← Κύπρος

Σοφοκλέους ν. Πρωτοπαπά κ.α., Αρ. Αγωγής: 5292/10, 25/2/2020

Σοφοκλέους ν. Πρωτοπαπά κ.α., Αρ. Αγωγής: 5292/10, 25/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2020:A652 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5292/10 Μεταξύ: XXXXX Σοφοκλέους Ενάγουσας Και

  1. Δρ. XXXXX Πρωτοπαπά
  2. Δρ. XXXXX Ιωάννου Εναγομένων Ημερομηνία: 25 Φεβρουαρίου, 2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κ. Γ. Γεωργιάδης. Για τον Εναγόμενο 1: κα Στ. Ερωτοκρίτου. Για τον Εναγόμενο 2: κ. Γ. Κορφιώτης. Απόφαση Η Απαίτηση Με την υπό ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, η Ενάγουσα επιδιώκει την έκδοση απόφασης για γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, εναντίον αμφοτέρων των Εναγομένων, αλληλέγγυα ή/και κεχωρισμένα σε σχέση με σωματικές βλάβες, ταλαιπωρία, πόνο και βάσανα που κατ' ισχυρισμό υπέστη συνεπεία της αμέλειας και της παράβασης των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων τους και/ή στη βάση εκ προστήσεως ευθύνης και/ή παράβασης σύμβασης και/ή συνεπεία λανθασμένης ιατρικής διάγνωσης και λανθασμένης παροχής ιατρικής περίθαλψης και φαρμακευτικής αγωγής και/ή αποτυχίας των Εναγομένων να διαγνώσουν έγκυρα και έγκαιρα και να χορηγήσουν στην Ενάγουσα την ορθή, πρέπουσα και επιβαλλόμενη θεραπεία. Εκείνο που προκύπτει από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, αλλά και από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, που προσκομίστηκε από πλευράς της Ενάγουσας προς υποστήριξη της αγωγής, είναι ότι η τελευταία θεωρεί ότι, αμφότεροι οι Εναγόμενοι, οι οποίοι, σε διαφορετικούς χρόνους, αποτέλεσαν τους θεράποντες νευρολόγους γιατρούς της, απέτυχαν να διαγνώσουν ότι έπασχε από XXXXX (συγκοπή που προκαλείται από καρδιακά αίτια - στο εξής «η συγκοπή») και διέγνωσαν, λανθασμένα, ότι έπασχε από επιληψία, χορηγώντας σε αυτή ανεπίτρεπτη αντιεπιληπτική φαρμακευτική αγωγή, η οποία, όχι απλά δεν θεράπευσε και/ή μείωσε τη συμπτωματολογία που παρουσίαζε, αλλά, τουναντίον, επιδείνωσε τούτη, σε τέτοιο βαθμό που προκαλείτο στην Ενάγουσα πόνος, ταλαιπωρία, σωματικές βλάβες και κίνδυνος ακόμα και για την ίδια της τη ζωή, αλλά και τη ζωή των οικείων της. Είναι, στην ουσία, η θέση της Ενάγουσας ότι, η συμπτωματολογία που παρουσίαζε όταν, κατά καιρούς, την εξέταζαν οι Εναγόμενοι, δεν δικαιολογούσε τη διάγνωση τους περί επιληψίας, αλλά, μόνο διάγνωση για συγκοπή. Είναι δε στη βάση των ανωτέρω που κινεί την παρούσα αγωγή και επιδιώκει τις πιο πάνω αναφερόμενες θεραπείες. Οι Υπερασπίσεις Αμφότεροι οι Εναγόμενοι, με τις Υπερασπίσεις τους, απορρίπτουν τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και ισχυρίζονται ότι, ορθώς διέγνωσαν, στη βάση των δεδομένων που είχαν ενώπιον τους, ότι η Ενάγουσα έπασχε από επιληψία και ορθώς χορήγησαν σε αυτή αντιεπιληπτική φαρμακευτική αγωγή. Ως δε προκύπτει, τόσο από το περιεχόμενο των Υπερασπίσεων των Εναγομένων (έκαστος καταχώρησε δική του Υπεράσπιση), όσο και από τη μαρτυρία τους, στη βάση των όσων η Ενάγουσα τους ανάφερε κατά τις διάφορες επισκέψεις της στο ιατρείο τους, και των όσων πληροφορήθηκαν στο διάστημα αυτό, η μόνη ορθή διάγνωση στην οποία μπορούσαν να προβούν ήταν αυτή της επιληψίας, και ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπιστεί η συμπτωματολογία της ήταν η χορήγηση αντιεπιληπτικής θεραπευτικής αγωγής, την οποία και χορήγησαν στην τελευταία. Στη βάση των ανωτέρω, ζητούν την απόρριψη της αγωγής και την καταδίκη της ενάγουσας στα έξοδα. Προβάλλουν, διαζευκτικά, ότι, δεν αποκλείεται η ενάγουσα να έπασχε, παράλληλα, και από τις δύο ασθένειες. Κοινώς αποδεχτά γεγονότα Ο Εναγόμενος 1 (για ένα έτος, περίπου), και ο Εναγόμενος 2 (για πέραν των δύο ετών - πρώτα ο Εναγόμενος 2 και ακολούθως ο Εναγόμενος 1) αποτέλεσαν, διαδοχικά, θεράποντες νευρολόγοι ιατροί της Ενάγουσας σε σχέση με συμπτωματολογία που παρουσίαζε. Περί τον Οκτώβριο του 2007, η Ενάγουσα έπαυσε να επισκέπτεται τον Εναγόμενο 2 και επέλεξε, ως νέο θεράποντα γιατρό της, τον Εναγόμενο
  3. Και οι δύο Εναγόμενοι αντιμετώπισαν την Ενάγουσα ως πάσχουσα από επιληψία και, κατά συνέπεια, χορηγούσαν σε αυτή, αντιεπιληπτική αγωγή. Περί το Φθινόπωρο του 2008, η Ενάγουσα, αφού προηγουμένως ζήτησε και έλαβε από τον Εναγόμενο 1 ιατρική έκθεση, ζήτησε νέα γνώμη από Άγγλο νευρολόγο, ο οποίος την παρέπεμψε σε Άγγλο καρδιολόγο,. Οι Άγγλοι γιατροί την υπέβαλαν σε διάφορες εξετάσεις και ετοίμασαν αριθμό επιστολών/ιατρικών πιστοποιητικών (στο εξής «τα πιστοποιητικά» ή «οι επιστολές»), τα οποία και κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήρια. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό για να σημειώσω ότι, και οι δύο πλευρές εδράζουν διάφορα επιχειρήματα τους σε μέρος των πιστοποιητικών αυτών, ενώ άλλο μέρος τους τίθεται εν αμφιβόλω, καθώς επίσης και ότι, οι Άγγλοι γιατροί, συντάκτες των πιστοποιητικών αυτών, δεν παρουσιάστηκαν ως μάρτυρες κατά τη δίκη. Επανερχόμενος στα κοινώς αποδεχτά γεγονότα, κατόπιν συμβουλής και υπόδειξης των Άγγλων γιατρών, η Ενάγουσα άρχισε, σταδιακά, να μειώνει και να εγκαταλείπει την αντιεπιληπτική αγωγή που λάμβανε. Σημειώνεται, συναφώς, ότι, αναφορικά με το κατά πόσο η Ενάγουσα έχει εγκαταλείψει πλήρως την αντιεπιληπτική φαρμακευτική αγωγή ή συνεχίζει ακόμα να λαμβάνει τέτοια, οι δύο πλευρές προέβαλαν διαφορετικές θέσεις. Για τα μόλις πιο πάνω κοινώς αποδεχτά γεγονότα προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Ακροαματική διαδικασία Η Ενάγουσα για σκοπούς υποστήριξης της αγωγής της, παρουσίασε δύο μάρτυρες. Πρώτη κατέθεσε η ίδια (στο εξής «η Ενάγουσα») και ακολούθησε ο Δρ. XXXXX Λοΐζου (στο εξής «ο ΜΕ2»). Από πλευράς των Εναγομένων, για σκοπούς αναχαίτισης της αγωγής, ενόρκως κατέθεσαν μόνο οι ίδιοι (στο εξής «ο Εναγόμενος 1» και «ο Εναγόμενος 2»). Συνοπτική παράθεση μαρτυρίας Η Ενάγουσα Η Ενάγουσα, εκείνο που στην ουσία υποστήριξε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ότι, προτού επισκεφθεί τον Εναγόμενο 2, ένιωθε ζαλάδες και τάση για λιποθυμία, καθώς επίσης και πονοκέφαλους. Πιο συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι, ενώ στεκόταν ένιωθε ζάλη, η όραση της θόλωνε, ένιωθε αδυναμία και καταλάβαινε ότι θα λιποθυμήσει και ακολούθως έπεφτε αναίσθητη στο πάτωμα για μερικά δευτερόλεπτα. Διάστημα, κατά το οποίο άκουγε το τι συνέβαινε γύρω της, αλλά δεν μπορούσε να ανταποκριθεί, παρά μόνο να προβεί σε κάποια γνεψίματα με τα μάτια της. Μετά πάροδο 5 ‑ 10 λεπτών από το επεισόδιο, με τη βοήθεια των γύρω της, μπορούσε να επανέλθει. Αυτή η συμπτωματολογία της την οδήγησε στο να αναζητήσει ιατρική συμβουλή, και κατόπιν υπόδειξης γιατρού άλλης ειδικότητας, επισκέφθηκε, για πρώτη φορά, τον Εναγόμενο 2, o οποίος, ως νευρολόγος, στη βάση των όσων του ανάφερε και αφού την υπέβαλε και σε εξέταση εγκεφαλογραφήματος, διέγνωσε ότι έπασχε από ελαφριάς μορφής επιληψία και άρχισε να της χορηγεί αντιεπιληπτική φαρμακευτική αγωγή. Για ένα διάστημα περίπου τριών ετών συνέχισε να επισκέπτεται τον Εναγόμενο 2, o οποίος διαφοροποιούσε κατά καιρούς τη φαρμακευτική αγωγή δια της προσθήκης νέων ή δια αφαίρεσης ήδη λαμβανομένων αντιεπιληπτικών φαρμάκων και αντικατάστασή τους με άλλα. Παρά ταύτα, η κατάσταση της δεν παρουσίασε οποιαδήποτε βελτίωση. Τουναντίον οι λιποθυμίες ήταν συχνότερες και γενικά η κατάσταση της επιδεινωνόταν. Μέχρι, δε, τον Φεβρουάριο του 2006, τα λιποθυμικά επεισόδια αυξήθηκαν σε βαθμό που καθημερινά υπόκειτο ένα. Επίσης, μετά τη λήψη της αντιεπιληπτικής αυτής αγωγής, άλλαξε και η μορφή των λιποθυμικών επεισοδίων που αντιμετώπιζε, υπό την έννοια ότι τούτα παρουσιάζονταν εντελώς ξαφνικά και αναπάντεχα, χωρίς να έχει πλέον τις προειδοποιητικές ενδείξεις που είχε προ της επίσκεψης της στον Εναγόμενο 2, με αποτέλεσμα οι πτώσεις της να είναι πλέον απότομες και ανεξέλεγκτες και να επιφέρουν τραυματισμούς σε όλο της το σώμα, περιλαμβανομένης και της κεφαλής της. Στα πλαίσια των επισκέψεων της στον Εναγόμενο 2, εκεί που ανάφερε σ' αυτόν ότι η κατάστασή της επιδεινωνόταν, τούτος προχωρούσε σε αύξηση της δοσολογίας των τεσσάρων αντιεπιληπτικών φαρμάκων που λάμβανε τη δεδομένη στιγμή. Επίσης, σε κάποιο χρονικό σημείο, είχε αποφασίσει με τον σύζυγο της να αποκτήσουν τρίτο παιδί και ζήτησε από τον Εναγόμενο 2 τη γνώμη του σε σχέση με την πρόθεση τους αυτή. Ο Εναγόμενος 2 την ενημέρωσε ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα να επιδιώξει να μείνει έγκυος, και ότι δεν χρειαζόταν, σε εκείνο το στάδιο, να μειωθεί η δοσολογία των αντιεπιληπτικών φαρμάκων που λάμβανε ή να καταργηθεί η λήψη κάποιου ή κάποιων εξ αυτών. Όταν δε τον Μάϊο του 2006 έμεινε έγκυος, κατόπιν συζήτησης με τον Εναγόμενο 2 και υπόδειξης του τελευταίου, σταμάτησε τη λήψη δύο εκ των τεσσάρων αντιεπιληπτικών φαρμάκων που λάμβανε, για όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, φάρμακα τα οποία άρχισε να λαμβάνει, εκ νέου, μετά τη γέννηση του παιδιού της. Κατά τη γέννηση του παιδιού της, που κατά την ίδια γεννήθηκε πρόωρα, ο Εναγόμενος 2 ήταν παρών και κατόπιν οδηγιών του της χορηγούντο συγκεκριμένα αντιεπιληπτικά φάρμακα μέσω όρου. Περί τον Ιανουάριο μέχρι και τον Μάιο του 2007, η κατάσταση της υγείας της Ενάγουσας επιδεινώθηκε και παρουσίαζε συμπτώματα απότομης κούρασης, κατάπτωσης, έντονης ζαλάδας, καθώς επίσης και καθημερινά λιποθυμικά επεισόδια, τα οποία και προκαλούσαν τραυματισμούς στο σώμα της λόγω των ανεξέλεγκτων πτώσεων. Περί τον Μάιο του 2007, ενώ οδηγούσε, με συνεπιβάτη το νεογέννητο τέκνο της, ένιωσε έντονη υπνηλία και σκοτοδίνη, με αποτέλεσμα να προκαλέσει αυτοκινητιστικό δυστύχημα, το οποίο έθεσε σε κίνδυνο, τόσο τη ζωή της ίδιας, όσο και του τέκνου της, αλλά και άλλων ανθρώπων που βρίσκονταν στο σημείο. Το εν λόγω περιστατικό συγκλόνισε την ίδια, όσο και τον περίγυρο της και θεώρησε την όλη κατάσταση της ως ανεξέλεγκτη. Θεώρησε ακόμα ότι η φαρμακευτική αγωγή που λάμβανε ενδεχομένως να μην ήταν ορθή. Είχε ήδη αρχίσει να αντιμετωπίζει σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα με έντονα αισθήματα φόβου, ανησυχίας, ανασφάλειας, απόγνωσης και απελπισίας. Ουδέποτε ο Εναγόμενος 2 την ενημέρωσε ότι η λήψη της αντιεπιληπτικής αγωγής που της χορήγησε επηρέαζε την ικανότητα της να οδηγεί. Όταν ακολούθως ενημέρωσε τον Εναγόμενο 2 για το δυστύχημα, και ζήτησε από αυτόν εξηγήσεις για την κατάσταση της υγείας της, ενημερώνοντάς τον, επίσης, ότι, τούτη (η κατάσταση της) επιδεινωνόταν με τρόπο ανεξέλεγκτο που έθετε πλέον σε κίνδυνο τη ζωή της αλλά και των ανθρώπων γύρω της, καθώς επίσης και ότι πίστευε ότι δεν λάμβανε την ορθή φαρμακευτική αγωγή, ο πρώτος παραδέχθηκε πως η αυξημένη χορήγηση συγκεκριμένου φαρμάκου (topomax) ήταν η αιτία που την οδήγησε στο να χάσει τις αισθήσεις της, μιας και τούτο επιφέρει υπνηλία, και άμεσα μείωσε τη δοσολογία του εν λόγω φαρμάκου. Επίσης, ο Εναγόμενος 2, μετά την πληροφόρηση του για το αυτοκινητιστικό δυστύχημα, αφού πρώτα ρώτησε την Ενάγουσα κατά πόσο η ίδια ανάφερε στην Αστυνομία ότι λάμβανε τη συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή (στην οποία ερώτηση η ενάγουσα απάντησε αρνητικά), ακολούθως της ζήτησε όπως μην αναφέρει οτιδήποτε σχετικό για να μην «μπλέξει σε φασαρίες». Μετά τη συνάντηση τους αυτή, η Ενάγουσα, συνέχισε, κατόπιν των οδηγιών του Εναγόμενου 2, να λαμβάνει την αντιεπιληπτική φαρμακευτική αγωγή που της χορήγησε, η οποία, ωστόσο, συχνά της προκαλούσε εμετούς με αποτέλεσμα να αποβάλλει τούτη. Ο Εναγόμενος 2, παρά τις αντιδράσεις αυτές του οργανισμού της Ενάγουσας και γενικότερα της επιδείνωσης της κατάστασης της, συνέχισε να της χορηγεί τη συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή, και σε κάποιες δε περιπτώσεις συνιστούσε και την αύξηση της δοσολογίας της. Περί τον Οκτώβριο του 2007, στη βάση της πιο πάνω εικόνας που παρουσίαζε, και θεωρώντας ότι η κατάσταση της χειροτέρευε, η Ενάγουσα αποφάσισε να επισκεφθεί τον Εναγόμενο 1 και να αναζητήσει από αυτόν θεραπεία. Ο Εναγόμενος 1, αφού έλαβε το ιατρικό της ιστορικό, και την εξέτασε, κατέληξε και αυτός στην ίδια διάγνωση, και δη ότι έπασχε από ελαφριάς μορφής επιληψία, αλλά πρότεινε αύξηση στη φαρμακευτική αγωγή που της είχε προηγουμένως συστήσει ο Εναγόμενος
  4. Καθ' όλη τη διάρκεια που τελούσε υπό τη εποπτεία του Εναγόμενου 1, και ακολουθούσε τη φαρμακευτική αγωγή που της χορηγούσε, η υγεία της, όχι απλώς δεν βελτιώθηκε, αλλά, τουναντίον, ένιωθε συχνά κόπωση, ζαλάδες και δυσκολία στην επικοινωνία. Άρχισε να παρουσιάζει αδυναμία και να δυσκολεύεται να φροντίσει τα παιδιά της. Παρουσίασε παντελή έλλειψη όρεξης, και κατά τον Ιούλιο του 2008 άρχισε να παρουσιάζει αυξητική τάση λιποθυμικών επεισοδίων. Αποτέλεσμα της πιο πάνω συμπτωματολογίας της, ήταν ο Εναγόμενος 1 να προτείνει και πάλι αύξηση στη δοσολογία της φαρμακευτικής αγωγής που λάμβανε. Ερωτηθείς δε από την Ενάγουσα ως προς την εικόνα που παρουσίαζε, ο Εναγόμενος 1 της ανάφερε ότι αυτή είναι η φύση της πάθησης της, η οποία, άλλοτε χειροτερεύει, άλλοτε βελτιώνεται. Η όλη κατάσταση της υγείας της είχε ως αποτέλεσμα να κλονιστούν οι σχέσεις της με τον σύζυγο της, ο οποίος πίστευε στους Εναγόμενους 1 και 2 και ο οποίος την παρότρυνε να συνεχίσει να λαμβάνει τη συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή, ενώ η ίδια αντιλαμβανόμενη ότι η κατάσταση της επιδεινωνόταν, αντιδρούσε έντονα, μιας και είχε ήδη χάσει την εμπιστοσύνη της στους Εναγόμενους. Είχε φτάσει δε σε σημείο να έχει τρία λιποθυμικά επεισόδια την ημέρα. Η εικόνα της αυτή τρομοκράτησε τα παιδιά της, τα οποία άρχισαν να φοβούνται ότι ενδεχομένως να πέθαινε. Χρειάστηκε δε να τύχουν τούτα (τα παιδιά) και ψυχολογικής υποστήριξης για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων και αφού οι λιποθυμίες έφτασαν τρεις την ημέρα, τον Οκτώβριο του 2008, ο Εναγόμενος 1, στα πλαίσια τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχε με τον σύζυγο της Ενάγουσας, ανάφερε στον τελευταίο όπως η Ενάγουσα λάβει ένα νέο χάπι, το οποίο τούτη δεν το έλαβε, χωρίς ο Εναγόμενος 1 να γνωρίζει τούτο. Όταν ακολούθως τον ενημέρωσε ότι τις τελευταίες μέρες δεν μπορούσε να κινηθεί και ότι ήταν ένα «φυτό», ο Εναγόμενος 1 της είπε ότι τούτο οφειλόταν στο νέο χάπι που της χορήγησε. Τότε, η Ενάγουσα του αποκάλυψε ότι ουδέποτε έλαβε το συγκεκριμένο χάπι και ο Εναγόμενος 1 έμεινε έκπληκτος, χωρίς να ξέρει πώς να αντιδράσει. Μετά το συμβάν αυτό, η Ενάγουσα ζήτησε από τον Εναγόμενο 1 την ετοιμασία ιατρικής έκθεσης, την οποία αρχικά αρνήθηκε να δώσει και την οποία εν τέλει, κατόπιν πίεσης από το Υπουργείο Υγείας, παρέδωσε στις 11.11.
  5. Αφού έλαβε την ιατρική έκθεση του Εναγόμενου 1, με τη βοήθεια στενού συγγενικού της προσώπου που διαμένει στην Αγγλία, η Ενάγουσα επισκέφθηκε αρχικά τον Δρ. Johnson (νευρολόγος) στην Αγγλία, ο οποίος, στη βάση της αρχικής διάγνωσης του ότι η Ενάγουσα έπασχε από συγκοπή και όχι επιληψία, την παρέπεμψε για επιβεβαίωση τούτης (της αρχικής διάγνωσης) στον Δρ. Sutton (καρδιολόγο). Τους Άγγλους αυτούς γιατρούς επισκέφθηκε αρκετές φορές και η τελική γνώμη αμφοτέρων ήταν ότι έπασχε από συγκοπή και όχι επιληψία και κατόπιν οδηγιών τους, αλλά και ειδικού οδηγού μείωσης των αντιεπιληπτικών φαρμάκων (Τεκμήριο 8), άρχισε, σιγά‑σιγά, να εγκαταλείπει την αντιεπιληπτική φαρμακευτική αγωγή. Στο διάστημα μεταξύ Νοεμβρίου 2008 και Νοεμβρίου 2009, και δη διάστημα κατά το οποίο τελούσε υπό την εποπτεία των δύο Άγγλων γιατρών, παρατηρήθηκε βελτίωση στην κατάσταση της υγείας της και δραστική μείωση των λιποθυμικών επεισοδίων σε βαθμό που για περίοδο 6 μηνών παρουσίασε μόνο δύο επεισόδια. Έκτοτε, νιώθει πολύ καλά και η κατάστασή της είναι πλήρως ελεγχόμενη. Τέλος, η Ενάγουσα, υποστήριξε ότι, στη βάση των όσων αναφέρθηκαν από τους δύο Άγγλους γιατρούς, προκύπτει ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 προέβησαν σε λανθασμένη διάγνωση και της χορήγησαν λανθασμένη ιατρική φαρμακευτική αγωγή, και στη βάση των πιο πάνω δεδομένων παρουσίασε στο Δικαστήριο δέσμη αποδείξεων και γενικότερα εγγράφων σε σχέση με τα έξοδα που υπέστη για αντιμετώπιση της κατάστασης της υγείας της (περιλαμβανομένων των εξόδων για τις επισκέψεις της στους Άγγλους ιατρούς) και ζητά και σχετική θεραπεία για ειδικές αποζημιώσεις. ΜΕ2 Ο Μ.Ε.2 παρουσιάστηκε ως ειδικός νευρολόγος ο οποίος εργάστηκε στο Εθνικό Σχέδιο Υγείας της Αγγλίας από το 1982 μέχρι το 2010, καθώς επίσης και στον ιδιωτικό τομέα. Παρουσιάστηκε ως εμπειρογνώμονας, ο οποίος αρκετές φορές κλήθηκε ενώπιον Δικαστηρίων για να εκφράσει γνώμη επί της ειδικότητας του. Όσον αφορά στα προσόντα του, ακαδημαϊκά και άλλα, αλλά και πείρα του, κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου σχετικό βιογραφικό (τεκ.16), το περιεχόμενο του οποίου δεν αμφισβητήθηκε. Σύμφωνα με τον Μ.Ε.2, στις 20/11/09, στα γραφεία της δικηγορικής εταιρείας που εκπροσωπεί την ενάγουσα είχε την ευκαιρία και εξέτασε για πρώτη φορά την τελευταία. Κατά τη λήψη του ιστορικού της από την ίδια και το σύζυγο της, απέφυγε να ενημερωθεί για τις όποιες γνώμες και/ή διαγνώσεις άλλων γιατρών που εξέτασαν την ενάγουσα προηγουμένως. Στη βάση των όσων του περιέγραψαν η ενάγουσα και ο σύζυγος της ως προς τη συμπτωματολογία της τα προηγούμενα έτη διέγνωσε, χωρίς καμία απολύτως δυσκολία, ότι η Ενάγουσα έπασχε από συγκοπή. Ακολούθως, ενημερώθηκε τόσο για τις διαγνώσεις των Εναγομένων 1 και 2, όσο και για τις διαγνώσεις των δύο Άγγλων γιατρών. Ενημερώθηκε ακόμα και για το περιεχόμενο των διαφόρων πιστοποιητικών που εξέδωσαν οι γιατροί αυτοί, αλλά και για τα αποτελέσματα κάποιων εκ των εξετάσεων στις οποίες υπεβλήθη η ενάγουσα. Ο Μ.Ε.2 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι, τα όσα ο ίδιος ισχυρίζεται ως προς την ασθένεια της ενάγουσας και γενικότερα ως προς τη συμπτωματολογία της τελευταίας που τον οδήγησε στον σχηματισμό της διάγνωσης του επιβεβαιώνονται και από το περιεχόμενο των ιατρικών πιστοποιητικών που εξέδωσαν οι Άγγλοι γιατροί. Εξέφρασε ακόμα τη θέση ότι, στη βάση του περιεχομένου των Υπερασπίσεων των Εναγομένων 1 και 2, και των εκεί σχετικών με τη συμπτωματολογία της ενάγουσας καταγραφών, και η εναγόμενοι 1 και 2 φαίνεται να ήταν ενήμεροι της ίδιας συμπτωματολογίας με αυτή που του αναφέρθηκε από την ενάγουσα, και κατά συνέπεια, και αυτοί θα έπρεπε να είχαν προβεί σε διάγνωση συγκοπής και όχι επιληψίας. Με παραπομπή σε διάφορα ιατρικά άρθρα που καταπιάνονται, ως επί το πλείστον, με τη σύγκριση της επιληψίας με τη συγκοπή, τα οποία και κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήρια 17 (I) μέχρι 17(Χ), επιχείρησε να υποδείξει στο Δικαστήριο τη διαφορετικότητα στη συμπτωματολογία ενός ασθενούς που πάσχει από επιληψία και ενός ασθενούς που πάσχει από συγκοπή. Ισχυρίστηκε, συναφώς, ότι, η επιληψία προκαλείται λόγω ανώμαλης ηλεκτρικής δραστηριότητας στον εγκέφαλο, ενώ η συγκοπή βασίζεται στην αποτυχία της καρδιάς και της αρτηριακής κυκλοφορίας να διατηρήσουν αρκετή συστολική και διαστολική πίεση με αποτέλεσμα να μην αιματώνεται επαρκώς ο εγκέφαλος. Ανέφερε, ακόμα, σχετικά, ότι, οι επιληπτικές κρίσεις είναι ξαφνικές και συνήθως τερματίζονται ξαφνικά. Συνοδεύονται δε από διάφορες αισθητικές, κινητικές και αυτόνομες αναταραχές ανάλογα με το μέρος του εγκεφάλου το οποίο έχει επηρεαστεί από ανώμαλη ηλεκτρική εκτόνωση. Είναι, συνήθως, αλλά όχι πάντοτε, συνδεδεμένες με απώλεια συνείδησης εαυτού και περιβάλλοντος και συνήθως ακολουθούνται από πονοκέφαλο και περίοδο σύγχυσης και προσανατολισμού. Τέλος, ανέφερε ότι, κατά τη διάρκεια μιας επιληπτικής κρίσης δυνατό να παρουσιαστούν αυτόματες κινήσεις ή ακόμα και οργανωμένες δραστηριότητες οι οποίες λαμβάνουν χώρα ακούσια. Ως σημαντική διαφοροποίηση ενός επεισοδίου συγκοπής με μια επιληπτική κρίση, ανέφερε την απουσία σύγχυσης μετά που συνέρχεται ένας ασθενής από το επεισόδιο λιποθυμίας, υπό την έννοια ότι, κατόπιν ενός επεισοδίου συγκοπής ο ασθενής δεν είναι συγχυσμένος, ενώ κατόπιν μιας επιληπτικής κρίσης ο ασθενής είναι συγχυσμένος και αποπροσανατολισμένος για περίοδο 5 μέχρι 30 λεπτών, και σε κάποιες ακραίες περιπτώσεις ακόμα και 24 ώρες. Οσον αφορά σε ένα συγκεκριμένο επεισόδιο της Ενάγουσας που έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2008, κατά την διάρκεια του οποίου η ίδια παρουσίαζε σπασμούς στα χέρια και τα πόδια, για τρία λεπτά, ο Μ.Ε.2 ισχυρίστηκε ότι, όταν του το ανέφεραν κατά την πρώτη εξέταση της ενάγουσας, δεν το θεώρησε ως πρωτογενής επιληπτική τονικοκλονική κρίση, αλλά ως επεισόδιο ανοξικής κρίσης η οποία προκλήθηκε από την μεγάλη περίοδο συγκοπής που παρουσίαζε. Σύμφωνα με τον Μ.Ε.2, το 97% για τον σχηματισμό ορθής διάγνωσης εξαρτάται από το ιστορικό που λαμβάνει ο νευρολόγος από τον ασθενή και τους οικείους του, οι οποίοι έτυχε να ήταν μάρτυρες μιας ή περισσοτέρων κρίσεών του. Το 2% εξαρτάται από την εικόνα που ο ίδιος ο γιατρός αποκομίζει κατά την εξέταση, και τέλος, το άλλο 1%, από τα όποια αποτελέσματα εργαστηριακών εξετάσεων, αναφέροντας, συναφώς, ότι, τέτοια αποτελέσματα υπέχουν ελάχιστης σημασίας για σκοπούς διάγνωσης και μόνο εκεί που το ιστορικό που λαμβάνεται από τον ασθενή και η εικόνα που έχει ο γιατρός δεν επαρκούν για τον σχηματισμό της διάγνωσης. Στη βάση των ανωτέρω, ο Μ.Ε.2 ισχυρίστηκε ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 ήταν αμελείς έναντι της ενάγουσας γιατί ενήργησαν σε επίπεδο κατώτερο του συνετού νευρολόγου έναντί της, τόσο σε σχέση με τη διάγνωση, εκάστου, ότι η ενάγουσα έπασχε από επιληψία, όσο και σε σχέση με τη μη διαφοροποίηση της ρηθείσας διάγνωσης μετά που η κατάσταση της ενάγουσας δεν διαφοροποιείτο προς το καλύτερο παρά την προς αυτήν χορήγηση αντιεπιληπτικής φαρμακευτικής αγωγής. Επίσης, ο Μ.Ε.2 ισχυρίστηκε ότι, η χορηγηθείσα προς την ενάγουσα αντιεπιληπτική φαρμακευτική αγωγή, πέραν του ότι δεν ήταν αναγκαία στην ίδια, της προκάλεσε και παρενέργειες, οι οποίες επιδείνωσαν την κατάστασή της. Ερωτηθείς, ειδικά, ως προς τον τελευταίο αυτόν ισχυρισμό του, προς υποστήριξή του, παρέπεμψε στη θέση της ενάγουσας (ως του αναφέρθηκε από την ίδια) ότι, πριν τη λήψη της χορηγηθείσας από τους εναγόμενους φαρμακευτικής αγωγής, τούτη (η ενάγουσα) είχε προειδοποιητική της λιποθυμίας συμπτωματολογία η οποία της επέτρεπε να αναζητήσει σημείο για να καθίσει, σε τέτοιο βαθμό που στις πλείστες των περιπτώσεων προλάβαινε να καθίσει και να αποτρέψει τη λιποθυμία, ενώ, μετά τη λήψη της χορηγηθείσας από τους εναγόμενους φαρμακευτικής αγωγής, οι λιποθυμίες προκύπταν απρόσμενα και απότομα με αποτέλεσμα η πτώση της να είναι ανεξέλεγκτη και στα πλαίσια των πτώσεών της να υποστεί σωματικές βλάβες, ακόμα και κατάγματα. Ήταν, τέλος, η θέση του Μ.Ε.2 ότι, η περιγραφόμενη προς τον ίδιο από την ενάγουσας συμπτωματολογία που παρουσίαζε μετά τη λήψη της χορηγηθείσας από τους εναγόμενους φαρμακευτική αγωγή συνάδει με τις παρενέργειες των χορηγηθέντων φαρμάκων ως τούτες περιγράφονται στα διαδικτυακά άρθρα, τεκμήρια 18(ι) - 18(ν). Εναγόμενος 1 Ο εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα τον επισκέφθηκε περί το Φθινόπωρο του 2007 και του παραπονέθηκε ότι, παρά τη λήψη αντιεπιληπτικής φαρμακευτικής αγωγής που της χορηγείτο από τον εναγόμενο 2, τα συμπτώματά της δεν υποχωρούσαν, και ότι, σ΄ εκείνο το στάδιο, και για τους τελευταίους δέκα μήνες, είχε καθημερινά λιποθυμικά επεισόδια. Έχοντας υπόψη ο εναγόμενος 1 τη διάγνωση του εναγόμενου 2 περί επιληψίας, αλλά και τη ομάδα των φαρμάκων που συνταγογραφούσε προς την ενάγουσα, στη βάση και των όσων του αναφέρθηκαν από την τελευταία, θεωρώντας ότι τούτη όντως πάσχει από επιληψία, αύξησε τη δοσολογία των ληφθέντων φαρμάκων με σκοπό να υποχωρήσει η όποια συμπτωματολογία παρουσίαζε. Σύμφωνα δε με τα όσα κατά καιρούς του ανέφερε η ενάγουσα κατά τις επισκέψεις της, με εξαίρεση ένα λιποθυμικό επεισόδιο που προέκυψε στα πλαίσια μιας κηδείας, το οποίο και απέδωσε σε ορθοστατική υπόταση και έντονη συναισθηματική φόρτιση, η επόμενη λιποθυμία της ενάγουσας έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 2008 και δη ένα ολόκληρο χρόνο μετά την αρχική επίσκεψή της. Ήταν δε τέτοιο το επεισόδιο του Οκτωβρίου του 2008 (συνοδευόταν από σοβαρότατους σπασμούς των άνω και κάτω άκρων της για τρία λεπτά), που ο εναγόμενος 1 υπέβαλε, δύο μέρες μετά το επεισόδιο, την ενάγουσα σε ηλεκτροεγκεφαλογράφημα το οποίο και έδειξε επιληπτικές δραστηριότητες. Είναι η θέση του εναγόμενου 1 ότι, είναι η παρουσίαση αυτών των σπασμών των άνω και κάτω άκρων της ενάγουσας, σύμπτωμα που δεν παρουσίασε προηγουμένως, που οδήγησε την ενάγουσα στο να αναζητήσει νέα γνώμη από τους Άγγλους ιατρούς και όχι το ότι δεν ήταν ικανοποιημένη από τις υπηρεσίες του κατά τον ένα περίπου χρόνο που την παρακολουθούσε. Είναι, περαιτέρω, η θέση του εναγόμενου 1 ότι, αν ένας γιατρός νευρολόγος καταφέρνει με τη δοσολογία που συνταγογραφεί σε ένα ασθενή, που για δέκα μήνες υπόκειται καθημερινά λιποθυμικά επεισόδια (ως του είχε αναφέρει), να υποχωρήσουν τούτα, και για ένα ολόκληρο χρόνο να παρουσιάσει μόνο ένα τέτοιο επεισόδιο, το οποίο, στη βάση των δεδομένων που το περιέβαλλαν μπορούσε ευλόγως να αποδοθεί σε λόγους άλλους από ασθένεια (λιποθυμία κατά την διάρκεια κηδείας), δεν μπορεί να θεωρείται αμελής, ούτε ως προς τη διάγνωση στην οποία προέβη, ούτε ως προς τον τρόπο που αντιμετώπισε τον ασθενή του, πόσο μάλλον σε σχέση με τη φαρμακευτική αγωγή που χορήγησε σ΄ αυτόν. Τέλος, ο εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε ότι, η ενάγουσα κίνησε την παρούσα αγωγή με μόνο σκοπό την είσπραξη χρημάτων σε σχέση με τα έξοδα τα οποία υπέστη ως αποτέλεσμα των κατά καιρούς επισκέψεών της στους Άγγλους γιατρούς και τούτο λόγω της άρνησης του κράτους να την αποζημιώσει σχετικά, μετά από αίτημά της. Εναγόμενος 2 Ο εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα τον επισκέφθηκε τον Αύγουστο του 2005 αναφέροντάς του ότι αντιμετωπίζει πονοκεφάλους τα τελευταία δύο χρόνια οι οποίοι χειροτέρεψαν τους τελευταίους οχτώ μήνες όπου και έγιναν καθημερινοί με επίκεντρο μετωπικά και κάποτε κροταφικά. Του ανάφερε, ακόμα, ότι, ένιωθε αδυναμία, τάση για λιποθυμία, αλλά και ότι είχε ήδη λιποθυμικά επεισόδια, κατόπιν κούρασης και αναιμίας. Μη θεωρώντας τη συγκεκριμένη συμπτωματολογία της ενάγουσας ως ξεκάθαρα ενδεικτική συμπτωματολογία επιληψίας, αρχικά χορήγησε σ΄ αυτή μη αντιεπιληπτική φαρμακευτική αγωγή, σε μια προσπάθεια να δει την επίδραση των φαρμάκων σ΄ αυτή. Όταν παρήλθαν έξι μήνες, και αφού στο μεταξύ η ενάγουσα περιέγραψε σ΄ αυτόν συγκεκριμένο λιποθυμικό επεισόδιο με τρέμουλο κατά το οποίο η ίδια είχε κλειστά τα μάτια και όταν συνήλθε μετά από δύο λεπτά ένιωθε κομμένη, κρίνοντας ότι τούτο αποτελούσε ξεκάθαρη συμπτωματολογία επιληπτικού επεισοδίου, αποφάσισε και άρχισε να της χορηγεί αντιεπιληπτική φαρμακευτική αγωγή. Για τους υπόλοιπους 18 μήνες που ο εναγόμενος 2 συνέχισε να παρακολουθεί την ενάγουσα, ανάλογα με την εκάστοτε συμπτωματολογία που παρουσίαζε, της χορηγούσε και ανάλογη αντιεπιληπτική φαρμακευτική αγωγή, είτε δια της προσθήκης νέου αντιεπιληπτικού φαρμάκου, είτε δια της αντικατάστασης του με άλλο, είτε ακόμα και δια της διαφοροποίησης της χορηγηθείσας δοσολογίας με μόνο σκοπό να εξαλειφθεί κάθε ίχνος συμπτωματολογίας που παρουσίαζε. Σε κάθε νέα επίσκεψη της, η ενάγουσα παρουσίαζε διαφορετική συμπτωματολογία, με τη βασική προηγούμενη συμπτωματολογία της (την οποία ο εναγόμενος 2 επιχείρησε να αντιμετωπίσει με την τελευταία χορηγηθείσα αντιεπιληπτική αγωγή) να έχει βελτιωθεί ουσιωδώς ή να έχει ακόμα εξαληφθεί. Στη βάση των δεδομένων αυτών, ως ήδη σημειώθηκε ανωτέρω, διαφοροποιούσε, εκ νέου, τη φαρμακευτική αγωγή με μόνο σκοπό να υποχωρήσει κάθε σύμπτωμα, ανεξάρτητα αν η εικόνα της ενάγουσας, τη δεδομένη στιγμή, ως προς τη συχνότητα των λιποθυμικών επεισοδίων ήταν κατά πολύ καλύτερη απ' ό,τι την προηγούμενη φορά που τον επισκέφθηκε. Κατά τον εναγόμενο 2, η διάγνωσή του περί επιληψίας είναι ορθή στη βάση της συμπτωματολογίας που η ενάγουσα και οι οικείοι της του περιέγραψαν. Ως προς τη συγκοπή και τη συμπτωματολογία της, δήλωσε πλήρη άγνοια, αναφέροντας ότι δεν πρόκειται για ασθένεια της ειδικότητάς του. Ισχυρίστηκε, ακόμα, ότι, προτού καν χορηγήσει στην ενάγουσα αντιεπιληπτική αγωγή, της συνέστησε όπως υποβληθεί σε εξέταση υπέρηχου καρδίας, κάτι που η ενάγουσα άργησε να πράξει. Εν πάση περιπτώσει, τα αποτελέσματα του υπέρηχου καρδίας, έστω και αν η εξέταση έγινε καθυστερημένα, ήταν φυσιολογικά, όπως και του μαγνητικού τομογράφου στον οποίο επίσης υπεβλήθη η ενάγουσα, κατόπιν οδηγιών του εναγόμενου
  6. Κατά τον εναγόμενο 2, η όλη συμπτωματολογία που παρουσίασε η ενάγουσα, ως τούτη μετεφέρθη στον ίδιο από αυτή και τον σύζυγό της, είναι συμπτωματολογία της ασθένειας της επιληψίας. Δεν αποκλείει ο εναγόμενος 2 το ενδεχόμενο η ενάγουσα να έπασχε και από συγκοπή παράλληλα με την επιληψία που διέγνωσε ο ίδιος. Ήταν η θέση του εναγόμενου 2 ότι, ένας γιατρός ο οποίος βλέπει για πρώτη φορά ένα ασθενή χωρίς καθαρές ενδείξεις για συγκεκριμένη ασθένεια πρέπει να αποφεύγει να χορηγεί σ΄ αυτόν αντιεπιληπτική φαρμακευτική αγωγή και να προσπαθεί να αντιμετωπίσει τα συμπτώματα με άλλα φάρμακα, κάτι το οποίο έπραξε και ο ίδιος. Ήταν, ακόμα, η θέση του ότι, μετά τη χορήγηση αντιεπιληπτικών φαρμάκων, ο γιατρός θα πρέπει να παρακολουθεί την αντίδραση του ασθενή στα φάρμακα και ανάλογα να «παίζει» με αυτά σε μια προσπάθειά του να υποχωρήσει κάθε μη αποδεκτό σύμπτωμα, κάτι που επίσης, ως ισχυρίστηκε, έπραξε πλην όμως τον Οκτώβριο του 2007 η ενάγουσα έπαυσε να τον επισκέπτεται. Αξιολόγηση μαρτυρίας Νομική Πτυχή Αποδοχής Μαρτυρίας Εμπειρογνώμονα Στην υπόθεση Philippou v. Odysseos

(1989)1 C.L.R. 1 έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα: «
(1)The duty of an expert is to furnish the Judge with the necessary scientific criteria for testing the accuracy of their conclusions, so as to enable the Judge to form his own independent judgment by the application of these criteria to the facts proved in evidence.
(2)Trial Judges should not turn themselves into experts. They may look at the real and other evidence and draw inferences and reach conclusions as regards the existence of liability for negligence, not in the form of an expert opinion, but as a matter of sheer common sense.» Στην υπόθεση Σπύρου v. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 298 έχουν λεχθεί τα εξής: «Τα Δικαστήρια δέχονται τη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώμη τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Το καθήκον αυτών των μαρτύρων είναι να δώσουν στον Δικαστή τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης του και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιον του μαρτυρία. Κατά κανόνα, η ιατρική μαρτυρία, όπως και άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97 και Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361. Στην πρόσφατη υπόθεση Κωνσταντίνα Σιακόλα ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 53/2011, ημερ. 24.1.2013, το Δικαστήριο είπε τα ακόλουθα αναφορικά με το θέμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα: «Σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο ένας μάρτυρας είναι ικανός να δώσει μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας. Για την εξακρίβωση τούτου, πρέπει να απαντηθούν δύο ερωτήματα: Πρώτο, κατά πόσο το αντικείμενο της εμπειρογνωμοσύνης του εμπίπτει στην κατηγορία των θεμάτων εκείνων για τα οποία επιτρέπεται να δοθεί μαρτυρία πραγματογνώμονα και δεύτερο, κατά πόσο ο μάρτυρας έχει αποκτήσει είτε κατόπιν σπουδών είτε λόγω εμπειρίας επαρκή γνώση του αντικειμένου ώστε η γνώμη του να καθίσταται πολύτιμη (of value) στην επίλυση των επίδικων θεμάτων (βλ. μεταξύ άλλων, R. ν Bonython
(1984)38 S.A.S.R. 45 και R. ν Henderson [2010] EWCA 1269). Είναι δε σαφώς νομολογημένο από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σε ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σ' αυτό. Βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ.984.» Αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ένας μάρτυρας μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας και αυτός αξιολογείται ανάλογα, η όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν παραγνωρίζεται αλλά και αυτή λαμβάνεται υπόψη για τον σκοπό εκτίμησης της αξίας της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Jovcev. Yeomans
(1981)2 All Ε. R. 21.» Στην Αγγλική υπόθεση Bolitho v. City and Hackeney Health Authority [1998] A.C. 232 at 241-242 έχουν επίσης λεχθεί τα ακόλουθα: "The court has to be satisfied that the exponents of the body of opinion relied upon can demonstrate that such opinion has a logical basis. In particular, in cases involving, as they often do, the weighing of risks against benefits, the judge before accepting a body of opinion as being responsible, reasonable or respectable, will need to be satisfied that, in forming their views, the experts have directed their minds to the question of comparative risks and benefits and have reached a defensible conclusion on the matter." Ενάγουσα Εξαρχής σημειώνω ότι η μαρτυρία της ενάγουσας κρίνεται εντελώς ακροσφαλές υπόβαθρο για εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων ή έστω συμπερασμάτων σε σχέση με τα υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής. Και τούτο γιατί παρουσιάζει ουσιώδεις αντιφάσεις, επί καίριων επίδικων υπό αμφισβήτηση γεγονότων. Πρόκειται δε για αντιφάσεις που παρατηρούνται, όχι μόνο κατόπιν σύγκρισης της μαρτυρίας της με άλλη ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία, αλλά και κατόπιν σύγκρισης των δικών της σχετικών ισχυρισμών, μεταξύ τους. Επίσης, η ενάγουσα, κατά τη μαρτυρία της, στην προσπάθειά της να αποφύγει να τοποθετηθεί επί ερωτημάτων που της τίθεντο, παρέπεμπε σε τρίτα πρόσωπα, τα οποία δήλωνε ότι θα παρουσιαστούν, από πλευράς της, ως μάρτυρες και θα μπορούσαν να τοποθετηθούν επί των ζητημάτων για τα οποία ερωτάτο, χωρίς ποτέ τα πρόσωπα αυτά να καταθέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου και χωρίς να δοθεί καμία εξήγηση για το γεγονός αυτό. Ακόμα, μεγάλο μέρος της μαρτυρίας της αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία στη βάση των όσων η ίδια ισχυρίστηκε ότι της ανέφεραν τρίτα πρόσωπα, η οποία εξ ακοής μαρτυρία αφορά, σε πολύ μεγάλο βαθμό, σε ιατρικές γνώμες. Επαναλαμβάνω ότι, όχι απλά δεν δόθηκε εξήγηση γιατί οι γιατροί, που κατά την ενάγουσα προέβησαν στις κατ' ισχυρισμό αρχικές δηλώσεις, δεν παρουσιάστηκαν ως μάρτυρες, αλλά, τουναντίον, στη βάση των σχετικών δηλώσεων της ενάγουσας, τα πρόσωπα αυτά θα παρουσιάζονταν ως μάρτυρες προς υποστήριξη της αγωγής. Πρέπει ακόμα να σημειώσω ότι, μεγάλο μέρος της εξ ακοής μαρτυρία της ενάγουσα δεν αφορά σε αυτούσια μεταφορά των αρχικών δηλώσεων των τρίτων προσώπων, αλλά σε υποκειμενικές συμπερασματικές θέσεις της ίδιας. Αναφορικά δε με τις αναφορές που αποδίδονται στο Άγγλους ιατρούς (οι οποίες δεν απαντούνται στις επιστολές/πιστοποιητικά που συνέταξαν), πάντα κατά την ενάγουσα, μεταφέρθηκαν σε αυτή κατόπιν μετάφρασης τους από τρίτο πρόσωπο, από αγγλικά σε ελληνικά, χωρίς να τεθεί το αναγκαίο υπόβαθρο για τη δυνατότητα του τρίτου αυτού προσώπου να μεταφράζει στις δύο γλώσσες για τόσο εξειδικευμένα ζητήματα της ειδικότητας της νευρολογίας και καρδιολογίας. Για σκοπούς αιτιολογίας και πληρότητας σε σχέση με την ήδη, μόλις πιο πάνω, εκφρασθείσα κρίση μου ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας της ενάγουσας, θα παραθέσω, ευθύς αμέσως, κάποιες, μόνον, εκ των περιπτώσεων, οι οποίες, ωστόσο, είναι ενδεικτικές, τόσο της σημαντικότητας των αντιφάσεων, όσο και των ζητημάτων στις οποίες αφορούν. Η ενάγουσα, ως προς τη συμπτωματολογία που κατά καιρούς παρουσίαζε κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο προέβαλε συγκρουόμενους μεταξύ τους ισχυρισμούς. Εξαρχής σημειώνω ότι, ανεξάρτητα της όποιας αντεξέτασης έτυχαν οι εναγόμενοι 1 και 2 ως προς τους ισχυρισμούς τους σε σχέση με τις κατά καιρούς συστάσεις και οδηγίες που έδωσαν προς την ενάγουσα, το περιεχόμενο των σημειώσεων που τηρούσαν κατά τις επισκέψεις της ενάγουσας, το οποίο σχετίζεται με τις κατά καιρούς αναφορές της τελευταίας και των οικείων της προς αυτούς, δεν αμφισβητήθηκε. Ούτε προς τον εναγόμενο 1, ούτε προς τον εναγόμενο 2, υποβλήθηκε ότι τα όσα αναφέρονται στις εν λόγω σημειώσεις ως αναφερθέντα από την ενάγουσα ή το όποιο πρόσωπο τη συνόδευε σε σχέση με την εκάστοτε συμπτωματολογία της δεν ήταν αληθή. Όσον δε αφορά στον εναγόμενο 2, όταν η ενάγουσα αντεξετάστηκε σχετικά από τον συνήγορό του, δεν αρνήθηκε τις σχετικές καταγραφές του εναγόμενου 2 και ισχυρίστηκε ότι, λόγω της παρόδου του χρόνου, δεν ήταν σε θέση να ενθυμείται τι ακριβώς ανέφερε και τι όχι σ΄ αυτόν. Αναγνώρισε, ωστόσο, κάποιες από τις εκεί καταγραφές ως αναφερόμενα της ίδιας και ή του εναγόμενου 2 προς αυτήν. Στη βάση των δεδομένων αυτών, προκύπτει αβίαστα ότι η ενάγουσα ουδέποτε ισχυρίστηκε στους εναγόμενους 1 και 2 ότι η συμπτωματολογία των λιποθυμικών επεισοδίων της πριν τη λήψη αντιεπιληπτικής αγωγής, άλλαξε μετά που άρχισε να λαμβάνει τούτη. Τίποτα περί υποχώρησης των προειδοποιητικών, της λιποθυμίας, συμπτωμάτων δεν ανέφερε σ΄ αυτούς. Το ίδιο συμβαίνει και σε σχέση με τους Άγγλους ιατρούς. Παρεμβάλλω, στο σημείο αυτό, για να σημειώσω ότι το περιεχόμενο των πιστοποιητικών/επιστολών που συνέταξαν οι Άγγλοι γιατροί, τεκμήρια 5, 6, 7, 9 και 10, στον βαθμό που αφορά σε εκφρασθείσα γνώμη τους ως προς την ασθένεια της ενάγουσας, δεν μπορεί να τύχει οποιασδήποτε χρήσης από το Δικαστήριο, τόσο γιατί, μέσω του, δεν παρέχονται στο Δικαστήριο τα αναγκαία εχέγγυα, κριτήρια και λεπτομέρειες ώστε, (α) να εξεταστεί η ορθότητα μιας τέτοιας γνώμης, αλλά και (β) να μπορέσει το Δικαστήριο, επ' αυτού να καταλήξει σε ανεξάρτητη σχετική γνώμη, όσο και γιατί, οι συντάκτες τους δεν αντεξετάστηκαν από τους συνήγορους υπεράσπισης, οι οποίοι, ως προς την ιατρική γνώμη τούτων (που θέλει την ενάγουσα να πάσχει από συγκοπή), ουδέποτε την αποδέχτηκαν. Επίσης, δεν πρέπει να λησμονείται ότι, αμφότεροι οι Άγγλοι γιατροί, ως τούτο προκύπτει από τα πιστοποιητικά τους, για να καταλήξουν στην τελική τους γνώμη, υπέβαλαν την ενάγουσα σε διάφορες εργαστηριακές εξετάσεις για τις οποίες καμιά ουσιαστική ενημέρωση δεν δίδεται στο Δικαστήριο, ούτε και δόθηκαν τα αποτελέσματά τους στη πλευρά των εναγόμενων για να μπορέσουν να εξετάσουν την ορθότητά τους και ή να αντεξετάσουν επ΄ αυτών (βλέπε Τάκης Ηλιάδης & Νικόλας Γ. Σάντης, ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Έκδοση 2014, σελ. 10, 284, 292, 294, 312, 313,321, 322, 580 - 582). Από την άλλη, στον βαθμό που το περιεχόμενο των εν λόγω πιστοποιητικών αφορά σε καταγραφή του ιστορικού της ενάγουσας, με δεδομένη τη θέση της ίδιας ότι, τόσο αυτή, όσο και ο σύζυγός της ενημέρωσαν αμφότερους τους Άγγλους ιατρούς για το ιστορικό της, τούτο μπορεί να ληφθεί υπόψη, μιας και πρόκειται, στην ουσία, για μεταφορά δηλώσεων της ίδιας της ενάγουσας προς τρίτους. Λαμβάνεται, ωστόσο, υπόψη, όχι για την αλήθεια του περιεχόμενου του, αλλά ως κείμενο που μεταφέρει τα όσα η ενάγουσα ανέφερε προς τους συγκεκριμένους γιατρούς σε σχέση με την εκάστοτε συμπτωματολογία που παρουσίαζε και γενικότερα το ιστορικό της. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, ως αβίαστα προκύπτει από το περιεχόμενο των τεκμηρίων 5 και 6[1], η ενάγουσα ουδέποτε ανέφερε στους δύο Άγγλους γιατρούς οτιδήποτε περί αλλαγής της συμπτωματολογίας των λιποθυμικών της επεισοδίων μετά τη λήψη της αντιεπιληπτικής φαρμακευτικής αγωγής. Με δεδομένη δε την απαίτηση της ενάγουσας για αποζημιώσεις στη βάση χορήγησης μη αναγκαίας και ανεπίτρεπτης φαρμακευτικής αγωγής η οποία επιδείνωσε την, προγενέστερη της λήψης της, κατάστασή της, δεν μπορώ να θεωρήσω τον αντίθετο, με τα όσα ανάφερε στους εναγόμενους και στους Άγγλους ιατρούς, ισχυρισμό που προέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου περί τέτοιας διαφοροποίησης ως τυχαίο. Πόσο μάλλον όταν, στη βάση των όσων η ίδια ανέφερε στους Άγγλους ιατρούς, αμφότεροι καταγράφουν (στα τεκμήρια 5 και 9) ότι, η αντιεπιληπτική φαρμακευτική αγωγή που χορηγήθηκε από τους εναγόμενους στην ενάγουσα δεν επέφερε καμιά διαφοροποίηση της συμπτωματολογίας που παρουσίαζε. Οι ακριβείς δε αναφορές τους είναι οι ακόλουθες: Τεκμήριο 5 - Δρ Johnson: «None of these atiepilepsy medications have made any difference to her blackouts.» Τεκμήριο 6 - Δρ. Sutton: «The attacks tend to occur in clusters. [.] They are not seasonal and are not associated with her periods and have not been influenced by the prescription of multiple anti-epileptic medications. » Τουναντίον, ο υπό συζήτηση ισχυρισμό της περί του ότι, από τη έναρξη της λήψης της αντιεπιληπτικής φαρμακευτικής αγωγής έπαυσε πλέον να έχει συμπτώματα προειδοποιητικά της λιποθυμίας και ότι, πλέον, οι λιποθυμίες ήταν απρόσμενες και απότομες, συγκρούεται μετωπικά με τα όσα φέρεται η ενάγουσα να ισχυρίστηκε στον Δρ. Johnson, ο οποίος, στο τεκμήριο 5, στη βάση των όσων η ενάγουσα του ανάφερε, καταγράφει τα εξής: «Mrs Sophocleous had her first blackout five years ago and the most recent was last week. This year, they have occurred as frequently as every day but she has also been able to go up to three months without a blackout, albeit with the typical warning symptoms still occurring (see below)[2]» Ως προς δε την κλασσική προειδοποιητική συμπτωματολογία, την οποία ο Δρ Johnson αναφέρει, ακολούθως, στο τεκμήριο 5, τούτη περιγράφεται, στη βάση πάντα των όσων η ενάγουσα φέρεται να του ανάφερε, ως εξής: «Typically she will be standing and comes over feeling faint and weak. Her vision blurs, but there is no buzzing in the ears. She has found that if she sits down quickly then she can avert the blackout, but still feels trembly.». Είναι ξεκάθαρα που προκύπτει από τα όσα ο Δρ Johnson καταγράφει στο τεκμήριο 5 ως αναφορά του ιστορικού της ενάγουσας από την ίδια, ότι η τελευταία, όχι απλά δεν ανάφερε σ΄ αυτόν οτιδήποτε περί αλλαγής συμπτωματολογίας των λιποθυμικών επεισοδίων, αλλά, τουναντίον, φέρεται η ίδια να ισχυρίστηκε σ΄ αυτόν ότι καμιά απολύτως διαφοροποίηση δεν παρουσιάστηκε καθ΄ όλο τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο στην προειδοποιητική μιας λιποθυμίας συμπτωματολογία της. Εν πάση περιπτώσει, η θέση της ενάγουσας περί διαφορετικής συμπτωματολογίας των λιποθυμικών της επεισοδίων, στη βάση της λήψης αντιεπιληπτικής φαρμακευτικής αγωγής, δεν δικογραφείται. Ένας άλλος ισχυρισμός της ενάγουσας, που τη θέλει, περί τον Μάιο του 2007 (όταν και επεσυνέβη το τροχαίο ατύχημα της λόγω υπνηλίας), να έχει αντιληφθεί πως η χορηγηθείσα τότε από τον εναγόμενο 2 φαρμακευτική αγωγή, ενδεχομένως, να ήταν λανθασμένη, επίσης ελέγχεται ως αναληθής. Αν πραγματικά η ενάγουσα, τον Μάιο του 2007, όντως αντιλήφθηκε ότι η φαρμακευτική αγωγή που λάμβανε, ενδεχομένως, δεν ήταν ορθή, πώς είναι δυνατό να μην αναφέρει τίποτα στον εναγόμενο 2; Επίσης, πώς είναι δυνατό να αποδεχθεί, από τον Οκτώβριο του 2007 μέχρι και τον Οκτώβριο του 2008 (είχε ήδη αρχίσει να την παρακολουθεί ο εναγόμενος 1), όχι απλά να συνεχίζει να τη λαμβάνει, αλλά και σε αυξημένες δόσεις; Και αν ήθελε κάποιος ισχυριστεί ότι ένας ασθενής δεν είναι σε θέση να αμφισβητήσει την ορθότητα της φαρμακευτικής αγωγής που του χορηγείται από ένα γιατρό, επιχείρημα το οποίο θεωρώ λογικότατο, θα αναμενόταν, αν όντως ο ισχυρισμός της ενάγουσας περί του ότι από τον Μάιο του 2007 αντιλήφθηκε ότι τα φάρμακα που λάμβανε δεν ήταν ορθά, τουλάχιστον να θέσει τον σχετικό προβληματισμό της προς τους εναγόμενους και να ζητήσει από αυτούς εξηγήσεις, κάτι, που στη βάση του περιεχομένου των μη αμφισβητηθεισών σημειώσεων τους, δεν έπραξε. Αντίφαση παρουσιάζει και ο ισχυρισμός της που θέλει τον εναγόμενο 2 να παραδέχθηκε σ΄ αυτήν ότι η υπνηλία, κατά τον χρόνο που επεσυνέβη το τροχαίο ατύχημα, ήταν το αποτέλεσμα της λήψης του φαρμάκου Topomax που της χορήγησε και ότι τούτο επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι ο εναγόμενος 2, αμέσως μετά που ενημερώθηκε για το ατύχημα, μείωσε τη δοσολογία του φαρμάκου αυτού. Ως σημειώθηκε ανωτέρω, τα όσα φέρεται η ενάγουσα να ανέφερε στους εναγόμενους και καταγράφονται τούτα στις σημειώσεις τους, δεν αμφισβητήθηκαν. Σύμφωνα δε με τις σημειώσεις αυτές, η ενάγουσα ενημέρωσε τον εναγόμενο 2 περί του ατυχήματος στις 14/5/2007, μέσω τηλεφώνου. Ωστόσο, η μείωση της δοσολογίας του Topomax, στην οποία η ίδια η ενάγουσα αναφέρθηκε και υπέδειξε και σχετική καταγραφή στο βιβλιάριο υγείας της, έλαβε χώρα στις 8/5/2007 και δη σε χρόνο προτού ο εναγόμενος 2 ενημερωθεί περί του ατυχήματος. Εν πάση περιπτώσει, καμιά μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από πλευράς της ενάγουσας που να θέλει το ατύχημα να επισυμβαίνει πριν από τις 8/5/
  1. Τουναντίον, ως προκύπτει από την παράγραφο 12 της γραπτής της δήλωσης, το συγκεκριμένο ατύχημα τοποθετείται περί τα «μέσα Μαϊου», ως και οι σημειώσεις του εναγόμενου 2 αναφέρουν, και όχι περί τις αρχές Μαϊου και δη σε χρόνο πριν τις 8/5 όπου και ο εναγόμενος 2 προέβη σε μείωση της δοσολογίας του συγκεκριμένου φαρμάκου[3]. Επί ενός άλλου ζητήματος, στα πλαίσια της γραπτής δήλωσής της, η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι, παρά την αύξηση της δοσολογίας των φαρμάκων από τον εναγόμενο 1, εντούτοις, κανένα σημάδι βελτίωσης δεν είδε. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι, αντίθετα, παρουσίαζε συνέχεια κόπωση, ζαλάδα και δυσκολία στην επικοινωνία. Επίσης, έλλειψη όρεξης, αύξηση λιποθυμιών και αδυναμία. Κάθε δε αύξηση της δοσολογίας της φαρμακευτικής αγωγής από πλευράς του εναγόμενου 1, επέφερε χειροτέρευση της όλης κατάστασής της. Έφθασε δε στο σημείο να αντιμετωπίζει τρία λιποθυμικά επεισόδια την ημέρα. Οι ισχυρισμοί της αυτοί συγκρούονται μετωπικά με το περιεχόμενο της έκθεσης που ετοίμασε ο εναγόμενος 1, η αξιολόγηση της μαρτυρίας του οποίου θα ακολουθήσει κατωτέρω. Πρέπει, ωστόσο, να σημειώσω ότι, η έκθεση αυτή δόθηκε στην ενάγουσα τον Νοέμβριο του 2008 και ότι τούτη (η ενάγουσα), αν και γνώριζε το περιεχόμενο της έκτοτε, δεν φαίνεται, στη βάση του περιεχομένου των πιστοποιητικών που εξέδωσαν, να ενημέρωσε τους Άγγλους γιατρούς περί τα όσα εκεί αναφέρονται, ούτε και φαίνεται να αμφισβητεί τούτο, είτε με τα δικόγραφά της, είτε και με τη γραπτή της δήλωση. Επίσης, η ενάγουσα αντάλλαξε αλληλογραφία με το Υπουργείο Υγείας (Τεκμήρια 14(α), 14(β), 14(γ), 14(δ), 14(ε)), η οποία χρονολογείται μετά τη λήψη από αυτή της έκθεσης του εναγόμενου 1 και η οποία αλληλογραφία αφορά στα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής και γενικά στα παράπονά της εναντίον αμφότερων των εναγόμενων, και πουθενά στην αλληλογραφία αυτή δεν φαίνεται να αμφισβητεί το περιεχόμενο της έκθεσης του εναγόμενου 1, ειδικότερα δε το μέρος εκείνο που άπτεται της συμπτωματολογίας που η ίδια περιέγραφε στον τελευταίο κατά τον χρόνο που την παρακολουθούσε. Όπως και αν διαβαστεί η έκθεση του εναγόμενου 1 (τεκμήριο 3), είναι αβίαστα που προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί της περί καθημερινές λιποθυμίες και ή περί επιδείνωσης της κατάστασής της με κάθε αύξηση της δοσολογίας των φαρμάκων και ή περί τριών λιποθυμικών επεισοδίων καθημερινώς, δεν ευσταθούν ή, εν πάση περιπτώσει, δεν αναφέρθηκαν στον εναγόμενο
  2. Αντίφαση παρατηρείται και στους ισχυρισμούς της αναφορικά με το πότε έπαυσε να λαμβάνει αντιεπιληπτική φαρμακευτική αγωγή, και εξηγώ: Ενώ από τη μια προέβαλε τον σαφή ισχυρισμό ότι ακολούθησε συγκεκριμένο οδηγό μείωσης φαρμάκων (τεκμήριο 8) που της δόθηκε από τον Δρ Jοhnson και ότι, στη βάση του εν λόγω οδηγού, περί τον Ιούνιο του 2009 έπαυσε να λαμβάνει οποιαδήποτε αντιεπιληπτική αγωγή, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της, χωρίς να δώσει οποιαδήποτε πειστική εξήγηση περί τούτου, ισχυρίστηκε ότι η λήψη αντιεπιληπτικής φαρμακευτικής αγωγής συνεχίστηκε για περαιτέρω χρόνο. Δεν πρέπει δε η τελευταία αυτή θέση της να μη συσχετιστεί με το γεγονός ότι, κατά την αντεξέτασή της, της υπεδείχθη ότι, στη βάση του περιεχομένου του βιβλιαρίου υγείας της, φέρεται να λάμβανε το αντιεπιληπτικό φάρμακο Keppra σε μεταγενέστερο του Ιουνίου 2009 χρόνο, αλλά και ότι ο Δρ. Johnson (τεκμήριο 9(β)), στη βάση των όσων του ανέφερε, θέλει την ενάγουσα, την 9/10/2009 (ημερομηνία εξέτασης της), να λαμβάνει αντιεπιληπτική φαρμακευτική αγωγή, και συγκεκριμένα Keppra. Αναφορά περί του ότι, σε χρόνο μετά τον Ιούνιο του 2009, η ενάγουσα συνεχίζει να λαμβάνει το αντιεπιληπτικό φάρμακο Keppra (προφανώς στη βάση των όσων η ίδια ανέφερε), κάνει, επίσης, και ο Δρ Sutton στο δικό του πιστοποιητικό (τεκμήριο 9(γ)). Ουσιώδης αντίφαση παρατηρείται και σε σχέση με τους ισχυρισμούς της ως προς τη συμπτωματολογία της πριν επισκεφθεί τον εναγόμενο 2 και ειδικότερα τους λόγους που επισκέφθηκε τούτον. Ως προκύπτει, τόσον από τα πιστοποιητικά των Άγγλων γιατρών, όσον και από τα όσα ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου ο Μ.Ε.2 (ως αναφερθέντα από την ενάγουσα), αλλά και τα όσα η ίδια αρχικά αναφέρει στη γραπτή της δήλωση, προτού επισκεφθεί τον εναγόμενο 2 παρουσίαζε πονοκεφάλους, ημικρανίες και ελαφριές λιποθυμίες. Περιγράφοντας δε τις λιποθυμίες τούτες, αναφέρει «Ενώ στεκόμουν, ένιωσα ζάλη, η όρασή μου θόλωνε, ένιωθα αδυναμία, καταλάβαινα ότι θα λιποθυμήσω και έπεφτα ..στο πάτωμα για μερικά δευτερόλεπτα.», προσθέτοντας ότι, ενώ ήταν σωριασμένη στο πάτωμα άκουγε τους γύρω της αλλά δεν μπορούσε αντιδράσει, παρά μόνο να ανοιγοκλείσει τα μάτια της. Σε άλλο, ωστόσο, σημείο της μαρτυρίας της, και τούτο στην προσπάθειά της να πείσει για τον ισχυρισμό της ότι η κατάστασή της επιδεινώθηκε λόγο της λήψης των αντιεπιληπτικών φαρμάκων, ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που επισκέφθηκε τον εναγόμενο 2 ήταν γιατί ένιωθε «ζαλάδες ελαφριές, σαν λιποθυμίες, ελαφριούς πονοκεφάλους». Ήταν απόλυτη δε στη θέση της ότι δεν είχε «κανονικές» λιποθυμίες πριν επισκεφθεί τον εναγόμενο. Πέραν της εμφανούς αντίφασης που παρατηρείται στις δύο αυτές θέσεις της ενάγουσας, η τελευταία θέση της περί μη λιποθυμιών πριν τη λήψη της αντιεπιληπτικής φαρμακευτικής αγωγής, συγκρούεται και με τον έτερο βασικό ισχυρισμό της (αναφέρθηκε ανωτέρω) που θέλει τη συμπτωματολογία της που προηγείται των λιποθυμιών της μετά τη λήψη της ρηθείσας αγωγής να διαφοροποιείται άρδην από την σχετική συμπτωματολογία της πριν τις, κατά τα άλλα, αδιαμφισβήτητες λιποθυμίες που είχε προηγουμένως. Έφθασε δε στο σημείο, στην προσπάθειά της να πείσει ότι δεν λιποθυμούσε πριν επισκεφθεί τον εναγόμενο 2, να αναφέρει ότι αυτό που της συνέβαινε ήταν «Όταν νιώσεις ζάλη και προλάβεις και καθίσεις και βάλεις τα πόδια σου ψηλά και δεν λιποθυμήσεις και σηκωθείς, όμως δεν προλάβεις να πιάσεις κάπου και πέσεις κάτω αλλά σιγά σιγά σηκωθείς, δεν είναι λιποθυμία αυτό το πράγμα.». Υπενθυμίζω ότι στη βάση της έτερης σχετικής εκδοχής της (αναφέρθηκε μόλις πιο πάνω), πριν επισκεφθεί τον εναγόμενο 2, έχανε τις αισθήσεις της και σωριαζόταν στο πάτωμα και παρέμενε εκεί για μερικά δευτερόλεπτα, διάστημα κατά το οποίο άκουγε τι συνέβαινε γύρω της αλλά δεν μπορούσε να ανταποκριθεί παρά μόνο να ανοιγοκλείσει τα μάτια της. Αναφορικά, τώρα, με τη συχνότητα των λιποθυμικών επεισοδίων της, ως σημειώθηκε και κατά το στάδιο της παράθεσης της μαρτυρίας της, η βασική και κύρια θέση της ενάγουσας θέλει τούτα (τα λιποθυμικά επεισόδια) να έχουν συνεχή αυξητική τάση, στη βάση πάντα της εκάστοτε αύξησης της δοσολογίας των αντιεπιληπτικών φαρμάκων, σε βαθμό που, ενώ αρχικά ήταν αραιά, μετέπειτα μεταβλήθηκαν σε ένα επεισόδιο την εβδομάδα, ακολούθως καθημερινά, σε κάποιο στάδιο μέχρι και δύο επεισόδια την ημέρα και κατά το τελικό στάδιο, ακριβώς πριν επισκεφθεί τους Άγγλους γιατρούς, μέχρι και τρία επεισόδια την ημέρα. Ήταν δε πολλές οι φορές που η ενάγουσα κατά τη μαρτυρία της προέβαλε τον ισχυρισμό ότι καθ΄ όλη τη διάρκεια που τελούσε υπό την παρακολούθηση των εναγόμενων, συνεχώς η κατάστασή της επιδεινωνόταν. Ωστόσο, και σε πλήρη σύγκρουση με τους πιο πάνω ισχυρισμούς της, στον Μ.Ε.2 (βλέπε παράγραφος 6 της γραπτής δήλωσης - Έγγραφο Β(ι)), ανέφερε ότι, από τον Φεβρουάριο του 2006 (όταν και ξεκίνησε τη λήψη αντιεπιληπτικής αγωγής[4]), η συχνότητα των επεισοδίων μειώθηκε σε μια φορά την εβδομάδα και σταδιακά και σε μια φορά κάθε τρεις μήνες. Επίσης, στη βάση άλλου δικού της ισχυρισμού (βλέπε παράγραφος 8 της γραπτής της δήλωσης - Έγγραφο Α), κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της (γέννησε τον Ιανουάριο του 2007 ενώ είχε συμπληρώσει τον όγδοο μήνα της εγκυμοσύνης της) «.τα λιποθυμικά επεισόδια ήταν πολύ αραιά..». Αντίφαση παρατηρείται και σε σχέση με τις κατ' ισχυρισμό δυσμενείς επιπτώσεις στην κατάστασή της από τη λήψη της αντιεπιληπτικής φαρμακευτικής αγωγής. Ως ισχυρίστηκε, αυτή η δυσμενής επίπτωση, ήταν το αποτέλεσμα της λήψης της ρηθείσας αγωγής στη βάση των οδηγιών και υποδείξεων των εναγόμενων και της συχνότητας λήψης των φαρμάκων, πάντα στη βάση των ρηθέντων οδηγιών. Από την άλλη, στον Μ.Ε.2 φαίνεται να αναφέρει ότι, κατά το στάδιο που παρακολουθείτο από τον εναγόμενο 1, κατόπιν δικής της πρωτοβουλίας, δεν λάμβανε τη φαρμακευτική αγωγή που της χορηγούσε για να αποφύγει τις παρενέργειες των φαρμάκων, ισχυρισμός που ούτε από την ίδια προωθήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ούτε φαίνεται να προβλήθηκε από αυτήν προς τους λοιπούς γιατρούς οι οποίοι, κατά καιρούς, την εξέτασαν. Ακόμα, στη βάση των όσων ισχυρίστηκε προς τον Μ.Ε.2 (βλέπε παράγραφος 19 Εγγράφου Β(ι))[5], από τον Δεκέμβριο του 2008 «η περιγραφή των επεισοδίων ως έχει δοθεί σε μένα από την κα Σοφοκλέους επήλθε στην περιγραφή των αρχικών επεισοδίων το 2004 πριν την εισαγωγή στα φάρμακα». Πώς, ωστόσο, μπορεί ένας τέτοιος ισχυρισμός, της ενάγουσας, να ευσταθεί (αν όντως τα επεισόδια της αυξήθηκαν λόγω της αντιεπιληπτικής αγωγής), όταν σύμφωνα και με την ίδια την ενάγουσα, αλλά και τη λοιπή αδιαμφισβήτητη ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, τούτη λάμβανε αντιεπιληπτική αγωγή μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2010; Κάτι άλλο που προκύπτει από τη μαρτυρία της ενάγουσας, είναι η πρόθεση της που κρύβεται πίσω από το γεγονός ότι, ενώ στους Άγγλους γιατρούς (βλέπε τεκμήριο 5) αναφέρει ρητά ότι, καθ΄ όλον τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, πριν από κάθε λιποθυμικό επεισόδιο παρουσίαζε πάντα προειδοποιητική της λιποθυμίας συμπτωματολογία, στον Μ.Ε.2, ο οποίος την εξέτασε με μόνο σκοπό να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας προς υποστήριξη της παρούσας αγωγής[6], όχι απλά δεν ανάφερε κάτι τέτοιο, αλλά, ρητά, του ανάφερε ότι κάθε τέτοια προειδοποίηση χάθηκε με την έναρξη της αντιεπιληπτικής αγωγής, σε τέτοιο βαθμό που στη βάση των όσων ο Μ.Ε.2 ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου, μεταξύ των τραυμάτων που υπέστη η ενάγουσα από τις ξαφνικές και απροειδοποίητες, πλέον, πτώσεις της λόγω λιποθυμίας ήταν και κατάγματα, σωματική βλάβη, που ούτε η ίδια δεν ισχυρίστηκε, ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι υπέστη. Ουσιώδης αντίφαση παρατηρείται και σε σχέση με το λιποθυμικό επεισόδιο του Οκτωβρίου του
  3. Στους Άγγλους γιατρούς, η ενάγουσα και προφανώς και ο σύζυγός της, φέρονται να περιγράφουν το συγκεκριμένο επεισόδιο ως συνοδευόμενο από ανεξέλεγκτους σπασμούς των άνω και κάτω άκρων διάρκειας τριών λεπτών. Στον Μ.Ε.2, ανέφερε ότι, παρά τους σπασμούς, η ίδια είχε πλήρη επίγνωση τι γινόταν γύρω της. Στο Δικαστήριο, η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι οι σπασμοί στα άνω και κάτω άκρα της δεν ήταν ανεξέλεγκτοι αλλά κινήσεις στις οποίες η ίδια προέβαινε, επί σκοπώ, ώστε να περάσει το μήνυμα στους γύρω τις ότι είναι καλά και έχει επίγνωση των δεδομένων. Η τελευταία αυτή θέση της, δεν συμβαδίζει με κανένα εκ των συμπτωμάτων, είτε της επιληψίας, είτε της συγκοπής, ως τούτες προκύπτουν από την ενώπιον του Δικαστηρίου σχετική αποδεκτή μαρτυρία. Αντίφαση παρατηρείται και σε σχέση με τη στάση σώματος που διατηρούσε η ενάγουσα ακριβώς πριν την έναρξη του κάθε επεισοδίου. Με σαφέστατο τρόπο, στον Μ.Ε.2 ανάφερε ότι όλα ανεξαιρέτως τα επεισόδια που είχε καθ΄ όλο τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο λάμβαναν χώρα ενώ προηγουμένως ήταν ιστάμενη. Για λόγους που παρέμειναν ανεξήγητοι, στον Δρ Johnson, η ενάγουσα ανάφερε ότι τέτοια επεισόδια αντιμετώπισε και κατά το χρόνο που καθόταν. Ουσιαστικές αντιφάσεις παρατηρούνται και στους ισχυρισμούς της ενάγουσας σε σχέση με τις επιπτώσεις στην καθημερινότητά της συνεπεία της κατ' ισχυρισμό επιδείνωση της κατάστασής της λόγω λανθασμένης διάγνωσης των εναγόμενων και λανθασμένης χορήγησης φαρμάκων. Ως προκύπτει από τη γραπτή της δήλωση, αλλά και τα όσα ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου, η ενάγουσα αναγκάστηκε, λόγω της κατ' ισχυρισμό επιδείνωσης της κατάστασής της, να εγκαταλείψει την κομμωτική με την οποία μέχρι τότε ασχολείτο, καθώς επίσης και ο σύζυγός της να πωλήσει το περίπτερο που διατηρούσε για να μπορεί να φροντίζει την ίδια και τα παιδιά. Ωστόσο, κατά την αντεξέτασή της, εκείνο που προέκυψε είναι ότι, την κομμωτική την εγκατέλειψε πριν καν χορηγηθεί σ΄ αυτήν οποιαδήποτε αντιεπιληπτική αγωγή, ενώ ο σύζυγός της πώλησε το περίπτερο σε χρόνο που η ίδια, ως ισχυρίστηκε, είχε ήδη, λόγω της αποτοξίνωσής της από τα αντιεπιληπτικά φάρμακα, επανέλθει στην προ της λήψης τους ελεγχόμενη κατάστασής της και ένιωθε καλά. Εν πάση περιπτώσει, ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι τα αντιεπιληπτικά φάρμακα που της χορήγησαν οι εναγόμενοι επιδείνωσαν την κατάστασή της, δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε άλλη αποδεκτή ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Δεν παραγνωρίζω τη σχετική υποστηρικτική θέση του Μ.Ε.2, η αξιολόγηση της μαρτυρίας του οποίου θα ακολουθήσει κατωτέρω. Ωστόσο, ως αβίαστα προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, έρεισμα για τον ισχυρισμό του ότι η λήψη των αντιεπιληπτικών φαρμάκων επιδείνωσε την κατάστασή της ενάγουσας, αποτέλεσε, στην ουσία, η θέση της τελευταίας ότι, μετά τη λήψη τους, άλλαξε η συμπτωματολογία των λιποθυμικών της επεισοδίων, ισχυρισμός με τον οποίο ασχολήθηκα ανωτέρω και ο οποίος, για τους λόγους που εξήγησα, δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Ως δε θα διαφανεί και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Ε.2, ως επί το πλείστον, αν όχι όλες, οι, σχετικές με την αναφερόμενη από την ενάγουσα συμπτωματολογία της, παρενέργειες που αναφέρονται στα τεκμήρια 8(i)-8(v), σε σχέση με τα υπό συζήτηση αντιεπιληπτικά φάρμακα, αφορούν σε συμπτώματα τα οποία η ενάγουσα, στη βάση των όσων η ίδια ανέφερε, αλλά και των όσων σχετικών καταγράφονται στις σημειώσεις του εναγόμενου 2, φέρεται να παρουσίαζε πριν καν τη λήψη των φαρμάκων. Τέλος η υπό συζήτηση θέση της ενάγουσας που θέλει την αντιεπιληπτική φαρμακευτική αγωγή να επιδεινώνει την κατάστασή της και στην ουσία να της προκαλεί επιπλέον συμπτωματολογία, συγκρούεται και με θέση που υποβλήθηκε στον εναγόμενο 1 από τον συνήγορο της, που θέλει την ενάγουσα να αναφέρει στον εναγόμενο 1 ότι «δεν είχε καμιά αλλαγή με όσα έπαιρνε».) Κάτι άλλο που κρίνεται σημαντικό να σημειωθεί σε σχέση με τη μαρτυρία της ενάγουσας είναι και οι αναφορές της στην όποια εμπλοκή του συζύγου της στα υπό αμφισβήτηση ουσιώδη επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής. Ως υπεδείχθη από τον Μ.Ε.2, αλλά και τους εναγόμενους, και δεν αμφισβητήθηκε, κάτι για το οποίο προβαίνω και σε σχετικό εύρημα, το βασικό υπόβαθρο για τη διάγνωση ενός νευρολόγου είναι το ιστορικό του ασθενούς, ως τούτο περιγράφεται από τον ίδιο αλλά και τους οικείους του. Ειδικότερα δε, στην παρούσα περίπτωση, όπου το βασικό σύμπτωμα της ενάγουσας ήταν η λιποθυμία, και το βασικότερο υπό αμφισβήτηση ζήτημα είναι η συμπτωματολογία που παρουσίαζε η ενάγουσα κατά το στάδιο των λιποθυμιών της, η εικόνα που αποκομίζουν οι γύρω της υπέχει καταλυτικής σημασία. Αυτό φαίνεται να επικαλείται και η ίδια η ενάγουσα, η οποία, σε αρκετά σημεία της μαρτυρίας της, υποδείκνυε ότι, ως προς το ιστορικό της και γενικότερα τις αντιδράσεις της πριν, κατά και μετά τις λιποθυμίες της, γνώστης ήταν ο σύζυγός της, ο οποίος αρκετές φορές ήταν μάρτυρας τέτοιων επεισοδίων. Εντούτοις, και παρά την θέση της ενάγουσας ότι τους ισχυρισμούς της μπορούσε να τους επιβεβαιώσει ο σύζυγός της, ο τελευταίος δεν παρουσιάστηκε ως μάρτυρας προς επίρρωσή τους, χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση για αυτό. Κρίνω, ακόμα, σημαντικό να σημειώσω ότι, η ενάγουσα, αναφορικά με το επεισόδιο του Οκτωβρίου του 2008, κατά το οποίο παρουσίασε σπασμούς μετά τη λιποθυμία της, φαίνεται να αναφέρει προς τους Άγγλους γιατρούς ότι η διάρκεια των σπασμών ήταν τρία λεπτά. Εντούτοις, για το ίδιο επεισόδιο και την εν προκειμένω διάρκεια του, η σχετική αναφορά της προς τον Μ.Ε.2 ήταν ότι ήταν διάρκειας 30 δευτερολέπτων[7]. Δεν μπορώ να θεωρήσω ότι αυτή η διάσταση που παρατηρείται στους ισχυρισμούς της ενάγουσας είναι άσχετη με τη θέση που προέβαλε ο Μ.Ε.2, στη βάση επιστημονικών άρθρων, ότι συνήθως τα λιποθυμικά επεισόδια που προκαλούνται από συγκοπή διαρκούν κάποια δευτερόλεπτα και όχι κάποια λεπτά, που διαρκούν τα λιποθυμικά επεισόδια επιληψίας. Κατά την αντεξέτασή της, βρισκόμενη αντιμέτωπη με την αναφορά της στη γραπτή της δήλωση, αλλά και προς τον Μ.Ε.2, περί του ότι μετά τα λιποθυμικά επεισόδια παρέρχονταν πέντε με δέκα λεπτά για να επανέλθει, η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι, με την εν λόγω αναφορά της, εννοούσε ότι, μετά το λιποθυμικό επεισόδιο αντιμετώπιζε πονοκέφαλο, ο οποίος, ανάλογα με τον χρόνο που διαρκούσε, επιμήκυνε τον χρόνο που μπορούσε, με τη βοήθεια των γύρω της, να εγερθεί. Ο ισχυρισμός της αυτός, ωστόσο, συγκρούεται μετωπικά με αναφορές της, τόσο προς τον Μ.Ε.2, όσο και προς τους Άγγλους γιατρούς, που θέλουν τους πονοκεφάλους που ακολουθούν το κάθε επεισόδιο να διαρκούν μέχρι και δύο μέρες (προς τον Μ.Ε.2), ή μέχρι και τρεις μέρες (προς τον Δρ Johnson). Αντίφαση παρατηρείται και στους ισχυρισμούς της που αφορούν στη μείωση της αντιεπιληπτικής φαρμακευτικής αγωγής στη βάση των οδηγιών των Άγγλων ιατρών. Πιο συγκεκριμένα, κατά το στάδιο της αντεξέτασής της, της υπεδείχθη ότι, στη βάση του περιεχομένου του βιβλιαρίου υγείας της, φαίνεται να της χορηγείται αντιεπιληπτική αγωγή σε χρόνο μετά το χρόνο που σύμφωνα με τον οδηγό μείωσης της ρηθείσας αγωγής (τεκμήριο 8) θα έπρεπε να είχε εγκαταλείψει κάθε τέτοια αγωγή. Ως εξήγηση του γεγονότος αυτού, η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι, σε κάποιο στάδιο, ζητούσε από τον πεθερό της να επισκέπτεται το νοσοκομείο εκ μέρους της και να λαμβάνει τα φάρμακα της, με αποτέλεσμα να μην ενημερωθούν οι γιατροί που συνταγογραφούσαν τούτα περί της μη λήψης πλέον συγκεκριμένου αντιεπιληπτικού φαρμάκου και κατά συνέπεια συνέχιζαν να το συνταγογραφούν. Ισχυρίστηκε, ακόμα, συναφώς, ότι, όταν ο πεθερός της, της έφερνε τέτοια φάρμακα, τα πετούσε γιατί της ήταν αχρείαστα. Ωστόσο, ως αβίαστα προκύπτει από το περιεχόμενο των ιατρικών πιστοποιητικών των Άγγλων ιατρών, η ενάγουσα φέρεται να συνεχίζει να λαμβάνει τη συγκεκριμένη αντιεπιληπτική φαρμακευτική αγωγή μέχρι και τον Οκτώβριο του 2009 και δη σε χρόνο μεταγενέστερο της τελικής ημερομηνίας που προκύπτει από το περιεχόμενο του τεκμηρίου
  4. Δεν θεωρώ αναγκαίο να καταγράψω άλλες αντιφάσεις, αδυναμίες και υπερβολές που παρουσιάζει η μαρτυρία της ενάγουσας για να δικαιολογήσω την ήδη εκφρασθείσα κρίση μου ως προς την ποιότητά της. Κατά συνέπεια, η μαρτυρία της ενάγουσας, στο βαθμό που συγκρούεται με τη λοιπή ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Μ.Ε.2 Ο Μ.Ε.2 δεν μου έκαμε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και είμαι της γνώμης ότι στο Δικαστήριο δεν παρουσιάστηκε με σκοπό να το βοηθήσει, μέσω της μαρτυρίας του και της εμπειρογνωμοσύνης του, να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα σχετικά ευρήματα. Είμαι της γνώμης ότι, αντί να παρουσιαστεί ως ένας ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας, παρουσιάστηκε ως μάρτυρας με σκοπό να προβάλει ισχυρισμούς με πρώτιστο μέλημα να βοηθήσει την ενάγουσα που τον κάλεσε στο να αποδείξει την υπόθεσή της, παρά στο να καταθέσει εντελώς αμερόληπτα. Ήταν εμφανής η προσπάθειά του, καθόλη τη διάρκεια που κατέθετε, δια ζώσης, ενώπιον του Δικαστηρίου, να αποφύγει να απαντήσει ερωτήσεις οι οποίες σκόπευαν να υποδείξουν ότι οι διάφορες θέσεις του δεν ήταν ακριβείς ή ότι ελέγχονταν ως προς την ορθότητά τους, καθώς επίσης και να προβάλει εντελώς ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς απλά και μόνον για να δικαιολογήσει προγενέστερη εκφρασθείσα θέση του ή για να απορρίψει την τιθέμενη προς αυτόν θέση. Για σκοπούς τεκμηρίωσης της μόλις αναφερθείσας κρίσης μου ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας του Μ.Ε.2, σημειώνω τα ακόλουθα, αφού πρώτα επαναθέσω αδιαμφισβήτητο υπόβαθρο που κρίνεται βοηθητικό για να γίνει αντιληπτό το σκεπτικό του Δικαστηρίου. Ως σημειώθηκε ανωτέρω, αποτέλεσε θέση του Μ.Ε.2, ότι το 97% των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη από ένα νευρολόγο για διάγνωση ασθένειας αφορά στο ιστορικό του ασθενούς ως τούτο μεταφέρεται στον γιατρό από τον ίδιο τον ασθενή αλλά και τον περίγυρό του που έτυχε να είναι μάρτυρας των επεισοδίων του. Ισχυρίστηκε, ακόμα, ότι, το υπόλοιπο 2% των ρηθέντων παραγόντων αφορά στην εικόνα που ο ίδιος αποκομίζει από την εξέταση του ασθενούς και, τέλος, ότι, το υπόλοιπο 1% προκύπτει από τα αποτελέσματα εργαστηριακών εξετάσεων στα οποία τυχόν θα υποβάλει τον ασθενή, ιδιαίτερα εκεί που το υπόλοιπο 99% των παραγόντων δεν του επιτρέπει να καταλήξει με ασφάλεια σε διάγνωση. Είναι δε, στη βάση αυτών των ισχυρισμών του που προώθησε τη θέση ότι, από την πρώτη κιόλας εξέταση της ενάγουσας, χωρίς καν να γνωρίζει περί της έκθεσης του εναγόμενου 1 και γενικά των απόψεων αμφοτέρων των εναγομένων αναφορικά με τη συμπτωματολογία της ενάγουσας, αλλά και περί του περιεχομένου των ιατρικών πιστοποιητικών των Άγγλων γιατρών και τις δικές τους, επί του προκειμένου, διαγνώσεις, διέγνωσε, εντελώς αβίαστα, ότι η ενάγουσας έπασχε από συγκοπή και όχι επιληψία. Ως, σχετικά, ανέφερε, στη βάση των όσων του είχαν αναφερθεί από την ενάγουσα και τον σύζυγό της, η κατάληξη στη διάγνωσή του περί συγκοπής, ήταν εντελώς απλή και εύκολη, αποδεχόμενος, συναφώς, σχετική αναφορά του συνηγόρου του εναγομένου 2, ότι ήταν «piece of cake». Και ενώ προέβαλλε την απόλυτη αυτή θέση, όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με τις κατά καιρούς σχετικές τοποθετήσεις των Άγγλων ιατρών[8] ότι δεν μπορούσαν να αποκλείσουν το ενδεχόμενο η ενάγουσα να πάσχει από επιληψία, καθώς επίσης και με το γεγονός ότι ο Άγγλος καρδιολόγος (Δρ Sutton) κατέληξε σε τελική διάγνωση περί συγκοπής (καρδιακής αιτίας ασθένεια) σε βάθος χρόνου μετά που εξέτασε την ενάγουσα επανειλημμένα, ξεχνώντας, προφανώς, την απόλυτη, ως αναφέρθηκε ανωτέρω, θέση που προέβαλε, ισχυρίστηκε ότι, ορθώς ο Δρ Sutton άργησε να καταλήξει σε απόλυτη διάγνωση γιατί έπρεπε πρώτα να υποβάλει την ενάγουσα σε εργαστηριακές εξετάσεις (μεταξύ των οποίων και το tilt table test) και στη βάση των αποτελεσμάτων τους να καταλήξει. Υπενθυμίζω ότι με βάση την εκδοχή του Μ.Ε.2, ο ίδιος δεν υπέβαλε την ενάγουσα σε κανένα εργαστηριακό έλεγχο και δεν ήταν γνώστης των αποτελεσμάτων όποιων τέτοιων ελέγχων έγιναν κατόπιν οδηγιών των Άγγλων ιατρών. Με τη μαρτυρία του ο Μ.Ε.2 προσπάθησε να υποστηρίξει τη θέση της ενάγουσας ότι η αντιεπιληπτική αγωγή που της χορηγήθηκε από τους εναγόμενους 1 και 2 επιδείνωσαν την κατάσταση προκαλώντας της επιπρόσθετη, απ' ό,τι αρχικά παρουσίαζε, συμπτωματολογία, καθώς επίσης και μεταβάλλοντας τη συμπτωματολογία των λιποθυμικών της επεισοδίων. Προς επίρρωσιν δε των θέσεών του αυτών, κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, ως τεκμήριο 18(i)-18(v), εκτυπώσεις από διαδικτυακές σελίδες στις οποίες γίνεται αναφορά στις παρενέργειες που προκαλούνται από τη λήψη των χορηγηθέντων στην ενάγουσα φαρμάκων. Ωστόσο, στο έγγραφο Β(ι), το οποίο αποτελεί γραπτή του δήλωση, η οποία κατατέθηκε με το περιεχόμενό της να εγκρίνεται ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, αναφέρει ρητά ότι, η επαναλαμβανόμενη κατανάλωση αντιεπιληπτικών φαρμάκων δεν είχε «καμιά αλλαγή ή καλυτέρευση» στην υγεία της ενάγουσας. Συναφώς, στην παράγραφο 42 του εγγράφου Β
(1), ανέφερε, πάντα σε σύγκρουση με την έτερη θέση του, που θέλει τα φάρμακα να επιδεινώνουν την κατάσταση της ενάγουσας, ότι οι επαναλαμβανόμενες συγκοπές θα μπορούσαν να αποφευχθούν αν γινόταν ορθή διάγνωση εξαρχής, αφήνοντας ξεκάθαρα να νοηθεί ότι η κατά τον ίδιο λανθασμένη διάγνωση και χορήγηση αντιεπιληπτικών φαρμάκων είχε ως αποτέλεσμα απλά να επιμηκύνεται ο χρόνος που η ενάγουσα παρουσίαζε λιποθυμικά επεισόδια λόγω συγκοπής και όχι ότι επιδείνωσε τη κατάσταση της. Αναφερθείς, ειδικά, στο λιποθυμικό επεισόδιο του Οκτωβρίου 2008, κατά το οποίο η ενάγουσα παρουσίασε σπασμούς των άνω και κάτω άκρων της, ισχυρίστηκε ότι τούτο του αναφέρθηκε από την ενάγουσα ως μέρος του ιστορικού της και ότι απέδωσε τούτο, εξαρχής, σε ανοξικής αιτίας επεισόδιο και δη αιτία που σχετίζεται με τη διάγνωση της συγκοπής και όχι σε επιληπτικής φύσεως αιτία. Σημειώνω, συναφώς, ότι, αναφερθείς στο περιεχόμενο των ιατρικών πιστοποιητικών των Άγγλων ιατρών, ισχυρίστηκε ότι συμφωνεί απόλυτα με αυτό και ότι, στην πραγματικότητα, αμφότεροι οι γιατροί αυτοί ισχυρίζονται στα ιατρικά πιστοποιητικά τους τα ίδια που ισχυρίζεται και ο ίδιος. Εκείνο, όμως, που αβίαστα προκύπτει από το περιεχόμενο των ιατρικών αυτών πιστοποιητικών, χωρίς επ' ουδενί λόγο να αποδέχομαι ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο να προβαίνω σε χρήση τούτου (το σημειώνω απλά για σκοπούς υπόδειξης της αδυναμίας που παρουσιάζει η μαρτυρία του Μ.Ε.2), είναι ότι, το συγκεκριμένο επεισόδιο με τους σπασμούς ήταν ένας εκ των λόγων που ο Δρ. Johnson δεν μπορούσε, ακόμα και σε προχωρημένο στάδιο εξέτασης της ενάγουσας, να αποκλείσει το ενδεχόμενο τούτη να πάσχει και από επιληψία. Το μεροληπτικό της μαρτυρίας του Μ.Ε.2 προκύπτει και από την ετοιμότητά του να «διαφωτίσει» το Δικαστήριο περί του τι γνώριζαν ή εννοούσαν ή ακόμα πίστευαν οι Άγγλοι ιατροί όταν κατέγραφαν τις γνώμες τους επί των ιατρικών τους πιστοποιητικών, χωρίς καν να έχει συνομιλήσει με αυτούς και χωρίς το περιεχόμενο των πιστοποιητικών τους να είναι διαφωτιστικό. Ενδεικτικά τέτοιας συμπεριφοράς του Μ.Ε.2 είναι τα ακόλουθα: Προσπάθησε να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους ο Δρ Johnson δεν μπορούσε να αποκλείσει το ενδεχόμενο επιληψίας, ενώ το περιεχόμενο των ιατρικών εκθέσεων του (του Johnson), με εξαίρεση το επεισόδιο του Οκτωβρίου του 2008, δεν είναι προσδιοριστικό των λόγων αυτών. Σημειώνω, συναφώς, ότι, η εξήγηση που έδωσε ο Μ.Ε.2 δεν σχετίζεται με το επεισόδιο του Οκτωβρίου του 2008 και τίποτα σχετικό με αυτή δεν καταγράφεται στα πιστοποιητικά του Δρ. Johnson. Επίσης, ενώ αμφότεροι οι Άγγλοι γιατροί πουθενά στα πιστοποιητικά τους δεν αναφέρουν το ποσοστό της πεποίθησής τους, είτε στο αρχικό στάδιο που εξέφρασαν σχετική γνώμη, είτε στα τελικά στάδια της εξέτασης της ενάγουσας, ως προς το ότι η ενάγουσα έπασχε από συγκοπή, ισχυρίστηκε ότι αυτό που οι Άγγλοι ιατροί κατέληξαν είναι ότι κατά 99,9% η ενάγουσα πάσχει από συγκοπή και ότι κατά 0,001% (τοις χιλίοις) πάσχει από επιληψία. Όταν δε του ζητήθηκε να υποδείξει από που αντλεί γνώση περί τέτοιων ποσοστών, απέφυγε να υποδείξει τούτο. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι, οι Άγγλοι ιατροί κατέληξαν ότι η ενάγουσα δεν πάσχει από πρωτογενή επιληψία, κάτι, ωστόσο, που δεν αναφέρεται στα ρηθέντα πιστοποιητικά. Κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.2, του υπεδείχθη ότι ο Δρ Sutton, σε κάποιο σημείο του ιατρικού του πιστοποιητικού, αναφέρεται σε ένα επεισόδιο συγκοπής της ενάγουσας αλλά και σε άλλα επεισόδια τα οποία δεν χαρακτηρίζει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, και του υποβλήθηκε ότι, ενδεχομένως, να επρόκειτο για επιληπτικά επεισόδια. Ενώ παραδέχθηκε ότι ουδέποτε συνομίλησε με τον Δρ Sutton, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι τα μη χαρακτηριζόμενα από τον Δρα Sutton επεισόδια δεν αφορούσαν επεισόδια επιληψίας και προχώρησε ακόμα στο να δώσει εξήγηση σε τι είδους επεισόδια αναφερόταν ο Άγγλος καρδιολόγος, ενώ το περιεχόμενο του ιατρικού του πιστοποιητικού (του Άγγλου) είναι εντελώς σιωπηρό περί τούτου. Στη βάση του δεδομένου ότι οι Άγγλοι γιατροί, και ειδικότερα ο Δρ Johnson, σε προχωρημένο στάδιο εξέτασης της ενάγουσας και σε χρόνο που ήδη τα δύο από τα τέσσερα αντιεπιληπτικά φάρμακα που η ενάγουσα λάμβανε είχαν ήδη αφαιρεθεί εξ ολοκλήρου, εξέφραζε τη θέση ότι η πιθανότητα η ενάγουσα να πάσχει από επιληψία δεν μπορεί να αποκλειστεί (και πάλι η σχετική αυτή αναφορά στο ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ Johnson γίνεται με μόνο σκοπό να υποδειχθεί η αδυναμία που παρουσιάζει η μαρτυρία του Μ.Ε.2 και όχι για την αλήθεια του περιεχομένου του), υπεβλήθη στον Μ.Ε.2 ότι οι γιατροί εκείνοι, έχοντας εξετάσει την ενάγουσα πολύ περισσότερες φορές και έχοντας υποβάλει αυτήν σε επιπρόσθετες εργαστηριακές εξετάσεις, ήταν σε καλύτερη θέση από τον ίδιο να εκφράσουν σχετική γνώμη παρά ο ίδιος που εξέτασε την ενάγουσα, στην ουσία, μόνο δύο φορές και σε χρόνο που κατά την ίδια δεν είχε πλέον λιποθυμίες. Αντί, απλά, να αποδεχθεί ως ορθή την υποβολή, κάτι που η λογική και μόνον επιβάλλει, αρνήθηκε τούτο και απέδωσε στους γιατρούς αυτούς την ιδιότητα του θεράποντα ιατρού και στον εαυτό του την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα, ως εάν και εκλήθη να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου κατόπιν κοινής επιλογής των διαδίκων της παρούσας υπόθεσης με δεσμευτική για αυτούς τη γνώμη του. Παρά το ότι ο συνήγορος που αντεξέταζε τον Μ.Ε.2 σχετικά, επέμεινε στο ζήτημα αυτό και ζητούσε από τον μάρτυρα να τοποθετηθεί με σαφήνεια, ο Μ.Ε.2 επιμελώς απέφευγε να τοποθετηθεί, προβάλλοντας, εντελώς ατεκμηρίωτα, τον ισχυρισμό ότι ο ίδιος ήταν σε καλύτερη θέση από τους γιατρούς αυτούς να εκφράσει γνώμη ως προς την κατάσταση της υγείας της ενάγουσας Υπενθυμίζω ότι, τόσον οι εναγόμενοι 1 και 2, όσο και οι Άγγλοι γιατροί είχαν την ευκαιρία να εξετάσουν την ενάγουσα σε χρόνο που η ίδια παρουσίαζε την επίδικη συμπτωματολογία της, ενώ ο Μ.Ε.2, στη βάση πάντα των όσων του ανέφερε η ενάγουσα, και τις δύο φορές που, ουσιαστικά, την εξέτασε, δεν παρουσίαζε σχετική συμπτωματολογία, αφού είχαν παρέλθει αρκετοί μήνες από το τελευταίο της λιποθυμικό επεισόδιο. Επίσης, πάντα συναφώς, οι Άγγλοι ιατροί είχαν και τα αποτελέσματα συγκεκριμένων εργαστηριακών εξετάσεων, στις οποίες υπέβαλαν την ενάγουσα, καθώς επίσης, ο Δρ Sutton, είχε και την εικόνα λιποθυμικού επεισοδίου, το οποίο κατέγραψε ο σύζυγος της. Ακόμα, ο Μ.Ε.2, στην προσπάθειά του να δικαιολογήσει τον Δρ Johnson ότι ορθά δεν μπορούσε να αποκλείσει την επιληψία κατά την πρώτη εξέταση της ενάγουσας, ισχυρίστηκε ότι τούτο οφειλόταν στο περιγραφόμενο προς αυτόν επεισόδιο του Οκτωβρίου με τους σπασμούς. Ισχυρίστηκε, ακόμα, ότι ο Δρ. Johnson κατάφερε να αποκλείσει αυτό το ενδεχόμενο όταν πλέον είχαν βγει και τα αποτελέσματα του Tilt Table Test αλλά και η ανάγνωση μαγνητικού τομογράφου που διενεργήθηκε στην ενάγουσα στη βάση των οποίων εξέφρασε και σχετική απόλυτη θέση ο Δρ Sutton, η οποία του γνωστοποιήθηκε. Πώς είναι δυνατόν, στη βάση μιας τέτοιας αναφοράς του, στο Δικαστήριο να ισχυρίζεται ότι ο ίδιος ήταν σε θέση με μια μόνο εξέταση και στη βάση μόνο του ιστορικού της ενάγουσας, ως του αναφέρθηκε από αυτή και τον σύζυγό της, χωρίς να γνωρίζει περί των όποιων αποτελεσμάτων των εργαστηριακών εξετάσεων στις οποίες υπεβλήθη η ενάγουσα, ακούοντας ωστόσο για το επεισόδιο του Οκτωβρίου του 2008 με τους σπασμούς, με μεγάλη ευκολία (piece of cake) να καταλήξει με απόλυτο τρόπο στη διάγνωσή του ότι η ενάγουσα πάσχει μόνο από συγκοπή; Συναφές με την μόλις πιο πάνω αναφορά του Δικαστηρίου είναι και το γεγονός ότι (αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ όλων των διαδίκων) η συγκοπή είναι καρδιακής αιτίας ασθένεια, που αναμένεται να διαγιγνώσκεται από καρδιολόγους, εξ ου και ο Μ.Ε.2, ισχυρίστηκε ότι το ένα από τα λάθη των εναγόμενων 1 και 2 ήταν ότι δεν αντιλήφθηκαν ότι η ενάγουσα δεν έπασχε από νευρολογικής φύσεως ασθένεια με αποτέλεσμα να μην την παραπέμψουν στην ορθή ειδικότητα γιατρού για να διαγνωστεί η ασθένειά της. Επί ενός άλλου θέματος, και ενώ ο Μ.Ε.2 ήταν πλέον γνώστης των όσων οι εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονταν για τον τρόπο που έδρασαν κατά το διάστημα που η ενάγουσα παρακολουθείτο από αυτούς και ειδικότερα, για τις κατά καιρούς μεταβολές (είτε ως προς τον αριθμό των φαρμάκων, είτε ως προς τη δοσολογία) της φαρμακευτικής αγωγής που χορηγούσαν, χαρακτήρισε την ενέργειά τους να μεταβάλλουν συνεχώς τη φαρμακευτική αγωγή και να προσθέτουν επιπρόσθετα φάρμακα ή να αυξάνουν τη δόση, ως λανθασμένη ενέργεια και ως ενέργεια που δεν αναμένεται να διενεργείται από ένα μέσο ικανό γιατρό της ειδικότητας του νευρολόγου. Ωστόσο, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, σε σχέση με το πώς πρέπει να ενεργεί ένας νευρολόγος, ισχυρίστηκε ότι, αρχικά θα χορηγήσει ένα φάρμακο και θα περιμένει να δει αν τούτο επιφέρει τα ποθητά αποτελέσματα, και αν όχι, θα χορηγήσει άλλο φάρμακο το οποίο αν, επίσης, δεν επιφέρει ποθητά αποτελέσματα, θα χορηγήσει και τρίτο ή ακόμα και τέταρτο, αποδεχόμενος στην ουσία ότι η διαφοροποίηση της εκάστοτε χορηγηθείσας φαρμακευτικής αγωγής ενός ασθενούς με σκοπό να επέλθει το πολυπόθητο αποτέλεσμα της εξάλειψης της όποιας συμπτωματολογίας του, αποτελεί τον ορθό τρόπο δράσης ενός μέσου συνετού νευρολόγου. Επίσης, ζητήθηκε από τον Μ.Ε.2 να τοποθετηθεί επί του περιεχομένου συγκεκριμένου ηλεκτροεγκεφαλογραφήματος, στο οποίο υπεβλήθη η ενάγουσα, και αρνήθηκε (με σκοπό να υπεκφύγει) να πράξει τούτο ισχυριζόμενος ότι στην Αγγλία, όπου και εργαζόταν για χρόνια, ανάγνωση ηλεκτροεγκεφαλογραφήματος κάνουν συγκεκριμένοι γιατροί που κατέχουν συγκεκριμένη ειδικότητα, ειδικότητα που δεν κατέχει ο ίδιος και κατά συνέπεια δεν του επιτρέπεται να εκφράσει οποιαδήποτε γνώμη. Ήταν δε απόλυτος επί τούτου, σε βαθμό που ισχυρίστηκε ότι αν ενεργούσε με αυτό τον τρόπο θα «έσπαζε» τον όρκο του και θα «αυτοαπολυόταν». Ωστόσο, τόσο σε προγενέστερο στάδιο, όσο και σε μεταγενέστερο, τοποθετήθηκε επί του περιεχομένου του. Στη μια περίπτωση, αποδέχθηκε ότι το περιεχόμενο του συγκεκριμένου ηλεκτροεγκεφαλογραφήματος ήταν παρόμοιο με συγκεκριμένο ηλεκτροεγκεφαλογράφημα που παρουσιάζεται σε βιβλιογραφία που κατέθεσε ο εναγόμενος 1, και στην άλλη ότι έχει «διαβάσει [.] με προσοχή και επιβεβαιώνω ότι υπάρχουν κάποιες ανωμαλίες αλλά όχι σε συνοχή με ή διαγνωστικές επιληπτικής δραστηριότητας»[9]. Εκείνο δε που προκαλεί δυσμενή εντύπωση για τον Μ.Ε.2, είναι η προσπάθειά του να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Π.χ., προς υποστήριξη της θέσης του ότι η αντιεπιληπτική φαρμακευτική αγωγή που χορήγησαν οι εναγόμενοι 1 και 2 στην ενάγουσα επιδείνωνε την κατάστασή της λόγω των παρενεργειών που της προκαλούσαν, ισχυρίστηκε ότι με αυτή τη θέση συμφωνούν και οι Άγγλοι γιατροί και ότι τούτο εξάγεται από το περιεχόμενο των ιατρικών τους πιστοποιητικών. Όπως, όμως, έχει υποδειχθεί ανωτέρω, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της ενάγουσας, όχι απλά το περιεχόμενο των εν λόγω πιστοποιητικών δεν υποστηρίζει τη θέση του Μ.Ε.2, αλλά, τουναντίον, αμφότεροι οι γιατροί (βλ. τεκμήρια 5 και 6), αναφέρουν ρητά ότι η αντιεπιληπτική φαρμακευτική αγωγή που λάμβανε η ενάγουσα, καθόλη τη διάρκεια που παρακολουθείτο από τους εναγόμενους 1 και 2, δεν επέφερε οποιαδήποτε αλλαγή στη συμπτωματολογία της ενάγουσας και τούτο, προφανώς, στη βάση της μεταφοράς του ιστορικού της από την ίδια σ΄ αυτούς. Είναι δε άξια απορίας η επιμονή του Μ.Ε.2 σε δυσμενή επηρεασμό της κατάστασης της υγείας της ενάγουσας από τα αντιεπιληπτικά φάρμακα, τη στιγμή που μόνο υπόβαθρο περί τέτοιας δυσμένειας αποτελεί η περιγραφή της ενάγουσας σ΄ αυτόν της συμπτωματολογίας της και τίποτε άλλο. Επίσης, παραπλανητικές για το Δικαστήριο ήταν και οι θέσεις του ότι ο ισχυρισμός του περί επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας της ενάγουσας από την αγωγή που της χορηγήθηκε, επιβεβαιώνεται και από τις παρενέργειες του κάθε τέτοιου φαρμάκου. Όταν, όμως κάποιος αναγνώσει προσεκτικά το περιεχόμενο των τεκμηρίων 18(ι) μέχρι και 18(ν), εκείνο που παρατηρεί είναι ότι οι πλείστες, αν όχι όλες, οι εκεί, σχετικές με τη κατά καιρούς συμπτωματολογία της ενάγουσας, αναφερόμενες παρενέργειες των υπό συζήτηση φαρμάκων αφορούν στη συμπτωματολογία που η ενάγουσα, ούτως ή άλλως, παρουσίαζε προτού καν της χορηγηθούν τα φάρμακα, και δη, κούραση, υπνηλία, λήθαργο, λιποθυμίες, αδυναμία, πονοκέφαλο, ημικρανίες, ζαλάδα, θόλωμα, κοκ. Πλήρης αντίφαση προκύπτει και σε σχέση και με τον ισχυρισμό του ότι η ενάγουσα ανέφερε και στους Άγγλους γιατρούς περί εξάλειψης της προειδοποιητικής συμπτωματολογίας της, μετά που άρχισε να λαμβάνει την αντιεπιληπτική αγωγή, ισχυρισμός ο οποίος καταρρίπτεται από το ίδιο το περιεχόμενο των ιατρικών πιστοποιητικών τους. Ως σημειώθηκε ανωτέρω, στη βάση του περιεχομένου του τεκμηρίου 5, η ενάγουσα φέρεται να αναφέρει στους Άγγλους γιατρούς ότι, μέχρι και τον χρόνο που την εξέτασαν (οι Άγγλοι), συνέχιζαν να προηγούνται της κάθε λιποθυμίας της τα προειδοποιητικά συμπτώματα. Νιώθω την ανάγκη να σημειώσω ότι ο Μ.Ε.2 προσπάθησε με υπεραπλουστευμένη εκδοχή να ισχυριστεί ότι οι εναγόμενοι προέβησαν σε λανθασμένη διάγνωση ως προς την ασθένεια της ενάγουσας και ότι, εν πάση περιπτώσει, προέβησαν και σε λανθασμένη χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής, προκαλώντας, με τον τρόπο αυτό, στην τελευταία ταλαιπωρία, πόνο και επιδείνωση της κατάστασης της υγείας της. Για τους λόγους που εξήγησα μόλις πιο πάνω, κρίνω ότι η μαρτυρία του Μ.Ε.2, στον βαθμό που δεν είναι αποδεκτή από πλευράς των εναγομένων, δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές υπόβαθρο για τύχει χρήσης από το Δικαστήριο, ώστε, επ' αυτής, να καταλήξει στο δικό του ανεξάρτητο σχετικό εύρημα ή συμπέρασμα. Εναγόμενοι 1 και 2 Αμφότεροι οι εναγόμενοι μου έκαναν καλή εντύπωση ως μάρτυρες και, εν αντιθέσει με το τι συνέβη με τον Μ.Ε.2, οι ουσιώδεις ισχυρισμοί τους υποστηρίζονται και από τη λοιπή ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Εν πάση περιπτώσει, η μαρτυρία αμφοτέρων χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, αμεσότητα και ειλικρίνεια. Απουσιάζουν οποιεσδήποτε υπεκφυγές ή ουσιώδεις αντιφάσεις ή κενά που να μπορούν να αποδοθούν σε προσπάθειά τους να αποκρύψουν γεγονότα ή να παραπλανήσουν το Δικαστήριο. Ως σημειώθηκε και στο αρχικό στάδιο της παρούσας απόφασης, τα όσα οι ίδιοι κατέγραψαν στις σημειώσεις τους κατά το στάδιο που εξέταζαν την ενάγουσα, ως αναφερόμενα από την τελευταία σ΄ αυτούς, στην ουσία δεν αμφισβητήθηκαν. Η δε ενάγουσα, κατά την δια ζώσης μαρτυρία της, είτε αποδέχθηκε τούτα, είτε εξέφρασε αδυναμία να τα απορρίψει. Επίσης, αναφορικά με τον εναγόμενο 1, τούτος ετοίμασε ιατρική έκθεση την οποία παρέδωσε στην ενάγουσα από τον Νοέμβριο του 2008 και δη σε χρόνο πολύ προγενέστερο της όποιας έκφρασης γνώμης των Άγγλων γιατρών και της απόφασης της ενάγουσας να προωθήσει την παρούσα αγωγή. Το περιεχόμενο της έκθεσης αυτής, δεν αμφισβητήθηκε από την ενάγουσα σε κανένα στάδιο, παρά μόνο κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Ούτε με τη δικογραφία της στην παρούσα αγωγή, ούτε και με την πολυσέλιδη γραπτή της δήλωση ισχυρίζεται ότι το περιεχόμενο της έκθεσης του εναγόμενου 1 ήτο ψευδές. Αν μη τι άλλο, αν όντως διαφωνούσε με το περιεχόμενο αυτό, η λογική θέλει όπως τούτο να αναφερόταν στις επιστολές που η ίδια απέστειλε προς το Υπουργείο Υγείας με τις οποίες ζητούσε αποζημίωση για τα έξοδα που υπέστη λόγω μετάβασής της στην Αγγλία για ιατρικούς λόγους όπου σ΄ αυτή (την αλληλογραφία) αναφέρεται συνεχώς στα όσα οι εναγόμενοι 1 και 2 έπρατταν κατά τη διάρκεια που την εξέταζαν. Τα όσα ο εναγόμενος 1 ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι, ακριβώς, σε πλήρη ταύτιση με τα όσα αναφέρει και στην έκθεση του. Το ίδιο παρατηρείται και με τον εναγόμενο 2, του οποίου οι σημειώσεις αναγνώστηκαν κατά την αντεξέταση της ενάγουσας από τον συνήγορό του και η ίδια δεν ήταν σε θέση να αμφισβητήσει τις εκεί αναφορές που σχετίζονται με τη συμπτωματολογία που η ίδια ανάφερε στον εναγόμενο 2 ότι παρουσίαζε κατά το χρόνο που την παρακολουθούσε. Δεν διαφεύγουν του Δικαστηρίου οι αμφισβητήσεις της ενάγουσας ως προς το κατά πόσο ο εναγόμενος 2 την παρέπεμψε ή όχι για υπερήχους καρδίας ή αναφορικά με το τι διαμείφθηκε μεταξύ εκείνης και του εναγόμενου 2 σε σχέση με το τροχαίο ατύχημα που είχε, καθώς επίσης και αναφορικά με τα όσα συζήτησαν μεταξύ τους ως προς την επίδραση του αντιεπιληπτικού φαρμάκου Topomax ή την εγκυμοσύνη της. Επί τούτου, η ενάγουσα όντως προώθησε αντίθετους ισχυρισμούς. Όσον, όμως, αφορά στο μέρος εκείνο των σημειώσεων του εναγόμενου 2 που αποτυπώνει κατά τον ίδιο την περιγραφόμενη από την ενάγουσα συμπτωματολογία της κάθε φορά που τον επισκεπτόταν, η τελευταία, είτε την αποδέχθηκε, είτε δήλωνε αδυναμία να την αμφισβητήσει. Και του εναγόμενου 2 η μαρτυρία του είναι σε πλήρη αρμονία με το περιεχόμενο των σημειώσεων του. Τη μαρτυρία του, στο βαθμό που τούτη αφορά σε γεγονότα, την αποδέχομαι στην ολότητά της. Αναφορικά, τώρα, με τη μαρτυρία των εναγομένων 1 και 2 η οποία αφορά στη γνώμη τους ως προς τη ορθότητα της διάγνωση τους για την ενάγουσα, αλλά και ως προς την ορθότητα της φαρμακευτικής αγωγής που χορήγησαν σ΄ αυτήν και γενικότερα επί της ορθότητας ή μη όλων των πράξεων και παραλείψεών τους καθ' ον χρόνο ενεργούσαν ως θεράποντες ιατροί της, θα αποφανθώ ακολούθως αφού προηγουμένως θέσω το σχετικό αναγκαίο νομικό υπόβαθρο στη βάση του οποίου θα πρέπει να προκύψει η σχετική κρίση. Νομική Πτυχή Ιατρικής Αμέλειας Αναφορικά με τα όσα ισχύουν στην Κύπρο για την ιατρική αμέλεια, στην υπόθεση Αγγελή ν. Βορκά
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 761, σελ. 769 μέχρι 770, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Στην Κύπρο η ιατρική ευθύνη μπορεί να πάρει τη μορφή της,
(1)Ποινικής ευθύνης (criminal liability).
(2)Ευθύνης που πηγάζει από συμβατική υποχρέωση (contractual liability),.
(3)Αστικής Ευθύνης (tortuous liability) η οποία μπορεί να συνιστά:
(1)Επίθεση (Battery) ή
(2)Αμέλεια (Negligence). Στην παρούσα περίπτωση η απαίτηση του εφεσείοντα βασίζεται στο αστικό αδίκημα της αμέλειας, όπως αυτό καθορίζεται στο άρθρο 51
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο προνοεί ότι, «Αμέλεια συνίσταται - (α) εις την τέλεσιν πράξεως ή υπό τας περιστάσεις δεν θα ετέλει λογικός συνετός άνθρωπος ή εις την παράλειψιν τελέσεως πράξεως ην υπό τας περιστάσεις ο λογικός συνετός άνθρωπος θα ετέλει, ή (β) εις την παράλειψιν καταβολής τοιαύτης δεξιότητος ή επιμελείας περί την άσκησιν του επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας ως λογικός συνετός άνθρωπος, έχων τα προς άσκησιν του τοιούτου επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας προσόντα, θα κατέβαλλεν υπό τας περιστάσεις, Και εις την ένεκεν ταύτης πρόκλησιν ζημιάς.» Ο ασθενής ο οποίος επιζητά αποζημιώσεις λόγω ιατρικής αμέλειας θα πρέπει να αποδείξει: (
  1. i)Την ύπαρξη υποχρέωσης επιμέλειας προς τον ασθενή. Προς τούτο ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη της σχέσης γιατρού-ασθενή. Ο γιατρός έχει τη νομική υποχρέωση να περιθάλψει ένα ασθενή στο νοσοκομείο ή στην κλινική όπου εργάζεται, αλλά δεν έχει καμιά νομική υποχρέωση να ενεργήσει ως σωτήρας για ένα ξένο που χάνει τις αισθήσεις του σε μια δεξίωση ή τραυματίζεται σε ένα τροχαίο ατύχημα. Εδώ σημειώνεται η νομική υποχρέωση σε αντίθεση με την ηθική. (
  2. ii)Αμελή πράξη ή παράλειψη εκ μέρους του γιατρού. Ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει ότι ο γιατρός έχει παραβιάσει το καθήκον του να είναι επιμελής, παρουσιάζοντας μαρτυρία ότι οι ενέργειες του γιατρού ήταν κατώτερες από ό,τι θεωρούνται ως ικανοποιητικές από τα δικαστήρια. (iii) Την πρόκληση ζημιάς. Ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει ότι λόγω των ενεργειών του γιατρού η υγεία του έχει χειροτερεύσει ή ότι έχει υποστεί κάποια άλλη συγκεκριμένη ζημιά.» Στην ίδια υπόθεση, στη σελ. 770, επισημάνθηκε ότι: «Σήμερα ένας γιατρός δεν αναμένεται ότι θα είναι πάντα επιτυχής στο ιατρικό έργο που αναλαμβάνει. Το καθήκον του, όπως όλων των άλλων επαγγελματιών, είναι η άσκηση λογικής φροντίδας και προσοχής.» Στην εν λόγω υπόθεση, έχει υιοθετηθεί και το εξής απόσπασμα, σε μετάφραση, από την Αγγλική αυθεντία Bolam v. Friern Hospital Committee
(1957)2 All E.R. 118: «(
  1. i)Ένας γιατρός δεν είναι ένοχος αμέλειας αν ενεργεί σύμφωνα με μια τακτική που είναι αποδεκτή ως ορθή από ένα υπεύθυνο σώμα εξειδικευμένων ιατρικών λειτουργών ανεξάρτητα αν ένα άλλο εξειδικευμένο σώμα διατηρεί διαφορετική άποψη. (
  2. ii)Ένας γιατρός που πιστεύει ότι οι πιθανότητες κινδύνου σε μια συγκεκριμένη θεραπεία είναι μηδαμινές, δεν έχει υποχρέωση να τις αποκαλύψει στον ασθενή και (iii) Για να επιτύχει ένας ασθενής σε απαίτηση γιατί να μην του έχει δοθεί προειδοποίηση για τα πιθανά επακόλουθα που μπορεί να προκύψουν θα πρέπει να αποδείξει ότι έστω και αν του δινόταν η προειδοποίηση, δεν θα έδινε τη συγκατάθεση του για τη συγκεκριμένη θεραπεία.» Ως προς τα κριτήρια που τέθηκαν στην υπόθεση Bolam (ανωτέρω), και ειδικότερα σε σχέση με την υποχρέωση ενός ιατρού να αποκαλύψει τους κινδύνους σε ένα ασθενή του, τούτα έτυχαν διαφοροποίησης από το Αγγλικό Εφετείο, στην υπόθεση Pearce v. United Bristol Healthcare NHS Trust [1999] 48 B.M.L.R 118. Σε ελληνική μετάφραση του σχετικού λόγου της ρηθείσας απόφασης από τον Ερωτοκρίτου Δ., (ως ήταν τότε) στο δικό του λόγο στην υπόθεση Αθηνά Βαριάνου ν. Δρ. Ανδρέα Π. Βορκά
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 1541, 1578 και 1579, συναντάμε τα εξής: «Σε μια υπόθεση όπου προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο ενάγων έχει στερηθεί της ευκαιρίας να λάβει μια σωστή απόφαση ως προς το τι θεραπεία αυτός ή αυτή θα πρέπει να ακολουθήσει, φαίνεται πως το δίκαιο ορίζει, όπως καταγράφεται στην υπόθεση που έχω μόλις αναφέρει, ότι εάν υπάρχει σημαντικός κίνδυνος που θα μπορούσε να επηρεάσει την κρίση ενός λογικού ασθενούς, τότε κατά τη συνήθη πορεία είναι ευθύνη του ιατρού να ενημερώνει τον ασθενή του για αυτόν τον σημαντικό κίνδυνο, εάν η πληροφορία είναι απαραίτητη ούτως ώστε ο ασθενής να μπορέσει να καθορίσει τη θεραπεία την οποία αυτός ή αυτή θα πρέπει να ακολουθήσει. .......................................................................................................... Προφανώς ο ιατρός όταν καθορίζει το τι θα πει σε ένα ασθενή, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες στους οποίους περιλαμβάνονται η ικανότητα του ασθενούς να κατανοήσει όσα θα του πει καθώς και την κατάσταση του ασθενούς κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, τόσο από σωματικής άποψης όσο και από συναισθηματικής άποψης. Υπάρχουν συχνά περιπτώσεις όπου μια πορεία διαφορετική από την συνηθισμένη θα πρέπει να ακολουθηθεί. Όμως, όπου υπάρχει, αυτό που ρεαλιστικά μπορεί να αποκαλεστεί ως «σημαντικός κίνδυνος», τότε, κατά τη συνήθη ροή των πραγμάτων, όπως έχω ήδη επισημάνει, ο ασθενής έχει δικαίωμα να ενημερωθεί για τον κίνδυνο αυτό.» Στην ίδια υπόθεση, και δη στην Βαριάνου (ανωτέρω), σημειώθηκαν και τα εξής σχετικά: «Τελικά, στην πιο πάνω υπόθεση, ο ιατρός δεν κρίθηκε ένοχος αμέλειας, επειδή ο αυξημένος κίνδυνος του 0.1-0.2% δεν θεωρήθηκε σημαντικός. Όμως, η υπόθεση σηματοδότησε διαφοροποίηση του «Bolam test». Φαίνεται ότι το νέο κριτήριο που διαμορφώθηκε από το Αγγλικό Εφετείο με την απόφαση του Λόρδου Woοlf, είναι ότι σε περίπτωση που υπάρχει σημαντικός κίνδυνος, ένας λογικός ιατρός οφείλει να αποκαλύψει εκείνες τις πληροφορίες που ο μέσος λογικός ασθενής θα ήθελε να γνωρίζει προτού δώσει τη συγκατάθεσή του (Βλ. Medical Negligence, M. A. Jones, 4η Έκδοση
(2008)σελ. 651-662). Στην προκειμένη περίπτωση, το βασικό κριτήριο που θα έπρεπε να εφαρμοστεί, θα έπρεπε να ήταν αυτό στην υπόθεση Pearce, ανωτέρω, η οποία διαμόρφωσε το αρχικό κριτήριο Bolam, στις περιπτώσεις αποκάλυψης των κινδύνων σε ασθενείς. Το νέο κριτήριο κατά την άποψή μας είναι πολύ πιο λογικό, εφόσον κριτής του τι πρέπει να αποκαλυφθεί γίνεται πλέον ο μέσος λογικός ασθενής.» Αναφορικά τώρα με το κατά πόσο ένας επαγγελματίας έχει αποτύχει να επιδείξει την απαιτούμενη επιμέλεια, στην υπόθεση Αγγελή (ανωτέρω), αναφέρθηκαν επίσης και τα ακόλουθα: «Το ερώτημα που εγείρεται είναι αν με το ισοζύγιο πιθανοτήτων έχει αποδειχθεί ότι ένας επαγγελματίας έχει αποτύχει να ασκήσει την επιμέλεια που απαιτείται από έναν άνθρωπο που κατέχει και ασκεί ειδική επιδεξιότητα σε περιπτώσεις που απαιτείται η άσκηση μιας τέτοιας ειδικής επιδεξιότητας». Το τι συνιστά καλό, εύλογο και ικανό επίπεδο επιδεξιότητας, αποτέλεσε αντικείμενο ενασχόλησης των Αγγλικών Δικαστηρίων στις αποφάσεις Bolam (ανωτέρω) και Bolitho (ανωτέρω). Τα όσα σχετικά αποφασίστηκαν στην υπόθεση Bolam, αναφέρθηκαν ανωτέρω. Η γραμμή όμως που ακολούθησε η Bolam διαφοροποιήθηκε κάπως, με την απόφαση στην Bolitho (πιο πάνω) όπου το ερώτημα, σύμφωνα με το σκεπτικό της, κατά πόσο ένας γιατρός έχει ενεργήσει αμελώς ή όχι, κρίνεται από το Δικαστήριο και όχι με βάση την αποδεκτή πρακτική που υιοθετεί ένα εξειδικευμένο ιατρικό σώμα. Το Δικαστήριο, μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας, θα πρέπει να καταλήξει αν ο γιατρός είναι ένοχος αμέλειας. Δεν είναι αρκετό ένα σύνολο γιατρών να αποφανθεί ότι η θεραπεία που ακολουθήθηκε ή οι παραλείψεις του γιατρού, συνάδουν με αποδεκτή ιατρική πρακτική. Είναι αναγκαίο για το Δικαστήριο να αξιολογήσει την οποιαδήποτε ενώπιον του μαρτυρία και να αποφασίσει το ίδιο αν η ιατρική πρακτική που ακολουθήθηκε έθεσε τον ασθενή σε περιττό κίνδυνο. Ακολούθως, εάν και εφόσον αποδειχθεί ιατρική αμέλεια, θα πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αποδειχθείσας ιατρικής αμέλειας και της απώλειας ή της επιδείνωσης της κατάστασης που επήλθε. Τούτο, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για να επιδικαστούν αποζημιώσεις στον ενάγοντα. Θα πρέπει δηλαδή, ο ενάγοντας να αποδείξει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας του ιατρικού λειτουργού και του τραύματος ή της ασθένειας ή της επιδείνωσης η οποία έχει επέλθει στην κατάσταση της υγείας του ή της οποιασδήποτε άλλης απώλειας. Στην περίπτωση όπου το ζημιογόνο αποτέλεσμα ή μια ασθένεια οφείλεται σε ένα αριθμό πιθανών λόγων, ένας από τους οποίους είναι και η αμέλεια ενός ιατρικού λειτουργού, θα πρέπει και πάλι να αποδειχθεί η αιτιώδης συνάφεια. Η θετική συσχέτιση του αποτελέσματος προς την προηγηθείσα πλημμελή συμπεριφορά του γιατρού, συνιστά το sine qua non για την επιτυχία της αξίωσης του παθόντος (βλέπε Wilsher v. Essex Area Health Authority
(1988)1 All ER 871, Gregg ν Scott
(2005)4 All ER 812 και Hotson ν East Berkshire Area Health Authority
(1987)2 All ER 909). Ωστόσο, εκείνο που κρίνεται σημαντικό για το κατά πόσο ένας ενάγοντας απέδειξε την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ του τελικού ζημιογόνου αποτελέσματος και της παράβασης του καθήκοντος επιμέλειας του εναγομένου, είναι το αν παρουσίασε μαρτυρία που να αποδεικνύει, επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η παράβαση της επιμέλειας καθήκοντος από πλευράς του εναγομένου συνέδραμε ουσιωδώς στο ζημιογόνο αποτέλεσμα και όχι ότι αποτέλεσε τη μόνη αιτία πρόκλησής του. Όπως αναφέρθηκε από το Λόρδο Bridge of Harwich στην υπόθεση Hotson v. East Berkshire Area Health Authority
(1987), 2 All E.R. 909 (H.L.), «But if the plaintiff had proved on a balance of probabilities that the authority's negligent failure to diagnose and treat his injury promptly had materially contributed to the development of avascular necrosis, I know of no principle of English Law which would have entitled the authority to a discount from the full measure of damage to reflect the chance that, even given prompt treatment, avascular necrosis might well still have developed.» Στην ίδια απόφαση, ως μέρος του σκεπτικού για την αιτιώδη συνάφεια, υιοθετήθηκε και η εξής αναφορά από την υπόθεση Mallett v. McMonagle [1969] 2 All ER 178: «In determining what did happen in the past a court decides on the balance of probabilities. Anything that is more probable than not it treats as certain.» (βλέπε, επίσης, Gregg ν Scott (ανωτέρω)). Ειδικότερα, τώρα, αναφορικά με την ορθότητα επί της διάγνωσης, η σχετική με την ιατρική αμέλεια βιβλιογραφία, θέλει μια ενδεχόμενη λανθασμένη διάγνωση να μπορεί να προκύψει, παρά την επιμελή κατά τα άλλα αντιμετώπιση του ασθενούς από τον θεράποντα ιατρό του. Ως εκεί αναφέρεται, στο τέλος της ημέρας, το ζήτημα της ενδεχόμενης λανθασμένης διάγνωσης, και ειδικότερα το κατά πόσον τούτη είναι το αποτέλεσμα αμέλειας του γιατρού, εξαρτάται από τις προϋποθέσεις του Bolam test (ανωτέρω) και από το κατά πόσον ο γιατρός ενήργησε ως ένας λογικός γιατρός υπό τις περιστάσεις. Ουσιαστικής σημασίας υπέχει η δυσκολία που είχε να αντιμετωπίσει για την κατάληξη στη διάγνωση, και τούτο στη βάση τη συμπτωματολογίας που παρουσίαζε ο ασθενής, αλλά και των διαγνωστικών τεχνικών και εξετάσεων που ήταν διαθέσιμες. Σημασίας υπέχουν και οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν στην περίπτωση που ο ασθενής πάσχει από άλλη ασθένεια για την οποία ο γιατρός θα μπορούσε να καταλήξει σε σχετική εναλλακτική διάγνωση. Σημειώνεται ακόμα ότι, η δυσκολία στην κατάληξη σε σχετική διάγνωση, πολλές φορές θα οδηγήσει σε απαλλαγή ενός εναγομένου γιατρού, ειδικότερα εκεί που άλλος γιατρός προηγουμένως κατέληξε στην ίδια λανθασμένη διάγνωση. Η δικαστική εξέταση ως προς την ορθότητα μιας διάγνωσης ή την επιμέλεια με την οποία ενήργησε ένας γιατρός για σκοπούς κατάληξης σε διάγνωση, πρέπει να εξετάζεται υπό το φως των δεδομένων που είχε ενώπιόν του κατά το χρόνο σχηματισμού της σχετικής γνώμης του, και δεν θα πρέπει να αναμένεται ότι τούτος έχει οξεία διορατικότητα και ανώτερη ικανότητα αντίληψης των αφανών δεδομένων. Καταλυτικής σημασίας για τον σχηματισμό διάγνωσης, και κατ' επέκταση και για την επιμέλεια που επέδειξε ένας γιατρός κατά τη διεργασία αυτή, υπέχει η συμπτωματολογία που παρουσιάζει ο ασθενής κατά τη στιγμή της ιατρικής εξέτασης, αλλά και η συμπτωματολογία που κατά καιρούς παρουσίασε ο ασθενής και η οποία μεταφέρεται, από τον τελευταίο και/ή τους οικείους του, στον γιατρό. Αναφορικά με την ανάγκη επανεξέτασης της ορθότητας της αρχικής διάγνωσης και αντικατάστασής της με νέα, σημειώνεται ότι, ένας γιατρός θα πρέπει να αξιολογεί συνεχώς την αρχική του διάγνωση στη βάση της εξέλιξης του ασθενούς κατά το στάδιο της αποθεραπείας, και στην περίπτωση που η κατάσταση του ασθενούς δεν φαίνεται να αντιμετωπίζεται με τη χορηγηθείσα θεραπευτική αγωγή, θα πρέπει να είναι έτοιμος να αντικαταστήσει την αρχική του διάγνωση με νέα. Καταγράφεται, συναφώς, ότι, οι γιατροί θα πρέπει να έχουν συνεχώς στο μυαλό τους το ενδεχόμενο η αρχική τους διάγνωση να είναι λανθασμένη, και ανάλογα με την πορεία του ασθενούς, να πορεύονται και αυτοί. Ωστόσο, σε σχέση πάντα με την επιμέλεια ή μη που επιδεικνύει ένας ιατρός όταν δεν αναθεωρεί την αρχική διάγνωσή του, καταλυτικής σημασίας υπέχουν και οι επιπτώσεις στην υγεία του ασθενούς, στην περίπτωση που δεν αντιμετωπιστεί άμεσα ως ασθενής της εναλλακτικής διάγνωσης (βλέπε Medical Negligence, Fifth Edition, Michael A. Jones, σελ 384 - 386 και 393 - 396). Τελικά Ευρήματα Η ενάγουσα, περί το 2004 και 2005 αντιμετώπιζε πονοκεφάλους μετωπιαία και κάποτε κροταφικά, καθώς επίσης και αριστερά αλλά και δεξιά, οι οποίοι κατά τους πρώτους οχτώ μήνες του 2005 επιδεινώθηκαν και έγιναν καθημερινοί και, κατά διαστήματα, έντονοι. Ένιωθε, ακόμα, αδυναμία, τάσεις για λιποθυμία (σε κάποιες περιπτώσεις χωρίς να συνοδεύονται από πονοκέφαλο), καθώς επίσης και κάποιες φορές λιποθυμούσε και ενώ βρισκόταν στο έδαφος άκουε τους γύρω της χωρίς, ωστόσο, να μπορεί να αντιδράσει. Επισκέφθηκε, κατόπιν σύστασης άλλου γιατρού (μη νευρολόγου), τον εναγόμενο 2, ο οποίος και την υπέβαλε σε ηλεκτροεγκεφαλογράφημα και έδειξε ελαφρού βαθμού διαταραχές και της εισηγήθηκε συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή για αντιμετώπιση των πονοκεφάλων. Υπεβλήθη, ακόμα, σε μαγνητική τομογραφία με φυσιολογικό αποτέλεσμα. Σε μεταγενέστερο στάδιο, κατά τη συνομιλία της με τον εναγόμενο 2, ανάφερε ότι οι πονοκέφαλοι ήταν πλέον πιο ήπιοι και πιο αραιοί, αλλά ότι ένιωθε αδυναμία και, στη βάση του δεδομένου αυτού, ο εναγόμενος 2 της εισηγήθηκε μείωση της χορηγηθείσας μέχρι τότε φαρμακευτικής αγωγής. Η ενάγουσα, ακολούθως, ισχυρίστηκε στον εναγόμενο 2 ότι η αδυναμία που ένιωθε βελτιώθηκε πλην όμως αυξήθηκαν και πάλι οι πονοκέφαλοι. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα ο εναγόμενος 2 να της χορηγήσει το φάρμακο Topomax σε τέτοια δοσολογία που σκοπούσε απλά να αντιμετωπίσει και ή να μετριάσει τις συνέπειες των συμπτωμάτων της αντιμετωπίζοντας την πάθησή της ως ελαφριάς μορφής επιληψία. Όταν, ακολούθως, στη βάση των περιγραφών της ενάγουσας της συμπτωματολογίας της, παρά την καλυτέρευση ενός συμπτώματος, παρατηρείτο επιδείνωση ή εμφάνιση κάποιου άλλου, ο εναγόμενος 2 διαφοροποιούσε την προγενέστερη φαρμακευτική αγωγή με σκοπό να εξαλείψει κάθε μη αποδεκτή συμπτωματολογία. Περί τον Φεβρουάριο του 2006, θεωρώντας πλέον ο εναγόμενος 2 (στη βάση συγκεκριμένης συμπτωματολογίας που η ενάγουσα του περιέγραψε) ότι η τούτη πάσχει από επιληψία, άρχισε να της χορηγεί αντιεπιληπτικά φάρμακα, αυξάνοντας και τη δόση του Topomax με σκοπό τούτο να αντιμετωπίσει, πλέον, το πρόβλημα της επιληψίας. Μέχρι και τον Οκτώβριο του 2007, που τον επισκέφθηκε για τελευταία φορά η ενάγουσα, προσπαθούσε, με κατά καιρούς διαφοροποίηση της φαρμακευτικής αγωγής, να εξαλείψει κάθε σύμπτωμα της ενάγουσας με την τελευταία, σε κάθε σχετική, επόμενη, επικοινωνία τους, να του μεταφέρει τη διαφοροποίηση της συμπτωματολογίας της από την τελευταία φορά που την εξέτασε. Μετά τον Οκτώβριο του 2007 δεν ξαναεξέτασε την ενάγουσα, η οποία και επισκέφθηκε, πλέον, τον εναγόμενο 1, στον οποίο, σε πλήρη διάσταση με τα όσα έλεγε στον εναγόμενο 2, ανέφερε ότι κατά τους τελευταίους δέκα μήνες αντιμετώπιζε καθημερινά λιποθυμικά επεισόδια. Στη βάση του ισχυρισμού αυτού της ενάγουσας, αλλά και γενικότερα του ιστορικού της που έλαβε από αυτή, ο εναγόμενος 1 αύξησε τις δοσολογίες των αντιεπιληπτικών φαρμάκων που ήδη λάμβανε η ενάγουσα με σκοπό να αντιμετωπίσει τις καθημερινές λιποθυμίες, αντιμετωπίζοντάς την ως ασθενή που πάσχει από επιληψία. Με βάση τα όσα η ενάγουσα κατά καιρούς του ανάφερε, μέχρι τον Οκτώβριο του 2008, με εξαίρεση μια λιποθυμία, η οποία έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια κηδείας κατόπιν έντονης ορθοστασίας, την οποία ο εναγόμενος 1 απέδωσε σε λόγους άλλους από την επιληψία, η ενάγουσα δεν παρουσίασε κανένα άλλο λιποθυμικό επεισόδιο. Και ο εναγόμενος 1 προέβη σε κατά καιρούς διαφοροποιήσεις της φαρμακευτικής αγωγή, στη βάση των συμπτωμάτων που του ανέφερε η ενάγουσα σε κάθε επίσκεψη. Περί τον Οκτώβριο του 2008 η ενάγουσα υπέστη τριπλό λιποθυμικό επεισόδιο στη διάρκεια ενός εκ των οποίων παρουσίασε σπασμούς στα άνω και κάτω άκρα της οι οποίοι διάρκεσαν για τρία περίπου λεπτά. Σε ηλεκτροεγκεφαλογράφημα στο οποίο υπεβλήθη δύο ήμερες μετά, παρουσιάστηκαν καταγραφές επιληπτικής δραστηριότητας. Μετά το επεισόδιο αυτό η ενάγουσα ζήτησε από τον εναγόμενο 1 να της ετοιμάσει έκθεση αναφορικά με την όλη κατάστασή της, πράγμα το οποίο ο ίδιος έπραξε και της την παρέδωσε τον Νοέμβριο του 2008, έχοντας αντιληφθεί ότι σκοπός της ήταν να αναζητήσει άλλη γνώμη. Περί τα τέλη του 2008, η ενάγουσα μετέβη στην Αγγλία και εξετάστηκε από τον νευρολόγο Δρ Johnson και από τον καρδιολόγο Δρ Sutton, οι οποίοι, για λόγους που παρέμειναν άγνωστοι στο Δικαστήριο, διέγνωσαν ότι η ενάγουσα πάσχει από συγκοπή. Στη βάση δε της διάγνωσης τους αυτής, εισηγήθηκαν τη μείωση των αντιεπιληπτικών φαρμάκων. Το τι απέγινε από το σημείο αυτό και μετέπειτα, πάντα σε σχέση με την δράση της ενάγουσας, παρέμεινε άγνωστο στο Δικαστήριο, μιας και σχετική επ' αυτού μαρτυρία προσκομίστηκε μόνο από πλευράς της ενάγουσας, της οποίας η μαρτυρία δεν έγινε δεκτή. Με δεδομένο δε ότι, κι οι όποιες, σχετικές, αναφορές των ιατρικών πιστοποιητικών των Άγγλων ιατρών εδράζονται στα όσα, κατά καιρούς, η ενάγουσα ανέφερε σ΄ αυτούς, ούτε αυτή η μαρτυρία μπορεί να θεωρηθεί ασφαλές υπόβαθρο για εξαγωγή σχετικών ευρημάτων. Τον Μάρτιο του 2010 η ενάγουσα εξετάστηκε από τον Μ.Ε.2 και, ακολούθως, καταχώρισε την παρούσα αγωγή εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 και ζητά τις θεραπείες που αναφέρθηκαν στο αρχικό στάδιο της απόφασης. Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση στο σχετικό νομικό πλαίσιο Με γνώμονα τα πιο πάνω τελικά μου ευρήματα, αλλά και τη νομική πτυχή που διέπει την παρούσα αγωγή, κρίνω ότι η ενάγουσα δεν κατάφερε να αποδείξει την υπόθεσή της εναντίον των εναγόμενων. Η συμπτωματολογία που η ενάγουσα ανέφερε στους εναγόμενους ότι παρουσίαζε και οι κατά καιρούς αναφορές της ως προς τις επιδράσεις της φαρμακευτικής αγωγής που της συνταγογράφησαν, δικαιολογούσαν τη διάγνωση στην οποία προέβησαν, και δη ότι τούτη έπασχε από επιληψία. Δεν σκοπεύω να αποφανθώ ως προς το κατά πόσο η ενάγουσα όντως έπασχε από επιληψία ή από συγκοπή ή ενδεχομένως και με τις δύο ασθένειες, παράλληλα, κάτι που δεν αποκλείει η σχετική με το ζήτημα βιβλιογραφία, παρά μόνο να εξετάσω (α) κατά πόσον η διάγνωση των εναγόμενων 1 και 2 περί του ότι η ενάγουσα έπασχε από επιληψία, θεωρείται λανθασμένη υπό τις περιστάσεις που τούτη έγινε, (β) αν η ενδεχόμενη λανθασμένη διάγνωση ήταν το αποτέλεσμα επαγγελματικής αμέλειας από πλευράς τους και (γ) κατά πόσο οι εναγόμενοι θα έπρεπε να επανεκτιμήσουν την αρχική τους διάγνωση και να στρέψουν τη προσοχή τους στο ενδεχόμενο τούτη να είναι λανθασμένη, και ακολούθως, (δ) αν ήθελαν τα ανωτέρω ερωτήματα απαντηθούν θετικά, το κατά πόσο, συνεπεία της αμέλειας προκλήθηκε ζημιά στην ενάγουσα για την οποία δικαιούται να αποζημιωθεί. Ως προκύπτει από τη σχετική βιβλιογραφία που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Τεκμήρια 9(ι) - 9(χ)), η συγκοπή και η επιληψία παρουσιάζουν παρόμοια συμπτωματολογία και οι διαφορές μεταξύ τους δεν είναι πάντοτε διακριτές. Επίσης, ως προκύπτει από αυτή τη βιβλιογραφία, έστω και υπό μορφή εξαίρεσης, η συμπτωματολογία της συγκοπής μπορεί να παρουσιάσει σύμπτωμα που, κατά τα άλλα, θεωρείται σύνηθες σύμπτωμα της επιληψίας, αλλά και αντιστρόφως. Όσο δε αφορά στη βασική διαφορά της συμπτωματολογίας μεταξύ των δύο αυτών ασθενειών και δη τον χρόνο που διαρκεί το λιποθυμικό επεισόδιο και τον χρόνο εντός του οποίου ο ασθενής επανακτά τις αισθήσεις του και τελεί ή όχι υπό σύγχυση, η μαρτυρία της ίδιας της ενάγουσας καταμαρτυρεί τη δυσκολία την οποία είχαν να αντιμετωπίσουν οι εναγόμενοι. Είναι η ίδια η ενάγουσα που ισχυρίστηκε ότι μετά από το λιποθυμικό επεισόδιο, μέχρις ότου, με τη βοήθεια τρίτων, εγερθεί, μεσολαβούν πέντε με δέκα λεπτά, χρόνος που ξεκάθαρα εκφεύγει του μικρού χρονικού διαστήματος που συμβαίνει στη συγκοπή, και που εντάσσει τη συμπτωματολογία στους χρόνους που αφορούν την επιληψία. Ο δε πονοκέφαλος που η ίδια η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι τη συνόδευε και η διάρκεια του για δύο με τρεις μέρες, που η ίδια ισχυρίστηκε ότι διαρκούσε, αποτελούν συμπτωματολογία, πάντα στη βάση της σχετικής ενώπιόν μου μαρτυρίας, που συνάδει με επιληψία παρά με συγκοπή. Όπως δε υπεδείχθη κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας της ενάγουσας, η αναφορά της σε πάροδο πέντε με δέκα λεπτά έως ότου μπορέσει να εγερθεί με τη βοήθεια τρίτων, δεν αφορά στη διάρκεια που κρατά ο πονοκέφαλος, αλλά στη δυνατότητά της να αποκτήσει επαφή με το περιβάλλον ώστε να εγερθεί, δηλαδή σύμπτωμα που και πάλι συνδέεται, επιστημονικά, με την επιληψία. Υπενθυμίζω, ακόμα, ότι η βασική θέση του εναγόμενου 2, ότι η επιληψία δεν είναι απαραίτητο να συνοδεύεται και από λιποθυμικά επεισόδια και ότι μπορεί ένας ασθενής να πάσχει από επιληψία και να παρουσιάζει άλλου είδους συμπτωματολογία ως αυτή που παρουσίαζε η ενάγουσα, στην ουσία, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς του συνηγόρου της ενάγουσας και συμβαδίζει και με τη σχετική βιβλιογραφία. Η δε μεταγενέστερη παρακολούθηση της ενάγουσας από τους εναγόμενους 1 και 2, δεν μπορεί να κριθεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αμελής. Στη βάση της αποδεκτής ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας και τελικών ευρημάτων μου, η ενάγουσα, σε κάθε συνομιλία της με τους εναγόμενους 1 και 2, ανέφερε διαφορετική, από την τελευταία, συμπτωματολογία, αφήνοντας ξεκάθαρα να νοηθεί ότι, η κατά καιρούς διαφοροποίηση της χορηγηθείσας φαρμακευτικής αγωγής μετάλλασσε και τη συμπτωματολογία της αραιώνοντας πολλές φορές τα λιποθυμικά επεισόδια, ή μειώνοντας το εύρος και τόνο των πονοκεφάλων ή της αδυναμίας, κ.ο.κ., δικαιολογώντας έτσι τις επόμενες ενέργειες των εναγομένων που ήταν η εκ νέου διαφοροποίηση της φαρμακευτικής αγωγής ώστε να εξαληφθεί κάθε μη αποδεκτό σύμπτωμα. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, κρίνω ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 είναι ένοχοι επαγγελματικής αμέλειας, είτε σε σχέση με τη διάγνωσή τους, είτε σε σχέση με την επιλογή της φαρμακευτικής αγωγής, αλλά και τη δοσολογία της, είτε για παράλειψης τους να εξετάσουν το ενδεχόμενο διαφορικής διάγνωσης, είτε, τέλος, για οποιοδήποτε άλλο λόγο τον οποίο αιτιάται με το δικόγραφό της. Κατά συνέπεια, η παρούσα αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόμενων 1 και 2 και εναντίον της ενάγουσας, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, μιας και παρέλκει λόγος που να δικαιολογεί διαφορετική αντιμετώπιση, στη βάση της κατάληξης της. (Υπ.) .......... Δ Θεοδώρου, Ε.Δ. ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΦΡΑΦΟΝ [1] Το τεκμήριο 5 αφορά σε ιατρικό πιστοποιητικό που εξέδωσε ο Δρ XXXXX R. Johnson, νευρολόγος, και το τεκμήριο 6 αφορά σε ιατρικό πιστοποιητικό που εξέδωσε ο Δρ XXXXX Sutton, καρδιολόγος. [2] Υπογράμμιση δική μου. [3] Τονίζω ότι η εν προκειμένω μείωση καταγράφεται στο περιεχόμενο του βιβλιαρίου υγείας της ίδιας της ενάγουσας, στο οποίο, μετά την αντικατάσταση του εναγομένου 2 από τον εναγόμενο1, ο πρώτος δεν είχε πλέον πρόσβαση, ούτε και μπορούσε, καθ' οιονδήποτε τρόπο, να αλλοιώσει. [4] Ο σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου 2 δεν αμφισβητήθηκε. [5] Σημειώνεται απλά ως θέση που προέβαλε η ενάγουσα προς το Μ.Ε.2. [6] Σύμφωνα με την ενάγουσα και τον Μ.Ε.2, κατά το χρόνο της εν προκειμένω εξέτασης η πρώτη ένιωθε πολύ καλά και δεν αντιμετώπιζε λιποθυμικά επεισόδια. [7] Παράγραφος 19, Εγγράφου Β(Ι). [8] Δεν σημειώνονται για την αλήθεια τους, παρά μόνο για να υποδειχθεί η συμπεριφορά του Μ.Ε.2 ως μάρτυρας. [9] Παράγραφος 31, Εγγράφου Β(Ι). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.