← Κύπρος

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. ΚΤΕΑ ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5606/2012, 17/1/2020

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. ΚΤΕΑ ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5606/2012, 17/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A21 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5606/2012 Μεταξύ: EMPORIKI BANK - CYPRUS LTD Εναγόντων και

  1. ΚΤΕΑ ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ
  2. ΧΧΧ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ
  3. ΧΧΧ ΠΑΝΑΓΙΔΗΣ
  4. ΧΧΧ ΚΑΡΙΤΖΗ
  5. ΧΧΧ ΛΕΙΨΟΣ Εναγόμενων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει Διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 05.11.2015: Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LTD Εναγόντων και
  6. ΚΤΕΑ ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ
  7. ΧΧΧ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ
  8. ΧΧΧ ΠΑΝΑΓΙΔΗΣ
  9. ΧΧΧ ΚΑΡΙΤΖΗ
  10. ΧΧΧ ΛΕΙΨΟΣ Εναγόμενων Ημερομηνία: 17 Ιανουαρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για τους εναγόμενους/ αιτητές: Η κα Δ. Ιατρίδου για Α. Καριτζής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την ενάγουσα/ καθ' ης η αίτηση: Ο κ. Μ. Μαστορούδης για Ντίνος Μαστορούδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης των εναγόμενων) Οι εναγόμενοι 1 καταχώρησαν ξεχωριστά Υπεράσπιση στην αγωγή από εκείνη των εναγόμενων 2 -
  11. Όλοι τους τώρα αιτούνται διάταγμα τροποποίησης των ακόλουθων παραγράφων της Υπεράσπισης που τους αφορά:

(1)δια της προσθήκης στο τέλος της παρ. 4 της Υπεράσπισης των εναγόμενων 1 της πρότασης «Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι αναφέρουν ότι η αναφερόμενη στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης επιστολή και/ή οι όροι αυτής, δεν κατέστησαν ή αποτέλεσαν μέρος της επίδικης Συμφωνίας Δανείου».
(2)δια της προσθήκης στο τέλος της παραγράφου 14 της Έκθεσης Υπεράσπισης των εναγόμενων 1 των λέξεων «και/ή πρόωρα και/ή αδικαιολόγητα».
(3)δια της προσθήκης στο τέλος της παραγράφου 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης των εναγόμενων 2-5 της πρότασης «Ειδικότερα, οι εναγόμενοι αναφέρουν ότι η αναφερόμενη στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης επιστολή και/ή οι όροι αυτής, δεν κατέστησαν ή αποτέλεσαν μέρος της επίδικης Συμφωνίας Δανείου.»
(4)δια της προσθήκης αμέσως μετά την παράγραφο 9 της Έκθεσης Υπεράσπισης των εναγόμενων 2-5 της ακόλουθης νέας παραγράφου και ανάλογα της αναρίθμησης των υπόλοιπων παραγράφων: «Ειδικότερα, εν σχέση με τις παραγράφους 8 και 9, είναι η θέση των εναγόμενων ότι η ενάγουσα αμέλησε και/ή παρέλειψε να καταθέσει και/ή να μεριμνήσει και/ή επιβεβαιώσει και/ή διασφαλίσει την κατάθεση των αναφερόμενων στις παραγράφους 8 και 9 της Έκθεσης Απαίτησης Πωλητηρίων Εγγράφων και/ή των Εγγράφων Συμφωνίας Εκχώρησης ημερομηνίας 18/02/2008 για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, με αποτέλεσμα τα διαμερίσματα που αποτελούσαν το αντικείμενο των Πωλητήριων Εγγράφων και Εκχωρήσεων να έχουν πωληθεί σε τρίτα πρόσωπα και η εξασφάλιση της Τράπεζας να έχει απωλεσθεί και/ή καταστεί ανίσχυρη και/ή πρακτικά και νομικά ανεφάρμοστη ή μη υλοποιήσιμη ή εκτελεστέα, έχοντας ως συνέπεια το δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων των εναγόμενων».
(5)δια της προσθήκης στο τέλος της παραγράφου 13 της Έκθεσης Υπεράσπισης των Εναγομένων 2-5 των λέξεων «και/ή πρόωρα και/ή αδικαιολόγητα». Η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25, Δ.48. θ.1-4, 8, 9, επί των Γενικών αρχών του Νόμου, των Κανόνων της Επιείκειας, της Πρακτικής και της Σύμφυτου Εξουσίας των Δικαστηρίων. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης το θέτει με ένορκη δήλωση της η δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους αιτητές κα Μαρία Λαζαρίδου. Εξηγεί ότι προβαίνει αυτή σε ένορκη δήλωση καθώς οι τροποποιήσεις που αιτούνται αφορούν αμιγώς νομικά ζητήματα αναφέρεται στην εξουσιοδότηση που έχει προς τούτο από τους αιτητές αναφέροντας ότι όλα όσα δηλώνει είναι αληθινά εξ' όσων καλύτερα γνωρίζει και πιστεύει και ότι αυτά προέρχονται από πληροφορίες και στοιχεία που της έχουν παρασχεθεί από τους εναγόμενους 1-5 και από τους συναδέλφους της δικηγόρους οι οποίοι χειρίζονται την παρούσα αγωγή αλλά και από μελέτη του φακέλου της παρούσας υπόθεσης. Αναφέρει για την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στις 26.09.2019 με την κατάθεση της Γραπτής Μαρτυρίας του πρώτου μάρτυρα των εναγόντων. Εξηγεί ότι κατά το στάδιο προετοιμασίας για την ακροαματική διαδικασία και μετά από ενδελεχή έρευνα και μελέτη του φακέλου της υπόθεσης και σχετικών με τα επίδικα θέματα εγγράφων, οι δικηγόροι οι οποίοι χειρίζονται την παρούσα αγωγή, διαπίστωσαν ότι στις Εκθέσεις Υπεράσπισης οι οποίες είχαν αρχικά καταχωρηθεί, παρά το γεγονός ότι σ' αυτές περιέχεται γενική άρνηση των ισχυρισμών που προβάλλουν οι ενάγοντες, εκ παραδρομής και συνεπεία καλόπιστου λάθους δεν περιλαμβάνεται σ' αυτές ρητή άρνηση και δεν ξεκαθαρίζεται κατά τρόπο σαφή η θέση των εναγόμενων ότι η αναφερόμενη στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης επιστολή προσφερόμενων διευκολύνσεων ημερ. 18.02.2008 ουδέποτε ενσωματώθηκε και δεν κατέστη μέρος της επίδικης Συμφωνίας Δανείου. Περαιτέρω θεωρεί υψίστης σημασίας να αναφέρει ότι η ως άνω αναφερόμενη επιστολή ημερ. 18.02.2008 και το περιεχόμενο αυτής περιήλθε μόλις πρόσφατα εις γνώση των εναγόμενων. Συγκεκριμένα, η εν λόγω επιστολή περιήλθε για πρώτη φορά στην κατοχή των εναγόμενων κατά την καταχώρηση της Αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ημερ. 26.07.2019, η οποία επιδόθηκε στους τελευταίους στις 29.07.2019, καθώς αποτελούσε τεκμήριο σε αυτή. Επιπλέον, εξηγεί η ενόρκως δηλούσα, διαπιστώθηκε από πλευράς των δικηγόρων οι οποίοι χειρίζονται την παρούσα Αγωγή, στα πλαίσια μελέτης και προετοιμασίας τους για την ακρόαση της, ότι παρά την ύπαρξη δικογραφημένου ισχυρισμού στις Εκθέσεις Υπεράσπισης των εναγόμενων αναφορικά με τον αντισυμβατικό τερματισμό της επίδικης Συμφωνίας Δανείου, εντούτοις, εκ παραδρομής και δυνάμει γνήσιου λάθους και αβλεψίας, δεν παρέχονται οποιεσδήποτε περαιτέρω λεπτομέρειες ή διευκρινήσεις αναφορικά με την θέση αυτή των εναγόμενων. Ως εκ τούτου, μέσω των αιτούμενων τροποποιήσεων οι εναγόμενοι επιδιώκουν στην ουσία ν' αποσαφηνίσουν ότι η αντισυμβατικότητα του τερματισμού της επίδικης Συμφωνίας Δανείου έγκειται στο πρόωρο αυτού, προβάλλοντας κατά τρόπο σαφή τη θέση και υπεράσπιση τους. Πέραν των ανωτέρω, όσον αφορά την αιτούμενη τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης των εναγόμενων 2-5, και την ανάγκη που την επέβαλε εξηγεί ότι στα πλαίσια διαπραγμάτευσης και προσπαθειών τις οποίες κατέβαλλαν τα μέρη για σκοπούς εξώδικης διευθέτησης της παρούσας Αγωγής, στις 04.04.2019 προωθήθηκε προς τους Εναγόμενους από λειτουργό των εναγόντων, ηλεκτρονικό μήνυμα με επισυνημμένη επιστολή ημ. 03.04.2019, την οποία έλαβε από τον εκκαθαριστή της ενυπόθηκου εταιρείας K & M FAMAGUSTA DEVELOPERS LTD, κ. XXXXX Ανδρέου. Μέσω της εν λόγω επιστολής, αποκαλύπτεται και περιήλθε εις γνώση των εναγόμενων 2-5, μεταξύ άλλων, ότι οι επίδικες Συμφωνίες Εκχώρησης ημερ. 18.02.2008, δυνάμει των οποίων η εναγόμενη 1 εκχώρησε προς όφελος των Εναγόντων και για σκοπούς εξασφάλισης του επίδικου Δανείου όλα τα δικαιώματα της τα οποία απορρέουν από Πωλητήρια Έγγραφα τα οποία είχαν συναφθεί μεταξύ της εναγόμενης 1 και της εταιρείας K & M FAMAGUSTA DEVELOPERS LTD αναφορικά με την αγορά 2 διαμερισμάτων, ουδέποτε είχαν κατατεθεί στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Περαιτέρω, ως προκύπτει μέσα από την ως άνω αναφερόμενη επιστολή, τα εν λόγω διαμερίσματα έχουν πλέον πωληθεί και ανήκουν σε τρίτα πρόσωπα (επισυνάπτει αντίγραφο σχετικής αλληλογραφίας ως Τεκμ. 1) Εξηγεί ότι οι ως άνω αναφερόμενες πληροφορίες περιήλθαν μόλις πρόσφατα εις γνώση των εναγόμενων, ως εξάλλου διαπιστώνεται ανωτέρω, ενώ αυτές προωθήθηκαν και περιήλθαν εις γνώση και στην κατοχή των δικηγόρων οι οποίοι χειρίζονται την παρούσα κατά τη τελευταία συνάντηση την οποία είχαν με τους εναγόμενους για σκοπούς προετοιμασία της ακρόασης της παρούσας Αγωγής. Εξηγεί ακόμα ότι απώτερος σκοπός των εναγόμενων, μέσω της παρούσας αίτησης και των αιτούμενων διαταγμάτων τροποποίησης, είναι η ορθή και πλήρης προβολή των πραγματικών γεγονότων και νομικών σημείων ούτως ώστε να τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου η Υπεράσπιση των τελευταίων σε ολοκληρωμένη και ορθή βάση για τούτο και πιστεύει ότι είναι δίκαιο και ορθό όπως το δικαστήριο εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Σε σχέση με το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η ακροαματική διαδικασία της αγωγής αναφέρει ότι, παρά το γεγονός ότι η ακροαματική διαδικασία της παρούσας Αγωγής έχει ξεκινήσει, στα πλαίσια αυτής έχει κατατεθεί μόνο η Γραπτή Δήλωση του πρώτου μάρτυρα των εναγόντων, χωρίς όμως να ολοκληρωθεί η κυρίως εξέταση του. Ως εκ τούτου, τυχόν έκδοση των αιτούμενων τροποποιήσεων δεν θα εκτροχιάσει καθ' οιονδήποτε τρόπο την ακροαματική διαδικασία και δεν θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα της ενάγουσας αφού η τελευταία θα έχει ευκαιρία να προβάλει τις θέσεις της και να προσφέρει, εάν επιθυμεί, περαιτέρω μαρτυρία αναφορικά με τους οποιουσδήποτε ισχυρισμούς τυχόν εισάγουν οι αιτούμενες τροποποιήσεις από πλευράς των εναγόμενων. Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση περί της πρόθεσης τους να ενστούν. Η ένσταση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς (Civil Procedure Rules) Δ.19, Δ.25, Θ.1-6, Δ.48 Θ.1,2,3,4,8 και 9, επί του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ως και επί των συμφυών εξουσιών του δικαστηρίου. Προβλήθηκαν οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση: « (α) Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη και/ή κατά παράβαση των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. (β) Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court). (γ) Υπάρχει υπέρμετρη και/ή μακρά και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση (latches) στην υποβολή της παρούσας αίτησης με την οποία ζητείται η τροποποίηση της υφιστάμενης Υπεράσπισης των εναγόμενων, αναφορικά με γεγονότα και/ή ισχυρισμούς που ήταν γνωστά και/ή θα έπρεπε να ήταν γνωστά στους αιτητές/εναγόμενους από το 2008 ήτοι πέραν των 10 χρόνων από την ημερομηνία που υπογράφηκαν τα σχετικά Έγγραφα από τους Εναγόμενους και/ή σε κάθε περίπτωση από το 2012, ήτοι πέραν των 7 χρόνων από την ημερομηνία καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας Αγωγής στο οποίο γινόταν εξ υπαρχής ρητή αναφορά στα εν λόγω έγγραφα και/ή σε κάθε περίπτωση από τις 04/04/2019 ήτοι με καθυστέρηση επτά
(7)ολόκληρων μηνών από τις 04/04/2019 ημερομηνία κατά την οποία οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι έλαβαν γνώση για το γεγονός της μη κατάθεσης των Πωλητηρίων Εγγράφων στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης στο Κτηματολόγιο. Επίσης, δεν δίδεται καμία σοβαρή εξήγηση για την επιδειχθείσα καθυστέρηση. Συγκεκριμένα δεν αναφέρεται γιατί μετά την καταχώρηση της υφιστάμενης Υπεράσπισης τους και ενώ η ακρόαση της παρούσας υπόθεσης ξεκίνησε στις 26.09.2019, περίμεναν για να καταχωρήσουν την παρούσα αίτηση τροποποίησης στις 05.11.2019, ημερομηνία κατά την οποία η παρούσα Αγωγή είχε οριστεί για συνέχιση της Ακρόασης. (δ) Η αιτούμενη τροποποίηση της Υπεράσπισης των εναγόμενων έχει ως αποκλειστικό σκοπό την πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης στην συνέχιση και την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας της παρούσας αγωγής εντός εύλογου και/ή σύντομου χρόνου. (ε) Η αιτούμενη τροποποίηση της Υπεράσπισης των εναγόμενων με την προσθήκη νέων ισχυρισμών δεν είναι γνήσια και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι γίνεται καλόπιστα προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης και/ή για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα αληθή και πραγματικά γεγονότα, αλλά αποτελεί προσπάθεια πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής. (στ) Με την παρούσα αίτηση οι εναγόμενοι εισαγάγουν νέα θέματα και/ή νέες θέσεις με αποτέλεσμα να μεταβάλουν άρδην και/ή τροποποιούν και/ή διαφοροποιούν την ουσία των θέσεων των εναγόμενων ως αυτές εμφαίνονται στην υφιστάμενη Υπεράσπιση τους με νέους αβάσιμους και/ή λανθασμένους και/ή υποθετικούς και/ή ανυποστήρικτους ισχυρισμούς που αναπόφευκτα συνεπάγεται επαναπροσδιορισμός των επίδικων θεμάτων και την μετατροπή όλων των ήδη καταχωρηθέντων δικογράφων. (ζ) Η αιτούμενη τροποποίηση της Υπεράσπισης είναι αντινομική και/ή δεν θα έπρεπε να επιτραπεί καθότι αποτελεί προϊόν δευτέρας σκέψεως των εναγόμενων. (η) Δεν υπάρχουν και/ή δεν αποκαλύφθηκαν επαρκείς λόγοι και/ή στοιχεία που να καταδεικνύουν το ουσιώδες και/ή την χρησιμότητα και/ή αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης της υφιστάμενης Υπεράσπισης των εναγόμενων. (θ) Η παρούσα αίτηση έχει ως μόνο σκοπό να καθυστερήσει και/ή εκτροχιάσει και/ή δυσχεράνει και/ή επιβραδύνει την όλη διαδικασία και/ή κατά συνέπεια να παρεμποδίσει την συνέχιση και ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας σε μία αγωγή τόσο παλαιά. (ι) Οι αιτητές/εναγόμενοι δεν παρουσιάζουν εύλογη αιτία που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος τροποποίησης της υφιστάμενης Υπεράσπισης, στο παρόν στάδιο της διαδικασίας. (κ) Το αιτούμενο διάταγμα θα επιφέρει τέτοια βλάβη στους Ενάγοντες /Καθ' ων η αίτηση που δεν θα είναι δυνατόν να αποζημιωθούν με έξοδα σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας καθώς η ακρόαση της Αγωγής έχει ήδη ξεκινήσει και οι Εναγόμενοι ήδη γνωρίζουν το περιεχόμενο μέρους της κυρίως εξέτασης του πρώτου μάρτυρα των Εναγόντων. (λ) H αιτούμενη τροποποίηση δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπεί σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας». Τα γεγονότα της ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο υπάλληλος των καθ' ων η αίτηση κ. ΧΧΧ Χριστοφόρου. Δηλώνει γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης η οποία προέρχεται από έγγραφα που έχει στην κατοχή του και βρίσκονται υπό την φύλαξή του και από πληροφορίες που έχει συγκεντρώσει, είναι δε δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην παρούσα ένορκο δήλωση και έχει λάβει νομική συμβουλή από τους δικηγόρους που εκπροσωπούν τους καθ' ων η αίτηση στην παρούσα. Δηλώνει ότι έχει διαβάσει την αίτηση και την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει και ότι απορρίπτει το περιεχόμενο τους και δηλώνει ότι πρόκειται για παράτυπη αίτηση και κατά παράβαση των διαδικαστικών κανονισμών και της πρακτικής του δικαστηρίου. Δηλώνει περαιτέρω ότι η υπό κρίση αίτηση για τροποποίηση της υφιστάμενης Υπεράσπισης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του δικαστηρίου και κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court), καθότι έκδηλα οι εναγόμενοι επέδειξαν υπέρμετρη και/ή μακρά και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση (latches) στην υποβολή της εν λόγω αίτησης, αναφορικά με γεγονότα και/ή ισχυρισμούς που είναι γνωστά και/ή θα έπρεπε να ήταν γνωστά στους εναγόμενους από το 2008, ήτοι πέραν των 10 χρόνων από την ημερομηνία που υπογράφηκαν τα σχετικά έγγραφα από τους εναγόμενους και/ή σε κάθε περίπτωση από το 2012, ήτοι πέραν των 7 χρόνων από την ημερομηνία καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής στο οποίο γινόταν εξ υπαρχής ρητή αναφορά στα εν λόγω έγγραφα και/ή σε κάθε περίπτωση από τις 04.04.2019 ήτοι με καθυστέρηση επτά
(7)ολόκληρων μηνών από τις 04.04.2019, ήτοι την ημερομηνία κατά την οποία οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι έλαβαν γνώση για το γεγονός της μη κατάθεσης των Πωλητηρίων Εγγράφων στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης στο Κτηματολόγιο. Χαρακτηρίζουν την αίτηση μετά που ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία της αγωγής ως κακόπιστη υποβλήθηκε με καθυστέρηση και αποσκοπεί στην καθυστέρηση της συνέχισης και ολοκλήρωσης της ακροαματικής διαδικασίας εντός εύλογου χρόνου το οποίο ασφαλώς και δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Η έγκριση της αίτησης θα επηρεάσει τα συμφέροντα των καθ' ων η αίτηση. Επιζητείται ουσιαστικά η εισαγωγή νέων θέσεων και νέων αβάσιμων και/ή λανθασμένων και/ή υποθετικών και/ή ανυποστήρικτων γεγονότων και/ή ισχυρισμών που μεταβάλλουν και/ή τροποποιούν και/ή διαφοροποιούν αδικαιολόγητα την ουσία των θέσεων της υφιστάμενης Υπεράσπισης. Δεν επεξηγείται η αναγκαιότητα των τροποποιήσεων και θα υπάρξει περιπλοκή των επίδικων ζητημάτων. Δεν εξειδικεύουν κανένα νέο στοιχείο που να αφορά την υφιστάμενη Υπεράσπιση και που να επιτείνει την ανάγκη για την αιτούμενη τροποποίηση. Αναπόφευκτα συνεπάγεται επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και παρεμπόδιση της συνέχισης και ολοκλήρωσης της ακροαματικής διαδικασίας. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις αφορούν γεγονότα και/ή ισχυρισμούς τα οποία γνώριζαν και/ή θα έπρεπε να γνωρίζουν οι εναγόμενοι από το 2008 ήτοι πέραν των 10 χρόνων από την ημερομηνία που υπογράφηκαν τα σχετικά έγγραφα από αυτούς και/ή σε κάθε περίπτωση από τις 04.04.2019 ήτοι με καθυστέρηση επτά
(7)ολόκληρων μηνών από τις 04.04.2019 ημερομηνία κατά την οποία οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι έλαβαν γνώση για το γεγονός της μη κατάθεσης των Πωλητηρίων Εγγράφων στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης στο Κτηματολόγιο. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί που αιτείται να εισαγάγουν οι εναγόμενοι με την παρούσα αίτηση αφορούν γεγονότα και συνέπειες που απορρέουν από γραπτές συμφωνίες για τις οποίες οι εναγόμενοι είχαν υπογράψει, συγκατατεθεί και ουδέποτε είχαν αμφισβητήσει το περιεχόμενο τους. Η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης είναι αντίθετη με την διεξαγωγή δίκαιης δίκης μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα όπως ορίζεται από το άρθρο 30 - 2 του Συντάγματος. Η βλάβη που θα υποστούν οι Ενάγοντες/ καθ΄ ων η αίτηση συνεπεία της αιτούμενης τροποποίησης της υφιστάμενης Υπεράσπισης δεν θα μπορεί να αποκατασταθεί με την επιδίκαση εξόδων υπέρ τους σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Η αιτούμενη τροποποίηση της υφιστάμενης Υπεράσπισης δεν είναι γνήσια και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι αποτέλεσμα λάθους και/ή ότι γίνεται καλόπιστα προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης, ειδικότερα από την στιγμή που οι ισχυρισμοί που επιθυμούν να εισαγάγουν οι Εναγόμενοι αφορούν την συμβατική σχέση που διέπει τις καταρτισθείσες συμφωνίες μεταξύ εναγόντων και εναγόμενων. Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης αποτελεί έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the Court) και έχει ως μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση και/ή εκτροπή και/ή επιβράδυνση και/ή εκτροχιασμό της διαδικαστικής διαδικασίας και/ή την συνέχιση και ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αιτείται όπως η αίτηση απορριφθεί με έξοδα υπέρ των εναγόντων/καθ' ων η αίτηση. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους και έτσι η ακροαματική διαδικασία της αίτησης έχει ως βάση τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς που προβλήθηκαν στις ένορκες δηλώσεις και στα επισυναπτόμενα σε αυτές τεκμήρια. Τις έχω μελετήσει με προσοχή όπως και τη νομολογία και αυθεντίες στις οποίες με έχουν παραπέμψει από τις οποίες αναδύονται οι αρχές που εφαρμόζονται όταν το δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί τέτοιου αιτήματος και τις λαμβάνω υπόψη, όπου κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια θα γίνει ειδική αναφορά σε αυτές. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΑΥΤΗ: Η Δ.25, Θ. 1, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας βασίζεται η αίτηση προβλέπει πως: «Το δικαστήριο, ή ο δικαστής, μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε διάδικο να αλλάξει ή να τροποποιήσει το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ή τα δικόγραφά του, με τέτοιο τρόπο και κάτω από τέτοιους όρους που θα κρίνει δίκαιο, και όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα γίνονται, οι οποίες θα είναι αναγκαίες για το σκοπό της διαλεύκανσης των πραγματικών θεμάτων για τα οποία οι διάδικοι έχουν διαφορές». Από την ερμηνεία της Δ.25 από τη Νομολογία μας προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει τη διακριτική εξουσία να επιτρέπει την τροποποίηση ενός κλητηρίου εντάλματος ή ενός δικογράφου ύστερα από αίτηση των ενδιαφερόμενων μερών, η δε εξουσία αυτή του Δικαστηρίου μπορεί να ασκηθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Κούρτης ν. Ιασωνίδης,
(1970)1 ΑΑΔ 180, Νικολαϊδη ν. Γερολέμη,
(1980)1 ΑΑΔ 1, Γερμανού ν. Χριστοδούλου,
(1983)1 ΑΑΔ 875, Νίκος Πουρίκκος ν. Μυροφόρα Σάββα,
(1990)1 ΑΑΔ 862). Η νομολογία μας έχει διαμορφώσει σειρά από αρχές οι οποίες ακολουθούνται και οι οποίες διέπουν διάφορα επί μέρους ζητήματα που χαρακτηρίζουν την κάθε υπόθεση. Θα προσπαθήσω στη συνέχεια να τις συνοψίσω. Στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.ά.,
(1991)1 ΑΑΔ 934 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα». Στην υπόθεση Geto Tracing Import - Export v. Το Πλοίο M/V Vladimir Vaslyayev, (αρ. 4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 714, 716, λέχθηκε πως: «Ο κυρίαρχος λόγος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του τις πραγματικές επίδικες διαφορές». Όπως προκύπτει από τη νομολογία, κυρίαρχος παράγοντας κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου, για να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου είναι το συμφέρον της Δικαιοσύνης. Πολλοί παράγοντες επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της Δικαιοσύνης. Ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξή τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Kallice Holding Co Ltd v. TR Metals (Overseas) Ltd,
(1996)1(A) A.A.Δ. 162). Έχει νομολογηθεί ότι το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας θα πρέπει να λάβει υπόψη την θεμελιακή αρχή πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών (βλ. Χρίστου ν. Αζά,
(1992)1 Α.Α.Δ. 704). Στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (The Annual Practice 1958) και ειδικότερα στην σελίδα 622 αναφέρονται, ανάμεσα σ' άλλα, τα εξής: «An amendment ought to be allowed if thereby the real substantial question can be raised between the parties and multiplicity of legal proceedings avoided». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Οποιαδήποτε τροποποίηση δύναται να επιτραπεί, εφόσον αφορά τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα την αποφυγή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών». Οι αρχές που διέπουν την τροποποίηση δικογράφων σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 25 συνοψίστηκαν στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1(Ε) ΑΑΔ σελ. 33από τον Δικαστή Πική (όπως ήταν τότε) ως ακολούθως: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 στου Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο μπορεί να αποσείσει ο Αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβανομένων υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361, υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». Στην υπόθεση Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 στη σελ 707, αναφέρθηκαν τα εξής: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για το προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής». Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα,
(2002)1(Α) ΑΑΔ σελ. 223, αναφέρθηκαν τα εξής: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσει στις κατάλληλες περιπτώσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστερήσεις νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα». Περαιτέρω στην ίδια ως άνω υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα (πιο πάνω) αναφέρθηκαν και τα ακόλουθα: «.. Είναι η θέση της νομολογίας, πως όπου υπάρχει καθυστέρηση. Απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Στην Saba & Co (T.M.P) vs T.M.P Agents
(1994)1 ΑΑΔ 426 κρίθηκε πως η σημασία του θέματος ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με την γνησιότητα των προθέσεων του Αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Επίσης στην Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Παυλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, τονίστηκε πως το ζήτημα της καθυστέρησης εξακολουθεί να υπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψιν το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης». Στη συγκεκριμένη υπόθεση, το Εφετείο θεώρησε πως η χρονική διάσταση αποτελούσε παράγοντα που δεν επέτρεπε αποδοχή του Αιτήματος για τροποποίηση, κατ' ουσία την συνάρτησε, όπως προκύπτει από το ιστορικό, με την έλλειψη καλής πίστης που εκ προοιμίου καθιστούσε αδικαιολόγητη την καθυστέρηση. Στην υπόθεση C & A Pelekanos Associates Ltd v. Πελεκάνου
(2001)1Γ ΑΑΔ 2075, επικυρώθηκε πρωτόδικη απόφαση όπου είχε απορριφθεί αίτηση για τροποποίηση επειδή δεν είχε δοθεί ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση, διαφάνηκε ότι αυτό που έχει σημασία είναι η αργοπορία στην εκδήλωση διαβήματος για άδεια τροποποίησης εκεί όπου προϋποτίθεται η δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και δεν εξηγείται ικανοποιητικά η παράλειψη. Συμπληρωματικά με τα ως άνω, στην υπόθεση Χατζηλαμπρή v. Πετεινού,
(2010)1 (B) ΑΑΔ σελ. 1022, στην οποία επικυρώθηκε, μεταξύ άλλων, η απόφαση του Πρωτοδίκου Δικαστηρίου με την οποία είχε απορριφθεί αίτηση τροποποίησης, για το θέμα της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος τροποποίησης αναφέρθηκαν τα εξής: «η καθυστέρηση των 2 ½ χρόνων από την ημέρα καταχώρησης του κλητήριου εντάλματος, μέχρι την υποβολή της πρώτης αίτησης τροποποίησης που απορρίφθηκε και των 4 ½ χρόνων μέχρι την υποβολή και της δεύτερης αίτησης, ήταν ένας ακόμα ισχυρός παράγοντας για απόρριψη της αίτησης, ανεξάρτητα από τον γενική πρόνοια των Θεσμών ότι η τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, η καθυστέρηση όχι μόνο δεν δικαιολογήθηκε, αλλά εμφανώς παραβίαζε το θεμελιώδες δικαίωμα του αντιδίκου για εκδίκαση της υπόθεσης ..». Προκύπτει από την πιο πάνω νομολογία ότι οι βασικές αρχές οι οποίες ξεπροβάλλουν από τη νομολογία είναι ότι τυχόν έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου έγκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, συνεκτιμώντας πάντοτε τόσο τον παράγοντα της τυχόν καθυστέρησης όσο και τον παράγοντα της αναγκαιότητας να αποδειχθεί η αιτούμενη θεραπεία με γνώμονα τον επακριβή καθορισμό των επίδικων θεμάτων καθώς και την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών, ούτως ώστε το δικαστήριο στο τέλος της ημέρας να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη εικόνα για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης (Περικτιόνη Χρήστου v. Ανδρέα Αζά,
(1992)1 Α.Α.Α. 704). Στην υπόθεση Kallice Holdings Co Ltd v. MTR Metals (Overseas) Ltd,
(1996)1 A.A.Δ. 162 λέχθηκαν τα κάτωθι: «Ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξη τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο είναι άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου». Κρίνω ως αναγκαία την παράθεση της μέχρι τώρα πορείας της υπόθεσης. Η αγωγή καταχωρίστηκε στις 5.12.2012 σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (O.2,r.6). Στις 11.02.2013 καταχωρίστηκε Σημείωμα εμφάνισης από όλους τους εναγόμενους και μετά από αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης Υπεράσπισης με ημερομηνία 20.05.2014 καταχωρίστηκαν χωριστά οι Υπερασπίσεις των εναγόμενων 1 από αυτή των εναγόμενων 2,3,4 και 5 στις 2.02.
  1. Ακολούθησε αίτηση τροποποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος η οποία αφορούσε τον τίτλο της αγωγής όταν οι εργασίες της αρχικής τράπεζας η οποία διαλύθηκε χωρίς εκκαθάριση συγχωνεύτηκαν με αυτές με άλλης τράπεζας και την αναγκαία μετονομασία της. Τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα καταχωρίστηκε στις 11.11.2015 και ακολούθησε η καταχώρηση των τροποποιημένων Υπερασπίσεων στις 16.11.
  2. Ακολούθησε ο ορισμός της Αγωγής για οδηγίες στις 26.01.2016 οπότε και δόθηκαν οδηγίες για καταχώρηση ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης εγγράφων και ορισμός της υπόθεσης για ακρόαση στις 9.06.
  3. Στη συνέχεια η υπόθεση ορίστηκε σε διάφορες ημερομηνίες για ακρόαση εφόσον ζητείτο αναβολή με σκοπό να διαβουλευτούν οι διάδικοι και διευθετήσουν την υπόθεση. Η ακροαματική διαδικασία άρχισε στις 26.09.2019 με την καταχώρηση της Γραπτής Δήλωσης του ΜΕ 1, δηλαδή βρίσκεται στο πολύ αρχικό στάδιο της, και τον ορισμό της για συνέχιση την 5.11.2019 ημερομηνία κατά την οποία καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση. Στο μεταξύ στις 26.07.2019 καταχωρίστηκε εκ μέρους των εναγόντων αίτηση για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος με το οποίο επιδιώκεται η δέσμευση ενός ακινήτου της εναγόμενης 4, η αίτηση αυτή έκτοτε παραμένει για οδηγίες. Όπως διατείνονται οι εναγόμενοι η αναγκαιότητα των αιτούμενων τροποποιήσεων της Έκθεσης Υπεράσπισης των εδράζεται σε 2 άξονες, ήτοι:
(1)να αποσαφηνίσουν την μέχρι τώρα υφιστάμενη γραμμή υπεράσπισης τους μέσω της παράθεσης περαιτέρω λεπτομερειών και/ή συγκεκριμενοποιώντας κάποιους ισχυρισμούς οι οποίοι, δυνάμει καλόπιστου λάθους και αβλεψίας κατά τη σύνταξη της αρχικής Έκθεσης Υπεράσπισης τους διατυπώθηκαν και προωθήθηκαν κατά τρόπο γενικό και
(2)να συμπεριλάβουν γεγονότα τα οποία πρόσφατα περιήλθαν εις τη σφαίρα γνώσης τους, αποσκοπώντας στον ορθό προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και των επίδικων γεγονότων μεταξύ των μερών έτσι ώστε να αποδοθεί αποτελεσματικά δικαιοσύνη από το δικαστήριο. Θα με απασχολήσει πρωταρχικά το ζήτημα της παρατηρούμενης καθυστέρησης στην υποβολή της παρούσας αίτησης, την οποία οι ενάγοντες προβάλλουν ως λόγο ένστασης. Βέβαια η οποιαδήποτε καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για τροποποίηση ενός δικογράφου σύμφωνα με τη νομολογία είναι σχετικός παράγοντας και δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.α.,
(2002)1 (Α) ΑΑΔ σελ. 237). Η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφων δεν υπόκειται σε χρονικούς περιορισμούς και είναι εφικτή σε κάθε στάδιο της διαδικασίας όταν αυτή κρίνεται αναγκαία για σκοπούς προσδιορισμού της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων (βλ. Περικτιόνη Χρήστου v. Ανδρέα Αζά
(1992)1 Α.Α.Α. 704). Σχετική παραπομπή μπορεί να γίνει επίσης στην υπόθεση Bouer v. Divngorsk,
(2002)1 AAΔ 618 όπου λέχθηκε ότι η καθυστέρηση από μόνη της δεν επιφέρει απόρριψη της αίτησης αλλά απαιτείται ο προσδιορισμός κακοπιστίας ή καταχρηστικής χρήσης των θεσμών. Εξετάζοντας τα γεγονότα της υπόθεσης διαπιστώνω ότι συντρέχει υπέρμετρη και/ή μακρά και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση (latches) στην υποβολή της παρούσας αίτησης. Τα όσα επιχειρείται να εισαχθούν είτε ως ισχυρισμοί είτε ως γεγονότα διαπιστώνω ότι ήταν γνωστά και/ή θα έπρεπε να ήταν γνωστά στους εναγόμενους από το 2008 ήτοι πέραν των 10 χρόνων από την ημερομηνία που υπογράφηκαν τα σχετικά έγγραφα από τους εναγόμενους και/ή σε κάθε περίπτωση από το 2012, ήτοι πέραν των 7 χρόνων από την ημερομηνία καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας Αγωγής στο οποίο γινόταν εξ υπαρχής ρητή αναφορά στα εν λόγω έγγραφα και/ή σε κάθε περίπτωση από τις 04.04.2019 ήτοι με καθυστέρηση επτά
(7)ολόκληρων μηνών από τις 04.04.2019 ημερομηνία κατά την οποία οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι έλαβαν γνώση για το γεγονός της μη κατάθεσης των Πωλητηρίων Εγγράφων στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης στο Κτηματολόγιο. Πέραν των πιο πάνω, δεν δίδεται καμία σοβαρή εξήγηση για την επιδειχθείσα καθυστέρηση. Σε σχέση με το αιτητικό 1 και 3 της αίτησης που αφορά επιστολή της 18.02.2008 όταν δηλαδή συνάφθηκε και η επίδικη Συμφωνία παρατηρώ ότι εφόσον την προσυπέγραψαν και παρέλαβαν αντίγραφο της όπως δηλώνουν οι εναγόμενοι σε αυτή και η πρόθεση κατάθεσης της κατά τη διαδικασία εκδηλώθηκε από τους ενάγοντες αποκαλύπτοντας την στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης τους με ημερομηνία 4.02.2016 κρίνω ότι οι εναγόμενοι αδικαιολόγητα και καθυστερημένα ζητούν τώρα να εισαγάγουν ερμηνευτικό ισχυρισμό στο δικόγραφο τους, κάτι ανεπίτρεπτο κατά την άποψη μου και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εγκριθεί η σκοπούμενη τροποποίηση. Συγκεκριμένα δεν αναφέρεται γιατί μετά την καταχώρηση της υφιστάμενης Υπεράσπισης τους και ενώ η ακρόαση της παρούσας υπόθεσης ξεκίνησε στις 26.09.2019, περίμεναν για να καταχωρήσουν την παρούσα αίτηση τροποποίησης στις 05.11.2019, ημερομηνία κατά την οποία η παρούσα Αγωγή είχε οριστεί για συνέχιση της ακρόασης. Διαπιστώνω ως εκ τούτου κακοπιστία στην προσπάθεια των αιτητών η οποία αποσκοπεί στην καθυστέρηση και/ή τη μη συνέχιση απρόσκοπτα της ακροαματικής διαδικασίας. Οι δε προσθήκες των παρ. 2 και 5 που εισηγούνται οι εναγόμενοι στα δικόγραφα τους εφόσον τους δίδεται η σημασία που οι εναγόμενοι εισηγούνται θα έπρεπε να είχαν προβλεφθεί και να συμπεριληφθεί στοπ αρχικό τους δικόγραφο και όχι αρκετά χρόνια αργότερα και όταν έχει ήδη ξεκινήσει η ακρόαση της υπόθεσης. Τέλος, σε σχέση με το αιτητικό 4 και την προσθήκη στο δικόγραφο των εναγόμενων 2 - 5 όσων διατείνονται οι εναγόμενοι ότι όφειλαν να είχαν πράξει οι ενάγοντες σε σχέση με την κατάθεση των εκχωρητηρίων εγγράφων στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης δεν αιτιολογείται από που πηγάζει αυτή η υποχρέωση των εναγόντων και ποια εν τέλει η σημασία της αν ήθελε κριθεί ως παράλειψη τους για τις μεταξύ τους σχέσεις όταν οι ενάγοντες σημειώνω ήταν ήδη εξασφαλισμένοι με σχετική υποθήκη. Στις υποθέσεις Φοινιώτης v. Greenmar Navigation,
(1989)1 AAΔ.33 και Γραμμές Στρίντζη v. Επίσημου Παραλήπτη,
(1995)1ΑΑΔ 607, λέχθηκε ότι κατά την ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, σε υποθέσεις που αφορούν τροποποίηση δικογράφων, το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση. Σύμφωνα με την πορεία της υπόθεσης - καταγράφηκε πιο πάνω -, το βάρος απόδειξης που έχουν οι αιτητές στην υπό κρίση υπόθεση είναι αυξημένο καθότι η υπό κρίση αίτηση έχει υποβληθεί με καθυστέρηση, σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας. Η απουσία επομένως οποιασδήποτε εξήγησης γιατί για τόσο χρονικό διάστημα οι αιτητές αδράνησαν και δεν προέβησαν στο διάβημα αυτό, οδηγεί στην κρίση μου περί αδικαιολόγητου και ανεπίτρεπτου, αντικανονικού και άδικου για τους ενάγοντες αιτήματος. Δεν υπάρχει αμφιβολία σύμφωνα με το ιστορικό της υπόθεσης ότι αν εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση θα υπάρξει ανατροπή της όλης διαδικασίας και εκτροχιασμός του πλαισίου εκδίκασης και συνέχισης της υπόθεσης με αποτέλεσμα οποιαδήποτε διαταγή εξόδων να μην είναι ικανοποιητική υπό τις περιστάσεις (βλ. Anna Latouf Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 11, στην οποία απορρίφθηκε αίτηση για τροποποίηση και το Ανώτατο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων ανέφερε τα εξής: «Τα γεγονότα της υπόθεσης αποκαλύπτουν κατά την γνώμη μας, πρόθεση της εφεσείουσας για κωλυσιεργία η οποία δεόντως έπρεπε να αντιμετωπιστεί από το Δικαστήριο - όπως ακριβώς και στην υπό κρίση υπόθεση. Συνακόλουθα, κρίνεται ως ορθό, και εντός των πλαισίων της διακριτικής ευχέρειας του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, το συμπέρασμα ότι η αίτηση εκφεύγει των επιτρεπτών ορίων έγκρισης της λόγω της μακράς και αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην υποβολή της κάτω από τις δοσμένες περιστάσεις». Στην παρούσα υπόθεση αν εκδιδόταν διάταγμα τροποποίησης, κάτι που συνεπάγεται ότι θα πρέπει να καταχωρηθούν εκ νέου δικόγραφα σε σχέση με τους νέους ισχυρισμούς που αιτούνται οι εναγόμενοι να εισαγάγουν με την παρούσα αίτηση, οι οποίοι διαφοροποιούν την υφιστάμενη Υπεράσπισή τους και σίγουρα θα καταστεί αναγκαίο από τους ενάγοντες όπως καταχωρήσουν με την σειρά τους Απάντηση στην Υπεράσπιση. Αυτό συνεπακόλουθα, θα επηρεάσει και τα δικαιώματα των εναγόντων, οι οποίοι μέχρι σήμερα γνώριζαν την θέση και υπερασπιστική γραμμή που θα ακολουθούσαν οι εναγόμενοι κατά την ακροαματική διαδικασία με την ανάλογη προετοιμασία. Στην υπόθεση Anna Latouf Agini (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο παρέθεσε απόσπασμα από την υπόθεση Παπόρη v. MASKINFABRIKEN "SIO" A/S,
(1996)1(B) A.A.Δ 1037 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να αποτρέπει κατάχρηση των διαδικασιών του είναι βαθιά ριζωμένη στους θεσμούς της δικαιοσύνης που είχαμε δεχθεί και αναπτύξει. Χωρίς το όπλο αυτό, το όλο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης θα μπορούσε να καταντήσει άθυρμα στα χέρια των επιτηδείων. Παράλληλα θα επερχόταν επικίνδυνη υπονόμευση και αποδυνάμωση της κοινωνικής αποστολής της δικαιοσύνης. Η εξουσία του Δικαστηρίου, όπως τόνισε ο Λόρδος Diplock στο ψηλότερο δυνατό επίπεδο της δικαστικής κρίσης, στην Hunter v. Chief Constable of West Midlands & Another
(1981)3 All E.R. 727, 729 έχει σύμφυτο χαρακτήρα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κάθε πρόσφορη περίπτωση για την περιφρούρηση της αποτελεσματικής λειτουργίας των δικαστικών διαδικασιών». Επίσης, σχετική επί του θέματος είναι και η απόφαση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα,
(2002)1(Α) ΑΑΔ σελ. 223, όπου αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων τα εξής: «.Είναι η θέση της νομολογίας, πως όπου υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης». Στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P) v. T.M.P Agents,
(1994)1 AAΔ 426 κρίθηκε πως η σημασία του θέματος ποικίλει, ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην υπόθεση αυτή, η σημασία της καθυστέρησης σε συνδυασμό και με άλλους σχετικούς παράγοντες σχολιάστηκε με τα εξής: «Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης..». Ας μη διαφεύγει της προσοχής όσα αναφέρθηκαν και στην Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Παύλου,
(1995)1 ΑΑΔ 560 όπου τονίστηκε πως: «το ζήτημα της καθυστέρησης εξακολουθεί να υπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπ' όψιν το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης». Επίσης, στην υπόθεση C & A Pelekanos Associates Ltd v. Πελεκάνου,
(2001)1Γ ΑΑΔ 2075, στην οποία επικυρώθηκε Πρωτόδικη απόφαση στην οποία είχε απορριφθεί αίτηση για τροποποίηση επειδή δεν είχε δοθεί ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση, διαφάνηκε ότι αυτό που έχει σημασία είναι η αργοπορία στην εκδήλωση διαβήματος για άδεια τροποποίησης εκεί όπου προϋποτίθεται η δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και δεν εξηγείται ικανοποιητικά η παράλειψη. Τα ως άνω σε αντίθεση με όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των αιτητών εισηγούνται σε παραπομπή στην υπόθεση Patrick Jak v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 AAΔ 607. Συνεπώς όλες οι ενέργειες των εναγόμενων συμπεριλαμβανομένου της καταχώρισης της παρούσας Αίτησης και σε συνδυασμό με την υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης παραβιάζουν το Συνταγματικό δικαίωμα των εναγόντων για μια δίκαιη διεξαγωγή δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Περαιτέρω, η αιτούμενη τροποποίηση της υφιστάμενης Υπεράσπισης κρίνω πως δεν είναι γνήσια και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι αποτέλεσμα λάθους και/ή ότι έγινε καλόπιστα προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης, ειδικότερα από την στιγμή που οι ισχυρισμοί που επιθυμούν να εισαγάγουν οι εναγόμενοι ήταν και/ή όφειλαν να ήταν εις γνώση τους από το έτος 2008, όταν υπογράφτηκαν τα επίδικα έγγραφα. Γι' αυτό τον λόγο κρίνω ότι η παρούσα αίτηση δεν καταχωρήθηκε με σκοπό την προστασία των δικαιωμάτων των εναγόμενων και/ή για να τεθούν ενώπιον του δικαστηρίου τα αληθή και πραγματικά γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση, αλλά αντιθέτως θα εισαχθούν νέοι ισχυρισμοί που όχι μόνο ήταν καθ' όλα εις γνώση και/ή θα έπρεπε να ήταν εις γνώση των εναγόμενων εδώ και πολύ καιρό, με μοναδικό αποτέλεσμα την πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Επιπρόσθετα, οι αιτούμενες τροποποιήσεις που αιτούνται να εισαχθούν με την υπό κρίση αίτηση τους είναι αντιφατικές και/ή δεν μπορούν να θεωρηθούν καλόπιστες και/ή γνήσιες και απαραίτητες και/ή αναγκαίες καθώς αφορούν γεγονότα και/ή ισχυρισμούς σε σχέση με τις συνθήκες υπογραφής εγγράφων αναφορικά με την υπό κρίση υπόθεση και/ή ισχυρισμούς περί ακυρότητας ή παρατυπίας των επίδικων εγγράφων, γεγονότα τα οποία θα έπρεπε να γνωρίζουν οι αιτητές από το 2008, ήτοι πέραν των 10 χρόνων από τον καιρό που οι αιτητές υπέγραψαν τα έγγραφα και/ή από το 2012, ήτοι από την καταχώρηση της υφιστάμενης Αγωγής στην Έκθεση Απαιτήσεως της οποίας οποία γίνεται ρητή αναφορά σε αυτά. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι οι αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έγκριση της αίτησης τους και ως εκ τούτου αυτή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων/καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγομένων/αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για τροποποίηση Υπεράσπισης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.