← Κύπρος

Μιχαηλίδης κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 2267/2018, 31/1/2020

Μιχαηλίδης κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 2267/2018, 31/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2267/2018 Μεταξύ:

  1. χχχχχ Μιχαηλίδης
  2. χχχχχ Μιχαηλίδου άλλως χχχχχ χχχχχχχχ Αντωνίου Εναγόντων -και- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 30.10.2019 Ημερομηνία: 31.01.2020 Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Α. Θ. Μαθηκολώνης Για Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση: κα Γρηγορίου για Chrysses Demetriades & Co. LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, καταχωρημένο την 19.10.2018, οι Ενάγοντες ζητούν την ακύρωση των υποθηκών Υχχχ4/2007, Υχχχ0/2008 και Υχχχ4/2010 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού ως παράνομες, άκυρες και/ή ανεφάρμοστες λόγω του ότι αντιβαίνουν στις πρόνοιες του Ν.9/1965 και/ή ενεγράφησαν κατά παράβαση αυτού και/ή επειδή οι πρόνοιες των εν λόγω υποθηκών είναι αντιφατικές, αόριστες, ασαφείς και περιέχουν καταχρηστικούς και παράνομους όρους. Ακόμη, επειδή οι εν λόγω υποθήκες δεν παρέχουν το πραγματικό εξ επιείκειας δικαίωμα - Equity of Redemption - το δε ποσό και ο τόκος που καλύπτει η κάθε υποθήκη δεν καθορίζεται και/ή δεν δύναται να προσδιοριστεί, και/ή ότι οι όροι των υποθηκών δεν εξασφαλίζουν το δικαίωμα των Εναγόντων να εξοφλήσουν και εξαλείψουν τις επίδικες υποθήκες και να απαλλάξουν την περιουσία τους - Equitable Right of Redemption. Περαιτέρω ζητείται διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η εξάλειψη των επίδικων υποθηκών από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού. Τέλος ζητείται όπως η διαδικασία που προωθούν οι Εναγόμενοι, αναφορικά με τις επίδικες υποθήκες, σύμφωνα με το ΜΕΡΟΣ VIA του Ν.9/1965 κηρυχθεί αντισυνταγματική και/ή ότι οι διατάξεις των άρθρων 44Α-44ΙΑ κηρυχθούν αντισυνταγματικές διότι παραβιάζουν το άρθρο 26 του Συντάγματος. Με την Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης τους, καταχωρημένη την 05.07.2019, οι Ενάγοντες παραθέτουν λεπτομερείς ισχυρισμούς υποστηρίζοντας την εκδοχή τους και τη στοιχειοθέτηση των θεραπειών που διεκδικούν. Αναφέρονται στις εγγραφές εκ μέρους τους των τριών προαναφερόμενων υποθηκών, στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού, προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων που τους παραχώρησαν οι Εναγόμενοι αλλά και προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν προς την εταιρεία D & A PAPERLAND LTD. Όλες οι υποθήκες αφορούν το ίδιο ακίνητο το οποίο αποτελεί την πρώτη κατοικία των Εναγόντων. Γίνεται επίσης μνεία σε τέσσερις αγωγές που οι Εναγόμενοι καταχώρησαν εναντίον των Εναγόντων, στο Ε.Δ. Λεμεσού, τα έτη 2014 και 2015 οι οποίες εκκρεμούν για εκδίκαση. Αναπτύσσονται και υποστηρίζονται λεπτομερώς οι λόγοι για τους οποίους ζητούνται οι πιο πάνω αναφερόμενες επί του Κλητηρίου Εντάλματος αιτούμενες θεραπείες. Στην Υπεράσπιση τους στην τροποποιημένη Έκθεση απαίτησης, καταχωρημένη την 03.09.2019, οι Εναγόμενοι αρνούνται τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγόντων παραθέτοντας λεπτομέρειες των συμφωνιών που σχετίζονται με τις τραπεζικές διευκολύνσεις, που κατ' ισχυρισμό παραχώρησαν στους Ενάγοντες και στην Εταιρεία D & A PAPERLAND LTD, στους όρους των συμφωνιών, σε καταστάσεις λογαριασμού που τηρούσαν και στα χρεωστικά υπόλοιπα που αυτές παρουσιάζουν. Χαρακτηρίζουν δε όλους τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγόντων ως εκ των υστέρων επινοήσεις, προκειμένου οι τελευταίοι να αποφύγουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Την 04.10.2019 οι Ενάγοντες καταχώρησαν μονομερή αίτηση της οποίας διατάχθηκε η επίδοση, με την οποία ζήτησαν την έκδοση προσωρινού διατάγματος το οποίο να διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/χχχχ0, τεμάχιο χχχ7, ιδιοκτησίας των Εναγόντων, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Ηγέρθηκε ένσταση στην εν λόγω αίτηση από τους Εναγόμενους και με απόφαση του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 18.10.2019, η αίτηση για τους λόγους που εξηγούνται στην προειρημένη απόφαση απορρίφθηκε. Στις 30.10.2019 οι Ενάγοντες - στο εξής οι Αιτητές - επανήλθαν με νέα μονομερή αίτηση - στο εξής η Αίτηση - ζητώντας εκ νέου την αναστολή της διαδικασίας πώλησης του πιο πάνω ενυπόθηκου ακινήτου, εξαιτίας του ότι καταχώρησαν έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο ενάντια στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 18.10.
  3. Η Αίτηση επιδόθηκε στους Εναγόμενους - στο εξής Καθ' ων η Αίτηση - κατόπιν οδηγίας του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή 1 ο οποίος δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένος από την Ενάγουσα 2 - Αιτήτρια 2 - να προβεί στην ένορκη δήλωση. Αρχικά ο Αιτητής 1 αναφέρεται στο γεγονός ότι θεωρεί την Αίτηση ως κατεπείγουσας φύσεως λόγω της διαδικασίας πλειστηριασμού που άρχισαν οι Καθ' ων η Αίτηση και παρά τις προσπάθειες των Αιτητών να ανασταλεί, το Δικαστήριο με απόφαση του, ημερομηνίας 18.10.2019 απέρριψε την αίτηση των Αιτητών για προσωρινό διάταγμα αναστολής. Την εν λόγω απόφαση οι Αιτητές, κατόπιν συμβουλής και του συνηγόρου τους, θεωρούν λανθασμένη και γι' αυτό καταχώρησαν έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο - Τεκμήριο 8 επί της Αίτησης -υπάρχουν δε πολύ καλές πιθανότητες ανατροπής της απόφασης ημερομηνίας 18.10.
  4. Οι λόγοι είναι επειδή (α) το Δικαστήριο εξέτασε την Αίτηση στη βάση του άρθρου 32 του Ν.14/1960 μόνο χωρίς να εξετάσει και την εφαρμογή του άρθρου 4 του Κεφ.6, (β) η απόφαση του Δικαστηρίου είναι αναιτιολόγητη και/ή ανεπαρκώς αιτιολογημένη κατά παράβαση του άρθρου 30

(2)του Συντάγματος, (γ) το Δικαστήριο παρερμήνευσε το άρθρο 44ΙΑ του Ν.9/1965 και δεν το έκρινε αντισυνταγματικό, αφού διά της εφαρμογής του παραβιάζεται το δικαίωμα της ιδιοκτησίας των Αιτητών, (δ) το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του το άρθρο 44Β
(3)του Ν.9/1965, (ε) λανθασμένα το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν συντρέχει η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/1960. Επισημάνει δε ο ενόρκως δηλών πως σε περίπτωση που επιτύχει η έφεση των Αιτητών τότε η αγωγή τους αλλά και η έφεση που καταχώρησαν ενάντια στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 18.10.2019, θα είναι άνευ αντικειμένου, το δε ακίνητο των Αιτητών θα έχει πωληθεί και η κατάσταση που θα δημιουργηθεί θα είναι μη αναστρέψιμη. Αν όμως δοθεί η αναστολή τα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση δεν θα επηρεασθούν σε τόσο μεγάλο βαθμό ως η ανεπανόρθωτη ζημιά που θα υποστούν οι Αιτητές, πρόκειται άλλωστε περί προσωρινής αναστολής μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Σημειώνει επίσης ο Αιτητής 1 ότι οι δόσεις των τραπεζικών διευκολύνσεων πληρώνονταν κανονικά πριν την οικονομική κρίση το 2012, και τα δάνεια των Αιτητών εξυπηρετούνταν χωρίς προβλήματα. Αναφέρεται επίσης ο Αιτητής 1 σε συναντήσεις που είχε με τους Καθ' ων η Αίτηση και σε εισηγήσεις που αυτός έκανε για αναδιάρθρωση του συνολικού δανεισμού, και ειδικότερα σε πρόταση του για μακροχρόνια πληρωμή του δανείου με δέσμευση και των παιδιών του, πλην όμως οι Καθ' ων η Αίτηση δεν αποδέχονται, την πρόταση του, καθ' ότι στόχος τους είναι να πωλήσουν την κατοικία του, παρ' ότι τους έκανε και πρόταση για πληρωμή €500.000,00 ωστόσο οι Καθ' ων η Αίτηση τον αντιμετώπισαν εχθρικά και αλαζονικά. Ενάντια στην Αίτηση οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν, στις 27.11.2019, Ειδοποίηση Περί Πρόθεσης Ένστασης, εγείροντας δεκαπέντε
(15)λόγους ένστασης οι οποίοι συνοψίζονται στις θέσεις ότι, η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, παράτυπη και αντικανονική, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, ότι η Αίτηση είναι καταχρηστική, η έφεση των Αιτητών δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας, τυχόν έγκριση της Αίτησης θα συνιστά υπέρβαση εξουσίας, ουδέν αντιστάθμισμα προσφέρεται από τους Αιτητές ενώ οι Καθ' ων η Αίτηση είναι αξιόχρεοι, το δε αιτούμενο διάταγμα είναι γενικό και αόριστο. Οι λόγοι ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση της δικηγόρου Βχχχχ Γχχχχχχχχ, η οποία δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους Καθ' ων η Αίτηση, έχει λάβει δε πληροφορίες από τη δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση καθώς και από λειτουργούς των Καθ' ων η Αίτηση. Περαιτέρω η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται στο ιστορικό των διαδικαστικών εξελίξεων της υπόθεσης μέχρι την έκδοση ενδιάμεσης απόφασης στις 18.10.2019 την οποία οι Αιτητές εφεσίβαλαν. Επισημαίνει ότι με την ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 18.10.2019 δεν επιβλήθηκε οποιαδήποτε θετική ενέργεια, υποχρέωση ή καθήκον, συνεπώς η Δ.35 Κ.18, 19 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας δεν έχει εφαρμογή. Με την ίδια σκέψη δεν τυγχάνει εφαρμογής ούτε η Δ.40 Κ.11. Περαιτέρω αναπτύσσονται επιχειρήματα και θέσεις προς υποστήριξη της εκδοχής πως η Αίτηση δεν είναι δίκαιο να επιτύχει, και σημειώνει πως η φερεγγυότητα των Καθ' ων η Αίτηση δεν αμφισβητείται ώστε να ανησυχούν οι Αιτητές. Τέλος η ενόρκως δηλούσα αναφέρει πως πρόθεση των Αιτητών είναι η καθυστέρηση της διαδικασίας και η στέρηση των καρπών επιτυχίας των Καθ' ων η Αίτηση, αλλά και να εμποδιστούν οι τελευταίοι να ασκήσουν τα νόμιμα δικαιώματα τους. Με δεδομένο άλλωστε το σημερινό πρόγραμμα η εκδίκαση των πολιτικών εφέσεων χρειάζεται περίοδος 4-5 ετών τουλάχιστον, συνεπώς δεν θα πρόκειται για προσωρινή αναστολή. Η ακροαματική διαδικασία της Αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των προαναφερόμενων ενόρκων δηλώσεων. Ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Με τις εκτεταμένες και επιμελημένες αγορεύσεις τους, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν και ανέπτυξαν τις θέσεις και τα επιχειρήματα αυτών στην προσπάθεια τους να πείσουν το Δικαστήριο για την επιτυχία των εκατέρωθεν εκδοχών, επικαλούμενοι σχετική νομολογία. Επανάληψη των προωθημένων θέσεων των διαδίκων στη λεπτομέρεια τους δε θα ωφελούσε, το Δικαστήριο τις διατηρεί κατά νου, θα τις αξιολογήσει και θα αναφερθεί σε αυτές στο κατάλληλο στάδιο και στο βαθμό που αυτό κριθεί αναγκαίο για την αιτιολόγηση της παρούσας απόφασής του. Άλλωστε το μεγαλύτερο μέρος των θέσεων αν όχι και όλες, έχει διατυπωθεί στις ένορκες δηλώσεις. Μνημονεύεται ωστόσο ότι εκ μέρους του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητών επισημάνθηκε ότι πρόκειται για κορυφαίο ζήτημα το οποίο εγείρεται ενώπιον του Δικαστηρίου με συντρέχουσες εξαιρετικές περιστάσεις. Νομική πτυχή:- Η Αίτηση στηρίζεται στη Δ.35 Κ.18,19, Δ.40, Δ.48, Δ.64, στο Κεφ.6, στα άρθρα 29, 30, 31, 32 και 47 του Ν.14/1960, στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965, ως αυτός τροποποιήθηκε και ειδικότερα στα άρθρα 5, 21, 27, 44, 44Α
(1)-
(4), και 44ΙΓ, 44Δ, - 44ΙΑΑ στους Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς του 2015 - Κ.Δ.Π. 185/2015, στις Αρχές της Επιείκειας και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου καθώς και στη σχετική νομολογία, ειδικότερα στην υπόθεση Δημητριάδης ν. Λουγκρίδη
(2011)1 ΑΑΔ 687 και Erinford Properties Ltd v. Cheshire County Council [1974] 2 All E.R. 448. Το ζήτημα της εξουσίας των Δικαστηρίων για έκδοση διαταγμάτων ως τα αιτούμενα έχει διασαφηνιστεί στην υπόθεση ASPIS LIBERTY LIFE INSURANCE PUBLIC CO LTD v. ΛΕΟΝΩΡΑΣ ΑΛΛΩΣ ΓΝΩΣΤΗ ΝΟΡΑ ΣΙΑΚΑΤΙΔΗ
(2011)1 Α.Α.Δ. 1816. Στην εν λόγω υπόθεση το Εφετείο, μεταξύ άλλων αποφάνθηκε περί της ερμηνείας των όσων αποφασίστηκαν στην υπόθεση Erinford (ανωτέρω). Το Δικαστήριο κρίνει χρήσιμο να επαναλάβει συγκεκριμένα αποσπάσματα από την υπόθεση ASPIS, ως πλήρως διαφωτιστικά που είναι, όπου αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Το θέμα όμως το οποίο εδώ εξετάζεται στο πλαίσιο της παρούσας έφεσης δεν αφορά τυχόν εξουσία του Εφετείου όπως εκδίδει τέτοιο διάταγμα στο πλαίσιο της έφεσης, παρά μόνο εξετάζεται η δυνατότητα έκδοσης και η ορθότητα της άρνησης έκδοσης του διατάγματος από το πρωτόδικο Επαρχιακό Δικαστήριο. Όμως, από την άλλη, οι παρατηρήσεις στις οποίες προέβηκε το Εφετείο στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου (ανωτέρω) ως προς την διαφορετικότητα του Κυπριακού νομοθετικού πλαισίου και την ανυπαρξία νομοθετικής ρύθμισης για παροχή τέτοιας θεραπείας από το Κυπριακό Εφετείο, δεν μπορούν παρά να ληφθούν σοβαρά υπόψη. Όπως ορθά διαπίστωσε το Εφετείο, στην Αγγλία ένα τέτοιο θέμα, με βάση τις πρόνοιες του Αρθρου 69
(1)του Supreme Court of Judicature (Consolidation), Act 1925 μπορούσε να ρυθμισθεί από το ίδιο το Εφετείο. Επομένως, το μόνο θέμα το οποίο εξετάστηκε στην υπόθεση Erinford ήταν κατά πόσο ενδιάμεσα, μέχρι δηλαδή να μπορεί να επιληφθεί του θέματος το Εφετείο, μπορούσε να παρασχεθεί στους αιτητές μια προσωρινή, περιορισμένης έκτασης θεραπεία μερικών ημερών που θα απέτρεπε την πρόκληση τετελεσμένων. Συγκεκριμένα, το Κυπριακό Εφετείο προέβηκε στις ακόλουθες επισημάνσεις, [
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1534]: "Να δούμε λοιπόν την Erinford η οποία, καθώς μας φαίνεται, στην Κύπρο σε ορισμένες περιπτώσεις θεωρήθηκε πως απεικόνιζε αρχές που ίσχυαν και στο δικό μας σύστημα (βλ. π.χ. την Tafco v. Ship "Lambros L" (No.2)
(1977)1 C.L.R. 159) σε άλλες αντικρίστηκε με επιφυλακτικότητα (βλ. Stavros Makris Ltd v. Cyprus Ports Authority
(1985)1 C.L.R. 731) ενώ σε μια τέθηκε ερωτηματικό (βλ. Ocean Corp. Ltd v. Novorossijskrybprom Co Ltd (Αρ. 2)
(1996)1 Α.Α.Δ. 1154). Για να κατανοήσει κανείς την Erinford χρειάζεται όχι μόνο να συλλάβει τη λεπτομέρεια των στοιχείων της αλλά και το πλαίσιο των αγγλικών νομοθετικών διατάξεων στις οποίες εντασσόταν η περίπτωση και οι οποίες, σε ουσιώδη πτυχή, στην οποία θα αναφερθούμε αργότερα, διέφεραν από τις Κυπριακές. Στην Erinford είχε απορριφθεί, στις 14 Μαρτίου, 1974, αίτημα των εναγόντων για προσωρινό διάταγμα με το οποίο να εμποδιζόταν η τοπική Αρχή να εξετάσει τις αιτήσεις τους για πολεοδομική άδεια, χωρίς συνάρτηση με παρόμοια εκκρεμούσα αίτηση άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην αγωγή, σε σχέση με παρακείμενη γη. Μετά την απόρριψη του αρχικού αιτήματος, οι ενάγοντες αποτάθηκαν αμέσως στο πρωτόδικο δικαστήριο για διάταγμα με τους ίδιους όρους για σκοπούς έφεσης την οποία, καθώς δήλωσαν, είχαν πρόθεση να καταχωρίσουν αλλά χρειάζονταν μερικές ημέρες, ήτοι μέχρι τις 20 Μαρτίου το αργότερο. Ας σημειωθεί ότι μεταγενέστερα το ζήτημα θα μπορούσε να ρυθμιστεί με βάση το Αρθρο 69
(1)του Supreme Court of Judicature (Consolidation), Act 1925 και εναγομένων εισηγήθηκε, χωρίς όμως να παραπέμψει σε αυθεντίες, πως σύμφωνα με την πρακτική τέτοιο διάταγμα μόνο το εφετείο είχε εξουσία να εκδώσει. Το δικαστήριο αναφέρθηκε εκτενώς στις αποφάσεις οι οποίες αφορούσαν στο ζήτημα και στις οποίες εμφανιζόταν κάποια διάσταση. Κατέληξε, με την ερμηνεία που τους έδωσε, ότι επειδή καθίστατο αναγκαία η προστασία του δικαιώματος έφεσης, παρεχόταν ανάλογα και εξουσία για την έκδοση σχετικού διατάγματος και ότι, επιπλέον, ήταν προτιμότερο, για λόγους ευκολίας, το ζήτημα να εξεταζόταν αρχικά από το πρωτόδικο δικαστήριο." Το θέμα λοιπόν το οποίο είχε απασχολήσει στην Erinford ήταν το κατά πόσο θα μπορούσε να δοθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο μια πολύ περιορισμένης χρονικής έκτασης θεραπεία διατήρησης του status quo έξι ημερών, μέχρις ότου να μπορούσε να επιληφθεί του ίδιου θέματος το Αγγλικό Εφετείο και να αποφασίσει κατά πόσο εκείνο να δώσει μακρύτερης χρονικής διάρκειας θεραπεία εκκρεμούσας της έφεσης. Εκείνος δε ο παράγοντας ήταν που τελικά μέτρησε και επενήργησε θετικά στην σκέψη του Megarry J. ώστε να εκδώσει το ζητηθέν προσωρινό διάταγμα. Όπως ο ίδιος ο Megarry J. ανέφερε στην απόφασή του [1974] 2 All E.R. 449: "The county council had previously been bound by an undertaking in similar terms, but this came to an end with the dismissal of the motion and counsel of the county council had no instructions to renew it or offer any other undertaking. He volunteered, however, that the next meeting of the appropriate body of the county council would not be until 28th March and in the end counsel for the plaintiffs was content to seek an ex parte injunction only over 20th March, which, he said would allow time for him to give notice of appeal and to serve notice of motion to extend the injunction. Ultimately, I held that I should grant the injunction in this modified form..." Προκύπτει, επομένως, ότι εκείνο που τελικά είχε βαρύνει την πλάστιγγα στην απόφαση του Megarry J. στην υπόθεση Erinford ήταν το γεγονός ότι οι αιτητές περιόρισαν τη χρονική έκταση του αιτούμενου διατάγματος σε περίοδο μερικών μόνο ημερών μέχρις ότου επιληφθεί του θέματος το Εφετείο. Με δεδομένη όμως τη νομολογία και ιδιαίτερα την απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου (ανωτέρω), σύμφωνα με την οποία το Εφετείο δεν κέκτηται εξουσία έκδοσης διατάγματος όπως το εδώ υπό εξέταση, αυτό σημαίνει στην ουσία ότι εάν το πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο ακυρώνει και τερματίζει την ισχύ ενός διατάγματος, παράσχει νέα θεραπεία η οποία θα επαναφέρει την ισχύ του διατάγματος όχι μέχρι την εκδίκαση της αγωγής, αλλά μέχρι την εκδίκαση και πλήρη αποπεράτωση έφεσης που ασκήθηκε ή θα ασκηθεί με την οποία προσβάλλεται η ορθότητα της ακυρωτικής απόφασης, θα παρείχε μία μακράς διάρκειας θεραπεία με την οποία για αόριστο χρόνο, σίγουρα μακρό, θα επαναφερόταν η ισχύς του ακυρωθέντος διατάγματος. Κατά την άποψή μας, μια τέτοια εξουσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου δεν θα πρέπει να ασκείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις κατά τις οποίες καταδεικνύεται όχι απλά ότι θα εδικαιολογείτο η αναστολή εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης, αλλά μόνο εκεί όπου καταδεικνύεται ή έχει μεσολαβήσει ή αποκαλυφθεί τέτοια κατάσταση πραγμάτων ώστε να υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο ανατροπής της ακυρωτικής απόφασης και η ύπαρξη σοβαρών επιπτώσεων από τη μη απόδοση θεραπείας». Ερχόμενο το Δικαστήριο στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως αυτά βρίσκονται ενώπιον του, υποστηριζόμενα από την ένορκη δήλωση και σχετικά τεκμήρια της Αίτησης, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται πως τα όσα τέθηκαν ενώπιον του συνιστούν γεγονότα που δικαιολογούν συμπέρασμα ότι καταδεικνύεται πως έχει μεσολαβήσει ή αποκαλύφθηκε τέτοια κατάσταση πραγμάτων ώστε να υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο ανατροπής της απόφασης του, ημερομηνίας 18.10.2019, ή ότι αποκαλύφθηκαν σοβαρές επιπτώσεις από τη μη απόδοση θεραπείας. Βέβαια σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο κατανοεί ότι δεν νομιμοποιείται να καθορίσει τις πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης που καταχώρησαν οι Αιτητές, δεν μπορεί όμως και να αποδεχθεί ότι αποδεικνύεται οτιδήποτε πέραν του ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση. Γεγονός άλλωστε παραμένει ότι εκδόθηκε μια δικαστική απόφαση, με την οποία οι Καθ' ων η Αίτηση δικαιώθηκαν. Το γεγονός και μόνο ότι καταχωρήθηκε έφεση ενάντια στην απόφαση ημερομηνίας 18.10.2019, δεν δικαιολογεί συμπέρασμα για ύπαρξη σοβαρού ενδεχόμενου ανατροπής της απόφασης. Η διατύπωση διαφωνίας εκ μέρους των Αιτητών, ως προκύπτει μέσα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, με τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου, θεωρώντας τα λανθασμένα, έχοντας βέβαια κάθε δικαίωμα να τοποθετούνται με αυτό τον τρόπο, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τα όσα πρόταξαν προς υποστήριξη της αίτησης τους για την έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων, και τα οποία ήδη αξιολογήθηκαν από το Δικαστήριο στα πλαίσια της απόφασης του ημερομηνίας 18.10.2019, χωρίς όμως να παραθέτουν νέα στοιχεία ή νέα κατάσταση πραγμάτων προς την απόδειξη σοβαρού ενδεχομένου ανατροπής της απόφασης ημερομηνίας 18.10.2019, δεν συνιστά το απαραίτητο και ζητούμενο υπόβαθρο για την έγκριση της Αίτησης τους. Το Δικαστήριο έχει συνυπολογίσει τα όσα οι Αιτητές προβάλλουν ως προς τη θέση τους ότι η απόφαση του Δικαστηρίου είναι λανθασμένη πλην όμως διαφαίνεται πως τα όσα προβάλλουν δεν είναι ικανοποιητικά για να πείσουν το Δικαστήριο ότι υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο επιτυχίας της έφεσης. Χωρίς δισταγμό το Δικαστήριο θα αποδεχόταν κάτι τέτοιο αν τίθονταν ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο εκείνο το οποίο θα δικαιολογούσε κάτι τέτοιο. Πρόθεση του Δικαστηρίου άλλωστε δεν είναι να απαντήσει στους ισχυρισμούς και στα επιχειρήματα των Αιτητών ως προς την επιτυχία της έφεσης. Δεν θα ήταν όμως και αχρείαστη η επισήμανση του Δικαστηρίου, η οποία αναδύεται μέσα από τα γεγονότα που οι Αιτητές παραθέτουν στην ένορκη δήλωση του Αιτητή 1, ότι εκ μέρους των Αιτητών από τη μια υποστηρίζεται η ακυρότητα των συμφωνιών και αμφισβητείται το χρέος και από την άλλη αναγνωρίζεται ότι μέχρι το 2011 οι δόσεις των δανείων πληρώνονταν κανονικά. Επίσης δεν παραγνωρίζεται ότι ο Αιτητής 1 εισηγήθηκε στους Καθ' ων η Αίτηση την πληρωμή του ποσού των €500.000,00 και τη μακροχρόνια αποπληρωμή κατά τρόπο που θα δεσμευθούν και τα παιδιά του. Με κάθε σεβασμό στην προσπάθεια που γίνεται εκ μέρους των Αιτητών για επιτυχία της Αίτησης παρατηρείται ότι η συνολική εικόνα που παρουσίασαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν πείθει τον τρίτο και αντικειμενικό παρατηρητή ότι υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης. Περαιτέρω, υπό τις δεδομένες περιστάσεις, δεν κρίνεται πως οι επιπτώσεις από την πιθανή εκποίηση των υποθηκών όπως έχουν αναφερθεί στην Αίτηση και προβάλλονται από τους Αιτητές, αποτελούν πέραν από συνήθη περίπτωση. Επισημαίνεται πως κάτι ανάλογο δεν κρίθηκε ικανό στοιχείο στην ASPIS (ανωτέρω) για ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης με την οποία δεν δόθηκε διάταγμα παράτασης ισχύς του διατάγματος που ακυρώθηκε, πόσο μάλλον, και πολύ περισσότερο στην παρούσα υπόθεση που ουδέποτε εκδόθηκε τέτοιο προσωρινό διάταγμα, στην προηγούμενη αίτηση των Αιτητών. Αξιολογώντας αφ' ενός τις εν λόγω συνθήκες που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου αφ' ετέρου το περιεχόμενο του αιτούμενου διατάγματος, το οποίο αφορά σε αίτημα αβέβαιης και πιθανότατα μακράς χρονικής διάρκειας αίτημα, μέχρι την εκδίκαση της έφεσης, και δεδομένου ότι δεν ισχύει στην κυπριακή νομοθεσία ανάλογη νομοθετική πρόνοια την οποία έλαβε υπόψη του ο Δικαστής Megarry στην υπόθεση Erinford (ανωτέρω), κρίνεται ότι δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Καμία κυπριακή αυθεντία - νομολογία παραχώρησε διάταγμα ως το αιτούμενο. Τα γεγονότα της υπόθεσης Λουγκρίδη (ανωτέρω) στην οποία στηρίζεται η Αίτηση είναι διαφορετικά και αφορούσαν αναστολή εκτέλεσης πράξης που είχε διατάξει πρωτόδικο Δικαστήριο. Συνακόλουθα με όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι η Αίτηση, ημερομηνίας 30.10.2019, δεν είναι εύλογο και δίκαιο να πετύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της Αγωγής. (Υπ.) Δ. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΙΜ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για αναστολή πλειστηριασμού εκκρεμούσας έφεσης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.