← Κύπρος

Δημητριάδη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Υπόθεσης:6624/11, 31/3/2020

Δημητριάδη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Υπόθεσης:6624/11, 31/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A655 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης:6624/11 Μεταξύ: XXXXX Δημητριάδη Ενάγοντα Και Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγόμενου Ημερομηνία: 31 Μαρτίου, 2020 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Κούτρας Για τον Εναγόμενο: κα Κουμή ΑΠΟΦΑΣΗ Η Απαίτηση Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, ο Ενάγοντας επιδιώκει την έκδοση απόφασης υπέρ του και εναντίον του Εναγόμενου για γενικές και ειδικές αποζημιώσεις στη βάση τραυματισμού που υπέστη καθ' ον χρόνο τούτος υπηρετούσε ως φαντάρος στις τάξεις της Εθνικής Φρουράς της Κυπριακής Δημοκρατίας. Εκείνο που προκύπτει από τις σχετικές δικογραφήσεις του Ενάγοντα είναι ότι, στις 22/10/2010, ενώ βρισκόταν σε διατεταγμένη υπηρεσία έξωθεν του θαλάμου στο στρατόπεδο που υπηρετούσε και ασχολείτο με τον καθαρισμό όπλου, αλουμινένιο παράθυρο του θαλάμου, λόγω ελαττωματικότητας, έπεσε επί της κεφαλής του και του προκάλεσε κρανιοεγκεφαλική κάκωση συνοδευόμενη από τραύμα, για την αντιμετώπιση του οποίου ήταν αναγκαία η συρραφή του. Επίσης, πάντα στη βάση των σχετικών δικογραφήσεων του Ενάγοντα, τούτος, συνεπεία του επίδικου τραυματισμού του, υπέστη απώλεια μνήμης, η οποία του προκάλεσε σοβαρά προβλήματα στην εκμάθηση, μειωμένη συγκέντρωση, πονοκέφαλο (ειδικά κατόπιν έκθεσης σε θορύβους), ζαλάδες, φοβίες και αίσθημα ανασφάλειας, απάθεια και τάση κατάθλιψης, μυοκλονίες κατά τον ύπνο, μετατραυματικό σύνδρομο και μείωση των γνωστικών του δυνατοτήτων. Στα πλαίσια της αναζήτησης θεραπείας για τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, επισκέφθηκε και την κλινική του Δρ. XXXXX Βερεσιέ και έτυχε συγκεκριμένων ψυχομετρικών αξιολογήσεων, οι οποίες έδειξαν συμπτώματα βαριάς κατάθλιψης, σοβαρού άγχους, μειωμένων διανοητικών ικανοτήτων στην ταχύτητα επεξεργασίας της σκέψης και οριακή επίδοση στη μνήμη και στον αντιληπτικό συλλογισμό. Έκτοτε, βρίσκεται υπό συνεχή θεραπεία και λαμβάνει φάρμακα για ψυχοθεραπεία. Θα συνεχίσει δε να βρίσκεται υπό αυτήν την ψυχιατρική παρακολούθηση. Ως έχει σήμερα η κατάστασή του, πάντα στη βάση των σχετικών δικογραφήσεων του Ενάγοντα, τούτος μπορεί να εργάζεται σε ελαφριά εργασία και μόνο για ορισμένες ώρες την ημέρα μέχρι και της πλήρους αποκατάστασης της ψυχικής του υγείας. Δεν κρίνω σημαντικό να παραθέσω τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα αναφορικά με την ευθύνη που αποδίδει στον Εναγόμενο για τον τραυματισμό του, μιας, και, ως θα φανεί κατωτέρω, η εκπρόσωπος του Εναγόμενου δήλωσε εκ μέρους του αποδοχή πλήρους ευθύνης για τον επίδικο τραυματισμό του Ενάγοντα. Η Υπεράσπιση Ο Εναγόμενος, με την υπεράσπισή του, αρνείται ότι ο Ενάγοντας, συνεπεία του επίδικου τραυματισμού του, υπέστη τις ζημιές που δικογραφεί, και ισχυρίζεται ότι τούτος (Ενάγοντας) δεν αντιμετωπίζει τα ρηθέντα προβλήματα υγείας. Διαζευκτικά, ο Εναγόμενος προβάλλει τη θέση, ότι, και να αντιμετωπίζει τις δικογραφημένες σωματικές βλάβες, τούτες δεν οφείλονται στον επίδικο τραυματισμό του, αλλά αφορούν σε προϋπάρχουσα κατάσταση και/ή οφείλονται σε προϋπάρχοντες λόγους και/ή, εν πάση περιπτώσει, σε πράξεις και/ή ενέργειες και/ή παραλείψεις του ιδίου του Ενάγοντα. Δικογραφεί, διαζευκτικά, συναφώς, ότι, ο Ενάγοντας υπέστη μεταγενέστερο του επίδικου, τραυματισμό, στα πλαίσια τροχαίου ατυχήματος στο οποίο και ενεπλάκη κατά ή περί τις 31/07/13, για το οποίο ουδεμία ευθύνη έφερε ο Εναγόμενος. Δικογραφεί ακόμα, ότι, αν ήθελε το Δικαστήριο καταλήξει ότι ο Ενάγοντας πάσχει από ψυχολογικές διαταραχές, τούτες ουδεμία σχέση έχουν με το, επίδικο τραυματισμό του. Προς επίρρωση δε της θέσης αυτής, ο Εναγόμενος, στις παραγράφους 15Α και 15Β της Υπεράσπισής του, προβάλλει τη θέση ότι, ο Ενάγοντας, κατά την εξέτασή του από Κλινικό Ψυχολόγο των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας του Υπουργείου Υγείας, δεν υπήρξε τίμιος στα προβλήματα που περιέγραψε και στην αυτοπεριγραφή του κατά τις ψυχολογικές δοκιμασίες, η δε συνεργασία του υπήρξε επιφανειακή, χρησιμοποίησε, κατά τις εξετάσεις αυτές, ιατρικές βεβαιώσεις με προκαταρτικές διαγνωστικές εντυπώσεις και πρόβαλε θεραπευτικούς λόγους ως τελειωτικές διαγνώσεις χωρίς να υπάρχει επαρκής αιτιολόγηση όσον αφορά την ψυχοπαθολογία. Στη δε προσπάθειά του να ενισχύσει τη δεινότητα της κατάστασής του, υπέπεσε σε υπερβολές και αντιφάσεις. Είναι δε η δικογραφημένη, σχετική, θέση του Εναγόμενου ότι, ο Ενάγοντας είναι πολύ ικανό πρόσωπο στο να παρουσιάζει καταστάσεις και να υποκρίνεται βιώματα, τα οποία σκοπό έχουν να τον βοηθήσουν να προωθήσει τα συμφέροντά του. Στη βάση δε της τελικής απόφασης του ιατροσυμβουλίου που εξέτασε τον Ενάγοντα, η οποία ακολούθησε την κρίση του κλινικού ψυχολόγου, ο Εναγόμενος, δικογραφικά, προβάλλει τη θέση ότι, ο Ενάγοντας, από τη νευρολογική κλινική εξέτασή του, δεν παρουσιάζει παθολογικά ευρήματα από τα κρανιακά νεύρα, καθώς και αισθητικές και κινητικές διαταραχές από τα πάνω και κάτω άκρα. Η δε παρεγκεφαλιδική λειτουργία του είναι φυσιολογική και δεν εμφανίζει διαταραχές βάδισης ούτε και σημαντική αναπηρία. Οσον δε αφορά στη σημερινή κατάσταση της υγείας του, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μαγνητικής τομογραφίας εγκεφάλου, δεν φέρει πολυοργανική βλάβη κεντρικού νευρικού συστήματος. Όσον, τώρα, αφορά στην ψυχολογική κατάστασή του, για τον Ενάγοντα δεν διαπιστώνεται μείζον ενεργός ψυχοπαθολογία. Η Απάντηση Ο Ενάγοντας, με την Απάντησή του, επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρει στην Έκθεση Απαίτησης και, αναφορικά με το τροχαίο ατύχημα ημερομηνίας 31/07/2013, προβάλλει τη θέση ότι κανέναν τραυματισμό στον εγκέφαλο δεν υπέστη, ούτε και έχασε καθ' οιονδήποτε τρόπο τις αισθήσεις του και έλαβε εξιτήριο την επόμενη ημέρα της εισαγωγής του. Ισχυρίζεται ακόμα, ότι, ανεξαρτήτως των όποιων αποτελεσμάτων της μαγνητικής τομογραφίας που του έγινε στον εγκέφαλο, δύο ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα στα οποία υπεβλήθη κατά τον Δεκέμβριο του 2018, έδειξαν παθολογικά ευρήματα εστιακής δυσλειτουργίας του εγκεφάλου, αποτελέσματα τα οποία δεν λήφθηκαν υπόψη από το ιατροσυμβούλιο που τον εξέτασε. Παραδεκτά Γεγονότα Στις 5 Ιουλίου, 2018, η κυρία Κουμή, η οποία εκπροσώπησε τον Εναγόμενο στην παρούσα αγωγή, δήλωσε ότι ο τελευταίος αποδέχεται πλήρη ευθύνη για τον επίδικο τραυματισμό του Ενάγοντα, χωρίς, ωστόσο, να αποδέχεται το εύρος των επικαλούμενων τραυμάτων και τις όποιες επιπτώσεις ισχυρίζεται ο Ενάγοντας. Σε άλλη ημερομηνία (26 Φεβρουαρίου, 2019), δηλώθηκε, από τους συνηγόρους των μερών, ως παραδεκτό γεγονός ότι, επί πλήρους ευθύνης του Εναγόμενου για κάθε σωματική βλάβη που επικαλείται ο Ενάγοντας, οι ειδικές αποζημιώσεις στις οποίες δικαιούται ο τελευταίος, ανέρχονται στα €1300,

  1. Στις 20 Μαρτίου, 2019, εκ συμφώνου, κατατέθηκε, ως τεκμήριο 14, δέσμη αποδείξεων τριών συγκεκριμένων γιατρών που επισκέφθηκε ο Ενάγοντας, στη βάση των οποίων (αποδείξεων) ο τελευταίος κατέβαλε προς αυτούς το συνολικό ποσό των €1440,
  2. Δηλώθηκε, ωστόσο, ότι, ο Ενάγοντας συνεχίζει να φέρει το βάρος να αποδείξει ότι, τα ιατρικά, αυτά, έξοδά του σχετίζονται με τον επίδικο τραυματισμό του. Στη βάση των ανωτέρω δηλώσεων, επίδικα ζητήματα τα οποία παραμένουν προς απόφανση από το παρόν Δικαστήριο είναι (α) το εύρος του επίδικου τραυματισμού του Ενάγοντα, (β) το ύψος των γενικών αποζημιώσεων στις οποίες δικαιούται για τον επίδικο τραυματισμό του και (γ) το ύψος των ειδικών αποζημιώσεων στις οποίες δικαιούται, στη βάση, ωστόσο, της όποιας συσχέτισης των σχετικών εξόδων του με τον επίδικο τραυματισμό του. Ακροαματική διαδικασία Ο Ενάγοντας προς απόδειξη της υπόθεσής του, περιλαμβανομένου του ιδίου, κάλεσε τέσσερις μάρτυρες, ενώ ο Εναγόμενος, προς αναχαίτιση της αγωγής, τρεις. Πιο συγκεκριμένα, προς υποστήριξη της αγωγής, πρώτος, ενόρκως, κατέθεσε ο Ενάγοντας (Ενάγοντας), δεύτερος, ο Δρ. XXXXX Βερεσιέ (MΕ2), τρίτος, ο Δρ. XXXXX Κυριακίδης (ΜΕ3) και, τέλος, τέταρτη, η XXXXX Δημητριάδου (ΜΕ4). Από πλευράς Εναγόμενου, πρώτος, ενόρκως, κατέθεσε ο XXXXX Πανταζή (ΜΥ1), δεύτερη, η Δρ. XXXXX Γεωργίου (ΜΥ2) και, τέλος, τρίτη, η Δρ. XXXXX Μότκοβα (ΜΥ3). Συνοπτική παράθεση της μαρτυρίας Ο Ενάγοντας Ο Ενάγοντας, ως βασική εκδοχή του, ισχυρίστηκε τα όσα δικογραφικά αναφέρει και τα οποία σημειώνονται ανωτέρω. Ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι, προ του επίδικου τραυματισμού του ήταν άριστος μαθητής και είχε λάβει και βραβείο στα μαθηματικά, αντίγραφο του οποίου κατατέθηκε ως μέρος του τεκμηρίου 6(β). Είχε επίσης επιτύχει στις προαγωγικές εξετάσεις στη Νοσηλευτική Αθηνών. Μετά τον τραυματισμό του, άρχιζε να παρουσιάζει απάθεια και κατάθλιψη και απουσία θέλησης για γνώση, με αποτέλεσμα να μην εγγραφεί στη Νοσηλευτική Αθηνών. Παρά ταύτα, ενεγράφη σε ιδιωτικό πανεπιστήμιο του Ηνωμένου Βασιλείου, όπου, κατά τη φοίτησή του, παρουσίασε προβλήματα στην εκμάθηση, αδυναμία η οποία έγινε αντιληπτή από τους εκεί καθηγητές του, οι οποίοι και τον παρότρυναν να υποβάλει αίτημα για να τυγχάνει συνεχούς βοήθειας από ειδικό βοηθό καθηγητή. Περί τον Απρίλιο του 2012, ο Ενάγοντας έτυχε εξέτασης από τον ΜΕ3, νευρολόγο, ο οποίος και εξέδωσε σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό, το οποίο και κατατέθηκε ως τεκμήριο 3 ενώπιον του Δικαστηρίου. Το συγκεκριμένο ιατρικό πιστοποιητικό αποτέλεσε τη βάση αιτήματός του στο Βρετανικό Πανεπιστήμιο στο οποίο φοιτούσε για παροχή βοήθειας κατά τη διάρκεια της φοίτησής του, αίτημα το οποίο και έγινε δεχτό. Σχετική αλληλογραφία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6(γ). Με τη βοήθεια ειδικού καθηγητή κατάφερε, τον Ιούλιο του 2015, να περατώσει τις σπουδές του και να αποκτήσει πτυχίο (Bachelor of Arts) στο Marketing With Advertising Management. Παρά την απόκτηση του πτυχίου αυτού, συνεπεία των απαιτήσεων του επαγγέλματος του διαφημιστή, δεν κατάφερε να ασχοληθεί με το στοιχείο του, και για απασχόλησή του, ενεργεί ως πράκτορας εξεύρεσης εργασίας, εργασία που κατά τον ίδιο, δεν έχει πολλές απαιτήσεις. Συνεπεία, ωστόσο, των προβλημάτων που αντιμετωπίζει ένεκα του επίδικου τραυματισμού του, δεν μπορεί να αποκερδαίνει τον μισθό ενός μέσου πράκτορα εξευρέσεως εργασίας και περιορίζεται σε έσοδα περί τα €500 λιγότερα τον μήνα. Στις 16 Νοεμβρίου 2016, για πρώτη φορά, εξετάστηκε από ψυχολόγο της κλινικής που διατηρεί ο ΜΕ2, η οποία και τον υπέβαλε σε συγκεκριμένα ψυχομετρικά εργαλεία κατάθλιψης. Επίσης, έκτοτε, βρίσκεται υπό συνεχή παρακολούθηση στη συγκεκριμένη κλινική εκ μέρους της οποίας έχουν εκδοθεί κατά καιρούς διάφορα ιατρικά πιστοποιητικά και βεβαιώσεις, τόσο από κλινικούς ψυχολόγους, όσο και από τον ίδιο τον ΜΕ
  3. Τούτα έχουν κατατεθεί, μέσω του Ενάγοντα, ως τεκμήρια υπ' αρίθμηση 4(α) μέχρι 4(η). Όσον αφορά στις διαγνώσεις των εν λόγω ιατρικών πιστοποιητικών και βεβαιώσεων τούτες συμβαδίζουν με τις πιο πάνω δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα. Ως Τεκμήρια 5(α) και 5(β), μέσω πάντα του Ενάγοντα, κατατέθηκαν, αφενός, ιατρική γνωμάτευση του Δρ. Νικολάου XXXXX ψυχιάτρου‑ψυχαναλυτή στα εξωτερικά ψυχιατρικά ιατρεία του 106 ΣΝΕ, διά της οποίας αναγνωρίζεται ότι ο Ενάγοντας πάσχει από αγχωτική κατάθλιψη με μειωμένες διανοητικές ικανότητες στη βάση αξιολόγησης συγκεκριμένου εργομετρικού εργαλείου (αναφέρεται ρητά επί της βεβαίωσης), ημερομηνίας 14/12/16, και αφετέρου, προσωρινό απολυτήριο ως προσωρινά ακατάλληλου για εκπλήρωση εφεδρικής υπηρεσίας Ι5, στη βάση κρίσης ότι ο Ενάγοντας πάσχει από κατάθλιψη με κακή λειτουργικότητα. Ως Τεκμήριο 8(α) κατατέθηκε ιατρική βεβαίωση της Δρ. XXXXX Χριστοδούλου, ψυχιάτρου, ημερομηνίας 25/01/2017, στη βάση της οποίας ο Ενάγοντας αναγνωρίζεται ως πρόσωπο το οποίο παρακολουθείται από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας από τις 11/01/17 με συμπτωματολογία κατάθλιψης και διαταραχών μνήμης, για τα οποία λαμβάνει, συστηματικά, φαρμακευτική αγωγή. Στη βάση δε της διάγνωσης αυτής, η συγκεκριμένη ιατρός, μέσω της ιατρικής της βεβαίωσης, έκρινε ότι ο Ενάγοντας δεν ήταν σε θέση να εμφανιστεί στην Εθνική Φρουρά για υπηρεσία. Ως τεκμήριο 8(β) κατατέθηκε βεβαίωση της ειδικής ψυχολόγου XXXXX Μαυροκωσταντή, από τα εξωτερικά ιατρεία Λευκωσίας Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας, ημερομηνίας 09/02/17, διά της οποίας αναγνωρίζεται ότι ο Ενάγοντας παρακολουθείται από τον Γενάρη του 2017 από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας του κράτους και παρουσιάζει άγχος και στοιχεία κατάθλιψης για τα οποία και λαμβάνει σε τακτά χρονικά διαστήματα στήριξη. Μέσω του Ενάγοντα κατατέθηκαν και αντίγραφα των δύο αναφορών (reports) για τα δύο ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα στα οποία υπεβλήθη στις 17 Δεκεμβρίου 2018 και 27 Δεκεμβρίου 2018 (τεκμήρια 9(α) και (β)), αντίγραφο του ιατρικού του φακέλου σε σχέση με το τροχαίο ατύχημα στο οποίο ενεπλάκη στις 31/07/2013 (τεκμήριο 10), απόφαση του ιατροσυμβουλίου ημερομηνίας 16 Ιανουαρίου 2019 (τεκμήριο 11) και ιατρικό πιστοποιητικό το οποίο εκδόθηκε από τον Δρ. Ιωάννη Παπαγιάννη στις 09/10/2013 (τεκμήριο 12). Όλα τα τεκμήρια που κατατέθηκαν μέσω του Ενάγοντα, κατέθηκαν για τον περιορισμένο σκοπό ότι τούτα ήταν στη κατοχή του, με αναγνωρισμένη από αυτόν υποχρέωση να προσκομίσει περαιτέρω μαρτυρία αν επιθυμεί να αποδείξει την αλήθεια του περιεχομένου τους. Ως ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε, συνεπεία του επίδικου τραυματισμού του, πέραν της εξωτερικής κάκωσης η οποία και αντιμετωπίστηκε διά συρραφή του τραύματος (βλέπε, τεκμήριο 2), υπέστη και υπόκειται όλες τις δικογραφημένες σωματικές βλάβες, οι οποίες επέφεραν ριζική αλλαγή στον τρόπο ζωής του και αδυναμία στον ίδιο να εκπληρώσει όλες τις επιθυμίες του, κάτι που θα μπορούσε εύκολα να πράξει αν δεν υπόκειτο τον επίδικο τραυματισμό του. ΜΕ2 Ο ΜΕ2, του οποίου η εμπειρογνωμοσύνη ως νευρολόγος και ψυχίατρος δεν αμφισβητήθηκε, αναγνώρισε τα τεκμήρια 4(α) ‑ 4(η), ως βεβαιώσεις, πιστοποιητικά, και εκθέσεις που εκδόθηκαν από την κλινική του, και προέβη σε ανάλυση του περιεχομένου τους και ειδικότερα των αποτελεσμάτων των διαφόρων εργομετρικών εργαλείων στα οποία και υπεβλήθη ο Ενάγοντας. Ως προς το κατά πόσο η εικόνα που παρουσιάζει ο Ενάγοντας σήμερα οφείλεται στον επίδικο τραυματισμό του, ο μάρτυρας παρέπεμψε στα όσα ο Ενάγοντας και η μητέρα του, του ανέφεραν σε σχέση με την προ του ατυχήματος συμπεριφορά του. Υπέδειξε, συναφώς, ότι, ο Ενάγοντας έλαβε βραβείο στα μαθηματικά σε υψηλή επίδοση και ότι ήταν άριστος μαθητής, οποίος και κατάφερε να περάσει στις προαγωγικές εξετάσεις στη Νοσηλευτική Αθηνών. Ισχυρίστηκε, ακόμα, ότι, η δυσλειτουργία στον εγκέφαλο του Ενάγοντα επιβεβαιώθηκε και από τα ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα στα οποία και υπεβλήθη τον Δεκέμβριο του
  4. Ο ΜΕ2 επιβεβαίωσε τον ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι για πρώτη φορά επισκέφτηκε την κλινική του τον Νοέμβριο του
  5. Συνεπεία των αποτελεσμάτων των διαφόρων εργομετρικών εργαλείων, αλλά και τις κατά καιρούς εξετάσεις στις οποίες ο Ενάγοντας υποβάλλεται, κρίθηκε αναγκαίο να χορηγηθεί σε αυτόν αντιεπιληπτική αγωγή, μιας και κρίθηκε ότι το ενδεχόμενο να παρουσιάσει, στο μέλλον, επιληπτική κρίση είναι ορατό. Η διάγνωση του ΜΕ2 για τον Ενάγοντα είναι ότι πάσχει από αγχώδη κατάθλιψη, και θα συνεχίσει να βρίσκεται υπό ψυχιατρική παρακολούθηση και υπό φαρμακευτική θεραπεία και ψυχοθεραπεία με δυνατότητα να εργάζεται σε ελαφριά εργασία ορισμένες ώρες την ημέρα μέχρι πλήρους αποκατάστασης της ψυχικής του υγείας. Η δε ακριβής αναφορά του ως προς την ενδεχόμενη συσχέτιση της όλης εικόνας που παρουσιάζει σήμερα ο Ενάγοντας με τον επίδικο τραυματισμό του είναι ότι «Τα πιο πάνω αποτελέσματα είναι αρκετά πιθανόν να προήλθαν από το ατύχημα» (βλ. Τεκμήριο 4(η)). ΜΕ3 Ο ΜΕ3 ανέφερε ότι, στην ουσία, εξέτασε τον Ενάγοντα μόνο δύο φορές και δη, αρχικά στις 06/04/2012, όταν και, ακολούθως, εξέδωσε το ιατρικό πιστοποιητικό του ημερομηνίας 08/04/2012 (τεκμήριο 3), και τέλος στις 27/10/2016, για την οποία εξέταση δεν ανέφερε τίποτα άλλο. Ουδέποτε ο ίδιος χορήγησε οποιαδήποτε φαρμακευτική αγωγή, και το μοναδικό ιατρικό πιστοποιητικό που εξέδωσε είναι το τεκμήριο
  6. Η επ' αυτού καταγραφή της συμπτωματολογίας που παρουσίαζε ο Ενάγοντας, έγινε στη βάση των σχετικών αναφορών του Ενάγοντα και της ΜΕ4, μητέρας του. Πρόκειται, ως ανάφερε, για εντελώς υποκειμενικά συμπτώματα, τα οποία, ωστόσο, συμπίπτουν με τη συμπτωματολογία, η οποία ανευρίσκεται στη βιβλιογραφία που αφορά σε κρανιοεγκεφαλική κάκωση, ως η κάκωση που υπέστη ο Ενάγοντας από τον επίδικο τραυματισμό του. Όσον αφορά στον νευρολογικό έλεγχο στον οποίο ο ίδιος διενήργησε στον Ενάγοντα σε σχέση με τις κινήσεις του σώματός του, τούτος ήταν εντελώς φυσιολογικός. Αναφορικά με γνωστικό έλεγχο στον οποίο τον υπέβαλε, μέσω συγκεκριμένου εργομετρικού εργαλείου ΜΜΣΕ, τούτος είχε αποτέλεσμα 26/30, το οποίο είναι κάτω από το κανονικό, σημειώνοντας, επίσης, ότι, ο Ενάγοντας, θα μπορούσε, εσκεμμένα, να δώσει λανθασμένες απαντήσεις για να επέλθει αυτό το αποτέλεσμα. Στη βάση των όσων καταγράφει στο τεκμήριο 3, αναφορικά με τη πτώση των γνωστικών δυνατοτήτων του Ενάγοντα[1], για να ήταν δυνατή η σχετική, από πλευράς του, αντικειμενική, εκτίμηση, θα έπρεπε ο Ενάγοντας να τύχει περαιτέρω κλινικής διερεύνησης και αξιολόγησης, καθώς επίσης και να υποβληθεί σε εργαστηριακούς ελέγχους για μαγνητική τομογραφία και εγκεφαλογράφημα. Όσον αφορά στην δεύτερη και τελευταία εξέταση του Ενάγοντα στις 27/10/16, ο ΜΕ3 δεν ανέφερε οτιδήποτε σχετικό, είτε για την κατάστασή του Ενάγοντα, είτε για τη όποια συμπτωματολογία τυχόν παρουσίαζε. Ζητήθηκε από τον ΜΕ3 να τοποθετηθεί και επί των αποτελεσμάτων της μαγνητικής τομογραφίας στην οποία υπεβλήθη ο Ενάγοντας στις 30/11/2018 (τεκμήριο 15), καθώς επίσης και επί των αποτελεσμάτων των δύο ηλεκτροεγκεφαλογραφημάτων του Δεκεμβρίου του
  7. Η απάντησή του ήταν ότι, και ο ίδιος, από τον Απρίλιο του 2012, ζήτησε από τον Ενάγοντα να υποβληθεί σε ηλεκτροεγκεφαλογράφημα και σε μαγνητική τομογραφία, πράγμα το οποίο τελευταίος δεν έπραξε. Ο λόγος που εισηγήθηκε να γίνει και ηλεκτροεγκεφαλογράφημα και μαγνητική τομογραφία είναι γιατί, ένα ποσοστό ασθενών παρουσιάζει έμμονα μετατραυματικά συμπτώματα, τα οποία, ενδεχομένως, να διαφανούν επί των βραδέων κυμάτων ως μορφή δυσλειτουργίας του εγκεφάλου επί απεικόνισης ηλεκτροεγκεφαλογραφήματος, ενώ να μην είναι ορατά επί απεικόνισης σε μαγνητική τομογραφία. Ερωτηθείς ειδικά ως προς τα Τεκμήρια 9(α) και 9(β), αλλά και το Τεκμήριο 16[2], ανέφερε ότι δεν πρόκειται για αυτά καθ' αυτά τα ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα, αλλά μόνο για τις εκθέσεις των νευρολόγων οι οποίες ετοιμάστηκαν στη βάση των απεικονίσεων των ηλεκτροεγκεφαλογραφημάτων. Ανέφερε ακόμα ότι, στη βάση των εκθέσεων αυτών, φαίνεται ο Ενάγοντας να παρουσιάζει μία δυσλειτουργία υπό τη μορφή της παρουσίας βραδέων κυμάτων που συνήθως δεν βλέπουμε σε φυσιολογικά ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα. Όταν δε ζητήθηκε από αυτόν να περιγράψει πώς η δυσλειτουργία αυτή επηρεάζει έναν ασθενή, απάντησε ότι πρόκειται για μία απλή και εύστοχη ερώτηση πλην όμως με πολύ πολύπλοκη απάντηση, προσθέτοντας ότι οι ενδείξεις επί των δύο επίδικων ηλεκτροεγκεφαλογραφημάτων «Απλώς συνηγορούν ότι ο εγκέφαλος σε έναν βαθμό παρουσιάζει κάποια δυσλειτουργία». Σε επόμενη ερώτηση που του τέθηκε, με σκοπό να τοποθετηθεί αναφορικά με τις συνέπειες στην καθημερινότητα ενός προσώπου που παρουσιάζει δυσλειτουργία ως αυτή που αναφέρεται επί των εκθέσεων των ηλεκτροεγκεφαλογραφημάτων τεκμήρια 9(α) και 9(β), απέφυγε να τοποθετηθεί, σημειώνοντας ότι, αυτό για το οποίο μπορεί να τοποθετηθεί, είναι τα συμπτώματα του μετατραυματικού συνδρόμου, τα οποία και όρισε ως έλλειψη συγκέντρωσης, συχνοί πονοκέφαλοι, ζαλάδες, αγχωτικής διαταραχή, κατάθλιψη, και, σε κάθε περίπτωση, ενδεχομένως και να παρουσιαστεί αποδιοργάνωση της ζωής του ασθενούς ανάλογα με τη βαρύτητα των συμπτωμάτων του. Ως προς δε τη σχετικότητα των εκθέσεων των νευρολόγων που διενήργησαν τα ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα (Τεκμήρια 9(α) και 9(β)) με τη δική του διάγνωση του Απριλίου του 2012, ισχυρίστηκε ότι οι εκθέσεις αυτές συνηγορούν υπέρ του μετατραυματικού συνδρόμου που ο ίδιος διέγνωσε τον Απρίλη του
  8. Πρόσθεσε ακόμα ότι, η συμπτωματολογία που παρουσιάζει ένας ασθενής με μετατραυματικό σύνδρομο μειώνει τη λειτουργικότητά του, ειδικά σε επαγγέλματα στα οποία χρειάζεται σθεναρή συγκέντρωση επί μόνιμου βάσεως. Ισχυρίστηκε ακόμα, συναφώς, ότι, όταν ένας ασθενής έχει έμμονα μετατραυματικά συμπτώματα τα οποία διαρκούν πέραν των 3 ετών, τότε τούτος θεωρείται ότι ουδέποτε θα αναρρώσει πλήρως. Στο τέλος της κυρίως εξέτασής του, και σε ερώτηση κατά πόσο ο Ενάγοντας, έναντί του, κατά την εξέτασή του, υπήρξε τίμιος στις αναφορές, ο ΜΕ3 ανέφερε «Η περιγραφή που μου έδωσε ο Ενάγοντας ήταν τυπική του συνδρόμου του μετατραυματικού. Ο μόνος τρόπος να μου έλεγε τέτοια πράγματα αν διάβαζε τα βιβλία πριν έρτει να με δει. Είμαι σαφής». Κατά την αντεξέτασή του, του υπεδείχθη η απόφαση του ιατροσυμβουλίου (τεκμήριο 11), και ο ΜΕ3, σε σχέση με το περιεχόμενο της, ισχυρίστηκε ότι συμφωνεί, εν μέρει, με αυτό, σημειώνοντας, ως προς τη όποια διαφωνία του, ότι, ως μη ψυχίατρος, δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί πλήρως την εκεί αναφορά «Δεν διαπιστώνεται μείζον ενεργός ψυχοπαθολογία». Κατά την επανεξέτασή του, ερωτηθείς να τοποθετηθεί ως προς το κατά πόσο το ιατροσυμβούλιο, ενδεχομένως, να κατέληγε σε διαφορετικά αποτελέσματα αν λάμβανε υπόψη και τις εκθέσεις των ηλεκτροεγκεφαλογραφημάτων του Δεκεμβρίου του 2018, απάντησε «Ενδεχομένως να λάμβανε πιο σοβαρά υπόψη τα συμπτώματα του ασθενούς». ΜΕ4 Η ΜΕ4, είναι η μητέρα του Ενάγοντα, η οποία προώθησε ισχυρισμούς ως οι δικογραφημένες θέσεις του τελευταίου. Ειδικότερα παρουσίασε τον Ενάγοντα ως ένα άριστο μαθητή, ο οποίος, συνεπεία του επίδικου τραυματισμού του, παρουσίασε την όλη συμπτωματολογία που αναφέρεται στα ιατρικά πιστοποιητικά και εκθέσεις, τεκμήρια 3 και 4(α)‑4(η). Προώθησε δε ισχυρισμούς σε σχέση με την καθημερινότητα, σήμερα, του Ενάγοντα και την, κατ' αυτή, αδυναμία του να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της εργασίας του και γενικότερα της ζωής του και της ανάγκης να τυγχάνει συνεχούς φροντίδας και βοήθειας από τρίτους, αποδίδοντας τούτα στον επίδικο τραυματισμό του. ΜΥ1 Ο ΜΥ1 παρουσιάστηκε ως ο κλινικός ψυχολόγος, ο οποίος, κατόπιν απαίτησης του ιατροσυμβουλίου, έθεσε τον Ενάγοντα υπό συγκεκριμένη αξιολόγηση διά ψυχομετρικών αξιολογήσεων, όμοιες με αυτές που υπεβλήθη από την κλινική του ΜΕ
  9. Μέσω της μαρτυρίας του, στη βάση και του περιεχομένου του Τεκμηρίου 17, το οποίο αποτελεί την Αναφορά του σε σχέση με την αξιολόγηση του Ενάγοντα, ισχυρίστηκε ότι ο τελευταίος δεν υπήρξε τίμιος έναντι της εξέτασης, καθότι τα όσα ισχυρίστηκε ως συμπτωματολογία του δεν συνάδουν με την εικόνα του. Συγκεκριμένα, τα όσα ο Ενάγοντας ανέφερε κατά την αξιολόγηση στην οποία τον υπέβαλε δεν συμφωνούσαν με τα δικά του αντικειμενικά κριτήρια. Ισχυρίστηκε ακόμα, ότι, ο Ενάγοντας σκόπιμα έδιδε απαντήσεις με σκοπό να παρουσιάσει τον εαυτό του με πιο εκτεταμένες νευρολογικές βλάβες απ' ό,τι ενδεχομένως, να παρουσιάζει. Η δε επόμενη αναφορά του ήταν, «Αυτό που λέει ο εξεταζόμενος, μου λέει ότι έχω όλα αυτά, τα οποία όμως δεν τα βρίσκω. Αυτό λέω». Όταν του ζητήθηκε να τοποθετηθεί επί των εκθέσεων των ηλεκτροεγκεφαλογραφημάτων, ισχυρίστηκε ότι δεν αποκλείει το ενδεχόμενο ο Ενάγοντας να παρουσιάζει κάποιες βλάβες, αλλά, αυτό δεν διαφοροποιεί τη γνώμη του ότι, αυτά που ο Ενάγοντας ανέφερε κατά την αξιολόγησή του στον ίδιο, αποτελούσαν αδιαμφισβήτητη διόγκωση της πραγματικής συμπτωματολογίας του. Για να υποστηρίξει τον ισχυρισμό του περί διόγκωσης, ανέφερε ότι, «Ο άνθρωπος σε υποθετικό σενάριο που έχει όλα αυτά που λέει, δεν είναι ένας άνθρωπος που περπατά ανάμεσά μας και μιλά και συνεννοείται. Αυτό λέω». Πιο συγκεκριμένα, πάντα στην προσπάθειά του να υποστηρίξει τη θέση του ότι ο Ενάγοντας δεν ήταν τίμιος έναντι της αξιολόγησης, ανέφερε τα εξής: «Να προσθέσω δηλαδή, το MMPI το τεστ, αν το συμπληρώσει κάποιος με τόσο μειωμένες νοητικές ικανότητες ως ισχυρίστηκε ο Ενάγοντας και όπως έχουμε δει σε πολλά τέτοιου είδους μειωμένους αντιληπτικούς συλλογισμούς, δεν μπορεί να το φέρει σε πέρας με έναν τρόπο που να έχει συνοχή. Οι κλίμακες που κοιτάζουμε, λέει μία ερώτηση, το πρωί ξυπνώ ξεκούραστος και ευδιάθετος και μία άλλη ερώτηση πιο κάτω το πρωί δεν μπορώ να πάρω τα πόδια μου. Προφανώς αν κάποιος και υπάρχουν πολλές τέτοιες περιπτώσεις, αν απαντά αντιφατικά έρχεται σε αντίθεση με αυτά, ή θα απαντήσει δεν μπορώ να πάρω τα πόδια μου ή ξυπνώ και είμαι ξεκούραστος. Σε αυτές τις ερωτήσεις όλων των ειδών αυτό το τεστ είναι πολύ OK, δηλαδή απαντά OK. (...) Για να καταφέρει κάποιος που έχει μειωμένες γνωστικές, σε ένα τεστ των 567 ερωτήσεων και να έχει συνοχή, είναι περίπου άτοπο. Πριν στο τεστ που λέγαμε για τις νοητικές λεπτομέρειες που τον έβγαλα εγώ 63 με τον τρόπο που απάντησε και 75 ο κύριος Βερεσιέ, δεν μπορεί κάποιος να συμπληρώσει το MMPI. Για να το συμπληρώσει κάποιος θέλει πάνω από 90 τοις εκατό να είναι εντάξει. Γίνεται και λιγότερο, αλλά με απλά πράγματα και εκεί πέρα δεν υπάρχει κανένα λάθος πουθενά. Καταφέρνει ο εξεταζόμενος να απαντά σωστά σε όλα αυτά τα πράγματα, αλλά απαντά με έναν τρόπο που υπάρχει παθολογικό εύρημα, το έχω, το έχω, στην υπερβολή. Αυτό προσπαθώ να εξηγήσω». Απαντώντας σε ερώτηση που τον ήθελε να ενεργεί ως μηχανή, ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι, «Νομίζω ότι να κάνεις το καθήκον σου σαν επιστήμονας όταν διαχωρίζεις από την ανθρωπιά όπως το λέτε και λες Ε, εντάξει δεν βαριέσαι αυτά είναι τα αποτελέσματα, αλλά κρίμα είναι και τα λοιπά, νομίζω ότι αδικείς όλους τους υπόλοιπους που όντως δεν προβαίνουν σε τέτοιους τρόπους να διογκώνουν κάποια πράγματα. Ήμουν πολύ συγκεκριμένος, πολύ συνεκτικός και όχι σαν μηχανή όπως λέτε γιατί τον συμπαθώ τον XXXXX και πραγματικά πρέπει να δικαιωθεί πραγματικά από αυτό που έχει πάθει. Όμως αυτά που ισχυρίζεται ότι έχει δεν είναι αυτά τα οποία συνάδουν στα ευρήματα», επαναλαμβάνοντας, εκ νέου, τη θέση ότι, αν η ασθένεια του Ενάγοντα ήταν τόσο εκτεταμένη ως ισχυρίζεται, δεν θα μπορούσε να συμπληρώσει την εργομετρική αξιολόγηση MMPI με αυτόν τον τρόπο. O ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι αυτός είναι ο λόγος που δεν υπέβαλε τα αποτελέσματα της αξιολόγησης για περαιτέρω ανάλυση μέσω του σχετικού λογισμικού, καθότι η εικόνα που θα παρουσίαζαν αυτά τα αποτελέσματα θα ήταν πλασματική λόγω της διόγκωσης των αναφορών του Ενάγοντα στις σχετικές ερωτήσεις της αξιολόγησης. Αναφερόμενος ο ΜΥ1 στις ανάλογες αξιολογήσεις που έγιναν από την κλινική ψυχολόγο της κλινικής του ΜΕ2, χαρακτήρισε τούτες ως γενικές, αόριστες και μη βοηθητικές. Ισχυρίστηκε, συναφώς, ότι, το ζητούμενο δεν είναι το αποτέλεσμα της ανάλυσης των απαντήσεων που δίδει ο εξεταζόμενος, αν, είναι πασιφανές, ότι δεν απαντά τίμια. Ισχυρίστηκε, ακόμα ότι, κάθε τέτοια ανάλυση οδηγεί σε μια κατηγορία στη βάση κλίμακας που αφορά τον κάθε τομέα αξιολόγησης. Υπέδειξε πως οι σχετικές εκθέσεις που ετοιμάστηκαν από την κλινική του ΜΕ2 δεν αναφέρουν, πλην μιας και μόνο περίπτωσης (δείκτης γνωστικών λειτουργιών) το αριθμητικό αποτέλεσμα επί της κλίμακας της συγκεκριμένης αξιολόγησης και ότι απλά γίνονται αναφορές περί οριακών αποτελεσμάτων και/ή περί κατώτερου επίπεδου αποτέλεσμα, χωρίς να δίδονται εκείνες οι λεπτομέρειες και εκείνα τα αριθμητικά αποτελέσματα που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για έλεγχο ως προς την ορθότητά του χαρακτηρισμού «οριακός» ή «κατώτερου επίπεδου» κ.ο.κ.. Σε αντιδιαστολή, υπέδειξε, ο ίδιος έχει καταγράψει στη δική του ανάλυση κάθε τέτοιο αριθμητικό αποτέλεσμα σε συνδυασμό με τα ανάλογα αριθμητικά αποτελέσματα του μέσου όρου για κάθε φυσιολογικό άνθρωπο. Επίσης ισχυρίστηκε ότι, επί του τεκμηρίου 4(α) γίνεται αναφορά σε διαφορετικές αξιολογήσεις με ενιαίο τρόπο, ενώ πρόκειται για αξιολογήσεις που έπρεπε να έχουν εντελώς διαφορετική βαθμολογία και να μην συμπτύσσονται σε μία. Για να υποστηρίξει δε το μη βοηθητικό των διαφόρων εκθέσεων της αξιολόγησης του Ενάγοντα από την κλινική του ΜΕ2, υπέδειξε ότι κάποιες εκ των εκεί αναφερόμενων αξιολογήσεων περιγράφονται ως οριακές, ενώ, η σχετική βαθμολογία (που κατά τον ΜΕ2 προέκυψε από την ανάλυση των αποτελεσμάτων των απαντήσεων που έδωσε ο Ενάγοντας) είναι πολύ χαμηλότερη από τον μέσο όρο του πληθυσμού, ο οποίος είναι
  10. Χαρακτήρισε, στη βάση των ανωτέρω, τις σχετικές εκθέσεις της κλινικής του ΜΕ2 ως «ήξεις αφήξεις» και ότι παρουσιάζουν «λίγο συγκεχυμένα τα πράγματα». Προς περαιτέρω υποστήριξη της θέσης του ότι η δική του μαρτυρία είναι ορθότερη και ανεξάρτητη σε σχέση με τις γνωστικές ικανότητες του Ενάγοντα ισχυρίστηκε ότι, δεν πρέπει να διαφεύγει του Δικαστηρίου η διάκριση μεταξύ του θεραπευτικού ρόλου που έχει η κλινική του ΜΕ2, έναντι του διαγνωστικού ρόλου τον οποίο έχει ο ίδιος, έναντι, πάντα, του Ενάγοντα. Στην πρώτη περίπτωση, βασικός σκοπός του θεράποντα ιατρού είναι μέσα από τις εξετάσεις που υποβάλλει τον ασθενή να βρει τρόπο να τον κουράρει με σκοπό την καλυτέρευση της υγείας του, ενώ ο ίδιος, λόγω του διαγνωστικού του ρόλου, σκοπό έχει να παρουσιάσει με αντικειμενικό τρόπο την κατάσταση του ασθενούς κατά τη ημέρα της εξέτασης και τούτο ώστε να μπορεί ένα τρίτο όργανο, στην προκείμενη περίπτωση το Δικαστήριο, να αποφανθεί επί των επίδικων ζητημάτων που το απασχολούν. Προς επίρρωση της θέσης του αυτής, κατέθεσε αντίγραφα από συγγράμματα και άρθρα που άπτονται του ζητήματος της διάκρισης των δύο ρόλων, ως τεκμήρια 19(α), 19(β), 19(γ) και 19(δ). ΜΥ2 Η ΜΥ2 παρουσιάστηκε ως ψυχίατρος στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας, η οποία αποτέλεσε και μέλος του ιατροσυμβουλίου που εξέτασε τον Ενάγοντα. Αναγνώρισε στο τεκμήριο 11 την έκθεση που ετοιμάστηκε από το ιατροσυμβούλιο αναφέροντας ότι, κατά την εξέταση του συμβουλίου λήφθηκαν υπόψη όλα, πλην ενός, των ιατρικών πιστοποιητικών/εκθέσεων/βεβαιώσεων που εξέδωσε η κλινική του ΜΕ
  11. Ερωτηθείσα να τοποθετηθεί ειδικά ως προς το κατά πόσο συμφωνεί ή όχι με τα όσα καταγράφονται επί των Τεκμηρίων 4(γ) και 4(δ), ισχυρίστηκε ότι πρόκειται για πιστοποιητικά που εκδόθηκαν το 2016 και 2017 και δεν μπορεί η ίδια να εκφράσει άποψη σε σχέση με την παρούσα κατάσταση του Ενάγοντα. Όσον δε αφορά τα δύο ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα, ισχυρίστηκε ότι και αυτά λήφθηκαν υπόψη, πλην όμως, ως μη νευρολόγος, δεν ήταν το πρόσωπο που εξέτασε τούτα, υποδεικνύοντας, ως τέτοιο, τη νευρολόγος που συμμετείχε, ως μέλος στο ιατροσυμβουλίου. Ισχυρίστηκε, ακόμα, ότι, για την τελική κρίση του ιατροσυμβουλίου, λήφθηκε σοβαρά υπόψη και η έκθεση του ΜΥ1 (Τεκμήριο 17). Ερωτηθείσα να χαρακτηρίσει την ευφυΐα του Ενάγοντα στη βάση της εξέτασης του ιατροσυμβουλίου, χαρακτήρισε τούτη ως ευφυΐα που κινείται στα πλαίσια της κανονικής, υποδεικνύοντας ότι δεν προέβηκε το ιατροσυμβούλιο σε κάποιο ειδικό τεστ και ότι η αναφορά της γίνεται στη βάση της επικοινωνίας που είχαν με τον Ενάγοντα. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, δεν είναι θέμα αριθμού η ευφυΐα του Ενάγοντα, αφού μπορούσε εύκολα να επικοινωνήσει μαζί του και καταλάβαινε πλήρως αυτά που του έλεγαν και απαντούσε στις ερωτήσεις του ιατροσυμβουλίου. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι, αν ο Ενάγοντας έπασχε απ' όσα ο ίδιος ισχυρίζεται ότι πάσχει, δεν θα μπορούσε να αποκτήσει το πτυχίο από το Βρετανικό Πανεπιστήμιο, έστω και αν είχε βοήθεια σε κάποιες δυσκολίες που αντιμετώπιζε. Αναφορικά, τώρα, με τη δυσλειτουργία που παρουσιάζουν τα επίδικα ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα στα οποία υπεβλήθη ο Ενάγοντας, η μάρτυρας, αν και μη νευρολόγος, ισχυρίστηκε ότι, αν υποβληθεί ο γενικός πληθυσμός σε ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα, ένα ποσοστό θα παρουσιάσει τέτοια απεικόνιση δυσλειτουργίας και ότι πρέπει να γίνουν ειδικές εξετάσεις για να διαφανεί αν πρόκειται για υγιές ή όχι πρόσωπο. Τέλος, υπέδειξε ότι δεν είναι αρμόδιο πρόσωπο για να εκφράσει γνώμη σε σχέση με ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα μιας και τούτα εμπίπτουν στη γνώση ενός νευρολόγου. ΜΥ3 Η ΜΥ3, είναι η νευρολόγος η οποία αποτελούσε μέλος του τετραμελούς ιατροσυμβουλίου που εξέτασε τον Ενάγοντα. Επέμεινε στην ορθότητα της νευρολογικής κρίσης σε σχέση με τον Ενάγοντα ως τούτη αποτυπώνεται επί του τεκμηρίου
  12. Υπέδειξε ότι το ιατροσυμβούλιο εξέτασε τον Ενάγοντα 2 φορές, κατά τις οποίες η ίδια ήταν παρούσα. Όσον αφορά στα επίδικα ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα, ισχυρίστηκε, ότι, τούτα δεν υπέχουν διαγνωστικής σημασίας καθότι το βασικότερο για τη διάγνωση είναι η κλινική εικόνα του ασθενούς και γενικότερα το ιστορικό του. Στη βάση του δεδομένου αυτού, υποστήριξε ότι το περιεχόμενο του ηλεκτροεγκεφαλογραφήματος, τεκμήριο 9(β), το οποίο δεν είχε τεθεί ενώπιον του ιατροσυμβουλίου κατά την εξέταση του Ενάγοντα, δεν θα επηρέαζε ή θα άλλαζε καθ' οιονδήποτε τρόπο την άποψη που έχει αποκομίσει για αυτόν. Ισχυρίστηκε και αυτή η μάρτυρας ότι, στο ιατροσυμβούλιο δεν δόθηκαν οι καταγραφές των ηλεκτροεγκεφαλογραφημάτων, παρά μόνο οι εκθέσεις και ειδικότερα το τεκμήριο 9(α). Υποστήριξε, ακόμα, ότι, δεν ήταν αναγκαίο να αναζητηθούν οι καταγραφές, καθότι οι αναφερόμενες επί των εκθέσεων αλλοιώσεις δεν αποτελούν ενδείξεις-αποδείξεις κάποιας νόσου και είναι δυνατό τούτες να παρουσιάζονται και σε ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα ενός υγιούς ανθρώπου. Με δεδομένη την κλινική εικόνα του Ενάγοντος και το περιεχόμενο του τεκμηρίου 9(α), εκείνο που κρίθηκε ως αναγκαία επιπρόσθετη εξέταση για να υπάρχει σφαιρική εικόνα για τον Ενάγοντα ήταν η μαγνητική τομογραφία η οποία και διενεργήθηκε. Είναι στη βάση των αποτελεσμάτων του ηλεκτροεγκεφαλογραφήματος τεκμήριο 9(α), του αποτελέσματος της μαγνητικής τομογραφίας, τεκμήριο 15, και της κλινικής εικόνας του Ενάγοντα, που λήφθηκε η τελική απόφαση του ιατροσυμβουλίου, τεκμήριο
  13. Κατά την αντεξέτασή της, η ΜΥ3 ισχυρίστηκε ότι ο γνωστικός έλεγχος ΜΜΣΕ στον οποίο υπέβαλε τον Ενάγοντα ο ΜΕ3 και ειδικότερα το αποτέλεσμα 26/30, το οποίο μπορεί να σημαίνει ήπια νοητική διαταραχή, δεν υπέχει οποιασδήποτε σημασίας, μιας και διενεργήθηκε μόνο μία φορά και τούτο τον Απρίλιο του
  14. Είναι για αυτόν τον λόγο που το ιατροσυμβούλιο, προτού τοποθετηθεί τελικώς, ζήτησε όπως τύχει νευρολογικής αξιολόγησης από νευροψυχολόγο, πράγμα το οποίο έγινε από τη ΜΥ
  15. Όσον δε αφορά στη διάγνωση του ΜΕ3 περί μετατραυματικού συνδρόμου, χαρακτήρισε ότι τούτη εμπίπτει στον τομέα της ψυχιατρικής στη διεθνή ταξινόμηση νόσου και ούσα νευρολόγος και όχι ψυχίατρος δεν επιθυμούσε να υπεισέλθει περαιτέρω στο ζήτημα, προβάλλοντας, όμως, τη θέση ότι, «Έχει διαφορά μεγάλη και η νοημοσύνη στα νευρολογικά νοσήματα, μπορεί να συσχετίζεται με ατροφία εγκεφάλου, εγκεφαλοπάθεια, τραύμα, πολυοργανική βλάβη, όμως τις βλάβες σαν νευρολόγος εγώ δεν τις βρήκα, αν η έκπτωση της νοητικής λειτουργίας είναι στα πλαίσια βαριά κατάθλιψης η οποία υπάρχει, που είναι γνωστό γεγονός ότι σε προσωρινή έκπτωση νοητικών λειτουργιών μπορεί να βλέπουμε στα πλαίσια της βαριάς κατάθλιψης ή αγνώστου διαταραχής στην οξεία φάση, μπορούμε να βλέπουμε όντως ότι ο ασθενής παρουσιάζει έκπτωση. Όμως αυτό είναι μόνο λόγια και θεωρίες. Τώρα εμείς εξετάζουμε τον ασθενή τώρα, το 2018 και 2019 και έχουμε αυτό το συμπέρασμα, να πω ότι ο ασθενής ήταν καλά το 2012, 2010; Εγώ δεν μπορώ, εμείς λέμε ιστορικό. Και το συμπέρασμά μας, είναι ο ασθενής στην παρούσα φάση δεν πάσχει από νευρολογική νόσο, αυτό δεν αποκλείει ο ασθενής να πάσχει από ψυχιατρική νόσο». Ισχυρίστηκε, συναφώς, ότι, ο Ενάγοντας δεν τέθηκε ενώπιον του ιατροσυμβουλίου με ειδική νευρολογική διάγνωση και δη ως ασθενής που πάσχει νευρολογικά, υποδεικνύοντας ότι όλες οι αναφορές της κλινικής του ΜΕ2, αλλά και οι αναφορές του ΜΕ3, αφορούν σε ψυχιατρική νόσο όπως αγχώδης διαταραχή, και βαριά κατάθλιψη. Κατά συνέπεια, ισχυρίστηκε, το ιατροσυμβούλιο, εν απουσία νευρολογικής διάγνωσης, όφειλε να καταλήξει στη δική του νευρολογική διάγνωση στη βάση της κλινικής εικόνας του ασθενούς, της όλης συμπεριφοράς του έναντί του, αλλά και των λοιπών εγγράφων, εκθέσεων, πιστοποιητικών και αποτελεσμάτων που τέθηκαν στο ιατροσυμβούλιο. Είναι στη βάση των όλων πιο πάνω που λήφθηκε η απόφαση του ιατροσυμβουλίου και δεν έχει τεθεί τίποτα ενώπιόν της που να δικαιολογεί αλλαγή της γνώμης που έχει σχηματίσει για τον Ενάγοντα. Τέλος, η ΜΥ3 δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο ο Ενάγοντας, συνεπεία του επίδικου τραυματισμού του, να έχει διαγνωστεί με βαριά κατάθλιψη, υποδεικνύοντας, εκ νέου, ότι, από νευρολογικής πλευράς ο Ενάγοντας, κατά την εξέτασή του από το ιατροσυμβούλιο, δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα. Αξιολόγηση μαρτυρίας Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της ακροαματικής διαδικασίας, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω και να ακούσω με προσοχή και υπομονή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιόν μου και αξιολόγησα, ως θα φανεί κατωτέρω, τη μαρτυρία τους με γνώμονα πως η αξιοπιστία ενός μάρτυρα εκτιμάται αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης. Είχα επίσης συνέχεια κατά νου το διαδικαστικό στάδιο στο οποίο προέκυψε η κάθε μαρτυρία, την γνώση, πηγή και κύρος του κάθε μάρτυρα, αλλά και την ύπαρξη ή μη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Κατά νου είχα ακόμα και τη δυνατότητα μνήμης έκαστου μάρτυρα, αλλά και τους λόγους που είχαν ή που επικαλέστηκαν για το γεγονός ότι θυμούντο τα όσα κατέθεταν, καθώς επίσης και την αμεσότητα, σαφήνεια και ειλικρίνεια που ενδεχομένως χαρακτήριζε τις αναφορές τους. Βαρύτητα δόθηκε και στις όποιες υπερβολές, ανακολουθίες, ασυνέπειες και αντιφάσεις που ενδεχομένως παρατηρούνται στη μαρτυρία τους. Απέφυγα να αποδώσω υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά γνωρίσματα της συμπεριφοράς των μαρτύρων και τούτο με γνώμονα το γεγονός ότι μια διαφορετική προσέγγιση ενέχει κινδύνους μιας και, κάποιοι μάρτυρες, συνεπεία των εξωτερικών γνωρισμάτων της συμπεριφοράς τους, ενδεχομένως να δημιουργούν μια τελείως διαφορετική εντύπωση από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. Νικολάου ν. Παπαϊωάννου

(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806, Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406). Όσον τώρα αφορά στη προσέγγιση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα, στην υπόθεση Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα: «
(1)The duty of an expert is to furnish the Judge with the necessary scientific criteria for testing the accuracy of their conclusions, so as to enable the Judge to form his own independent judgment by the application of these criteria to the facts proved in evidence.
(2)Trial Judges should not turn themselves into experts. They may look at the real and other evidence and draw inferences and reach conclusions as regards the existence of liability for negligence, not in the form of an expert opinion, but as a matter of sheer common sense.» Στην υπόθεση Σπύρου v. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 298 έχουν λεχθεί τα εξής: «Τα Δικαστήρια δέχονται τη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώμη τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Το καθήκον αυτών των μαρτύρων είναι να δώσουν στον Δικαστή τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης του και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιον του μαρτυρία. Κατά κανόνα, η ιατρική μαρτυρία, όπως και άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97 και Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361. Στην πρόσφατη υπόθεση Κωνσταντίνα Σιακόλα ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 53/2011, ημερ. 24.1.2013, το Δικαστήριο είπε τα ακόλουθα αναφορικά με το θέμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα: «Σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο ένας μάρτυρας είναι ικανός να δώσει μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας. Για την εξακρίβωση τούτου, πρέπει να απαντηθούν δύο ερωτήματα: Πρώτο, κατά πόσο το αντικείμενο της εμπειρογνωμοσύνης του εμπίπτει στην κατηγορία των θεμάτων εκείνων για τα οποία επιτρέπεται να δοθεί μαρτυρία πραγματογνώμονα και δεύτερο, κατά πόσο ο μάρτυρας έχει αποκτήσει είτε κατόπιν σπουδών είτε λόγω εμπειρίας επαρκή γνώση του αντικειμένου ώστε η γνώμη του να καθίσταται πολύτιμη (of value) στην επίλυση των επίδικων θεμάτων (βλ. μεταξύ άλλων, R. ν Bonython
(1984)38 S.A.S.R. 45 και R. ν Henderson [2010] EWCA 1269). Είναι δε σαφώς νομολογημένο από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σε ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σ' αυτό. Βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ.984.» Αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ένας μάρτυρας μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας και αυτός αξιολογείται ανάλογα, η όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν παραγνωρίζεται αλλά και αυτή λαμβάνεται υπόψη για τον σκοπό εκτίμησης της αξίας της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Jovcev. Yeomans
(1981)2 All Ε. R. 21.» Στην Αγγλική υπόθεση Bolitho v. City and Hackeney Health Authority [1998] A.C. 232 at 241-242 έχουν επίσης λεχθεί τα ακόλουθα: "The court has to be satisfied that the exponents of the body of opinion relied upon can demonstrate that such opinion has a logical basis. In particular, in cases involving, as they often do, the weighing of risks against benefits, the judge before accepting a body of opinion as being responsible, reasonable or respectable, will need to be satisfied that, in forming their views, the experts have directed their minds to the question of comparative risks and benefits and have reached a defensible conclusion on the matter." Ενάγοντας και ΜΕ4 Τόσο ο Ενάγοντας, όσο και η ΜΕ4 δεν με έπεισαν ότι στο Δικαστήριο είπαν όλη την αλήθεια σε σχέση με το μέγεθος του όποιου προβλήματος υγείας του πρώτου. Η σχετική μαρτυρία τους χαρακτηρίζεται από αδιαμφισβήτητη υπερβολή, καθώς επίσης συγκρούεται και με την λογική εξέλιξη των πραγμάτων. Η δε, περαιτέρω, μαρτυρία, στην οποία παρέπεμψαν προς υποστήριξη των εν προκειμένω θέσεών τους, μάλλον θέτει τούτες εν αμφιβόλω, αντί να τις υποστηρίζει. Επίσης, αμφότεροι οι μάρτυρες, αλλά κυρίως η ΜΕ4, όποτε αντιμετώπιζαν ερωτήσεις ή υποβολές που ήθελαν προβαλλόμενες θέσεις τους, στη βάση άλλης ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, να ελέγχονται ως προς την αλήθεια τους, κατέφευγαν σε υπεκφυγές σε μια προσπάθειά τους να μην τοποθετηθούν ειδικά επί του ζητούμενου. Και εξηγώ. Και οι δύο αυτοί μάρτυρες, αναφερόμενοι στη προ του επιδίκου τραυματισμού του εποχή, παρουσίασαν τον Ενάγοντα ως ένα άριστο μαθητή, χωρίς νευρολογικά, ψυχολογικά ή άλλα προβλήματα, ο οποίος χαιρόταν την ζωή και έκανε όνειρα για το μέλλον του. Τον παρουσίασαν, επίσης, ως επιτυχόντα στις προεισαγωγικές εξετάσεις στο κλάδο της επιλογής του και ως μαθητή με βαθμολογία τελικού απολυτηρίου 17/
  1. Για την μετά του επίδικου τραυματισμού του εποχή, και στη βάση μόνο του επίδικου τραυματισμού του, τον παρουσίασαν ως πρόσωπο με νευρολογικά και ψυχολογικά προβλήματα, το οποίο σε κάποιες στιγμές «χάνεται» και το οποίο αντιμετωπίζει προβλήματα μνήμης, ελλειμματικής προσοχής, παρουσιάζει αργή επεξεργασία πληροφοριών, χρειάζεται συνεχή φροντίδα, και δεν παίρνει πλέον πρωτοβουλίες. Κατά δε την ΜΕ4, ο Ενάγοντας, πλέον, είναι επιθετικός και παρορμητικός. Είναι ακριβώς η θέση του Ενάγοντα και της ΜΕ4 ότι, ο πρώτος, συνεπεία του επίδικου τραυματισμού του, πέραν του θλαστικού τραύματος επί του τριχωτού της κεφαλής (το οποίο και συρράφτηκε στις 22/10/2010 και δη την ίδια μέρα του τραυματισμού του (βλέπε τεκμήριο 2)), υπέστη νευρολογικά και ψυχολογικά προβλήματα τα οποία μετέβαλαν δραστικά και ουσιωδώς τη καθημερινότητα του, παρουσιάζοντας, πλέον, μεταξύ άλλων και την συμπτωματολογία που αναφέρεται στα τεκμήρια 4(α) - 4(η). Παρά ταύτα, η πρώτη φορά, μετά την αρχική συρραφή του τραύματος, που ο Ενάγοντας επισκέπτεται γιατρό (τον ΜΕ3) είναι τον Απρίλιο του 2012 (βλέπε τεκμήριο 3), και δη 18 μήνες μετά τον επίδικο τραυματισμό του, και τούτο, όχι με σκοπό να αντιμετωπίσει τα όποια προβλήματα υγείας παρουσίαζε, αλλά με σκοπό να λάβει ιατρικό πιστοποιητικό για να το παρουσιάσει στο πανεπιστήμιο, στο οποίο φοιτούσε, προς υποστήριξη αιτήματός του για παροχή βοήθειας από ειδικούς καθηγητές λόγω μαθησιακών προβλημάτων. Καμία εξήγηση δεν δόθηκε γιατί, πριν τον Απρίλιο του 2012, δεν αναζητήθηκε ιατρική βοήθεια για ένα τόσο σοβαρό τραυματισμό. Το ότι η επίσκεψη του Ενάγοντα στον ΜΕ3 δεν έγινε για αντιμετώπιση της όποια συμπτωματολογίας του, προκύπτει αβίαστα από το γεγονός ότι, ενώ το ιατρικό πιστοποιητικό του ρηθέντος γιατρού, τεκμήριο 3, παραδόθηκε στο πανεπιστήμιο προς υποστήριξη του ως άνω αιτήματός του (βλέπε, δεύτερη σελίδα του τεκμηρίου 6 (γ)), τίποτα από τα όσα ο ΜΕ3 ζήτησε να γίνουν[3], έγιναν. Επί του τεκμηρίου 3, ο ΜΕ3 καταγράφει ότι για να μπορεί να εκτιμήσει αντικειμενικά τη πρόγνωση του Ενάγοντα, είναι αναγκαία η περαιτέρω αξιολόγηση του. Αναφέρει ακόμα ότι, η διάγνωσή του περί πτώσης των γνωστικών δυνατοτήτων του χρήζει περαιτέρω διερεύνησης και αξιολόγησης, και προς τούτο απαιτεί τη διενέργεια μαγνητικής τομογραφίας και ηλεκτροεγκεφαλογραφήματος. Καμιά τομογραφία και κανένα ηλεκτροεγκεφαλογράφημα δεν διενεργείται, ούτε ο Ενάγοντα συνεχίζει να το επισκέπτεται με σκοπό τύχει περαιτέρω αξιολόγησης. Τουναντίον, η επόμενη και τελευταία φορά που ο Ενάγοντας επισκέπτεται τον ΜΕ3, είναι στις 27/10/2016, και δη 4 ½ χρόνια μετά, χωρίς μέχρι τότε να υποβληθεί σε μαγνητική τομογραφία ή ηλεκτροεγκεφαλογράφημα. Μέχρι και εκείνο το σημείο, ούτε ο ΜΕ2[4], ούτε και ο ΜΕ3 του χορήγησαν οποιαδήποτε φαρμακευτική αγωγή προς αντιμετώπιση οποιασδήποτε συμπτωματολογίας του. Ούτε και μετά την τελευταία επίσκεψη στο ΜΕ3, χορηγήθηκε τέτοια. Μέχρι και το 2018, σε καμία μαγνητική τομογραφία ή εγκεφαλογράφημα δεν υπεβλήθη ο Ενάγοντας. Καμία δε εξήγηση δεν δόθηκε σε σχέση με την παράληψή αυτή του Ενάγοντα. Εν ολίγοις, η πρώτη φορά που ο Ενάγοντας, στη βάση της μαρτυρίας που ο ίδιος (μέσω των μαρτύρων του) προσκόμισε, επισκέπτεται ειδικό για να αντιμετωπίσει την όποια συμπτωματολογία του, είναι το Νοέμβριο του 2016, όταν και επισκέπτεται την κλινική του ΜΕ2, και δη 6 και πλέον χρόνια από τον επίδικο τραυματισμό του. Καμία πειστική εξήγηση δόθηκε, είτε από τον Ενάγοντα, είτε από την ΜΕ4, για την εντελώς αδικαιολόγητη (αν η εκδοχή τους ήταν αληθής) αδιαφορία που έχει επιδειχθεί στην αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας, που, κατ' ισχυρισμό, προκλήθηκαν από τον επίδικο τραυματισμό του. Η δε θέση του Ενάγοντα ότι, κάθε σχετικό αίτημά του, προς τον τότε διοικητή του[5], για να επισκεφθεί γιατρό, απορριπτόταν, δεν στέκει στη βάσανο της λογικής, μιας και δεν δικαιολογεί την μη αναζήτηση τέτοια εξέτασης από ιδιώτη γιατρό κατά τις εξόδους του από τον στρατό. Ούτε την μη αναζήτηση τέτοιας εξέτασης, από την απόλυσή του από τον στρατό μέχρι και την επίσκεψή του στον ΜΕ3, η οποία έλαβε χώρα σε χρόνο μετά την εγγραφή και έναρξη μαθημάτων γλώσσας στο Αγγλικό πανεπιστήμιο[6]. Ούτε η θέση του Ενάγοντα περί επισκέψεών του στον ψυχολόγο του Αγγλικού πανεπιστημίου και της εκεί περιοχής μπορεί να θεωρηθεί ως πειστική για τους εξής λόγους: Πρώτο, κανένα σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό δεν παρουσιάστηκε. Δεύτερο, τίποτα σχετικό δεν προκύπτει από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 6 (γ), το οποίο, η λογική και μόνο θέλει, αν όντως ο Ενάγοντας παρακολουθείτο ιατρικά ή από ψυχολόγο κατά την διάρκεια των σπουδών του στη Αγγλία, έστω και υπό εντελώς γενική μορφή, να περιείχε κάτι σχετικό. Τουναντίον, Τρίτο, ως προκύπτει από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 6 (γ), το πανεπιστήμιο στο οποίο φοιτούσε ο Ενάγοντας, το μόνο άλλο (πέραν του περιεχομένου του τεκμηρίου 3) που έλαβε υπόψη για να εγκρίνει το αίτημα του για στήριξη από ειδικό καθηγητή, ήταν τα αποτελέσματα μαγνητικής τομογραφίας της σπονδυλικής στήλης του Ενάγοντα, στην οποία υπεβλήθηκε μετά από το τροχαίο ατύχημα που είχε τον Ιούλιο του 2013 (σχετικά με το ατύχημα αυτό, είναι και τα τεκμήρια 10[7] και 12[8]). Στη βάση δε της μαρτυρίας της ΜΕ4, το τεκμήριο 12 ετοιμάστηκε από το Δρ. Παπαγιάννη κατόπιν τηλεφωνικής συνομιλίας της με αυτόν, ο οποίος γιατρός ουδέποτε εξέτασε τον Ενάγοντα και το ετοίμασε με μόνο σκοπό να υποστηριχτεί το αίτημά του τελευταίου για βοήθεια από ειδικό καθηγητή. Παραδέχθηκε, στην ουσία, ότι, ζήτησε από τον Δρ. Παπαγιάννη να ετοιμάσει ψευδές[9] ιατρικό πιστοποιητικό για να ξεγελάσει ο Ενάγοντας τις αρμόδιες αρχές του πανεπιστημίου του. Επίσης, η θέση της ΜΕ4, περί του ότι Ενάγοντας, μέχρι και σήμερα, κάποιες στιγμές «χάνεται», συγκρούεται με τη σχετική θέση του ΜΕ2 (η αξιολόγηση της μαρτυρία του οποίου θα ακολουθήσει), που θέλει τέτοιο σύμπτωμα να έχει εκλείψει από τη έναρξη της λήψης της αντιεπιληπτικής φαρμακευτικής αγωγής. Άλλη θέση της ΜΕ4 που συγκρούεται με τα όσα σχετικά ανάφεραν οι ΜΕ2 και ΜΕ3, είναι αυτή που θέλει τον Ενάγοντα, μετά τον επίδικο τραυματισμό του, να είναι παρορμητικός και επιθετικός, συμπτωματολογία η οποία δεν αναφέρθηκε, είτε στα πιστοποιητικά ή εκθέσεις που ετοίμασαν οι ΜΕ2 και ΜΕ3, είτε στη δια ζώσης, ενώπιον του Δικαστηρίου, μαρτυρία τους. Υπερβολή παρουσιάζει η μαρτυρία του Ενάγοντα και της ΜΕ4 και σε σχέση και με την επιτυχία του πρώτου στις προεισαγωγικές εξετάσεις. Η επιτυχία αυτή παρουσιάστηκε από αμφότερους ως υποστηρικτική της βασικής τους θέσης ότι ο Ενάγοντας ήταν άριστος μαθητής χωρίς μαθησιακά προβλήματα. Ωστόσο, ως διεφάνη κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα (αν δεν ερωτάτο ειδικά δεν θα το αποκάλυπτε), η Νοσηλευτική Σχολή Αθηνών (στην οποία πέτυχε είσοδο), δεν ήταν η πρώτη του επιλογή, η οποία (πρώτη του επιλογή) παρέμεινε άγνωστη στο Δικαστήριο. Επίσης, υπερβολή παρατηρείται στην μαρτυρία των εν προκειμένω μαρτύρων και σε σχέση με το κατά πόσο ο Ενάγοντας, προ του τραυματισμού του, ήταν ή όχι άριστος μαθητής. Για εντελώς άγνωστους στο Δικαστήριο λόγους[10], ενώ και δύο τους έδωσαν τον χαρακτηρισμό «άριστος» για να περιγράψουν τις τότε ακαδημαϊκές επιδώσεις του Ενάγοντα με τελική βαθμολογία απολυτηρίου του Ενάγοντα 17/20,[11], ως προκύπτει από το τεκμήριο 6(β) (αντίγραφο απολυτηρίου του Ενάγοντα), η τελική βαθμολογία του ήταν 15 10/11, βαθμολογία η οποία, σίγουρα, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως άριστη. Δεν διαφεύγει του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας βραβεύτηκε για την επίδοσή του στις εξετάσεις κοινού κορμού στα μαθηματικά. Όπως, επίσης, δεν μου διαφεύγει και η θέση της ΜΥ3, η οποία δεν αμφισβητήθηκε, ότι η επιτυχία αυτή, από νευρολογικής άποψης, δεν σημαίνει κάτι, μιας και δεν είναι αναγκαίο για την επιτυχία αυτή να χρησιμοποιηθούν όλες οι νοητικές λειτουργίες, υποδεικνύοντας, επίσης ότι, άλλες νοητικές λειτουργίες χρησιμοποιούμε για τα μαθηματικά και άλλες για τις γλώσσες. Επί ενός άλλου ζητήματός, όταν η ΜΕ4 βρέθηκε αντιμέτωπη με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 12, στη προσπάθειά της να αποφύγει να αποδεχθεί ότι ζήτησε από τον Δρ. Παπαγιάννη να ετοιμάσει ψευδές ιατρικό πιστοποιητικό, κατέφυγε σε υπεκφυγές και γενικές και αόριστες τοποθετήσεις, σε τέτοιο βαθμό, που η σχετική μαρτυρία της δεν βγάζει νόημα. Αξίζει, νομίζω, να επαναληφθεί ότι, τόσο κατά τον Ενάγοντα, όσο και κατά την ΜΕ4, ουδέποτε ο Δρ. Παπαγιάννης εξέτασε τον Ενάγοντα, ούτε και συνομίλησε μαζί του, παρά το αντίθετο που αναγράφεται επί του εν λόγω τεκμηρίου. Αξίζει ακόμα να σημειωθεί ότι, στη βάση του περιεχομένου του τεκμηρίου 17[12], ο Ενάγοντας δεν ενημέρωσε τον ΜΥ1 περί του αναληθούς του περιεχομένου του πιστοποιητικού του Δρ. Παπαγιάννη, εξού και αφέθηκε τούτος να καταγράψει, στη βάση, προφανώς, του περιεχομένου του ρηθέντος πιστοποιητικού, ότι αυτό ετοιμάστηκε κατόπιν εξέτασης του Ενάγοντα από τον εν λόγω γιατρό. Είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό που η μαρτυρία της ΜΕ4 χαρακτηρίζεται από υπερβολή ή ανεδαφικές τοποθετήσεις. Λόγου χάριν, ήταν η θέση της ότι η κατ' ισχυρισμό συμπτωματολογία του Ενάγοντα παρουσιάστηκε μετά το επίδικο ατύχημα και ότι αμέσως, ως γονέας, άρχισε να αποτείνεται «δεξιά - αριστερά» για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν. Εντούτοις, ως σημειώθηκε ανωτέρω, η πρώτη φορά που επισκέφθηκε ο Ενάγοντας γιατρό (μετά την αρχική εξέτασή του στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας) ήταν 1 ½ χρόνο μετά τον τραυματισμό του, και μόνο για τη ετοιμασία ιατρικού πιστοποιητικού και όχι για αντιμετώπιση της όποιας συμπτωματολογίας του. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της, στην προσπάθειά της να παρουσιάσει τον Ενάγοντα ανήμπορο και πρόσωπο που δεν μπορεί, πλέον, να χειριστεί ούτε απλά πράγματα, ισχυρίστηκε ότι στο γραφείο που δουλεύει σήμερα ο Ενάγοντας ως αντιπρόσωπος εξεύρεσης εργασίας, εργάζεται και ένα άλλο πρόσωπο, το οποίο εργοδοτείται ειδικά με μόνο σκοπό να τον βοηθά, γιατί ο ίδιος, λόγω της κατάστασής του, δεν μπορεί να ανταπεξέλθει. Όταν όμως η συνήγορος του εναγόμενου αμφισβήτησε τον ισχυρισμό της αυτό και συνέχισε να της υποβάλλει ερωτήσεις με σκοπό να τον καταρρίψει, η ΜΕ4, απλά απέφυγε να τοποθετηθεί επικαλούμενη αδυναμία προς τούτο, παρά το γεγονός ότι οι προγενέστερες σχετικές τοποθετήσεις της την ήθελαν γνώστη όλων των σχετικών δεδομένων. Γενικά ο Ενάγοντας και η ΜΕ4 παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο έτοιμοι να προωθήσουν κάθε ισχυρισμό που θα δικαιολογούσε απόδοση αυξημένου ποσού αποζημίωσης, αδιαφορώντας για το αληθές ή μη των σχετικών ισχυρισμών τους, και με ξεκάθαρη πρόθεση να επωμίσουν στο κράτος την ευθύνη για τα όποια προβλήματα του Ενάγοντα, ανεξάρτητα από το κατά πόσο τούτα σχετίζονται ή όχι με τον επίδικο τραυματισμό του. Δεν χρειάζεται, κατά τη γνώμη μου, να καταγράψω και άλλες αντιφάσεις ή αδυναμίες ή υπερβολές που παρουσιάζει η μαρτυρία του Ενάγοντα και της ΜΕ4 για να αιτιολογήσω την ήδη εκφρασθείσα κρίση μου ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας τους. Κατά συνέπεια, στο βαθμό που η μαρτυρία τους αμφισβητήθηκε από την άλλη πλευρά, τούτη δεν μπορεί να γίνει δεκτή. ΜΕ2, ΜΕ3, ΜΥ1 και ΜΥ3 Οι ΜΕ2 και ΜΕ3, κρίνω ότι, με τη μαρτυρία τους, δεν βοήθησαν τον Ενάγοντα στο να αποδείξει ότι, τα όποια προβλήματα υγείας παρουσιάζει[13] οφείλονται και ή συνδέονται, καθ' οιονδήποτε τρόπο, με τον επίδικο τραυματισμό του. Πρέπει εξ αρχής να σημειωθεί ότι, η διάγνωση του ΜΕ2 περί του ότι ο Ενάγοντας πάσχει από αγχώδη κατάθλιψη, στη ουσία, δεν αμφισβητήθηκε. Εκείνο, το οποίο ο Εναγόμενος δεν αποδέχεται, είναι, αφενός τον ισχυρισμό του ότι η πάθησή του αυτή οφείλεται στον επίδικο τραυματισμό του, και αφετέρου τον έτερο ισχυρισμό του ότι, πέραν της πάθησης του αυτής, συνεπεία του επίδικου τραυματισμού του, υπέστη και πτώση των γνωστικών δυνατοτήτων του, προβάλλοντας, συναφώς, δικογραφικά, ο Εναγόμενος ότι, ο Ενάγοντας δεν υπήρξε τίμιος και ειλικρινής στις απαντήσεις που έδωσε σε αυτά τα τεστ, και ως εκ τούτου τα αποτελέσματά τους δεν μπορούν αποτελέσουν τη βάση για εξαγωγή ιατρικών ή άλλων σχετικών ευρημάτων ή και συμπερασμάτων. Πρέπει, ακόμα, να σημειωθεί ότι, μέχρι και τη δια ζώσης μαρτυρία της ΜΥ3, κανένας εκ των γιατρών ή ψυχολόγων που κατέθεσαν, ενόρκως, δεν χαρακτήρισε την επικαλούμενη από τον Ενάγοντα συμπτωματολογία του, ως νευρολογική νόσο, ούτε και αποσυνάρτησε τούτη από αυτή. Λόγου χάριν, ο ΜΕ3 (νευρολόγος) αναφέρεται σε μετατραυματικό σύνδρομο[14], απάθεια, κατάθλιψη, αίσθημα ανασφάλειας και φοβίες (άγχος), την ίδια στιγμή που αναφέρει ότι τα κρανιακά[15] νεύρα του Ενάγοντα είναι φυσιολογικά, όπως και η παρεγκεφαλιδική λειτουργία του, με τα άνω και κάτω άκρα του, αλλά και την βάδισή του, να μην παρουσιάζουν διαταραχές. Σε άγχος και κατάθλιψη αναφέρεται και ο ΜΕ2, ό οποίος, ωστόσο, ενώ είναι και νευρολόγος και ψυχίατρος, για αυτή τη συμπτωματολογία του Ενάγοντα, επί όλων των ιατρικών εκθέσεων που ο ίδιος ετοίμασε (μέρος του τεκμηρίου 4), καταγράφει ότι τούτος (ο Ενάγοντας) βρίσκεται υπό ψυχιατρική παρακολούθηση, χωρίς, πουθενά, να αναφέρει οτιδήποτε για νευρολογική πάθηση. Στην ουσία, το ότι τον Νοέμβριο του 2016, ο Ενάγοντας ορθός διαγνώστηκε ως πάσχων από αγχώδη κατάθλιψη (ψυχιατρική φύσης νόσος) και έκτοτε παρακολουθείται, σχετικώς, από τον ΜΕ2, δεν αμφισβητήθηκε από τον Εναγόμενο. Οι μάρτυρες του, ρητώς, δεν το απέκλεισαν, η δε σχετική αντεξέταση του ΜΕ2, δεν έθεσε, πειστικά, τούτο εν αμφιβόλω. Παρά ταύτα, τόσο ο ΜΕ2, όσο και ο ΜΕ3, στήριξαν την γνώμη τους περί ενδεχόμενης συσχέτισης του επίδικου τραυματισμού του Ενάγοντα με την παρατηρηθείσα από αυτούς, μετέπειτα, συμπτωματολογία του, στη βάση των όσων αυτός και η μητέρα του (ΜΕ4) τους ανέφεραν ως προς τις προ του επιδίκου τραυματισμού συμπεριφορά του, επιδόσεις του και τρόπου ζωής του. Και οι δύο αυτοί μάρτυρες, ισχυρίστηκαν ότι η συμπτωματολογία που παρουσιάζει ο Ενάγοντας μπορεί να οφείλεται σε λόγους άλλους από τον επίδικο τραυματισμό του, σημειώνοντας, ωστόσο, ότι, έχοντας το ιστορικό του επίδικου τραυματισμού του Ενάγοντα[16], «η προσέγγιση μας στρέφεται σαν αιτία της ύπαρξης του προβλήματος στην προηγούμενη κάκωση η οποία υπήρχε».[17] Και οι δύο αυτοί μάρτυρες, για την όποια γνώμη εξέφρασαν περί πτώσης των γνωστικών δυνατοτήτων Ενάγοντα, θεώρησαν ως δεδομένο ότι τούτος, πριν τον επίδικο τραυματισμό του ήταν άριστος μαθητής, χωρίς μαθησιακές δυσκολίες και ότι, ακολούθως, άλλαξε δραματικά προς το χειρότερο η κατάσταση του. Ενδεικτικό τούτου είναι και το γεγονός ότι ο ΜΕ3, ως μέρος της αιτιολογίας της, έστω προκαταρτικής, σχετικής, διάγνωσής του (τεκμήριο 3), αναφέρεται σε βαθμολογία απολυτηρίου 17/20, η οποία βαθμολογία αναφέρθηκε, προφανώς, στον ίδιο από τον Ενάγοντα και τη ΜΕ4, βαθμολογία η οποία δεν ανταποκρίνεται στη πραγματικότητα. Την ίδια ψευδή βαθμολογία ανέφερε και ο Ενάγοντας στο ΜΥ1[18] Κανένας εκ των δύο αυτών μαρτύρων δεν αναφέρθηκε ως προς το πώς, ενδεχομένως, θα διαφοροποιείτο η γνώμη τους αν γνώριζαν, εξ αρχής, ότι ο Ενάγοντας δεν ήταν, γενικότερα, άριστος, παρά μόνο αρίστευσε στις εξετάσεις μαθηματικών. Ο ΜΕ2, σχετικά, ανάφερε ότι, ο λόγος που δεν ένιωσε την ανάγκη να αναζητήσει άλλη, από τον επίδικο τραυματισμό του Ενάγοντα, αιτία για την συμπτωματολογία του (π,χ, ως ανάφερε, μικρή ασφυξία κατά τη γέννηση διάρκειας 20 - 30 δευτερολέπτων), ήταν γιατί, κατά το ιστορικό που έλαβε από τον Ενάγοντα και την ΜΕ4, «μας διαβεβαίωσαν ότι δεν υπήρχε τέτοιο ιστορικό γι' αυτό και συνεχίσαμε». Επίσης, κατά την αντεξέταση του, έχοντας ήδη αναγνωρίσει ότι τα αποτελέσματα της μαγνητικής τομογραφίας έδειξαν ότι ο εγκέφαλος του Ενάγοντα δεν παρουσιάζει καμία παθολογία, ο ΜΕ2 συμφώνησε με την ακόλουθη υποβολή που του ετέθη από την συνήγορο του εναγόμενου: «Κύριε μάρτυς συμφωνείτε μαζί μου ότι με δεδομένη την απουσία μορφολογικού επηρεασμού του εγκεφάλου η όποια ψυχική ως ισχυρίζεστε πάθηση του Ενάγοντα και το κατά πόσο τούτη συνδέεται ή όχι με τον επίδικο τραυματισμό του στο στρατό γίνεται στη βάση της περιγραφής του ιδίου του Ενάγοντα, της συμπτωματολογίας του, τόσο πριν όσο και μετά τον τραυματισμό του και στα τεστ τα οποία αναφερθήκατε κατά την κυρίως εξέταση;» Όσο δε αφορά στον γνωστικό έλεγχο ΜΜΣΕ, στον οποίο υπέβαλε ο ΜΕ3 τον Ενάγοντα, όπως ανέφερε η ΜΥ3 και δεν αμφισβητήθηκε, πρόκειται για μια «γρήγορη αξιολόγηση των νοητικών λειτουργιών, η οποία μας αφήνει να πάρουμε μια γνώμη, τουλάχιστον σφαιρική γνώμη, εάν αυτός ο ασθενής πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω, σύμφωνα και με τα ενοχλήματά του ή όχι, αυτή η εξέταση παίρνει 15 λεπτά. Ο βαθμός 26/30 με προσπάθεια, μπορεί να σημαίνει, εάν η αξιολόγηση έγινε μόνο μια φορά, μπορεί να σημαίνει ήπια νοητική διαταραχή, αλλά αυτήν τη περίπτωση για εμένα είναι έλλειμμα ότι αυτή η αξιολόγηση έγινε μια φορά το 2012, γι' αυτό λαμβάνοντας υπόψη ότι έχουμε τέτοιο αποτέλεσμα, εμείς ζητήσαμε νευρολογική αξιολόγηση, από νευροψυχολόγο το 2018 .». Το ανασφαλές ενός τέτοιου προκαταρτικού πρακτικού γνωστικού ελέγχου, σημείωσε και ο ΜΕ2, ό οποίος, απαντώντας σε ερώτηση αν μπορεί ο εξεταζόμενος να επηρεάσει το αποτέλεσμα ενός ειδικού πολυσύνθετου τεστ, ανάφερε τα εξής σχετικά: «Δεν μπορεί κανένας να τα επηρεάσει υπάρχουν πιο πρακτικά τεστ της καθημερινότητας όπως η κατάθλιψη, το άγχος τα οποία αποτελούνται από 10 - 20 ερωτήσεις που έχουν καθαρά διαγνωστικό χαρακτήρα που είναι βοηθητικά για τον γιατρό. Εκεί μπορεί κάποιος επιτήδειος . ». Την άποψη ότι με τα όσα είχε ο ΜΕ3 ενώπιον του το 2012, μόνο προκαταρτική σχετική διάγνωση μπορούσε να κάνει, έχει και ο ίδιος ο ΜΕ3, ο οποίος, ως αναφέρθηκε ήδη ανωτέρω, σημείωσε ότι, για να μπορεί να προβεί σε σχετική αντικειμενική εκτίμηση, θα έπρεπε ο Ενάγοντας να τύχει περαιτέρω κλινικής διερεύνησης και αξιολόγησης, καθώς επίσης και να υποβληθεί σε εργαστηριακούς ελέγχους για μαγνητική τομογραφία και εγκεφαλογράφημα, κλινική διερεύνηση και αξιολόγηση την οποία ουδέποτε διενήργησε. Αναφορικά, τώρα, με τα ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα (τεκμήρια 9 (α) και (β)), στα οποία, τόσο ο ΜΕ2, όσο και ο ΜΕ3 απέδωσαν σημασία, πρέπει, αρχικά, να σημειωθεί ότι δεν αφορούν στις αποτυπώσεις των διενεργηθέντων ηλεκτροεγκεφαλογραφημάτων, οι οποίες ουδέποτε τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, και κανένας μάρτυρας δεν αναφέρθηκε σ' αυτές, ειδικά, αλλά στις γνώμες των γιατρών που τα διενήργησαν, οι οποίοι δεν παρουσιάστηκαν ως μάρτυρες στο Δικαστήριο. Εν πάση, όμως, περιπτώσει, στη βάση των όσων τέθηκαν ενώπιόν μου, τα όσα καταγράφονται στις εκθέσεις των γιατρών που διενήργησαν τα ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα (τεκμήρια 9 (α) και (β)), είναι αποτελέσματα που θα μπορούσαν να αφορούν και σε ένα εντελώς υγιές άτομο το οποίο, τη δεδομένη στιγμή παρουσίαζε κούραση ή άγχος ή είχε, ακριβώς πριν, καταναλώσει υπερβολικό καφέ ή αλκοόλ ή για άλλη αιτία. Επίσης, θα μπορούσε να αφορά σε δυσλειτουργία εγκεφάλου, άσχετη με οποιοδήποτε κτύπημα, και σχετική, ενδεχομένως, με εκ γενετής αίτια. Εν ολίγοις, τα αποτελέσματα των ηλεκτροεγκεφαλογραφημάτων δεν είναι διαγνωστικά της αρχικής αιτίας που προκαλεί την αποτυπωμένη, σ' αυτά, δυσλειτουργία του εγκεφάλου, παρά μόνο ενδεικτικά των σημείων όπου εστιάζεται το πρόβλημα και του τύπου και έντασης των κυμάτων που καταγράφουν την ηλεκτρική δραστηριότητα των διαφόρων λοβών του εγκεφάλου. Κατά συνέπεια, για να μπορούν τα αποτελέσματα των ηλεκτροεγκεφαλογραφημάτων να τύχουν αξιολόγησης από ένα γιατρό, θα πρέπει η κλινική εικόνα του ασθενούς να δικαιολογεί το εύρημα της δυσλειτουργίας ώστε να μπορεί τούτο να αποδοθεί σε παθολογικά αίτια. Με δεδομένο ότι και τα δύο ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα διενεργήθηκαν το Δεκέμβριο του 2018 και δη οκτώ και πλέον χρόνια από όταν και ο Ενάγοντας υπέστη τον επίδικο τραυματισμό του (παρά το ότι ο ΜΕ3 του ζήτησε, από τον Απρίλιο του 2012, να υποβληθεί σε τέτοιο), και με δεδομένη τη κρίση μου ότι η μαρτυρία του Ενάγοντα και της ΜΕ4, στο βαθμό που, μεταξύ άλλων, αφορά και στις επιπτώσεις του επίδικου τραυματισμού του πρώτου, δεν μπορεί να γίνει δεκτή, η αποτυπωμένη στα ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα δυσλειτουργία, έστω και αν είναι παθολογικής φύσης, δεν μπορεί να συνδεθεί με τον επίδικο τραυματισμό του. Όσον τώρα αφορά στα αποτελέσματα των γνωστικών ελέγχων που έγιναν στον Ενάγοντα από την κλινική του ΜΕ2, πέρα του ότι ισχύουν τα όσα ανέφερα μόλις πιο πάνω για τα ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα[19], τούτα δεν μπορούν κατά τη γνώμη μου να τύχουν οποιασδήποτε χρήσης. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο ΜΕ2, κατά την επανεξέτασή του, οι συγκεκριμένοι έλεγχοι δεν διαφέρουν σε τίποτα από του ανάλογους που έκανε ο ΜΥ
  2. Η μόνη διαφορά, είπε, παρατηρείται στο ότι «απλώς ο συνάδελφος [.], δεν δέχτηκε [.] τις απαντήσεις σαν πραγματικές και δεν τις έστειλε για ανάλυση. Εδώ είναι η διαφορά μας». Κρίνεται σημαντικό να σημειωθεί ότι, τη θέση του ΜΥ1 ότι αν οι απαντήσεις ενός εξεταζόμενου δεν είναι ειλικρινείς τότε τα αποτελέσματα των συγκεκριμένων τεστ δεν θα είναι βοηθητικά, ο ΜΕ2 την γνώριζε κατά το χρόνο που κατέθετε και το μόνο σχετικό που ανέφερε ήταν ότι ο Ενάγοντας, κατά τους συγκεκριμένους ελέγχους ήταν συνεργάσιμος και ειλικρινής. Σε πλήρη, ωστόσο, αντίθεση με τον ΜΥ1 (ο οποίος ήταν και ο κλινικός ψυχολόγος που υπέβαλε τον Ενάγοντα στους εν προκειμένω ελέγχους), ο ΜΕ2 δεν ήταν το πρόσωπο που διενήργησε τους συγκεκριμένους ελέγχους εκ μέρους της κλινικής του. Το πρόσωπο αυτό ήταν η κλινική ψυχολόγος Έλενα Χατζηθωμά, η οποία δεν παρουσιάστηκε ως μάρτυρας στο Δικαστήριο και καμία εξήγηση δεν δόθηκε για την μη παρουσία της. Τα όσα, σχετικά με τη συμπεριφορά και συνεργασία του Ενάγοντα κατά την διενέργεια των ρηθέντων ελέγχων, καταγράφονται στο τεκμήριο 4 (β), δεύτερη παράγραφος, δεν μπορούν να θεωρηθούν δεδομένα, ενόψει του περιορισμένου σκοπού για τον οποίο τούτο κατατέθηκε ως τεκμήριο, και δη όχι για την αλήθεια του περιεχομένου του. Υπενθυμίζω, συναφώς, ότι, ο ΜΕ2, σε σχέση με το περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου, ανέλυσε τα εκεί αναφερόμενα αποτελέσματα των εξετάσεων. Ως προς τη συμπεριφορά του Ενάγοντα κατά τη διενέργειά τους, ως σημειώθηκε ανωτέρω, περιορίστηκε στη γενική αναφορά ότι κατά τους ρηθέντες ελέγχους ο Ενάγοντας ήταν συνεργάσιμος και ειλικρινής, χωρίς να αποκαλύψει τη όποια πηγή γνώσης του ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της βαρύτητας που μπορεί να δωθεί στο σχετικό ισχυρισμό του. Από την άλλη, ο ΜΥ1, δίδοντας αρκετά παραδείγματα προς υποστήριξη της σχετικής θέσης του, με έπεισε ότι ο Ενάγοντας, δεν απαντούσε με ειλικρίνεια και με τιμιότητα τις διάφορες ερωτήσεις του τεστ που του έκανε και έδιδε τέτοιες απαντήσεις, ως προς τη συμπτωματολογία και συνήθειές του, που αν όντως ήταν αληθείς, θα σήμαινε ότι επρόκειτο για πρόσωπο που δεν ήταν σε θέση να περατώσει τούτο. Ωστόσο, το περάτωσε χωρίς ουσιαστικές απορίες και χωρίς από τις απαντήσει του να προκύπτει ότι δεν κατάλαβε το νόημα των ερωτήσεων. Τα δε αριθμητικά αποτελέσματα των γνωστικών ελέγχων της κλινικής του ΜΕ2, είναι χαμηλότερα από τα αντίστοιχα του ελέγχου του ΜΥ
  3. Είναι σε αυτή τη βάση που ο ΜΥ1, με πειστικότατο και πλήρως επεξηγηματικό τρόπο, ισχυρίστηκε ότι ο Ενάγοντας δεν υπήρξε τίμιος και ειλικρινής έναντι του γνωστικού ελέγχου και η όποια περαιτέρω ανάλυση των αποτελεσμάτων του δεν μπορεί να θεωρηθεί βοηθητική για την απόφανση επί των υπό αμφισβήτηση επιδίκων ζητημάτων της παρούσας αγωγής. Ταλαντεύτηκα πολύ ως προς το κατά πόσο θα έπρεπε να καταγράψω, έστω και εντελώς παρεμφερώς, τη δική μου αντίληψη αναφορικά με τη δυνατότητα του Ενάγοντα να λαμβάνει πληροφορίες, να τις επεξεργάζεται, να τις κατανοεί και να τοποθετείται επ' αυτών, στη βάση της σχετικής εικόνας που αποκόμισα κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του. Και τούτο στη βάση του διλήμματος, αν πράξω τοιουτοτρόπως, να μη θεωρηθεί ότι ενεργώ ως εμπειρογνώμονας, κάτι που θα ήταν ανεπίτρεπτο. Αποφάσισα ότι, με το να μεταφέρω απλά την σχετική ζωντανή εικόνα του Ενάγοντα, δεν μεταβάλλω τον εαυτό μου σε εμπειρογνώμονα. Στη βάση αυτής της εικόνας, ο Ενάγοντας δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να αντιληφθεί τις ερωτήσεις που του τίθεντο, τόσο κατά την κυρίως εξέτασή του, όσο και κατά την αντεξέτασή του, παρά το γεγονός ότι τούτες, αρκετές φορές, εμπεριείχαν δύσκολο και ειδικό λεξιλόγιο και παρά το γεγονός ότι, κάποιες φορές, ήταν πολυσκελείς και πολύπλοκες. Οι απαντήσεις του ήταν άμεσες (χωρίς οποιαδήποτε καθυστέρηση) και πλήρως σχετικές με την εκάστοτε ερώτηση. Ο δε λόγος του ήταν διαυγής και πυκνός σε επιχειρήματα. Τούτα καταγράφονται όχι σε αντιδιαστολή με την όποια εκφρασθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου σχετική ιατρική γνώμη, αλλά προς υποστήριξη της ήδη εκφρασθείσας κρίσης μου, σε συμφωνία με τα όσα σχετικά καταγράφει και ο ΜΥ1 στην Αναφορά του, τεκμήριο 17, ότι, ο Ενάγοντας είναι σε θέση να κατανοήσει πλήρως ερωτήματα που του τίθενται στη Ελληνική γλώσσα και ικανότατος να δώσει σχετικές απαντήσεις στη βάση πάντα των όποιων γνώσεών του επί του ζητούμενου, και τα όσα σχετικά ανάφερε η ΜΥ3 σε σχέση με την εικόνα του Ενάγοντα κατά τις εξετάσεις του στο ιατροσυμβούλιο. Η ειλικρίνεια των ΜΥ1 και ΜΥ3, προκύπτει και από τη μη αμφισβήτηση της διάγνωσης του ΜΕ2 περί του ότι ο Ενάγοντας πάσχει από αγχώδη κατάθλιψη. Και οι δύο αυτοί μάρτυρες, με πειστικότητα, εξήγησαν ότι, το κατά πόσο ο Ενάγοντας πάσχει ή όχι από αγχώδη κατάθλιψη δεν είναι σχετικό με τα όσα οι ίδιοι ισχυρίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ούτε και είναι ικανό να μεταβάλει την εκφρασθείσες γνώμες του. Ο ΜΥ1, συναφώς, ισχυρίστηκε ότι, ανεξάρτητα της όποιας ψυχιατρικής πάθησης του Ενάγοντα, τούτος δεν ήταν τίμιος και ειλικρινής έναντι του ελέγχου στον οποίο τον υπέβαλε, και η ΜΥ3, συναφώς, ισχυρίστηκε ότι, από τα όσα τέθηκαν ενώπιον της, περιλαμβανομένων και των δύο ηλεκτροεγκεφαλογραφημάτων, στη βάση πάντα της εικόνας και συμπεριφοράς του Ενάγοντα κατά τις εξετάσεις του από το ιατροσυμβούλιο, και ανεξάρτητα από το αν πάσχει από αγχώδη κατάθλιψη ή όχι, δεν διεφάνη να πάσχει από νευρολογική πάθηση. Με δεδομένη τη κρίση μου για μη αποδοχή της αμφισβητούμενης μαρτυρίας του Ενάγοντα και της ΜΕ4, αλλά και για μη δυνατότητα χρήσης των αποτελεσμάτων των γνωστικών ελέγχων που διενήργησε η κλινική του ΜΕ2, η διάγνωση των ΜΕ2 και ΜΕ3 περί μετατραυματικού συνδρόμου[20] και μειωμένων γνωστικών δυνατοτήτων του Ενάγοντα, στη βάση του δεδομένου ότι, εν πολλοίς, στηρίχθηκαν στο ιστορικό που ο Ενάγοντας και η ΜΕ4 έδωσαν και στους γνωστικούς ελέγχους που διενήργησε η κλινική του ΜΕ2, δεν μπορούν να τύχουν χρήσης από το Δικαστήριο. Από την άλλη, δέχομαι ότι, για λόγους που παρέμειναν άγνωστοι στο Δικαστήριο, ο Ενάγοντας πάσχει από αγχώδη κατάθλιψη, διάγνωση στη οποία προέβη, αρχικά, ο ΜΕ3 τον Απρίλιο του 2012 (για την ορθότητα της οποίας, ωστόσο, δεν μπορώ να αποφανθώ ενόψει του ότι στηρίχθηκε στα όσα του ανέφεραν ο Ενάγοντας και η ΜΕ4 και σε προκαταρτικό και μόνο γνωστικό έλεγχο τα αποτελέσματα του οποίου μπορούν εύκολα να επηρεαστούν από ένα επιτήδειο εξεταζόμενο), και, ακολούθως, ο ΜΕ2, τον Νοέμβριο του 2016, και για την οποία πάθηση, έκτοτε (Νοέμβριο του 2016), παρακολουθείται από τη κλινική του ΜΕ
  4. ΜΥ2 Η μαρτυρία της ΜΥ2 δεν κρίνεται βοηθητική για τη απόφανση επί των υπό αμφισβήτηση επιδίκων ζητημάτων. Στην ουσία, μέσω της μαρτυρίας της, αναγνωρίστηκε, απλά, στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 11, η τελική απόφαση του ιατροσυμβουλίου. Ως προ τα ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα, παρέπεμψε στην ΜΥ3 λόγω της ιδιότητας της τελευταίας ως νευρολόγος. Ουδέποτε ζητήθηκε από την ΜΥ2, ως ψυχίατρος, να εκφράσει σχετική γνώμη για τον Ενάγοντα, και ούτε έδωσε στο Δικαστήριο, μέσω της μαρτυρίας της, εκείνα τα απαραίτητα εχέγγυα και επιστημονικά κριτήρια ώστε επί της μαρτυρίας να μπορώ να βασίσω δικό μου, ανεξάρτητο, σχετικό, εύρημα ή συμπέρασμα επί των επιδίκων ζητημάτων. Τελικά ευρήματα Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της ενώπιόν μου μαρτυρίας, καταλήγω στα ακόλουθα τελικά ευρήματα. Στις 22/10/2010, ο ενάγοντας, ενώ βρισκόταν σε διατεταγμένη υπηρεσία έξωθεν του θαλάμου στο στρατόπεδο που υπηρετούσε και ασχολείτο με τον καθαρισμό όπλου, αλουμινένιο παράθυρο του θαλάμου, συνεπεία ευθύνης του Εναγόμενου, έπεσε επί της κεφαλής του και του προκάλεσε κρανιοεγκεφαλική κάκωση συνοδευόμενη από θλαστικό τραύμα, για την αντιμετώπιση του οποίου διενεργήθηκε, αυθημερόν, συρραφή. Ενάμισι περίπου χρόνο μετά, και ενώ ο Ενάγοντας είχε ήδη εγγραφεί σε πανεπιστήμιο στη Αγγλία για εκμάθηση γλώσσας, αποτάθηκε στον ΜΕ3 ο οποίος και ετοίμασε το ιατρικό πιστοποιητικό, τεκμήριο 3, το οποίο ο Ενάγοντας χρησιμοποίησε ως υποστηρικτικό έγγραφο για αίτηση που υπέβαλε στο Πανεπιστήμιο για να τύχει βοήθειας ειδικού καθηγητή λόγω μαθησιακών αδυναμιών. Για το ίδιο σκοπό, ο Ενάγοντας, με τη συνδρομή της Μητέρας του, χρησιμοποίησε και έτερο ιατρικό πιστοποιητικό, τεκμήριο 12, το οποίο ετοίμασε άλλος γιατρός, ο οποίος ουδέποτε εξέτασε τον Ενάγοντα (ούτε καν τον είδε ή συνομίλησε μαζί του), το οποίο πιστοποιητικό, σύμφωνα με τα όσα ο Ενάγοντας και η ΜΕ4 ισχυρίστηκαν, τουλάχιστον σε ότι αφορά στα τραύματα του Ενάγοντα από τροχαίο ατύχημα κατά το 2013, δεν περιέχει αληθείς αναφορές. Με τα δύο αυτά πιστοποιητικά, ο Ενάγοντας κατάφερε και εξασφάλισε, επί συνεχούς βάσης, βοήθεια από ειδικό καθηγητή. Τον Ιούλη του 2015, ο Ενάγοντας ολοκλήρωσε τις σπουδές του και του απονεμήθηκε ο τίτλος Bachelor of Arts in Marketing with Advertising Management. Παρά την επιτυχία του στις σπουδές του και παρά το ότι η αδελφή του ασκούσε ήδη το επάγγελμα του διαφημιστή, ο Ενάγοντας επέλεξε να μην ασχοληθεί με αυτό. Περί τον Νοέμβριο του 2016, επισκέφθηκε τη κλινική του ΜΕ2 και ζήτησε βοήθεια σε σχέση με προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε. Η διάγνωση του ΜΕ2, ήταν ότι ο Ενάγοντας πάσχει από αγχώδη κατάθλιψη και στη βάση αποτελεσμάτων δύο ηλεκτροεγκεφαλογραφημάτων που διενεργήθηκαν τον Δεκέμβριο του 2018, και με σκοπό να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να υποστεί ο Ενάγοντας επιληπτική κρίση, έκτοτε, χορηγείται σ' αυτόν αντιεπιληπτική φαρμακευτική αγωγή. Παρέμεινε άγνωστη η αιτία που προκάλεσε την αγχώδη κατάθλιψη του Ενάγοντα, ενώ η δυσλειτουργία που παρουσιάστηκε στα ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα, δεν αποκλείεται, στη βάση της μαρτυρίας της ΜΥ3 ως προς τις αιτίες που θα δικαιολογούσαν την καταγραφή της, να συνδέεται με τη αγχώδη κατάθλιψη από την οποία πάσχει ο Ενάγοντας και ενδεχομένως διακατεχόταν κατά τη διενέργεια των ηλεκτροεγκεφαλογραφημάτων. Προς τον ΜΕ2, ΜΕ3 και Δρ. Παναγιώτου, που διενήργησε το ένα από τα δύο ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα, ο ενάγοντας κατέβαλε το συνολικό ποσό των €1440,
  5. Δεν διαφεύγει του Δικαστηρίου ότι, στη βάση του περιεχομένου των τεκμηρίων 5 (α) και (β), αλλά και 8 (α) και (β), ο Ενάγοντας έχει διαγνωστεί (μεταξύ Δεκεμβρίου 2016 και Ιουνίου 2018) από κρατικούς γιατρούς ως πρόσωπο που πάσχει από κατάθλιψη, άγχος, διαταραχές μνήμης, κακή λειτουργικότητα και ότι έχει μειωμένες διανοητικές ικανότητες. Ωστόσο, με δεδομένο, (α) τον περιορισμένο σκοπό για τον οποίο κατατέθηκαν ως τεκμήρια τα εν λόγω έγγραφα[21], (β) ότι οι συντάκτες τους δεν παρουσιάστηκαν ως μάρτυρες ενώπιον του Δικαστηρίου, (γ) ότι καμία εξήγηση δεν δόθηκε για την μη παρουσία τους, (δ) ότι κανένα στοιχείο, λεπτομέρεια ή επιστημονικό κριτήριο επί των οποίων, ενδεχομένως, εδράστηκαν οι διαγνώσεις των προσώπων αυτών δεν δόθηκε στο Δικαστήριο και (ε) ότι παρέμεινε άγνωστη η στάση και τρόπος δράσης του Ενάγοντα κατά τις όποιες εξετάσεις του έγιναν για να προκύψουν οι εν λόγω διαγνώσεις, καμία βαρύτητα δεν μπορεί να δοθεί στο περιεχόμενό τους (βλέπε Χαραλάμπους ν. Αβραάμ κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 1441). Νομική πτυχή Με δεδομένη την αποδοχή ευθύνης από πλευράς του Εναγομένου για τον επίδικο τραυματισμό του Ενάγοντα, και με δεδομένη τη θέση του τελευταίου ότι, πέραν του αδιαμφισβήτητου θλαστικού τραύματος στη κεφαλή που αντιμετωπίστηκε με συρραφή, ο επίδικος τραυματισμός του, του προκάλεσε και τη μετέπειτα ψυχιατρικής φύσης συμπτωματολογία του, απαραίτητο είναι να παρατεθούν τα όσα νομολογιακά αποφασίστηκαν σε σχέση με την αιτιώδη συνάφεια. Αναφορικά με την αναγκαία σύνδεση της αιτιώδους συνάφειας με το ζημιογόνο αποτέλεσμα, στην υπόθεση Ζωή Κωνσταντίνου ν. The Cyprus Phassouri Plantations Co. Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 720, αναφέρθηκαν τα εξής, σχετικά: Είναι νομολογημένο πως, η αιτιώδης συνάφεια πρέπει να συνδέεται με το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Για να αποδειχθεί ευθύνη για αστικό αδίκημα θα πρέπει να αποδεικνύεται αμέλεια ή παράβαση νομικού καθήκοντος, καθώς επίσης και ότι η παράβαση αυτή επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Το βάρος της απόδειξης και των δυο αυτών στοιχείων βαρύνει τον ενάγοντα και δεν μετατοπίζεται κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. Κάποια νομολογία δημιούργησε κάποια διαφοροποίηση στον κανόνα αυτό, που όμως δεν χρειάζεται να αναλύσουμε, γιατί το όλο θέμα το ξεκαθάρισε από πιθανές παρερμηνείες η υπόθεση Wilsher v. Essex Area Health Authority [1988] 1 All E.R. 871, την οποία υιοθετούμε και στην οποία αποφασίστηκαν τα ακόλουθα: "Where a plaintiff's injury was attributable to a number of possible causes, one of which was the defendant's negligence, the combination of the defendant's breach of duty and the plaintiff's injury did not give rise to a presumption that the defendant had caused the injury. Instead the burden remained on the plaintiff to prove the causative link between the defendant's negligence and his injury, although that link could legitimately be inferred from the evidence. Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την αγωγή στο οικείο νομικό πλαίσιο Με δεδομένη την αποτυχία του Ενάγοντα να συσχετίσει τα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει με τον επίδικο τραυματισμό του, δικαιούται μόνο σε γενικές αποζημιώσεις για το θλαστικό τραύμα που υπέστη από τη πτώση του παραθύρου, το οποίο αντιμετωπίστηκε με συρραφή[22]. Λαμβάνω, επίσης, στη βάση του περιεχομένου του τεκμηρίου 17[23], υπόψη ότι, την 01/11/2010 και δη 10 μέρες μετά τη συρραφή του τραύματος, διαγνώστηκε με μετατραυματική κεφαλαλγία και του χορηγήθηκε επιπρόσθετη αναρρωτική άδεια για επτά μέρες. Παρέμεινε άγνωστο το μήκος του τραύματος, ούτε και υπεδείχθη στο δικαστήριο οποιαδήποτε ουλή, που η λογική και μόνο θέλει να υπάρχει, ούτε και τέθηκε αποδεκτή μαρτυρία, προσδιοριστική του αριθμού των ραφών, ώστε, συμπερασματικά έστω, να μπορούσε το τραύμα να ταξινομηθεί κάπως ή τουλάχιστον να χαρακτηριστεί με κάποιο τρόπο. Γενικές αποζημιώσεις Σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν σε διάφορες υποθέσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι αποζημιώσεις είναι το μέσο με το οποίο εκτιμάται ο πόνος και η ταλαιπωρία του θύματος και δεν αποσκοπούν στην τιμωρία του προσώπου που φέρεται ως νομικά υπεύθυνο για τα τραύματα του πρώτου και/ή την επιδείνωσή τους. Το ύψος τους δε, πρέπει να αντανακλά στη φύση και έκταση των τραυμάτων ή επιδείνωσης, αλλά και του πόνου του θύματος. Αναγνωρίζεται και παρατηρείται μία ανοδική πορεία αναφορικά με το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικάζονται για σωματικές βλάβες. Η τάση, όμως, αυτή, δεν είναι ανεξέλεγκτη και πρέπει να περιορίζεται μέσα σε λογικά πλαίσια. Αυτό που κρίνεται ουσιαστικό είναι, η εν λόγω τάση, να αντανακλά στην μεγαλύτερη ευαισθησία που επιδεικνύεται πλέον για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας, αλλά και την ψυχική οδύνη που υπόκειται κάποιος συνεπεία της περιθωριοποίησης του από τις συνήθεις δραστηριότητες του. Πρέπει να τονιστεί ότι δεν υπάρχει σταθερό μέτρο αποτίμησης του ανθρώπινου πόνου. Αναφορές και/ή κρίσεις δικαστηρίων σε άλλες αποφάσεις, απλά παρέχουν μια γενική καθοδήγηση γιατί δεν είναι δυνατό δύο πρόσωπα, τα οποία τραυματίστηκαν και/ή επιδεινώθηκε η κατάσταση της υγείας τους κάτω από τελείως διαφορετικές συνθήκες και δεδομένα, να υποστούν όμοιες και/ή πανομοιότυπες σωματικές βλάβες και/ή πόνο και οδύνη. Εντούτοις, όταν αναφορικά με άλλες εκδικασθείσες υποθέσεις, υπάρχει, είτε κάποια συνάφεια ως προς τα τραύματα, είτε αναλογία ως προς την έκταση, είδος και/ή επακόλουθα τούτων, είτε, τέλος, ως προς την επιδείνωσή τους, σωστό και πρέπον είναι τα δικαστήρια να αντλούν καθοδήγηση και να λαμβάνουν υπόψη τους το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικάστηκαν στις εν λόγω υποθέσεις, και με γνώμονα τούτες, αλλά πρωτίστως έχοντας κατά νου τα δεδομένα και περιστατικά της υπό εκδίκασης υπόθεσης, να καταλήξουν στο ύψος των αποζημιώσεων που θα επιδικάσουν. Ένας ουσιαστικός παράγοντας που συνυπολογίζεται κατά την κρίση ως προς το ύψος των γενικών αποζημιώσεων, είναι οι αλλαγές στην αγοραστική αξία του χρήματος και οι σχετικές με το θέμα αποζημιώσεων, εξελίξεις της νομολογίας. Ως έχει ειπωθεί, «στον καθορισμό του ποσού των αποζημιώσεων λαμβάνεται ασφαλώς υπόψη η αξία του χρήματος. Ένα ποσό, ως αριθμός, μπορεί να ακούεται και να διαβάζεται μεγάλο. Πρέπει όμως να υπολογίζεται ουσιαστικά ώστε να έχει αντιστοιχία με την αγοραστική του αξία». (βλ. Γεννάδιος Τζιβανίδης ν. Λούη Μιχαηλίδη
(2008)1 ΑΑΔ 218, και για μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση επί των πιο πάνω θεμάτων βλ. Ανδρέας Καΐλας ν. Ανδρέα Παπαχαραλάμπους ως Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Κώστα Σαϊττη
(2009)1 Α' ΑΑΔ 596, Γεώργιος Ταμπουράς v. Κυριακής Κολάνη
(2008)1 ΑΑΔ 384, Χρίστος Φωτίου ν. Στέλιου Νεοφύτου κ.ά.
(2005)1 ΑΑΔ 1511, Χαριλάου ν. Νικολάου
(2003)1 ΑΑΔ 1460, Μιχαήλ κ.α. ν. Φίλιος Γ. Συκοπετρίτης Λτδ. κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 1049, Μαυροπετρή ν Λουκά
(1995)1 ΑΑΔ 66, Κωνσταντίνου ν. Ιωάννου
(1993)1 ΑΑΔ 669, Παναγή ν. Θεοδώρου κ.α.
(1992)1 Β ΑΑΔ 1303, Φοινικαρίδης & άλλη ν. Γεωργίου & άλλων
(1991)1 ΑΑΔ 475, Fysco Contructing Co Ltd v. Γεωργίου
(1991)1 ΑΑΔ 1014, Σπύρου ν. Χ"Χαραλάμπους
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 298), Polycarpou v. Adamou
(1988)1 CLR 727, Paraskevaides (Overseas) Ltd and Another v. Christofi
(1982)1 CLR 789). Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές, παραθέτω, ευθύς αμέσως, αποφάσεις που κατά την γνώμη μου αφορούν σε σωματικές βλάβες, πόνο και οδύνη, ανάλογες και/ή προσομοιάζουσες με αυτές που υπέστη ο Ενάγοντας στην υπό εξέταση υπόθεση. Κρίνω ότι, οι πιο κάτω υποθέσεις, πληρούν, στο βαθμό που είναι αναγκαίο, την απαιτούμενη αναλογία αναφορικά με το πόνο και ταλαιπωρία του Ενάγοντα και για αυτό παρατίθενται κατωτέρω, και στο βαθμό που είναι επιτρεπτό, λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο. Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αναστασιάδη
(2003)1 Γ Α.Α.Δ. 1709, για σοβαρή κάκωση και θλαστικό τραύμα της ινιακής χώρας της κεφαλής, εγκεφαλική διάσειση, σοβαρά διαστρέμματα και θλάσεις αυχένος, θώρακα, ράχης και οσφύος, με αρκετό πόνο και ταλαιπωρία, έχοντας αυχεναλγίες και μυαλγία της ράχης αρκετό χρόνο μεταγενέστερα, επικυρώθηκε, ως λογικό, το πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό των Λ.Κ.3.500. Στην υπόθεση Κεζαρίδη ν. Κωνσταντίνου
(2007)1 Β Α.Α.Δ. 1373, ποσό ύψους Λ.Κ.6.000, το οποίο επιδικάστηκε, πρωτοδίκως, ως γενικές αποζημιώσεις, στον εφεσίβλητο, ο οποίος είχε υποστεί σοβαρό διάστρεμμα της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, κακώσεις στη κεφαλή και εγκεφαλική διάσειση και υπέφερε από πονοκεφάλους και δυσκαμψία του αυχένα για 14 μήνες, παραμένοντας εκτός εργασίας, κρίθηκε ως ποσό κοντά στο ανώτατο όριο που θα μπορούσε δικαίως να επιδικαστεί υπέρ του. Στην υπόθεση Κωνσταντινίδης v. Παπαμιλτιάδους κ.α.
(2007)1 Β Α.Α.Δ. 733, σε γυναίκα ηλικίας 53 ετών που είχε υποστεί κάταγμα της κερκίδος αριστερά, τραύματα στο δεξιό γόνατο και στο βλεννογόνο του κάτω χείλους και διάφορους μώλωπες με μόνιμα κατάλοιπα, μικρή παραμόρφωση, μικρό περιορισμό της κινητικότητας της αριστερής πηχεοκαρπικής και αδυναμία σύσφιξης, επικυρώθηκαν γενικές αποζημιώσεις ύψους Λ.Κ.15.000. Στην ίδια υπόθεση επικυρώθηκαν γενικές αποζημιώσεις ύψους Λ.Κ.5.000 σε άλλη γυναίκα που είχε υποστεί κάταγμα της πέμπτης πλευράς δεξιά, διάστρεμμα της αυχενικής μοίρας και εγκεφαλική διάσειση, φέροντας αυχενικό κολάρο για 3 μήνες συνεχώς, με μόνιμα κατάλοιπα κάποια ευαισθησία με τις καιρικές αλλαγές. Στην ίδια υπόθεση επίσης επικυρώθηκαν γενικές αποζημιώσεις ύψους Λ.Κ.1.000 σε άλλη γυναίκα που είχε υποστεί συνεπεία του ατυχήματος πόνο στον αυχένα, κεφαλαλγία και ζάλη. Στην υπόθεση Perera v. Άστρα
(2006)1 Β Α.Α.Δ. 1074, για θλαστικό τραύμα στο τριχωτό της κεφαλής, κάταγμα τεσσάρων πλευρών αριστερά, κάταγμα κεφαλής της αριστερής περόνης και θλάση της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης για την αντιμετώπιση των οποίων τοποθετήθηκε γύψινος νάρθηκας και αυχενικό κολάρο για 2 και 6 εβδομάδες, αντίστοιχα, με απουσία μόνιμων σοβαρών καταλοίπων, η πρωτόδικη κρίση για γενικές αποζημιώσεις ύψους Λ.Κ.7.000, επικυρώθηκε. Στην υπόθεση Αδαμίδης κ.α. ν. Χατζηνικολάου
(2007)1 Β Α.Α.Δ. 1108, το ποσό των Λ.Κ.6.000, το οποίο αποδόθηκε, πρωτοδίκως, ως γενικές αποζημιώσεις, για εκχυμώσεις στον αριστερό οφθαλμό και αιμάτωμα της κάτω ρινικής κόγχης, διάστρεμμα του αυχένα και επώδυνου περιορισμού των κινήσεων του, εκδορές και θλάση των μαλακών μορίων του αριστερού ώμου, αγκώνων και αντιβραχίονα με μόνιμα κατάλοιπα μια μικρή εμφανή ουλή στο μέτωπο και μια πολύ μικρή στο φρύδι, σε νέο 17 ετών κατά τον χρόνο τραυματισμού του, αν και χαρακτηρίστηκε ως μάλλον χαμηλό, δεν κρίθηκε ως έκδηλα ανεπαρκές. Τέλος, στην υπόθεση L.P. Transbeton Ltd v. Σταύρου κ.α.
(2009)1 Α Α.Α.Δ. 304, σε άνδρα ηλικίας 37 ετών ο οποίος σε εργατικό ατύχημα, υπέστη αιμάτωμα περιοφθαλμικά του αριστερού ματιού και βλεφάρου, εγκεφαλική διάσειση και διάστρεμμα της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, αποδόθηκαν, πρωτοδίκως, ως γενικές αποζημιώσεις, Λ.Κ.2.500, ποσό το οποίο και επικυρώθηκε εφετειακά. Τελική Κρίση Με γνώμονα τις ανωτέρω δικαστικές κρίσεις επί των γενικών αποζημιώσεων, στη βάση πάντα του πόνου, οδύνης, ταλαιπωρίας που υπέστη ο Ενάγοντας λόγω του τραυματισμού που του προκάλεσε ο εναγόμενος, καθώς επίσης και της ηλικίας του, κρίνω ότι, υπό τις περιστάσεις, οι δίκαιες και εύλογες γενικές αποζημιώσεις που θα πρέπει να του επιδικαστούν είναι αυτές των €4.000,00. Στη βάση των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των €4.000,00, ως γενικές αποζημιώσεις. Ερχόμενος, τώρα, στο θέμα του τόκου, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Ενάγοντας τραυματίστηκε τον Οκτώβριο του 2010, ενώ η αγωγή καταχωρήθηκε στις 05.10.2011, ήτοι ένα περίπου χρόνο μετά, χωρίς ο Ενάγοντας να δικαιολογήσει την παρατηρηθείσα αυτή καθυστέρηση (βλ. Παύλος Ευαγγέλου ν. Άθως Δημητρίου
(2008)1 ΑΑΔ 248), κρίνω ορθό, όπως, επί του ποσού των γενικών αποζημιώσεων (€4.000,00), επιδικαστεί νόμιμος τόκος από την καταχώρηση της αγωγής, ήτοι, από τις 05.10.2011 μέχρι τελείας εξόφλησης. Ως προς τα έξοδα της αγωγής, δεν έχω κανέναν λόγο για να παρεκκλίνω από τον κανόνα που θέλει τούτα να ακολουθούν το αποτέλεσμα της υπόθεσης και κατά συνέπεια, αυτά επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στη Κλίμακα €2.000,00 - €10.000,
  1. (Υπ.) .................................... Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Σε σχέση με τις προ του επιδίκου τραυματισμού επιδόσεις του, στη βάση, πάντα, των όσων σχετικών του ανάφεραν ο Ενάγοντας και η ΜΕ
  2. [2] Το Τεκμήριο 16 αποτελεί τη μετάφραση του Τεκμηρίου 9(β) από Αγγλικά σε Ελληνικά. [3] Υπάρχουν ειδικές καταγραφές επί του τεκμηρίου
  3. [4] Δεν τον είχε ακόμα επισκεφθεί. [5] Κατά την θητεία του στην Εθνική Φρουρά. [6] Βλέπε σχετικές αναφορές του Ενάγοντα προς τον ΜΥ1, ως τούτες καταγράφονται και δεν αμφισβητήθηκαν, στο τεκμήριο
  4. [7] Αντίγραφο του ιατρικού φακέλου του Ενάγοντα σε σχέση με το τραυματισμό του από το τροχαίο ατύχημα του Ιουλίου
  5. [8] Ιατρικό πιστοποιητικό που ετοιμάστηκε από τον Δρ. XXXXX Παπαγιάννη, Ορθοπαιδικός Χειρούργος - Τραυματολόγος. [9] Η βασική θέση του Ενάγοντα και της ΜΕ4 ήταν ότι, από το τροχαίο ατύχημα του 2013, ο Ενάγοντας δεν υπέστη κανένα σοβαρό τραυματισμό, σε αντίθεση με τα όσα εκεί (στο τεκμήριο 12) καταγράφονται. [10] Καμία εξήγηση δεν δόθηκε για τη διάσταση. [11] Η σχετική αναφορά του Ενάγοντα προκύπτει από την τελευταία παράγραφος της σελίδας 2 του τεκμηρίου 17 - θέση που δεν αμφισβητήθηκε από τον Ενάγοντα, ούτε και τέθηκε εν αμφιβόλω κατά το στάδιο της αντεξέτασης του ΜΥ
  6. [12] Η Αναφορά που ετοίμασε ο ΜΥ1 για την ψυχολογική αξιολόγηση του Ενάγοντα. [13] Πέραν του αδιαμφισβήτητου θλαστικού τραύματος που προκλήθηκε από τη πτώση του παραθύρου και της αντιμετώπισής του δια συρραφής. [14] Κατά την ΜΥ3, χωρίς επί τούτου να αμφισβητηθεί, πρόκειται για νόσο που ταξινομείται διεθνώς με ψυχιατρικό και όχι νευρολογικό κωδικό. [15] Ο επίδικος τραυματισμός του ήταν επί του κρανίου του. [16] Ως το έλαβαν από αυτό και τη μητέρα του. [17] Σχετική αναφορά του ΜΕ
  7. Παρόμοια προσέγγιση ακολούθησε και ο ΜΕ
  8. [18] Βλέπε τεκμήριο
  9. [19] Το κατά πόσο η όποια πάθηση, ενδεχομένως, προκύπτει από τα αποτελέσματά τους, οφείλεται στον επίδικο τραυματισμό του Ενάγοντα, εξαρτάται, αποκλειστικά, στο αληθές ή μη του ιστορικού του Ενάγοντα ως τούτο μεταφέρθηκε από τον ίδιο και την ΜΕ
  10. [20] Στη βάση του επίδικου τραυματισμού του Ενάγοντα. [21] Όχι για την αλήθεια του περιεχομένου τους. [22] Όλες οι επιζητούμενες ειδικές αποζημιώσεις αφορούν σε ιατρικά έξοδα που σχετίζονται με συμπτωματολογία του Ενάγοντα που δεν συσχετίστηκε με τον επίδικο τραυματισμό του. [23] Σελίδα
  11. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.