← Κύπρος

PROPERTY BOX CONSTRUCTION LTD ν. MIREA LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 16/2020, 19/11/2020

PROPERTY BOX CONSTRUCTION LTD ν. MIREA LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 16/2020, 19/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A647 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 16/2020 Μεταξύ: PROPERTY BOX CONSTRUCTION LTD Eνάγοντες/Αιτητές και

  1. MIREA LTD
  2. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Eναγόμενοι/ Καθ΄ ων η Αίτηση ______________________________________________________________________ Αίτηση ημερομηνίας 7/01/20 για έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων Ημερομηνία: 19 Νοεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Α. Τσάρκατζιης για ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους 1 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Σ. Χατζησέργης για ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΣΕΡΓΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή: Η αγωγή καταχωρίστηκε στις 7/01/2020 με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Αξιώνεται εναντίον των Εναγομένων 1 δηλωτική απόφαση ότι δεν νομιμοποιούνται να εισπράξουν και/ή απαιτήσουν την είσπραξη και/ή καταβολή σε αυτούς ποσού ύψους €15.000 το οποίο κρατεί η Εναγόμενη 2 δυνάμει εγγυητικής επιστολής με ημερομηνία λήξης 15/1/2020 (η Εγγυητική Επιστολή). Εναντίον της Εναγόμενης 2, αξιώνεται δηλωτική απόφαση ότι δεν νομιμοποιείται να πληρώσει το εν λόγω ποσό το οποίο κρατεί δυνάμει της εν λόγω εγγυητικής επιστολής. Αξιώνεται επίσης, δηλωτική απόφαση ότι οι Εναγόμενοι 1 δολίως απαίτησαν την είσπραξη της εγγυητικής επιστολής που εκδόθηκε από την Εναγόμενη 2 καθώς επίσης και διάταγμα με το οποίο να τερματίζεται και/ή ακυρώνεται η εγγυητική επιστολή και να διατάσσεται η επιστροφή του ποσού των €15.000 στους Ενάγοντες. Αξιώνονται επίσης γενικές και ειδικές αποζημιώσεις εναντίον των Εναγομένων 1 για δόλο και/ή απάτη. Έκθεση Απαίτησης, παρά την πάροδό 10 και πλέον μηνών από την καταχώρηση του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, δεν έχει καταχωριστεί. Αυθημερόν, καταχωρίστηκε άνευ κλήσεως η υπό κρίση Αίτηση για την έκδοση προσωρινού διατάγματος που να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1 να εισπράξουν και/ή απαιτήσουν την είσπραξη του ποσού το οποίο κρατεί η Εναγόμενη 2 δυνάμει της Εγγυητικής Επιστολής μέχρι την εκδίκαση της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής. Με το διατακτικό Β της υπό κρίση Αίτησης ζητείτο η έκδοση προσωρινού διατάγματος που να απαγορεύει στην Εναγόμενη 2 να καταβάλει και/ή πληρώσει στους Εναγόμενους 1 και/ή στους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτής το ποσό της Εγγυητικής Επιστολής. Με δήλωση των συνηγόρων των Αιτητών κατά την ημέρα που το Δικαστήριο υπό άλλη σύνθεση επιλήφθηκε της υπό κρίση Αίτησης, αποσύρθηκε το διατακτικό που στρεφόταν εναντίον της Εναγόμενης 2 (υπό Β). Η υπό κρίση Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερ. 7/01/2020 του διευθυντή των Εναγόντων, κ. XXXXX Καμάσα (ο ΧΚ και η Ένορκη Δήλωση Καμάσα). Στις 7/01/2020 εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα που απαγορεύει Εναγόμενους 1 από του να εισπράξουν και/ή απαιτήσουν την είσπραξη του ποσού των €15,000 που κρατείται από την Εναγόμενη 2 δυνάμει της Εγγυητικής Επιστολής μέχρι την εκδίκαση της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής ή νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση: Η εκδοχή των Αιτητών, όπως προβάλλει μέσα από την Ένορκη Δήλωση Καμάσα, είναι σε συντομία η ακόλουθη: Οι Εναγόμενοι 1 είναι πελάτες των Εναγόντων και μεταξύ τους έχει συναφθεί στις 26/2/2018 συμφωνία με την οποία οι Ενάγοντες ανέλαβαν την κατασκευή πολυκατοικίας για λογαριασμό των Εναγομένων
  3. Η ημερομηνία παράδοσης της κατοχής του εργοταξίου σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, ορίστηκε την 24/4/2018 και η ημερομηνία συμπλήρωσης των εργασιών ορίστηκε την 24/5/
  4. Σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση Καμάσα, για το 70% περίπου του έργου διορίστηκαν από τους Εναγόμενους 1 δικοί τους υπεργολάβοι οι οποίοι πληρώνονταν απευθείας από τους Εναγόμενους
  5. Σύμφωνα με τον ΧΚ, οι ενάγοντες είχαν υποχρέωση να εξασφαλίσουν και να παραδώσουν στους Εναγόμενου 1 τραπεζική εγγυητική επιστολή για το ποσό των €15,000 για την πιστή και ικανοποιητική εκτέλεση του συμβολαίου. Επίσης, σύμφωνα με τις πρόνοιες του συμβολαίου η εγγύηση δέουσας εκτέλεσης θα διατηρείται μέχρι την έμπρακτη ολοκλήρωση των εργασιών. Οι Ενάγοντες σε συμμόρφωση με τις πρόνοιες της συμφωνίας ζήτησαν από την Εναγόμενη 2 την έκδοση εγγυητικής επιστολής προς όφελος των Εναγομένων 1, η οποία εκδόθηκε τον Μάρτιο του 2018 για το ποσό των €15,000 και έληγε στις 19/3/
  6. Με αίτημα των Εναγόντων και κατόπιν προτροπής των Εναγομένων 1 επειδή μέχρι τις 19/3/2019 δεν είχαν εμπράκτως συμπληρωθεί οι εργασίες για λόγους που δεν αφορούσαν τους Ενάγοντες η ισχύς της Εγγυητική Επιστολής παρατάθηκε μέχρι τις 6/8/2019 και στη συνέχεια μέχρι τις 15/1/
  7. Κατά τη θέση του ΧΚ, η Εγγυητική Επιστολή ανανεώθηκε μετά τον χρόνο συμπλήρωσης των εργασιών που αναγραφόταν στο συμβόλαιο και με προτροπή των Εναγομένων 1 και αυτό κατά τη θέση του δεικνύει ότι δεν τέθηκε ζήτημα καθυστέρησης από μέρους των Εναγόντων και παράβασης της συμφωνίας καθότι σε διαφορετική περίπτωση οι Εναγόμενοι 1 θα αξίωναν την καταβολή του ποσού της εγγυητικής αλλά η ανανέωση γινόταν πάντα με την προτροπή των Εναγόμενων 1 οι οποίοι γνώριζαν, κατά τον ΧΚ, ότι δεν είχαν οποιαδήποτε ευθύνη για την καθυστέρηση. Σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση Καμάσα, το έργο είχε μεγάλες καθυστερήσεις λόγω των καινούριων οδηγιών και αποφάσεων του αρχιτέκτονα του έργου ως προς τον τρόπο κατασκευής του κτιρίου αλλά και λόγω καθυστέρησης των διορισμένων από τους Εναγόμενους 1 υπεργολάβων. Κατά τον ΧΚ, σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου και συγκεκριμένα το άρθρο 20 αυτού, σε περίπτωση που το έργο δεν συμπληρωθεί εμπράκτως κατά τον χρόνο που συμφωνήθηκε και κατά την γνώμη του αρχιτέκτονα αυτό έπρεπε να συμπληρωθεί, ο αρχιτέκτονας πιστοποιεί την καθυστέρηση που οφείλεται στον εργολάβο και με απόφαση του καθορίζει τις αποζημιώσεις που δικαιούται ο εργοδότης. Αναφέρει ότι τέτοια διαδικασία δεν έγινε εν προκειμένω. Κατά τη θέση του ΧΚ τους τελευταίους μήνες ξεκίνησε μία ενορχηστρωμένη δόλια προσπάθεια των Εναγομένων 1 και του αρχιτέκτονα με σκοπό να πλήξουν τους Ενάγοντες. Συγκεκριμένα, κατά τη θέση των Εναγόντων, ξεκίνησε μία μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην πληρωμή των διατακτικών καθώς και αδικαιολόγητη και χωρίς ανάλυση αποκοπή ποσών από τα τελευταία διατακτικά χωρίς να τους εξηγηθούν οι λόγοι και για την οποία διαμαρτυρήθηκαν με επιστολή τους προς τον αρχιτέκτονα και τους Εναγόμενους
  8. Αναφέρεται σε ηλεκτρονική αλληλογραφία την οποία επισυνάπτει που είχε ανταλλαγεί μεταξύ των μερών λέγοντας ότι για πρώτη φορά οι Εναγόμενοι 1 επικαλέστηκαν καθυστερήσεις στις 23/12/2019 με ηλεκτρονικό μήνυμα αναφέροντας τους ότι θα απέκοπταν επίσης το ποσό των €17000 του πιστοποιητικού που εκδόθηκε από τον αρχιτέκτονα για τις ζημιές που είχαν υποστεί λόγω των καθυστερήσεων, θέσεις τις οποίες απέρριψαν με δικό τους ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 24/12/
  9. Κατά τη θέση του ΧΚ, οι Εναγόμενοι 1 δεν έχουν δικαίωμα πληρωμής της εγγυητικής αφού η ίδια η εγγυητική παραπέμπει και αναφέρεται σε παράβαση των υποχρεώσεων των εναγόντων δυνάμει της συμφωνίας και η μοναδική παράβαση που επικαλέστηκαν οι Εναγόμενοι 1 ήταν η δήθεν καθυστέρηση πράγμα που κατά τη θέση του δεν ισχύει αφού δεν έχει πιστοποιηθεί κάτι τέτοιο από τον αρχιτέκτονα του έργου ούτε τους υποδείχθηκε κάτι τέτοιο. Σύμφωνα με τη θέση του, ο δόλος των Εναγομένων 1 φαίνεται από το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι 2 ζητούσαν ανανέωση της εγγυητικής γνωρίζοντας τις καθυστερήσεις που οφείλονταν, κατά τη θέση του, στους Εναγόμενους 1 και τους υπεργολάβους τους, με αποτέλεσμα να μην έχουν γνήσια πεποίθηση ότι έχουν δικαίωμα πληρωμής. Σε σχέση με την Εναγόμενη 2, αναφέρει ότι παρόλο που γνωρίζει ότι η εγγυητική ανανεωνόταν κατόπιν προτροπής των εναγομένων 1 για λόγους καθυστέρησης των υπεργολάβων τους, τον ενημέρωσε ότι προτίθεται να προβεί στην πληρωμή της εγγυητικής. Ανέφερε στην Εναγόμενη 2 ότι δεν υπάρχει κάποια καθυστέρηση και δεν έχει πιστοποιηθεί κάτι τέτοιο από τον αρχιτέκτονα και παρά ταύτα η Εναγόμενη 2 επιμένει να προχωρήσει με την πληρωμή της εγγυητικής. Θεωρεί, όπως αναφέρει, ότι από τη στιγμή που όλα αυτά είναι υπόψη της Εναγόμενης 2 αυτή γνωρίζει ότι η Εναγόμενη 1 δόλια απαιτεί την πληρωμή της εγγυητικής. Ο ΧΚ αναφέρει ότι σε περίπτωση που λάβει χώρα η πληρωμή οι Αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη γιατί θα τους δημιουργήσει πρόβλημα ρευστότητας και επιβίωσης και θα τους οδηγήσει σε οικονομική καταστροφή. Αναφέρει ότι είναι μία μικρή οικογενειακή επιχείρηση που δεν έχει την πολυτέλεια να της κατάσχουν χρήματα χωρίς να της δημιουργηθεί πρόβλημα ρευστότητας λαμβάνοντας υπόψη, όπως ο ίδιος αναφέρει, και τα ποσά που έχουν αποκοπεί από τους Εναγόμενους 1 χωρίς δικαιολογία. Προβαίνει σε μαθηματικούς υπολογισμούς αθροίζοντας τα ποσά που κατά τη θέση του οφείλουν οι Εναγόμενοι 1 με το ποσό της εγγυητικής για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι «με μία τρύπα των €64000 η επιχείρηση των εναγόντων δεν θα είναι πλέον βιώσιμη.». Ένσταση - Λόγοι Ένστασης: Οι Εναγόμενοι 1 καταχώρησαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση στις 7/5/2020 (η Ένσταση). Προβάλλουν συνολικά 19 λόγους ένστασης οι οποίοι μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: - Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/
  10. - Οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, αποκρύπτοντας ουσιώδη γεγονότα και παραπλανώντας το Δικαστήριο σε σχέση με αυτά. - Δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. - Η υπό κρίση Αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική. - Η απαίτηση της εγγυητικής ήταν γνήσια και δεν έχουν ενεργήσει δόλια οι Εναγόμενοι
  11. - Το όνομα των Αιτητών είναι λανθασμένο. - Το λεκτικό της εγγύησης είναι ξεκάθαρο. - Σε περίπτωση έκδοσης των διαταγμάτων οι Εναγόμενοι 1 θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά. - Η αίτηση είναι αντικανονική, γενική, αόριστη και ασαφής. Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του κ. XXXXX Ιακώβου (ο ΙΙ και η Ένορκη Δήλωση Ιακώβου) ενός εκ των διευθυντών των Εναγομένων
  12. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση: Η εκδοχή των Εναγομένων 1 όπως προβάλλει μέσα από την Ένορκη Δήλωση Ιακώβου, είναι σε συντομία η ακόλουθη: Οι Εναγόμενοι 1 μέσω της Ένορκης Δήλωσης Ιακώβου δέχονται το γεγονός της έκδοσης και ανανέωσης της εγγυητικής από μέρους των Εναγόντων. Καταλογίζουν την ευθύνη για την καθυστέρηση που προκλήθηκε στο έργο στους Ενάγοντες τους οποίους θεωρούν υπεύθυνους για την μη έγκαιρη ολοκλήρωση των εργασιών στο έργο. Οι ίδιοι αρνούνται ότι προκλήθηκε οποιαδήποτε καθυστέρηση από οποιοδήποτε υπεργολάβο των Εναγομένων
  13. Σε σχέση με τη θέση των Εναγόντων περί προτροπής εκ μέρους των Εναγομένων 1 για την ανανέωση της εγγυητικής, ο ΙΙ απορρίπτει τη θέση αυτή και λέγει ότι ήταν συμβατική υποχρέωση των Εναγόντων να έχουν σε ισχύ την εγγυητική επιστολή μέχρι την έμπρακτη συμπλήρωση των εργασιών και τα περί προτροπής κατά τη θέση του ΙΙ τίθενται με σκοπό τη δημιουργία εντυπώσεων. Απορρίπτει επίσης την θέση ότι για το 70% του έργου είχαν διοριστεί υπεργολάβοι από τους ίδιους, λέγοντας ότι οι Ενάγοντες ήταν ο κύριος κατασκευαστής του έργου. Σύμφωνα με τον ΙΙ, το 69,41% του συνόλου του προϋπολογισμού αναλογεί στους Ενάγοντες. Κατά τη θέση του, ο Αρχιτέκτονας του έργου πιστοποιούσε συνεχώς την καθυστέρηση μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων που απέστελλε στους Αιτητές τα οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριό 7 και τα οποία κατά τη θέση του αποκρύφθηκαν από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, αναφέρει ότι υπήρχαν και πολλά προφορικά παράπονα από τον αρχιτέκτονα προς τους Ενάγοντες. Παραθέτει αυτούσια αποσπάσματα από τα ηλεκτρονικά μηνύματα που προωθούσε ο αρχιτέκτονας προς τους Ενάγοντες σε σχέση με το ζήτημα της καθυστέρησης εκ μέρους των Εναγόντων στη συμπλήρωση των εργασιών. Κατά τη θέση των Εναγομένων 1 και προς αντίκρουση της θέσης των Εναγόντων περί ύπαρξης καινούριων οδηγιών και αποφάσεων του αρχιτέκτονα που προκάλεσαν καθυστέρηση, αναφέρουν ότι υπήρξαν κάποιες επουσιώδεις αλλαγές οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν επιβάρυναν ημερολογιακά την αποπεράτωση του έργου. Παραθέτει επίσης αντίγραφα ηλεκτρονικών και τηλεφωνικών μηνυμάτων σε σχέση με επικοινωνία που είχαν οι Εναγόμενοι 1 με τους συνεργάτες των Εναγόντων καθώς και τον υπεύθυνο εργοταξίου του έργου που κατά τη θέση του δεικνύουν ότι υπήρχε καθυστέρηση για την οποία ευθύνονταν οι Ενάγοντες. Κατά τη θέση των Εναγομένων 1 υπήρχε συγκεκριμένη διαδικασία την οποία έπρεπε να ακολουθήσουν οι Ενάγοντες με βάση τη συμφωνία για την παράταση του χρόνου αποπεράτωσης του έργου την οποία όμως δεν ακολούθησαν. Απορρίπτουν τους ισχυρισμούς περί δόλιας και ενορχηστρωμένης προσπάθειας των Εναγομένων 1 και του Αρχιτέκτονα του έργου να πλήξουν τους Ενάγοντες τους οποίους χαρακτηρίζουν ως αναληθείς, κακόβουλους και παραπλανητικούς. Σε σχέση με το τελευταίο διατακτικό πληρωμής αποδέχονται ότι αποκόπηκε από αυτούς το συγκεκριμένο ποσό (δηλαδή των €17,000). Σύμφωνα με τη θέση των Εναγομένων 1, πλην του τελευταίου διατακτικού πληρωμής, οι Ενάγοντες δεν εξέφρασαν κανένα παράπονο για οποιοδήποτε άλλο διατακτικό προς τον αρχιτέκτονα παρόλο που ο Αρχιτέκτονας είχε προβεί σε αποκοπές ποσών και σε άλλα διατακτικά που εξέδιδαν, ανά διαστήματα, οι Ενάγοντες. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 11 δέσμη πιστοποιητικών πληρωμής σε σχέση με άλλα διατακτικά για τα οποία είχαν γίνει επίσης αποκοπές από τον αρχιτέκτονα για τα οποία δεν εκφράστηκε παράπονο, λέγοντας ότι οι Αιτητές απέκρυψαν αυτά τα πιστοποιητικά από το Δικαστήριο. Αναφέρει επίσης ότι δεν ζήτησαν από τον Αρχιτέκτονα να εκδώσει απόφαση σύμφωνα με συγκεκριμένη πρόνοια του συμβολαίου (άρθρο 37), πράγμα το οποίο έπραξαν σε σχέση με το τελευταίο διατακτικό για το οποίο ο Αρχιτέκτονας εξέδωσε απόφαση και παρέπεμψαν την διαφορά σε διαιτησία. Εάν κατά τη θέση των Εναγομένων 1 υπήρχε παράπονο για οποιοδήποτε άλλο διατακτικό, τότε είχαν κάθε δικαίωμα να ακολουθήσουν την ίδια διαδικασία πράγμα που δεν έπραξαν. Αναφέρει επίσης ότι σε σχέση με το τελευταίο διατακτικό πληρωμής ο αρχιτέκτονας εξήγησε στους Ενάγοντες τους λόγους της μικρής καθυστέρησης που παρατηρήθηκε που ήταν το γεγονός ότι έπρεπε να γίνει έλεγχος σε όλες τις ποσότητες καθώς και μετρήσεις επί τόπου για να διαφανεί η πραγματική εικόνα. Αυτό κατά τη θέση του ΙΙ προκύπτει από το περιεχόμενο του ίδιου του ηλεκτρονικού μηνύματος που οι Ενάγοντες παρουσίασαν ως Τεκμήριο
  14. Σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση Ιακώβου, οι Ενάγοντες ερμηνεύουν λανθασμένα τον όρο 20 του συμβολαίου το οποίο φέρει τίτλο «Αποζημιώσεις για μη Αποπεράτωση», το οποίο τυγχάνει, κατά τη θέση τους, εφαρμογής για να εξευρεθεί η αποζημίωση που δικαιούται ο εργοδότης. Προβάλλεται η θέση ότι οι Ενάγοντες δεν αιτήθηκαν παράταση του χρόνου σύμφωνα με άλλη πρόνοια του συμβολαίου και από τη στιγμή που δεν υπάρχει τέτοιο αίτημα και δεν εκδόθηκε απόφαση από τον αρχιτέκτονα ή ακόμα και εάν υπάρχει, όπως λένε, και μετατεθεί η ημερομηνία αποπεράτωσης των εργασιών ανάλογα τότε, από την στιγμή που οι εργασίες δεν έχουν αποπερατωθεί την ημέρα αυτή, η καθυστέρηση είναι δεδομένη. Σύμφωνα με τη θέση των Εναγομένων 1, αυτοί έχουν αρχίσει ήδη τη διαδικασία για τη λύση του συμβολαίου μέσω της αποστολής από τον αρχιτέκτονα διπλοσυστημένης επιστολής στις 23/12/2019 την οποία οι Ενάγοντες παρέλαβαν στις 4/2/2020 και την οποία επισυνάπτει. Αναφέρει ο ΙΙ ότι παρόλο που ειδοποιήθηκαν οι Ενάγοντες να την παραλάβουν εντούτοις δεν το έπραξαν εσκεμμένα και την παρέλαβαν μόλις κατά την πιο πάνω ημερομηνία. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής η οποία υπογράφεται από τον αρχιτέκτονα (Τεκμήριο 12 στην Ένορκη Δήλωση Ιακώβου) γίνεται αναφορά στο ότι το έργο είναι πολύ καθυστερημένο και γίνεται επίσης αναφορά στο ότι δεν υπάρχει ανταπόκριση από τους Ενάγοντες στις οδηγίες του αρχιτέκτονα οι οποίες διαβιβάστηκαν όπως αναγράφεται στην εν λόγω επιστολή, «πολλές φορές, τόσο προφορικά, όσο και με ηλεκτρονικά μηνύματα». Γίνεται επίσης αναφορά σε μεγάλη ζημιά που υφίστανται οι ιδιοκτήτες του έργου και παραπέμπονται οι Ενάγοντες για πολλοστή φορά, όπως αναγράφεται στην επιστολή, στους όρους του συμβολαίου με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων των ιδιοκτητών. Αναφέρει ο ΙΙ ότι η Εγγυητική Επιστολή είναι ξεκάθαρη και ανέκκλητη και παραθέτει αυτούσιο το λεκτικό αυτής, λέγοντας ότι παράτυπα ειδοποιήθηκαν οι Ενάγοντες από την Εναγόμενη 2 αφού το λεκτικό της είναι ξεκάθαρο. Κατά τη θέση τους, η απαίτηση της εγγυητικής εκ μέρους τους είναι σύννομη και γνήσια και οι Εναγόμενοι 1 δεν έχουν ενεργήσει δόλια. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί προβλήματος ρευστότητας σε περίπτωση πληρωμής της εγγυητικής λέγοντας ότι είναι παράλογο να επικαλείται τέτοιο πρόβλημα όταν τα χρήματα αυτά δεν μπορούσαν έτσι και αλλιώς να τα χρησιμοποιήσουν. Αναφέρει επίσης ότι το ποσό που επικαλείται ως «τρύπα» λαμβάνει αδικαιολόγητα υπόψη το σύνολο του ποσού που δεν εγκρίθηκε από τον αρχιτέκτονα. Κατά τη θέση τους, η τεράστια καθυστέρηση στην αποπεράτωση του έργου έχει επιφέρει στους Εναγόμενους 1 τεράστια ζημιά και δημιουργεί προβλήματα αφού υπάρχει μεγάλος δανεισμός για τον οποίοι οφείλουν να καταβάλλουν μηνιαίες δόσεις ενώ δεν μπορεί να υπάρξει, ένεκα της καθυστέρησης στην αποπεράτωση των εργασιών, οικονομική εκμετάλλευση του έργου. Νομική Πτυχή Το γενικό πλαίσιο έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων Η έκδοση προσωρινού διατάγματος διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου 32

(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60 το οποίο παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων Διαταγμάτων. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο αυτό είναι περιορισμένο και το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει βασικά κατά πόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις αυτές , ήτοι (α) σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) πιθανότητα επιτυχίας και (γ) δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν δοθεί το διάταγμα. Η κλασική ανάλυση των προϋποθέσεων αυτών έγινε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR
  1. Οι αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν.14/60 είναι καλά γνωστές και συνοψίσθηκαν, σχετικά πρόσφατα, από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά. ν. xxx Λοϊζίδου, Πολιτική Εφεση Αρ. E7/2018, ημερ. 21.3.2019, καθώς επίσης και στην Κοζάκου κ.α. v. Ν. Νικολάου, Πολιτική Έφεση Αρ. E127/2013, ημερ. 13/6/2019 και Αντώνης και Φούλης Μιχαήλ Λίμιτεδ v Ιωαννίδη, Πολιτική Εφεση Αρ. Ε44/2014, ημερ. 16/7/
  2. «Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» σημαίνει να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Όπως εξηγήθηκε περαιτέρω στην Κυριάκου κ.α. ν. Κυριάκου, Πολ. Έφ. Αρ. Ε301/2016, ημερ. 26.9.2017, τούτο έχει την έννοια ότι το δικόγραφο αποκαλύπτει αναγνωρισμένο, είτε από το Νόμο (legal right) είτε από το δίκαιο της επιείκειας (equitable right), αγώγιμο δικαίωμα (βλ. Διατάγματα, Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, 1η έκδ., σελ. 55). Όπως αναφέρθηκε στην Resola v. Χρήστου
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1179 με αναφορά στην Odysseos, (ανωτέρω), ο όρος "pleadings" χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και όχι ως τεχνικός όρος, εξισούμενος με τις εγγράφους προτάσεις. Ο όρος στα πλαίσια του άρθρου 32 δεν πρέπει να ερμηνεύεται ότι απαιτεί ο,τιδήποτε πέραν της αποκάλυψης «συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων».[1] Εν τέλει, η εξέταση στο στάδιο αναζήτησης προσωρινού διατάγματος της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 περιορίζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό, καθώς αναμένεται από τον Ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφά του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμά του το οποίο, ως ισχυρίζεται, παραβιάζει η αντίδικη πλευρά. Σε ότι αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, την πιθανότητα επιτυχίας, το Δικαστήριο προχωρά στην εξέτασή της στην περίπτωση και μόνο όπου έχει ικανοποιηθεί ότι συντρέχει το πρώτο κριτήριο του εν λόγω άρθρου. Η υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), ερμηνεύοντας το υπό αναφορά κριτήριο, καθόρισε ότι στο πλαίσιο της νομοθετικής διάταξης του άρθρου 32, δεν θα μπορούσε να είναι ο,τιδήποτε άλλο εκτός από την αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης του Ενάγοντα. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου το οποίο απαιτείται να υπερπηδήσει ο Ενάγοντας συνίσταται στην τεκμηρίωση «μιας πιθανότητας» επιτυχίας. Κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το επίπεδο δηλαδή απόδειξης που απαιτείται για πολιτική αγωγή[2]. Το Δικαστήριο, σ' αυτό το στάδιο, κρίνει και αποφασίζει πάνω στην ολότητα του ενώπιον του υλικού χωρίς όμως να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής.[3] Σ΄ αυτά τα πλαίσια και για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας που συνίστανται στη διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, όπως ελέχθη στην υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 ΑΑΔ 1980 και υιοθετήθηκε στην υπόθεση Λόρδος ν. Σιακόλας, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015, ημερομηνίας 23.3.2017: «. κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω και στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το πεδίο.» Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί[4], η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση. Γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης δεν αρκούν, αλλά απαιτείται αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία.[5] Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, το κατά πόσο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον» να εκδώσει το Δικαστήριο το αιτούμενο διάταγμα. Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση.[6] Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία και δυναμική στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Υποδηλώνει ουσιαστικά, το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του, που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο, ήταν εσφαλμένη.[7] Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.[8] Το ειδικό πλαίσιο έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων που έχουν ως αντικείμενο τραπεζικές εγγυητικές επιστολές Όπως θα καταδειχθεί στη συνέχεια, έχει καθιερωθεί τόσο από την κυπριακή νομολογία όσο επίσης και από την αγγλική, ένα ειδικό πλαίσιο το οποίο διέπει την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων όταν αντικείμενο τέτοιων διαταγμάτων είναι τραπεζικές εγγυητικές επιστολές. Ο κανόνας της αυτοτέλειας της τραπεζικής εγγυητικής επιστολής και η γενική αρχή ότι τα Δικαστήρια σπανίως επεμβαίνουν με την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων ώστε η εγγυητική να μην πληρωθεί Από την ανασκόπηση της σχετικής με το ζήτημα αυτό νομολογίας, οι βασικότερες αρχές μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: Οι εγγυητικές επιστολές είναι έγγραφα υψίστης εμπορικής πίστεως και θεωρούνται στο εμπόριο ουσιαστικά ως μετρητά χρήματα και στην απουσία ισχυρότατου λόγου προς το αντίθετο δεν νοείται η μη πληρωμή ή η μη εκτέλεση της εγγυητικής. Μια εγγυητική επιστολή εκδιδόμενη από τραπεζικό ίδρυμα αποτελεί ανέκκλητη επιβεβαίωση ότι θα πληρωθεί στη βάση των όρων της και γι' αυτό τα Δικαστήρια σπανίως επεμβαίνουν με την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων ώστε η εγγυητική να μην πληρωθεί ή να μην εκτελεσθεί. Έχουν αυτονομία και ανεξαρτησία και δεν επηρεάζονται από την αρχική συμφωνία την οποία διασφαλίζουν. Ο σκοπός τους είναι η διασφάλιση της αξιοπιστίας των συναλλαγών και της εμπορικής πίστης. Είναι θεμελιωμένο ότι η υποχρέωση της τράπεζας ή του πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει την εγγυητική, προκύπτει αμέσως μόλις ο δικαιούχος ικανοποιήσει τους όρους και τις προϋποθέσεις που τέθηκαν για την πληρωμή της. Στην υπόθεση Σ.Π.Ε. Πέγειας ν. CAA Travel Media Ltd,
(2008)1 Α.Α.Δ. 837) το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Οι εγγυητικές επιστολές έχουν αυτονομία και ανεξαρτησία και δεν επηρεάζονται από την αρχική συμφωνία την οποίαν διασφαλίζουν. Ο σκοπός τους δεν είναι η διασφάλιση της αρχικής συμφωνίας αλλά η διασφάλιση της αξιοπιστίας των συναλλαγών και της εμπορικής πίστης. Είναι θεμελιωμένο ότι η υποχρέωση της τράπεζας ή του πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει την εγγυητική, προκύπτει αμέσως μόλις ο δικαιούχος ικανοποιήσει τους όρους και τις προϋποθέσεις που τέθηκαν για πληρωμή της εγγυητικής». (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Το Ανώτατο Δικαστήριο στην Hellenic Bank Public Company Limited ν. Αlpha Panareti Public Limited,
(2013)1 ΑΑΔ 1235, 13 Ιουνίου 2013, ανέφερε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Είναι δεδομένη η αυτοτέλεια της εγγυητικής επιστολής... Μια εγγυητική επιστολή εκδιδόμενη από τραπεζικό ίδρυμα αποτελεί στη βάση σαφούς νομολογίας ανέκκλητη επιβεβαίωση ότι θα πληρωθεί στη βάση των όρων της και γι' αυτό τα Δικαστήρια σπανίως επεμβαίνουν με την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων ώστε η εγγυητική να μην πληρωθεί ή να μην εκτελεσθεί. Οι εγγυητικές θεωρούνται στο εμπόριο ουσιαστικά ως μετρητά χρήματα και στην απουσία ισχυρότατου λόγου προς το αντίθετο δεν νοείται η μη πληρωμή ή η μη εκτέλεση της εγγυητικής.» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην Hamzeh Malas and Sons v British Imex Industries Ltd [1958] 2 QB 127 ο Jenkins LJ είπε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: ". the opening of a confirmed letter of credit constitutes a bargain between the banker and the vendor of the goods, which imposes upon the banker an absolute obligation to pay, irrespective of any dispute there may be between the parties as to whether the goods are up to contract or not.That system of financing these operations would break down completely if a dispute as between the vendor and the purchaser was to have the effect of 'freezing' the sum in respect of which the letter of credit was opened." (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην R D Harbottle (Mercantile) Ltd And Another v. National Westminster Bank Ltd And Others [1977] 2 All E.R. 862), λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: "It has been long established that when a letter of credit is issued and confirmed by a bank, the bank must pay it if the documents are in order and the terms of the credit are satisfied. Any dispute between buyer and seller must be settled between themselves. The bank must honour the credit. .a confirmed letter of credit constitutes a bargain between the banker and the vendor of the goods, which imposes upon the banker an absolute obligation to pay, irrespective of any dispute there may be between the parties as to whether the goods are up to contract or not. It is well established that a letter of credit is independent of the primary contract of sale between the buyer and the seller. The issuing bank agrees to pay upon presentation of documents, not goods. This rule is necessary to preserve the efficiency of the letter of credits as an instrument for the financing of trade". (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Εξαιρέσεις στην γενική αρχή - Σε ποιες περιπτώσεις τα Δικαστήρια επεμβαίνουν σε εγγυητικές επιστολές Το Ανώτατο Δικαστήριο στην Αlpha Panareti Public Limited (ανωτέρω) ανέφερε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Ως τέτοιος λόγος έχει νομολογιακά αναγνωρισθεί μόνο η ύπαρξη δόλου που θα πρέπει να βαρύνει τον δικαιούχο της εγγυητικής και να είναι ταυτόχρονα και στη γνώση της τράπεζας. Έχει δε λεχθεί αυθεντικά από τη νομολογία ότι ο ισχυρισμός δόλου πρέπει όχι μόνο να τίθεται από τον ένα των διαδίκων, αλλά και να υποστηρίζεται από πλήρη και επαρκή στοιχεία ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να τον αξιολογήσει, έστω σε πρωταρχικό στάδιο, όταν ασχολείται με τη δυνατότητα έκδοσης προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος». (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Περαιτέρω, στην Pakistan Cables Limited v. NSB General Trading (Overseas) Co κ.α.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1711, τέθηκε το ζήτημα ως εξής: «Αυτές οι διεθνείς πιστώσεις θεωρούνται στο διεθνές εμπόριο, (όπως και οι εγγυητικές - «performance bonds»), ως μετρητά χρήματα στην απουσία δε ισχυρότατου λόγου περί του αντιθέτου, δεν νοείται η μη πληρωμή ή μη εκτέλεση της πίστωσης. Μόνο η ύπαρξη δόλου, ισχυρισμός που όχι μόνο πρέπει να τίθεται από τον διάδικο, αλλά και να αποδεικνύεται από πλήρη και επαρκή στοιχεία, αναχαιτίζει την πληρωμή. Είναι γι΄ αυτό το λόγο που τα Δικαστήρια σπάνια επεμβαίνουν στο μηχανισμό των τραπεζικών υποχρεώσεων που δημιουργούνται μέσω των ανέκκλητων τραπεζικών υποχρεώσεων. Όπως έχει αναφερθεί στην R.D. Harbottle (Mercantile) Ltd & another v. National Westminster Bank Ltd & others
(1977)2 All E.R. 862, αυτές οι υποχρεώσεις «... are the life-blood of international commerce». Εκτός από την περίπτωση καθαρού δόλου στον οποίο εμπλέκεται ή έχει γνώση η ίδια η τράπεζα, τα Δικαστήρια αφήνουν τους εμπορευόμενους να διευθετήσουν τις διαφορές τους κάτω από τις συμβατικές δοσοληψίες που εκατέρωθεν ανέλαβαν, στα Δικαστήρια ή με διαιτησία. Όπως λέχθηκε στην ίδια υπόθεση: "The Courts are not concerned with their difficulties to enforce such claims; these are risks which the merchants take." Τα Δικαστήρια για τους προαναφερθέντες λόγους δεν χορηγούν κατά κανόνα ούτε απαγορευτικά διατάγματα μη πληρωμής της πίστωσης επεμβαίνοντας και αναστατώνοντας, με αυτό τον τρόπο, την ασφάλεια που πρέπει να διέπει τις συναλλαγές του διεθνούς εμπορίου, (δέστε Malas (trading as Hamzen Malas & Sons v. British Imex Industries Ltd
(1958)2 Q.B. 127 και Edward Owen Engineering Ltd v. Barclays Bank International Ltd
(1978)1 All E.R. 976). Η όλη φιλοσοφία που διέπει αυτού του είδους τις συναλλαγές έχει τεθεί από τον Diplock J. στην Ian Stach Ltd v. Baker Bosley Ltd
(1958)2 Q.B. 130, ως: «a direct undertaking by the banker that the seller, if he presents the documents as required in the required time, will receive payment.» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Η θεμελιακή αγγλική απόφαση στο υπό εξέταση ζήτημα είναι RD Harbottle (ανωτέρω), στην οποία δόθηκε έμφαση στο ότι τέτοιες εγγυήσεις είναι «το οξυγόνο των διεθνών συναλλαγών» και γι' αυτό σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις - καθαρού δόλου - τα Δικαστήρια θα εκδίδουν διατάγματα τέτοιας φύσεως. Παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα: "It is only in exceptional cases that the courts will interfere with the machinery of irrevocable obligations assumed by banks. They are the lifeblood of international commerce. Such obligations are regarded as collateral to the underlying rights and obligations between the merchants at either end of the banking chain. Except possibly in clear cases of fraud of which the banks have notice, the courts will leave the merchants to settle their disputes under the contracts by litigation or arbitration as available to them or stipulated in contracts." (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Η πιο πάνω απόφαση υιοθετήθηκε στη συνέχεια από το Court of Appeal στην υπόθεση Edward Owen Engineering Ltd v Barclays Bank International Ltd [1978] QB 159, όπου τονίστηκε πως ο κανόνας είναι ότι σε περιπτώσεις τέτοιων εγγυητικών οι τράπεζες πρέπει να προβαίνουν σε πληρωμή της εγγύησης σύμφωνα με τους όρους της και να μην τους απασχολεί κατά πόσο οποιοδήποτε μέρος της σύμβασης στη βάση της οποίας δόθηκε η εγγυητική έχει προβεί σε οποιαδήποτε παραβίαση της. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου εμφιλοχώρησε δόλος ο οποίος περιήλθε σε γνώση της τράπεζας. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι στην υπόθεση αυτή τονίσθηκε ότι σε τέτοιου είδους περιπτώσεις δεν είναι αρκετό κάποιος να επικαλείται δόλο, πρέπει να μπορεί να τον συγκεκριμενοποιεί. Η απόφαση στην Edward Owen (ανωτέρω) αναφέρθηκε με επιδοκιμασία από το House of Lords στην υπόθεση United City Merchants v Royal Bank of Canada [1983] 1 A.C. 168 όπου ο Lord Diplock ανέφερε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: "To this general statement of principle as to the contractual obligations of the confirming bank to the seller, there is one established exception: that is, where the seller, for the purpose of drawing on the credit, fraudulently presents to the confirming bank documents that contain, expressly or by implication, material representations of fact that to his knowledge are untrue.. The exception for fraud on the part of the beneficiary seeking to avail himself of the credit is a clear application of the maxim ex turpi causa non oritur actio or, if plain English is to be preferred, "fraud unravels all". The courts will not allow their process to be used by a dishonest person to carry out a fraud." (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Περαιτέρω, στην υπόθεση Bolivinter Oil S.A v. Chase Manhattan Bank N.A and others
(1984)1 Lloyd's Rep. 251, υποδεικνύεται ότι: "Judges who are asked, often at short notice and ex parte, to issue an injunction restraining payment by a bank under an irrevocable letter of credit or performance bond or guarantee should ask whether there is any challenge to the validity of the letter, bond or guarantee itself. If there is not or if the challenge is not substantial, prima facie no injunction should be granted and the bank should be left free to honour its contractual obligation, although restrictions may well be imposed upon the freedom of the beneficiary to deal with the money after he has received it. The wholly exceptional case where an injunction may be granted is where it is proved that the bank knows that any demand for payment already made or which may thereafter be made will clearly be fraudulent. But the evidence must be clear, both as to the fact of fraud and as to the bank's knowledge." (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Μάλιστα, στην υπόθεση Group Josi Re v. Walbrook Insurance Ltd
(1996)1 All E.R. 791, διευκρινίστηκε ότι οι πιο πάνω αρχές ισχύουν και εφαρμόζονται ακόμα και στις περιπτώσεις που δεν ζητείται προσωρινό διάταγμα εναντίον της τράπεζας παρά μόνο εναντίον του δικαιούχου. Στη σελίδα 801 αναφέρεται ότι: "However, it is argued by Mr Barlett QC for the reinsurers that the case is altogether different, and the rule which I have been discussing does not apply when an injunction is sought not against the bank but against the beneficiary of a letter of credit. In my opinion that cannot be right. The effect on the lifeblood of commerce will be precisely the same whether the bank if restrained from paying off the beneficiary is restrained from asking for payment... ." (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στο σύγγραμμα Commercial Injunctions, Steven Gee, 6η έκδοση, 2016, στην παράγραφο 15-017 (σελ. 540) αναφέρονται χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «.as a general principle, the court will not grant an injunction interfering with performance by the bank under the banking contract. This principle applies whether the applicant for the injunction sues only the bank seeking quia timet relief restraining payment, or sues the beneficiary seeking an injunction restraining him from receiving payment under the banking contract after a claim has been made under that contract or sues both of them.» Η απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής (The Judicial Committee of the Privy Council) στην υπόθεση Alternative Power Ltd v. Central Electricity Board and another [2015] 1 W.L.R. 697 είναι ιδιαιτέρως διαφωτιστική σε σχέση με το θέμα του δόλου επί εγγυητικών επιστολών. Γίνεται εκτεταμένη αναφορά και επισκόπηση στην Αγγλική νομολογία που πραγματεύεται το θέμα του δόλου επί εγγυητικών επιστολών, καθώς και στο μέτρο και επίπεδο απόδειξης που απαιτείται στο στάδιο της ενδιάμεσης διαδικασίας, όπως ακριβώς είναι και το παρόν στάδιο. Στην παράγραφο 57 επ. της απόφασης αναφέρονται τα ακόλουθα με αναφορά στην Solo Industries UK Ltd v Canara Bank [2001] 1 WLR 1800: 58. In Solo Industries UK Ltd v Canara Bank [2001] 1 WLR 1800, Mance LJ said this at paras 31 and 32: .The courts in the Harbottle and Edward Owen cases were concerned with the interlocutory stage. The test that they stated was undiluted by any reference to 'arguable case'. The defence that they and later authorities identify, of established fraud known to the bank, is, by its nature, one which, if it is good at all, must be capable of being established with clarity at the interlocutory stage. 59. The Board . recognises that the test cannot be quite the same as at a trial and that the test at the interlocutory stage can properly be described as Ackner LJ described it, namely whether it is seriously arguable that, on the material available, "the only realistic inference is that [the beneficiary] could not honestly have believed in the validity of its demands on the performance bonds" and that the bank was aware of that fact. In the view of the Board the expression "seriously arguable" is intended to be a significantly more stringent test than good arguable case, let alone serious issue to be tried. As Mance LJ put it, a case of established fraud known to the bank, is, by its nature, one which, if it is good at all, must be capable of being established with clarity at the interlocutory stage. In summary, the Board concludes that it must be clearly established at the interlocutory stage that the only realistic inference is (
  1. a)that the beneficiary could not honestly have believed in the validity of its demands under the letter of credit and (
  2. b)that the bank was aware of the fraud.». (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Πιο πρόσφατα, στις υποθέσεις National Infrastructure Development Co Ltd v Banco Santander SA [2017] EWCA Civ 27 και Petrosaudi Oil Services (Venezuela) Ltd v Novo Banco SA and others [2017] EWCA Civ 9 έγινε ξανά μία επισκόπηση της αγγλικής νομολογίας για το θέμα αυτό και ουσιαστικά επαναδιατυπώθηκαν και επιβεβαιώθηκαν οι αρχές που διέπουν το ζήτημα αυτό με αναφορά στις υποθέσεις που έχουν παρατεθεί πιο πάνω. Αυτό το οποίο αναδεικνύεται και επιβεβαιώνεται διαχρονικά και σταθερά τόσο από την κυπριακή νομολογία όσο και από την αγγλική νομολογία είναι ότι τα Δικαστήρια μόνο τότε θα επέμβουν σε τραπεζικές εγγυητικές επιστολές εκδίδοντας ή οριστικοποιώντας προσωρινά διατάγματα απαγορεύοντας την πληρωμή τους, όταν οι συνθήκες και περιστάσεις που περιβάλλουν την απαίτηση πληρωμής είναι τέτοιες ώστε το μόνο λογικό συμπέρασμα το οποίο μπορεί να εξαχθεί από το σύνολο των γεγονότων που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ότι η απαίτηση για πληρωμή είναι δόλια. Αναδεικνύεται επίσης ότι ο δόλος θα πρέπει να είναι ξεκάθαρος τόσο ως προς το γεγονός του δόλου, όσο και ως προς την γνώση της τράπεζας. Περαιτέρω, η γνώση της τράπεζας περιλαμβάνει αυτά που θα έπρεπε η τράπεζα να γνωρίζει στη βάση ξεκάθαρης πληροφόρησης την οποία είχε ήδη λάβει, ή ήταν στην διάθεση της, χωρίς αυτό να περιλαμβάνει απλό ισχυρισμό ότι η απαίτηση είναι δόλια. Και ο λόγος ως εξηγείται είναι γιατί η τράπεζα δεν έχει υποχρέωση να διερευνήσει τέτοιους ισχυρισμούς. Εξέταση υπό κρίση Αίτησης: Αντλώντας καθοδήγηση από το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται, εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος. Αποτέλεσε κοινή συνισταμένη και των δυο πλευρών με παράθεση νομολογικών αυθεντιών και συγγραμμάτων ότι δεν νοείται η μη πληρωμή ή εκτέλεση μιας εγγυητικής εκτός αν υπάρχει ισχυρισμός δόλου. Η διαφορά βεβαίως μεταξύ των δυο πλευρών έγκειται στο κατά πόσο στην υπό εξέταση περίπτωση οι αιτητές, με βάση τα γεγονότα ως έχουν αυτά εκτεθεί, τεκμηρίωσαν την ύπαρξη του δόλου. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι κατά το στάδιο της ακρόασης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προέβησαν σε εμπεριστατωμένες αγορεύσεις προβάλλοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Έχω μελετήσει με προσοχή την επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων ως αυτή εκτίθεται στις αγορεύσεις τους. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω την επιχειρηματολογία των συνηγόρων των διαδίκων και θα περιοριστώ σε αναφορές στις αγορεύσεις όπου και εάν κριθεί σκόπιμο στη συνέχεια, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται[9]. Ενόψει του ότι οι Καθ' ων η Αίτηση εγείρουν στην ένσταση τους ότι δεν συνέτρεχε ο δικαιοδοτικός όρος του κατεπείγοντος κατά την έκδοση του διατάγματος καθώς και ότι οι Αιτητές δεν αποκάλυψαν ουσιώδη γεγονότα στο στάδιο που αιτούντο την έκδοση των Διαταγμάτων μονομερώς, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει τα ζητήματα αυτά κατά προτεραιότητα. Το Στοιχείο του Κατεπείγοντος Σύμφωνα με τις καλά εμπεδωμένες νομολογιακές αρχές, το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο με αποτέλεσμα τυχόν απουσία του εν λόγω στοιχείου να στερεί το Δικαστήριο από την ανάληψη σχετικής εξουσίας και να επιφέρει την ακύρωσή του προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας (βλ. Stavros Hotels Appartments Ltd κ.ά.
(1994)1 ΑΑΔ. 836, 841). Συνεπώς, πριν το Δικαστήριο εξετάσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης ενός διατάγματος με βάση το Άρθρο 32 του Ν.14/60 θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είχε δικαιοδοσία να εκδώσει το διάταγμα που έχει εκδώσει μονομερώς πράγμα το οποίο σημαίνει ότι θα πρέπει να είχε καταδειχθεί ενώπιον του το επείγον της έκδοσης ενός τέτοιου διατάγματος. Όπως έχει νομολογηθεί το υπαρκτό του στοιχείου του κατεπείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Αμβροσιάδου Έλενα και Άλλος ν. Martin Coward και Άλλης
(2013)1 ΑΑΔ 78, τονίσθηκε ότι το κατεπείγον εξετάζεται πρώτο, εφ' όσον αφορά δικαιοδοτικό όρο, και ανεξάρτητα από την ικανοποίηση των ουσιαστικών εκείνων προϋποθέσεων[10]. Στο μονομερές στάδιο της Αίτησης ο παράγοντας του χρόνου είναι σημαντικός. Ο Αιτητής θα πρέπει στο στάδιο εκείνο να δείξει το κατεπείγον της αίτησης ώστε να δικαιολογείται η μονομερής εξέταση της και να παρακαμφθεί ο κανόνας της φυσικής δικαιοσύνης και το δικαίωμα της άλλης πλευράς να ακουστεί πριν την έκδοση του διατάγματος. Παραπέμπω σχετικά στην Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1 Α.Α.Δ. 1475, η οποία αναφέρεται και στις υποθέσεις Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453 και Resola v. Χρήστου
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1179. Στην υπόθεση Χ"Βασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1(A) A.A.Δ 203, 207 ο Δικαστής Πικής έθεσε το θέμα ως εξής:- «.Η αδράνεια του εφεσείοντος να ζητήσει θεραπεία μόλις τα κρίσιμα γεγονότα περιήλθαν σε γνώση του αναιρεί το κατεπείγον του αιτήματος. Κατεπείγον θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικο του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Εν προκειμένω, οι Ενάγοντες όπως ανέφεραν στην Ένορκη Δήλωση Καμάσα, πληροφορήθηκαν από την Εναγόμενη 2 ότι στις 3/01/2020, δηλαδή 4 μέρες πριν την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης, υποβλήθηκε από τους Εναγόμενους 1 απαίτηση για την πληρωμή της εγγυητικής. Μόλις πληροφορήθηκαν το γεγονός αυτό, η αντίδραση των Εναγόντων όπως οι ίδιοι την περιγράφουν στην Ένορκη Δήλωση Καμάσα, ήταν να κάνουν μία συζήτηση με την Εναγόμενη 2 εξηγώντας της γιατί κατά τη θέση τους δεν θα έπρεπε να συμμορφωθούν με την απαίτηση αυτή. Η Εναγόμενη 2, όπως οι ίδιοι αναφέρουν, δεν αποδέχτηκε τη θέση τους και τους ενημέρωσε ότι θα προχωρούσε στην πληρωμή της εγγυητικής. Ακολούθως, οι Ενάγοντες, μη έχοντας ουσιαστικά άλλη επιλογή αποτάθηκαν στο Δικαστήριο καταχωρώντας την υπό κρίση Αίτηση στις 7/01/2020. Προκύπτει λοιπόν ότι οι Ενάγοντες δεν επέδειξαν οποιαδήποτε αδράνεια να ζητήσουν θεραπεία μόλις τα κρίσιμα γεγονότα περιήλθαν στη γνώση τους καθώς και ότι αυτά περιήλθαν σε γνώση τους σε χρόνο που δεν τους παρεχόταν η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος τους στους Εναγόμενους 1 ενόψει της σαφούς τοποθέτησης της Εναγόμενης 2, η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί με οποιοδήποτε τρόπο από τους Εναγόμενους 1, ότι επρόκειτο να συμμορφωθεί με την απαίτηση που είχε υποβληθεί. Είναι, συνεπώς, η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το στοιχείο του κατεπείγοντος έχει καταδειχθεί και ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται. Μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων Μεταξύ των διαφόρων λόγων που η πλευρά των Εναγομένων 1 επικαλείται για σκοπούς ακύρωσης του Προσωρινού Διατάγματος που εκδόθηκε στην παρούσα υπόθεση είναι αυτός που αφορά την από πλευράς των Αιτητών μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων στο στάδιο που αιτούντο την έκδοση των Διαταγμάτων μονομερώς. Όταν ουσιώδη γεγονότα δεν αποκαλύπτονται στο Δικαστήριο στο πλαίσιο μονομερούς Αίτησης το Δικαστήριο μπορεί να ακυρώσει το εκδοθέν διάταγμα έστω και αν οι ουσιαστικές περιστάσεις της υπόθεσης θα δικαιολογούσαν τη χορήγηση της θεραπείας. Η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί.[11] Οι μονομερείς αιτήσεις είναι αιτήσεις υψίστης πίστεως (ubberima fides) εφόσον κρίνονται έξω από το κανονικό πλαίσιο της δίκης και οι κανόνες πρέπει να τηρούνται με αυστηρότητα. Η ύψιστη πίστη η οποία διέπει κάθε μονομερή αίτηση επιβάλλει στους αιτητές να παρουσιάσουν κατά τρόπο ξεκάθαρο το φάσμα του συνόλου των γεγονότων.[12] Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Έτσι το καθήκον του Ενάγοντα είναι να αποκαλύψει όλα τα γεγονότα τα οποία εύλογα μπορούσαν να ληφθούν ή θα λαμβάνονταν υπόψη από τον Δικαστή όταν αποφάσιζε κατά πόσο θα εγκρίνει την Αίτηση. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο Δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Οι αρχές που διέπουν το θέμα της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων συνοψίσθηκαν στην υπόθεση Bloczek Limited v. Vianova Holding Limited
(2013)1 Α.Α.Δ. 1460 ως ακολούθως: «Είναι θεμελιωμένη αρχή του δικαίου της επιεικείας ότι η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή, την υποχρέωση αποκάλυψης στο δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, εκείνων δηλαδή που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Τέτοιες αιτήσεις είναι υψίστης πίστεως και γι' αυτό ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει εις γνώσιν του δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή οποιαδήποτε γεγονότα θα εγνώριζε αν ασκούσε εύλογη επιμέλεια, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο (τον αντίδικο του) και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιωδών γεγονότων ενώπιον του δικαστηρίου, σε μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του δικαστηρίου και το δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να ακυρώσει ένα, μονομερώς εκδοθέν, παρεμπίπτον διάταγμα, για το λόγο της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, χωρίς καν να εξετάσει την ουσία της αίτησης. Επομένως τέτοιο θέμα, όταν εγείρεται, εξετάζεται κατά προτεραιότητα. Το τί συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό... Η αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων συναρτάται με την ύψιστη καλή πίστη που ο αιτητής πρέπει να επιδείξει ερχόμενος στο δικαστήριο και ζητώντας θεραπεία σύμφωνα με το δίκαιο της επιεικείας....». Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Vasilyeva v. Φοβερού κ.ά
(2011)1 Α.Α.Δ. 1672 (σελ. 1676): «Η διαπίστωση απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων ανατρέπει τη βάση διατάγματος που εκδόθηκε με μονομερή αίτηση με αποτέλεσμα το διάταγμα να καθίσταται ακυρωτέο. Η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να υπάρχει σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επιδρά καταλυτικά ανεξαρτήτως από την ύπαρξη πρόθεσης εξαπάτησης του δικαστηρίου ή αν έγινε καλόπιστα. Σε κάθε περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό και η μη αποκάλυψη συναρτάται με τις εξ αντικειμένου συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου». Η υποχρέωση στον Αιτητή που προσφεύγει στο Δικαστήριο ζητώντας, μονομερώς, θεραπεία είναι να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία το Δικαστήριο θα έπρεπε να έχει υπόψη του συμπεριλαμβανομένων και ζητημάτων που ο Αιτητής θεωρεί αναμενόμενο να εγερθούν ή να προβληθούν από τον αντίδικο του, είτε σε σχέση με τη ουσιαστική απαίτηση, είτε σε σχέση με το αίτημα για προσωρινή θεραπεία. Η αρχή της μη αποκάλυψης τυγχάνει εφαρμογής όχι μόνο στις περιπτώσεις που ένας αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα, αλλά και όταν αυτά εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλιπής ή παραπλανητικός, ανεξάρτητα αν αυτό γίνεται εσκεμμένα ή όχι. Αυτό που έχει σημασία είναι η εικόνα που μεταφέρεται στο Δικαστήριο μέσω της αίτησης να είναι η σωστή. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Αristo Developers Ltd,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1377: «Η συνολική εικόνα που μεταδίδεται μέσα από την μονομερή αίτηση πρέπει να είναι ορθή στη βάση της χωρίς παραπλάνηση (Χαραλάμπους, ασκούσα επιχειρήσεις από την εγγεγραμμένη εμπορική επωνυμία L' Exclusif Numero Douze v. Petros Michael Exclusif Ltd κ.ά.
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1953). Έχει επίσης σημασία το πόσο ουσιώδες είναι το τυχόν μη αποκαλυφθέν στοιχείο και κατά πόσο αυτό θα επηρέαζε ή όχι το Δικαστήριο στην έκδοση του διατάγματος». Στη βάση των πιο πάνω θεμελιωμένων και πάγιων αρχών καθίσταται επιβεβλημένη η εξέταση των ισχυρισμών των Καθ΄ων η Αίτηση περί μη αποκάλυψης και/ή απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Οι Εναγόμενοι 1 διατείνονται ότι οι Ενάγοντες απέκρυψαν και δεν παρουσίασαν στο Δικαστήριο τα ηλεκτρονικά μηνύματα του αρχιτέκτονα και των Εναγομένων 1 με τα οποία υποδεικνύονταν σε αυτούς επαναλαμβανόμενες, κατά τη θέση τους, καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση του έργου. Σε σχέση με το ζήτημα της καθυστέρησης, ήταν η θέση των Εναγόντων όπως αυτή αναδεικνύεται από την Ένορκη Δήλωση Καμάσα ότι η πρώτη φορά κατά την οποία οι Εναγόμενοι 1 επικαλέστηκαν καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση των εργασιών, ήταν με το ηλεκτρονικό μήνυμα τους προς αυτούς το οποίο κατέθεσαν ως Τεκμήριο
  1. Πρόκειται για ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 23/12/2019 στο οποίο οι Ενάγοντες απάντησαν με δικό τους ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 24/12/
  2. Στην παράγραφο 21 της Ένορκης Δήλωσης Καμάσα αναφέρεται χαρακτηριστικά σε σχέση με την καθυστέρηση ότι: «.δεν έχει πιστοποιηθεί κάτι τέτοιο από τον αρχιτέκτονα του έργου ούτε μας έχει υποδειχθεί κάτι τέτοιο». Οι Εναγόμενοι 1, στην ένορκη Δήλωση Ιακώβου, επισύναψαν ως Τεκμήριο 7 δέσμη ηλεκτρονικών μηνυμάτων του αρχιτέκτονα προς τους Ενάγοντες. Προκύπτει από τα αντίγραφα των ηλεκτρονικών μηνυμάτων που οι Εναγόμενοι 1 παρουσίασαν στο Δικαστήριο ότι ο αρχιτέκτονας του έργου σε τουλάχιστον 3 περιπτώσεις την περίοδο μεταξύ 19/5/2019 μέχρι 10/12/2019 απευθύνθηκε στους Ενάγοντες υποδεικνύοντας ότι οι ρυθμοί του έργου είναι πάρα πολύ αργοί, υπενθυμίζοντας τους πότε έπρεπε να παραδοθεί το έργο. Κρίνω σκόπιμο στο σημείο αυτό να προβώ σε αναφορές στα συγκεκριμένα αποσπάσματα της εν λόγω αλληλογραφίας. Στο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 19/5/2019 το οποίο αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 7 της Ένορκης Δήλωσης Ιακώβου, ο αρχιτέκτονας αναφέρει χαρακτηριστικά: «Δυστυχώς έχετε καθυστερήσει πάρα πολύ και εφιστώ την προσοχή σας στους όρους του συμβολαίου». Στο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 12/06/2019 ο αρχιτέκτονας αναφέρει χαρακτηριστικά: «Παρακαλώ να επισπεύσετε τις εργασίες οι οποίες είναι ήδη ΠΟΛΥ ΚΑΘΥΣΤΗΡΗΜΕΝΕΣ». Στο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 10/12/2019 ο αρχιτέκτονας αναφέρει χαρακτηριστικά: «Το προσωπικό που απασχολείτε στο Έργο είναι ελάχιστο, γεγονός που είναι τελείως απαράδεκτο και προσβλητικό, τόσο για εμένα προσωπικά, όσο και για τους ιδιοκτήτες του Έργου. Θα σας καλέσω για άλλη μία φορά να εντείνετε τους ρυθμούς των εργασιών με την αύξηση του προσωπικού που απασχολείται στο Έργο και να σεβαστείτε το συμβόλαιο που υπογράψατε». Καθίσταται σαφές από τις πιο πάνω αναφορές ότι όταν οι Ενάγοντες αποτάθηκαν στο Δικαστήριο ζητώντας θεραπεία στην απουσία της άλλης πλευράς όχι μόνο δεν παρουσίασαν στο Δικαστήριο τα εν λόγω ηλεκτρονικά μηνύματα αλλά προέβηκαν σε μία μονόπλευρη και κατ' επιλογή παράθεση γεγονότων η οποία υπήρξε ελλιπής και παραπλανητική. Αντιπαραβάλλοντας τα όσα οι Ενάγοντες έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με το ζήτημα αυτό με τα όσα παρουσίασαν κατά την ακρόαση της υπό κρίση Αίτησης οι Εναγόμενοι 1, προκύπτει ότι η εικόνα που οι Ενάγοντες παρουσίασαν στο Δικαστήριο, ότι δηλαδή η πρώτη φορά που έγινε λόγος για καθυστέρηση ήταν ουσιαστικά λίγες μέρες πριν την απαίτηση πληρωμής της εγγυητικής από τους Εναγόμενους 1 χωρίς ποτέ να πιστοποιηθεί από τον αρχιτέκτονα κάτι τέτοιο ή να υποδειχθεί κάτι τέτοιο, ήταν τέτοια ώστε να μην μπορεί να θεωρηθεί υπό τις περιστάσεις ότι συνάδει με το καθήκον που είχαν οι Ενάγοντες να προβούν σε πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη. Καθίσταται λοιπόν σαφές ότι οι Ενάγοντες, δεν παρουσίασαν τα σχετικά με το ζήτημα της καθυστέρησης γεγονότα με ακριβοδίκαιο τρόπο επισύροντας την προσοχή του Δικαστηρίου στη μαρτυρία και τα επιχειρήματα τα οποία λογικά θα ανέμεναν από τους αντιδίκους τους να προβάλουν παραλείποντας με αυτόν τον τρόπο να εκπληρώσουν το καθήκον αυτό θέτοντας υπόψη του Δικαστηρίου αυτήν την αλληλογραφία και τις λεπτομέρειες αυτής. Άλλωστε, για το θέμα της πιστοποίησης της καθυστέρησης από τον αρχιτέκτονα για το οποίο επέμεναν οι Ενάγοντες ότι δεν έλαβε χώρα, αξίζει να σημειωθεί ότι δεν υπέδειξαν ότι η πιστοποίηση αυτή έπρεπε να λάβει κάποια συγκεκριμένη μορφή ή ότι θα έπρεπε να έχει συγκεκριμένο τύπο. Προχωρώ τώρα να εξετάσω το επόμενο ζήτημα για το οποίο οι Εναγόμενοι 1 διατείνονται ότι υπήρξε αποσπασματική παρουσίαση γεγονότων από τους Ενάγοντες. Πρόκειται για την αποσπασματική, κατά τη θέση τους, αναφορά και παρουσίαση μόνο του τελευταίου διατακτικού πληρωμής για το οποίο υπήρχαν αποκοπές χωρίς να παρουσιαστούν και προηγούμενα διατακτικά από τα οποία προκύπτει ότι γίνονταν, ανά διαστήματα, αποκοπές. Συγκεκριμένα, παραθέτουν οι Εναγόμενοι 1 αντίγραφα διαφόρων διατακτικών πληρωμής από τα οποία προκύπτει ότι είχαν γίνει αποκοπές ποσών και σε άλλα διατακτικά πέραν του τελευταίου διατακτικού και για τα οποία, κατά τη θέση των Εναγομένων 1, οι Ενάγοντες δεν παραπονέθηκαν ούτε ενεργοποίησαν τη διαδικασία που προνοεί το συμβόλαιο όταν υπάρχει διαφωνία σε σχέση με την αποκοπή ποσών από τον αρχιτέκτονα. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό παρατηρώ ότι στην παράγραφο 16 της Ένορκης Δήλωσης Καμάσα γίνεται αναφορά σε ισχυρισμό περί αδικαιολόγητης αποκοπής μεγάλων ποσών από τον αρχιτέκτονα από τα «τελευταία διατακτικά» όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ΧΚ. Συνεπώς, ναι μεν δεν παρουσιάστηκαν αντίγραφα των εν λόγω πιστοποιητικών πλην όμως υπάρχει σαφής αναφορά στο συγκεκριμένο παράπονο των Εναγόντων. Αναφέρει επίσης ότι διαμαρτυρήθηκαν προς τον αρχιτέκτονα. Αυτό το οποίο αναδεικνύεται από τις πιο πάνω αναφορές είναι ότι το παράπονο των Εναγομένων 1 σε σχέση με το ζήτημα αυτό δεν ευσταθεί. Δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα παραπλάνησης ή απόκρυψης όταν ουσιαστικά αυτό το οποίο προβάλλεται είναι η αντίθετη εκδοχή του διαδίκου που επικαλείται απόκρυψη γεγονότων. Ως προς το ζήτημα των αποκοπών στα διατακτικά, οι διάδικοι έχουν θέσει τις αντίθετες εκδοχές τους οι οποίες μόνο στο πλαίσιο της δίκης, και όχι στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο, θα μπορέσουν να εξεταστούν από το Δικαστήριο όταν θα προσφερθεί δια ζώσης μαρτυρία ώστε το Δικαστήριο αξιολογώντας αυτήν να είναι σε θέση να δεχτεί την μία έναντι της άλλης εκδοχής. Παραπονούνται επίσης οι Εναγόμενοι 1 ότι οι Ενάγοντες απέκρυψαν το γεγονός ότι ο αρχιτέκτονας του έργου στις 23/12/2019 απέστειλε διπλοσυστημένη επιστολή στους Ενάγοντες σύμφωνα με την οποία ξεκίνησε, κατά τη θέση τους, η διαδικασία λύσης του συμβολαίου. Παρουσίασαν ταχυδρομικό έντυπο αποστολής της καθώς και έντυπο παραλαβής της το οποίο δεν φέρει ημερομηνία. Αναφέρεται όμως από τους Εναγόμενους 1 ότι αυτή παραλήφθηκε στις 4/2/20, δηλαδή μετά την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. Δεν προκύπτει από τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα ο χρόνος που οι Ενάγοντες έλαβαν ειδοποίηση από το ταχυδρομείο σε σχέση με την ύπαρξη αυτής της επιστολής ούτε ότι αυτή ήταν σε γνώση τους πριν την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. Ούτε προβάλλεται ισχυρισμός ότι θα μπορούσαν οι Ενάγοντες με εύλογη έρευνα να λάβουν γνώση αυτής για να την θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν έχουν παραθέσει οι Εναγόμενοι 1 οποιοδήποτε ταχυδρομικό δελτίο σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό ειδοποίηση που έλαβαν οι Ενάγοντες. Συνεπώς, ούτε αυτό το παράπονο των Εναγομένων 1 ευσταθεί αφού το Δικαστήριο, υπό το φως των όσων έχουν τεθεί ενώπιον του, δεν μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ήταν στη γνώση των Εναγόντων ή ότι θα μπορούσε κατόπιν εύλογης έρευνας να έρθουν στη γνώση τους τα όσα διατείνονται οι Ενάγοντες ότι απέκρυψαν. Το ότι το Δικαστήριο πιθανόν να είχε εκδώσει τα αιτούμενα προσωρινά Διατάγματα ακόμη και αν τα πλήρη γεγονότα είχαν αποκαλυφθεί δεν έχει σημασία. Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Injunctions του David Bean, 10η έκδοση, στη σελ. 125, παρά. 7.46: "The fact that the judge might well have made the same order even if the full facts had been disclosed is beside the point..." Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι τα μη αποκαλυφθέντα από τους Αιτητές γεγονότα που ήταν εύλογα αναμενόμενο να παρουσιασθούν από την άλλη πλευρά και, επίσης, ο γενικότερος τρόπος παρουσίασης αυτών ήταν τέτοια που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι Αιτητές παρέλειψαν να επιτελέσουν σε ουσιώδη βαθμό την υποχρέωση τους για αποκάλυψη με πλήρη, ειλικρινή και δίκαιο τρόπο έτσι ώστε να μπορούσε το Δικαστήριο στο στάδιο που εξέταζε τη μονομερή τους Αίτηση να προβληματιστεί κατάλληλα και να ασκήσει ορθά και δίκαια τη διακριτική του ευχέρεια. Επισημαίνεται ότι με τα όσα καταγράφηκαν ανωτέρω το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης στην ουσία της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς. Όλες οι αναφορές που γίνονται πιο πάνω έγιναν για να καταδειχθεί το ουσιώδες των γεγονότων που εξετάζεται υπό το φως των δεδομένων της υπόθεσης και τα οποία, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν τέθηκαν ενώπιον του προς το σκοπό εκπλήρωσης της υποχρέωσης που είχε η πλευρά των Αιτητών αφενός να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το στάδιο που προσέφυγαν σ΄ αυτό όλο το φάσμα αυτών των γεγονότων, κατά τρόπο δίκαιο για να αξιολογηθεί και σταθμιστεί η επίδραση τους στην κρίση για έκδοση ή μη στην απουσία της άλλης πλευράς, των αιτουμένων Διαταγμάτων. Αναπόδραστη συνέπεια της εν λόγω παράλειψης των Αιτητών, σύμφωνα με τα όσα επιτάσσουν οι καλά εμπεδωμένες νομολογιακές αρχές, δεν μπορεί παρά να είναι η ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος και συνεπώς το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ακυρώνεται. Παρά την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω την ουσία της υπό κρίση Αίτησης για σκοπούς πληρότητας της απόφασης του Δικαστηρίου. Προτού προχωρήσω, κρίνω κατάλληλο το σημείο αυτό για να αναφερθώ σε ένα άλλο ζήτημα που έθεσαν οι Εναγόμενοι 1, αυτό της λανθασμένης περιγραφής του ονόματος των Εναγόντων, αφού οι Εναγόμενοι 1 προβάλλουν ότι αυτό συνιστά λόγο απόρριψης της υπό κρίση Αίτησης. Στις αγορεύσεις των συνηγόρων των Αιτητών αναφέρεται ότι αυτό είναι ένα τυπογραφικό λάθος και ζητούν μέσω των αγορεύσεων τους διόρθωση του λάθους αυτού. Όπως προκύπτει από τον τίτλο της αγωγής το όνομα των Εναγόντων έχει καταγραφεί ως «PROPERTY BOX CONSTRUCTION LTD». Στην Ένορκη Δήλωση Ιακώβου (παράγραφο 10) παρατίθεται το αποτέλεσμα έρευνας στο αρχείο του Εφόρου σύμφωνα με την οποία όπως αναφέρει ο ομνύων το ορθό όνομα της Εταιρείας είναι «PROPERTYBOX CONSTRUCTIONS LIMITED». Αναφέρεται επίσης ότι διευθυντής φαίνεται να είναι ο XXXXX Καμάσας, δηλαδή ο ομνύων στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι οι ίδιοι οι Εναγόμενοι 1 κάνουν αναφορά σε λανθασμένη περιγραφή του ονόματος των Αιτητών κάτι που υποδεικνύει ξεκάθαρα ότι οι ίδιοι γνωρίζουν ποιο είναι το πρόσωπο που έχει καταχωρήσει εναντίον τους την παρούσα αγωγή και υπό κρίση Αίτηση. Αξιοσημείωτο είναι επίσης και το γεγονός ότι καταχώρησαν και σημείωμα εμφάνισης με δικηγόρο, χωρίς διαμαρτυρία. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη συμφωνία που έχει υπογραφεί μεταξύ των δύο πλευρών και την οποία έχουν επισυνάψει τόσο οι Ενάγοντες όσο και οι Εναγομενοι 1, στο κάτω μέρος της κάθε σελίδας βρίσκεται τοποθετημένη σφραγίδα η οποία αναγράφει «Propertybox Constructions Ltd», δηλαδή το ορθό κατά τη θέση των Εναγομένων 1 όνομα. Επίσης, στην Εγγυητική Επιστολή (Τεκμήριο 2 στην Ένορκη Δήλωση Καμάσα) αναγράφεται στο λεκτικό της το όνομα: «PROPERTY BOX CONSTRUCTIONS LIMITED», δηλαδή το ορθό κατά τη θέση των Εναγομένων 1 όνομα. Στην Ferro Fashions Limited v. Fashion Box S.R.L.
(1999)1 ΑΑΔ 1805, αναφέρεται ότι η διόρθωση λανθασμένου ονόματος είναι θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο δεν πρέπει να επιτρέπει σε άτομα να αποκτούν πλεονέκτημα από μια λανθασμένη περιγραφή ονόματος, όταν όλοι γνωρίζουν την πραγματικότητα (βλ. ακόμη E.G. Falekkos Ltd v. Reana Manufacturers Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 443). Είναι πρόδηλο ότι η περίπτωση αφορά σε λάθος ονομασία (misnomer). Το ουσιώδες είναι ότι η λανθασμένη αναφορά στο όνομα των Εναγόντων είναι θεραπεύσιμη με σχετικό προς τούτο αίτημα τροποποίησης και δεν είναι ζήτημα που μπορεί αφ' εαυτού να οδηγήσει στην απόρριψη της υπό κρίση Αίτησης τη στιγμή που προκύπτει ότι οι Εναγόμενοι 1 γνωρίζουν την πραγματικότητα. Επομένως, η θέση αυτή απορρίπτεται. Ως προς το αίτημα για τροποποίηση που έλαβε χώρα μέσω της αγόρευσης των συνηγόρων των Αιτητών, αυτό δεν μπορεί να εγκριθεί στο παρόν στάδιο αφού οι συνήγοροι των Αιτητών δεν έχουν καθορίσει τι είναι αυτό το οποίο επιθυμούν να διορθωθεί και πως ακριβώς επιθυμούν να αναγραφεί το όνομα των Εναγόντων. Κρίνω σκόπιμο στο στάδιο αυτό να παραθέσω αυτούσιο μέρος του λεκτικού της Εγγυητικής Επιστολής αντίγραφο της οποίας παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο 2 στην Ένορκη Δήλωση Καμάσα: «Εγγυητική επιστολή πιστής εκτέλεσης Κατά παράκληση του/των κ. PROPERTYBOX CONSTRUCTIONS LIMITED (από τώρα και στο εξής καλούμενος/οι 'ο αιτητής' κρατούμε στη διάθεση σας το πιο πάνω ποσό ως εγγύηση για την πιστή εκπλήρωση από τον αιτητή των υποχρεώσεων του δυνάμει της μεταξύ σας συμφωνίας για ανέγερση του έργου MIREA LTD στην περιοχή Έγκωμης και αναλαμβάνουμε να σας πληρώσουμε το πιο πάνω ποσό χωρίς αναφορά στον αιτητή και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ένσταση από μέρους του, αμέσως με τη λήψη της γραπτής απαιτήσεως σας στην οποία πρέπει να αναφέρετε ότι ο αιτητής δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας και ότι ζητάτε πληρωμή σύμφωνα με την εγγύηση αυτή.» Κρίνω επίσης σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο μέρος του λεκτικού της απαίτησης πληρωμής που έγινε από τους Εναγόμενους 1, αντίγραφο της οποίας παρατίθεται ως Τεκμήριο 14 στην Ένορκη Δήλωση Ιακώβου. «Ζητούμε πληρωμή για το ποσό των EUR 15,000 που προκύπτει σύμφωνα με την εγγύηση αρ. XXXXX6701 λόγο του ότι ο αιτητής αυτής της εγγυητικής επιστολής δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από τη συμφωνία για ανέγερση του έργου MIREA LTD στην περιοχή Έγκωμη. Είναι σημαντικό να λεχθεί στο σημείο αυτό ότι δεν έχει αμφισβητηθεί από οποιοδήποτε μέρος η εγκυρότητα της Εγγυητικής Επιστολής. Ούτε έχει επίσης αμφισβητηθεί από οποιοδήποτε μέρος ο τύπος που χρησιμοποιήθηκε από τους Εναγόμενους 1 σε σχέση με την απαίτηση πληρωμής. Με άλλα λόγια, δεν υπήρξε οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι το λεκτικό της απαίτησης (Τεκμήριο 14 Ένορκη Δήλωση Ιακώβου) προς την Εναγόμενη 2 δεν συνάδει με τις πρόνοιες της Εγγυητικής Επιστολής. Αυτό το οποίο ουσιαστικά αμφισβητείται από τους Ενάγοντες είναι το δικαίωμα των Εναγομένων 1 σε πληρωμή της εγγυητικής αφού όπως οι ίδιοι το θέτουν, η εγγυητική αναφέρεται και παραπέμπει σε παράβαση υποχρεώσεων των εναγόντων και όπως οι ίδιοι ισχυρίζονται, η μοναδική παράβαση που επικαλέστηκαν οι Εναγόμενοι 1 με το ηλεκτρονικό τους μήνυμα λίγες μέρες προηγουμένως, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ΧΚ, είναι η δήθεν καθυστέρηση πράγμα το οποίο, κατά τη θέση του ομνύοντα, δεν ισχύει αφού δεν έχει πιστοποιηθεί όπως λέει κάτι τέτοιο από τον αρχιτέκτονα ούτε υποδείχθηκε κάτι τέτοιο στους Ενάγοντες. Αναφέρει ο ομνύων ότι είναι οι Εναγόμενοι 1 που ζητούσαν την ανανέωση της εγγυητικής γνωρίζοντας ότι οι καθυστερήσεις οφείλονταν σε αυτούς και τους υπεργολάβους τους και από αυτά κατά τη θέση του αναδεικνύεται ο δόλος των Εναγομένων 1 καθώς και ότι δεν έχουν οποιαδήποτε γνήσια πεποίθηση ότι έχουν δικαίωμα πληρωμής. Σε σχέση με το ζήτημα της πιστοποίησης της καθυστέρησης από τον αρχιτέκτονα, οι ενάγοντες αναφέρονται στο άρθρο 20 του συμβολαίου το οποίο κατά τη θέση τους προνοεί ότι εάν το έργο δεν συμπληρωθεί εμπράκτως κατά τον χρόνο που συμφωνήθηκε και κατά τη γνώμη του αρχιτέκτονα αυτό έπρεπε να συμπληρωθεί, ο αρχιτέκτονας πιστοποιεί την καθυστέρηση που οφείλεται στον εργολάβο και καθορίζει με απόφαση του τις αποζημιώσεις που δικαιούται ο εργοδότης του έργου και τέτοια διαδικασία, όπως ισχυρίζονται, δεν έχει ακολουθηθεί εν προκειμένω. Δεν υπάρχει όμως ισχυρισμός εκ μέρους των Εναγόντων ότι η πιστοποίηση αυτή πρέπει να έχει συγκεκριμένο τύπο ή μορφή ή ακόμα συγκεκριμένο λεκτικό. Απλώς αναφέρουν γενικά ότι τέτοια πιστοποίηση δεν έγινε. Ο ΧΚ αναφέρεται σε μία ενορχηστρωμένη δόλια προσπάθεια των Εναγομένων 1 και του αρχιτέκτονα που ξεκίνησε κατά τους τελευταίους μήνες με σκοπό να πλήξουν τους Ενάγοντες. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ενώ γίνεται αναφορά σε ενορχηστρωμένη δόλια προσπάθεια τόσο των Εναγομένων 1 όσο και του αρχιτέκτονα στον οποίο αποδίδουν αδικαιολόγητες αποκοπές ποσών από διατακτικά πληρωμής, εντούτοις ο αρχιτέκτονας του έργου δεν ενάγεται για τον κατ' ισχυρισμό δόλο του με τους Εναγόμενους
  1. Σε σχέση με το ζήτημα της γνώσης του κατ' ισχυρισμό δόλου από την Εναγόμενη 2, ο ομνύων θέτει το ζήτημα ως εξής: παρόλο που γνωρίζει η Εναγόμενη 2 ότι η εγγυητική ανανεωνόταν κατόπιν προτροπής των εναγομένων 1 για λόγους καθυστέρησης των υπεργολάβων τους και παρά το ότι ο ομνύων ανέφερε στην Εναγόμενη 2 ότι δεν υπάρχει κάποια καθυστέρηση και δεν έχει πιστοποιηθεί κάτι τέτοιο από τον αρχιτέκτονα, η Εναγόμενη 2 επιμένει να προχωρήσει με την πληρωμή της εγγυητικής. Θεωρεί, όπως αναφέρει, ότι από τη στιγμή που όλα αυτά είναι υπόψη της Εναγόμενης 2 αυτή γνωρίζει ότι η Εναγόμενη 1 δόλια απαιτεί την πληρωμή της εγγυητικής. Στην αντίπερα όχθη, οι Εναγόμενοι 1 απορρίπτουν τους ισχυρισμούς περί δόλιας και ενορχηστρωμένης προσπάθειας των Εναγομένων 1 και του Αρχιτέκτονα του έργου να πλήξουν τους Ενάγοντες τους οποίους χαρακτηρίζουν ως αναληθείς, κακόβουλους και παραπλανητικούς. Κατά τη θέση τους, η Εγγυητική Επιστολή είναι ξεκάθαρη και ανέκκλητη και η απαίτηση της εγγυητικής εκ μέρους τους είναι σύννομη και γνήσια χωρίς αυτοί να έχουν ενεργήσει δόλια. Σε σχέση με το ζήτημα της καθυστέρησης για το οποίο τους καταλογίζουν δόλο οι Ενάγοντες, προβάλλουν τη θέση ότι η καθυστέρηση ήταν δεδομένη και ότι ο αρχιτέκτονας πιστοποιούσε συνεχώς την καθυστέρηση μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων που απέστελλε στους Αιτητές τα οποία κατά τη θέση των Εναγομένων 1 αποκρύφθηκαν από το Δικαστήριο και τα οποία παρουσιάζουν στο Δικαστήριο παραπέμποντας σε αυτούσια αποσπάσματα. Σχετική αναφορά στα εν λόγω ηλεκτρονικά μηνύματα έγινε από το Δικαστήριο στο πλαίσιο εξέτασης του ζητήματος της απόκρυψης γεγονότων παραθέτοντας αυτούσια τα σχετικά αποσπάσματα και δεν κρίνεται αναγκαίο ή χρήσιμο να γίνει εκ νέου αναφορά στο σημείο αυτό. Περαιτέρω, αναφέρει ο ομνύων ότι υπήρχαν και πολλά προφορικά παράπονα από τον αρχιτέκτονα προς τους Ενάγοντες. Σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση Ιακώβου, οι Ενάγοντες ερμηνεύουν λανθασμένα τον όρο 20 του συμβολαίου ο οποίος κατά τη θέση τους αφορά τον υπολογισμό αποζημιώσεων. Προβάλλεται η θέση ότι οι Ενάγοντες δεν αιτήθηκαν παράταση του χρόνου σύμφωνα με άλλη πρόνοια του συμβολαίου και από τη στιγμή που δεν υπάρχει τέτοιο αίτημα και δεν εκδόθηκε απόφαση από τον αρχιτέκτονα ή ακόμα και εάν υπάρχει, όπως λένε, και μετατεθεί η ημερομηνία αποπεράτωσης των εργασιών ανάλογα τότε (σε άλλη δηλαδή ημέρα), από την στιγμή που οι εργασίες δεν έχουν αποπερατωθεί την ημέρα αυτή, η καθυστέρηση είναι δεδομένη και συνεπεία αυτής υπόκεινται ζημιές. Σύμφωνα με τη θέση των Εναγομένων 1, αυτοί έχουν αρχίσει ήδη τη διαδικασία για τη λύση του συμβολαίου μέσω της αποστολής από τον αρχιτέκτονα διπλοσυστημένης επιστολής στις 23/12/2019 την οποία οι Ενάγοντες παρέλαβαν στις 4/2/
  2. Δεν είναι αυτό το κατάλληλο στάδιο για να προβεί το Δικαστήριο σε οποιαδήποτε ερμηνεία των προνοιών του συμβολαίου μεταξύ των μερών. Δίδεται έμφαση και από τις δύο πλευρές στο θέμα της πιστοποίησης της καθυστέρησης από τον αρχιτέκτονα με αναφορά στις πρόνοιες του άρθρου 20 του συμβολαίου.[13] Αναδεικνύεται ότι υπάρχει διαφωνία ως προς το κατά πόσο εφαρμόζεται το άρθρο αυτό γενικά για να διακριβωθεί η καθυστέρηση ή κατά πόσο τυγχάνει μόνο εφαρμογής για την περίπτωση υπολογισμού αποζημιώσεων. Δεν υπάρχει επομένως σύγκλιση θέσεων ως προς το κατά πόσο, για τη διαπίστωση παράβασης λόγω καθυστέρησης, θα έπρεπε να ακολουθηθεί συγκεκριμένη διαδικασία πιστοποίησης από τον αρχιτέκτονα. Ανεξάρτητα από αυτό καμία πλευρά δεν ισχυρίζεται ότι η πιστοποίηση για την οποία γίνεται αναφορά στο εν λόγω άρθρο πρέπει να έχει συγκεκριμένο τύπο ή μορφή ή λεκτικό, ούτε άλλωστε γίνεται κάποια ρητή αναφορά σε κάτι τέτοιο στο εν λόγω άρθρο. Όπως επίσης δεν γίνεται κάποια ρητή τουλάχιστον αναφορά σε απόφαση του αρχιτέκτονα για αποζημιώσεις παρά μόνο σε υποχρέωση καταβολής εκτιμηθείσων αποζημιώσεων. Το κατά πόσο τυγχάνει ή όχι εφαρμογής το άρθρο αυτό γενικά για σκοπούς διαπίστωσης παράβασης λόγω καθυστέρησης ή ειδικά και μόνο για να εξευρεθεί το ποσό των αποζημιώσεων και το κατά πόσο σε περίπτωση που τυγχάνει εφαρμογής γενικά οι αναφορές του αρχιτέκτονα στα ηλεκτρονικά μηνύματα που παρουσίασαν οι Εναγόμενοι 1 σε μεγάλες καθυστερήσεις, σε επίστηση της προσοχής των Εναγόντων να σεβαστούν το συμβόλαιο που υπέγραψαν, σε απαράδεκτη και προσβλητική συμπεριφορά λόγω απασχόλησης ελάχιστου προσωπικού, αλλά και οι προφορικές υποδείξεις που έγιναν κατά τη θέση των Εναγομένων 1 συνιστούν ή όχι πιστοποίηση δεν είναι επί του παρόντος να αποφασιστούν από το Δικαστήριο αφού δεν είναι αυτό το κατάλληλο στάδιο για να προβεί σε οποιαδήποτε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί από το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο, υπό το φως του ειδικού πλαισίου που διέπει την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων που έχουν αντικείμενο εγγυητικές όπως είναι η υπό εξέταση περίπτωση, είναι το κατά πόσο τα γεγονότα όπως έχουν παρουσιαστεί από τις δύο πλευρές και οι συνθήκες και περιστάσεις που περιβάλλουν την απαίτηση πληρωμής αναδεικνύουν αυτό το οποίο η νομολογία επιτάσσει σε αυτό το στάδιο, δηλαδή ότι το μοναδικό λογικό και ρεαλιστικό συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί από τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα είναι αφενός ότι η απαίτηση για πληρωμή είναι δόλια και ότι ο δικαιούχος δεν θα μπορούσε ειλικρινά να είχε πιστέψει ότι είχε δικαίωμα να προβεί στην απαίτηση του υπό τις περιστάσεις και αφετέρου ο δόλος να είναι στη γνώση της τράπεζας. Καθίσταται σαφές από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και από τις δύο πλευρές ότι υπάρχει μεταξύ τους διαφωνία ως προς το κατά πόσο υπήρχε πράγματι παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας η οποία να δικαιολογούσε την υποβολή απαίτησης πληρωμής της εγγυητικής. Οι μεν Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι δεν ευθύνονται αυτοί για την καθυστέρηση αλλά οι Εναγόμενοι 1 και οι υπεργολάβοι τους, οι δε Εναγόμενοι 1 ότι δεν έχουν καμία ευθύνη για την καθυστέρηση αλλά αποκλειστική ευθύνη έχουν οι Ενάγοντες. Αυτό το οποίο αποτελεί κοινή συνισταμένη είναι το γεγονός ότι υπήρξε πράγματι καθυστέρηση στην ολοκλήρωση των εργασιών. Οι μεν Ενάγοντες προβάλλουν την εκδοχή τους για το θέμα της καθυστέρησης και των αποζημιώσεων από τον αρχιτέκτονα, οι δε εναγόμενοι 1 παραθέτουν τη δική τους αντίθετη εκδοχή για το γεγονός της καθυστέρησης και των ζημιών που έχουν υποστεί. Το κατά πόσο υπήρξε πράγματι παράβαση της μεταξύ των Εναγόντων και Εναγομένων 1 συμφωνία και συνεπώς, το κατά πόσο η απαίτηση για πληρωμή καλώς και ορθώς έγινε είναι ζητήματα που αφορούν μόνο τους Ενάγοντες και τους Εναγόμενους 1 στο πλαίσιο της μεταξύ τους συμφωνίας, και τα όσα οι ενάγοντες παρέθεσαν ως γεγονότα, αντιπαραβαλλόμενα με αυτά που οι Εναγόμενοι 1 έχουν προβάλει στην ένσταση τους δεν μπορούν να δικαιολογήσουν επέμβαση στην Εγγυητική Επιστολή αφού δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια στοιχεία που να αναδεικνύουν ότι η απαίτηση για πληρωμή δεν ήταν γνήσια ή ότι δεν είχαν γνήσια πεποίθηση οι Εναγόμενοι 1 ότι έχουν δικαίωμα πληρωμής. Με άλλα λόγια, δεν έχει αναδειχθεί από το σύνολο των γεγονότων που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δόλος, ή έστω δόλος με την καθαρότητα και υπό την έννοια και το εύρος που απαιτείται από την νομολογία που έχει παρατεθεί, στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της διαδικασίας έτσι ώστε να δικαιολογείται η όλως εξαιρετική επέμβαση του Δικαστηρίου επί της εγγυητικής αναχαιτίζοντας την πληρωμή της με την οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος. Όπως προκύπτει από τη διατύπωση της εγγυητικής το λεκτικό της οποίας έχει παρατεθεί αυτούσιο πιο πάνω, εκείνο που απαιτείται για την τράπεζα ενεργοποιώντας την υποχρέωση της για πληρωμή, είναι η γραπτή απαίτηση εκ μέρους του δικαιούχου στην οποία να αναφέρεται ότι δεν υπήρξε εκπλήρωση των υποχρεώσεων των Εναγόντων δυνάμει της συμφωνίας. Μάλιστα, αναφέρεται ρητά στην Εγγυητική Επιστολή ότι η υποχρέωση πληρωμής αναλαμβάνεται από την Εναγόμενη 2 χωρίς αναφορά στον Αιτητή και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ένσταση από μέρους του. Δεν επιφορτίζεται η τράπεζα, ούτε και επιβαρύνεται ή έχει κάποια υποχρέωση να εξετάσει κατά πόσο υπήρξε πράγματι παράβαση. Οι Ενάγοντες διατύπωσαν ουσιαστικά την ένσταση τους προς την Εναγόμενη 2 παραθέτοντας τη δική τους εκδοχή ως προς το ζήτημα της καθυστέρησης η οποία δεν εισακούστηκε από την Εναγόμενη 2 ακριβώς γιατί το λεκτικό της εγγυητικής είναι ξεκάθαρο και δεν αφήνει περιθώριο τέτοιας ένστασης από τους Ενάγοντες. Περαιτέρω, δεν μπορεί να καταλογίζεται στην Τράπεζα γνώση του κατ' ισχυρισμόν δόλου των Εναγομένων 1 επειδή όπως ισχυρίζονται οι Ενάγοντες ανέφεραν σε αυτήν ότι δεν υπάρχει κατά τη θέση των Εναγόντων οποιαδήποτε καθυστέρηση που να δικαιολογεί την απαίτηση πληρωμής. Άλλωστε, δεν υπάρχει καν ισχυρισμός από τους Ενάγοντες ότι αυτοί ρητά και ξεκάθαρα ενημέρωσαν την τράπεζα ότι υπάρχει εν προκειμένω δόλος ούτε και υπάρχει μαρτυρία που να την εμπλέκει, ή που να της δημιουργεί υποψίες ή άλλως, ή κάποια ειδοποίηση από τους ενάγοντες ότι η γραπτή απαίτηση των Εναγόντων, ήταν δόλια ή εμπεριείχε δόλο και κακοπιστία τόσο ως προς το κίνητρο, ή το περιεχόμενο της όσο και ως προς την σύνταξη της. Το μόνο που τίθεται από την πλευρά των Εναγόντων είναι απλώς η άποψη υπό τύπο επιχειρηματολογίας του ομνύοντα ότι επειδή ανέφερε στην τράπεζα ότι δεν υπήρχε καθυστέρηση εκ μέρους τους θεωρεί ο ομνύων ότι η τράπεζα γνωρίζει ότι οι Εναγόμενοι 1 απαιτούν δόλια την πληρωμή της εγγυητικής. Είναι η κρίση του δικαστηρίου έχοντας ως οδηγό τις νομολογιακές αρχές επί του θέματος, ότι η επίκληση από τους αιτητές δόλου εκ μέρους των Εναγομένων 1, όπως έχει συγκεκριμενοποιηθεί στην αίτηση τους, δεν συνιστά και δεν τεκμηριώνει την πολύ εξαιρετική περίπτωση καθαρού δόλου σε γνώση μάλιστα της Εναγόμενης 2, που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη συνέχιση της ισχύος του παρόντος διατάγματος. Υπό το φως της διαθέσιμης μαρτυρίας και των όσων η νομολογία επιτάσσει επί εγγυητικών επιστολών είναι η κρίση και η κατάληξη του δικαστηρίου ότι δεν πληρούνται οι δυο πρώτες προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος. Σε ότι αφορά την τρίτη προϋπόθεση, είναι η θέση των αιτητών ότι ενδεχόμενη κατάσχεση της εγγυητικής θα επιφέρει σ' αυτούς πρόβλημα ρευστότητας και βιωσιμότητας και θα τους οδηγήσει σε οικονομική καταστροφή. Προς υποστήριξη αυτής της θέσης προστίθεται στο ποσό της εγγυητικής και τα ποσά που κατ' ισχυρισμόν οφείλονται στους Ενάγοντες από τους Εναγόμενους 1 και τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής. Προβάλλεται η θέση ότι σε περίπτωση που κατασχεθεί η εγγύηση δεν θα είναι σε θέση οι Ενάγοντες να παράσχουν εγγυητικές για άλλα έργα και άρα δεν θα μπορέσουν να αναλάβουν άλλες εργολαβίες. Με κάθε σεβασμό, η ως άνω εισήγηση εκ μέρους των αιτητών παρέμεινε γενική και αόριστη, χωρίς να υποστηριχθεί από σαφή και θετική προς τούτο μαρτυρία. Δεν έχει τεθεί υπόψη του δικαστηρίου οποιοδήποτε στοιχείο που να ενισχύει στην υπό συζήτηση περίπτωση την ως άνω θέση, όπως για παράδειγμα πρόσφατες οικονομικές καταστάσεις των Εναγόντων. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι οι αιτητές κανένα ισχυρισμό προέβαλαν περί αφερεγγυότητας των Εναγομένων 1 ούτως ώστε να τεκμηριώνεται ότι σε περίπτωση αξίωσης από τους αιτητές αποζημιώσεων εναντίον τους, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποζημιωθούν. Τίποτε δεν έχει τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, ικανό να πείσει ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν θα ήταν δυνατό η όποια ζημιά ήθελε προκληθεί στους Ενάγοντες αυτή να αποτιμηθεί σε χρήμα ή έστω ότι δεν θα είναι δυνατός και ευχερής ο υπολογισμός της. Τα πιο πάνω, σε συνδυασμό θεωρούμενα με το γεγονός ότι δεν έχει τεθεί οτιδήποτε υπόψη του δικαστηρίου από την πλευρά των αιτητών σε σχέση με την οικονομική κατάσταση και φερεγγυότητα των καθ' ων η αίτηση και την τυχόν αδυναμία τους να αποζημιώσουν τους ενάγοντες σε περίπτωση που κληθούν προς τούτο, δεν επιτρέπουν την υιοθέτηση της θέσης πως η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα προκαλέσει στους ενάγοντες ανεπανόρθωτη ζημιά, με την έννοια που αποδίδεται στον όρο σε περιπτώσεις ως η υπό συζήτηση. Συνεπώς, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ούτε και η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται. Με δεδομένη την κατάληξη του δικαστηρίου ότι δεν ικανοποιούνται, σωρευτικά, οι ως άνω τρεις θεμελιακές προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγμάτων ως τα αιτούμενα, παρέλκει η αναγκαιότητα απασχόλησης του Δικαστηρίου με το ευρύτερο ζήτημα του αν τελικά, υπό τις περιστάσεις πάντα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, θα ήταν δίκαιο και πρόσφορο να οριστικοποιηθεί το διάταγμα. Κατάληξη Κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται και το εκδοθέν προσωρινό Διάταγμα ακυρώνεται και παύει να ισχύει. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω κανένα λόγο να αποκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, αυτά επιδικάζονται σε βάρος των Εναγόντων/Αιτητών και προς όφελος των Εναγομένων 1/Καθ' ων η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015 [2] Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. [3] Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 424/11, ημ. 27.3.14 [4] Κυρίσαββα κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231. [5] Loucas Panayiotou Estates ltd κ.α v. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε203/2013, ημερ. 11/09/2019, Ανδρέου - ν - Colossos Signs Ltd (Aρ.2)
(2008)1 Α.Α.Δ. 626, Penderhill Holdings Ltd κ.α. - ν - Ambramchyk κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A21, Πολιτική Έφεση Αρ. 319/11 κ.α. ημερ. 13/1/2014) [6] Καλογήρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 A.A.Δ. 1237, Ζηντίλης . Ανδρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ.1603, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152 [7] Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 (B) A.A.Δ. 788, 795 [8] Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά. ν. xxx Λοϊζίδου, Πολιτική Εφεση Αρ. E7/2018, ημερ. 21.3.2019 [9] βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [10] (βλ. επίσης Resola (Cyprus) Ltd v. Xρίστου
(1998)1 A.A.Δ. 598, Τhe Timberland Co of USA v. Evans and Sons Ltd κ.ά.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1179, Zein κ.ά. ν. Παράσχος Καμπανελλάς Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606). [11] Louis Vuitton v. Δέρμ οσ α κ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453, 1463. [12]Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd,
(1996)1 Α.Α.Δ. 597, 601-602, Αναφορικά με την Αίτηση Commerzbank Auslandbanken Holding A.G. κ. ά v. Adeona Holdings Limited Πολιτική Έφεση αρ. Ε 6/2014 ημερ. 27/2/2015, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 264-5 [13] Ο όρος διαλαμβάνει τα ακόλουθα: 20.1. Εάν το Έργον δεν συμπληρωθεί μέχρι την ημερομηνία αποπεράτωσης που αναφέρεται στο Παράρτημα του Συμφωνητικού Εγγράφου, ή σε οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία που δυνατόν να καθορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 21.0 πιο κάτω και ο Αρχιτέκτων πιστοποιήσει ότι κατά τη γνώμη του το Έργον έπρεπε λογικά να είχε αποπερατωθεί, τότε ο Εργολάβος θα πληρώσει ή παραχωρήση προς τον έργοδότη Εκτιμηθείσες Αποζημιώσεις που θα υπολογισθούν με βάση το ποσόν που αναφέρεται στο Παράρτημα του Συμφωνητικού Εγγράφου δια χρονική περίοδο μέχρι της Έμπρακτης Αποπεράτωσης, λαμβανομένης υπόψη της σχετικής Νομοθεσία της Δημοκρατίας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.