ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1139/2013, 6/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A645 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1139/2013 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LTD Eνάγοντες/Αιτητές και
- XXXXX ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ
- XXXXX ΚΑΜΜΑ
- XXXXX ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ
- XXXXX ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ Eναγόμενοι/ Καθ΄ ων η Αίτηση Αίτηση των Εναγόντων ημερ. 4/11/2019 για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 6 Νοεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Α. Πάρπας για ΣΤΕΛΙΟΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο 3 - Καθ΄ ου η Αίτηση: Μ. Λοϊζίδου για ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη 4 - Καθ΄ ης η Αίτηση: Χ. Λοϊζίδου για ΜΑΡΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Με την υπό κρίση Αίτηση επιδιώκεται η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων ως ακολούθως: Α. Διάταγμα το Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση των Λεπτομερειών της Έκθεσης Απαίτησης της ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής δια της προσθήκης νέας παραγράφου υπ' αρ. 5 μετά την παράγραφο υπ' αρ.4 και με αναρίθμηση των επόμενων παραγράφων, με το εξής περιεχόμενο: «Οι Εναγόμενοι υπ'αρ. 2 και 3, κατά ή περί την 05/05/2006, με βάση έγγραφη συμφωνία εγγύησης, η οποία συνάφθηκε μεταξύ των Εναγομένων υπ'αρ. 2 και 3 και της Ενάγουσας (η «Συμφωνία Εγγύησης ημερομηνίας 05/05/2006») εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου υπ' αρ. 1 προς την Ενάγουσα που πήγαζαν, από τη Συμφωνία Δανείου ημερομηνίας 05/05/2006 ως σαν να ήταν οι ίδιοι πρωτοφειλέτες και συμφώνησαν ότι θα ευθύνονται για την πληρωμή οποιουδήποτε οφειλόμενου ποσού δυνάμει της διευκόλυνσης αυτής μαζί με τους αναλογούντες τόκους, προμήθειες, τραπεζικά δικαιώματα και άλλα έξοδα μέχρι τελείας εξόφλησης.» Β. Επιπρόσθετα, Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση των Λεπτομερειών της έκθεσης απαίτησης δια της διαγραφής της παραγράφου υπ' αρ. 4 και την αντικατάστασή της με νέα παράγραφο με το εξής περιεχόμενο: «Οι Ενάγοντες επιφυλάσσονται να αναφερθούν κατά την δικάσιμο στο πλήρες κείμενο, ερμηνεία και ισχύ τόσο της Συμφωνίας Δανείου μεταξύ των ίδιων και του Εναγόμενου υπ' αρ.1, ημερομηνίας 05/05/2006 όσο και της Συμφωνίας Εγγύησης ημερομηνίας 05/05/2006.» Γ. Επιπλέον, Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση των Λεπτομερειών της Έκθεσης Απαίτησης της ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή δια της προσθήκης νέας παραγράφου υπ' αρ. 7 μετά την παράγραφο υπ' αρ.6 και την αναρίθμηση των επόμενων παραγράφων ως εξής: «Οι Εναγόμενοι υπ'αρ. 3 και 4, κατά ή περί την 05/05/2006, με βάση έγγραφη συμφωνία εγγύησης, η οποία συνάφθηκε μεταξύ των Εναγομένων υπ'αρ. 2 και 3 και της Ενάγουσας (η «Δεύτερη Συμφωνία Εγγύησης ημερομηνίας 05/05/2006») εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου υπ' αρ. 1 προς την Ενάγουσα που πήγαζαν, από τη Δεύτερη Συμφωνία Δανείου ημερομηνίας 05/05/2006 ως σαν να ήταν οι ίδιοι πρωτοφειλέτες και συμφώνησαν ότι θα ευθύνονται για την πληρωμή οποιουδήποτε οφειλόμενου ποσού δυνάμει της διευκόλυνσης αυτής μαζί με τους αναλογούντες τόκους, προμήθειες, τραπεζικά δικαιώματα και άλλα έξοδα μέχρι τελείας εξόφλησης.» Δ. Επιπρόσθετα, Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση των Λεπτομερειών της έκθεσης απαίτησης δια της διαγραφής της παραγράφου υπ' αρ.7 και την αντικατάστασή της με νέα παράγραφο με το εξής περιεχόμενο: «Δυνάμει έγγραφης συμφωνίας ημερομηνίας 12/10/2006(η οποία πιο κάτω θα αναφέρεται ως η «Τρίτη Συμφωνία ή Συμφωνία Δανείου ημερομηνίας 12/10/2006»), οι Ενάγοντες συμφώνησαν όπως παρέχουν στον Εναγόμενο υπ' αρ.1 τραπεζικές διευκολύνσεις υπό την μορφή δανείου με αριθμό XXXXXX559-1, για το ποσό των Λ.Κ. 570,00 (€973,90).» Ε. Επιπλέον, Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση των Λεπτομερειών της Έκθεσης Απαίτησης της ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή δια της προσθήκης νέας παραγράφου υπ' αρ. 9 μετά την παράγραφο υπ' αρ.8 και την αναρίθμηση των επόμενων παραγράφων ως εξής: «Η Εναγόμενη υπ'αρ. 2, κατά ή περί την 12/10/2006, με βάση έγγραφη συμφωνία εγγύησης, η οποία συνάφθηκε μεταξύ της Εναγόμενης υπ'αρ. 2 και της Ενάγουσας (η «Συμφωνία Εγγύησης ημερομηνίας 12/10/2006») εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου υπ' αρ. 1 προς την Ενάγουσα που πήγαζαν, από τη Συμφωνία Δανείου ημερομηνίας 12/10/2006 ως σαν να ήταν η ίδια πρωτοφειλέτης και συμφώνησε ότι θα ευθύνεται για την πληρωμή οποιουδήποτε οφειλόμενου ποσού δυνάμει της διευκόλυνσης αυτής μαζί με τους αναλογούντες τόκους, προμήθειες, τραπεζικά δικαιώματα και άλλα έξοδα μέχρι τελείας εξόφλησης.» Σημειώνεται εδώ ότι με το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχωρίστηκε από τους Ενάγοντες στις 12/2/2013, αυτοί αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων ποσό ύψους €1.303,15 «δυνάμει συμφωνιών και/ή λόγω αναγνωρισμένου λογαριασμού και/ή δανείου και/ή εγγυήσεως και/ή ως το υπόλοιπο τραπεζικού λογαριασμού και/ή άλλως πως». Περαιτέρω, σημειώνεται ότι σε σχέση με τον Εναγόμενο 1, εκδόθηκε στις 9/10/2013 απόφαση λόγω μη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης και σε σχέση με την Εναγόμενη 2 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση στις 8/7/
- Η υπό κρίση Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας XXXXX Παυλίδου (στο εξής η ΣΠ) δικηγόρου στο γραφείο που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες - Αιτητές. Η ΣΠ αναφέρει, συνοπτικά, ότι κατά την μελέτη της παρούσας υπόθεσης και την προετοιμασία για την ακρόαση περιήλθε στην αντίληψη των δικηγόρων που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση ότι εκ παραδρομής και/ή λόγω καλόπιστου λάθους κατά τη σύνταξη της δικογραφίας δεν είχαν συμπεριληφθεί στην αγωγή οι συμβάσεις εγγύησης που συνάφθηκαν μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων 2, 3 και 4 με τις οποίες οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 προς τους Ενάγοντες οι οποίες απέρρεαν από τις συμφωνίες δανείου. Αναφέρει ότι οι όποιες ελλείψεις στο δικόγραφο της Έκθεσης Απαίτησης δεν έγιναν σκόπιμα αλλά από αβλεψία και αυτό κατά τη θέση της επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων που καταχωρίστηκε από τους Ενάγοντες, αυτοί είχαν αποκαλύψει τις σχετικές συμβάσεις εγγύησης. Σκοπός της αιτούμενης τροποποίησης, κατά τη θέση της, είναι να τεθούν τα ορθά και ολοκληρωμένα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε να απονεμηθεί δικαιοσύνη. Κατά την ΣΠ, η έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης ενόψει και του ότι δεν έχει ακόμα αρχίσει η ακροαματική διαδικασία, δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε αδικία ή ζημιά στους Εναγόμενους η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα, αφού οι Εναγόμενοι θα έχουν την ευκαιρία να απαντήσουν μέσω της Υπεράσπισης τους. Είναι η θέση της ότι σε περίπτωση μη έγκρισης της αιτούμενης τροποποίηση είναι οι Ενάγοντες που θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά αφού δεν θα τους επιτραπεί να παρουσιάσουν κατά την ακρόαση τα γεγονότα και ισχυρισμούς που επιδιώκουν να εισάξουν στην Έκθεση Απαίτησης με την αιτούμενη τροποποίηση. Κατά τη θέση της, η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για να μπορέσει το Δικαστήριο αποτελεσματικά και ολοκληρωτικά να αποφασίσει επί όλων των ζητημάτων που προκύπτουν σε αυτήν την υπόθεση. Η πλευρά του Εναγόμενου 3, τόσο κατά την ακρόαση της υπό κρίση Αίτησης όσο και σε προγενέστερες δικασίμους, δήλωσε ότι δεν έχει ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και ότι θα αναμένει την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπό κρίση Αίτηση. Η πλευρά της Εναγόμενης 4 καταχώρισε στις 13/12/2019 ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση (στο εξής η Ένσταση), προβάλλοντας συνολικά 14 λόγους ένστασης. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται ως ακολούθως: - Επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής η οποία έχει παραγραφεί. - Η αίτηση καταχωρίστηκε με μεγάλη καθυστέρηση η οποία δεν δικαιολογείται επαρκώς. - Δεν παρέχεται αιτιολογία για την αναγκαιότητα της τροποποίησης. - Η έγκριση της αίτησης θα επηρεάσει δυσμενώς την Εναγόμενη και θα της προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά. - Δεν υποστηρίζεται η υπό κρίση αίτηση από επαρκή μαρτυρία για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και θα καθυστερήσει ακόμα περισσότερο την εκδίκαση της αγωγής. - Η ένορκη δήλωση είναι αντικανονική και περιέχει ψευδείς και ανυπόστατες δικαιολογίες. - Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. - Η υπό κρίση Αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Η Ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της XXXXX Χατζηνικολάου, Εναγόμενης 4 (στο εξής η ΕΧ). Η ΕΧ αναφέρει, συνοπτικά, ότι η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκε με μεγάλη καθυστέρηση ενώ σε κάθε περίπτωση η καθυστέρηση στην καταχώριση της δεν δικαιολογείται και/ή δεν δικαιολογείται επαρκώς. Είναι η θέση της ΕΧ ότι οι Ενάγοντες είχαν την ευκαιρία να προβούν στην αιτηθείσα τροποποίηση πολύ νωρίτερα, εντούτοις αδιαφόρησαν και δεν το έπραξαν περιμένοντας να ξεκινήσει η Ακροαματική Διαδικασία. Περαιτέρω, κατά τη θέση της, επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής εναντίον της, η οποία, όπως έχει πληροφορηθεί από τους δικηγόρους της, έχει παραγραφεί. Σύμφωνα με την ΕΧ, οι Ενάγοντες απέφυγαν να δώσουν κάποια σοβαρή εξήγηση στο περιεχόμενο της Ενόρκου Δηλώσεως είτε για την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης είτε για την καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ως αυτές ίσχυαν κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο και τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία, η τροποποίηση δικογράφων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία μπορεί να επιτραπεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, νοουμένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν αναγκαία για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου (βλ. Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation,
(2013)1 (Α) Α.ΑΔ. 543). Υπάρχει πληθώρα αποφάσεων τόσο των αγγλικών Δικαστηρίων όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου επί του θέματος. Η σύγχρονη τάση, όπως προκύπτει από την νομολογία, είναι ότι τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις δικογράφων ακόμη και στην περίπτωση που αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά, που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ 934) στην οποία υιοθετήθηκε η Αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd. v. Associated Newspapers Ltd
(1970)1 All E.R. 754). Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44 λέχθηκε, μεταξύ άλλων, για το θέμα της καθυστέρησης, ότι το κατά πόσο η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου, πρέπει να εξετάζεται στο πλαίσιο της συγκεκριμένης δίκης. Οι προϋποθέσεις τις οποίες το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, συνοψίζονται στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 33, 36,
- Παραθέτω πιο κάτω το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση αυτή: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
- Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
- Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
- Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
- Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». Έχει νομολογηθεί επίσης ότι ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης ή της υπεράσπισης και εμφανής κακοπιστία εκ μέρους του αιτητή, δεν δικαιολογούν έγκριση του αιτήματος. Εκεί όπου εγείρεται ζήτημα κακοπιστίας, ο διάδικος που την επικαλείται έχει και το βάρος απόδειξης της (Βλ. Astor Co κ.ά. v. A & G Leventis Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 και Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). Η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής ή υπεράσπισης δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη της αίτησης αλλά αποτελεί στοιχείο και/ή παράγοντα που συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία σε πλαίσιο εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας
(2012)1 Α.Α.Δ. 745 όπου λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Οι Εφεσείοντες προβάλλουν επίσης στα πλαίσια του τρίτου λόγου έφεσης, ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έπρεπε να επιτρέψει την τροποποίηση, εφόσον με αυτή προστίθεντο νέες βάσεις υπεράσπισης. Συνήθως η συγκεκριμένη ένσταση εγείρεται σε περιπτώσεις που γίνεται προσπάθεια να προστεθούν νέες βάσεις αγωγής εντελώς διαφορετικές από τις αρχικές, κάτι το οποίο θεωρείται ότι τείνει να περιπλέξει τα επίδικα θέματα. Ορισμένες φορές μάλιστα, οι νέες αιτίες αγωγής ενδέχεται να έχουν παραγραφεί. Όμως η προσθήκη νέων υπερασπίσεων, δεν έχει την ίδια δυναμική, εφόσον ο ενάγων έχει πάντοτε τη δυνατότητα να αντικρούσει τους όποιους ισχυρισμούς, με την Απάντησή του στην Υπεράσπιση (βλ. Σύγγραμμα Annual Practice 1958, σελ. 627). Όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, η οποία δεν έχει παραγραφεί, η οποία θεωρείται πολύ πιο σοβαρή δικονομική ενέργεια από την εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης, η αίτηση τροποποίησης δεν οδηγείται χωρίς άλλο σε απόρριψη, αλλά ο παράγοντας αυτός συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία (βλ. Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 707)». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Στην υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης & Συνέταιροι κ.α.
(2012)1 ΑΑΔ 817 τονίστηκε ότι: «Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» Σε ό,τι αφορά το χρόνο υποβολής μιας αίτησης για τροποποίηση έχει νομολογηθεί ότι ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα καθοριστικής σημασίας. Η δε διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν όλα τα σχετικά δεδομένα στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης. Μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης (βλ. Saba & Co (T.M.P) v. T.M.P Agents
(1994)1 A.A.Δ 426.) Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει και η υπόθεση Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005, στην τονίζεται ότι η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμα να γίνει σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό στάδιο της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Η υπόθεση Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.ά., ECLI:CY:AD:2014:A205, ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, 20.3.2014, είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική ως προς το θέμα της καθυστέρησης. Σε αυτή οι αρχές συνοψίζονται ως ακολούθως: «Έχουν ήδη παρατεθεί οι βασικές αρχές, οι οποίες και συνιστούν τον γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, κατά την εξέταση ζητήματος τροποποίησης δικογράφων. Ειδικότερα ως προς το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων». (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Συνοψίζοντας τις καλά εμπεδωμένες νομολογιακές αρχές που διέπουν το θέμα της τροποποίησης δικογράφων καθίσταται σαφές ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου κατά την εξέταση αιτημάτων τροποποίησης (υπό το φως των προνοιών της Δ.25 ως αυτές ίσχυαν κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο), ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών με κυρίαρχο στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της δικαιοσύνης.[1] Η τάση της νομολογίας δείχνει φιλελεύθερη προσέγγιση, ακόμα και όταν η όποια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, εκτός στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται κακοπιστία και ζημιά ή αδικία η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα.[2] Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση. Εξέταση υπό κρίση Αίτησης: Για τους σκοπούς της εξέτασης της παρούσας Αίτησης έχω, βεβαίως, λάβει υπόψη μου τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων τα οποία έχουν εκτεθεί με πληρότητα και με τρόπο υποβοηθητικό προς το Δικαστήριο μέσω των γραπτών τους αγορεύσεων. Η επιχειρηματολογία των δύο συνηγόρων καταγράφεται λεπτομερώς στις γραπτές αγορεύσεις τις οποίες παρέδωσαν στο Δικαστήριο και για το λόγο αυτό δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω. Αναφορά στις θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων θα γίνει εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο. Εν πρώτοις, κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ συνοπτικά στο ιστορικό της μέχρι σήμερα διαδικασίας όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης. Στις 12/02/2013 καταχωρίστηκε το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Στις 13/6/2013 καταχωρήθηκε η Υπεράσπιση από μέρους του Εναγόμενου
- Στις 6/3/2014 καταχωρήθηκε η Υπεράσπιση από μέρους της Εναγόμενης
- Η υπεράσπιση φαίνεται να φέρει τίτλο «Έκθεση Υπεράσπισης Εναγόμενης 3» πλην όμως έχει καταχωριστεί από τους δικηγόρους της Εναγόμενης
- Πρόκειται προφανώς για τυπογραφικό λάθος. Στις 9/10/2013 εκδόθηκε εναντίον του Εναγόμενου 1 απόφαση λόγω μη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης. Η υπόθεση ορίστηκε σε αρκετές ημερομηνίες για οδηγίες και σε 8 περιπτώσεις για ακρόαση ως ακολούθως χωρίς να έχει αρχίσει μέχρι σήμερα η εκδίκαση της: - Στις 23/3/2016 ημερομηνία κατά την οποία υποβλήθηκε αίτημα αναβολής από τους Ενάγοντες και στο οποίο δεν έφεραν ένσταση οι Εναγόμενοι, - Στις 13/10/2016, ημερομηνία κατά την οποία υποβλήθηκε αίτημα αναβολής από την Εναγόμενη 4 και στο οποίο δεν έφεραν ένσταση οι υπόλοιποι διάδικοι, - Την 1/2/2017, όπου ζητήθηκε από κοινού αίτημα αναβολής, - Την 27/6/2017, όπου και πάλι ζητήθηκε από κοινού αίτημα αναβολής, - Την 7/3/2018, όπου υποβλήθηκε αίτημα αναβολής λόγω ασθένειας του δικηγόρου των Εναγόντων στο οποίο δεν υπήρξε ένσταση από τις άλλες πλευρές, - Την 25/9/2018, όπου αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου, - Στις 20/2/2019, όπου υποβλήθηκε αίτημα αναβολής εκ μέρους των Εναγομένων 2 και 4 στο οποίο δεν έφεραν ένσταση οι άλλες πλευρές, - Στις 15/10/2019, όπου υποβλήθηκε αίτημα αναβολής εκ μέρους των Εναγόντων με σκοπό την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης στο οποίο δεν έφεραν ένσταση οι υπόλοιπες πλευρές, Ακολούθως και μέχρι την ημερομηνία που ορίστηκε για ακρόαση η υπό κρίση Αίτηση η αγωγή είχε οριστεί σε διάφορες ημερομηνίες για οδηγίες μέχρι να εκδικαστεί η υπό κρίση Αίτηση. Επίσης, στις 8/7/2020 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση σε σχέση με την Εναγόμενη
- Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω τους λόγους ένστασης. Όσον αφορά τους λόγους που συναρτώνται με τη θέση ότι επιδιώκεται με την αιτούμενη τροποποίηση η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, παρατηρώ ότι η θέση αυτή δεν ευσταθεί. Και εξηγώ. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, τα ποσά που αξιώνονται από τους Ενάγοντες αξιώνονται, μεταξύ άλλων, δυνάμει εγγυήσεως. Αυτό το οποίο προκύπτει από τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης είναι ότι δεν έχουν δικογραφηθεί οι λεπτομέρειες σε σχέση με αυτήν τη βάση της αξίωσης των Εναγόντων. Στις παραγράφους 3, 6, 8 και στις υποπαραγράφους αυτών της υφιστάμενης Έκθεσης Απαίτησης, γίνονται κάποιες γενικές αναφορές σε συμφωνίες εγγύησης και εγγυητές. Παραθέτω την αναφορά που γίνεται στην παράγραφο 3 (στ) σημειώνοντας ότι ταυτόσημη αναφορά γίνεται και στις παραγράφους 6 (στ) και 8 (στ): στ) Είναι ρητός όρος της εν λόγω συμφωνίας ότι οι ακόλουθες πράξεις, μεταξύ άλλων, θα συνιστούν παράβαση της, και συγκεκριμένα, εάν ο πελάτης ή ο εγγυητής παραβεί οποιοδήποτε όρο της παρούσας συμφωνίας ή της συμφωνίας εγγύησης ή οποιασδήποτε άλλης συμφωνίας με την Τράπεζα, ή εάν ο πελάτης ή ο εγγυητής παραλείψει να καταβάλει οποιοδήποτε οφειλόμενο προς την Τράπεζα ποσό με βάση την παρούσα συμφωνία ή οποιαδήποτε άλλη συμφωνία με την Τράπεζα ή προς οποιοδήποτε άλλο πιστωτή. Η πιο πάνω αναφορά δικογραφείται από τους Ενάγοντες ως ένας εκ των ουσιωδών ορών συμφωνίας δανείου και το ίδιο γίνεται και στις άλλες αναφορές στις άλλες παραγράφους. Προκύπτει λοιπόν ότι αυτές οι γενικές αναφορές, κατά τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγόντων, αποτελούν μέρος των όρων των τριών συμφωνιών δανείου οι οποίες δικογραφούνται από τους Ενάγοντες. Με την προτεινόμενη δικογραφία, αυτό το οποίο επιδιώκεται από τους Ενάγοντες είναι να τεθούν οι απαραίτητες λεπτομέρειες ως προς τον εξ αρχής προβληθέντα, αν και μη συγκεκριμενοποιηθέντα, δικογραφημένο ισχυρισμό και βάση αγωγής περί ύπαρξης εγγύησης. Η ύπαρξη εγγύησης και η αξίωση δυνάμει αυτής είχε τεθεί εξ αρχής στο δικόγραφο των Εναγόντων. Αυτό το οποίο δεν τέθηκε, ήταν οι απαραίτητες λεπτομέρειες οι οποίες επιδιώκονται με την υπό κρίση Αίτηση να δικογραφηθούν. Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι δεν τίθεται, υπό το φως αυτών των δεδομένων, θέμα εισαγωγής νέας βάσης αγωγής ή διεύρυνσης των επίδικων θεμάτων ή ριζικής μετατροπής της φύσης της αξίωσης. Οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις είναι απλώς υποστηρικτικές ή ενισχυτικές του υφιστάμενου αγώγιμου δικαιώματος των Εναγόντων (βλ. Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents, (ανωτέρω)). Στη βάση των όσων έχω εξηγήσει ανωτέρω, οι σχετικοί λόγοι ένστασης είναι απορριπτέοι και απορρίπτονται. Ενόψει αυτής της κατάληξης του Δικαστηρίου παρέλκει η εξέταση του λόγου ένστασης σε σχέση με την παραγραφή. Προχωρώ τώρα να εξετάσω τους λόγους ένστασης που συναρτώνται με την θέση της Εναγόμενης 4 περί υπέρμετρης καθυστέρησης, δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων της και κατάχρησης της διαδικασίας. Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι ενώ η παρούσα Αγωγή κατεχωρήθη το 2013, η υπό κρίση Αίτηση τροποποίησης κατεχωρήθη το
- Ως αιτιολογία για την επιδιωκόμενη τροποποίηση στο παρόν στάδιο η πλευρά των Αιτητών επικαλείται αβλεψία και καλόπιστο λάθος των δικηγόρων των Εναγόντων κατά τη σύνταξη της δικογραφίας το οποίο έγινε αντιληπτό κατά την προετοιμασία για την ακρόαση της υπόθεσης. Όπως έχει αναγνωρισθεί στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Ν. Σιακόλα (ανωτέρω) δεν μπορεί να καταλογίζεται υπέρμετρη καθυστέρηση σε κάποιον ο οποίος δεν είχε, προηγουμένως, συνειδητοποιήσει ή αντιληφθεί ότι θα ήταν αναγκαίο να προβεί σε διάβημα για τροποποίηση ώστε να παρουσιάσει την υπόθεση του με τον πρέποντα τρόπο, έστω και αν έπρεπε να το αντιληφθεί νωρίτερα με αποτέλεσμα η παράλειψη του να οφείλεται καθαρά σε αμέλεια ή παραδρομή ή σφάλμα του ιδίου ή του δικηγόρου του, υπό τον όρο, βεβαίως, της ανυπαρξίας κακοπιστίας εκ μέρους του. Και αυτό γιατί μία καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Με αυτή την έννοια, και υπό το φως της εξήγησης που δόθηκε περί διαπίστωσης της ανάγκης κατά το στάδιο της προετοιμασίας για την ακρόαση δεν μπορώ να διαγνώσω την ύπαρξη υπέρμετρης ή αναιτιολόγητης καθυστέρησης εκ μέρους των Εναγόντων ούτε και πρόθεση πρόκλησης καθυστέρησης στη διαδικασία ή κακοπιστία ή καταχρηστική συμπεριφορά εκ μέρους τους. Στην υπό εξέταση περίπτωση διαπιστώνω ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμη ξεκινήσει. Δεν βλέπω εν προκειμένω να δημιουργείται με την τροποποίηση οποιοδήποτε ανυπέρβλητο εμπόδιο ή ανεπανόρθωτη ζημιά στα συμφέροντα της Εναγόμενης 4 που να μην μπορεί να αποκατασταθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Δυσμενής επηρεασμός, αν δεν καταδειχθεί με στοιχεία, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε ασφαλές συμπέρασμα ύπαρξής του. Συγκεκριμένα, εφόσον η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει αρχίσει, η μόνη συνέπεια σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος, είναι η μερική καθυστέρηση στην εκδίκαση της Αγωγής στην οποία, όπως προκύπτει από την αναδρομή στο φάκελο της δικογραφίας όπως την έχω παραθέσει πιο πάνω, έχει συνδράμει και η ίδια η Εναγόμενη
- Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι δεν προκαλείται εν προκειμένω τέτοια ζημιά ή αδικία στην πλευρά της Εναγόμενης 4 η οποία να μην μπορεί να αντιμετωπιστεί με κατάλληλη διαταγή σε σχέση με τα έξοδα. Από την άλλη, η έγκριση του αιτήματος τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης θα θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλες τις λεπτομέρειες των επίδικων ζητημάτων που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση και είναι επομένως προς όφελος της ορθής απονομής της δικαιοσύνης να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση. Στην προκείμενη περίπτωση βρισκόμαστε στο στάδιο πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και την προσκόμιση μαρτυρίας. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να τίθεται θέμα εκτροχιασμού της πορείας της υπόθεσης όταν τροποποιήσεις αυτής της φύσεως επιζητούνται σε αυτό το στάδιο. Να τονίσω στο σημείο αυτό ότι, ενώ το Δικαστήριο κατά την εξέταση αιτήματος τροποποίησης βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, κρίσιμος, τελικά, παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, οι σχετικοί λόγοι ένστασης απορρίπτονται. Όσον αφορά τους λόγους ένστασης που συναρτώνται με την κατ' ισχυρισμό αντικανονικότητα και παρατυπία της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση καθώς και τη θέση ότι αυτή περιέχει ψευδείς και ανυπόστατες δικαιολογίες, παρατηρώ ότι οι θέσεις αυτές έχουν τεθεί γενικά και αόριστα χωρίς οποιαδήποτε εξειδίκευση με αναφορά σε γεγονότα. Η γενικότητα και η αοριστία με την οποία προβάλλονται αυτές οι θέσεις δεν αφήνουν περιθώρια επιτυχίας τους και συνεπώς, απορρίπτονται. Κατάληξη Υπό το φως όλων των ανωτέρω και συνεκτιμώντας όλα τα γεγονότα της υπόθεσης κρίνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ των Εναγόντων - Αιτητών. Συνεπώς, εκδίδεται Διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης ως η Αίτηση. Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί σε 10 ημέρες από τη σύνταξη του παρόντος Διατάγματος και τροποποιημένη Υπεράσπιση σε 10 ημέρες μετά την επίδοση της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Τυχόν Απάντηση να καταχωριστεί εντός 5 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Υπεράσπισης. Εν όψει του αποτελέσματος της παρούσας Αίτησης αλλά και του κανόνα ότι ο διάδικος που ζητά την τροποποίηση επωμίζεται τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα έξοδα που δημιουργούνται λόγω της τροποποίησης (costs thrown away), τα έξοδα της παρούσας Αίτησης καθώς, επίσης, και όσα έξοδα δημιουργηθούν ως αποτέλεσμα της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 3 και 4 - Καθ' ων η Αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] βλ. Ε. Φιλίππου Λτδ ν. Compass Insurance Co. Ltd (Αρ. 1)
(1990)1 AAΔ 24, Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 11) [2] βλ. επίσης Μάκης Σαββίδης ν Αυγής Π. Μαθηκολώνη - Πουργουρίδου, ΄Εφεση Αρ. 5/2016, 15/2/2018, Λάμπη v. Alpha Bank Limited, Πολιτική Έφεση Αρ.: 372/2012, ημερ. 26/3/2019, Forcan v. Hemslade Trading Ltd, Πολιτική Εφεση Αρ. 43/2013, ημερ. 6/11/2018 και Ανδριανή Αρακελιάν, Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L Arakelian ν Ταμείου Προνοίας του προσωπικού της Marfin Λαϊκής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των εξαρτημένων της εταιρειών κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A87, ECLI:CY:AD:2016:A87, Πολιτική Έφεση Αρ. 51/2012, 11/2/2016). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο