Ματθαίου ν. Πιτσιακκος, Αρ. Αγωγής: 7638/12, 31/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A654 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θεοδώρου, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 7638/12 Μεταξύ: XXXXX Ματθαίου Ενάγοντα και XXXXX Πιτσιακκος Εναγόμενος Ημερομηνία: 31 Μαρτίου, 2020 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κος Δ. Παυλίδης Για τον Εναγόμενο: κος Γ. Καζαντζής ΑΠΟΦΑΣΗ Η Απαίτηση Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, ο Ενάγοντας επιζητεί γενικές, ειδικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις εναντίον του Εναγόμενου στη βάση του αστικού αδικήματος της επίθεσης. Εκείνο που δικογραφικά ισχυρίζεται είναι ότι, στις 26/04/2012, εντός του χώρου εργασίας του, ο Εναγόμενος, με πρόθεση και αναιτίως και εντελώς απρόκλητα, επιτέθηκε εναντίον του χτυπώντας τον με γυάλινο μπουκάλι (λαμιντζάνα) στο κεφάλι και χρησιμοποιώντας τα χέρια και τα πόδια του τον κτύπησε σε διάφορα άλλα σημεία του σώματος του με αποτέλεσμα να υποστεί σοβαρές σωματικές βλάβες και άλλες συναφείς ζημιές. Ως σωματικές βλάβες, στην Έκθεση Απαίτησης, αναφέρονται η πλήξη ινιακής περιοχής, βαθύ θλαστικό τραύμα στο ινίο και τυπικό κεφαλαιμάτωμα, πλατύ και επιφανειακό τραύμα στην αριστερή κνήμη, απώλεια συνείδησης, θάμβος όρασης, κεφαλαλγία, ζάλη, και σπάσιμο 7 δοντιών. Για την αντιμετώπισή των τραυμάτων, στη βάση πάντα των δικογραφημένων θέσεων του Ενάγοντα, έτυχε μερικής οδοντοστοιχίας, καθώς επίσης και του έγιναν 12 ραφές για το θλαστικό τραύμα στο ινίο της κεφαλής. Οι σωματικές αυτές βλάβες του προκάλεσαν πόνο, οδύνη και ταλαιπωρία. Είναι, περαιτέρω, δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα ότι, τρεις και κάτι μήνες μετά την επίθεση, εισήχθη εκ νέου στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας αφού παρουσίασε πρόβλημα υγείας σχετικό με τα τραύματα που προκλήθηκαν στην επίδικη επίθεση και υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση στο ινίο της κεφαλής για σκοπούς αφαίρεσης αιματώματος που είχε, στο μεταξύ, δημιουργηθεί. Η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση Ο Εναγόμενος, καταχώρησε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Μέσω του ρηθέντος δικογράφου του, αρνείται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, τον όποιο και καλεί σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του. Προβάλλει επίσης τη θέση ότι, τα πραγματικά γεγονότα έγιναν με τρόπο εντελώς διαφορετικό από ότι τα περιγράφει ο Ενάγοντας. Στην παράγραφο 6 της Υπεράσπισης του, ο Εναγόμενος, δικογραφεί τα γεγονότα, που κατά τον ίδιο, αποτελούν τις πραγματικές συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το επεισόδιο της 26/04/
- Στη βάση των όσων, συναφώς, ο Εναγόμενος δικογραφεί, στις 26/04/2012 προσκλήθηκε από τον Ενάγοντα στον χώρο που ο τελευταίος διατηρούσε φρουταρία (χώρο τον οποίο και ενοικίαζε ο Ενάγοντας από τον αδελφό του Εναγόμενου, ο οποίος είναι και ο ιδιοκτήτης του όλου κτιρίου), για να εισπράξει οφειλόμενα του Ενάγοντα προς αυτόν, σε σχέση με προγενέστερη πώληση γκαζιού. Όμοια πρόσκληση από τον Ενάγοντα, είχε λάβει και ο αδελφός του Εναγομένου, προς τον οποίο ο πρώτος, επίσης, όφειλε χρήματα, για καθυστερημένα ενοίκια. Κατά την είσοδο του Εναγομένου και του αδελφού του στη φρουταρία, έγινε αντιληπτό ότι στο μέρος βρισκόταν ακόμα ένας άντρας, ο οποίος ήταν προτιθέμενος αγοραστής του «αέρα» της φρουταρίας. Ήταν από τα χρήματα πώλησης του αέρα της φρουταρίας που ο Ενάγοντας θα κατάβαλλε τις οφειλές του προς τον Εναγόμενο και τον αδελφό του. Εκεί, ο Εναγόμενος, ευγενικά, ζήτησε από τον Ενάγοντα όπως του καταβάλει τα οφειλόμενα, και ο τελευταίος, με αγενή τρόπο άρχισε να φωνάζει, να βρίζει και να διώχνει τον Εναγόμενο από το σημείο, αναφέροντας του με εχθρικό έντονο και απότομο ύφος ότι θα του καταβάλει τα οφειλόμενα, «όποτε, όπως και όταν θέλει ο ίδιος». Το όλο επεισόδιο που δημιουργήθηκε προκάλεσε τη δυσαρέσκεια του προτιθέμενου αγοραστή, ο οποίος και απέσυρε το σχετικό ενδιαφέρον του και εγκατέλειψε τον χώρο. Το ναυάγιο της επιδιωκόμενης πώλησης προκάλεσε θυμό στον Ενάγοντα, ο οποίος, παρανόμως και βίαια, άρχισε να σπρώχνει τον Εναγόμενο καταφέρνοντας του, συνάμα, αλλεπάλληλα γρονθοκοπήματα και άλλα χτυπήματα με τα χέρια στο πρόσωπο. Τούτα είχαν ως αποτέλεσμα να σπάσουν τα γυαλιά μυωπίας που έφερε ο Εναγόμενος και να του προκαλέσουν εκδορές και σοβαρές πληγές στο πρόσωπό, καθώς επίσης και αιμορραγία, που επέφερε θόλωση της όρασης του, η οποία θόλωση ήταν η αιτία να χάσει την ισορροπία του και να πέσει ο Εναγόμενος με δύναμη στο έδαφος και να τραυματίσει το αριστερό του χέρι. Παρά την πιο πάνω εξέλιξη, ο Ενάγοντας συνέχισε να ειρωνεύεται χυδαία και να γρονθοκοπεί με μένος τον Εναγόμενο χωρίς να ενδιαφέρεται ποσώς για το ότι ήταν αιμόφυρτος στο πάτωμα. Την ίδια στιγμή, ο αδελφός του Εναγόμενου προσπαθούσε να απομακρύνει τον Ενάγοντα για να πάψει να χτυπά ανελέητα τον Εναγόμενο. Σε κάποιο σημείο ο Εναγόμενος, παρά το ότι ήταν ζαλισμένος από τα χτυπήματα, κατάφερε να σηκωθεί και στην προσπάθεια του να αμυνθεί και να αποφύγει άλλα χτυπήματα «πρόταξε τα χέρια του προς το μέρος του Ενάγοντος ο οποίος παραπάτησε και έπεσε πάνω σε αντικείμενα που βρίσκονταν κοντά στη σκηνή, με αποτέλεσμα αυτά να σπάσουν». Συνεπεία της επίθεσης που δέχθηκε ο Εναγόμενος από τον Ενάγοντα, τούτος υπέστη μώλωπες, εκδορές και αιμάτωμα στο πρόσωπο, απώλεια συνείδησης, θάμβος όρασης, ζάλη και κεφαλαλγία, καθώς επίσης και ρήξη του τένοντα του αριστερού του ώμου. Οι σωματικές αυτές βλάβες του προκάλεσαν πόνο, οδύνη και ταλαιπωρία. Στα πλαίσια της Ανταπαίτησής του, επιζητεί την έκδοση απόφασης υπέρ του και εναντίον του Ενάγοντα για γενικές, ειδικές και τιμωρητικές ή παραδειγματικές αποζημιώσεις. Επιδιώκει, επίσης, αποζημιώσεις για απώλεια εισοδημάτων στη βάση του ότι κατέστη ανίκανος για εργασία συνέπεια των σωματικών βλαβών που υπέστη από την κατ' ισχυρισμό επίθεση που δέχτηκε από τον τελευταίο. Η Απάντηση στη Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στη Ανταπαίτηση Με την Απάντησή στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, ο Ενάγοντας, αρνείται κάθε αναφορά της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρει στην Έκθεση Απαίτησης. Ακροαματική διαδικασία Ο Ενάγοντας, προς απόδειξη της υπόθεσης του και προς υπεράσπισή του στην Ανταπαίτηση, κατέθεσε, ενόρκως, ο ίδιος (ο Ενάγοντας). Από πλευράς του Εναγόμενου, τόσο προς υπεράσπιση του, όσο και προς απόδειξη της Ανταπαίτησης του, κατέθεσε, ενόρκως, ο ίδιος (ο Εναγόμενος), ο αδελφός του, XXXXX Πίτσιακος (Μ.Υ.2) και η Γ/Αστ. XXXXX Ζάκκου (Μ.Υ.3). Παραδεκτά γεγονότα Μετά το πέρας της μαρτυρίας του Ενάγοντα, οι δύο πλευρές, υπό μορφή παραδεχτών γεγονότων, προέβησαν σε διάφορες δηλώσεις. Στην ουσία, τα ιατρικά πιστοποιητικά, τα οποία είχαν ήδη κατατεθεί ως Τεκμήρια 1(α) και 1(β), και τα οποία αφορούσαν στις σωματικές βλάβες του Ενάγοντα, καθώς επίσης και ιατρικά πιστοποιητικά, τα οποία, ακολούθως, κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 4(α) και 4(β) και τα οποία αφορούσαν στις σωματικές βλάβες του Εναγομένου, κατατέθηκαν για την αλήθεια του περιεχομένου τους, και δη ότι το περιεχόμενό τους είναι προσδιοριστικό των σωματικών βλαβών που έφεραν οι διάδικοι κατά την ιατρική τους εξέταση. Το μέρος εκείνο των ιατρικών πιστοποιητικών που είναι προσδιοριστικό των διαφόρων αναφορών των διαδίκων προς τους γιατρούς σε σχέση με την αιτία που προκάλεσε τα τραύματα, δεν έγινε δεκτό για την αλήθεια του. Δηλώθηκε, επίσης, από τους συνηγόρους των διαδίκων ότι, επίδικο παραμένει και το κατά πόσο τα τραύματα που έφεραν οι διάδικοι κατά την ιατρική εξέτασή τους, σχετίζονται, καθ' οιονδήποτε τρόπο, με το επίδικο επεισόδιο. Επίσης, μέσω των συνηγόρων των δύο πλευρών, δηλώθηκαν και οι ειδικές αποζημιώσεις που έκαστος διάδικος δικαιούται στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι ο άλλος οφείλει να τον αποζημιώσει. Στη βάση της δήλωσης αυτής, οι ειδικές αποζημιώσεις τις οποίες δικαιούται ο Ενάγοντας ανέρχονται στο ποσό €997,76 και οι αντίστοιχες για τον Εναγόμενο ανέρχονται στο ποσό των €3.
- Τέλος, στη βάση πάντα των σχετικών δηλώσεων των συνηγόρων των δύο πλευρών, ο συνήγορος του Εναγομένου δήλωσε ότι εγκαταλείπεται η απαίτηση του τελευταίου για αποζημιώσεις για αναγκαία μελλοντική εγχείρηση. Μέρος των δηλώσεων των συνηγόρων των δύο πλευρών, πάντα στην προσπάθεια περιορισμού των επίδικων ζητημάτων, αποτέλεσε και η θέση ότι, εκείνο που, στην ουσία, παρέμεινε προς κρίση, είναι η απόφανση αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες επεσυνέβη το όλο επεισόδιο, και στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι κάποιος εκ των διαδίκων διέπραξε το αστικό αδίκημα της επίθεσής (νομική βάση αγωγής και ανταπαίτησης), ο υπολογισμός των γενικών αποζημιώσεων που θα πρέπει να αποδοθεί στον επιτυχόντα διάδικο. Δηλώθηκε, επίσης, συναφώς, ότι, επίδικο παραμένει και το κατά πόσο, συνεπεία του επίδικου επεισοδίου, προκλήθηκαν οποιεσδήποτε σωματικές βλάβες, το εύρος των οποίων θα προσδιορίσει και τη βάση επί της οποίας θα εκτιμηθούν οι γενικές αποζημιώσεις. Συνοπτική παράθεση μαρτυρίας Ο Ενάγοντας Ο Ενάγοντας, στην κυρίως εξέτασή του, υιοθέτησε περιεχόμενο γραπτής δήλωσης που ετοίμασε, το οποίο αποτελεί, στην ουσία, επανάληψη του περιεχομένου της Έκθεσης Απαίτησης. Κατέθεσε επίσης και τα δύο ιατρικά πιστοποιητικά στα οποία έγινε αναφορά κατά την παράθεση των παραδεχτών γεγονότων, ανωτέρω. Με δεδομένη δε την κατάθεση των παραδεχτών γεγονότων ως προς τις ειδικές ζημιές που επιζητεί ο Ενάγοντας, δεν καθίσταται αναγκαία η καταγραφή του μέρους εκείνου της μαρτυρίας του που σχετίζεται με την προσπάθεια του να αποδείξει τις ειδικές ζημιές τις οποίες απαιτεί. Ισχυρίστηκε, ο Ενάγοντας, ακόμα, ότι, σε κάποιο χρονικό διάστημα μετά την επίθεση, το οποίο και καθόρισε ως ένα «μήνα» μετά το επίδικο επεισόδιο, εισήχθη εκ νέου στο νοσοκομείο και εκεί χειρουργήθηκε για αφαίρεση αιματώματος στο ινίο της κεφαλής. Όσο δε αφορά στα όσα ο Εναγόμενος δικογραφεί σε σχέση με τις συνθήκες υπό τις οποίες επεσυνέβη το όλο επεισόδιο, ο Ενάγοντας αρνήθηκε τούτα, αναφέροντας ακόμα ότι, ο Εναγόμενος τον προσέγγισε για να επέλθει εξώδικη διευθέτηση της αγωγής, πλην όμως ο ίδιος δεν αποδέχθηκε κανένα συμβιβασμό παρά μόνο αν τούτος επιτυγχάνετο μέσω του συνηγόρου του. Ερωτηθείς ειδικά να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες ως προς τον τρόπο δράσης του Εναγομένου κατά το επίδικο επεισόδιο, ισχυρίστηκε ότι, ο Εναγόμενος αρχικά τον πλησίασε και τον κλώτσησε στο πόδι. Τούτος (ο Ενάγοντας) ως αντίδραση έσπρωξε με το χέρι τον Εναγόμενο και ακολούθως κατευθύνθηκε στην άλλη πλευρά της φρουταρίας. Ο Εναγόμενος, τον ακολούθησε και προσπάθησε εκ νέου να τον κλωτσήσει, με αποτέλεσμα ο ίδιος να προσπαθήσει να εξέλθει της φρουταρίας. Καθώς έβγαινε, προτού, ωστόσο, προλάβει να επιτύχει την έξοδο, ένιωσε «ένα βαρύ χτύπημα στο κεφάλι» και έπεσε και μετά «ένιωσε άλλο βάρος στη ράχη του». Αμέσως άγγιξε με το χέρι του στο σημείο που ένιωσε το χτύπημα στο κεφάλι και παρατήρησε ότι αιμορραγούσε. Αμέσως μετά έτρεξε κάποιος πελάτης που βρισκόταν τη δεδομένη στιγμή στη φρουταρία και τον σήκωσε και τον έβγαλε έξω και τον εναπόθεσε σε ένα πλαστικό κιβώτιο φρούτων που βρισκόταν στο σημείο. Αφού παρήλθαν 5 με 10 λεπτά και συνήλθε, ξεκίνησε για να μεταβεί στο νοσοκομείο. Η μεταφορά του στο νοσοκομείο έγινε από τον γιο του, στον οποίο, στο μεταξύ, τηλεφώνησε ο υπάλληλος στη φρουταρία και κατέφθασε στο σημείο. Αναφερόμενος, εκ νέου, στην όλη συμπεριφορά του Εναγομένου εκείνην τη μέρα, ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος έριξε προς αυτό και τις δύο λαμιντζάνες, με τη δεύτερη να τον χτυπά στη ράχη, ενώ η πρώτη στο κεφάλι, οι δε λαμιντζάνες, ακολούθως, έσπασαν. Ως προς τις μετέπειτα ενέργειες του Εναγομένου, ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι, μαζί με τον αδελφό του εγκατέλειψαν αμέσως το σημείο. Τη στιγμή που ο Εναγόμενος και ο αδελφός του εγκατέλειπαν τη φρουταρία, ο ίδιος ήταν καθήμενος επί του πλαστικού κιβωτίου έξω από τη φρουταρία. Ως προς το κατά πόσο ο Εναγόμενος, κατά την αποχώρηση του από τον χώρο, ήταν ή όχι χτυπημένος και αν έτυχε οποιασδήποτε βοήθειας για να φύγει από το σημείο, ο Ενάγοντας απάντησε αρνητικά, συμπληρώνοντας ότι ο ίδιος δεν ήταν επιθετικός έναντι του Εναγομένου, ούτε και τραυμάτισε τούτο. Ο Εναγόμενος Ο Εναγόμενος, ενόρκως, ισχυρίστηκε ότι τα όσα του αποδίδει ο Ενάγοντας δεν είναι αληθή και ότι στην πραγματικότητα, μόλις ο προτιθέμενος αγοραστής απέσυρε το σχετικό ενδιαφέρον του, ο Ενάγοντας «ενευρίασε θεωρώντας ότι του χάλασα την πράξη, με ύβριζε και μου επετέθη επανειλημμένα και με εχτύπησε με γροθιές στο πρόσωπο και μου έσπασε τα γυαλιά μυωπίας που φορούσα και ετρέχαν αίματα από το πρόσωπό μου. Από τα χτυπήματα και τα σπρωξίματα έπεσα στο πάτωμα και χτύπησα στο αριστερό μου χέρι». Ισχυρίστηκε ακόμα ότι «ουδέποτε έσπρωξα ή χτύπησα τον Ενάγοντα ή έριξα λαμιντζάνες προς αυτόν, ούτε τον είδα να είναι τραυματισμένος». Μ.Υ.2 Ο Μ.Υ.2 ισχυρίστηκε ότι αυτός ενημέρωσε τον Εναγόμενο, αδελφό του, περί της πρόθεσης τρίτου προσώπου να αγοράσει τον αέρα της φρουταρίας, και τούτο για να παρευρεθεί στο σημείο και να εισπράξει και αυτός από τον Ενάγοντα τα οφειλόμενα από την πώληση του γκαζιού. Κατά τον Μ.Υ.2, όταν, συνεπεία της απαίτησης του Εναγομένου να εισπράξει και αυτός χρήματα, αλλά και τις αντιδράσεις του Ενάγοντα στη ρηθείσα απαίτηση, ο ενδιαφερόμενος αγοραστής απέσυρε το παράπονό του, ο Ενάγοντας νευρίασε και επιτέθηκε στον Εναγόμενο χτυπώντας τον και επιτυγχάνοντας, με τον τρόπο αυτό, την πτώση του τελευταίου. Επίσης, συνεπεία των κτυπημάτων, τα γυαλιά που φορούσε ο Εναγόμενος έσπασαν και προκάλεσαν τραύματα κάτω από τους οφθαλμούς του, τα οποία και αιμορραγούσαν. Αμέσως μετά, ο Ενάγοντας «έπεσε πάνω του» Εναγομένου, και ο ίδιος (ο Μ.Υ.2) προσπάθησε να τον τραβήξει μακριά από τον Εναγόμενο για να ηρεμήσουν τα πράγματα. Κατά την κοινή πτώση των διαδίκων, διάφορα εμπορεύματα που ήταν στα ράφια της φρουταρίας έπεσαν από το σημείο στο οποίο βρίσκονταν, χωρίς, ωστόσο, ο ΜΥ2 να προσέξει αν τούτα χτύπησαν οιονδήποτε εξ αυτών. Με εξαίρεση την αιμορραγία του Εναγομένου κάτω από τα μάτια του, κανένα άλλο τραύμα που να αιμορραγεί δεν πρόσεξε επί οποιουδήποτε εκ των διαδίκων. Σε κάποια στιγμή κατάφερε να απομακρύνει τον Ενάγοντα από τον αδελφό του, ο οποίος ήταν ακόμη στο έδαφος, και αμφότεροι (Ενάγοντας και Εναγόμενος) εξήλθαν της φρουταρίας και με τα οχήματά τους, έκαστος, αποχώρησαν από το σημείο. Μ.Υ.3 Η Μ.Υ 3, αναγνώρισε το Τεκμήριο 3 ως ανοικτή κατάθεση που έλαβε η ίδια από τον Ενάγοντα σε σχέση με το επίδικο επεισόδιο. Κατά την ίδια, η συγκεκριμένη κατάθεση λήφθηκε δια απαγγελίας των όσων εκεί καταγράφονται από τον Ενάγοντα. Στην ουσία, ο Ενάγοντας έθετε τους ισχυρισμούς του και η Μ.Υ.3 κατέγραφε τούτους. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι, μετά το πέρας της κατάθεσης, ανέγνωσε το περιεχόμενο της στον Ενάγοντα και ακολούθως αυτός την υπέγραψε ως ορθή. Κατά την αντεξέτασή της, της υπεβλήθη ότι κατά τον χρόνο που ο Ενάγοντας έδιδε τη συγκεκριμένη κατάθεση ήταν τραυματισμένος, με την Μ.Υ.3 να μην αμφισβητεί τούτο, δηλώνοντας, ωστόσο, ότι, δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει ή όχι την ορθότητα της υποβολής λόγω παρόδου μεγάλου χρόνου από τη μέρα που έλαβε την κατάθεση. Αξιολόγηση μαρτυρίας Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της ακροαματικής διαδικασίας, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω και να ακούσω με προσοχή και υπομονή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιόν μου και αξιολόγησα, ως θα φανεί κατωτέρω, τη μαρτυρία τους με γνώμονα πως η αξιοπιστία ενός μάρτυρα εκτιμάται αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης. Είχα επίσης συνέχεια κατά νου το διαδικαστικό στάδιο στο οποίο προέκυψε η κάθε μαρτυρία, την γνώση, πηγή και κύρος του κάθε μάρτυρα, αλλά και την ύπαρξη ή μη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Κατά νου είχα ακόμα και τη δυνατότητα μνήμης έκαστου μάρτυρα, αλλά και τους λόγους που είχαν ή που επικαλέστηκαν για το γεγονός ότι θυμούντο τα όσα κατέθεταν, καθώς επίσης και την αμεσότητα, σαφήνεια και ειλικρίνεια που ενδεχομένως χαρακτήριζε τις αναφορές τους. Βαρύτητα δόθηκε και στις όποιες υπερβολές, ανακολουθίες, ασυνέπειες και αντιφάσεις που ενδεχομένως παρατηρούνται στη μαρτυρία τους. Απέφυγα να αποδώσω υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά γνωρίσματα της συμπεριφοράς των μαρτύρων και τούτο με γνώμονα το γεγονός ότι μια διαφορετική προσέγγιση ενέχει κινδύνους μιας και, κάποιοι μάρτυρες, συνεπεία των εξωτερικών γνωρισμάτων της συμπεριφοράς τους, ενδεχομένως να δημιουργούν μια τελείως διαφορετική εντύπωση από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. Νικολάου ν. Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806, Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406). Ενάγοντας, Εναγόμενος και Μ.Υ 2 Οι δύο πρώτοι στον μόλις πιο πάνω υπότιτλο, ως διάδικοι της παρούσας αγωγής, και δη ως πρόσωπα που επιδιώκουν την έκδοση απόφασης, ο ένας εναντίον του άλλου, αποτελούν πρόσωπα με κίνητρο να ψευσθούν ώστε να επιτύχουν τον σκοπό τους. Παρόμοιο κίνητρο, έχει και ο Μ.Υ.2, ο οποίος είναι στενό συγγενικό πρόσωπο του Εναγομένου. Είμαι της γνώμης, στη βάση και των όσων κατωτέρω θα υποδείξω, ότι και οι τρεις αυτοί μάρτυρες δεν ανέφεραν στο Δικαστήριο την αλήθεια ως προς τα πραγματικά γεγονότα που περιέβαλλαν το επίδικο επεισόδιο. Κάθε ένας εξ αυτών, για τους δικούς του λόγους, προσπάθησε να παρουσιάσει μια υπεραπλουστευμένη εκδοχή, με θύμα τον έναν εκ των διαδίκων και θύτη τον άλλο, εις τρόπο που στην ουσία, να παρουσιάζεται μόνο ένα πρόσωπο ως υπεύθυνο για το όλο επεισόδιο. Η δε μαρτυρία τους, παρουσιάζει αντιφάσεις, αλλά και έκδηλη προσπάθεια υπεκφυγής. Σε κάποια δε σημεία της, παρουσιάζει και θέσεις οι οποίες συγκρούονται με την κοινή λογική. Για σκοπούς πληρότητας και αιτιολογίας της μόλις εκφρασθείσας κρίσης μου ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας των τριών αυτών προσώπων, σημειώνω τα ακόλουθα. Και ο Ενάγοντας, αλλά και ο Εναγόμενος, κατά τη δια ζώσης μαρτυρία τους, σε σχέση με την επιθετική ή μη συμπεριφορά του άλλου, προώθησαν εντελώς συγκρουόμενους μεταξύ τους ισχυρισμούς. Και δεν εννοώ ότι ο ένας διάδικος προώθησε συγκρουόμενους ισχυρισμούς απ' ό, τι ο άλλος, αλλά ότι, έκαστος εξ' αυτών προώθησε συγκρουόμενους, μεταξύ τους, δικούς του ισχυρισμούς. Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό ότι, κατά την εκδοχή του Ενάγοντα, ο Εναγόμενος αρχικά τον κλώτσησε στο πόδι. Ερωτηθείς να ορίσει το πόδι στο οποίο τραυματίστηκε, ανέφερε ότι ήταν το δεξί του πόδι. Σε ερώτηση που ακολούθησε με σκοπό να διαφανεί αν όντως επέμεινε στον ισχυρισμό του περί τραυματισμού του δεξιού του ποδιού, απάντησε καταφατικά, αναφέροντας, ακόμα, ότι, η κλωτσιά του προκάλεσε μεγάλο πόνο και του άφησε και ένα μικρό σημάδι το οποίο με τα χρόνια υποχώρησε. Όταν ακολούθως του υπεδείχθη ότι στην κατάθεση που του λήφθηκε από την Μ.Υ.3 (Τεκμήριο 3), αναφέρει ότι το πόδι στο οποίο τον κλώτσησε ο Εναγόμενος είναι το αριστερό, ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει επ' ακριβώς ποιο από τα δύο πόδια του τραυματίστηκε λόγω της παρόδου μεγάλου χρόνου από όταν και έλαβε χώρα το επεισόδιο. Όταν μετά του υπεδείχθη ότι, ακριβώς προηγουμένως, με σαφήνεια και με απόλυτο τρόπο υπέδειξε ως τέτοιο το δεξί του πόδι, εντελώς μη πειστικά ισχυρίστηκε ότι η προηγούμενη απάντηση του δόθηκε λόγω μη κατανόησης την ερώτηση που του υποβλήθηκε, προσθέτοντας ότι νόμιζε ότι είχε ερωτηθεί με ποιο πόδι ο Εναγόμενος τον κλώτσησε και όχι πιο πόδι του τραυματίστηκε. Ακολούθως, ρωτήθηκε εάν τον καιρό που έδιδε την κατάθεσή του, η οποία δόθηκε πέντε μέρες μετά το επεισόδιο, ήταν σε καλύτερη θέση να ενθυμείται τα γεγονότα του επεισοδίου παρά μετά πάροδο έξι ετών, όταν και κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου. Η απάντησή του ήταν καταφατική. Τότε, του υπεδείχθη ότι στην κατάθεσή του δήλωσε, ρητά, ότι δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με ποιο πόδι τον κλώτσησε ο Εναγόμενος, με τον συνήγορο του εναγομένου να θέτει το λογικό ερώτημα (ερώτημα το οποίο θέτω και εγώ υπό μορφή επιχειρηματολογίας), πώς έξι χρόνια μετά τη λήψη της κατάθεσής του ο Ενάγοντας ήταν σε θέση να προσδιορίσει, με τόση σιγουριά, το πόδι με το οποίο τον κλώτσησε ο Εναγόμενο; Όταν ακολούθως του υποδείχθηκε ότι στο περιεχόμενο της κατάθεσής του, δεν αναφέρει και άλλα πράγματα στα οποία αναφέρθηκε κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, ισχυρίστηκε ότι τούτο μπορεί να συνέβη λόγω του ότι ήταν «ζαλισμένος», υπονοώντας ότι ήταν ζαλισμένος συνεπεία του επίδικου τραυματισμού του. Ξέχασε, προφανώς, ότι, η κατάθεση του λήφθηκε πέντε μέρες μετά το επεισόδιο και ότι, κατά τον ίδιο, στη βάση άλλης εκδοχής του, 10 λεπτά μετά τον τραυματισμό του, είχε συνέλθει από τη όποια ζάλη του προκάλεσε το όλο επεισόδιο. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, αναφερόμενος στην πτώση του Εναγομένου, ο Ενάγοντας απέδωσε τούτη σε απροσεξία του πρώτου. Ισχυρίστηκε, συναφώς, ότι, σε κάποια στιγμή ο Εναγόμενος «έτρεξε από πίσω μου εκείνην την ώρα, έπεσε όταν έτρεξε από πίσω μου, έπεσε πάνω στις πίσσες». Η θέση του αυτή, έρχεται σε πλήρη σύγκρουση με την προγενέστερη σχετική αναφορά του, στην κατάθεσή του, Τεκμήριο 3, που θέλει την πτώση του Εναγομένου να οφείλεται σε σπρώξιμο του ιδίου (του Ενάγοντα) μετά που τον κλώτσησε στο πόδι. Όταν του υπεδείχθη ότι παρατηρείται αυτή η σύγκρουση, καθώς επίσης και ότι, τον ισχυρισμό περί απρόσεκτης πτώσης του Εναγομένου δεν τον προέβαλε σε καμία προγενέστερη περίπτωση παρά μόνο στο στάδιο της αντεξέτασης, αρνήθηκε τούτο, ισχυριζόμενος, ψευδώς, ότι προέβαλε τούτο και στο στάδιο της κυρίως εξέτασής του. Κρίνω, συναφώς, αναγκαίο να σημειώσω ότι, κατά την εκδοχή του Ενάγοντα στην κυρίως εξέτασή του, ουδέποτε ο Εναγόμενος είχε οποιανδήποτε πτώση. Κατά την εκδοχή του, στην κατάθεσή του, Τεκμήριο 3, ο Εναγόμενος είχε πτώση η οποία προήλθε από σπρώξιμο του ιδίου του Ενάγοντα. Τέλος, στο στάδιο της αντεξέτασής του, η σχετική αναφορά του Ενάγοντα θέλει την πτώση του Εναγομένου να οφείλεται σε απροσεξία του κατά τη στιγμή που έτρεχε προς το μέρος του. Ακολούθως, ο συνήγορος του εναγομένου του υπέδειξε ότι στην κατάθεσή του, Τεκμήριο 3, όχι απλά παραδέχεται ότι έσπρωξε τον Εναγόμενο με αποτέλεσμα τούτος να πέσει κάτω, αλλά και ότι τούτο συνέβη δύο φορές. Η σχετική, μη πειστική, απάντηση του Ενάγοντα ήταν ότι, λόγω της παρόδου χρόνου από όταν και συνέβησαν τα γεγονότα, ίσως ξέχασε τούτα και για αυτό δεν έκανε οποιανδήποτε προγενέστερη αναφορά. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασής του, του υπεδείχθη ότι με βάση το περιεχόμενο της κατάθεσής του, Τεκμήριο 3, δεν είχε αντίληψη ως προς το πρόσωπο που, κατ' ισχυρισμό του, του έριξε τις λαμιντζάνες. Του υπεδείχθη, συναφώς, ότι, στην κατάθεσή του ισχυρίστηκε ότι καθ' ον χρόνο εξερχόταν της φρουταρίας ένιωσε κάτι πολύ βαρύ στο κεφάλι του και ότι συνεπεία τούτου ζαλίστηκε και έπεσε στο έδαφος, καθώς επίσης και ότι, μετά από ένα περίπου λεπτό, και ενώ ακόμα βρισκόταν στο έδαφος, γύρισε την προσοχή του προς την άλλη πλευρά για να δει τι ήταν αυτό που τον χτύπησε και τότε είναι που είδε δύο λαμιντζάνες οι οποίες ήταν σπασμένες κάτω στο δάπεδο. Του υπεδείχθην, ακριβώς, στη βάση αυτών των αναφορών του, ότι δεν είχε δει το πρόσωπο, που, κατ' ισχυρισμό του, του έριξε τις δύο λαμιντζάνες και κατά συνέπεια του υπεβλήθη ότι οι προγενέστερες αναφορές του που θέλουν τον Εναγόμενο να ρίχνει τις λαμιντζάνες είναι αναληθείς. Αρχικά, επέμεινε στην ορθότητα του ισχυρισμού του περί του ότι είδε τον Εναγόμενο να ρίχνει τις λαμιντζάνες. Ακολούθως, προέβαλε εντελώς ασυνάρτητους ισχυρισμούς σε μια προσπάθεια να δικαιολογήσει την ομολογουμένως ουσιαστική αντίφαση που παρατηρείται στις σχετικές τοποθετήσεις του. Σε μεταγενέστερο σημείο, προέβαλε ισχυρισμό ότι, στην πραγματικότητα, είναι εκ συμπεράσματος που θεωρεί ότι είναι ο Εναγόμενος που του έριξε τις λαμιντζάνες. Μετέπειτα ισχυρίστηκε, εκ νέου, ότι είδε, αμυδρά, τον Εναγόμενο να ρίχνει τούτες. Ακολούθησε ερώτηση του συνηγόρου του εναγομένου ως προς το γιατί ένα τόσο σημαντικό γεγονός για το επίδικο συμβάν που άπτεται του ζητήματος κατά πόσο είδε ο ίδιος το πρόσωπο που του προκάλεσε τον τραυματισμό του δεν το ανέφερε στην κατάθεσή του. Η απάντηση του Ενάγοντα ήταν ότι είδε τον Εναγόμενο να ρίχνει τις λαμιντζάνες και ότι ο λόγος που δεν αναφέρεται στην κατάθεσή του είναι γιατί ενδεχομένως η Αστυνομία να μην του υπέβαλε σχετική ερώτηση. Πέραν από μη πειστική, η απάντηση αυτή συγκρούεται και με την κοινή λογική. Είναι αδιανόητο, πρόσωπο να υποβάλλει παράπονο για σοβαρότατο τραυματισμό του συνεπεία ρίψης συγκεκριμένου αντικειμένου από πρόσωπο το οποίο είδε τη στιγμή που του το έριχνε, και κατά τη σχετική καταγγελία στην Αστυνομία να αναμένει ερωτήσεις του Αστυνομικού που λαμβάνει την κατάθεση για να προβάλει τον σχετικό ισχυρισμό του. Δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι ο πιο πάνω τελευταίος ισχυρισμός του Ενάγοντα αποτελεί ψευδή ισχυρισμό ο οποίος προωθήθηκε στα πλαίσια της έκδηλης προσπάθειά του να παρουσιαστεί ως το μόνο θύμα του όλου επεισοδίου. Εν πάση περιπτώσει, ο ισχυρισμό του Ενάγοντα περί μη υποβολής σχετικής ερώτησης από πλευράς της αστυνομικού που έλαβε την κατάθεσή του, έρχεται σε πλήρη σύγκρουση, με τα όσα, συναφή, ανέφερε η Μ.Υ.3, η αξιολόγηση της μαρτυρίας της οποίας θα ακολουθήσει (σημειώνεται ότι ο σχετικός ισχυρισμός της δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς του συνηγόρου του ενάγοντα), που θέλουν την κατάθεση του Ενάγοντα να λαμβάνεται δια καταγραφής των λεγομένων του υπό τύπο απαγγελίας και όχι δια υποβολής ερωτήσεων. Αξίζει, ακόμα, συναφώς πάντα, να σημειωθεί, ότι, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, ισχυρίστηκε ότι ανέφερε ότι είδε τον Εναγόμενο να του ρίχνει τις λαμιντζάνες και δεν γνωρίζει ποιος είναι ο λόγος που τούτο δεν κατεγράφη. Αντιφάσεις μεταξύ της δια ζώσης εκδοχής του Ενάγοντα και των όσων σχετικών αναφέρει στην κατάθεση του, υπάρχουν και άλλες. Δεν θεωρώ, ωστόσο, αναγκαίο να παραθέσω με λεπτομέρεια τούτες. Αξίζει απλά να σημειωθεί ότι, σύγκριση των δύο αυτών εκδοχών οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα ότι τα όσα ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε δια ζώσης σε σχέση με το επίδικο επεισόδιο, απέχουν κατά πολύ από τα όσα σχετικά ανέφερε στην κατάθεσή του. Αυτήν τη διάσταση στις δύο εκδοχές του, φαίνεται να την αντιλήφθηκε και ο ίδιος, αφού σε κάποιο στάδιο, και ενώ για ώρα αντεξεταζόταν επί του περιεχομένου της κατάθεσής του, αντίγραφο της οποίας και κατείχε, αποφάσισε να ισχυριστεί ότι δεν είναι σίγουρος για την αυθεντικότητα της, καθότι δεν βλέπει επ' αυτής την υπογραφή του, αλλά και γιατί, η εκεί αποδιδόμενη στον ίδιο αναφορά περί πρόθεσής του να εξοφλήσει τον Εναγόμενο, δεν αποτελεί δική του θέση που προέβαλε κατά την κατάθεσή του. Όταν δε του υπεβλήθην ότι η συγκεκριμένη κατάθεση του, του υπεδείχθη, τόσο στην παρούσα αγωγή, όσο και σε δύο ποινικές υποθέσεις που αφορούσαν το επίδικο επεισόδιο, και ότι, ουδέποτε αμφισβήτησε τη γνησιότητα της φερόμενης επ' αυτής υπογραφής του, περιορίστηκε απλά να ισχυριστεί ότι αποφάσισε τώρα να αμφισβητήσει την υπογραφή του επ' αυτής. Η τελευταία δε θέση του Ενάγοντα που θέλει το Τεκμήριο 3 να μην αποτελεί αντίγραφο της αυθεντικής κατάθεσής του, συγκρούεται, τόσο με τη σχετική μαρτυρία της Μ.Υ.3, την οποία θα αξιολογήσω ακολούθως, όσο και με σχετικές θέσεις που προέβαλε ο συνήγορός του, τόσο κατά το στάδιο της επανεξέτασης του Ενάγοντα, όσο και κατά την αντεξέταση της Μ.Υ.3, με τις οποίες ο συνήγορος του, έθετε ως δεδομένο ότι το Τεκμήριο 3 αποτελεί αντίγραφο κατάθεσης του Ενάγοντα. Ίδιας φύσεως αδυναμίες, ως, εξάλλου, σημείωσα και ανωτέρω, παρατηρούνται και στη μαρτυρία του Εναγομένου. Και εξηγώ: Ενώ από τη μια ισχυρίζεται (βλέπε παράγραφος 8 της γραπτής του δήλωσης) ότι ουδέποτε έσπρωξε ή χτύπησε τον Ενάγοντα, στην Υπεράσπιση του [δεύτερη παράγραφος της παραγράφου 6(ζ)], προβάλλει τον ισχυρισμό ότι σε κάποια στιγμή πρόταξε τα χέρια του προς τον Ενάγοντα, ενέργεια που είχε ως αποτέλεσμα ο τελευταίος να παραπατήσει και να πέσει επί αντικειμένων που βρίσκονταν στη σκηνή με αποτέλεσμα τούτα να σπάσουν. Επίσης, ενώ στην πραγματικότητα η τύχη της παρούσας αγωγής, περιλαμβανομένης και της Ανταπαίτησης, ίσταται ή πίπτει επί της επιθετικής ή μη συμπεριφοράς των διαδίκων, και ειδικότερα του τρόπου δράσης εκάστου κατά το επίδικο επεισόδιο, οι σχετικοί ισχυρισμοί του Εναγομένου παρουσιάζουν ουσιώδεις αντιφάσεις. Σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις του, αλλά και τα όσα ανέφερε κατά την κυρίως εξέτασή του, ο Ενάγοντας κατάφερε σε αυτόν χτυπήματα με τα χέρια του. Ειδικότερα ότι ο Ενάγοντας, κατάφερε με τα χέρια του να τον σπρώξει και να τον γρονθοκοπήσει. Ωστόσο, κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, και χωρίς προηγουμένως να αναφέρει οτιδήποτε σχετικό, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι ο Ενάγοντας, ως μέρος της επιθετικής συμπεριφοράς του, τον κλωτσούσε επανειλημμένα, ισχυρισμός, που αν ήταν όντως αληθής, η λογική και μόνο θέλει να προβαλλόταν εξ' αρχής και όχι μόνο στο στάδιο της αντεξέτασης. Σε μεταγενέστερο στάδιο, αντιλαμβανόμενος, προφανώς, τη σημαντικότητα της διάστασης που παρατηρείται στους σχετικούς ισχυρισμούς του, ισχυρίστηκε ότι, λόγω του πόνου που του προκάλεσε ο τραυματισμός του από την επίθεση του Εναγομένου δεν μπορούσε να θυμηθεί τα ακριβή γεγονότα. Ωστόσο, ακολούθως, επέμεινε, εκ νέου, στον νέο προβαλλόμενο ισχυρισμό του περί κλωτσιών του Ενάγοντα. Τόσο ο Ενάγοντας όσο και ο Εναγόμενος, μέσα από τη μαρτυρία τους, εκεί που οι ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν αναζητούσαν τοποθετήσεις τους ως προς τη δική τους ανάμιξη στο επίδικο επεισόδιο, προέβαλαν μονολεκτικές απαντήσεις και/ή κατέφευγαν στη χρήση της απώλειας μνήμης, με σκοπό να υπεκφύγουν να τοποθετηθούν επί τούτου. Ήταν έκδηλη, πραγματικά, καθ' όλη τη διάρκεια της δια ζώσης μαρτυρίας τους, η προσπάθεια τους να μην προωθήσουν ισχυρισμό, ο οποίος θα επώμιζε σε αυτούς οποιανδήποτε ευθύνη για το επίδικο επεισόδιο. Σε τέτοιο βαθμό, που έκαστος ισχυρίστηκε ότι, κατά το τέλος του επεισοδίου, τραύματα έφερε μόνο ο ίδιος. Ωστόσο, ως τα Τεκμήρια 1(α) και 4(α) καταμαρτυρούν, αμφότεροι, λίγο, μόνο, χρόνο μετά το επεισόδιο, έφεραν εμφανείς κακώσεις, εμφανώς αιμορραγούσες, και τέτοιου εύρους και σε τέτοια σημεία, που η πιθανότητα να τις προκάλεσαν οι ίδιοι στον εαυτό τους, είναι τουλάχιστον απομακρυσμένη. Αδυναμία παρουσιάζει και η μαρτυρία του Μ.Υ.2, ο οποίος, δεν έχω καμία αμφιβολία, ότι, στο Δικαστήριο ήρθε με σκοπό να βοηθήσει την υπόθεση του αδελφού του, Εναγομένου. Και αυτού η μαρτυρία συγκρούεται με το δεδομένο ότι αμφότεροι οι διάδικοι, σε λίγο χρόνο μετά το επεισόδιο έφεραν σοβαρότατα και αιμορραγούντα τραύματα στο κεφάλι και πρόσωπο τους και δη σε σημείο που ήταν ορατά από τον οποιοδήποτε, πόσο μάλλον τον ίδιο, που, κατά μια εκδοχή του, για αρκετή ώρα, βρισκόταν από πάνω από τους διάδικους. Επίσης, δεν θεωρώ τυχαία τη θέση του ότι, κατά την κοινή πτώση των διαδίκων στο έδαφος (λόγω της επιθετικής συμπεριφοράς του Ενάγοντα) διάφορα εμπορεύματα που ήταν στα ράφια έπεσαν κάτω. Τέτοια θέση δεν βρίσκει έρεισμα στο δικόγραφο του Εναγόμενου, παρά τον πολύ λεπτομερή τρόπο με τον οποίο περιγράφει εκεί τα πράγματα. Τουναντίον, στη βάση του εν λόγω δικογράφου, μόνο ο Εναγόμενος, δια επιθέσεως, έπεσε στο δάπεδο, ενώ η αιτία ενδεχόμενης πτώση ή σπασίματος αντικειμένων στη σκηνή, ήταν η απρόσεκτη πτώση του Ενάγοντα και όχι η όποια κοινή πτώση των διαδίκων συνεπεία της επιθετικής συμπεριφοράς του τελευταίου. Ήταν ξεκάθαρη η προσπάθεια του Μ.Υ.2 να δικαιολογήσει με τον τρόπο αυτό τον οποιοδήποτε τραυματισμό του Ενάγοντα. Επίσης, ο ισχυρισμός του αυτός περί κοινής πτώσης των διαδίκων, συγκρούεται με τον προγενέστερο σχετικό ισχυρισμό του, που ήθελε τον Εναγόμενο να βρίσκεται ήδη στο έδαφος κατόπιν επιθετικής ενέργειας του Ενάγοντα και τον τελευταίο, ακολούθως, και σε χρόνο μετά την πτώση του Εναγομένου, να πέφτει από πάνω του και να αρχίζει να τον κτυπά. Ακόμα, ο ανωτέρω ισχυρισμός του Μ.Υ.2 περί πτώσης εμπορευμάτων από τα ράφια, δεν συμβαδίζει με καμία εκ των εκδοχών που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Να υπενθυμίσω ότι, (α) κατά τον Ενάγοντα, ο Εναγόμενος χτύπησε σε ράφι με προϊόντα κατά τη προσπάθεια του να κατευθυνθεί προς αυτό, (β) κατά τον Εναγόμενο, ο Ενάγοντας έπεσε, λόγω απροσεξίας σε σημείο που βρίσκονταν ήδη αντικείμενα με αποτέλεσμα τούτα να σπάσουν, και (γ) κατά τον Μ.Υ.2, αμφότεροι οι διάδικοι, με κοινή τους πτώση τους προκάλεσαν την πτώση εμπορευμάτων από τα ράφια της φρουταρίας χωρίς να γίνει καν αναφορά περί σπασίματος ή μη. Και αυτός ο μάρτυρας κατέφυγε σε υπεκφυγές. Παραδείγματος χάριν, όταν σε κάποιο στάδιο βρέθηκε αντιμέτωπος με τη θέση ότι τα τραύματα του Ενάγοντα ήταν εμφανή, στην προσπάθεια του να υποστηρίξει ότι οι διάδικοι δεν τραυματίστηκαν, ισχυρίστηκε ότι και οι δύο διάδικοι, ενώ ήταν κάτω, σε κάποια στιγμή σηκώστηκαν, προβάλλοντας, συνάμα, τη θέση ότι, αν ήταν χτυπημένοι, δεν θα μπορούσαν να σηκωστούν. Ο ρηθείς ισχυρισμός του, πέραν από μη πειστικός, συγκρούεται και με προγενέστερη τοποθέτησή του που θέλει τα τραύματα του αδελφού του να προκαλούνται στο αρχικό στάδιο του επεισοδίου από χτυπήματα του Ενάγοντα, προτού καν οιοσδήποτε εκ των διαδίκων πέσει στο δάπεδο. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας, κρίνω ότι η μαρτυρία του Ενάγοντα, του Εναγομένου και του Μ.Υ.2, αποτελούν ακροσφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το επίδικο επεισόδιο. Παρά το γεγονός ότι η μόλις κρίση μου ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας των τριών αυτών μαρτύρων, σφραγίζει στην ουσία και την τύχη, τόσο της αγωγής, όσο και της ανταπαίτησης, μιας και είναι αδύνατη η κατάληξη σε ευρήματα ως προς τις ενέργειες των διαδίκων κατά το επεισόδιο, εν τούτοις, για σκοπούς πληρότητας και αιτιολογίας, σημειώνω ότι, η Μ.Υ.3 μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας και δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι στο Δικαστήριο είπε την αλήθεια. Εν πάση περιπτώσει, τη μαρτυρία της δεν αμφισβήτησε ούτε ο συνήγορος του Ενάγοντα, ο οποίος περιορίστηκε στο να αντεξετάσει τούτη, όχι ως προς το κατά πόσο το Τεκμήριο 3 αποτελεί αντίγραφο της αυθεντικής κατάθεσης του πελάτη του, αλλά για να διευκρινιστούν κάποια ζητήματα και να τοποθετηθεί και η θέση του Ενάγοντα ότι κατά την λήψη της κατάθεσής του ήταν τραυματισμένος. Κατά συνέπεια τη μαρτυρία της την αποδέχομαι στην ολότητά της. Κατάληξη Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, κανένας εκ των διαδίκων δεν κατάφερε να αποδείξει την υπόθεση του έναντι του άλλου και κατά συνέπεια, τόσο η Αγωγή, όσο και η Ανταπαίτηση είναι έκθετες σε απόρριψη. Κατά ακολουθία, τόσο η Αγωγή, όσο και η Ανταπαίτηση απορρίπτονται. Ως προς τα έξοδα των διαδικασιών, δεδομένης της κοινής εκδίκασής τους, καθώς επίσης και της απόρριψης αμφοτέρων, κρίνω ότι δικαιότερο είναι η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα έξοδά της. (Υπ.) .............................. Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο