενάγοντες ενέπιπταν σε αυτήν την κατηγορία εξαιρέσεων ορθά η Εναγόμενη 1 προχώρησε με την επίδικη απομείωση. Είναι επίσης η θέση της ότι οι Ενάγοντες κωλύονται από το να εγείρουν και προωθούν την παρούσα αγωγή και άνευ βλάβης των θέσεων τους επικαλείται την υπεράσπιση της ματαίωσης σύμβασης (frustration). Επιπρόσθετα και διαζευκτικά η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση που οι διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας και των διαταγμάτων που εκδόθηκαν βάση αυτής παραβιάζουν οποιαδήποτε άρθρα του Συντάγματος, οι πρόνοιες αυτές δεν είναι παράνομες λόγω του Δικαίου της Ανάγκης. Η υπό κρίση Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας XXXXX Κόκκινου (στο εξής η ΞΚ) δικηγόρου στο γραφείο που εκπροσωπεί την Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια. Η ΞΚ αναφέρει, συνοπτικά, ότι η ανάγκη τροποποίησης προέκυψε ενώ η ακροαματική διαδικασία είχε μόλις ξεκινήσει κατά τα αρχικά στάδια της αντεξέτασης της ΜΕ1 όταν, κατά την ΞΚ, έγινε αντιληπτό ότι η Επισκοπή ήταν αυτή που όχι μόνο είχε αποφασίσει για το άνοιγμα των επίδικων λογαριασμών με το όνομα «Provident Fund of the Diocese of Cyprus and the Gulf Stuff» αλλά ήταν και αυτή που λάμβανε όλες τις αποφάσεις σε σχέση με την καταβολή και ύψος της καταβολής των εν λόγω ποσών, που επίσης ανήκαν στην ίδια. Κατά τη θέση της ΞΚ, η συμπερίληψη στην Έκθεση Υπεράσπισης της θέσης ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα δεν αλλοιώνει με οποιονδήποτε τρόπο την Υπεράσπιση της Εναγόμενης 1 αλλά αντιθέτως, κατά τη θέση της, ολοκληρώνει τις ήδη διατυπωμένες θέσεις της Εναγόμενης 1 ότι οι Ενάγοντες δεν ήταν σε οποιοιδήποτε στάδιο ιδιοκτήτες του εν λόγω λογαριασμού παρά μόνο υπογράφοντες αυτού. Κατά τη θέση της, οι επίδικοι λογαριασμοί ανήκαν στην Επισκοπή και όχι στους Ενάγοντες και αυτό ξεκαθαρίστηκε, σύμφωνα πάντα με τη θέση της ΞΚ, μέσα από την μαρτυρία της ΜΕ1 κατά την αντεξέταση της. Σύμφωνα με την ΞΚ, η αιτούμενη τροποποίηση έλαβε χώρα ευθύς μόλις οι δικηγόροι της Εναγόμενης 1 αντιλήφθηκαν τη θέση των εναγόντων. Κατά τη θέση της, η έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης δεν θα δημιουργήσει πολυπλοκότητα στη διαδικασία ούτε θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα των εναγόντων. Η αιτούμενη τροποποίηση ξεκαθαρίζει, κατά τη ΞΚ, την ήδη υποβληθείσα θέση της Εναγόμενης 1 με ένα πιο εμπεριστατωμένο και ολοκληρωμένο τρόπο και με μοναδικό σκοπό να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα στοιχεία τα οποία θα υποβοηθήσουν τη δίκαιη διεκπεραίωση της υπόθεσης και ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης. Η πλευρά των Εναγόντων καταχώρησε στις 26/10/2020 ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση (στο εξής η Ένσταση), προβάλλοντας συνολικά 8 λόγους ένστασης. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται ως ακολούθως: - Η υπό κρίση αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και καταχρηστική. - Με την υπό κρίση αίτηση η Εναγόμενη 1 προβαίνει σε ουσιαστική και/ή ριζική αναδόμηση της Υπεράσπισης της και/ή επιχειρεί την προώθηση αντιφατικών ισχυρισμών. - Τυχόν έγκριση της υπό κρίση αίτησης θα μεταβάλει το πλαίσιο της ήδη ξεκινημένης ακροαματικής διαδικασίας και θα επιβάλει τον επανακαθορισμό της θέσης των εναγόντων. - Η υπό κρίση αίτηση δεν είναι αναγκαία και καταχωρίστηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση η οποία δεν έχει δικαιολογηθεί επαρκώς προκαλώντας περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης και επηρεάζοντας τα δικαιώματα των Εναγόντων. - Το αίτημα για τροποποίηση είναι πρόωρο γιατί η πλευρά των Εναγόντων δεν έχει ακόμα ολοκληρώσει την μαρτυρία της. Η Ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Ταλιαδώρου, (στο εξής η ΗΤ). Ο ΗΤ αναφέρει, συνοπτικά, ότι με την υπό κρίση Αίτηση επιχειρείται μία ουσιαστική και ριζική αναδόμηση της υπεράσπισης καθώς και προώθηση αντιφατικών ισχυρισμών γεγονός το οποίο, κατά τη θέση του ΗΤ, δημιουργεί αμηχανία και σύγχυση στους Ενάγοντες. Με αναφορά σε αποσπάσματα του υφιστάμενου δικογράφου εξηγεί γιατί κατά τη θέση του η τροποποίηση που επιδιώκεται προσκρούει στο περιεχόμενο της υφιστάμενης υπεράσπισης. Συγκεκριμένα, παραθέτει αναφορές του υφιστάμενου δικογράφου όπου δικογραφείται ότι είναι οι ενάγοντες που αιτήθηκαν το άνοιγμα των επίδικων λογαριασμών ενώ με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται, κατά τον ίδιο, να εισαχθεί η θέση ότι οι ενάγοντες δεν είχαν σχέση με το άνοιγμα των επίδικων λογαριασμών. Περαιτέρω, κατά τη θέση του ΗΤ, η αιτούμενη τροποποίηση συγκρούεται επίσης και με άλλο σημείο της υφιστάμενης τροποποίησης σύμφωνα με το οποίο οι επίδικοι λογαριασμοί αποτελούσαν λογαριασμούς ταμείου προνοίας. Περαιτέρω, κατά τη θέση του ΗΤ, τυχόν έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης θα μεταβάλει το πλαίσιο της ήδη ξεκινημένης ακροαματικής διαδικασίας και θα επιβάλει τον επανακαθορισμό της θέσης των εναγόντων με την ανάγκη καταχώρησης τροποποιημένης απάντησης κάτι που θα επιφέρει ζημιογόνες συνέπειες στα δικαιώματα των εναγόντων και περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της ουσίας της επίδικης διαφοράς. Επίσης, αναφέρει ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε ουσιαστική εξήγηση για την καθυστέρηση αφού, σύμφωνα πάντα με τον ΗΤ, η προσφερθείσα μαρτυρία συνάδει πλήρως με τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγόντων. Κατά τη θέση του ΗΤ, η υπό κρίση αίτηση δεν είναι αναγκαία και η Εναγόμενη 1 έχει ενεργήσει καταχρηστικά αφού γνώριζε εξ αρχής τη θέση των Εναγόντων με αποτέλεσμα η υπό κρίση Αίτηση να εκτροχιάζει τη διαδικασία της ακρόασης. Άνευ βλάβης των όσων παραθέτει ο ΗΤ, αναφέρει επίσης ότι το αίτημα της Εναγόμενης 1 είναι πρόωρο καθότι η πλευρά των Εναγόντων δεν έχει ακόμα ολοκληρώσει την προσκόμιση της μαρτυρίας της για την απόδειξη της αξίωσης της αφού προτίθεται να παρουσιάσει ακόμα ένα, τουλάχιστον, μάρτυρα. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ως αυτές ίσχυαν κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο και τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία, η τροποποίηση δικογράφων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και μπορεί να επιτραπεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, νοουμένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν αναγκαία για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου (βλ. Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation,
(2013)1 (Α) Α.ΑΔ. 543). Υπάρχει πληθώρα αποφάσεων τόσο των αγγλικών Δικαστηρίων όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου επί του θέματος. Η σύγχρονη τάση, όπως προκύπτει από την νομολογία, είναι ότι τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις δικογράφων ακόμη και στην περίπτωση που αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά, που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ 934) στην οποία υιοθετήθηκε η Αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd. v. Associated Newspapers Ltd
(1970)1 All E.R. 754). Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44 λέχθηκε, μεταξύ άλλων, για το θέμα της καθυστέρησης, ότι το κατά πόσο η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου, πρέπει να εξετάζεται στο πλαίσιο της συγκεκριμένης δίκης. Οι προϋποθέσεις τις οποίες το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, συνοψίζονται στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 33, 36,
- Παραθέτω πιο κάτω το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση αυτή: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
- Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
- Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
- Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
- Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». Έχει νομολογηθεί επίσης ότι ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης ή της υπεράσπισης και εμφανής κακοπιστία εκ μέρους του αιτητή, δεν δικαιολογούν έγκριση του αιτήματος. Εκεί όπου εγείρεται ζήτημα κακοπιστίας, ο διάδικος που την επικαλείται έχει και το βάρος απόδειξης της (Βλ. Astor Co κ.ά. v. A & G Leventis Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 και Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). Η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής ή υπεράσπισης δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη της αίτησης αλλά αποτελεί στοιχείο και/ή παράγοντα που συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία στο πλαίσιο εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας
(2012)1 Α.Α.Δ. 745 όπου λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Οι Εφεσείοντες προβάλλουν επίσης στα πλαίσια του τρίτου λόγου έφεσης, ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έπρεπε να επιτρέψει την τροποποίηση, εφόσον με αυτή προστίθεντο νέες βάσεις υπεράσπισης. Συνήθως η συγκεκριμένη ένσταση εγείρεται σε περιπτώσεις που γίνεται προσπάθεια να προστεθούν νέες βάσεις αγωγής εντελώς διαφορετικές από τις αρχικές, κάτι το οποίο θεωρείται ότι τείνει να περιπλέξει τα επίδικα θέματα. Ορισμένες φορές μάλιστα, οι νέες αιτίες αγωγής ενδέχεται να έχουν παραγραφεί. Όμως η προσθήκη νέων υπερασπίσεων, δεν έχει την ίδια δυναμική, εφόσον ο ενάγων έχει πάντοτε τη δυνατότητα να αντικρούσει τους όποιους ισχυρισμούς, με την Απάντησή του στην Υπεράσπιση (βλ. Σύγγραμμα Annual Practice 1958, σελ. 627). Όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, η οποία δεν έχει παραγραφεί, η οποία θεωρείται πολύ πιο σοβαρή δικονομική ενέργεια από την εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης, η αίτηση τροποποίησης δεν οδηγείται χωρίς άλλο σε απόρριψη, αλλά ο παράγοντας αυτός συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία (βλ. Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 707)». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Στην υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης & Συνέταιροι κ.α.
(2012)1 ΑΑΔ 817 τονίστηκε ότι: «Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Σε ό,τι αφορά το χρόνο υποβολής μιας αίτησης για τροποποίηση έχει νομολογηθεί ότι ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα καθοριστικής σημασίας. Η δε διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν όλα τα σχετικά δεδομένα στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης. Μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης (βλ. Saba & Co (T.M.P) v. T.M.P Agents
(1994)1 A.A.Δ 426.) Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει και η υπόθεση Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005, στην τονίζεται ότι η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμα να γίνει σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό στάδιο της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Η υπόθεση Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.ά., ECLI:CY:AD:2014:A205, ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, 20.3.2014, είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική ως προς το θέμα της καθυστέρησης. Σε αυτή οι αρχές συνοψίζονται ως ακολούθως: «Έχουν ήδη παρατεθεί οι βασικές αρχές, οι οποίες και συνιστούν τον γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, κατά την εξέταση ζητήματος τροποποίησης δικογράφων. Ειδικότερα ως προς το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων». (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Συνοψίζοντας τις καλά εμπεδωμένες νομολογιακές αρχές που διέπουν το θέμα της τροποποίησης δικογράφων καθίσταται σαφές ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου κατά την εξέταση αιτημάτων τροποποίησης (υπό το φως των προνοιών της Δ.25 ως αυτές ίσχυαν κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο), ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών με κυρίαρχο στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της δικαιοσύνης.[1] Η τάση της νομολογίας δείχνει φιλελεύθερη προσέγγιση, ακόμα και όταν η όποια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, εκτός στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται κακοπιστία και ζημιά ή αδικία η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα.[2] Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση. Εξέταση υπό κρίση Αίτησης: Για τους σκοπούς της εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης έχω, βεβαίως, λάβει υπόψη μου τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων τα οποία έχουν εκτεθεί με πληρότητα και με τρόπο υποβοηθητικό προς το Δικαστήριο μέσω των γραπτών τους αγορεύσεων. Η επιχειρηματολογία των δύο συνηγόρων καταγράφεται λεπτομερώς στις γραπτές αγορεύσεις τις οποίες παρέδωσαν στο Δικαστήριο και για το λόγο αυτό δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω. Αναφορά στις θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων θα γίνει εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο. Εν πρώτοις, κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ συνοπτικά στο ιστορικό της μέχρι σήμερα διαδικασίας όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης. Στις 8/06/2013 καταχωρίστηκε το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Στις 8/07/2013 είχε καταχωριστεί επίσης και αίτηση για έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων εκ μέρους των Εναγόντων η οποία τελικά αποσύρθηκε στις 4/10/
- Στις 14/03/2014 καταχωρίστηκε η Έκθεση Απαίτησης. Στις 3/09/2015 καταχωρίστηκε η Έκθεσης Υπεράσπισης από μέρους της Εναγόμενης
- Στις 17/5/2016 καταχωρίστηκε η απάντηση στην Έκθεση Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1 από μέρους των Εναγόντων. Η αγωγή ορίστηκε πρώτη φορά για οδηγίες στις 20/09/2016 κατόπιν αίτησης ορισμού των Εναγόντων που καταχωρίστηκε στις 17/5/
- Στις 20/09/2016 εκδόθηκε διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων από όλες τις πλευρές. Η υπόθεση στη συνέχεια ορίστηκε σε διάφορες ημερομηνίες για οδηγίες με σκοπό να ολοκληρωθεί η διαδικασία αποκάλυψης. Η πλευρά της Εναγόμενης 1 καταχώρησε ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων στις 26/10/16 και η πλευρά των Εναγόντων στις 21/11/
- Αφού ολοκληρώθηκε η διαδικασία αποκάλυψης με την καταχώρηση ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων εκ μέρους των Εναγομένων 4 στις 29/9/2017, η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες στις 6/11/2017 και 1/12/2017 κατόπιν αιτημάτων των συνηγόρων των Εναγόντων και των Εναγομένων
- Η αγωγή ορίστηκε πρώτη φορά για ακρόαση στις 8/06/2018, ημερομηνία κατά την οποία υποβλήθηκε αίτημα αναβολής εκ μέρους των συνηγόρων του Εναγόμενου 3, στο οποίο δεν έφεραν ένσταση οι υπόλοιποι συνήγοροι. Ακολούθως, η αγωγή ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση σε διάφορες ημερομηνίες, ήτοι 10/12/2018, 17/6/2019, 21/10/2019, 17/2/20 και 19/2/20 όπου και αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου. Εν συνεχεία ορίστηκε εκ νέου στις 28/4/20, όπου και αναβλήθηκε εξαιτίας της έκτακτης κατάστασης που προέκυψε στην Κύπρο λόγω της πανδημίας και αφού ορίστηκε για προγραμματισμό στις 3/06/2020 ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση την 01/09/2020, ημέρα κατά την οποία άρχισε η ακροαματική εκδίκαση. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω τους λόγους ένστασης. Όσον αφορά τους λόγους που συναρτώνται με τη θέση ότι επιδιώκεται με την αιτούμενη τροποποίηση η ουσιαστική και/ή ριζική, όπως το θέτουν οι Ενάγοντες, αναδόμηση της Υπεράσπισης, παρατηρώ ότι η θέση αυτή δεν ευσταθεί. Και εξηγώ. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της υφιστάμενης υπεράσπισης και πιο συγκεκριμένα την παράγραφο 4 αυτής, δικογραφείται η θέση ότι οι Ενάγοντες στις επίδικες αιτήσεις και συμφωνίες δεν προσδιορίζονται ως ιδιοκτήτες των επίδικων λογαριασμών αλλά προσδιορίζονται σαν διευθυντές της εταιρείας προς όφελος της οποίας συστάθηκε το επίδικο ταμείο προνοίας και σαν τα άτομα με δικαίωμα υπογραφής σε σχέση με τους επίδικους λογαριασμούς. Συνεπώς, προκύπτει ότι γίνεται, έστω και με κάποια γενικότητα, αναφορά ως προς το θέμα της ιδιοκτησίας των επίδικων λογαριασμών και συγκεκριμένα, ως προς το ότι οι Ενάγοντες δεν παρουσιάζονταν ως τέτοιοι (δηλαδή ιδιοκτήτες των επίδικων λογαριασμών) στα σχετικά με τους επίδικους λογαριασμούς έγγραφα. Συγκεκριμένα, στην υφιστάμενη Υπεράσπιση, δικογραφείται η ακόλουθη αναφορά: «Οι Ενάγοντες στις σχετικές αιτήσεις και συμφωνίες προσδιορίζονται απλά σαν οι διευθυντές της εταιρείας προς όφελος της οποίας συστάθηκε το επίδικο ταμείο προνοίας και σαν τα άτομα με δικαίωμα υπογραφής σε σχέση με τους υπό κρίση λογαριασμούς και όχι σαν οι ιδιοκτήτες των εν λόγω λογαριασμών». Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί υπό αυτά τα δεδομένα ότι η αναφορά που επιδιώκεται να δικογραφηθεί με την προτεινόμενη Υπεράσπιση αναδομεί, και μάλιστα ριζικά, την Υπεράσπιση της Εναγόμενης
- Με την προτεινόμενη τροποποίηση επιδιώκεται να τεθεί, προδικαστικά, συγκεκριμένη θέση περί μη ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος στην παρούσα αγωγή από τους Ενάγοντες η οποία ανάγεται στην θέση της Εναγόμενης 1 ως προς την ιδιοκτησία των επίδικων λογαριασμών, για την οποία είχε κάνει αναφορά η Εναγόμενη 1 στην υφιστάμενη Υπεράσπιση και την οποία επιδιώκει να εξειδικεύσει με την προτεινόμενη Υπεράσπιση, επιδιώκοντας να προβάλει επιπρόσθετα ότι η Επισκοπή ήταν αυτή που άνοιξε τους λογαριασμούς και λάμβανε τις αποφάσεις σε σχέση με την καταβολή ποσών και ήταν αυτή που κατέβαλλε τα εν λόγω ποσά, χωρίς να έχουν σχέση οι Ενάγοντες με το άνοιγμα και τη λειτουργία του «λογαριασμού αυτού». Η θέση περί έλλειψης αγώγιμου δικαιώματος είναι ο νομικός ισχυρισμός που επιδιώκεται να εισαχθεί, προδικαστικά, και ο οποίος επίσης ανάγεται, στο γεγονός της ιδιοκτησίας των επίδικων λογαριασμών, με τον τρόπο που το γεγονός αυτό επιδιώκεται να εξειδικευθεί με την αιτούμενη τροποποίηση. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω, κρίνω ότι οι σχετικοί λόγοι ένστασης είναι απορριπτέοι και απορρίπτονται. Όσον αφορά τους λόγους ένστασης που συναρτώνται με τη θέση ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα πρέπει να επιτραπεί γιατί επιχειρείται η προώθηση αντιφατικών ισχυρισμών με αποτέλεσμα να προκαλείται σύγχυση στους Ενάγοντες παρατηρώ τα ακόλουθα: Στην υφιστάμενη υπεράσπιση, δικογραφείται στην παράγραφο 4 η θέση ότι ήταν οι Ενάγοντες που είχαν αιτηθεί το άνοιγμα των επίδικων λογαριασμών και ότι οι επίδικοι λογαριασμοί ανοίχθηκαν σε συγκεκριμένο όνομα μετά από οδηγίες των ίδιων των εναγόντων. Με την προτεινόμενη τροποποίηση, επιδιώκεται να δικογραφηθεί προδικαστικά, μεταξύ άλλων, η θέση ότι οι ενάγοντες ουδεμία σχέση είχαν με το άνοιγμα και την λειτουργία του επίδικου λογαριασμού. Είναι γεγονός ότι σε σχέση με το ζήτημα του ανοίγματος των επίδικων λογαριασμών, αναδεικνύεται μία διάσταση μεταξύ της θέσης στην υφιστάμενη Υπεράσπιση και αυτής στην προτεινόμενη Υπεράσπιση με αποτέλεσμα να τίθεται, εκ πρώτης όψεως, ζήτημα αντιφατικότητας αυτών των αναφορών. Ταυτόχρονα, όμως, σημειώνεται ότι με την προτεινόμενη τροποποίηση η Εναγόμενη 1 ρητά καταγράφει ότι τα όσα δικογραφούνται στην υφιστάμενη Υπεράσπιση αναφέρονται άνευ βλάβης των όσων επιδιώκει η Εναγόμενη 1 να θέσει με την προτεινόμενη τροποποίηση (σχετική είναι η τελευταία πρόταση της παραγράφου που επιδιώκεται να εισαχθεί με την αιτούμενη τροποποίηση). Σύμφωνα με τις καλά εμπεδωμένες νομολογιακές αρχές ως προς το ζήτημα προώθησης στα δικόγραφα διαζευκτικών και αντιφατικών θέσεων, ένας διάδικος οφείλει κατά τη δίκη να επιλέξει και προωθήσει ισχυρισμούς που να μην είναι αντιφατικοί έστω και αν στο δικόγραφό του έχει τη δυνατότητα διατύπωσης διαζευκτικών ισχυρισμών. Στην Βασιλική Π. Χαρούς, V. Χρίστου Π. Χαρούς κ.α.,
(2010)1 ΑΑΔ 267, 1 Μαρτίου, 2010 λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Ένας διάδικος, παρόλο που στο δικόγραφό του έχει τη δυνατότητα διατύπωσης διαζευκτικών ισχυρισμών, κατά τη δίκη πρέπει να επιλέγει και προωθεί ισχυρισμούς που να μην είναι αντιφατικοί». Περαιτέρω, στην Frakapor Courier Ltd, v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ., (Πολιτική Έφεση Αρ. 9/2011), 15 Ιουνίου, 2016 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «διαζευκτικές υπερασπιστικές γραμμές, είναι μεν επιτρεπτό να περιλαμβάνονται σ' ένα δικόγραφο, πλην, όμως, αν δεν στοιχειοθετηθούν με ανάλογη μαρτυρία, καταδεικνύουν το ασαφές και αφήνουν μετέωρη σ' απόρριψη κάθε εκδοχή». Συνεπώς, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη 1 έχει τη δυνατότητα να προωθήσει με διαζευκτικό τρόπο τις θέσεις της με τον τρόπο που επιδιώκει να τις δικογραφήσει και δεν θα μπορούσε στο στάδιο αυτό η δικογράφηση διαζευκτικών και αντιφατικών ισχυρισμών να αποτελέσει λόγο απόρριψης του αιτήματος της Εναγόμενης 1 για τροποποίηση της Υπεράσπισης της. Επομένως, οι σχετικοί λόγοι ένστασης είναι απορριπτέοι και απορρίπτονται. Το τι είναι αυτό που τελικά η Εναγόμενη 1 θα επιλέξει να προωθήσει κατά τη δίκη σε σχέση με το άνοιγμα των επίδικων λογαριασμών είναι κάτι το οποίο θα απασχολήσει το Δικαστήριο στο κατάλληλο στάδιο και θα εξεταστεί από το Δικαστήριο σε συνάρτηση με την μαρτυρία που θα προσκομιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Προχωρώ τώρα να εξετάσω τους λόγους ένστασης που συναρτώνται με την θέση των Εναγόντων περί υπέρμετρης καθυστέρησης, δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων τους και κατάχρησης της διαδικασίας. Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι ενώ η παρούσα Αγωγή κατεχωρήθη το 2013, η υπό κρίση Αίτηση τροποποίησης κατεχωρήθη το 2020 και πιο συγκεκριμένα, μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και αφού είχε ολοκληρωθεί η μαρτυρία του πρώτου μάρτυρα για την πλευρά των Εναγόντων. Ως αιτιολογία για την επιδιωκόμενη τροποποίηση στο παρόν στάδιο η πλευρά της Εναγόμενης 1 επικαλείται ότι η ανάγκη τροποποίησης προέκυψε ενώ η ακροαματική διαδικασία είχε μόλις ξεκινήσει, κατά τα αρχικά στάδια της αντεξέτασης της ενάγουσας 1 όταν και έγινε αντιληπτό ότι η Επισκοπή ήταν αυτή που, κατά τη θέση της ΞΚ, όχι μόνο αποφάσισε για το άνοιγμα των επίδικων λογαριασμών με συγκεκριμένο όνομα αλλά ήταν και αυτή που λάμβανε όλες τις αποφάσεις σε σχέση με την καταβολή και ύψος της καταβολής των εν λόγω ποσών που ανήκαν στην ίδια. Στην αντίπερα όχθη, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η προσφερθείσα μαρτυρία συνάδει πλήρως και επί της ουσίας, απλώς επιβεβαιώνει τις μέχρι σήμερα δικογραφημένες θέσεις τους και υπό αυτήν την έννοια το αίτημα θα μπορούσε να λάβει χώρα σε προγενέστερο χρόνο. Όπως έχει αναγνωρισθεί στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Ν. Σιακόλα (ανωτέρω) δεν μπορεί να καταλογίζεται υπέρμετρη καθυστέρηση σε κάποιον ο οποίος δεν είχε, προηγουμένως, συνειδητοποιήσει ή αντιληφθεί ότι θα ήταν αναγκαίο να προβεί σε διάβημα για τροποποίηση ώστε να παρουσιάσει την υπόθεση του με τον πρέποντα τρόπο, έστω και αν έπρεπε να το αντιληφθεί νωρίτερα με αποτέλεσμα η παράλειψη του να οφείλεται καθαρά σε αμέλεια ή παραδρομή ή σφάλμα του ιδίου ή του δικηγόρου του, υπό τον όρο, βεβαίως, της ανυπαρξίας κακοπιστίας εκ μέρους του. Με αυτή την έννοια, και υπό το φως της εξήγησης που δόθηκε περί διαπίστωσης της ανάγκης κατά το στάδιο της αντεξέτασης της ενάγουσας 1, δεν μπορώ να διαγνώσω την ύπαρξη υπέρμετρης ή αναιτιολόγητης καθυστέρησης εκ μέρους της Εναγόμενης 1 ούτε και πρόθεση πρόκλησης καθυστέρησης στη διαδικασία ή κακοπιστία ή καταχρηστική συμπεριφορά εκ μέρους τους. Στην υπό εξέταση περίπτωση διαπιστώνω ότι η ακροαματική διαδικασία έχει μεν ξεκινήσει με την παρουσίαση του πρώτου μάρτυρα για την πλευρά των Εναγόντων, πλην όμως η πλευρά των Εναγόντων έχει ακόμα τη δυνατότητα παρουσίασης επιπρόσθετης μαρτυρίας, όπως άλλωστε φαίνεται να προτίθεται να πράξει σύμφωνα με τα λεγόμενα του ΗΤ στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση. Δεν βλέπω εν προκειμένω να δημιουργείται με την τροποποίηση οποιοδήποτε ανυπέρβλητο εμπόδιο ή ανεπανόρθωτη ζημιά στα συμφέροντα των Εναγόντων που να μην μπορεί να αποκατασταθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Δυσμενής επηρεασμός, αν δεν καταδειχθεί με στοιχεία, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε ασφαλές συμπέρασμα ύπαρξής του. Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι δεν προκαλείται εν προκειμένω τέτοια ζημιά ή αδικία στην πλευρά των Εναγόντων η οποία να μην μπορεί να αντιμετωπιστεί με κατάλληλη διαταγή σε σχέση με τα έξοδα τη στιγμή μάλιστα που οι Ενάγοντες δεν έχουν ακόμα ολοκληρώσει την μαρτυρία τους με αποτέλεσμα να έχουν την δυνατότητα να προσκομίσουν την οποιαδήποτε επιπρόσθετη μαρτυρία ήθελε θεωρήσουν αναγκαία για την απόδειξη της αξίωσης τους. Από την άλλη, η έγκριση του αιτήματος τροποποίησης της Υπεράσπισης θα θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλες τις λεπτομέρειες των επίδικων ζητημάτων που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση και είναι επομένως προς όφελος της ορθής απονομής της δικαιοσύνης να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση. Είναι γεγονός ότι έχει, λόγω της καταχώρισης της υπό κρίση Αίτησης, προκύψει καθυστέρηση στην εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης στην οποία βεβαίως έχει συντείνει και η καταχώρηση ένστασης από την πλευρά των Εναγόντων (ως άλλωστε είχαν δικαίωμα να πράξουν). Η έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει μία ακόμα μικρή καθυστέρηση μέχρι την ολοκλήρωση των τροποποιημένων δικογράφων πλην όμως δεν είναι τέτοιας μορφής που να τίθεται θέμα εκτροχιασμού της πορείας της υπόθεσης. Να τονίσω στο σημείο αυτό ότι, ενώ το Δικαστήριο κατά την εξέταση αιτήματος τροποποίησης βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, κρίσιμος, τελικά, παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, οι σχετικοί λόγοι ένστασης απορρίπτονται. Όσον αφορά τον λόγο ένστασης που συναρτάται με τη θέση ότι η υπό κρίση Αίτηση είναι πρόωρη καθότι οι Ενάγοντες δεν έχουν ακόμα εκθέσει το πλήρες φάσμα της υπόθεσης τους επειδή δεν έχουν ακόμα ολοκληρώσει την μαρτυρία που θα παρουσιάσουν προς απόδειξη της αξίωσης τους κρίνω ότι ο λόγος αυτός είναι προδήλως αβάσιμος και ως τέτοιος, απορριπτέος. Η Εναγόμενη 1 έκρινε ότι ήταν αναγκαίο σε αυτό το στάδιο και στη βάση της μέχρι στιγμής προσκομισθείσας μαρτυρίας να καταχωρήσει την υπό κρίση Αίτηση και δεν εξηγείται από τους Ενάγοντες με ποιο τρόπο και για ποιο λόγο η προσκόμιση περαιτέρω μαρτυρίας από αυτούς καθιστά το διάβημα που προωθεί με την υπό κρίση Αίτηση η Εναγόμενη 1 σε αυτό το στάδιο, πρόωρο. Πέραν τούτου, η γενικότητα και η αοριστία με την οποία προβάλλεται αυτή η θέση δεν αφήνει περιθώρια επιτυχίας της και συνεπώς, απορρίπτεται. Κατάληξη Υπό το φως όλων των ανωτέρω και συνεκτιμώντας όλα τα γεγονότα της υπόθεσης κρίνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της Εναγόμενης 1 - Αιτήτριας. Συνεπώς, εκδίδεται Διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης ως η Αίτηση. Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης να καταχωρηθεί εντός 5 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος Διατάγματος και τροποποιημένη Απάντηση εντός 5 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης. Εν όψει του αποτελέσματος της παρούσας Αίτησης αλλά και του κανόνα ότι ο διάδικος που ζητά την τροποποίηση επωμίζεται τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα έξοδα που δημιουργούνται λόγω της τροποποίησης (costs thrown away), τα έξοδα της παρούσας Αίτησης καθώς, επίσης, και όσα έξοδα δημιουργηθούν ως αποτέλεσμα της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης 1 - Αιτήτριας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] βλ. επίσης Ε. Φιλίππου Λτδ ν. Compass Insurance Co. Ltd (Αρ. 1)
(1990)1 AAΔ 24, Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 11) [2] βλ. επίσης Μάκης Σαββίδης ν Αυγής Π. Μαθηκολώνη - Πουργουρίδου, ΄Εφεση Αρ. 5/2016, 15/2/2018, Λάμπη v. Alpha Bank Limited, Πολιτική Έφεση Αρ.: 372/2012, ημερ. 26/3/2019, Forcan v. Hemslade Trading Ltd, Πολιτική Εφεση Αρ. 43/2013, ημερ. 6/11/2018 και Ανδριανή Αρακελιάν, Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L Arakelian ν Ταμείου Προνοίας του προσωπικού της Marfin Λαϊκής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των εξαρτημένων της εταιρειών κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A87, ECLI:CY:AD:2016:A87, Πολιτική Έφεση Αρ. 51/2012, 11/2/2016). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο