Φρίξου κ.α. ν. Academic Alpha Consultants Ltd κ.α., Αγωγή 2678/2012, 2/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A644 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αγωγή 2678/2012
- XXXXX Φρίξου, εκ Λευκωσίας
- XXXXX Φρίξου, εκ Λευκωσίας
- XXXXX Φρίξου, εκ Λευκωσίας Εναγόντων και
- Academic Alpha Consultants Ltd, εκ Λευκωσίας
- Alpha Consultants Ltd, εκ Λευκωσίας
- XXXXX Karatzia Santagelo, εκ Λευκωσίας εμπορευόμενη κάτω από την επωνυμία Academic Alpha Consultants Ltd ή/και Alpha Consultants Ltd Εναγομένων Αίτημα για διαγραφή του περιεχομένου της γραπτής δήλωσης της ΜΕ3 Ημερομηνία: 2/10/2020 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Μ. Ραφαήλ για ΓΛΑΥΚΟΣ Ν. ΡΑΦΑΗΛ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη 3: κα Ν Πελαβά μαζί με κ. Κκαΐλη για ΧΑΒΙΑΡΑΣ & ΦΙΛΙΠΠΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Η κυρίως δίκη στην παρούσα αγωγή βρίσκεται σε εξέλιξη. Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων αποζημιώσεις για αμέλεια και/ή παράβαση σύμβασης παροχής υπηρεσιών συμβουλευτικής καθοδήγησης που είχε κατ' ισχυρισμό συναφθεί μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγόμενης
- Σε σχέση με τους Εναγόμενους 1 και 2 ζητήθηκε άδεια απόσυρσης της αγωγής από τους συνήγορους των Εναγόντων πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας η οποία δόθηκε και ως εκ τούτου, η αγωγή εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 έχει απορριφθεί. Η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή προωθείται μόνο σε σχέση με την Εναγόμενη
- Με την Έκθεση Υπεράσπισης της, η Εναγόμενη 3 αρνείται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων και τις λεπτομέρειες αμέλειας ως αυτές εκτίθεται στην Έκθεση Απαίτησης και προβάλλει τη θέση ότι εκπλήρωσε δεόντως τις συμβατικές και/ή κατά το Νόμο υποχρεώσεις της έναντι των Εναγόντων. Το αίτημα για διαγραφή του περιεχομένου της γραπτής δήλωσης της ΜΕ3 Για την πλευρά της Ενάγουσας έχουν καταθέσει ήδη δύο μάρτυρες. Στο εδώλιο του μάρτυρα βρίσκεται η ΜΕ3, Μ. Βαρνάβα. Κατά το στάδιο που επιχειρήθηκε η κατάθεση της γραπτής δήλωσης της ΜΕ3 για την πλευρά της Ενάγουσας με σκοπό να κατατεθεί ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, ηγέρθηκε από τη συνήγορο της Εναγόμενης 3 ένσταση στην κατάθεση της και προωθήθηκε αίτημα διαγραφής του περιεχομένου της δήλωσης της εν λόγω μάρτυρος στην ολότητά του. Η συνήγορος της Εναγόμενης 3 ανέφερε προς υποστήριξη του αιτήματός της ότι το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης που επιδιώκεται να κατατεθεί και να αποτελέσει μέρος της κυρίως εξέτασης της ΜΕ3 κάνει αναφορά σε γεγονότα τα οποία δεν έχουν δικογραφηθεί από την πλευρά της Ενάγουσας και τα οποία, εν πάση περιπτώσει, είναι, κατά τη θέση της, εντελώς άσχετα με τα επίδικα θέματα. Υποστήριξε ότι σε περίπτωση που επιτραπεί η παρουσίαση της μαρτυρίας που επιχειρείται να παρουσιαστεί από την πλευρά των Εναγόντων θα εκτροχιαστεί η διαδικασία αφού αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει και η πλευρά της Εναγόμενης 3 να προσκομίσει σχετική μαρτυρία που να αντικρούει τα όσα η ΜΕ3 προτίθεται να καταθέσει στο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι θα χρειαστεί να παρουσιάσει και η πλευρά της Εναγόμενης 3 στο Δικαστήριο μαρτυρία φοιτητών με τους οποίους είχε συνεργαστεί η Εναγόμενη 3 και οι οποίοι ήταν πολύ ευχαριστημένοι με τις υπηρεσίες της. Στην αντίπερα όχθη, ο συνήγορος για την πλευρά των Εναγόντων υποστήριξε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτρέψει την κατάθεση της μαρτυρίας που επιδιώκεται να παρουσιαστεί αφού η εν λόγω μαρτυρία κάνει αναφορά σε όμοια γεγονότα με τα επίδικα αφού αφορά παράπονο που είχε η ΜΕ3, φοιτήτρια κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο, όπως ήταν και η Ενάγουσα 1, εναντίον της Εναγόμενης 3 και υποστηρίζει κατά τη θέση του την εκδοχή της Ενάγουσας
- Το περιεχόμενο της δήλωσης που επιδιώκεται να κατατεθεί ως μέρος της κυρίως εξέτασης της ΜΕ3 Έχω διεξέλθει του περιεχομένου της δήλωσης της ΜΕ3 και κρίνω σκόπιμο σε αυτό το σημείο και προτού εξετάσω το αίτημα που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, να συνοψίσω την μαρτυρία που επιδιώκεται να κατατεθεί στο Δικαστήριο ως μέρος της κυρίως εξέτασης της ΜΕ
- Σύμφωνα με το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης που επιδιώκεται να κατατεθεί στο Δικαστήριο, η ΜΕ3 ήταν κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο φοιτήτρια και είχε αποταθεί στην Εναγόμενη 3 για συμβουλευτική καθοδήγηση. Η ίδια αναφέρει ότι κατόπιν συμβουλών της Εναγόμενης 3 η ίδια εξασφάλισε θέση σε συγκεκριμένο πανεπιστήμιο και γίνεται αναφορά σε συζήτηση που είχαν μεταξύ τους σε σχέση με διαβεβαιώσεις που της είχε δώσει κατά τη θέση της η Εναγόμενη 3 ότι η ίδια (δηλ. η ΜΕ3) δεν θα χρειαζόταν να προβεί σε κάποια ενέργεια για τις σπουδές της. Ακολούθως αναφέρει ότι είχε μεταβεί στο πανεπιστήμιο που την είχε δεχθεί για φοίτηση οπότε και αντιλήφθηκε ότι δεν μπορούσε να εισέλθει στο χώρο του Πανεπιστημίου χρησιμοποιώντας τη φοιτητική της κάρτα η οποία δεν της έδινε πρόσβαση στο χώρο του Πανεπιστημίου. Αποτάθηκε στη διεύθυνση του Πανεπιστημίου όπου και ενημερώθηκε ότι όφειλε να καταβάλει συγκεκριμένο ποσό διδάκτρων το οποίο θα έπρεπε να καταβάλλεται μέχρι το τέλος των σπουδών της. Αυτό το ποσό δεν καλυπτόταν από το ευρωπαϊκό δάνειο σε αντίθεση με τα όσα την διαβεβαίωνε κατά τη θέση της η Εναγόμενη
- Αναφέρει επίσης η ΜΕ3 ότι προσπάθησε τόσο αυτή όσο και η μητέρα της να επικοινωνήσουν με την Εναγόμενη 3 αλλά τους μίλησε με άσχημο και προσβλητικό τρόπο. Συνεχίζει αναφέροντας ότι ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς της Εναγόμενης 3 αναγκάστηκαν να αποταθούν σε άλλο σύμβουλο ότι χρειάστηκε τελικά να καταβάλει συγκεκριμένο ποσό διδάκτρων αχρείαστα αφού υπήρχαν και άλλα πανεπιστήμια που προσέφεραν τον τίτλο σπουδών που ήθελε να παρακολουθήσει χωρίς την ανάγκη καταβολής επιπλέον ποσού. Καταληκτικά αναφέρει ότι αυτή ήταν η εμπειρία της με την Εναγόμενη 3 και ότι πλήρωσε σε αυτή συγκεκριμένο ποσό για την παροχή των υπηρεσιών της. Εξέταση υπό κρίση αιτήματος Με βάση την πάγια νομολογία, μαρτυρία που δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. (βλ. Χριστοφόρου ν. Ιακώβου ως Διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος Χαράλαμπου Ι. Παπαχριστοφόρου
(2002)1 Α.Α.Δ. 33 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1718). Το Δικαστήριο πρέπει να περιορίζεται στα επίδικα θέματα όπως αυτά καθορίζονται κατά το κλείσιμο των έγγραφων προτάσεων ή που προστίθενται δεόντως κατά την ακρόαση και να μην επιλαμβάνεται θεμάτων τα οποία πιθανόν να εγερθούν από τη μαρτυρία οποιουδήποτε μάρτυρα. (βλ. Παναγή κ.α. ν. Λαζάρου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1317 και Βοσκού κ.α. ν. Ζήνωνος
(2003)1 Α.Α.Δ. 695). Περαιτέρω έχει καθήκον να μην επιτρέπει την παρουσίαση ανεπίτρεπτης μαρτυρίας έστω και αν παρουσιάζεται κατά την αντεξέταση Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 390, 404-405, όπως επίσης θα πρέπει να κρίνει το παραδεκτό της μαρτυρίας κατά το χρόνο που επιχειρείται η εισαγωγή της και όχι αργότερα. (βλ. Ρόπας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, Ιωάννης Eυάνθη v. Νικολάου Nεοφύτου κ.α., πολιτική έφεση αρ. 38/2010, ημερ. 8/12/2014). Έχω την άποψη ότι το θέμα που έχει εν προκειμένω εγερθεί διέπεται από τον κανόνα που ρυθμίζει την προσαγωγή μαρτυρίας για όμοια γεγονότα (similar fact evidence). Ουσιαστικά, αυτό το οποίο επιχειρείται να παρουσιαστεί, είναι το κατ' ισχυρισμό παράπονο που είχε άλλο πρόσωπο που δεν είναι διάδικο μέρος στη διαδικασία εναντίον της Εναγόμενης 3 κατά τη διάρκεια της μεταξύ τους συνεργασίας η οποία έλαβε κατ' ισχυρισμό χώρα κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο. Στην Thomas Liobay Developments Ltd. v. Λαϊκη Κυπριακη Τραπεζα (Χρηματοδοτησεις) Λτδ.
(2011)1 ΑΑΔ 1749, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Οι αρχές που εφαρμόστηκαν στην υπόθεση O΄Brien[1] (πιο πάνω) και γενικά η προσέγγιση του δικαστηρίου της Βουλής των Λόρδων στην εν λόγω υπόθεση, συμπλέουν με τις αρχές που η δική μας σχετική επί του θέματος νομολογία, έχει καθιερώσει. Κατ' αρχή θα πρέπει να λεχθεί ότι το θέμα της δεκτότητας μαρτυρίας με τη μορφή όμοιων γεγονότων, συνιστά θέμα που ανάγεται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου, η άσκηση της οποίας διέπεται ουσιαστικά από τις ίδιες αρχές τόσο στις ποινικές όσο και στις πολιτικές υποθέσεις, αν και στην περίπτωση των ποινικών υποθέσεων τα δικαστήρια είναι πιο φειδωλά στην άσκηση της επί του προκειμένου εξουσίας τους υπέρ της δεκτότητας μιας τέτοιας μαρτυρίας. Στις πολιτικές υποθέσεις τα δικαστήρια τείνουν να αποδέχονται μια τέτοια μαρτυρία, μεταξύ άλλων όταν αυτή κρίνεται λογικά σχετική για σκοπούς επίλυσης του επίδικου θέματος, νοουμένου όμως ότι θα είναι εύλογα πειστική και δεν θα οδηγήσει στη δημιουργία μιας επιπλέον δύσκολης και αμφισβητούμενης αντιδικίας του ίδιου ακριβώς είδους όπως εκείνης με την οποία το δικαστήριο είναι αντιμέτωπο. Χρήσιμη αναφορά ως προς τον τρόπο που η κυπριακή νομολογία προσεγγίζει το υπό συζήτηση ζήτημα μπορεί να γίνει στις υποθέσεις Bαρνάβας Νικολάου & Υιοί Λτδ. v. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 261 και Κύπρος Αντωνίου & Υιός Λτδ. κ.ά. v. Tου Πλοίου "Springwood" (Αρ. 3)
(1998)1 Α.Α.Δ. 440.» H αποδοχή μαρτυρίας για όμοια γεγονότα είναι ζήτημα που εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στο σύγγραμμα Phipson on Evidence, 14η έκδοση, στην παραγρ. 17-25 αναφέρονται τα ακόλουθα: "Even where evidence of 'similar facts' is admissible in law the court in a civil case has a discretion to and should reject such evidence unless if accepted it would not merely 'afford a reasonable presumption as to the matter in dispute but would be reasonably conclusive, and would not raise a difficult and doubtful controversy of precisely the same kind as that which the jury have to determine'". Σε ελληνική μετάφραση: «Aκόμα και όταν μαρτυρία 'για όμοια γεγονότα' είναι σύμφωνα με το νόμο αποδεκτή, το δικαστήριο σε μια πολιτική υπόθεση έχει διακριτική ευχέρεια και πρέπει να απορρίπτει τέτοια μαρτυρία, εκτός εάν όπου γίνει δεκτή όχι μόνο απλώς 'θα προσφέρει ένα εύλογο τεκμήριο αναφορικά με το επίδικο ζήτημα, αλλά θα είναι εύλογα πειστική και δε θα εγείρει μια δύσκολη και αμφισβητούμενη αντιδικία ακριβώς του ιδίου είδους όπως εκείνη την οποία πρέπει να αποφασίσουν οι ένορκοι'." Στην υπόθεση Nικολάου & Yιοί v. Eπαρχιακού Λειτουργού Eργασίας
(1991)2 A.A.Δ. 261, 266, το ζήτημα είχε τεθεί ως ακολούθως: «Mαρτυρία για όμοια γεγονότα είναι δυνατό να εισαχθεί εφόσον κρίνεται ότι είναι σχετική με κάποιο επίδικο ζήτημα έτσι που να μπορεί να έχει επίδραση πάνω στο ζήτημα της ενοχής ή της αθωότητας του κατηγορουμένου.» Στην Mood Music Publishing Co. Ltd v. De Wolfe Ltd [1978] Ch. 119 o Lord Dennig, M.R., έθεσε το ζήτημα ως ακολούθως: "The adimissibiility of evidence as to 'similar facts' has been much considered in the criminal law ... The criminal courts have been very careful not to admit such evidence unless its probative value is so strong that it should be received in the interests of justice: and its admission will not operate unfairly to the accused. In civil cases the courts have followed a similar line but have not been so chary of admitting it. In civil cases the courts will admit evidence of similar facts if it is logically probative, that is, if it is logically relevant in determining the matter which is in issue: provided that it is not oppressive or unfair to the other side: and also that the other side has fair notice of it and is able to deal with it." Σε ελληνική μετάφραση: «H δεκτότητα μαρτυρίας σε σχέση με παρόμοια γεγονότα έχει εξεταστεί στις ποινικές υποθέσεις ... Tα ποινικά δικαστήρια ήταν πολύ προσεκτικά να μην δεκτούν τέτοια μαρτυρία εκτός αν η αποδεικτική αξίας της είναι τόσο ισχυρή που πρέπει να γίνει δεκτή προς το συμφέρον της δικαιοσύνης: και η αποδοχή της δε θα λειτουργήσει άδικα για τον κατηγορούμενο. Στις πολιτικές υποθέσεις τα δικαστήρια έχουν ακολουθήσει παρόμοια γραμμή αλλά δεν ήταν τόσο φειδωλά στην αποδοχή της. Στις πολιτικές υποθέσεις τα δικαστήρια θα δεχθούν μαρτυρία για παρόμοια γεγονότα εάν είναι λογικά σχετική για την επίλυση του θέματος που είναι επίδικο: νοουμένου ότι δεν είναι καταπιεστική ή άδικη για την άλλη πλευρά και επίσης ότι η άλλη πλευρά είχε δίκαιη ειδοποίηση και είναι σε θέση να την αντιμετωπίσει.» Ο λόγος της Mood Music (ανωτέρω) υιοθετήθηκε από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων, στην υπόθεση O´Brien v. Chief Constable of South Wales Police [2005] 2 All E.R. 931, στην οποία έκανε αναφορά το Ανώτατο Δικαστήριο στην Thomas Liobay (ανωτέρω). Επανερχόμενη στα γεγονότα που συνθέτουν την προτεινόμενη μαρτυρία στην παρούσα υπόθεση, παρατηρώ τα εξής: Η ΜΕ3 επιδιώκει να παρουσιάσει με την μαρτυρία της τη δική της, όπως η ίδια την περιγράφει, εμπειρία στο πλαίσιο της συνεργασίας της με την Εναγόμενη 3 και συγκεκριμένα, το παράπονο που η ίδια είχε, κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο, από την Εναγόμενη 3. Είναι ξεκάθαρο ότι τα όσα η ΜΕ3 επιδιώκει να παρουσιάσει στο Δικαστήριο συνίστανται απλώς σε ισχυρισμούς της ΜΕ3 οι οποίοι ως τέτοιοι δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι αποτελούν αποδεκτά ή εξακριβωθέντα γεγονότα. Δεν φαίνεται να υπάρχει ικανοποιητικός συσχετισμός μεταξύ των θεμάτων που πραγματεύεται η προτεινόμενη μαρτυρία και των επίδικων ζητημάτων στην παρούσα αγωγή. Και εξηγώ: Το γεγονός ότι ένα τρίτο πρόσωπο ισχυρίζεται ότι, κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο, είχε παράπονο σε σχέση με τις υπηρεσίες που συμφωνήθηκαν και προσφέρθηκαν σε αυτό το τρίτο πρόσωπο από την Εναγόμενη 3 στην παρούσα αγωγή, δεν φαίνεται να μπορεί να αποτελέσει λογικά σχετική μαρτυρία για σκοπούς επίλυσης των επίδικων θεμάτων στην παρούσα αγωγή, ήτοι το κατά πόσο υπήρξε οποιαδήποτε αντισυμβατική και/ή αμελής (ως διαζευκτικά το θέτουν οι Ενάγοντες στην Έκθεση Απαίτησης) συμπεριφορά από μέρους της Εναγόμενης 3 έναντι των Εναγόντων. Να το θέσω διαφορετικά: Το κατά πόσο η Εναγόμενη 3 επέδειξε ή όχι αντισυμβατική και/ή αμελή συμπεριφορά έναντι της ΜΕ3 ή όπως επιδιώκει να το θέσει η ΜΕ3 άφησε παραπονεμένη και δυσαρεστημένη την ίδια κατά τη συνεργασία τους, ουδόλως θα βοηθήσει το παρόν Δικαστήριο στην επίλυση των επίδικων θεμάτων στην παρούσα αγωγή. Η κάθε περίπτωση θα κριθεί με αναφορά στα δικά της δεδομένα και ο ισχυρισμός ενός τρίτου προσώπου στο πλαίσιο συνεργασίας του τρίτου αυτού προσώπου με την Εναγόμενη 3 ότι είχε ουσιαστικά παράπονο από την συνεργασία του με την Εναγόμενη 3 δεν σχετίζεται με τα επίδικα θέματα της αγωγής και δεν βοηθά το Δικαστήριο στην επίλυση τους. Περαιτέρω, τυχόν εισαγωγή της προτεινόμενης μαρτυρίας, προβλέπεται ότι θα προκαλέσει την περιπλοκή των επίδικων θεμάτων και την επιμήκυνση της δίκης σε βαθμό άγνωστο αλλά εμφανώς αδικαιολόγητο υπό τις περιστάσεις. Σε περίπτωση που επιτραπεί η προτεινόμενη μαρτυρία τότε αναμένεται, ως άλλωστε ήδη δηλώθηκε από τη συνήγορο της Εναγόμενης 3, η προσκόμιση μαρτυρίας από τρίτα πρόσωπα που συνεργάστηκαν με την Εναγόμενη 3 τον ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο και ήταν ευχαριστημένα με τις υπηρεσίες που προσφέρθηκαν από αυτήν. Καθίσταται πρόδηλο ότι κάτι τέτοιο, θα οδηγούσε στον εκτροχιασμό της διαδικασίας που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν έχω υπό τις περιστάσεις ικανοποιηθεί ότι, αν επιτρέπετο η εισαγωγή της προτεινόμενης μαρτυρίας, η αποδεικτική της αξία θα ήταν τέτοια ώστε να υπερφαλαγγίσει τις δυσμενείς και αχρείαστα σοβαρές επιπτώσεις που προβλέπεται ότι θα προκαλέσει. Είναι χωρίς αμφιβολία το γεγονός ότι η τυχόν εισαγωγή στη δίκη της προτεινόμενης μαρτυρίας θα δημιουργήσει περιπλοκές, επιμήκυνση της διαδικασίας, αύξηση των εξόδων κατά τρόπο που θα ήταν απαράδεκτα δυσανάλογο για την αποδεικτική αξία της σκοπούμενης μαρτυρίας. Κατάληξη: Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, κρίνω ότι η προτεινόμενη μαρτυρία και συγκεκριμένα οι παράγραφοι 2 μέχρι 10 της γραπτής δήλωσης της ΜΕ3, δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, με αποτέλεσμα να ενδείκνυται υπό τις περιστάσεις η διαγραφή των επίμαχων παραγράφων, γι' αυτό εκδίδω ανάλογη διαταγή. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] O΄Brien v. Chief Constable of South Wales Police [2005] UKHL 26, ημερ. 28/4/2005/[2005] 2 All E.R. 931 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο