Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Πετρίδου Κυπριανού κ.α., Αρ. Αγωγής: 734/14, 3/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A656 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 734/14 Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγουσα -και-
- XXXXX Πετρίδου Κυπριανού
- XXXXX Παπαμυλτιάδους
- XXXXX XXXXX Αγαθαγγέλου
- M.E.C. KARAPATAKIS Limited Εναγόμενοι Ημερομηνία: 3 Απριλίου, 2020 Εμφανίσεις: Για την Εναγόμενη 3 ‑ Αιτήτρια: Κος Πουτζιουρής Για Ενάγουσα ‑ Καθ' ης η Αίτηση: Κα. Σιναπίδου Ενδιάμεση Απόφαση Η αρχική πορεία της αγωγής Στις 17/03/2014, η Ενάγουσα καταχώρησε την υπό των ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή εναντίον τεσσάρων προσώπων, μεταξύ των οποίων και της Εναγόμενης
- Η τελευταία, στις 31/03/2014 καταχώρησε, προσωπικά, σημείωμα εμφάνισης. Ακολούθως, και ειδικότερα στις 02/04/2014, η Εναγόμενη 3 καταχώρησε και την Υπεράσπισή της. Στις 17/04/2014, έκλεισαν τα δικόγραφα[1] δια της καταχώρησης Απάντησης από πλευράς της Ενάγουσας. Ακολούθησε διάβημα της Ενάγουσας για ορισμό της αγωγής, και το Δικαστήριο, διά σχετικής διαταγής του, την όρισε για οδηγίες, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.30 στις 24/11/
- Το σχετικό σημείωμα του Πρωτοκολλητή, απεστάλη στη διεύθυνση που η Εναγόμενη 3 όρισε επί του σημειώματος εμφάνισης που καταχώρησε ως διεύθυνση επίδοση[2]. Η Εναγόμενη 3 δεν παρουσιάστηκε στις 24/11/2014 και το Δικαστήριο, σε σχέση με αυτήν, έδωσε οδηγίες προς το Πρωτοκολλητείο να την ενημερώσει για τη νέα ημερομηνία και ώρα που ορίστηκε η αγωγή για οδηγίες, η οποία ήταν η 12/01/
- Στη βάση πάντα του περιεχομένου του φακέλου της υπόθεσης, βάση από την οποία και αντλώ καθοδήγηση, τόσο για τα ανωτέρω αναφερόμενα, όσο και για τα όσα θα ακολουθήσουν, ο Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ετοίμασε σχετική γραπτή ειδοποίηση προς την Εναγόμενη 3 , το περιεχόμενο της οποίας δεν είναι διαφωτιστικό ως προς το κατά πόσο τούτη απεστάλη ή όχι σε αυτήν, παρά το ότι επ' αυτού καταγράφεται η οδός επίδοσης που η ίδια κατέγραψε επί του σημειώματος εμφάνισής της. Στις 12/01/2015, όταν και το Δικαστήριο, εκ νέου, επιλήφθηκε της υπόθεσης, η Εναγόμενη 3 και πάλι δεν παρουσιάστηκε. Η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για οδηγίες στις 12/03/
- Κατ' εκείνη την ημερομηνία, η Εναγόμενη 3 και πάλι ήταν απούσα και το Δικαστήριο όρισε εκ νέου την υπόθεση στις 12/05/2015 και πάλι για οδηγίες. Ίδιας μεταχείρισης έτυχε η υπόθεση και κατά την επόμενη δικάσιμο κατά την οποία και ορίστηκε εκ νέου για οδηγίες στις 10/06/2015, χωρίς στο πρακτικό να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά για το γεγονός ότι η Εναγόμενη 3 ήταν απούσα. Στις 10/06/2015, η συνήγορος που εμφανίστηκε από πλευράς της Ενάγουσας ζήτησε όπως η υπόθεση, σε σχέση με την Εναγόμενη 3, η οποία και πάλι ήταν απούσα, οριστεί για απόδειξη. Το Δικαστήριο όρισε την αγωγή για ακρόαση στις 18/02/2016 για όλους ανεξαιρέτως τους Εναγόμενους. Στις 18/02/2016, η Εναγόμενη 3 και πάλι ήταν απούσα. Κατ' εκείνη την ημέρα, εκ συμφώνου εκδόθηκε απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 και
- Δόθηκε δε από το Δικαστήριο ειδική οδηγία προς τον Πρωτοκολλητή όπως η Εναγόμενη 3 ενημερωθεί περί του ότι η αγωγή ορίστηκε στις 23/03/2016 και ώρα 09:00 π.μ. Στις 23/03/2016, το Δικαστήριο, με την Εναγόμενη 3 να συνεχίζει να μην εμφανίζεται ενώπιόν του, έδωσε εκ νέου οδηγίες προς τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας όπως σταλεί ειδοποίηση στην Εναγόμενη 3 περί του ότι η αγωγή ορίστηκε στις 14/04/2016 (στο πρακτικό, προφανώς εκ λάθους, αναγράφεται ως χρονολογία το 2015), και ώρα 09:00 π.μ. για ακρόαση. Ο Πρωτοκολλητής του Δικαστηρίου Λάρνακας, καταχώρησε στον φάκελο της αγωγής αντίγραφο γραπτής ειδοποίησης που ετοίμασε και η οποία αποτεινόταν προς την Εναγόμενη 3 με την οποία η τελευταία ενημερωνόταν ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου. Επί της συγκεκριμένης ειδοποίησης, χειρογράφως, καταγράφηκε η εξής αναφορά από τον Πρωτοκολλητή «Δόθηκε στους Επιδότες του Δικαστηρίου για να επιδοθεί». Στις 14/04/2016, όταν και η υπόθεση τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, με την Εναγόμενη 3 απούσα, και το συνήγορο της Ενάγουσας παρών, το Δικαστήριο κατέγραψε τα εξής: «Έχω ικανοποιηθεί ότι η Εναγόμενη 3 έχει ειδοποιηθεί για την ώρα και ημέρα της ακρόασης. Αυτό έγινε και προηγουμένως. Θα επιτρέψω του Ενάγοντα να αποδείξει την υπόθεση εναντίον της Εναγόμενης 3». Στη βάση της κρίσης αυτής, επετράπη στον συνήγορο της Ενάγουσας να προχωρήσει σε απόδειξη της υπόθεσης, με αποτέλεσμα, αυθημερόν, το Δικαστήριο να εκδώσει εναντίον της Εναγόμενης 3 απόφαση. Η επίδικη αίτηση Στις 18/03/2019, η Εναγόμενη 3 καταχώρησε την επίδικη αίτηση δια της οποίας επιζητεί την έκδοση διατάγματος, με το οποίο να παραμερίζεται και/ή να ακυρώνεται η εναντίον της εκδοθείσα απόφαση ημερομηνίας 14/04/
- Η επίδικη αίτηση στηρίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα στην Δ.5, Δ.5(β), Δ.6, Δ.17 Θ.3 και 10, Δ.16, Δ.26 Θ.14, Δ.27 Θ.1‑4, Δ.33 Θ.5, Δ.48 Θ.1‑9, Δ.52 και Δ.64, στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στο Άρθρο 32 του Συντάγματος, στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την επίδικη αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση της δικηγόρου Γ. Πάτσαλου, η οποία εργάζεται στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί την Εναγόμενη
- Ως λόγο για το γεγονός ότι η Εναγόμενη 3 δεν είναι η ομνύουσα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την επίδικη αίτηση, η Πάτσαλου ισχυρίζεται ότι τούτο έγινε καθότι η Εναγόμενη 3 «δεν μιλά καλά ελληνικά και να αντιλαμβάνεται τον γραπτό λόγο», αλλά και γιατί, το ζήτημα ήταν κατ' επείγον και δεν ήταν δυνατή η ανεύρεση μεταφραστή από τα ελληνικά στα ρουμάνικα και αντίστροφα, τα οποία αποτελούν τη μητρική γλώσσα της Εναγόμενης
- Για τους λόγους που θα διαφανούν κατωτέρω δεν κρίνεται αναγκαίο να καταγραφούν περισσότερα σε σχέση με το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την επίδικη αίτηση. Αξίζει απλά, συνοπτικά και μόνο, συναφώς, να σημειωθεί ότι, εκείνο που στην ουσία η Εναγόμενη 3 προβάλλει ως δικαιολογία της μη εμφάνισής της στις 14/04/2016[3] ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι ότι, από τον Φεβρουάριο του 2016 μέχρι και τον Μάιο του 2016 απουσίαζε από την Κύπρο λόγω θανάτου της αδελφής της. Επέστρεψε στην Κύπρο στις 21/05/
- Ουδέποτε έλαβε την ειδοποίηση που το Δικαστήριο διέταξε στις 23/03/2016 όπως της αποσταλεί από τον Πρωτοκολλητή. Με παραπομπή στο περιεχόμενο του Δικαστικού φακέλου της υπόθεσης[4] υποδεικνύει ότι, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, προς ικανοποίηση των οδηγιών του Δικαστηρίου για επίδοση γραπτής ειδοποίησης προς την Εναγόμενη 3 περί το ότι η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 14/04/2016, απέστειλε σχετική παράκληση προς το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, επαρχία στην οποία βρίσκεται η διεύθυνση διαμονής της Εναγόμενης 3, ζητώντας από το εκεί οικείο Πρωτοκολλητείο όπως μεριμνήσει όπως η σχετική ειδοποίηση επιδοθεί μέσω επιδότη του εν λόγω Δικαστηρίου. Υποδεικνύει ακόμα ότι, στη βάση σχετικής χειρόγραφης σημείωσης του Ανώτερου Δικαστικού Επιδότη Παναγιώτη Ορφανίδη (είναι στο φάκελο της υπόθεσης, συνδεδεμένη επί της πρωτότυπης ειδοποίησης που ετοίμασε ο Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας), δεν κατέστη δυνατή η επίδοση στην Εναγόμενη 3 της εν προκειμένω ειδοποίησης, καθότι τούτη δεν ανευρέθηκε στη εν λόγω διεύθυνση και η οικία είναι συνεχώς κλειστή. Όσο δε αφορά στις προσπάθειές του να επικοινωνήσει με αυτήν τηλεφωνικά, επίσης δεν κατέστη τούτο δυνατό, μιας και το τηλέφωνο είναι κλειστό. Η ειδοποίηση αυτή του επιδότη του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, παραλήφθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στις 27 Απριλίου 2016 και δη σε χρόνο μετά την έκδοση της υπό αμφισβήτηση απόφασης. Είναι ακριβώς η θέση της Εναγόμενης 3 ότι, ουδέποτε στην ίδια δόθηκε η ευκαιρία να λάβει γνώση περί του ότι το Δικαστήριο αναζητά την παρουσία της στις 14/04/2016, και κατά συνέπεια, λανθασμένα το Δικαστήριο έκρινε ότι είχε ικανοποιηθεί περί του ότι δόθηκε σε αυτήν σχετική ειδοποίηση και εξέδωσε εναντίον της απόφασή. Στη βάση των ανωτέρω, η Εναγόμενη 3 προβάλλει τη θέση ότι, δικαιωματικά (ex debito justitiae) απαιτεί τον παραμερισμό της εναντίον της εκδοθείσας απόφασης, μιας και ουδέποτε της δόθηκε η απαραίτητη ειδοποίηση για να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Η ένσταση Στις 10/07/2019, η Ενάγουσα καταχώρησε ένσταση στην επίδικη αίτηση, στο κυρίως σώμα της οποίας προβάλλονται, υπο στοιχεία Α - Λ, δώδεκα λόγοι ένστασης. Δεν χρειάζεται, κατά τη γνώμη μου, να γίνει ειδική αναφορά στους λόγους ένστασης που προβάλλει η Ενάγουσα. Αξίζει να σημειωθεί ότι ένας εξ αυτών, θέλει την παρούσα αίτηση να είναι καταδικασμένη σε αποτυχία στη βάση του ότι είναι εκπρόθεσμη. Προς υποστήριξη δε του λόγου αυτού, η Ενάγουσα υποδεικνύει ότι οι πρόνοιες της Δ.33 Θ.5, που παρέχουν στο Δικαστήριο δικαιοδοσία να παραμερίσει απόφαση η οποία εκδόθηκε δυνάμει των προνοιών της Δ.33 Θ.3, θα πρέπει να καταχωρείται εντός 15 ημερών από την ημερομηνία ακρόασης. Υποδεικνύει προς τούτο ότι, η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε τρία περίπου χρόνια μετά την ακρόαση που οδήγησε στην έκδοση της υπό αμφισβήτησης απόφασης. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Ν. Νικολάου, λειτουργού της Ενάγουσας, στην οποία, ούτε λίγο ούτε πολύ, επαναλαμβάνει, πλην όμως με μεγαλύτερη λεπτομέρεια αλλά και σχετική επιχειρηματολογία, τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Ακροαματική διαδικασία Κανένας εκ των ενόρκως δηλούντων δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεώς του και αμφότερες οι πλευρές ετοίμασαν και παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις στο Δικαστήριο. Νομική πτυχή Στην υπόθεση ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΑΝΔΡΕΟΥ ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ
(2003)1 ΑΑΔ 1596, σημειώθηκε ότι στην περίπτωση που επιδιώκεται παραμερισμός απόφασης που εκδόθηκε λόγο παράλειψης Εναγόμενου να εμφανιστεί στη δίκη, δεν εγείρεται ζήτημα αποκάλυψης, από πλευράς του, υπεράσπισης, εφόσον τούτη προβάλλεται μέσα από το σχετικό δικόγραφο που είναι ήδη κατατεθειμένο στο φάκελο της υπόθεσης. Ως ειδικότερα αποφασίστηκε, «Στην περίπτωση παράλειψης του εναγομένου να εμφανιστεί κατά τη δίκη, δεν εγείρεται θέμα αποκάλυψης της υπεράσπισής του εφόσον αυτή έχει καταχωριστεί. Το κρίσιμο ερώτημα στην περίπτωση εκείνη είναι κατά πόσο η απουσία του υποδηλώνει εγκατάλειψη της υπεράσπισής του ή αδιαφορία για την προώθησή της. Γύρω από αυτά τα ζητήματα περιστρέφεται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, ως αποκαλύπτει η αποδοθείσα από τα αγγλικά δικαστήρια ερμηνεία του αγγλικού θεσμού της Πολιτικής Δικονομίας, ο οποίος αποτέλεσε και το πρότυπο για τη διαμόρφωση της Δ.33 θ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. (Βλ. Οrd.36 r.33 των παλαιών αγγλικών θεσμών. The Annual Practice 1958, σελ. 831.*) Αυτό είναι λογικό εφόσον η υπεράσπιση έχει προβληθεί στην έκθεση υπεράσπισης. Τα κρίσιμα γεγονότα για τον παραμερισμό της απόφασης είναι εκείνα που άπτονται του λόγου της μη εμφάνισης του εφεσείοντος κατά τη δίκη» (βλέπε, επίσης, και Πολ. Εφ. 310/2010, μεταξύ Loudmila Pechtchachanskaia a.o. v. Vadim Esipovich, απόφαση ημερομηνίας 20 Ιουνίου, 2014). Ως προς τις νομικές πρόνοιες που παρέχουν δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να παραμερίσει απόφαση που εκδόθηκε λόγω παράληψης του εναγομένου να εμφανιστεί κατά την δίκη, αλλά και του χρόνου εντός του οποίου είναι επιτρεπτό να προωθηθεί σχετικό διάβημα, σημειώθηκαν τα εξής σχετικά στην υπόθεση Ann - Clair Developments Ltd v. Στέλιου Κυριακίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 537: «Η Δ.33 θ.3 περιέχει την ειδική ρύθμιση σε σχέση με τις επιπτώσεις και, ακολούθως, τις δυνατότητες όταν κατά την ημέρα της δίκης δεν εμφανίζεται ο εναγόμενος. Η εμπλοκή της Δ.26 θ.14 στην περίπτωση, δεν είναι ορθή. Η αντίληψη πως η Εvagorou παρέχει έρεισμα για την αντίθετη άποψη, είναι λανθασμένη. Δεν αφορούσε απόφαση λόγω παράλειψης εμφάνισης κατά την ημέρα της δίκης αλλά απόρριψη αγωγής, λόγω μή προώθησης της, κατά το μηχανισμό της Δ.17 θ.14. Κρίθηκε πως η πρόνοια της Δ.17 θ.14
(2)πως τέτοια απόρριψη δεν επηρεάζει την έγερση νέας αγωγής, δεν απέκλειε την εφαρμογή της Δ.26 θ.
- Στην προκείμενη περίπτωση, η Δ.33 θ.5 είναι σαφής. Η απόφαση που εκδίδεται όταν ένας από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη δίκη, μπορεί να παραμεριστεί μετά από αίτηση υποβαλλόμενη μέσα σε 15 μέρες από τη δίκη. Δεν παρέχεται περιθώριο για εφαρμογή άλλης δικονομικής διάταξης στην περίπτωση. Το αντίθετο θα σήμαινε πως για το ίδιο θέμα ένας θεσμός προβλέπει προθεσμία και άλλος όχι. ....................................... Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου (ανωτέρω) και τις άλλες που αναφέρθηκαν δεν ήταν δυνατό να παρακαμφθεί το γεγονός ότι η αίτηση για παραμερισμό ήταν εκπρόθεσμη, κατ' επίκληση της Δ.
- Το γεγονός ότι είχε παρέλθει ελάχιστος χρόνος από την εκπνοή της προθεσμίας, όπως παρατηρήθηκε και στην πιο πάνω υπόθεση, θα μπορούσε να ήταν σχετικός παράγοντας στο πλαίσιο αίτησης για παράταση της προθεσμίας. Θα σημειώναμε εδώ και την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Εvand Promotions κ.ά. ν. Frank Rutman
(1998)1Α.Α.Δ. 2123 σε σχέση με τις αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας για παράταση.» Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την υπό εξέταση αίτηση στο νομικό πλαίσιο που τα αφορά Η επίδικη αίτηση, ως σημειώθηκε ανωτέρω, καταχωρήθηκε τρία περίπου χρόνια μετά τη δίκη που οδήγησε στη έκδοση της υπό αμφισβήτηση απόφασης. Με δεδομένο ότι, προηγουμένως, η Εναγόμενη καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης και Υπεράσπιση, καθώς επίσης και ότι η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση, είναι αβίαστα που προκύπτει ότι η μόνη νομική βάση που θα επέτρεπε την απόδοση της αιτούμενης θεραπείας είναι η Δ.33 Θ.5 (Ann - Clair (ανωτέρω)), η οποία προβλέπει, ως ήδη αναφέρθηκε, χρονικό περιορισμό 15 ημερών από τη δίκη εντός του οποίου δύναται να καταχωρηθεί σχετική αίτηση. Το δε γράμμα του Νόμου είναι επιτακτικό. Τούτο, ως υπεδείχθη (Ann - Clair (ανωτέρω)), δεν σημαίνει ότι δεν επιτρέπεται, υπό κατάλληλες περιστάσεις, και στη βάση ειδικού διαβήματος, ο χρόνος τούτος να επεκταθεί. Τέτοια δυνατότητα παρέχει η Δ.57 Θ.2, και δη Κανονισμός ο οποίος δεν απαντάται στη νομική βάση της επίδικης αίτησης. Όπως όμως και να έχουν τα πράγματα, ακόμα και αν η επίδικη αίτηση βασιζόταν, και επί της Δ.57 Θ.2, και πάλι, δεν θα διαφοροποιούνταν τα δεδομένα, μιας και το διάβημα για επέκταση του χρόνου καταχώρησης μίας αίτησης, θα πρέπει να προηγείται της όποιας τέτοιας καταχώρησης (Ann - Clair (ανωτέρω)). Δεν διαφεύγει του Δικαστηρίου η θέση του συνηγόρου της Εναγόμενης 3 ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αντιμετωπίσει διαφορετικά την υπό εξέταση περίπτωση λόγω του ότι δεν θα ήταν δυνατό τούτη να καταχωρηθεί εμπρόθεσμα, εν όψει της άγνοιας υπό την οποία τελούσε η Εναγόμενη 3 ως προς το ότι η υπόθεση ορίστηκε στις 14/04/2016 και την ίδια μέρα εκδόθηκε εναντίον της η υπό αμφισβήτηση απόφαση. Με κάθε σεβασμό προς την εισήγηση αυτήν, τούτη δεν με βρίσκει σύμφωνο. Το ερώτημα δεν είναι κατά πόσο ήταν δυνατή η καταχώρηση της αίτησης εντός του προβλεπόμενου στη Δ.33 Θ.5 χρόνου, αλλά το κατά πόσο η εναγόμενη 3 είχε τη δυνατότητα, προτού καταχωρήσει το εκπρόθεσμο διάβημα της, να αποταθεί στο Δικαστήριο και να εξασφαλίσει σχετική επέκταση της προβλεπόμενης στον οικείο θεσμό προθεσμίας. Τούτα υποστηρίζει και ο λόγος του Κωνσταντινίδη, Δ. (ως ήταν τότε) στην Αναφορικά με την αίτηση της Skinner Holdings Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ.
- Σε εκείνη την υπόθεση, ο συνήγορος του εκεί Αιτητή εισηγήθηκε ότι δεν ήταν δυνατή η καταχώρηση έφεσης εναντίον απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου που εκδόθηκε στα πλαίσια μονομερούς αίτησης, καθότι είχε παρέλθει ο χρόνος εντός του οποίου θα ήταν επιτρεπτή η καταχώρηση έφεσης προτού ο πελάτης του ενημερωθεί για την εναντίον του εκδοθείσα απόφαση. Ο Κωνσταντινίδης, Δ. αποφάσισε τα εξής σχετικά «Η απώλεια της προθεσμίας δεν σημαίνει, κατά Νόμο, οριστική και άνευ ετέρου απώλεια της δυνατότητας άσκησης έφεσης. Το άρθρο 134 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, ακριβώς προβλέπει τη δυνατότητα παράτασης της προθεσμίας κατόπιν απόδειξης βάσιμου λόγου». Είμαι της γνώμης ότι, κατά αναλογία, ισχύουν τα ίδια και στην υπό εξέταση υπόθεση. Και δη ότι, η Εναγόμενη 3, όταν και εφόσον έλαβε γνώση περί της εναντίον της εκδοθείσας απόφασης, είχε το δικαίωμα, δυνάμει της Δ.57 Θ.2, να αποταθεί στο Δικαστήριο και να επιδιώξει την παράταση του χρόνου για καταχώρηση αίτησης, ως η επίδικη, κάτι το οποίο δεν έπραξε. Το ενδεχόμενο, στη βάση των όσων περιβάλλουν την υπό εξέταση περίπτωση, η Εναγόμενη 3, δικαιωματικά, να δικαιούται σε παραμερισμό της υπό αμφισβήτηση απόφασης, δεν της επιτρέπει, κατά την γνώμη μου, να κινεί διαδικασίες έξω από τις προθεσμίες που προβλέπεται για αυτές. Πρέπει, συναφώς, κατά τη γνώμη μου, πρώτα να ενεργήσει ώστε το όποιο σχετικό διάβημά της να καταχωρηθεί εμπρόθεσμα, και ακολούθως, στα πλαίσια του (του διαβήματος), να αναζητήσει την όποια θεραπεία, περιλαμβανομένου και του ενδεχόμενου δικαιωματικού παραμερισμού μιας απόφασης. Δεν σκοπεύω, στα πλαίσια της παρούσας, να τοποθετηθώ επί της όποιας τύχης μιας τέτοιας αίτησης για παράταση χρόνου, ούτε και επί της ουσία της επίδικης αίτησης. Με δεδομένη την μη εξέταση της επίδικης αίτησης επί της ουσίας της, δεν θα ήταν ορθό από πλευράς μου, να εκφράσω, έστω και παρεμφερώς, τη θέση μου ως προς το κατά πόσο, αν ήθελε η κρίση μου περί του εκπρόθεσμου της κριθεί λανθασμένη, θα είχε οποιανδήποτε πιθανότητα επιτυχίας, ώστε να μην προκαταβάλω οποιονδήποτε αδελφό Δικαστή που ενδεχομένως θα έχει να απαντήσει ένα τέτοιο ερώτημα στην περίπτωση που η Εναγόμενη επιχειρήσει εκ νέου να καταχωρήσει αίτηση ως η υπό εξέταση. Στη βάση των ανωτέρω, και δη ότι η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα, τούτη απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα της αίτησης, δεν έχω κανέναν λόγο γιατί να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, και κατά συνέπεια, τούτα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 3, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)......... Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Σε σχέση με την Εναγόμενη
- [2] Πρόκειται για διεύθυνση στη Λεμεσό. [3] Ημερομηνία έκδοσης της εναντίον της απόφασης. [4] Τον οποίο ερεύνησαν οι δικηγόροι της. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο