BRANZBURG ν. ΚΑΚΟΥΛΛΗΣ, Αρ. Αγωγής: 2362/19, 10/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A9 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2362/19 Μεταξύ: ΧΧΧ BRANZBURG Ενάγοντα και ΧΧΧ ΚΑΚΟΥΛΛΗΣ Εναγομένου Ημερομηνία: 10 Ιανουαρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα/αιτητή: Ο κ. Π. Χατζηπέτρος για Δημητρίου & Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον εναγόμενο/καθ' ου η αίτηση: Η κα Κ. Χ" Iωάννου για Karapatakis Pavlides LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων) Με μονομερή αίτηση του ο αιτητής στις 18.10.2018 εξασφάλισε προσωρινά διατάγματα όπως τα είχε αιτηθεί. Με αυτά απαγορευόταν στον καθ' ου η αίτηση και/ή σε αντιπροσώπους του σε γενικές γραμμές από του να πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή εκχωρήσουν και/ή ενεχυριάσουν και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο διαθέσουν και/ή αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν τα περιουσιακά του στοιχεία και συμφέροντα εκ των οποίων την ακίνητη ιδιοκτησία του την περιγράφει με λεπτομέρεια όπως και κάποιους από του τραπεζικούς λογαριασμούς του μέχρι του ποσού των €250.000= ή και μετοχές της εταιρείας K.K.F. CONSULTING OFFICE LIMITED (στη συνέχεια «η εταιρεία»), είτε αυτά είναι εγγεγραμμένα επ' ονόματι του ή από κοινού με άλλα πρόσωπα είτε επ' ονόματι άλλων προσώπων, μέχρι την εκδίκαση της παρούσης αγωγής ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Επίσης διατάχθηκε όπως αποκαλύψει γραπτώς εντός 7 ημερών από της επίδοσης του διατάγματος τα περιουσιακά του στοιχεία και τραπεζικούς λογαριασμούς που κατέχει μόνος ή από κοινού με άλλους στην Κυπριακή Δημοκρατία, η αξία των οποίων ξεπερνά τις €5.000= είτε αυτά είναι επ' ονόματι του είτε όχι. Προειδοποιείτο παράλληλα ότι αδικαιολόγητη άρνηση να παράσχει τις πληροφορίες αποτελεί καταφρόνηση δικαστηρίου και δύναται να οδηγήσει στην επιβολή φυλάκισης, προστίμου ή σε κατάσχεση των περιουσιακών του στοιχείων. Είχε επίσης εκδοθεί διάταγμα με το οποίο διατάσσονταν τραπεζικά ή πιστωτικά ιδρύματα όπως εντός 7 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης και/ ή λήψης γνώσης του διατάγματος, πληροφορήσουν το δικηγορικό γραφείο του αιτητή κατά πόσο έχουν δεσμεύσει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο και/ή τραπεζικό λογαριασμό δυνάμει των διατάξεων των προηγούμενων αιτητικών και να τους δώσουν τα στοιχεία των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων ή και τους αριθμούς των δεσμευμένων τραπεζικών λογαριασμών καθώς και τα ονόματα των προσώπων επ' ονόματι των οποίων διατηρούνται τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία και λογαριασμοί. Το τελευταίο ως άνω διάταγμα που αφορά τυχόν λογαριασμούς που τηρά ο καθ' ου η αίτηση σε τραπεζικά ιδρύματα ή επί των οποίων έχει συμφέρον, μετά τις αμοιβαίες δηλώσεις που επακολούθησαν στην παρουσία τέτοιων τραπεζικών ιδρυμάτων στα οποία επιδόθηκε το διάταγμα, δεν θα με απασχολήσουν περαιτέρω. Το ζήτημα που θα απασχολήσει όμως το Δικαστήριο συνίσταται στο κατά πόσο θα οριστικοποιήσει ή όχι τα προσωρινά εκδοθέντα διατάγματα και αφορούν τον καθ' ου η αίτηση μετά την καταχώρηση σχετικής ένστασης εκ μέρους του. Ο εναγόμενος/ καθ' ου η αίτηση αφότου του επιδόθηκαν τα προσωρινά εκδοθέντα διατάγματα συμμορφώθηκε με το διάταγμα υπ' αριθμόν 5 (5.1 και 5.2) καταχωρώντας την ένορκη δήλωση ημερομηνίας 31.10.2019 με την οποία δήλωνε ότι αποκάλυπτε τα περιουσιακά του στοιχεία. Ακολούθως οι υπάλληλοι της Εταιρείας K.K.F. CONSULTING OFFICE LIMITED προειδοποίησαν τον Διευθυντή της εταιρείας, ήτοι τον καθ' ου η αίτηση ότι λόγω του ότι οι λογαριασμοί της εταιρείας ήταν παγοποιημένοι είχαν μείνει απλήρωτοι, εάν δε λάμβαναν τον μισθό τους έγκαιρα θα δήλωναν παραίτηση. Ενόψει αυτού η πλευρά του αιτητή συγκατατέθηκε στην τροποποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων και συμφώνησε όπως αποδεσμευτεί ο ένας εκ των λογαριασμών της εταιρείας προκειμένου να καλύπτονται οι ανάγκες των εργαζομένων. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης το θέτει με ένορκη δήλωση του ο κ. ΧΧΧ Branzburg (στη συνέχεια «ο αιτητής»), ο οποίος δηλώνει γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης. Ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στην ιδιότητα και τις σχέσεις που ανέπτυξε αρχικά ο πατέρας του με τον καθ' ου η αίτηση (επαγγελματική και σχέση εμπιστοσύνης) και στη συνέχεια και με την υπόλοιπη οικογένεια του με σκοπό να τους εξασφαλιστεί κυπριακή υπηκοότητα και στη συνέχεια παροχής σε αυτόν δανείου ύψους €250.000= με την εισήγηση του καθ' ου η αίτηση, κατά τον αιτητή, για παραχώρηση του ½ των μετοχών στην εταιρεία του που δραστηριοποιείτο στον τομέα των πολιτογραφήσεων(εξασφάλιση κυπριακής υπηκοότητας σε αλλοδαπούς), προς αμοιβαίο οικονομικό όφελος αλλά και συνεισφορά και των δύο πλευρών στις εργασίες της εταιρείας. Τα πιο πάνω ουσιαστικά δεν αμφισβητούνται. Ο αιτητής καταλογίζει όμως στον καθ' ου η αίτηση με την παράθεση σειράς γεγονότων και ισχυρισμών κατάχρηση της εμπιστοσύνης που του έδειξαν, καταδολιευτική συμπεριφορά και εξαπάτηση του με αποτέλεσμα να μη του επιστρέφει το ποσό των €250.000= πλέον τους τόκους του, το οποίο συνεισέφερε στην εταιρεία, ως είναι η συμβατική του υποχρέωση όπως ισχυρίζεται. Θα προσπαθήσω να συνοψίσω τα όσα ο ενόρκως δηλών καταγράφει στην ένορκη δήλωση του προς υποστήριξη της αίτησης βάσει των οποίων το δικαστήριο προχώρησε και εξέδωσε τα ως άνω διατάγματα. Παρόμοια, στη συνέχεια, θα καταγράψω και όσα ουσιώδη για την κρίση της αίτησης κατέγραψε στη δική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης ο καθ' ου η αίτηση τα οποία αποσκοπούν στην απόρριψη της αίτησης και ακύρωσης των εκδοθέντων διαταγμάτων. Σύνοψη ισχυρισμών του αιτητή: (α) Η αρχική γνωριμία της οικογένειας του αιτητή μέσω του πατέρα του ΧΧΧ Branzburg με τον καθ' ου η αίτηση χρονολογείται από τον Σεπτέμβριο του 2016. Ο καθ' ου η αίτηση είχε παρουσιαστεί ως νομικός σύμβουλος ο οποίος δραστηριοποιείτο στον τομέα των πολιτογραφήσεων ο οποίος θα μπορούσε να βοηθήσει το πατέρα του αιτητή αλλά και τον ίδιο και την αδελφή του στην διαδικασία για υποβολή της αίτησης του για πολιτογράφηση, βάσει του σχεδίου που είχε εξαγγείλει η Κυπριακή Δημοκρατία. Πρόσφατη έρευνα του κατέδειξε ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν είναι εγγεγραμμένος σήμερα στον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο ως δικηγόρος. (β) Για την επιτυχή εξέταση της αίτησης πολιτογράφησης του πατέρα του ο τελευταίος επένδυσε στην Κύπρο «σεβαστά», όπως αναφέρει χρηματικά ποσά αγοράζοντας και μια κατοικία στην Λεμεσό. (γ) Ο αιτητής είχε για πρώτη φορά συνεργασία με τον καθ' ου η αίτηση περί τον Μάρτιο του 2017 και αφορούσε τη διαδικασία εξασφάλισης κυπριακής υπηκοότητας τόσο για τον ίδιο όσο και για την αδελφή του με τον πατέρα τους να καταβάλλει ως αμοιβή στην εταιρεία καθ' ου η αίτηση κάποιων ποσών (Τεκμ.1). Για επιτυχία της αίτησης τους για πολιτογράφηση τους εισηγείτο με ηλεκτρονικό μήνυμα διάφορες συμβουλές (Τεκμ.2), και ακολούθησαν και κατ' ιδίαν συναντήσεις τους μετά τον Αύγουστο του 2017 οι οποίες οδήγησαν στην εγγραφή του σε πανεπιστήμιο στην Κύπρο και εξασφάλιση τον Οκτώβριο του ίδιου έτους άδειας διαμονής του (Τεκμ. 3). (δ) Η σχέση της οικογένειας του με τον καθ' ου η αίτηση λόγω της καθημερινής τους επικοινωνίας εξελίχθηκε σε οικεία (με προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές αναφορές) και τις επιχειρηματικές ιδέες και βλέψεις του καθ' ου η αίτηση. (ε) Ο καθ' ου η αίτηση τους είχε αναφέρει ότι επέκειτο η έκδοση του διαζυγίου του, δεν βρισκόταν σε καλή ψυχολογική κατάσταση ούτε και τα οικονομικά του λόγω και των χρημάτων που θα αναγκαζόταν να πληρώσει ως περιουσιακές διαφορές με την σύζυγο του. Ήταν δε τότε που επικαλούμενος προσωπικό αδιέξοδο είχε ζητήσει δανεικά από τον πατέρα του αιτητή το ποσό των €250.000= προς διευθέτηση των πιο πάνω οικονομικών εκκρεμοτήτων του. Προς εξασφάλιση πρότεινε ο ίδιος την παροχή στον αιτητή του 50% των μετοχών της εταιρείας του της οποίας σύμφωνα με το Τεκμ.4 ήταν ο αποκλειστικός μέτοχος, μέσω της οποίας, όπως τους ανέφερε, παρείχε μέρος των νομικών και συμβουλευτικών του υπηρεσιών προς ξένους επενδυτές και η οποία όπως ισχυρίστηκε και τόνισε ήταν και τους παρουσίαζε επικερδής (με καθαρά κέρδη τότε και με προοπτικές αύξησής των της τάξης των €500.000= όπως φαίνονταν σε οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας τις οποίες υποσχέθηκε να τους προσκομίσει) και έτσι θα λάμβανε υπό μορφή μερισμάτων το ποσό των €125.000= ανά έτος με αποτέλεσμα να αποσβενόταν η επένδυση σε μόλις δύο έτη. (στ) Παρά τις υποσχέσεις του ο καθ' ου η αίτηση με διάφορες προφάσεις δεν τους προσκόμισε τις τρέχουσες οικονομικές καταστάσεις υποσχόμενος ότι θα τους έδιδε του προηγούμενου έτους. Μάλιστα για να τον εμπιστευτούν απόλυτα και ότι δήθεν επρόκειτο για ασφαλή επένδυση, τους πρότεινε όπως θέσουν όρο (όρος 6.2) στη συμφωνία αγοράς μετοχών, όρος ο οποίος θα έδιδε στον αιτητή το απόλυτο συμβατικό δικαίωμα όπως του επιστρέψει τα λεφτά του με τόκο 2% με την παράδοση γραπτής απαίτησης εντός 30 ημερολογιακών ημερών και την επιστροφή των μετοχών στον καθ' ου η αίτηση με την αντίστοιχη υποχρέωση του να του επιστρέψει τις μετοχές του πίσω, αφήνοντας έτσι να νοηθεί ότι ένα τέτοιο σενάριο ήταν απομακρυσμένο έως απίθανο, ένεκα του ότι η πράξη ήταν τόσο συμφέρουσα για αυτόν που θα απόσβενε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα τα χρήματα τα οποία θα επένδυε για την αγορά των μετοχών της εταιρείας. (ζ) Κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της συζήτησης της συνεργασίας τους ο καθ' ου η αίτηση έθεσε το ζήτημα πλέον επιτακτικά ισχυριζόμενος για ύπαρξη και άλλων ενδιαφερομένων σε επένδυση στην εταιρεία του. Καθώς όλα έδειχναν φαινομενικά καλά, εφόσον ο εναγόμενος παρουσίαζε την όλη ιδέα πολύ δελεαστική και με καλές προοπτικές, του εισηγήθηκε ότι σε περίπτωση που δεν είχε προσωπικά τα χρήματα, θα μπορούσε να του τα δανείσει ο πατέρας του και θα του τα επέστρεφε από τα μερίσματα και τα κέρδη που θα λάμβανε μέσα στο επόμενο διάστημα από την εταιρεία. (η) Βασιζόμενος στις ως άνω παραστάσεις και υποσχέσεις του καθ' ου η αίτηση διευθετήθηκε όπως ο πατέρας του αιτητή να κατέβαλλε στον λογαριασμό του καθ' ου η αίτηση το ποσό των €250.000= με σκοπό την αγορά από τον αιτητή προσωπικά του 50% του μετοχικού κεφαλαίου από την εταιρεία του. Έτσι εισηγήθηκε όπως εντελώς τυπικά καταρτίσουν γραπτή συμφωνία δανείου (Τεκμ. 5) με τον πατέρα του, ο οποίος θα του παραχωρούσε το ποσό των €250.000.- χωρίς αυτό να τοκίζεται και ότι θα του το επέστρεφε από τα κέρδη που θα αποκόμιζε από την εταιρεία. (θ) Ακολούθησε στις 13.03.2018 γραπτή συμφωνία αγοράς μετοχών (Τεκμ. 7) με επισυνημμένο ως Παράρτημα Α του αριθμού τραπεζικού λογαριασμού της εταιρείας και ως Παράρτημα Β του τρόπου πληρωμής των μετοχών, η οποία καταρτίστηκε από τον καθ' ου η αίτηση, με την οποία συμφώνησαν όπως ο αιτητής αγοράσει συνολικά 50 μετοχές, ήτοι το 50% των μετοχών της εταιρείας για το ποσό των €250.000=. το οποίο κατέβαλε για λογαριασμό του ο πατέρας του στον τραπεζικό λογαριασμό του καθ' ου η αίτηση (Τεκμ. 6). (ι) Ο ενόρκως δηλών κατέθεσε ως Τεκμ. 8 δέσμη εγγράφων μεταβίβασης των συμφωνηθέντων μετοχών της εταιρείας επ' ονόματι του αιτητή. (ια) Αναφέρει ότι με έκπληξη, κατόπιν επίσημης διαδικτυακής έρευνας των δικηγόρων του στο Τμήμα Εφόρου εταιρειών στις 16.10.2019 (Τεκμ. 9), διαπίστωσαν ότι ο καθ' ου η αίτηση κατά παράβαση των συμφωνηθέντων και με δόλιο τρόπο δεν μεταβίβασε της μετοχές της εταιρείας επ' ονόματι του. (ιβ) Ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στη συνέχεια στις διάφορες συζητήσεις και παραστάσεις που δεχόταν ο ίδιος όπως και ο πατέρας του κατά καιρούς από τον καθ' ου η αίτηση σε σχέση με την εταιρεία, τα οικονομικά της και τα αναμενόμενα μερίσματα χωρίς να του παρέχει καμιά ουσιαστική πληροφόρηση. Εν τέλει γύρω στον Φεβρουάριο του 2019, απέστειλε στον πατέρα του αντίγραφο των οικονομικών καταστάσεων της εταιρείας για το έτος 2016 (Τεκμ. 10) διαπιστώνοντας ότι η εταιρεία παρουσίαζε ζημιές τα έτη 2015 και 2016. Παρόλα αυτά ο καθ' ου η αίτηση τους καθησύχαζε λέγοντας τους ότι δεν αντικατοπτρίζουν τη σημερινή κατάσταση της εταιρείας χωρίς να είναι συγκεκριμένος για οτιδήποτε αφορούσε την εταιρεία με απώτερο σκοπό να τον εξαπατήσει. (ιγ) Στις 3.05.2019, ενεργοποιώντας το συμβατικό του δικαίωμα, και αφότου είχε ήδη περάσει ένας και πλέον χρόνος από την συμφωνία αγοράς μετοχών, παρέδωσε γραπτή απαίτηση η οποία απευθυνόταν προσωπικά προς τον ίδιο σύμφωνα με τον όρο 6.2 της μεταξύ τους συμφωνίας για επιστροφή του ποσού των €260.000=, το οποίο συμπεριελάμβανε τόκους ενός έτους, πλέον τόκο ως είχαν συμφωνήσει, τα οποία έπρεπε να εμβασθούν στον τραπεζικό του λογαριασμό εντός 30 ημερών. Ο καθ' ου η αίτηση αναγνωρίζοντας το δικαίωμα του προς τούτο έθεσε την υπογραφή του επί του εγγράφου αυτού (Τεκμ. 11). Έκτοτε δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση αποκαλύπτοντας του για δυσκολίες της εταιρείας και ότι δεν θα ήταν εφικτό να τον ικανοποιήσει τους επόμενους μήνες. Επινοούσε δε διάφορες προφάσεις και ότι σύντομα θα πωλούσε κάποιο ακίνητο του και θα του επέστρεφε τα χρήματα του. Στις 4.10.2019 εν τέλει τον πληροφόρησε ότι δεν είχε πρόθεση να του επιστρέψει τα χρήματα του και τον κάλεσε να κάνει ότι νομίζει. Προς τούτο απευθύνθηκε εκ νέου σε αυτόν μέσω των δικηγόρων του στις 7.10.2019 η οποία του επιδόθηκε στις 9.10.2019 (Τεκμ. 12) χωρίς και πάλι ανταπόκριση. (ιδ) Σύμφωνα με πιστοποιητικό έρευνας (Τεκμ. 13) που έλαβε από το Κτηματολόγιο διαπίστωσε ότι ο καθ' ου η αίτηση είναι ιδιοκτήτης δύο ακινήτων σε χωριά της Επαρχίας Λεμεσού τα οποία είναι ελεύθερα εμπραγμάτων βαρών και των οποίων η αξία είναι περίπου όση και η απαίτηση του και για τα οποία αιτείται διάταγμα που να απαγορεύει την αποξένωση ή επιβάρυνση τους. (ιε) Για όλους τους πιο πάνω λόγους εισηγείται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων δηλαδή η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση καθώς ο εναγόμενος έχει παραβιάσει συμβατικές του υποχρεώσεις, τα γεγονότα της υπόθεσης επίσης καταδεικνύουν την ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, σε περίπτωση δε που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα είναι ορατός ο κίνδυνος να μη μπορέσει ο ενάγοντας να ικανοποιήσει την απόφασή του και επιβάλλεται όπως παρεμποδιστεί ο εναγόμενος να αποξενώσει τα περιουσιακά του στοιχεία και κυρίως τα δύο μη επιβαρυμένα με εμπράγματα βάρη ακίνητα του. Τέλος, εισηγείται ότι και το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ του και η δέσμευση των ακινήτων κανένα άλλο δεν θα επηρεάσει. Ο καθ' ου η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί της πρόθεσης του να ενστεί προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους: « 1. Η Αίτηση του Ενάγοντα/Αιτητή είναι νόμω και ουσία αβάσιμη. 2. Τα εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα δεν μπορούν να οριστικοποιηθούν καθώς δεν πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση και/ή την οριστικοποίηση τους. 3. Η Αίτηση του Ενάγοντα/Αιτητή είναι καταχρηστική και κακόπιστη. 4. Δεν πληρούνται και/ή δεν μπορούν να ικανοποιηθούν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 5. Δεν πληρούνται και/ή δεν έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από τα άρθρα 4 και 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 6. Ο Ενάγοντας/Αιτητής δεν έχει αποδείξει και/ή δεν προσφέρει επαρκή και/ή καθόλου μαρτυρία που να αποδεικνύει: (α) ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και/ή (β) ότι δικαιούται θεραπείας και/ή (γ) ότι εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. 7. Ο Ενάγοντας / Αιτητής κωλύεται δια της συμπεριφοράς του να εγείρει την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. 8. Ο Ενάγοντας / Αιτητής δεν ήρθε με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο. 9. Ο Ενάγοντας / Αιτητής απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και/ή πληροφορίες (non-disclosure) και δεν προέβηκε σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη (full and frank disclosure) τέτοιων γεγονότων παραβαίνοντας την υποχρέωση του να ενεργεί με βάση την αρχή της μέγιστης καλής πίστης (utmost good faith). 10. Ο Ενάγοντας/Αιτητής εσκεμμένα παρουσίασε ψευδή και/ή αναληθή στοιχεία στο Δικαστήριο με σκοπό να το παραπλανήσει. 11. Τα προσωρινά διατάγματα εκδόθηκαν στην βάση ψευδών και/ή ελλιπών στοιχείων. 12. Το ισοζύγιο της ευχέρειας προστάζει την μη οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων. 13. Τυχόν οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στον Εναγόμενο. 14. Τυχόν οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά σε τρίτα αθώα πρόσωπα όπως η εταιρεία KKF CONSULTING LIMITED και οι υπάλληλοι της, καθώς και στις εταιρείες στις οποίες ο Εναγόμενος είναι διορισμένος ως υπογράφων αλλά και/ή στους αγοραστές των ακινήτων του Καθ' ου η Αίτηση. 15. Σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων ο Ενάγοντας/Αιτητής δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά ούτε θα είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. 16. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν θα έχει ως αποτέλεσμα την διατήρηση της υφιστάμενης τάξης πραγμάτων αλλά θα έχει ως αποτέλεσμα την δραστική ανατροπή της υφιστάμενης κατάστασης». Τα γεγονότα της ένστασης υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις τις οποίες υπογράφουν ο κ. ΧΧΧ Κακουλλής (η ΕΔ καθ' ου η αίτηση) και ο κ. ΧΧΧ Καραπατάκης (η ΕΔ Καραπατάκη). Ο καθ' ου η αίτηση πέραν από την ιδιότητα του και τη γνώση των γεγονότων υποστηρίζει στη δική του ένορκη δήλωση τα ακόλουθα ουσιαστικά γεγονότα: (α) ότι ο αιτητής σύμφωνα με συμβουλή που λαμβάνει από τους δικηγόρους του δεν έχει αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για οριστικοποίηση των εκδοθέντων προσωρινών διαταγμάτων. Ήτοι ο αιτητής δεν έχει αποδείξει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και/ή καλή αιτία αγωγής, ότι έχει πιθανότητες επιτυχίας και ότι εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι δύσκολη και/ή αδύνατη η απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι με όσα υποστηρίζει ο αιτητής δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη καλής αιτίας αγωγής και οι πιθανότητες επιτυχίας αυτής, αλλά δεν προκύπτει και/ή δεν αποκαλύπτεται οιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του αλλά ούτε εναντίον του γεγονός που εξ όσων τον πληροφορούν οι δικηγόροι του οδηγεί την αίτηση του αιτητή σε αποτυχία. (β) Υποστηρίζει ότι ο αιτητής έχει αποκρύψει ουσιώδη στοιχεία της υπόθεσης από το δικαστήριο και έχει παρουσιάσει άλλη εκδοχή των γεγονότων η οποία δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα. (γ) Αναφέρει ότι στην ένορκη δήλωση του αιτητή που συνοδεύει την μονομερή αίτησή του αναφέρεται σε συμφωνία δανείου και ότι δήθεν του δάνεισε λεφτά και ως εξασφάλιση έλαβε της μετοχές της εταιρείας. Αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα έγγραφα που έχει παρουσιάσει. Όπως φαίνεται και στο ίδιο το έγγραφο που ο ίδιος επιχειρεί να παρουσιάσει ως συμφωνία δανείου, στην πραγματικότητα πρόκειται για πώληση μετοχών (share purchase agreement). (δ) Παραθέτει δε τα ακόλουθα γεγονότα που κατ' ισχυρισμό του συνιστούν τα πραγματικά γεγονότα όπως έλαβαν χώρα κατά χρονολογική σειρά: « (ι) Κατά/ή περί το 2016 λόγω του ότι προσφέρει επαγγελματικά υπηρεσίες, μέσω της εταιρείας του πολιτογράφησης και όλων των συναφών υπηρεσιών προσεγγίστηκε από τον πατέρα του αιτητή προκειμένου να τους βοηθήσω να πολιτογραφηθούν ως Κύπριοι ο ίδιος και η οικογένειά του. (ιι) Σε καμία περίπτωση και ουδέποτε παρουσίασε τον εαυτό του ως νομικό σύμβουλο όπως αναφέρει ο αιτητής στην ένορκη δήλωση του, ούτε κατέχει πτυχίο νομικής. Ο ίδιος ο πατέρας του αιτητή ήρθε πρώτος σε επικοινωνία μαζί του με σκοπό την πολιτογράφηση του ίδιου και των παιδιών του γνωρίζοντας ότι η εταιρεία του παρέχει τις ως άνω υπηρεσίες και δεν χρειάζεται κάποιος να είναι νομικός για να μπορεί να τις παρέχει. Αυτό και έγινε. Η σχέση φιλίας και εμπιστοσύνης που ανέπτυξαν οδήγησε σε πρόταση εκ μέρους του πατέρα του αιτητή ο οποίος του ανέφερε για τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες στη Ρωσία για συνεργασία τους κάνοντας του προσφορά να αγοράσει ο ίδιος μετοχές της εταιρείας του. Ο ίδιος ο πατέρας του αιτητή του ανέφερε ότι είχε αρκετή οικονομική άνεση και λόγω του ότι ο τομέας των αναπτύξεων στην Κύπρο παρουσίαζε ακμή επιθυμούσε να επεκτείνει τις δραστηριότητες του ιδίου και τον κύκλο των δραστηριοτήτων του στην Κύπρο και μάλιστα ότι είχε βρει και άτομο με το οποίο θα συνεργάζονταν ως συνέταιροι. Προς τούτο είχε ήδη εγγράψει στον Έφορο Εταιρειών μαζί με τον συνέταιρο του κυπριακή εταιρεία η οποία θα δραστηριοποιείτο στον τομέα ανάπτυξης ακινήτων. (ιιι) O πατέρας του αιτητή του εξέφρασε την επιθυμία να συνεργαστεί μαζί του και να επενδύσει στην Κύπρο αγοράζοντας μετοχές στην εταιρεία του. Του εξήγησε ότι το προτεινόμενο πλάνο συνεργασίας τους θα ήταν όπως ο ίδιος μέσω της εταιρείας στην οποία ήταν μέτοχος θα έφερνε πελάτες από το εξωτερικό με σκοπό να τους πωλεί ακίνητα τα οποία ο ίδιος θα έκτιζε ως developer μέσω της εταιρείας που είχε με το συνέταιρό του, με τελικό στόχο την εξασφάλιση άδειας παραμονής και/ή την πολιτογράφηση των αγοραστών στην Κύπρο. Όπως του ανέφερε το πλάνο του ήταν ότι όλες τις υπηρεσίες σχετικές με την πολιτογράφηση, έκδοση άδειας παραμονής, έκδοση διαβατηρίων και τα λοιπά των αγοραστών των ακινήτων θα τις αναλάμβανε η δική του εταιρεία με το ανάλογο οικονομικό όφελος. Μου ανέφερε επίσης ότι είχαν ήδη σχεδιασμένα διάφορα project ανέγερσης συγκροτημάτων πολυκατοικιών, κατοικιών και επαύλεων στην Λεμεσό, τα οποία θα πωλούσαν μέσω της εταιρείας του. Επισύναψε ως Τεκμ. 3 αντίγραφο της ιστοσελίδας τους τις οποίες εκτύπωσε και στις οποίες φαίνονται οι υπηρεσίες που προσφέρει η εν λόγω εταιρεία αλλά και τα διάφορα project της στην Λεμεσό. Επεξηγεί δε στη συνέχεια τους λόγους που τον ώθησαν στην αποδοχή της πρότασης που του έγινε για την πώληση του 50% των μετοχών της εταιρείας καθιστώντας τον συνέταιρο στην εταιρεία του, εφόσον την θεώρησε συμφέρουσα από τις διαβεβαιώσεις που του έδιδε ότι θα έφερνε νέους πελάτες στην εταιρεία και θα αυξάνονταν κατακόρυφα τόσο ο κύκλος εργασιών της εταιρείας όσο και τα κέρδη της. Η διευθέτηση που έγινε για λόγους δικούς του πατέρα του αιτητή ήταν να εγγραφεί ως μέτοχος ο υιός του για να αρχίσει να εργάζεται μετά που απέκτησε το πτυχίο του στα νομικά και ο οποίος είχε πολιτογραφηθεί ως Κύπριος και ο οποίος ήθελε να εργαστεί στην Κύπρο, έτσι που να μη δημιουργηθούν οποιαδήποτε προβλήματα με τις άλλες εταιρείες στις οποίες ήταν ο ίδιος μέτοχος. Πράγματι στη συνέχεια έγινε η συμφωνία πώλησης του 50% των μετοχών της εταιρείας του. Ήταν δε αυτός που είχε προτείνει και ο πατέρας του αιτητή αποδέχθηκε να υπάρχει σαν όρος της συμφωνίας η επιλογή εάν ο αγοραστής το επιθυμούσε, εντός τριών χρόνων να ζητήσει πίσω τα λεφτά που του έδωσε και να επιστρέψει τις μετοχές. (
- iv)Ήταν δε ο καθ' ου η αίτηση προσωπικά που σύνταξε και ετοίμασε τη συμφωνία πώλησης μετοχών από παλαιότερα δείγματα παρόμοιων συμφωνιών που είχε στην κατοχή του και ήταν ο ίδιος που επιδίωξε να μπει ο όρος/δικαίωμα επιλογής του αγοραστή να λάβει πίσω τα €260.000 εάν το επιθυμούσε μετά την πάροδο τριών χρόνων από την υπογραφή της συμφωνίας. Μετά την ετοιμασία της εν λόγω συμφωνίας, υπέγραψε στο σημείο των υπογραφών στην τελευταία σελίδα της συμφωνίας και κάλεσε τον πατέρα του αιτητή να την παραλάβει ούτως ώστε να την υπογράψει και ο γιος του, ο αιτητής, όπως είχαν συνεννοηθεί. Η συμφωνία στάλθηκε στη Ρωσία προκειμένου να την διαβάσουν οι συνέταιροι του πατέρα του αιτητή στην ρώσικη εταιρεία στην οποία ήταν μέτοχος και από την οποία θα λάμβανε τα λεφτά για την αγορά των μετοχών της εταιρείας του. Αντίγραφο της εν λόγω συμφωνίας υπογεγραμμένη μόνο από τον ίδιο επισυνάπτει ως Τεκμ. 4. Περίπου μια βδομάδα αργότερα ο πατέρας του αιτητή πήγε στο γραφείο του και του έφερε αντίγραφο της συμφωνίας πώλησης μετοχών υπογραμμένη από το γιο του, τον αιτητή, με μονογραφές σε κάθε σελίδα καθώς και στην τελευταία σελίδα των υπογραφών. Τον είχε ρωτήσει αν είχαν προβεί σε οποιεσδήποτε αλλαγές και του απάντησε ότι άλλαξαν συντακτικά κάτι μικροπράγματα συντακτικές και γραμματικές διορθώσεις στα ονόματα και στις διευθύνσεις. Επίσης πρόσθεσαν το παράρτημα Β (Appendix B) στο οποίο αναφερόταν ότι θα λάμβανα τα λεφτά κατευθείαν από το λογαριασμό του πατέρα του αιτητή. Τον ρώτησε επίσης ότι τον ίδιο το μόνο που με ενδιέφερε ήταν να μην είχε αλλαχτεί ο όρος 6.2 αναφορικά με το δικαίωμα επιστροφής των €260.000 στον αιτητή μετά την πάροδο 3 χρόνων από την υπογραφή της συμφωνίας. Στην πιο πάνω ερώτηση του ο πατέρας του αιτητή του απάντησε ότι δεν είχε αλλαχτεί ο εν λόγω όρος και ότι δεν είχε σε καμία περίπτωση σκοπό να τον ξεγελάσει. Έχοντας του εμπιστοσύνη στα πλαίσια της σχέσης φιλίας που είχαν, χωρίς να διαβάσω το κείμενο της συμφωνίας που του έφερε στις 13.3.2019 στο γραφείο του, υπέγραψε τη συμφωνία. Τη συμφωνία αυτή την παρουσιάζει ο αιτητής ως Τεκμ. 7. Ο ίδιος όμως δηλώνει με πάσα ειλικρίνεια ότι πρώτη φορά διάβασε τον όρο 6.2 ως είχε αλλαχτεί με αυτό τον τρόπο, όταν του επιδόθηκαν τα εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα και η αίτηση του αιτητή, δηλαδή στις 18.10.2019.Είναι δε με λύπη του που διαπίστωσε ότι ο πατέρας του αιτητή καταχράστηκε την εμπιστοσύνη που του είχε και ξεγελώντας τον, άλλαξε τον όρο αυτό όπως ο ίδιος επιθυμούσε. Όπως φαίνεται άλλωστε και στο ίδιο το έγγραφο της συμφωνίας, δεν υπάρχουν ούτε μάρτυρες, ούτε έχουν πιστοποιηθεί οι υπογραφές τους από πιστοποιών υπάλληλο, ενώ την υπέγραψαν και σε διαφορετικές μέρες γεγονός που δείχνει την εμπιστοσύνη που είχε στον πατέρα του αιτητή. (v)Σύμφωνα με συμβουλή των δικηγόρων του η συμφωνία αυτή δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε νομική ισχύ και είναι άκυρη διότι είναι προϊόν απάτης και ψευδών παραστάσεων από μέρους του πατέρα του αιτητή αλλά και του ίδιου του αιτητή. Μάλιστα μετά αφότου διαπίστωσε την αλλαγή αυτή, προέβηκε σε αναφορά της εξαπάτησης που έτυχε από αυτούς στην Αστυνομία και ήδη η υπόθεση διερευνάται. (
- vi)Παραδέχεται στη συνέχεια ότι μετά την υπογραφή της ως άνω συμφωνίας του έγινε η μεταφορά του ποσού των €250.000= από τον πατέρα του αιτητή έχοντας αυτός τον απόλυτο έλεγχο της κατάστασης και σε καμία περίπτωση ο αιτητής δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στη διαδικασία πλην της υπογραφής της συμφωνίας πώλησης μετοχών. Επίσης η πληρωμή των €250.000= από τον ΧΧΧ Branzburg καταρρίπτει τους ισχυρισμούς του αιτητή ότι ο πατέρας του δήθεν τον δάνεισε λεφτά προκειμένου να αγοράσει τις μετοχές μου διότι δεν έχει καμία λογική ο πατέρας του αιτητή να του δάνειζε λεφτά, να υπέγραφαν μεταξύ τους συμφωνία δανείου όπως παρουσιάζει ο αιτητής και τα λεφτά να μην τα κατέθετε ο ίδιος ο αιτητής και ο υποτιθέμενα άμεσος ενδιαφερόμενος αναφορικά με την πώληση μετοχών, αλλά ο πατέρας του. Ήταν δε αυτοί που πρόσθεσαν το παράρτημα Β στην συμφωνία ημερομηνίας 13.03.2018 στο οποίο δηλώνουν ότι τα λεφτά για την αγορά των μετοχών θα μου κατατίθεντο κατευθείαν από το λογαριασμό του πατέρα του αιτητή. (vii) Ισχυρίζεται ότι προχώρησε με την καταχώρηση της ΗΕ57, ήτοι του εντύπου μεταβίβασης μετοχών στον Έφορο Εταιρειών στις 06.09.2018 καταγράφοντας όμως σε αυτό ότι η ημερομηνία της μεταβίβασης των μετοχών επ' ονόματι του αιτητή ήταν η 13.03.2018, ημερομηνία κατά την οποία υπέγραψαν και τη συμφωνία πώλησης των μετοχών. Επισύναψε ως Τεκμ. 5 το έντυπο ΗΕ57 ημερομηνίας 06.09.2018. Έχει επίσης στην κατοχή του ακριβές αντίγραφο του ανωτέρω εντύπου ΗΕ57 σφραγισμένο από τον έφορο εταιριών στις 30.10.2019, το οποίο επιβεβαιώνει ότι το συγκεκριμένο έγγραφο είναι ακριβές αντίγραφο του εντύπου που έχει καταχωρηθεί στα μητρώα του Εφόρου Εταιρειών. Το εν λόγω έντυπο το ζήτησα μετά που παρέλαβα την αίτηση του αιτητή και το οποίο επισυνάπτει ως Τεκμ. 6. Επισύναψε επίσης ως Τεκμ. 7 πιστοποιητικό των μετόχων της εταιρείας του το οποίο φέρει ημερομηνία 18.09.2018. Το εν λόγω πιστοποιητικό εκδόθηκε μετά που είχε καταχωρήσει στον Έφορο Εταιρειών το ως άνω έντυπο ΗΕ57. Αντίγραφο του εν λόγω πιστοποιητικού έχει και ο αιτητής αφού του το έδωσε ο ίδιος, εντούτοις παραλείπει σκόπιμα να το αναφέρει αποκρύπτοντας ουσιώδη στοιχεία της υπόθεσης από το δικαστήριο. Επομένως με έκπληξη διάβασε τους ισχυρισμούς του αιτητή ότι τον εξαπάτησε και δεν του μεταβίβασε τις μετοχές που αγόρασε. Μάλιστα ο ίδιος ο αιτητής παρουσιάζει ως Τεκμ. 9 στην ένορκη δήλωση του πιστοποιητικό έρευνας στο σύστημα του Εφόρου Εταιρειών από τους δικηγόρους του και υποστηρίζει ότι μέχρι και σήμερα είναι ο μοναδικός μέτοχος της εταιρείας. Ο αιτητής έντεχνα, όπως ισχυρίζεται ο καθ' ου η αίτηση, αλλά σκόπιμα, όπως φαίνεται στην προτελευταία σελίδα του Τεκμ. 9, επέλεξε όπως εκτυπώσει τη σελίδα στην οποία φαίνεται το ιστορικό μεταβίβασης των μετοχών αλλά όχι την σημερινή παρούσα κατάσταση όπου φαίνεται ξεκάθαρα ότι είναι και οι δύο μέτοχοι της εταιρείας. Όπως φαίνεται καθαρά στην προτελευταία σελίδα του Τεκμ. 9 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή, στην ίδια ευθεία με την λέξη «ιστορικό» υπάρχει η ένδειξη «ημερομηνία τελευταίας αλλαγής 13.03.2018», τα οποία γράμματα είναι πιο έντονα (bold). Η ημερομηνία δε 13.03.2018 είναι η ημερομηνία που υπέγραψαν τη συμφωνία μεταβίβασης μετοχών. Η αναγραφή αυτή επιβεβαιώνει ότι η τελευταία αλλαγή της μεταβίβασης των μετοχών της ως άνω εταιρείας έγινε με ημερομηνία εγγραφής 13.03.2018. Περαιτέρω στην πρώτη σελίδα του Τεκμ. 9 που παρουσιάζει ο αιτητής στον πίνακα υπό την επικεφαλίδα «Περιεχόμενο Φάκελου» της εταιρείας, φαίνεται η καταχώρηση του εντύπου ΗΕ57 με ημερομηνία 14.09.2018. Αυτό συνάδει με το Τεκμ. 6 το οποίο έχει καταθέσει στα πλαίσια της παρούσας στο οποίο ήδη αναφέρθηκε. Τα πιο πάνω επιβεβαιώνουν τα όσα έχει αναφέρει ήδη προγενέστερα ότι όντως δηλαδή καταχώρησε το έντυπο ΗΕ57 το Σεπτέμβριο του 2018 με το οποίο μεταβίβασε το 50% των μετοχών της εταιρείας του αντίθετα από όσα ισχυρίζεται ο αιτητής. Επιπλέον όπως τον πληροφορούν οι δικηγόροι του, ο αιτητής δεν έχει συμπεριλάβει στο Τεκμ. 9 όλες τις σελίδες από την ηλεκτρονική έρευνα που διεξήγαγε αναφορικά με την εταιρεία του. Συγκεκριμένα παραλείπει να παρουσιάσει τις σελίδες της ηλεκτρονικής έρευνας στις οποίες διαφαίνεται ότι είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του 50% των μετοχών της εταιρείας όπως φαίνεται στον φάκελο της εταιρείας σύμφωνα με πιστοποιητικό έρευνας με ημερ.25.10.2019 που εξασφάλισαν οι δικηγόροι του (Τεκμ. 8) το οποίο και επεξηγεί και από όπου προκύπτει ότι ο ίδιος και ο αιτητής κατέχουν από 50% τις μετοχές της εταιρείας. Αυτό δε ο αιτητής το απέκρυψε μη παρουσιάζοντας τις 3 πρώτες σελίδες ως μέρος του Τεκμ. 9 που συνόδευε την ένορκη του δήλωση. Στη συνέχεια δε στην 4η κατά σειρά σελίδα του Τεκμ. 8 στον πίνακα με τίτλο «Περιεχόμενο Φακέλου» της εταιρείας φαίνεται και πάλι ότι η ημερομηνία που περάστηκε το έντυπο ΗΕ57 στο σύστημα του εφόρου εταιρειών είναι η 14.09.2018, ενώ στη συνέχεια του πίνακα φαίνονται μεταξύ άλλων και οι προηγούμενες αλλαγές στο μετοχικό κεφάλαιο, αλλά και γενικά στον φάκελο της εταιρείας από την ημερομηνία εγγραφής της μέχρι και σήμερα. Επιπρόσθετα, στην 13η κατά σειρά σελίδα του Τεκμ. 8, φαίνεται η σημερινή κατάσταση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας του όπου είναι ξεκάθαρο ότι ο αιτητής εξακολουθεί να είναι μέτοχος της εταιρείας και ότι η τελευταία αλλαγή που υπήρξε στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας έγινε στις 13.03.2018 που ήταν και η ημερομηνία της υπογραφής της συμφωνίας πώλησης των μετοχών στον αιτητή. Είναι δε σκόπιμα που ο αιτητής δεν παρουσίασε την εν λόγω σελίδα ως μέρος του Τεκμ.9 της ένορκης του δήλωσης. Ακολούθως στην επόμενη σελίδα φαίνεται το ιστορικό του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας όπου δεν φαίνεται στον πίνακα η μεταβίβαση των μετοχών στον αιτητή, αλλά υπάρχει και πάλι η ένδειξη «ημερομηνία τελευταίας αλλαγής 13.03.2018». Μόνο όταν επιλεγεί η ένδειξη «σήμερα» και όχι το «ιστορικό» εμφανίζεται η μεταβίβαση των μετοχών στον αιτητή. Επίσης είναι σαρωμένο και το έντυπο ΗΕ57 το οποίο περάστηκε στο σύστημα του εφόρου εταιρειών στις 14.09.2018 και αφορά τις μετοχές που μεταβιβάστηκαν στις 13.03.2018, ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας πώλησης μετοχών. Περαιτέρω ζήτησα από τον έφορο εταιρειών όπως μου εκτυπώσει νέο πιστοποιητικό μετόχων και το οποίο επισυνάπτει ως Τεκμ. 9 και το οποίο φέρει ημερομηνία 24.10.2019. (viii) Τα πιο πάνω καταδεικνύουν κατά τον καθ' ου η αίτηση ότι φανερώνουν το σκοπό του αιτητή να αποκρύψει στοιχεία από το δικαστήριο με σκοπό να το παραπλανήσει και να παρουσιάσει εκδοχή διαφορετική από την πραγματικότητα για να πετύχει την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων όπως και έγινε. Εξ όσων συμβουλεύεται, ο αιτητής δεν έχει έρθει με καθαρά χέρια στο δικαστήριο, απέκρυψε ουσιώδη στοιχεία της υπόθεσης από το δικαστήριο και μάλιστα παρουσίασε ελλιπώς τα αποτελέσματα της έρευνας από τον έφορο εταιρειών, παραλείποντας να παρουσιάσει συγκεκριμένες σελίδες, έτσι ώστε να παραπλανήσει και να ξεγελάσει το δικαστήριο ούτως ώστε να επιτύχει την έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων. Όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του αυτό συνιστά απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων και ως εκ τούτου και τα εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα πρέπει να απορριφθούν και να μην οριστικοποιηθούν. (
- ix)Ο ενόρκως δηλών στη συνέχεια αναφέρεται στη συμπεριφορά του αιτητή όπως και του πατέρα του με το να συχνάζουν σε ακανόνιστες ώρες στα γραφεία της εταιρείας μετά την υπογραφή πώλησης των μετοχών χωρίς να πάρουν οποιονδήποτε πελάτη και χωρίς να προσφέρουν οποιανδήποτε εργασία σε αυτή αλλά ασχολούνταν με την εταιρεία του πατέρα του προσφέροντας πανομοιότυπες υπηρεσίες σε πελάτες τους. Διαπιστώνοντας κατά τον Απρίλιο του 2019 ότι δεν είχαν πάρει οποιονδήποτε πελάτη στην εταιρεία του ζήτησε από τον αιτητή εξηγήσεις. (
- x)Σε σχέση με την επιστολή (Τεκμ. 11) στην αίτηση πράγματι του την πήρε στις 03.05.2019 και ο ίδιος του ανέφερε ότι δεν είχε πρόθεση να κινηθεί νομικά εναντίον του αλλά ήθελε ο πατέρας του να δείξει την εν λόγω επιστολή στην εταιρεία στην οποία είναι μέτοχος στη Ρωσία και μέσω της οποίας έλαβε τα χρήματα τα οποία χρησιμοποίησε για την αγορά του 50% των μετοχών του στην εταιρεία. Παρόλο ότι διάβασε την επιστολή εντούτοις επειδή ήταν σίγουρος ότι με τη συμφωνία πώλησης μετοχών που υπέγραψαν το δικαίωμα επιλογής του αιτητή να λάβει πίσω το ποσό των €260.000 ενεργοποιείτο μετά την πάροδο 3 χρόνων από την υπογραφή της συμφωνίας, δε θεώρησε ότι η επιστολή αυτή θα μπορούσε να έχει την οποιαδήποτε νομική ισχύ ή συνέπεια και απλά υπέγραψε ότι την παρέλαβε χωρίς ουσιαστικά να της δώσω την οποιαδήποτε περαιτέρω σημασία. Και παρόλο ότι ο αιτητής του παρέδωσε την πιο πάνω επιστολή εξακολουθούσε να μεταβαίνει στο γραφείο της εταιρείας μέχρι και το τέλος Ιουλίου 2019. Στη συνέχεια επειδή σταμάτησε να έρχεται στο γραφείο δεν είχε την οποιαδήποτε επαφή μαζί του. Στη συνέχεια παρέλαβε την επιστολή του δικηγόρου στις 9.10.2019 με την οποία αξίωνε την επιστροφή των €250.000 με τόκο 2% ετησίως από τις 15.03.2018. Παρόλο ότι έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του να απαντήσουν στην εν λόγω επιστολή τον πρόλαβε η επίδοση της αγωγής, η αίτηση και τα εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα στις 18.10.2019. (
- xi)Στη συνέχεια δηλώνει ότι απορρίπτει πλήρως και κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς του αιτητή ότι αρνείτο να του δώσει οικονομικές καταστάσεις τις εταιρείας και πέραν του ότι δεν του τις ζήτησε ο ίδιος αλλά ο πατέρας του, δηλώνει ότι τους έδωσε τις καταστάσεις του 2016 διότι ήταν οι πιο πρόσφατες. Επίσης ο ίδιος ο πατέρας του αιτητή του ανέφερε ότι δεν τον ενδιέφεραν καθόλου οι οικονομικές καταστάσεις τις εταιρείας διότι ο σκοπός του ήταν να επενδύσει και να φέρει νέα δουλεία στην εταιρεία του φέρνοντας νέους πελάτες από το εξωτερικό. Εν πάση περιπτώσει εάν όσα δήλωνε ο αιτητής ήταν αλήθεια, με μία έρευνα στον φάκελο της εταιρείας στον Έφορο Εταιρειών θα μπορούσε να διαπιστώσει την οικονομική κατάσταση της εταιρείας. (xii) Απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί του ακινήτου του καθώς τα μόνα ακίνητα του είχαν ήδη πωληθεί σε τρίτα πρόσωπα πριν από δύο χρόνια και έχει εξοφληθεί το τίμημα τους κάτι που γνώριζε ο πατέρας του αιτητή. (xiii) Αρνείται και απορρίπτει κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς ότι είχε οικογενειακά και/ή οικονομικά προβλήματα και ότι βρισκόταν σε οικονομικό αδιέξοδο λόγω του διαζυγίου του και των περιουσιακών διαφορών που δήθεν είχε. Ενδεικτικά αναφέρει ότι έχει χωρίσει από τη σύζυγο του από τον Αύγουστο του 2011 και στις 30.01.2013 εκδόθηκε το διαζύγιο. Ουδέποτε είχαν οποιαδήποτε περιουσιακή διαφορά μαζί της, αφού της παραχώρησα την οικία όπου έμεναν μαζί με τα παιδιά τους, χωρίς να χρειαστεί να καταχωρήσουν οποιαδήποτε αίτηση στο δικαστήριο ή να υπογράψουμε οποιαδήποτε συμφωνία. Το μόνο που είχα αναφέρει στον πατέρα του αιτητή και όχι στον αιτητή με τον οποίο ποτέ δεν είχε συζητήσει τα οικογενειακά του ζητήματα, ήταν ότι ήταν διαζευγμένος, έχει δύο παιδιά για τα οποία πλήρωνε διατροφή στην πρώην σύζυγο του. (xiv) Δηλώνει ότι ποτέ δεν υπέγραψαν συμφωνία δανείου όπως διατείνεται ο αιτητής αλλά συμφωνία πώλησης μετοχών της εταιρείας του. Εάν δε η πρόθεση τους ήταν να συνάψουν συμφωνία δανείου, δε θα την ονόμαζαν συμφωνία πώλησης μετοχών (Share Purchase Agreement) αλλά θα την ονόμαζαν συμφωνία δανείου και στο κείμενο της θα αναφερόταν ότι οι μετοχές θα δίνονταν ως εξασφάλιση του δανείου που ισχυριζόμενα του παραχωρούσε ο αιτητής. Ως εκ τούτου τα όσα αναφέρει επί του θέματος ο αιτητής δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. (
- xv)Σύμφωνα επομένως με τα πιο πάνω, εισηγείται ότι ο αιτητής δεν έχει αποδείξει ότι έχει καλή βάση αγωγής και καλές πιθανότητες επιτυχίας καθώς έχει βασίσει την όλη αξίωση του σε σωρεία ψεμάτων, δημιουργώντας την εντύπωση ότι έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του ενώ η συμφωνία στην οποία βασίζει την αξίωση του είναι άκυρη καθότι είναι προϊόν απάτης και ψευδών παραστάσεων όπως έχει εξηγήσει ανωτέρω. Από τα ανωτέρω προκύπτει κατά την άποψη του αδυναμία προώθησης της απαίτησης του ενάγοντα/αιτητή γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής του. Ο αιτητής απέκρυψε στοιχεία και κακόπιστα και καταχρηστικά πέτυχε την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Περαιτέρω, ο αιτητής στην αίτηση του και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει δεν παρουσιάζει οιαδήποτε πειστική μαρτυρία αναφορικά με του λόγους δυνάμει των οποίων θα είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Σε κάθε περίπτωση δηλώνει ότι λαμβάνει ικανοποιητικό μισθό και παρουσιάζει ως Τεκμ. 10 την κατάσταση απολαβών του και είναι η θέση του ότι δεν θα είναι αδύνατο σε περίπτωση που ο αιτητής επιτύχει την αξίωση του να μην μπορεί να λάβει αποζημίωση. Σε σχέση με τα ακίνητα επισυνάπτει ως Τεκμ. 11 δέσμη πωλητηρίων εγγράφων ημερομηνίας 20.12.2017 αναφορικά με το χωράφι με αρ. εγγραφής ΧΧΧ, φ./σχ 53/07 τεμάχιο ΧΧΧ τμήμα 0 στην τοποθεσία ΧΧΧ στο χωριό ΧΧΧ στη Λεμεσό Όσον αφορά το εν λόγω ακίνητο έχω προχωρήσει σε διαδικασία να διαχωριστεί σε οικόπεδα και έχει πωλήσει τα 4 οικόπεδα που αντιστοιχούν στο μερίδιο που κατέχει στο ακίνητο σε 4 μέλη της ίδιας οικογένειας. Μέχρι σήμερα δεν έχουν εκδοθεί ακόμη ξεχωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας για τα οικόπεδα καθότι εκκρεμεί η έκδοση του πιστοποιητικού τελικής έγκρισης αναφορικά με τις εργασίες διαχωρισμού που έχουν γίνει. Το τίμημα πώλησης για την αγορά των εν λόγω οικοπέδων έχει εξοφληθεί πλήρως. Επισυνάπτω ως Τεκμ. 12 κατάσταση από τον τραπεζικό μου λογαριασμό στην Ελληνική Τράπεζα όπου φαίνονται μεταξύ άλλων δύο εμβάσματα ημερομηνίας 27.12.2017 και 04.01.2018 για τα ποσά των €125.000 και €135.000 αντίστοιχα, ήτοι σύνολο €260.000 όσο ήταν το τίμημα πώλησης των εν λόγω 4 υπό διαχωρισμό οικοπέδων. Οι εν λόγω πληρωμές έγιναν από τους δύο εκ των αγοραστών. Επισυνάπτει επίσης το πωλητήριο ημερομηνίας 03/01/2018 αναφορικά με το χωράφι με αρ. εγγραφής ΧΧΧ, φ./σχ 47/52 τεμάχιο ΧΧΧ τμήμα 0 στην τοποθεσία ΧΧΧ στο χωριό ΧΧΧ στη Λεμεσό ως Τεκμ. 13. Το τίμημα πώλησης για το εν λόγω τεμάχιο έχει επίσης εξοφληθεί και παρά την προσπάθεια του δεν κατάφερε να εντοπίσει τη μεταφορά των χρημάτων στον λογαριασμό του. Αναφέρει επίσης ότι οι αγοραστές των πιο πάνω ακινήτων μου είναι μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού και ανέμενε από αυτούς να με ενημερώσουν πότε θα ήταν σε θέση να τους μεταβιβάσει τα ακίνητα που τους πώλησε. Δεν ήξερα ότι οι αγοραστές δεν κατέθεσαν τα πωλητήρια έγγραφα αναφορικά με τα ακίνητα που τους πώλησε και το διαπίστωσε όταν μου επιδόθηκε η μονομερής αίτηση ημερομηνίας 18.10.2019 και διάβασε την ένορκη δήλωση του αιτητή που τη συνοδεύει. Ως εκ τούτου από την έκδοσης των λόγω προσωρινών διαταγμάτων επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα των πιο πάνω προσώπων τα οποία δεν έχουν την οποιαδήποτε σχέση με την παρούσα υπόθεση και έχουν αγοράσει τα πιο πάνω οικόπεδα έχοντας εξοφλήσει πλήρως το τίμημα πώλησής τους. Ενόψει τούτου εξ όσων τον πληροφορούν οι δικηγόροι του δεν είναι δίκαιο και/ή εύλογο να συνεχίσει να υφίσταται το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα αναφορικά με τα πιο πάνω ακίνητα. (xvi) Αναφέρει ότι η έκδοση των επίδικων διαταγμάτων επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τα δικαιώματα του όπως και τρίτων προσώπων καθώς έχουν μπλοκαριστεί οι προσωπικοί του λογαριασμοί όπως και της εταιρείας του με αποτέλεσμα να μην μπορεί να κάνει απολύτως τίποτα με αποτέλεσμα να αναγκάζεται να ζητά δανεικά χρήματα από φίλους και συγγενείς. Δεν μπορεί να κάνει ανάληψη ούτε ενός ευρώ από την τράπεζα. Σε περίπτωση που οριστικοποιηθούν τα προσωρινά εκδοθέντα διατάγματα με μαθηματική ακρίβεια θα οδηγηθεί στην καταστροφή και στην εξαθλίωση, δεν θα μπορεί να καταβάλλει το ενοίκιο για τα γραφεία της εταιρείας και θα παραμείνει το προσωπικό απλήρωτο, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη ότι το χρονικό διάστημα που θα απατηθεί για να ολοκληρωθεί η διεκπεραίωση της δικαστικής διαδικασίας. Συνεπώς, σε περίπτωση οριστικοποίησης των εκδοθέντων διαταγμάτων τόσο αυτός όσο και τρίτα αθώα πρόσωπα θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημία. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι σε περίπτωση μη οριστικοποίησης των εκδοθέντων διαταγμάτων δεν θα είναι δύσκολο ούτε αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Επίσης και σε συνάρτηση με τα ανωτέρω το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει υπέρ της μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων καθότι είναι κατάφορα άδικη η παρούσα κατάσταση μετά την έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων και αιτείται την απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος του αιτητή». Ο δικηγόρος κ. Ανδρέας Καραπατάκης στη δική του ένορκη δήλωση κάνει αναφορά στην έρευνα που διεξήγαγε ηλεκτρονικά στο φάκελο της εταιρείας ο οποίος τηρείται στον Έφορο Εταιρειών την οποία επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση του ως Τεκμ. Α. Σε σχέση με το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας παρατηρεί ότι ο αιτητής έχει παρουσιάσει μόνον τις σελίδες που αφορούν το ιστορικό του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας και δεν έχει παρουσιάσει τη σημερινή κατάσταση του μετοχικού κεφαλαίου, δηλαδή την κατάσταση με ημερομηνία 16/10/2019, ημερομηνία κατά την οποία οι δικηγόροι του προέβησαν σε έρευνα στον φάκελο της εταιρείας. Επίσης δεν έχει παρουσιάσει τις σελίδες αναφορικά με το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας από το «ιστορικό» με ημερομηνίες 01.01.2008, 12.05.2008 και 27.12.2016. Εξηγεί δε στη συνέχεια τα εργαλεία που χρησιμοποίησε η πλευρά του αιτητή στην έρευνα της στον ηλεκτρονικό φάκελο της εταιρείας τα οποία απέκλεισαν την παρουσίαση της σημερινής εικόνας της εταιρείας αναφορικά με τους μετόχους της όπου και παρουσίασε μη πραγματική εικόνα περί ύπαρξης ενός μετόχου σε αυτή ήτοι του καθ' ου η αίτηση. Και ενώ με την επιλογή της λέξης «σήμερα» κατά τη διάρκεια της ηλεκτρονικής έρευνας μπορεί κάποιος πολύ απλά να διαπιστώσει την παρούσα κατάσταση του μετοχικού κεφαλαίου οποιασδήποτε εταιρείας, εφόσον το επιλέξει. Σε συμπληρωματική της ένορκη δήλωση η κα Πωλίνα Νικολάου, δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί στην παρούσα τον αιτητή, αναφέρει τα ακόλουθα ουσιαστικά ζητήματα (καταγράφονται αυτούσια): « 1. Στην παράγραφο 7 της Ε/Δ του ο Εναγόμενος εντέχνως ισχυρίζεται ότι στην Ε/Δ του ο Ενάγοντας ημερ. 17/10/2019 αναφέρεται σε συμφωνία δανείου και ότι δάνεισε δήθεν χρήματα στον Εναγόμενο. 2. Επισημαίνεται ότι ουδέποτε ο Ενάγοντας ανέφερε στην ένορκο του δήλωση η οποία συνοδεύει την κυρίως αίτηση ημερ. 17/10/19 ότι συνάφθηκε συμφωνία δανείου μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου όπως εσφαλμένα αναφέρει ο Εναγόμενος. Αυτό που αναφέρει ρητά ο Ενάγοντας είναι ότι ως του είχε πει ο Εναγόμενος αυτός είχε ανάγκη από χρήματα και εισηγήθηκε όπως ο ίδιος δώσει στον Ενάγοντα είτε ως εξασφάλιση το 50% των μετοχών της εταιρείας ως όρο για δανεισμό των χρημάτων ή να πωλούσε στον Ενάγοντα το 50% των μετοχών της εταιρείας για το ανάλογο αντίτιμο των €250.000.-., όπως είχε συμφωνηθεί και έγινε άλλωστε. 3. Ρητώς ο Ενάγοντας αναφέρεται στα ανωτέρω και πιο συγκεκριμένα στις παραγράφους 13, 15 και 23 της ενόρκου δηλώσεως του, κάτι το οποίο παρερμηνεύεται από τον Εναγόμενο, κατονομάζοντας ο ίδιος ο Ενάγοντας την επίδικη συμφωνία ως συμφωνία αγοράς μετοχών και όχι ως συμφωνία δανείου όπως παραπλανητικά ισχυρίζεται ο εναγόμενος, κάνοντας ο Ενάγοντας και σχετική αναφορά για τον ουσιώδη όρο που παραβίασε ο Εναγόμενος. Συνεπώς, ο Εναγόμενος επιχειρεί να δημιουργήσει εσφαλμένες εντυπώσεις στο Δικαστήριο, παρερμηνεύοντας και διαστρεβλώνοντας προφανώς τα λεγόμενα του Ενάγοντα. 4. Επιπλέον ο Ενάγοντας αρνείται τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου περί προσέγγισης του από τον πατέρα του Ενάγοντα με σκοπό την επέκταση των εργασιών του, οι οποίοι δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Περαιτέρω ο Ενάγοντας αρνείται ότι ο πατέρας του είναι μέτοχος σε εταιρεία επ' ονόματι Intergas αλλά διευκρινίζει ότι είναι μέτοχος σε άλλη εταιρεία με την ονομασία Strongfield Marketing Ltd. 5. Πρόσθετα ως με έχει πληροφορήσει ο Ενάγοντας, ο πατέρας του είναι πράγματι μέτοχος της εταιρείας LBCOM SERVICES LTD η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα των ακινήτων, ωστόσο ουδέποτε τέθηκε θέμα συνεργασίας με τον Εναγόμενο, ούτε και συμφωνήθηκε άλλωστε κάτι τέτοιο, γεγονός το οποίο αρνείται κατηγορηματικά. Διευκρινίζεται επίσης ότι ο πατέρας του Ενάγοντα όπως και ο ίδιος ως αναφέρει στην αρχική του ένορκο δήλωση ζητούσαν γενικά νομικές συμβουλές από τον Εναγόμενο, εφόσον παρουσίαζε τον εαυτό του ως δικηγόρο, αλλά και συμβουλές για τον τρόπο λειτουργίας της επιχείρησης του πατέρα του, κάτι που προφανώς διαστρεβλώνει ο Εναγόμενος, χρησιμοποιώντας πληροφορίες του προσωπικού οικογενειακού κύκλου του Ενάγοντα για δημιουργία εντυπώσεων. Ούτε και υπήρξε εισήγηση από τον πατέρα του Ενάγοντα για να προσελκύει νέους πελάτες για την εταιρεία K.K.F. Consulting Office Ltd, κάτι το οποίο άλλωστε δεν τεκμηριώνει και το οποίο είναι εντελώς άσχετο με την επίδικη συμφωνία. 6. Περαιτέρω ο Ενάγοντας αρνείται τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου ότι δήθεν ο λόγος που ο πατέρας του δεν αγόρασε ο ίδιος τις μετοχές της εταιρείας ήταν γιατί ήθελε να μην δημιουργηθούν προβλήματα με τις άλλες εταιρείες του. Δεν υπήρχε λόγος εάν πράγματι επιθυμούσε και συμφωνούσε για κάτι τέτοιο ο ίδιος να μην αγοράσει τις μετοχές, να αποκρύψει κάτι τέτοιο. 7. Επιπροσθέτως αναφορικά με τις παραγράφους 19 και 20 της Ε/Δ του Εναγομένου, ως ανέφερε ο Ενάγοντας και στην αρχική του ένορκο δήλωση, πράγματι ως είναι παραδεκτό ο ουσιώδης όρος επιστροφής των χρημάτων στον Ενάγοντα προτάθηκε από τον ίδιο τον Εναγόμενο, χωρίς ωστόσο να είχε συμφωνηθεί ο οποιοσδήποτε περιορισμός τριών χρόνων αναφορικά με το δικαίωμα του Ενάγοντα να απαιτήσει τα χρήματα του και ο Ενάγοντας να επιστρέψει στον Εναγόμενο με τη σειρά του τις μετοχές, συμβατικό δικαίωμα το οποίο ήτο άμεσο και ενεργοποίησε ο Ενάγοντας, παραδίδοντας άλλωστε στον Εναγόμενο την δια χειρός επιστολή απαίτησης την οποία υπέγραψε ο Εναγόμενος στην παρουσία του Ενάγοντα στο γραφείου του, στις 03/05/2019. (τεκμήριο 11 της αιτήσεως). 8. Αναφορικά με την παράγραφο 21 της Ε/Δ του Εναγομένου, την οποία ο Ενάγοντας αρνείται κατηγορηματικά, επισημαίνεται ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε ο οποιοσδήποτε χρονικός φραγμός του δικαιώματος απαίτησης επιστροφής των χρημάτων που καταβλήθηκαν για την αγορά των μετοχών. 9. Άλλωστε στο τεκμήριο 4 που παραθέτει ο εναγόμενος στην ένσταση του, ήτοι δείγμα συμφωνίας αγοράς μετοχών, η οποία ουδέποτε συμφωνήθηκε και υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων, στον όρο 6.2. υφίσταται ο όρος που αναφέρει ο εναγόμενος για άσκηση του δικαιώματος του για εξαργύρωση των μετοχών μετά από 3 χρόνια, ενώ το παράδοξο είναι ότι ο όρος 6.1. για τον οποίο ο Ενάγοντας κάνει προσωπικά αναφορά στην παράγραφο 16 της ενόρκου δηλώσεως του ημερ. 17/10/19 η οποία συνοδεύει την κυρίως αίτηση, όρος ο οποίος έδιδε το ίδιο ουσιαστικά δικαίωμα στον πωλητή-εναγόμενο να αγοράσει πίσω άμεσα τις μετοχές του για το ποσό των €260.000.- δεν θέτει κανένα απολύτως χρονικό περιορισμό για άσκηση του. Εν πάση περιπτώσει ουδέποτε συμφωνήθηκε και υπογράφηκε κάτι τέτοιο. 10. Επιπρόσθετα επισημαίνεται εις απάντηση των ισχυρισμών του Εναγόμενου, ότι εφόσον ως ισχυρίζεται ο Εναγόμενος στην παράγραφο 22 της Ε/Δ του ότι είχε δήθεν εμπιστοσύνη στον πατέρα του Ενάγοντα, γιατί τότε ως ισχυρίζεται ρώτησε τον πατέρα του εάν είχε αλλάξει τον όρο 6.2. και γιατί να μην τον είχε απλούστατα ελέγξει προτού υπογράψει, κάτι που έκανε άλλωστε, αφού ήταν το μόνο που τον ενδιέφερε και μάλιστα εστίασε την προσοχή του στον εν λόγω όρο, ως ο ίδιος παραδέχεται; 11. Αναφορικά με την παράγραφο 25 της Ε/Δ του Εναγόμενου, επισημαίνεται ότι το γεγονός ότι τα χρήματα καταβλήθηκαν από τον πατέρα του Ενάγοντα για την αγορά των μετοχών, αυτό δεν αναιρεί την ύπαρξη συμφωνίας δανείου μεταξύ του Ενάγοντα και του πατέρα του, όπου ο ίδιος ο Ενάγοντας άλλωστε είναι συμβατικά υπόλογος προς τον πατέρα του για επιστροφή των εν λόγω χρημάτων. Εν πάση περιπτώσει η συμφωνία δανείου και ο τρόπος πληρωμής των χρημάτων για την αγορά των μετοχών δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τις συμβατικές υποχρεώσεις του Εναγόμενου. 12. Περαιτέρω αναφορικά με την παράγραφο 26 της ενόρκου δηλώσεως του Εναγόμενου, επισημαίνεται ότι η έρευνα στο τμήμα εφόρου εταιρειών έγινε από το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Ενάγοντα κατά την 16/10/19 κατά την διάρκεια της ημέρας ετοιμασίας της αγωγής και της παρούσας κυρίως αίτησης. Ο λόγος που διεξήγαγε έρευνα το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Ενάγοντα στο τμήμα εφόρου εταιρειών κατά την ημέρα προετοιμασίας της κυρίως αίτησης ήταν έχοντας ο Ενάγοντας τον φόβο ότι ο Εναγόμενος ενδεχομένως να μην του είχε μεταβιβάσει τις μετοχές, ένεκα του γεγονότος ο Εναγόμενος κατά την τελευταία πρόσφατη επικοινωνία που είχε με τον Ενάγοντα στις 04/10/2019, ως αναφέρει ο Ενάγοντας στις παραγράφους 42 και 43, ανέφερε στον Ενάγοντα ότι δεν τον ενδιέφερε τι θα έκανε πλέον. 13. Τονίζεται επίσης ότι το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα είναι καθόλα αποκρυσταλλωμένο και βάσιμο, ένεκα της παραβίασης του συμβατικού όρου 6.2. της συμφωνίας αγοράς μετοχών αλλά και ενόψει και της ειδοποίησης απαίτησης πληρωμής ημερ. 03/05/2019 την οποία παρέδωσε ο Ενάγοντας στον Εναγόμενο και την οποία υπέγραψε, δια μέσου της οποίας άσκησε ο Ενάγοντας το δικαίωμα του όπως του επιστρέψει ο Εναγόμενος το ποσό των €260.000.- πλέον τόκους ως είχαν οι διάδικοι συμφωνήσει και καταγράφεται ρητά στην επίδικη συμφωνία. 14. Εξ όσων επίσης συμβουλεύομαι από τους δικηγόρους που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση η βάση καταχώρησης της αγωγής του Ενάγοντα αλλά και της κυρίως αίτησης, αποτέλεσε ουσιαστικά η παράβαση του ουσιώδους όρου 6.2. από τον εναγόμενο και όχι το γεγονός ότι υπήρχε οποιαδήποτε υποψία για μη μεταβίβαση των μετοχών επ' ονόματι του Ενάγοντα. 15. Άλλωστε η επιστολή των δικηγόρων του Ενάγοντα προς τον Εναγόμενο ημερ. 07/10/2019 (τεκμήριο 12 κυρίως αίτησης) ως αναφέρει ο Ενάγοντας στην παράγραφο 46 της Ε/Δ του ημερ. 17/10/19, η οποία επιδόθηκε στον Εναγόμενο στις 09/10/2019, επιδόθηκε προτού καν γίνει η έρευνα για τις μετοχές στις 16/10/19, επιστολή μέσω της οποίας τερματιζόταν η συμφωνία αγοράς μετοχών και διδόταν ειδοποίηση 7 ημερών σύμφωνα και με τον όρο 5.1. ( c ), για να συμμορφωθεί ο Εναγόμενος. 16. Παρά ταύτα και όταν έγινε η έρευνα από τους δικηγόρους του διαδικτυακά στο τμήμα εφόρου εταιρειών την ημερομηνία ετοιμασίας της κυρίως αίτησης, εσφαλμένα και ένεκα καλόπιστου λάθους, ως διαφάνηκε μεταγενέστερα, εντοπίστηκε η μη μεταβίβαση των μετοχών επ' ονόματι του, εξ΄ ου και αναφέρθηκε και αυτό το επιπρόσθετο δεδομένο στην κυρίως αίτηση. Μετά και από την ένσταση που καταχώρησε ο Εναγόμενος, εντοπίστηκε πράγματι το καλόπιστο αυτό λάθος που έγινε από το γραμματειακό προσωπικό του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί τον Ενάγοντα, καθότι η διαδικτυακή έρευνα δεν έγινε με τον σωστό τρόπο. 17. Να επαναλάβω και να τονίσω ότι η βάση για την καταχώρηση της κυρίως αίτησης δεν ήταν η μη μεταβίβαση των μετοχών, όπως χρονολογικά διαφαίνεται και επιβεβαιώνεται άλλωστε και ως εκ τούτου θα ήταν το λιγότερο άδικο να χρησιμοποιηθεί το καλόπιστο αυτό λάθος ως βάση για απόρριψη της κυρίως αίτησης μου. Τονίζω ότι ουδεμία πρόθεση υπήρξε για παραπλάνηση του Δικαστηρίου, δεδομένο το οποίο ακόμα και να μην το είχε τεθεί στην κυρίως αίτηση και πάλι δεν διαφοροποιεί την όλη εικόνα και την ουσιαστική βάση της αίτησης η οποία είναι η εξόφθαλμη παράβαση της εν λόγω συμφωνίας. 18. Το γεγονός ότι λόγω καλόπιστου λάθους δεν εντοπίστηκε από το γραμματειακό προσωπικό του δικηγορικού γραφείου, η μεταβίβαση των μετοχών επ' ονόματι του Ενάγοντα δεν αναιρεί την ξεκάθαρη παραβίαση των ουσιωδών όρων, ήτοι του όρου 6.2. και του όρου 5. 1. ( c ) της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας αλλά ως επίσης και το γεγονός ότι ο Εναγόμενος παραγκώνισε τον Ενάγοντα από τον έλεγχο της εταιρείας. Άλλωστε ξεκάθαρα αναφέρει ο Ενάγοντας στην παράγραφο 26 της ενόρκου δηλώσεως του ότι την έρευνα στο τμήμα εφόρου εταιρειών στις 16/10/19 την διεξήγαγαν οι δικηγόροι του και όχι ο ίδιος προσωπικά. Καταληκτικά επί τούτου επιθυμώ να αναφέρω ότι εξ όσων με πληροφορεί ο Ενάγοντας ουδέποτε του παραδόθηκε το οποιοδήποτε πιστοποιητικό που να επιβεβαιώνει την μεταβίβαση, εξ' ου και υπήρχε αυτή η υποψία, ενόψει και της προηγούμενης κακεντρεχής συμπεριφοράς του εναγόμενου και των δηλώσεων του στις 04/10/2019. 19. Επιπλέον επιθυμώ να απαντήσω στους ισχυρισμούς του Εναγόμενου στην παράγραφο 46 της Ε/Δ του, ο οποίος παρόλο που αναφέρει και παραδέχεται ότι διάβασε την επιστολή απαίτησης ημερ. 03/05/2019, μέσω της οποίας ασκούσε ο Ενάγοντας το δικαίωμα του για επιστροφή των χρημάτων από τον Εναγόμενο εντός 30 ημερών στον τραπεζικό του λογαριασμό, εντούτοις ο εναγόμενος απλώς το δικαιολογεί ότι παρόλο που την διάβασε δεν της έδωσε οποιαδήποτε σημασία! 20. Εν σχέση με την παράγραφο 50 της Ε/Δ του Εναγόμενου την οποία ο Ενάγοντας αρνείται, επαναλαμβάνω τα όσα ανέφερε ο Ενάγοντας στην αρχική του Ε/Δ και το γεγονός ότι ο Εναγόμενος του ανέφερε ότι θα πωλούσε συγκεκριμένο ακίνητο για να του καταβάλει τα χρήματα, ενώ ουδέποτε ανέφερε στον Ενάγοντα προσωπικά ή στον πατέρα του ότι είχε πωλήσει τα οποιαδήποτε ακίνητα επ' ονόματι του. 21. Αναφορικά με τα κατ' ισχυρισμό πωλητήρια έγγραφα αντίγραφα των οποίων επισυνάπτει ο Εναγόμενος ως Τεκμήριο 11, ο Ενάγοντας αμφισβητεί έντονα την εγκυρότητα τους αλλά και την ύπαρξη των αγοραστών των εν λόγω τεμαχίων. Εάν πράγματι είναι υπαρκτά αυτά τα πρόσωπα ή εάν πράγματι έχουν συναφθεί τέτοια αγοραπωλητήρια συμβόλαια, τα οποία εν πάση περιπτώσει δεν εμφαίνονται στο πιστοποιητικό έρευνας της ακίνητης ιδιοκτησίας του Εναγόμενου ότι έχουν κατατεθεί στο κτηματολόγιο (τεκμήριο 13 της Ε/Δ μου), γιατί τότε δεν επιδίωξε ο Εναγόμενος να παρουσιάσει τους αγοραστές ενώπιον του Δικαστηρίου; 22. Ενόψει του πιο πάνω, αμφισβητείται η ύπαρξη και η νομιμότητα αυτών των εγγράφων και εκτιμάται ότι ο Εναγόμενος επιχειρεί να αποξενώσει τα περιουσιακά του στοιχεία, παραθέτοντας αστήριχτα έγγραφα και πληροφορίες οι οποίες δεν επιβεβαιώνονται, κατ' ουδένα λόγο και στις οποίες δεν δύναται να στηριχθεί το Σεβαστό Δικαστήριο. Σχετικά με το Τεκμήριο 12 το οποίο παρουσιάζει ο Εναγόμενος σε καμία περίπτωση τεκμηριώνει ή αποδεικνύει ότι τα εν λόγω εμβάσματα έγιναν πράγματι για την αγορά των ρηθέντων ακινήτων. Εάν πράγματι επηρεάζονται τρίτα πρόσωπα, γιατί τότε ο Εναγόμενος δεν ενημερώνει τους κατ' ισχυρισμό αγοραστές για να λάβουν μέρος στην διαδικασία; 23. Συνεπώς δια λογαριασμό του Ενάγοντα αρνούμαι και απορρίπτω όλους τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου, ως αβάσιμους και ανυπόστατους, εκτός όπου ρητώς προβαίνω σε παραδοχή». Σε συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ο καθ' ου η αίτηση και σε απάντηση στα όσα εκ μέρους του ενάγοντος δηλώνονται στην ως άνω συμπληρωματική ένορκη δήλωση, με το περιεχόμενο της οποίας δηλώνει ότι διαφωνεί και το απορρίπτει, δηλώνει μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα ουσιώδη ζητήματα που ενδιαφέρουν για την επίλυση των επίδικων θεμάτων: « 1. Σε απάντηση των ισχυρισμών του αιτητή στην παράγραφο 3 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, έχω να δηλώσω ότι στην ένορκη δήλωση μου ημερομηνίας 08/11/2019 αναφέρω ότι γίνεται αναφορά από τον αιτητή σε συμφωνία δανείου ενώ η συμφωνία η οποία υπογράψαμε ήταν συμφωνία πώλησης μετοχών. Με τη δήλωση μου αυτή δεν εννοούσα, ούτε δήλωνα ότι ο αιτητής είπε ότι με δάνεισε χρήματα αλλά ότι ουσιαστικά ο ίδιος παρουσίασε τη συμφωνία πώλησης μετοχών και την όλη φύση της συναλλαγής που είχαμε ως να ήταν συμφωνία δανείου, ως ο ίδιος δηλαδή να μου δάνεισε χρήματα λόγω ισχυριζόμενων οικονομικών προβλημάτων που δήθεν είχα και ότι εγώ ο ίδιος του είπα ότι θα του έδινα το 50% των μετοχών της εταιρείας μου ως εξασφάλιση. 2. Επίσης με τους ισχυρισμούς αυτούς που περιλαμβάνονται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δίνεται μια λανθασμένη εντύπωση για τη συμφωνία που είχαμε με σκοπό ο αιτητής να παρουσιάσει μια διαφορετική εικόνα αναφορικά με το πρόσωπο μου και ενώ είναι ξεκάθαρο ότι η συμφωνία που υπογράψαμε ήταν συμφωνία πώλησης μετοχών. Εάν είχε τόση μεγάλη ανησυχία ο αιτητής αναφορικά με την εξόφληση του υποτιθέμενου δανείου του προς εμένα, θα περιλάμβανε τέτοιο όρο στη συμφωνία και η συμφωνία δε θα ήταν συμφωνία πώλησης μετοχών, αλλά συμφωνία δανείου και θα δηλωνόταν ρητά ότι οι μετοχές αποτελούν εξασφάλιση δανείου ύψους €250.000=. 3. Επιπρόσθετα η εικόνα που παρουσιάζει ο αιτητής είναι ότι εγώ όχι μόνο εισέπραξα το ποσό των €250.000 για την αγορά του 50% των μετοχών, αλλά ταυτόχρονα ότι δεν του μεταβίβασα τις μετοχές και άρα δημιουργεί μια εικόνα για το πρόσωπο μου ότι είμαι απατεώνας και ότι είχα σκοπό από την αρχή να τον εξαπατήσω. 4. Επιπλέον αναφορικά με τις παραγράφους 6 και 7 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, καταρχάς δεν αναφέρθηκα σε άλλη κυπριακή εταιρεία πέραν της LBCOM SERVICES LTD, αλλά αναφέρθηκα στα όσα ο ίδιος ο πατέρας του αιτητή μου είχε αναφέρει αναφορικά με εταιρεία στην οποία ήταν μέτοχος στην Ρωσία. Επιπλέον το γεγονός ότι ο αιτητής παραδέχεται ότι ο πατέρας του είναι μέτοχος στην εταιρεία LBCOM SERVICES LTD η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα των ακινήτων επιβεβαιώνει τα όσα δήλωσα στην ένορκη δήλωση μου ημερομηνίας 08/11/2019 ότι ακριβώς για αυτό τον λόγο ο ΧΧΧ Branzburg (πατέρας του αιτητή) μου ζήτησε να συνεργαστούμε και να αγοράσει μετοχές στην εταιρεία μου, KKF CONSULTING OFFICE LIMITED, δηλαδή, να φέρνει πελάτες από το εξωτερικό και η LBCOM SERVICES LTD να τους πωλεί ακίνητα μέσω της επωνυμίας 5 QUEENS DEVELOPMENT και η K.K.F CONSULTING OFFICE LIMITED να αναλαμβάνει τη διαδικασία πολιτογράφησης τους. Επίσης σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ξέρει ο αιτητής τι λέχθηκε μεταξύ εμού και του πατέρα του ΧΧΧ Branzburg. 5. Βέβαια όπως ανέφερα και στην ένορκη δήλωση μου ημερομηνίας 08/11/2019, ο ΧΧΧ Branzburg (πατέρας του αιτητή) ενώ αρχικά μου είχε πει ότι θα έφερνε νέα δουλειά στην K.K.F CONSULTING OFFICE LIMITED μέσω πελατών από το εξωτερικό, δεν εκπλήρωσε την υπόσχεση του αλλά μάλιστα ερχόταν και στα γραφεία της K.K.F CONSULTING OFFICE LIMITED και ασχολείτο αποκλειστικά με δουλειές της LBCOM SERVICES LTD και των άλλων εταιρειών στις οποίες είχε συμφέρον. 6. Επιπλέον και πάλι ο αιτητής επιλέγει να παρουσιάσει διαφορετικά τα γεγονότα, δηλώνοντας ότι η εταιρεία LBCOM SERVICES LTD δραστηριοποιείται «απλά» στον τομέα των ακινήτων, ενώ όπως φαίνεται ξεκάθαρα στο Τεκμήριο 3 που επισυνάπτω στην ένορκη μου δήλωση ημερομηνίας 08/11/2019 πρόκειται για εταιρεία η οποία ναι μεν δραστηριοποιείται στον τομέα των ακινήτων αλλά παρέχει επίσης υπηρεσίες πολιτογράφησης και έκδοσης αδειών παραμονής στην Κύπρο. 7. Περαιτέρω ουδέποτε παρουσιάστηκα είτε στον αιτητή είτε στον πατέρα του σαν δικηγόρος και/ή νομικός σύμβουλος, εφόσον η εταιρεία είναι εταιρεία παροχής υπηρεσιών και προς τούτο επαναλαμβάνω όσα ανέφερα και στην ένορκη μου δήλωση ημερομηνίας 08/11/2019. 8. Αναφορικά με τα όσα στην παράγραφο 12 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, όπως ανέφερα και στην ένορκη δήλωση μου, γνώριζα τον πατέρα του αιτητή, ΧΧΧ Branzburg από το 2016 και είχαμε αναπτύξει μία σχέση φιλίας και εμπιστοσύνης, η οποία ήταν αρκετά στενή, ώστε να αποδεχτώ να αγοράσει το 50% των μετοχών της εταιρείας μου, K.K.F CONSULTING OFFICE LIMITED με σκοπό να συνεργαστούμε και ενώ είχα και άλλες προτάσεις για αγορά των μετοχών της εταιρείας και μάλιστα για περισσότερα χρήματα. Ένεκα της στενής σχέσης που είχαμε με τον πατέρα του αιτητή, ΧΧΧ Branzburg και την οποία και ο αιτητής ουσιαστικά παραδέχεται μέσω της ένορκης του δήλωσης ημερομηνίας 16/10/2019, εγώ του είχα τυφλή εμπιστοσύνη, με αποτέλεσμα όταν τον ρώτησα εάν έκανε οποιεσδήποτε αλλαγές σχετικά με τον όρο των 3 χρόνων και μου απάντησε αρνητικά, εγώ φυσικά και τον πίστεψα και δεν είχα κανένα λόγο να τον αμφισβητήσω για αυτό ούτε καν διάβασα την καινούρια συμφωνία και την υπέγραψα κατευθείαν. 9. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς που περιέχονται στις παραγράφους 14 μέχρι και 20 αναφορικά με το πιστοποιητικό έρευνας που παρουσίασε από το σύστημα του Εφόρου Εταιρειών, θεωρώ όπως δήλωσα και στην ένορκη μου δήλωση ημερομηνίας 08/11/2019 ότι η εικόνα που παρουσίασε ο αιτητής παρουσιάζοντας ως τεκμήριο το συγκεκριμένο πιστοποιητικό είναι ότι είμαι στην ουσία απατεώνας. Παρουσιάζει δηλαδή κακόπιστα και εσκεμμένα μια εικόνα όσον αφορά το πρόσωπό μου ότι τον εξαπάτησα λαμβάνοντας από αυτόν το ποσό των €250.000, χωρίς να του μεταβιβάσω τις μετοχές που αγόρασε και βασίζει τον ισχυρισμό του αυτόν στο πιστοποιητικό έρευνας του εφόρου εταιρειών που ο ίδιος παρουσίασε, γεγονός το οποίο θεωρώ ότι ήταν ουσιαστικό και καταλυτικό ούτως ώστε το Δικαστήριο να πειστεί ότι ξεγέλασα και ουσιαστικά εξαπάτησα τον αιτητή, με αποτέλεσμα να εκδώσει τέτοιο δραστικό διάταγμα εις βάρος μου. 10. Επίσης διατηρώ τις αμφιβολίες μου ότι πρόκειται περί «καλόπιστου λάθους» η συμπερίληψη του ελλιπούς πιστοποιητικού έρευνας ως ισχυρίζεται ο αιτητής, καθώς όπως έχει εξηγήσει και ο κ. ΧΧΧ Καραπατάκης στην ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 08/11/2019 που συνοδεύει την ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στην οριστικοποίηση των προσωρινών εκδοθέντων διαταγμάτων, είναι πολύ απλή η διαδικασία έρευνας στον φάκελο των εταιρειών στο ηλεκτρονικό σύστημα του εφόρου εταιρειών όπως και η εκτύπωση του πιστοποιητικού έρευνας, πόσο μάλλον ότι γίνεται από έμπειρους δικηγόρους. 11. Πέραν των ανωτέρω, τα όσα υποστηρίζει ο αιτητής ότι δήθεν δεν είχε λάβει επιβεβαίωση ότι του μεταβιβάστηκαν οι μετοχές είναι ψέματα καθώς όπως αναφέρω και στην ένορκη μου δήλωση ημερομηνίας 08/11/2019, εγώ ο ίδιος του είχα δώσει αντίγραφο του εντύπου Η.Ε. 57 που επιβεβαιώνει την μεταβίβαση των μετοχών της K.K.F. CONSULTING OFFICE LIMITED σε αυτόν. Όπως επίσης ψευδείς είναι και οι ισχυρισμοί ότι δήθεν τον παραγκώνισα από τον έλεγχο της εταιρείας. Αντιθέτως, ο ίδιος ο αιτητής αδιαφορούσε επιδεικτικά για την εταιρεία και ερχόταν στο γραφείο όποτε ο ίδιος ήθελε και μάλιστα ασχολείτο με οτιδήποτε άλλο πέραν από εργασίες που αφορούσαν την K.K.F. CONSULTING OFFICE LIMITED. 12. Αναφορικά με την παράγραφο 23 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και τους ισχυρισμούς που περιέχονται σε αυτήν, ότι δεν έχουν πωληθεί τα ακίνητα που φαίνονται στο Τεκμήριο 12 της ένορκης δήλωσης του ημερομηνίας 17/10/2019, καταρχάς να αναφέρω ότι εξ όσων συμβουλεύομαι δεν είναι υποχρέωση δική μου να καταθέσω το πωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο αλλά δικαίωμα του αγοραστή. Εάν οι αγοραστές δεν το έπραξαν, δεν επηρεάζεται η εγκυρότητα του συμβολαίου ούτε τα δικαιώματα των αγοραστών σε σχέση με αυτό. 13. Περαιτέρω να αναφέρω ότι οι αγοραστές και των δύο ακινήτων είναι μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού και δεν έχω οποιαδήποτε στοιχεία επικοινωνίας μαζί τους και προς τούτο ενημερώθηκαν και οι δικηγόροι του αιτητή μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος το οποίο τους απέστειλαν οι δικηγόροι μου στις 04/11/2019 και το οποίο επισυνάπτω ως Τεκμήριο Α. 14. Επίσης ο αιτητής αμφισβητεί την εγκυρότητα των εν λόγω αγοραπωλητηρίων εγγράφων ενώ πρόκειται για έγγραφα δεόντως χαρτοσημασμένα και σφραγισμένα από τις αρμόδιες αρχές. Επομένως είναι προφανές ότι δεν ψεύδομαι και ότι τα όσα παρουσιάζω είναι αληθή». ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους και έτσι η ακροαματική διαδικασία της αίτησης έχει ως βάση τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς που προβλήθηκαν στις ένορκες δηλώσεις (αρχικές και συμπληρωματικές) και στα επισυναπτόμενα σε αυτές τεκμήρια. Τις έχω μελετήσει με προσοχή όπως και τη νομολογία και αυθεντίες στις οποίες με έχουν παραπέμψει από τις οποίες αναδύονται οι αρχές που εφαρμόζονται όταν το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί τέτοιου αιτήματος και τις λαμβάνω υπόψη, όπου κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια θα γίνει ειδική αναφορά σε αυτές. ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΤΙΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΠΟΥ ΤΗΝ ΔΙΕΠΟΥΝ: Οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960)είναι οι ακόλουθες: Α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται o ενάγοντας σε θεραπείες στην αγωγή και Γ) Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση διατάγματος. Οι ανωτέρω αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων υιοθετήθηκαν μεταξύ άλλων στις υποθέσεις Οδυσσέως v. Pieris Estates
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Τσολάκκη και άλλοι v. Στυλιανίδη,
(1992)1 (Β) Α.Α. Δ. 782, Πουργουρίδη v. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, Κυτάλα κ.α. v. Χρυσάνθου,
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 253). Στις περιπτώσεις μονομερών Αιτήσεων πρέπει επίσης να καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος. Περαιτέρω υπάρχει υποχρέωση του αιτητή, όταν ζητά την έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς, να αποκαλύψει όλα τα ουσιώδη γεγονότα (βλ. Στυλιανού v. Στυλιανού,
(1992)1 (Α) Α.Α.Δ. 583). Σε περιπτώσεις δε όπου με μονομερή αίτηση εξασφαλίστηκε προσωρινό διάταγμα, ο αιτητής έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το διάταγμα θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ (Dolego Estates Ltd κ.α. v. Φιλίππου κ.α.,
(1999)1ΑΑΔ 1217). Στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates and Others (πιο πάνω) έχουν τεθεί οι αρχές που διέπουν την έκδοση τέτοιας φύσεως διαταγμάτων και που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Κατά την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η άσκησή της πρέπει να διατηρείται «ελαστική, ελεύθερη, από τυπικούς κανόνες», (βλ. Spidertrade Com Fin. Ltd v. Χατζηγαβριήλ
(2003)1 Α.Α.Δ. 121, απόφαση του Νικολάου, Δ., στη σελίδα 126, καθώς, επίσης, τις υποθέσεις ABP Hold. Ltd v. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 και Seamark Consult. Services Ltd κ.ά. ν. Joseph P. Lasala κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162). Η εν λόγω αρχή, η οποία πηγάζει από το δίκαιο της επιείκειας, υπόκειται, σε κάθε περίπτωση, στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, η οποία ασκείται με αναφορά στην ενώπιόν του σχετική μαρτυρία. α) Η 1η προϋπόθεση «Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση»: Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ότι επιβάλλει οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των δικογράφων. Η έννοια του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, απαιτεί από τον αιτητή να δείξει με την αγωγή του συζητήσιμο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί από το δικαστήριο. Η έννοια του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, (βλ. μεταξύ άλλων Πουργουρίδης ν. Μέζου,
(1994)1 Α.Α.Δ 201). Στην πρώτη προϋπόθεση το δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντος δεν είναι επιπόλαιο και ενοχλητικό. Σύμφωνα με το Άρθρο 2 του Νόμου 14/1960, μία βάση αγωγής, «περιλαμβάvει τo σύvoλov τωv γεγovότωv τωv θεμελιoύvτωv τo αγώγιμov δικαίωμα, περί oυ η αγωγή». Το δε αγώγιμο δικαίωμα, ως έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Bank of Cyprus Ltd v. Ambrosia Oils and Margarine Industry Ltd a. o.
(1986)1 CLR 190 (με αναφορά στην απόφαση του Λ. Δ. Diplock στην υπόθεση Letang v. Cooper [1964] 2 All E.R. 929), είναι μία πραγματική κατάστασης, η ύπαρξης της οποίας, δίδει το δικαίωμα σε ένα πρόσωπο να εξασφαλίσει από το Δικαστήριο θεραπεία, από ένα άλλο πρόσωπο. Στο σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, «Διατάγματα», σελίδες 54 έως 58, έκδοση του 2016 - υπό την θεματική ενότητα «Ύπαρξη Αγώγιμου Δικαιώματος»), με αναφορά στα προαναφερόμενα Άρθρα 31 και 32 του Νόμου 14/1960 και παραπομπή στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Tsiaos v. Kyprianou
(1982)1 CLR 839 και Re Travelwise Ltd,
(1996)1 ΑΑΔ 242 -, σημειώνεται ότι, η άσκηση της πολιτικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, προσδιορίζεται στο Άρθρο 31 του Νόμου 14/1960, το οποίο προβλέπει για την παροχή θεραπείας σε σχέση με την οποιαδήποτε αξίωση στηρίζεται στον νόμο ή τις αρχές της επιείκειας. Όπως σημειώνεται περαιτέρω, δια της προαναφερόμενης πρόνοιας στο Άρθρο 31 του Νόμου 14/1960, «στην ουσία εισάγεται η γενική προϋπόθεση ότι το δικαίωμα το οποίο επικαλείται ο ενάγων θα πρέπει να είναι αναγνωρισμένο είτε από το νόμο ("legal right") είτε από το δίκαιο της επιείκειας ("equitable right"). Θα πρέπει δηλαδή ο ενάγων να ικανοποιήσει ότι έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγομένου.». Όπως (σχετικά) αναφέρθηκε και από τον Κούρρη, Δ, στην προαναφερόμενη υπόθεση Re Travelwise Ltd, «.πρέπει να υπάρχει καλό αγώγιμο δικαίωμα και να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή μεταξύ εκείνου που εξασφαλίζει το διάταγμα και εκείνου εναντίον του οποίου εκδίδεται το διάταγμα». Περαιτέρω στη σελίδα 123 του συγγράμματος «Διατάγματα» (ανωτέρω), υπό την θεματική ενότητα «Σοβαρό Ζήτημα προς εκδίκαση - η πρώτη προϋπόθεση» αναφέρονται τα ακόλουθα: «Το πρώτο ζήτημα στο οποίο το Δικαστήριο θα στρέψει την προσοχή του, είναι αναφορικά με την νομική πτυχή της υπόθεσης. Αναμένεται να εξετάσει κατά πόσο ο ενάγων έδειξε ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. Στα πλαίσια της εξέτασης του, θα ερευνήσει το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα. Θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα του δεν είναι "επιπόλαιο και ενοχλητικό" και ότι θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα των πράξεων του εναγομένου». Με βρίσκει σύμφωνο η θέση της πλευράς του αιτητή ότι εν προκειμένω το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντος είναι απόλυτα ξεκάθαρο και αποκρυσταλλωμένο, ως έχουν εκτεθεί τα γεγονότα στην παρούσα αίτηση, όχι μόνο από τις θέσεις του ίδιου του ενάγοντος, αλλά επιβεβαιώνονται και από τις θέσεις του ίδιου του εναγόμενου, κάτι για το οποίο θα δοθεί η ανάλογη εξήγηση στη συνέχεια της ανάλυσης μου. Τα ακόλουθα γεγονότα ουσιαστικά παρέμειναν ουσιαστικά αναμφισβήτητα: i) Κατά την 13.03.2018 υπεγράφη και συμφωνήθηκε γραπτή συμφωνία αγοράς μετοχών την οποία κατά παραδοχή των δυο πλευρών συνέταξε και ετοίμασε ο Εναγόμενος (βλ. παράγραφο 20 Ε/Δ ημερ. 17.10.19 αιτητή και παράγραφο 21 Ε/Δ ημερ.08.11.19 καθ' ου η αίτηση) ως το Τεκμ. 7 της αίτησης. ii) Μέσω της συμφωνίας, οι διάδικοι συμφώνησαν όπως ο Εναγόμενος πωλήσει στον Ενάγοντα το 50% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας K.K.F. Consulting Office Limited
(132632)για το ποσό των €250.000.-, ποσό το οποίο καταβλήθηκε στον Εναγόμενο ως είχε συμφωνηθεί. iii) Είναι παραδεκτά σημαντικό το γεγονός ότι ο ίδιος ο καθ' ου η αίτηση, που ήταν ο πωλητής, πρότεινε όπως εισαχθεί στη συμφωνία όρος ο οποίος έδιδε το δικαίωμα στον αιτητή που ήταν ο αγοραστής, όπως ζητήσει τα λεφτά που έδωσε στον καθ' ου η αίτηση και όπως ο αιτητής του επιστρέψει ταυτοχρόνως τις μετοχές που έλαβε. (το εν λόγω παραδεκτό γεγονός διαφαίνεται ξεκάθαρα μεταξύ άλλων από τις παραγράφους 21, 22, 23 της Ε/Δ ημερ. 17.10.19 του αιτητή και από τις παραγράφους 19, 20 και 21 της Ε/Δ ημερ. 08.11.19 του καθ' ου η αίτηση). Στη λεπτομέρεια του αμέσως πιο πάνω γεγονότος έγκειται και η επίδικη ουσιαστική διαφορά μεταξύ των διαδίκων. Ο μεν αιτητής υποστηρίζει και ως καταγράφεται και στην επίδικη συμφωνία ότι, δεν είχε τεθεί ο οποιοσδήποτε χρονικός περιορισμός του δικαιώματος απαίτησης επιστροφής των χρημάτων του από τον καθ' ου η αίτηση από την άλλη ο καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι ο όρος επιστροφής των χρημάτων του αιτητή συμφωνήθηκε ότι θα μπορούσε να ενεργοποιηθεί από αυτόν μετά την πάροδο τριών χρόνων από την υπογραφή της συμφωνίας. Εδώ έγκειται και η ουσιαστική διαφορά της παρούσας αγωγής, ως προς το πότε δηλαδή μπορούσε ο ενάγων να απαιτήσει τα χρήματα του πίσω και να επιστρέψει ο ίδιος τις μετοχές στον καθ' ου η αίτηση. Η πρόθεση των δυο μερών επί τούτου διατυπώθηκε με σαφήνεια στον όρο 6.2 της επίδικης συμφωνίας, ο οποίος συνιστά και επί της ουσίας τη θέση του αιτητή, ότι δηλαδή χωρίς χρονικό περιορισμό και ανά πάσα στιγμή θα μπορούσε να απαιτήσει ο αιτητής την εντός 30 ημερών επιστροφή των χρημάτων του. Επομένως είναι ιδιαίτερης σημασίας ο ως άνω όρος της επίδικης συμφωνίας. Προς τούτο θα πρέπει να εξεταστούν οι θέσεις των δύο πλευρών όπως προβάλλονται στις ένορκες δηλώσεις τους. Στην παράγραφο 22 της ΕΔ αιτητή ημερ. 08.11.2019 ο εναγόμενος αναφέρει αυτολεξεί τα ακόλουθα σε σχέση με τον όρο αυτό της συμφωνίας: «Τον ρώτησα επίσης ότι εμένα το μόνο που με ενδιέφερε ήταν να μην είχε αλλαχτεί ο όρος 6.2. αναφορικά με το δικαίωμα επιστροφής των €260.000 στον αιτητή μετά την πάροδο των 3 χρόνων από την υπογραφή της συμφωνίας. Στην πιο πάνω ερώτηση μου ο XXX μου απάντησε ότι δεν είχε αλλαχτεί ο εν λόγω όρος και ότι δεν είχε σε καμία περίπτωση σκοπό να με ξεγελάσει». Στην παράγραφο 12 της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως της κας Πωλίνας Νικολάου ημερ. 05.12.2019, η οποία καταχωρήθηκε δια λογαριασμό του αιτητή, αντικρούεται και απορρίπτεται αυτή η θέση. Εύλογα όμως προκύπτει το ερώτημα, όπως το θέτει εξάλλου και η πλευρά του αιτητή στην αγόρευση της, ότι εφόσον η πρόθεση των δυο μερών είναι κοινώς παραδεκτή για εισαγωγή όρου επιστροφής των χρημάτων του αιτητή και εφόσον κατά τα λεγόμενα πάντοτε του καθ' ου η αίτηση ο ίδιος «ανησυχούσε» εντός εισαγωγικών, για τον όρο αυτό, ρωτώντας μάλιστα, ως ισχυρίζεται, τον πατέρα του αιτητή κατά πόσο τον άλλαξε, γιατί τότε ο ίδιος δεν τον ήλεγξε πριν υπογράψει και μονογράψει την κάθε σελίδα της την επίδικη συμφωνία; Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με αποδεικτικό κανόνα μας, όταν οι διάδικοι επιλέγουν να διατυπώσουν την συμφωνία τους εγγράφως, δεν επιτρέπεται η αποδοχή εξωγενούς μαρτυρίας που αντικρούει ή τροποποιεί τους όρους ενός εγγράφου (βλ. Πολυκάρπου ν. Πολυκάρπου,
(1982)2 CLR 182). Γεγονός παραμένει ότι στην επίδικη συμφωνία προνοείται ό,τι είναι που υποστηρίζει και ο αιτητής, χωρίς ασφαλώς να αποφαίνομαι οριστικά επί του ζητήματος το οποίο θα πρέπει κατά τη νομολογία να αφεθεί να αποφασιστεί κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Ουσιαστικά, η μόνο υπεράσπιση που δύναται να επικαλεστεί ο καθ' ου η αίτηση είναι αυτή της αρχής non est factum, βάσει πάντοτε της μέχρι στιγμής μαρτυρίας του καθ' ου η αίτηση. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Αναστασίου Αναστασία Θεοδόση ή David Guy ν. Χριστίνας Θεοδόση Μιχαηλούδη,
(1998)1 ΑΑΔ 264, επισημάνθηκαν τα εξής σημαντικά, τα οποία είναι απολύτως βοηθητικά για τους σκοπούς της παρούσας αιτήσεως: «Επιβάλλεται στο σημείο αυτό η σύντομη αναφορά μας στο περιεχόμενο και την εμβέλεια της αρχής non est factum. Είναι η υπεράσπιση που αναγνώρισε το κοινό δίκαιο για την απάμβλυνση του αυστηρού κανόνα που ίσχυε για την εκτέλεση των συμβολαίων γνωστών ως deeds. Οι υποχρεώσεις που, τέτοιου είδους πράξεις διαλαμβάνουν, έπρεπε να εκτελεστούν ανεξάρτητα αν η εφαρμογή τους θα προκαλούσε αδικία. Κατά τη νομική γλώσσα της εποχής το υποφέρον μέρος μπορούσε να αντικρούσει την απαίτηση ισχυριζόμενο ότι scriptum predictum non est factum suum. Βασική απόφαση στη διαμόρφωση της αρχής υπήρξε η υπόθεση Foster v. Mackinnon, ανωτέρω. Η απόφαση του δικαστή Byles το 1869 καταθέτει, τρόπον τινά, το θεμέλιο λίθο του δόγματος που επέζησε, επεκτεινόμενο, μέχρι σήμερα: "It seems plain, on principle and on authority, that, if a blind man, or a man who cannot read, or who for some reason (not implying negligence) forbears to read, has a written contract falsely read over to him, the reader misreading to such a degree that the written contract is of a nature altogether different from the contract pretended to be read from the paper which the blind or illiterate man afterwards signs; then, at least if there be no negligence, the signature so obtained is of no force. And it is invalid not merely on the ground of fraud, where fraud exists, but on the ground that the mind of the signer did not accompany the signature; in other words, that he never intended to sign, and therefore in contemplation of law never did sign, the contract to which his name is appended». Στην συνέχεια καταγράφει το Εφετείο: «H Saunders v. Anglia, ανωτέρω, εφαρμόστηκε και στην Avon Finance Co. Ltd. v. Bridger and Another [1985] 2 All E.R. 281, και αφορά την πτυχή της αμέλειας. Η σύνοψη στην σελ. 281 είναι άκρως κατατοπιστική: "The doctrine of non est factum had limited application and could only be relied on by a defendant if he had exercised reasonable care in the circumstances in connection with the transaction. On the facts, it was not possible to find that the defendants had exercised such reasonable care as was appropriate in the circumstances in entering into the transaction. Accordingly, the defendants could not rely on the defence of non est factum; Saunders v. Anglia Building Society [1970] 3 All E.R. 961 applied"». Συναφώς, η μόνη υπεράσπιση την οποία δύναται ουσιαστικά να εγείρει ο εναγόμενος/ καθ' ου η αίτηση, είναι αυτή της αρχής non est factum, η οποία ούτε αυτή τυγχάνει εφαρμογής αφ' ης στιγμής ο καθ' ου η αίτηση εστίασε την προσοχή του, κατά παραδοχή του ιδίου, στον ουσιώδη αυτό όρο και μάλιστα κατά τον ισχυρισμό του ιδίου ρώτησε τον πατέρα του αιτητή εάν τον είχε αλλάξει. Κατά συνέπεια, ένας μέσος συνετός άνθρωπος, ο οποίος μάλιστα είχε την ικανότητα (όπως παραδέχεται ο ίδιος) να συντάξει αυτή τη συμφωνία και μάλιστα επικεντρώθηκε σ' αυτόν τον όρο προ της υπογραφής της, είναι παράδοξο πως δεν επέδειξε το ανάλογο ενδιαφέρον και θα έλεγα την δέουσα επιμέλεια να βεβαιωθεί ότι εισάχθηκε ή έστω παρέμεινε ο χρονικός φραγμός των 3 χρόνων ο οποίος όπως διατείνεται είχε συμφωνηθεί και τον οποίο βέβαια επικαλείται μόνο ο ίδιος. Η προσκόμιση εκ μέρους του δείγματος της συμφωνίας ως το Τεκμ. 4 της ένορκης δήλωσης του, ανυπόγραφης όπως είναι από την πλευρά του αιτητή, ασφαλώς και δεν έχει οποιανδήποτε αποδεικτική αξία. Επομένως, βρίσκω ότι η θέση του αιτητή, ότι ο καθ' ου η αίτηση επιχειρεί να απαλλαγεί των συμβατικών του υποχρεώσεων, προωθώντας τον αστήριχτο και αβάσιμο κατά τα άλλα ισχυρισμό, ότι είχε ουσιαστικά συμφωνηθεί να τεθεί 3ετής χρονικός περιορισμός του δικαιώματος του αιτητή να απαιτήσει τα χρήματα του πίσω, θεωρώντας ο ίδιος απόλυτα λογικό να είχε το άμεσο δικαίωμα να ζητήσει τις μετοχές του πίσω, σύμφωνα με τον όρο 6.1. της συμφωνίας (βλ. Παράγραφο 11 Ε/Δ Πωλίνας Νικολάου ημερ. 05.12.2019) βρίσκω ότι έχει έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης. Και δεν είναι μόνο αυτό, ακόμα και η μετέπειτα στάση του επιτείνει, κατά την αντίληψη μου, την απορία για τον τρόπο αντιμετώπισης του ζητήματος από τον καθ' ου η αίτηση χωρίς ακόμα και σε εκείνο το στάδιο, όταν δηλαδή ο αιτητής ενεργοποίησε το δικαίωμα του στις 3.05.2019 επικαλούμενος τον ως άνω όρο της Συμφωνίας με την επίδοση σε αυτόν της επιστολής απαίτησης (Τεκμ. 11), με σαφές και αυτονόητο περιεχόμενο και ειδική αναφορά στον ίδιον τον όρο 6.2 της Συμφωνίας, δικαιολογώντας τη μη ανησυχία του ισχυριζόμενος ότι: «Εγώ διάβασα την επιστολή αλλά επειδή ήμουν σίγουρος ότι με τη συμφωνία πώλησης μετοχών που υπογράψαμε το δικαίωμα επιλογής του αιτητή να λάβει πίσω το ποσό των €260.000= ενεργοποιείτο μετά την πάροδο 3 χρόνων από την υπογραφή της συμφωνίας, δεν θεώρησα ότι η επιστολή αυτή θα μπορούσε να έχει την οποιανδήποτε νομική ισχύ ή συνέπεια και απλά υπέγραψα ότι την παρέλαβα χωρίς ουσιαστικά να της δώσω την οποιανδήποτε περαιτέρω σημασία». Κρίνω ότι στη βάση των πιο πάνω γεγονότων συντρέχει η 1η προϋπόθεση. β) Η 2η προϋπόθεση «Ορατή πιθανότητα επιτυχίας»: Για την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας (visible chance of success), δηλαδή πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία απαιτείται να αποδειχθεί σύμφωνα με τη νομολογία κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση αλλά κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Louis Vuitton v. Δερμοσάκ κ.α.,
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1453). Ο αιτητής θα πρέπει να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά σίγουρα κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται περισσότερο με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα (evidential strength of the case of the plaintiff).
- i)Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτητής επικαλούμενος την εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση αντισυμβατική συμπεριφορά επικαλούμενος ρητό όρο της μεταξύ τους συμφωνίας αγοράς μετοχών (όρος 6.2) ημερ. 14.03.2018, ως το επισυνημμένο Τεκμ. 7 της αίτησης, όπως και την ενεργοποίηση του (Τεκμ. 11 της αίτησης) την οποία ως παραδέχεται ο ίδιος ο Εναγόμενος ανέγνωσε και υπέγραψε στην παρουσία του ενάγοντος/αιτητή (βλ. παραγράφους 35 και 36 Ε/Δ ημερ. 17.10.19 αιτητή και παραγράφους 46 και 46 Ε/Δ ημερ. 08.11.19 καθ' ου η αίτηση). Περαιτέρω και ειδικά ως προς την εκπλήρωση της προϋπόθεσης αυτής είναι και το γεγονός ότι κατά την 09.10.2019 ο αιτητής επέδωσε μέσω των δικηγόρων του προσωπικά στον καθ' ου η αίτηση επιστολή τερματισμού ημερ. 07.10.2019 σύμφωνα και με τον όρο 5.1. (c), ασκώντας το συμβατικό του δικαίωμα για τερματισμό της συμφωνίας αγοράς μετοχών και καλώντας τον καθ' ου η αίτηση όπως συμμορφωθεί (σχετικές είναι οι παράγραφοι 45 και 46 Ε/Δ ημερ. 07.10.2019 αιτητή, παράγραφος 17 της ΣΕΔ αιτητή και παράγραφος 48 Ε/Δ καθ' ου η αίτηση ημερ. 08.11.2019). Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω εδώ τον όρο τερματισμού στην σελίδα 6 της Συμφωνίας (Τεκμ. 7 αιτήσεως), βάσει του οποίου απεστάλη η επιστολή τερματισμού στον καθ' ου η αίτηση η οποία του επιδόθηκε στις 09.10.2019 ως το Τεκμ. 12 της αίτησης και το οποίο φέρει την υπογραφή του καθ' ου η αίτηση: «ARTICLE V TERMINATION 5.1. Termination. Notwithstanding anything to the contrary contained in this Agreement, this Agreement may be terminated at any time: (
- c)by the Buyer in the event of any material breach of any representation, warranty, covenant or agreement of the Seller contained herein and the failure of the Seller to cure such breach within seven
(7)days after receipt of notice from the Buyer requesting such breach to be cured; or .» Σύμφωνα με τη νομολογία μας το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε εις βάθος εξέταση των επίδικων θεμάτων, εντούτοις, το δικαστήριο θα πρέπει να διακριβώσει κατά πόσο υφίσταται πιθανότητα και μόνο επιτυχίας της αγωγής, με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία, χωρίς να θέτει υψηλά τον πήχη σ' αυτό το στάδιο. Το δικαστήριο έχει κάθε δυνατή ευχέρεια με την εκατέρωθεν ενώπιον του μαρτυρία να σχηματίσει μια εικόνα για τις πιθανότητες επιτυχίας της παρούσας αγωγής. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ήδη εκτεθεί πιο πάνω. Υπό ουσιαστική αμφισβήτηση είναι μόνο ο χρονικός περιορισμός των 3 χρόνων που ισχυρίζεται ο καθ' ου η αίτηση, εν αντιθέσει με το άμεσο δικαίωμα απαίτησης του αιτητή ως αυτό διαφαίνεται άλλωστε και στην ίδια τη Συμφωνία. Το αποκρυσταλλωμένο αγώγιμο δικαίωμα του αιτητή βασίζεται σε συμβατική παραβίαση των όρων της επίδικης Συμφωνίας και ειδικά του ουσιώδους όρου 6.2. όπως και του όρου 5. 1. ( c ) που αφορά τον τερματισμό της σύμβασης. Η ερμηνεία του ουσιώδους όρου 6.2. δύναται να εξαχθεί από την πρόθεση των δυο διαδίκων, πρόθεση η οποία είναι καταγεγραμμένη στην σύμβαση και έδιδε το δικαίωμα στον αιτητή να απαιτήσει τα χρήματα του πίσω πλέον τόκο και ο ίδιος να επιστρέψει τις μετοχές στον καθ' ου η αίτηση. Στην Χατζησωτηρίου Γιολάντα ν. Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Εταιρεία Λτδ,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1406, επισημάνθηκε η αρχή ότι η ερμηνεία των όρων της σύμβασης αποτελεί έργο του δικαστηρίου το οποίο μέσα από το λεκτικό του όρου αναζητεί την πρόθεση των συμβαλλόμενων μερών. Έχοντας τα πιο πάνω υπ' όψιν κρίνω ότι ικανοποιείται και αυτή η προϋπόθεση η ύπαρξη δηλαδή ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής. γ) Η τρίτη προϋπόθεση: «η δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο». Στην υπόθεση M & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. The Timberland Co.
(1997)1 ΑΑΔ 1791, λέχθηκε ότι κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της Δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή. Στην υπόθεση Larticon Co ν. Detergenta Developments Ltd,
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121, λέχθηκε ότι παρεμπίπτον διάταγμα, απαγορευτικό της αποξένωσης ή επιβάρυνσης ακινήτου των εναγομένων ― Δεν είναι αναγκαία η προσαγωγή μαρτυρίας για πρόθεση των εναγομένων για αποξένωση ή επιβάρυνση ― Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος ― Άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 ― Το εν λόγω άρθρο θα πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με τις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, αφού αντιστοιχεί στην τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Υπάρχει ενώπιον του δικαστηρίου μαρτυρία προερχόμενη από τον αιτητή, σύμφωνα με την οποία ο εναγόμενος του υποσχέθηκε ότι περί τα τέλη Σεπτεμβρίου, αρχές Οκτωβρίου θα πωλούσε το ακίνητο στην Απαισιά για να εξοφλήσει τον ενάγοντα. Παρά ταύτα όταν επικοινώνησε ο αιτητής μαζί του στις 04.10.2019 ο καθ' ου η αίτηση του ανέφερε ότι δεν τον ενδιέφερε πλέον τι θα έκανε ο αιτητής, λέγοντας του να πράξει όπως νομίζει. Εξ' ου και με την καταχώρηση της αγωγής ο αιτητής προέβη κατά την καταχώρηση της αγωγής μέσω των δικηγόρων του στα απαραίτητα διαβήματα για εξασφάλιση πιστοποιητικού έρευνας της ακίνητης ιδιοκτησίας του καθ' ου η αίτηση, για να εξετάσει κατά πόσο οι αναφορές του καθ' ου η αίτηση για το ακίνητο στην Απαισιά ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, ανησυχώντας προφανώς για την αποξένωση της περιουσίας του καθ' ου η αίτηση, ένεκα και των προηγούμενων δηλώσεων του καθ' ου η αίτηση στις 04.10.
- Όπως θέτει το ζήτημα η πλευρά του αιτητή στην αγόρευση της αυτό που ουσιαστικά επιδιώκεται μέσω της παρούσας αιτήσεως είναι η οριστικοποίηση των διαταγμάτων εν σχέση με την περιουσία την οποία ο καθ' ου η αίτηση κατέχει προσωπικά. Και τούτο καθώς η προσωπική περιουσία του, συμπεριλαμβανομένου του ακινήτου για το οποίο πληροφόρησε τον αιτητή ότι προτίθετο να πωλούσε, αποκαλύπτεται στην ένορκο δήλωση του καθ' ου η αίτηση, για σκοπούς συμμόρφωσης με τα υπόλοιπα διατάγματα αποκάλυψης που εξέδωσε το δικαστήριο. Ισχυρίζεται δε ο καθ' ου η αίτηση ότι έχει πωλήσει τα ακίνητα του, γεγονός το οποίο αμφισβητείται έντονα από τον αιτητή. Η υπόλοιπη περιουσία του που αποκαλύφθηκε καταδεικνύει μια προβληματική οικονομική κατάσταση (με χρεωστικούς λογαριασμούς και χωρίς υπόλοιπα άλλους. Αυτά ενδυναμώνουν τη θέση του αιτητή ότι είναι απολύτως δίκαιο και εύλογο όπως το δικαστήριο οριστικοποιήσει το διάταγμα για μη αποξένωση α) των δυο ακινήτων τα οποία ευρίσκονται επ' ονόματι του καθ' ου η αίτηση, β) των 50% των μετοχών που κατέχει ο καθ' ου η αίτηση στην εταιρεία, και γ) την μη αποξένωση του οχήματος του Εναγόμενου. Στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Kολλάτου,
(1999)1 ΑΑΔ 1306, το Εφετείο ανέτρεψε την Πρωτόδικη απόφαση ακύρωσης του προσωρινού διατάγματος, οριστικοποιώντας το διάταγμα αναφέροντας ότι η ύπαρξη και κινητής περιουσίας επ' ονόματι του εναγόμενου, πέραν της ακίνητης, δεν αξιολογείται αρνητικά. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «
- Η σκέψη που οδήγησε το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του στηρίχτηκε σε νομικό σφάλμα. Η αίτηση του εφεσείοντα για προσωρινό διάταγμα βασιζόταν και στο άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Η διάταξη αυτή έχει σκοπό να διασφαλίσει στον ενάγοντα την είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους που θα προκύψει από πιθανή επιτυχία του στην αγωγή. Οι διατάξεις του άρθρου κάνουν ουσιαστικά χρήση των ρυθμίσεων που προβλέπονται στον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμο, Κεφ. 224 αναφορικά με τη μεταβίβαση και τη διάθεση ακίνητης ιδιοκτησίας.
- Ενόψει των νομικών αυτών ρυθμίσεων, διάταγμα του Δικαστηρίου που απαγορεύει την αποξένωση ακίνητης ιδιοκτησίας εφαρμόζεται εύκολα και αποτελεσματικά. Αντίθετα δεν υπάρχει οποιαδήποτε παρόμοια διάταξη που να αφορά στην κινητή ιδιοκτησία γενικά. Το γεγονός, επομένως, πως ο εναγόμενος είναι ιδιοκτήτης και κινητής περιουσίας, δεν είναι απόλυτα σχετικό στη λειτουργία του Άρθρου
- Στην υπό εξέταση περίπτωση, έστω και αν αναφερόταν στο Δικαστήριο πως η εφεσίβλητη είχε και ένα αυτοκίνητο τούτο δεν θα μπορούσε να επιδράσει στη διακριτική ευχέρεια, εφόσον η αίτηση στηριζόταν στις διατάξεις του Άρθρου 5 του Κεφ.
- Το εκδοθέν επομένως προσωρινό διάταγμα καθίσταται μόνιμο, μέχρι αποπερατώσεως της εκδίκασης της αγωγής, ή άλλης διαταγής του Δικαστηρίου». Σύμφωνα με τη νομολογία μας δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο για την έκδοση ενός προσωποπαγούς διατάγματος εναντίον του καθ' ου η αίτηση, που αφορά το μερίδιο του πάντοτε επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/10697 ως περιγράφεται στο Τεκμ. 13 της αίτησης. Σχετική είναι η υπόθεση Κυριακίδης ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ,
(2011)1 Β ΑΑΔ 816, όπου το Δικαστήριο είχε δεσμεύσει το μερίδιο του εναγόμενου, παρά το γεγονός ότι δεν ήταν ιδιοκτήτης ολόκληρου του μεριδίου. Ο καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι λαμβάνει ικανοποιητικό μισθό, επισυνάπτοντας κατάσταση απολαβών (Τεκμ. 10 ενστάσεως). Το γεγονός ότι κάποιος εναγόμενος λαμβάνει κάποιο μισθό ή ισχυρίζεται ότι ενδεχομένως να είναι φερέγγυος, ούτε ότι θα λαμβάνει μισθό στο εγγύς μέλλον, αυτό σύμφωνα με την νομολογία σε καμία περίπτωση εξυπακούει ότι δεν θα προκληθεί ζημιά στον ενάγοντα, εάν δεν οριστικοποιηθούν τα διατάγματα. Σχετική είναι η υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. ν. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 317 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των εφεσιβλήτων - αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους, σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους, υπό την ευρύτερη έννοια». Επιπλέον στην υπόθεση Ιερά Μονή Κύκκου διά του Ηγουμένου της Παν. Μητροπολίτη Κύκκου & Τυλληρίας κ.κ. Νικηφόρου ν. White Moon Services Ltd,
(2013)1(Α) ΑΑΔ σελ. 354 το Εφετείο ανέτρεψε την Πρωτόδικη απόφαση όπου απέρριψε την έκδοση διαταγμάτων παγοποίησης των περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων, εκδίδοντας σχετικό διάταγμα παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων μέχρι του ποσού της απαίτησης των εφεσειόντων, διατάγματα τα οποία κάλυπταν ένα ευρύ φάσμα παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων η αξία των οποίων να μην υπερέβαινε το €1.500,000=. Το Εφετείο ανατρέποντας την απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου και σταθμίζοντας υπό τις περιστάσεις τα ενώπιον του δεδομένα, εξέδωσε το διάταγμα περιορίζοντας ως το ίδιο έκρινε σκόπιμο και δίκαιο την εμβέλεια του διατάγματος. Στην εν λόγω απόφαση λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ενόψει των πιο πάνω και αφού σταθμίσαμε όλους τους παράγοντες και τα στοιχεία που έχουμε ενώπιον μας θεωρούμε δίκαιο τον παραμερισμό της πρωτόδικης ενδιάμεσης απόφασης και αποφασίζουμε την έκδοση διατάγματος με το οποίο απαγορεύεται στους εφεσίβλητους να αποξενώσουν, διαθέσουν ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο επιβαρύνουν ή περαιτέρω επιβαρύνουν οποιαδήποτε περιουσία την οποία κατέχουν ή στην οποία δικαιούνται άμεσα ή έμμεσα ή στην οποία έχουν συμφέρον εφόσον η καθαρή αξία της δεν θα υπερβαίνει αθροιστικά το ποσό του €1.000.000 μέχρι τελικής ακρόασης της υπό αναφορά αγωγής αρ. 1068/2011 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ή μέχρι νεότερης διαταγής του δικαστηρίου που επιλαμβάνεται της εν λόγω αγωγής. Νοείται ότι το παρόν διάταγμα δεν θα εμποδίζει λογικές δαπάνες προς κάλυψη των απαραίτητων μόνο λειτουργικών αναγκών των εφεσιβλήτων». Επομένως το δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια αλλά και εξουσία, να εκδώσει το κατάλληλο διάταγμα, που να διασφαλίζει την ικανοποίηση τυχόν απόφασης υπέρ του ενάγοντος. Θα με απασχολήσει στη συνέχεια επί μέρους το ζήτημα των ακινήτων που είναι εγγεγραμμένα επ' ονόματι του εναγόμενου εν' όψει των ισχυρισμών του καθ' ου η αίτηση. Δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι δύο ακίνητα όπως αυτά με λεπτομέρεια περιγράφονται στην αίτηση, σύμφωνα με τα στοιχεία που τηρούνται στο κτηματολόγιο εξακολουθούν να είναι εγγεγραμμένα επ' ονόματι του καθ' ου η αίτηση και αυτά είναι ελεύθερα εμπραγμάτων βαρών σύμφωνα και με το πιστοποιητικό έρευνας που εξασφάλισε ο αιτητής πρόσφατα (Τεκμ. 13) της αίτησης. Ο καθ' ου η αίτηση παρουσίασε ως προς το ζήτημα αυτό μια διαφορετική θέση η οποία εν ολίγοις συνίσταται στο ότι έχει πωλήσει τα εν λόγω ακίνητα σε αλλοδαπά πρόσωπα και προς τούτο παρουσίασε φωτοαντίγραφα των πωλητηρίων εγγράφων ως Τεκμ. 11 και 13 στην ένστασή του. Ισχυρίζεται επί πλέον ότι έχει λάβει ολόκληρο το τίμημα τους χωρίς αυτά έκτοτε να κατατεθούν στο κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης αλλά ούτε και να μεταβιβαστούν επ' ονόματι των αγοραστών. Ο καθ' ου η αίτηση υποστηρίζει ότι δεν ήταν δική του υποχρέωση να καταθέσει τα πωλητήρια στο κτηματολόγιο αλλά των αγοραστών- κάτι που ως ισχυρίζεται δεν γνώριζε ο ίδιος αν το έκαναν - και ως προς τη μη μεταβίβασή τους ότι δεν τους βρίσκει καθ' ότι απουσιάζουν στο εξωτερικό. Υπάρχει βέβαια έντονη αμφισβήτηση των ως άνω ισχυρισμών εκ μέρους του αιτητή ο οποίος προβάλλει ότι δεν αποτελούν παρά μόνο ισχυρισμούς του ίδιου του καθ' ου η αίτηση και αμφισβητεί επί πλέον και τα αποδεικτικά στοιχεία που παραθέτει χαρακτηρίζοντας τα ως εικονικά, όπως είναι τα αντίγραφα των πωλητηρίων τα οποία έχουν χαρτοσημανθεί και τα εμβάσματα πληρωμών στον λογαριασμό του (παρ. 22,23 και 24 της ΣΕΔ της κας ΧΧΧ Νικολάου. Ως προς το πιο πάνω αμφισβητούμενο ζήτημα είναι γεγονός ότι δεν τέθηκε ενώπιον μου ικανοποιητική και αναντίλεκτη μαρτυρία από τον καθ' ου η αίτηση για το κατά πόσο δηλαδή οι συμφωνίες πώλησης των ακινήτων εξακολουθούν να είναι σε ισχύ και αν πράγματι τα χρήματα που παρουσιάζει ότι έχουν εμβαστεί στον λογαριασμό του (Τεκμ.12), αφορούσαν αυτές τις συμφωνίες και τούτο ενόψει της αναντίλεκτης μαρτυρίας από την άλλη που συνίσταται στο πιστοποιητικό έρευνας του κτηματολογίου και το οποίο άλλα δεικνύει. Πέραν των πιο πάνω δεν μπορεί παρά να επισημανθεί μια εγγενής αντίφαση στα όσα επί του προκειμένου ισχυρίζεται ο καθ' ου η αίτηση. Ισχυρίζεται ότι έχει προβεί σε διαδικασίες διαχωρισμού των οικοπέδων που αντιστοιχούν στο ένα ακίνητο, ως περιγράφει στην παράγραφο 61 της αρχικής ενόρκου δηλώσεως του, ενώ στην παράγραφο 62 της ενόρκου δηλώσεως του αναφέρει ότι δεν έχουν εκδοθεί ακόμη ξεχωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας. Στη ΣΕΔ του (παρ. 16),ο καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι δεν έχει οποιαδήποτε στοιχεία επικοινωνίας με τους κατ' ισχυρισμό αγοραστές των κτημάτων παρόλο που προέβη, ως ισχυρίζεται σε διαδικασίες διαχωρισμού του κτήματος σε οικόπεδα και έκδοσης χωριστών τίτλων ιδιοκτησίας, και όλα αυτά χωρίς και πάλι να προσκομίζει οποιοδήποτε προς τούτο αποδεικτικό στοιχείο. Σε κάθε περίπτωση η εικόνα του κτήματος όπως παρουσιάζεται στο κτηματολόγιο, δεν είναι αυτή που περιγράφει ο καθ' ου η αίτηση και ο ισχυρισμός ότι δεν έχει στοιχεία επικοινωνίας με τους αγοραστές, δεν μπορεί να οδηγήσει αποτρεπτικά ως τέτοιος παράγοντας, επηρεασμού δηλαδή τρίτων και επομένως καμιά επίδραση δεν μπορεί να ενέχει στην απόφαση μου στα πλαίσια ασφαλώς της παρούσας αίτησης. Δεν μπορεί δε να παραμείνει ασχολίαστο και το γεγονός ότι ο καθ' ου η αίτηση παρουσίασε ως Τεκμ. 12 στην ένσταση του κατάσταση ενός τραπεζικού λογαριασμού και επί του οποίου εμφαίνονται δύο εμβάσματα για το συνολικό ποσό των €260.000= και τον οποίο ο καθ' ου η αίτηση παρέλειψε να αποκαλύψει συμμορφούμενος με διάταγμα του δικαστηρίου με την ένορκη δήλωσή του της 30.10.2019 χωρίς να δίδει οποιανδήποτε εξήγηση για τη μη αποκάλυψη του. Το γεγονός αυτό επιτείνει το φόβο που εκφράζει η πλευρά του αιτητή για αποξένωση περιουσιακών στοιχείων του καθ' ου η αίτηση. Αυτό παραπέμπει στην γνωστή υπόθεση Phasarias Ltd v. Σκυροποιία Λεωνίκ Λτδ,
(2001)1 Β ΑΑΔ 785 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Παρεμπίπτον διάταγμα, απαγορευτικό της αποξένωσης ή επιβάρυνσης ακινήτου των εναγομένων ― Δεν είναι αναγκαία η προσαγωγή μαρτυρίας για πρόθεση των εναγομένων για αποξένωση ή επιβάρυνση ― Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος ― Η οικονομική δυνατότητα των εναγομένων, δεν παρέχει αφ' εαυτής τα εχέγγυα ικανοποίησης πιθανής δικαστικής απόφασης ― Η μεγάλη διαφορά μεταξύ της αξίας του ακινήτου και της αξίωσης, δεν συνιστά εμπόδιο στην έκδοση τέτοιου παρεμπίπτοντος διατάγματος ― Άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6». Στην Μελανθίου, ως πληρ. Αντιπρ. του Γ. Μελανθίου v. Μελανθίου
(2011)1 (Γ) ΑΑΔ σελ. 2342 επισημάνθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τη φύση του διατάγματος σε βάρος ακινήτου: «Το προσωρινό διάταγμα δεν συνιστά εμπράγματο βάρος επί του ακινήτου (in rem) στο οποίο αναφέρεται, αλλά προσωποπαγή υποχρέωση του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται το διάταγμα, στο οποίο (πρόσωπο) απαγορεύει από του να πράξει κάτι (in personam)». Στην προκείμενη περίπτωση όπως θέτουν το ζήτημα οι ευπαίσευτοι συνήγοροι του αιτητή στην αγόρευση τους, αυτό που επιδιώκεται είναι να διαταχθεί ο καθ' ου η αίτηση να μην αποξενώσει τα δυο ακίνητα, να μην μεταβιβάσει το όχημα του ως επίσης και τα πενιχρά χρηματικά ποσά στους προσωπικούς καταθετικούς του λογαριασμούς που αποκάλυψε ο ίδιος. Στην πρόσφατη επίσης απόφαση στην υπόθεση Αντώνης και Φουλής Μιχαήλ Λτδ v. Ιωαννίδη, Πολ. Έφεση Αρ. Ε44/2014 ημερ. 16.07.2019 ζήτημα της έκδοσης ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων που σκοπό έχουν την μη αποξένωση περιουσίας το Εφετείο παρά του ότι επικρότησε την προσέγγιση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την ικανοποίηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, επισημαίνοντας ότι ορθά το Πρωτόδικο διέβλεψε την δυσκολία να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, συνεκτιμώντας την βασιμότητα του κινδύνου ότι τυχόν απόφαση υπέρ του Ενάγοντα Εφεσίβλητου θα παρέμενε ανικανοποίητη στη βάση επίσης του κινδύνου αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων του Εναγόμενου, εντούτοις ακύρωσε το διάταγμα για τον ιδιαίτερο λόγο, ο οποίος διαφοροποιείται με την παρούσα υπόθεση ότι εκεί υπήρξε παραδεκτό γεγονός ενώ στην παρούσα αμφισβητείται έντονα, ότι το αντικείμενο του απαγορευτικού διατάγματος ήτοι δυο διαμερίσματα είχαν πωληθεί σε τρίτα πρόσωπα. Παρόλα αυτά το Πρωτόδικο Δικαστήριο, παρά το γεγονός ότι και οι δυο πλευρές συμφωνούσαν ότι είχε πωληθεί το αντικείμενο του διατάγματος σε τρίτα πρόσωπα, παρά ταύτα με καθοδήγηση από την υπόθεση Μελανθίου (ανωτέρω), θεώρησε ότι το διάταγμα όντας προσωποπαγές, έκρινε ότι δεν ήτο αναγκαίο να επιδοθεί η αίτηση στα τρίτα πρόσωπα, ήτοι τους αγοραστές, τα οποία θεώρησε δεν επηρεάζοντο. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Στην υπό κρίση περίπτωση, παρεμβάλλεται ένα ιδιαίτερο, παραδεκτό τελικά, γεγονός: Τα δύο διαμερίσματα, τα οποία και αποτελούν το αποκλειστικό αντικείμενο του επίδικου διατάγματος, είχαν πωληθεί το 2005, ήτοι σε χρόνο πολύ προγενέστερο της γένεσης του όποιου αγώγιμου δικαιώματος, σε τρίτα πρόσωπα. Οι αγοραστές εξόφλησαν ολόκληρο το τίμημα αγοράς και είναι πλέον οι κάτοχοι των υπό αναφορά ακινήτων, η μεταβίβαση των οποίων δεν έχει ακόμη συντελεσθεί, παρά το ότι σχετικοί τίτλοι έχουν ήδη εκδοθεί. Το πρωτόδικο Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφασή του (ex tempore) ημερομηνίας 9.1.2014, εξέτασε ζήτημα κατά πόσο θα έπρεπε οι αγοραστές και κάτοχοι των υπό αναφορά διαμερισμάτων να ειδοποιηθούν, ούτως ώστε να λάβουν μέρος στη διαδικασία ακρόασης της αίτησης προς οριστικοποίηση των επίδικων διαταγμάτων. Έκρινε, με αναφορά στην απόφαση Μελανθίου ν. Μελανθίου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2342, ότι υπό τις περιστάσεις δεν καθίστατο αναγκαία η συμμετοχή των εν λόγω προσώπων στην όλη διαδικασία. Επίσης στην προσβαλλόμενη ενώπιόν μας απόφαση, αφού εξετάσθηκε η συνδρομή της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν.14/60 και προτού υπεισέλθει το πρωτόδικο Δικαστήριο στην εξέταση κατά πόσο ήταν εύλογο και δίκαιο να οριστικοποιήσει το επίδικο διάταγμα, αναφέρθηκε στη θέση των Εφεσειόντων ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να μείνει σε ισχύ, δεδομένου ότι τα ακίνητα που αφορούσε είχαν ήδη προ πολλού πωληθεί και τα κατείχαν τρίτα πρόσωπα. Παραπέμποντας και πάλι στη Μελανθίου (ανωτέρω), έκρινε ότι δεν επηρεάζονταν τα δικαιώματα των αγοραστών των δύο διαμερισμάτων, αφού το προσωρινό διάταγμα δεν συνιστά εμπράγματο βάρος επί του ακινήτου (in rem) εις το οποίο αναφέρεται, αλλά προσωπαγή υποχρέωση του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται (in personam) και στο οποίο απαγορεύει τη διενέργειας κάποιας πράξης. Τα όσα καλύπτει η απόφαση Μελανθίου (ανωτέρω) δεν επιδρούν, υπό το φως των γεγονότων, στην υπό κρίση περίπτωση. Ναι μεν το επίδικο παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα συνιστούσε προσωποπαγή υποχρέωση των προσώπων στα οποία απευθυνόταν και στα οποία απαγόρευε τη διενέργεια συγκεκριμένων πράξεων σε αναφορά με τα δύο διαμερίσματα, πλην όμως, εν προκειμένω, στόχος της έκδοσης των υπό αναφορά διαταγμάτων ήταν η διαφύλαξη των συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων προς τον σκοπό τελικής ικανοποίησης τυχόν απόφασης που ήθελε εκδοθεί προς όφελος του Εφεσίβλητου - ενάγοντα. Συνακόλουθα, από τα ίδια τα παραδεκτά γεγονότα προέβαλλε ως αδιαμφισβήτητο γεγονός ο άμεσος, καταλυτικός, επηρεασμός των δικαιωμάτων τρίτων προσώπων από την έκδοση του επίδικου διατάγματος. Ήταν, υπό τις συνθήκες, απαρέγκλιτα επιτακτική η ανάγκη αλλά και η υποχρέωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, να σταθμίσει το πιο πάνω στοιχείο, ούτως ώστε να ήταν σε θέση να απονείμει πλήρη δικαιοσύνη κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο και να εξαλειφθεί ο κίνδυνος αδικίας και μάλιστα σε σχέση με τρίτα πρόσωπα τα οποία δεν είχαν λάβει μέρος στην όλη διαδικασία». Είναι φανερή η ειδοποιός διαφορά της πιο πάνω νομολογίας με την παρούσα υπόθεση έγκειται στο γεγονός ότι εν προκειμένω αμφισβητείται η πώληση των δυο ακινήτων ιδιοκτησίας του εναγομένου. Στην πιο πάνω απόφαση του Ανωτάτου, εφόσον υπήρχε παραδοχή της πώλησης του αντικειμένου του διατάγματος, το Πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε να διατάξει την επίδοση της αίτησης προς έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος. Στην παρούσα υπόθεση δεν υφίσταται παραδεκτό γεγονός αλλά ως είναι και καταγεγραμμένο σε πρακτικά του δικαστηρίου οι συνήγοροι του αιτητή είχαν δηλώσει και πρόθεση να επιδώσουν την αίτηση στα κατ' ισχυρισμό τρίτα πρόσωπα, νοουμένου ασφαλώς ότι ο καθ' ου η αίτηση τους έδιδε τέτοιες πληροφορίες αναφορικά με τα στοιχεία επικοινωνίας των κατ' ισχυρισμό του αγοραστών. Καταλήγω ότι εφόσον αμφισβητείται στην παρούσα υπόθεση η ύπαρξη αγοραστών ή/και η εγκυρότητας των αγοραπωλητηρίων εγγράφων, παρέχεται πλέον ευχέρεια στο δικαστήριο να απαγορεύσει στον καθ' ου η αίτηση να αποξενώσει τα δυο του ακίνητα, όπως τουλάχιστον εμφανίζονται στο επίσημο αρχείο του κράτους, στο Κτηματολόγιο, και τα λοιπά του περιουσιακά στοιχεία όπως αυτά έχουν αποκαλυφθεί με την ένορκη δήλωση αποκάλυψης του ημερ. 30.10.
- Ακόμα όμως και αν ακόμα υφίστανται πράγματι αγοραστές αυτοί δεν εμποδίζονται να καταθέσουν τις συμβάσεις τους κατόπιν εξασφάλισης άδειας από το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 12 του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος του 2011 (Ν. 81(I)/2011), καθότι το επιδιωκόμενο διάταγμα μη αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων του καθ' ου η αίτηση είναι προσωποπαγές και αφορά τον ίδιο αποκλειστικά. Είναι δε ορατός ο κίνδυνος, εάν ήθελε επιβεβαιωθεί η θέση του αιτητή περί μη ύπαρξης αγοραστών και δεν οριστικοποιηθεί το διάταγμα μη αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων του καθ' ου η αίτηση, αποξένωσης των δύο ακινήτων που είναι ουσιαστικά το μόνο περιουσιακό του στοιχείο, με κίνδυνο να παραμείνει ανικανοποίητη τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ του αιτητή. Ούτε και έχει προβληθεί οποιοσδήποτε απτός κίνδυνος εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση ότι θα επηρεαστεί ο ίδιος δυσμενώς από την οριστικοποίηση των διαταγμάτων. Ούτε και έχει καταδειχθεί με σαφή μαρτυρία η επάρκεια της θεραπείας αποζημίωσης στη βάση του άρθρου 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6) σε συνάρτηση ασφαλώς της πιθανότητας ο αιτητής να παρεμποδιστεί να εκτελέσει την απόφαση του. Σε σχέση με τον ισχυρισμό της πλευράς του καθ' ου η αίτηση ότι ο αιτητής σκόπιμα απέκρυψε ουσιώδη στοιχεία τα οποία άπτονται του Πιστοποιητικού Έρευνας που εξασφάλισε από τον Έφορο Εταιρειών, πέραν των όσων δικαιολογεί η πλευρά του αιτητή ότι πρόκειται περί καλόπιστου λάθους και υπό την πίεση του χρόνου το οποίο οφείλεται στους υπαλλήλους του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί τον αιτητή, το σημαντικό είναι ότι το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντος ήταν ήδη ξεκάθαρο και απόλυτα προσδιορισμένο όταν διεξήχθη η έρευνα στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και η βάση της αγωγής του ενάγοντος ασφαλώς δεν είναι η μη μεταβίβαση των μετοχών επ' ονόματι του ενάγοντος, για μια εταιρεία για την οποία ο εναγόμενος του παρουσίασε μια πλασματική εικόνα. Είναι ξεκάθαρο ότι η βάση αγωγής του ενάγοντος είναι η παράβαση των όρων της συμφωνίας με την παραγνώριση της γραπτής απαίτησης και ο επακόλουθος τερματισμός της. Επομένως δεν συμφωνώ με την εισήγηση των ευπαιδεύτων συνηγόρων του καθ' ου η αίτηση ότι υπήρξε σκόπιμη απόκρυψη ουσιωδών στοιχείων από τον αιτητή. Ούτως ή άλλως το στοιχείο αυτό δεν θα άλλαζε τα επίδικα ζητήματα ούτε και θα μπορούσε από μόνο του να ήταν ο καθοριστικός λόγος για τον οποίο και εκδόθηκαν μονομερώς τα επίδικα απαγορευτικά διατάγματα και κατά συνέπεια η ικανοποίηση των απαιτούμενων προϋποθέσεων. Εξάλλου προηγούμενες ενέργειες του αιτητή και των δικηγόρων του και διά της επιστολής απαίτησης επιστροφής των χρημάτων του η οποία παραδόθηκε στον καθ' η αίτηση ήδη από τον Μάιο του 2019 και η επιστολή τερματισμού η οποία του επιδόθηκε στην βάση της παράβασης του όρου 6.
- της επίδικης συμφωνίας, έθεσαν τις βάσεις για την έγερση της αγωγής και διεκδίκηση των αξιώσεων του και αυτά λαμβάνοντας περαιτέρω υπ' όψιν ότι η έρευνα στο Τμήμα του Εφόρου Εταιρειών έγινε μόλις την ημέρα καταχώρησης της αγωγής και μια ημέρα πριν την καταχώρηση της μονομερούς αίτησης και αυτή είναι φανερόν ότι δεν καταχωρίστηκε απλώς και μόνον λόγω μη μεταβίβασης των μετοχών επ' ονόματι του. Όπως δε θέτουν το ζήτημα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του αιτητή που με βρίσκει σύμφωνο είτε είχε γίνει η μεταβίβαση των μετοχών είτε όχι δεν ήταν εκεί που εστιάζεται το ουσιαστικό παράπονο του ενάγοντος αλλά η μη συμμόρφωση του καθ' ου η αίτηση με την ενεργοποίηση του όρου 6.2 της συμφωνίας τους για άμεση επιστροφή των χρημάτων στον ενάγοντα και την ταυτόχρονη εκ μέρους του επιστροφή των μετοχών επ' ονόματι του εναγόμενου. Στη βάση όλων των πιο πάνω βρίσκω ότι εκπληρούται και η 3η ως άνω προϋπόθεση. Σε περίπτωση που τηρούνται τα πιο πάνω σύμφωνα με τη νομολογία μας το δικαστήριο προχωρεί στην την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας (balance of convenience) (Halsbury's Laws of England 4th ed. (Reissue) Vol 24 Paragraph 856 και American Cynamid Co. v Ethicon Ltd. [1975] A.C. 396 εις την οποία τέθηκαν σχετικές αρχές οι οποίες υιοθετήθηκαν σε σειρά Κυπριακών αποφάσεων (βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v
- Muskita - Aluminium Co Limited
- Muskita Aluminium Industries Ltd.
(2002)1 (Δ) ΑΑΔ σελ. 2015). Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου είναι ευρεία σε τέτοιας φύσης αιτήσεις. Αφ' ης στιγμής ο καθ' ου η αίτηση δεν προβάλει κάποιο ιδιαίτερο λόγο για τον οποίο θα επηρεαστούν τα δικαιώματα του σε περίπτωση που του απαγορευτεί να αποξενώσει τα ακίνητα, πέραν του αντικρουόμενου ισχυρισμού περί πώλησης του, ο ίδιος προσωπικά δεν επηρεάζεται ή καλύτερα, όπως επίσης δεν προβάλλει κάποιο λόγο, ούτε και την αξία του οχήματος του που αποκάλυψε στην Ε/Δ του προς συμμόρφωση. Εξάλλου ακόμα και οι πιστωτικοί λογαριασμοί του παρουσιάζουν πενιχρά πιστωτικά υπόλοιπα τα οποία δεν μπορούν να επηρεάσουν σε δυσμενή βαθμό τον καθ' ου η αίτηση. Τουναντίον σε περίπτωση που δεν οριστικοποιηθούν τα διατάγματα ο κίνδυνος να παραμείνει ανικανοποίητη η τυχόν έκδοση δικαστικής απόφασης υπέρ του αιτητή είναι ορατός. Ο αιτητής αποτάθηκε άμεσα στο δικαστήριο για διασφάλιση και προστασία των δικαιωμάτων του, με την αποστολή της επιστολής τερματισμού. Σύμφωνα με το άρθρο 9 του Κεφαλαίου 6 διατάγματα δύνανται να εκδοθούν χωρίς ειδοποίηση, εάν δικαιολογείται το κατεπείγον και εν προκειμένω οι ενέργειες του καθ' ου η αίτηση και οι αναφορές του προς τον αιτητή τον οδήγησαν στο να αποταθεί άμεσα στο δικαστήριο. Προηγουμένως ο εναγόμενος εύρισκε, ως αναφέρει ο αιτητής, διάφορες προφάσεις για δήθεν έκδοση μερισμάτων προς όφελος του και του υποσχέθηκε ότι θα πωλούσε ένα εκ των δυο ακινήτων του για να καταβάλει τα χρήματα πίσω στον αιτητή. Στην υπόθεση Αντώνης και Φουλής Μιχαήλ Λτδ ν. Ιωαννίδη (πιο πάνω) επισημάνθηκαν τα εξής: «Όπως ήδη λέχθηκε, ο Εφεσίβλητος προχώρησε στην καταχώρηση της αίτησης προς εξασφάλιση των επιδίκων διαταγμάτων πέντε περίπου μήνες μετά την καταχώρηση της αγωγής. Στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την μονομερή αίτηση αιτιολογεί την παρέλευση του χρονικού αυτού διαστήματος με αναφορά σε διαπραγματεύσεις που λάμβαναν χώραν μεταξύ των διαδίκων προς εξώδικη διευθέτηση, παρέχοντας λεπτομέρειες ως προς τις ημερομηνίες των συναντήσεων και το περιεχόμενο των συζητήσεων». Eνόψει των γεγονότων της υπόθεσης δεν διακρίνω οποιαδήποτε καθυστέρηση εκ μέρους του αιτητή στο να προβεί στο παρόν διάβημα. Κατάληξη: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι πληρούνται στην παρούσα υπόθεση πλήρως και σωρευτικά και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 ενώ το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει καταφανώς υπέρ του αιτητή, για τούτο ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια προχωρώ στην οριστικοποίηση τα αιτούμενων διαταγμάτων υπ' αριθμό 1 - 4 στα οποία θα συμπεριληφθούν και τα περιουσιακά του στοιχεία που αποκάλυψε με την ένορκη δήλωσή του ημερ. 30.10.2019 στη βάση του αιτητικού 5 της αίτησης. Τα έξοδα: Επιδικάζονται έξοδα υπέρ του ενάγοντος/ αιτητή και εναντίον του εναγομένου/ καθ' ου η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλτή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο