← Κύπρος

PRIME INSURANCE COMPANY LIMITED ν. ASFALISTIKOS AETOS AGENTS & CONSULTANTS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής:5939/2012, 24/1/2020

PRIME INSURANCE COMPANY LIMITED ν. ASFALISTIKOS AETOS AGENTS & CONSULTANTS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής:5939/2012, 24/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A33 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:5939/2012 ΜΕΤΑΞΥ: ASFALISTIKOS AETOS AGENTS & CONSULTANTS LIMITED Ενάγουσας και PRIME INSURANCE COMPANY LIMITED Εναγόμενης ΚΑΙ ΕΞ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:5939/2012 ΜΕΤΑΞΥ: PRIME INSURANCE COMPANY LIMITED Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσας και

  1. ASFALISTIKOS AETOS AGENTS & CONSULTANTS LIMITED
  2. XXX Πανοσίου
  3. XXX Κωνσταντίνου Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων Ημερομηνία: 24 Ιανουαρίου, 2020 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα/εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους 1 και 3: Η κα Ε. Ιωάννου για κ. Μ.Β. Ιωάννου Για την εναγόμενη/ εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα: Ο κ. Χρ. Χρυσάνθου για Λ. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι εκατέρωθεν αξιώσεις σύμφωνα με τα δικόγραφα: H ενάγουσα και εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1 (στη συνέχεια «η ενάγουσα»), επιρρίπτοντας την ευθύνη για παραβίαση της μεταξύ τους σύμβασης ασφαλιστικού πράκτορα (σύμβαση διεξαγωγής ασφαλιστικών εργασιών διαμεσολάβησης έναντι συμφωνηθείσης αμοιβής αορίστου διάρκειας) στην ασφαλιστική εταιρεία εναγόμενη και εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα (στη συνέχεια «η εναγόμενη»), και ταυτόχρονα της παραβίασης εκ μέρους της δεύτερης των όρων των ασφαλιστηρίων των ασφαλισμένων προσώπων υπό αυτής διά της διαμεσολάβησης της, όπως και των υποσχέσεων που της έδωσε αξιώνει δε δήλωση του δικαστηρίου ότι το Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου (στη συνέχεια «το Γραμμάτιο» με ημερομηνία 22.03.2012), το οποίο υπέγραψε προς όφελος της εναγόμενης είναι άκυρο γιατί η υπογραφή του επετεύχθη συνεπεία εξαναγκασμού και/ή απάτης και/ή υπό περιστάσεις αναγόμενες εις εξαναγκασμό ή απάτη και/ή είναι άνευ ανταλλάγματος. Περαιτέρω αξιώνει δήλωση του δικαστηρίου ότι οι δύο επιταγές τις οποίες η ενάγουσα εξέδωσε μεταχρονολογημένες και παρέδωσε στην εναγόμενη για το ποσό των €5.000,00 η κάθε μια, είναι άκυρες γιατί η έκδοση και παράδοση τους επετεύχθη συνεπεία εξαναγκασμού και απάτης. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι συνεπεία των ως άνω υπέστη ζημιές συνολικού ποσού €187.690,88σ. τις οποίες αξιώνει από την εναγόμενη και τις οποίες διακρίνει ως ακολούθως: (α) Ποσό €77.690,88σ. το οποίο κατέβαλε η ενάγουσα προς την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία από τον Απρίλιο του 2012 μέχρι και τον Νοέμβριο του 2012 δυνάμει του Γραμματίου ημερ. 22.03.
  4. (β) Ποσό €50.000,00 ως ζημιά την οποία υπέστη η ενάγουσα λόγω της άρνησης της εναγόμενης να εκδώσει έγκαιρα ασφαλιστικά συμβόλαια. (γ) Ποσό €60.000 ως ζημιά την οποία υπέστη η ενάγουσα λόγω της αδυναμίας της να εισπράξει υπόλοιπα ποσά από τους πελάτες της λόγω της ακύρωσης των ασφαλιστηρίων από την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία. Από την άλλη, η εναγόμενη, ενώ παραδέχεται στην υπεράσπισή της την ύπαρξη της ως άνω σύμβασης, κάνοντας αναφορά και αυτή σε όρους της προβάλλει τη θέση ότι είχε επισημάνει στην ενάγουσα ότι ο δείκτης ζημιών του χαρτοφυλακίου της ήταν ψηλός και δεν τηρούσε τα πιστωτικά της όρια με αποτέλεσμα να της οφείλει πολλά ποσά. Την προέτρεψε να συνάψει συμφωνία με άλλη ασφαλιστική εταιρεία για να μπορέσει να μεταβιβάσει απρόσκοπτα το χαρτοφυλάκιο της. Ειδικά ως προς την μεταγενέστερη προφορική συμφωνία που επικαλείται η ενάγουσα, είναι η θέση της ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και αποτελεί κατασκευασμένο και εκ των υστέρων ισχυρισμό για να αποφύγει να πληρώσει το ποσό του Γραμματίου. Πέραν δε της άρνησης των αξιώσεων της ενάγουσας, πρόβαλε μια εντελώς διαφορετική εκδοχή ως προς τα γεγονότα που την οδήγησαν στον τερματισμό της μεταξύ τους συνεργασίας, όπως ότι η ακύρωση αριθμού ασφαλιστικών συμβολαίων πελατών της ενάγουσας έγινε στα πλαίσια των όρων των ασφαλιστικών συμβολαίων με τη δέσμευση έναντι των ασφαλισμένων της επιστροφής των ασφαλίστρων που κατέβαλαν στην ενάγουσα, τα οποία παράνομα κατακράτησε η ενάγουσα και δεν τα απέδωσε στην εναγόμενη. Η δε έκδοση των επιταγών εκ μέρους της ενάγουσας ήταν για νόμιμη αιτία και παράνομα προχώρησε η ενάγουσα στην παρεμπόδιση της πληρωμής τους. Η εναγόμενη ανταπαιτεί με το δικόγραφο της από την ενάγουσα τα ποσά των €97.103,70σ. δυνάμει υπολοίπου γραμματίου και €61.499,56σ. υπόλοιπο λογαριασμού πλέον τους τόκους τους που όφειλε η ενάγουσα σε αυτήν και το οποίο συνιστούσε υπέρβαση του πιστωτικού της ορίου και για το οποίο είχαν συμφωνήσει να υπογράψουν Γραμμάτιο προς όφελος της εναγόμενης το οποίο θα ήταν πληρωτέο διά μηνιαίων δόσεων εκ €9.711,36σ. ώστε η εναγόμενη να εκδώσει βεβαίωση ότι η ενάγουσα δεν της όφειλε οποιοδήποτε ποσό για να μπορέσει να εγγραφεί στον Έφορο Ασφαλιστικών Εταιρειών ως ασφαλιστικοί πράκτορες. Το Γραμμάτιο έφερε τόκο 5.5% πληρωτέο διά της ως άνω δόσεως αρχής γενομένης από την 15.04.
  5. Προέβλεπε ότι καθυστέρηση πληρωμής πέραν των 5 ημερών καθιστούσε το υπόλοιπο ποσό ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Οι επίδικες επιταγές δεν εκδόθηκαν έναντι του Γραμματίου αλλά έναντι του χρεωστικού υπολοίπου των εναγόντων και για το Γραμμάτιο εξακολουθεί να οφείλει το ποσό των €97.103,70σ. Με την υπογραφή της ως άνω σύμβασης ανοίχθηκε λογιστική μερίδα επ' ονόματι της ενάγουσας και χρέωναν την αξία των ασφαλίστρων για κάθε ασφαλιστικό συμβόλαιο και πίστωναν τις προμήθειες. Το πιστωτικό υπόλοιπο της ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των €61.499,56σ. πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα το οποίο ανταπαιτεί εναντίον της. Επί πλέον ανταπαιτεί εναντίον των εναγόμενων 1 και 3 (η ανταπαίτηση εναντίον του εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενου 2 απορρίφθηκε), το ποσό των €97.103,70σ. με τόκους προς 5.5% ετησίως από 22.03.2012 μέχρι της αποπληρωμής του/και ή νόμιμο τόκο. Οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 1 και 3 στην υπεράσπιση τους προβάλλουν επί της ουσίας όσα διατείνεται η ενάγουσα στο αρχικό της δικόγραφο επαναλαμβάνοντας τις αξιώσεις της ενάγουσας και την επιδίκαση εξόδων και αρνούνται τις ως άνω αξιώσεις εκ της ανταπαίτησης, αξιώνοντας την απόρριψη της με έξοδα. Με την απάντηση της στην υπεράσπιση των εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενων, η ενάγουσα αρνείται τους ισχυρισμούς τους στο σύνολο τους και καθένα ξεχωριστά στο βαθμό που δεν συνάδουν με το περιεχόμενο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης τους και συνενώνουν τα επίδικα θέματα με την εναγόμενη εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα, επαναλαμβάνει και υιοθετεί το περιεχόμενο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης της και αξιώνει την έκδοση απόφασης εναντίον των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων ως η αξίωση της. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκε από τους ευπαίδευτους συνηγόρους ότι συμφωνούν όπως η απαίτηση και η ανταπαίτηση συνεκδικασθούν. Ο κ. XXX Κωνσταντίνου (Μ.Ε.1), διευθυντής της ενάγουσας, στη Γραπτή Δήλωση του, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α, αναφέρει ότι η ενάγουσα ασκούσε εργασίες ασφαλιστικού πράκτορα καθώς και εργασίες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης στον κλάδο Γενικής Φύσεως Ασφαλειών και ήταν εγγεγραμμένη στο μητρώο ασφαλιστικής πρακτόρευσης του Υπουργείου Οικονομικών στην Υπηρεσία Ελέγχου Ασφαλιστικών Εταιρειών. Η εναγόμενη με την προηγούμενη ονομασία της, όπως και μετά όταν μετονομάστηκε με τη συγχώνευση που συντελέστηκε την 01.09.2011 με την ασφαλιστική εταιρεία που λειτουργούσε με το σημερινό της όνομα, ασκούσε ασφαλιστικές εργασίες και μεταξύ άλλων διόριζε ασφαλιστικούς πράκτορες για να διεξάγουν εκ μέρους της εργασίες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης και συνήπτε προς τούτο συμβάσεις ασφαλιστικού πράκτορα. Μετά την συγχώνευση που επήλθε η ενάγουσα απευθύνθηκε με επιστολή της με ημερομηνία 01.06.2012 στους ασφαλιστικούς πράκτορες και συνεργάτες της πληροφορώντας τους ότι όλοι οι όροι, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απέρρεαν από τις συμβάσεις εξακολουθούσαν να ισχύουν από την πιο πάνω ημερομηνία συγχώνευσης. Την 21.05.2008 η ενάγουσα είχε συνάψει σύμβαση αόριστης διάρκειας ασφαλιστικού πράκτορα και ανέλαβε να διεξάγει εκ μέρους της εναγόμενης εργασίες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης με συμφωνηθείσα αμοιβή για τις υπηρεσίες της ενάγουσας, συμφωνηθείσες προμήθειες και άλλα ωφελήματα παραγωγής (Τεκμ.1) (στη συνέχεια «η Σύμβαση»). Η Σύμβαση αποτελείτο από γενικούς όρους, συμφωνία για την αμοιβή της ενάγουσας και τα ωφελήματα της βάσει μεγέθους και ποιότητας του χαρτοφυλακίου της. Σύμφωνα με τον όρο 26 της Σύμβασης η εναγόμενη θα είχε το δικαίωμα να τερματίσει τη σύμβαση σε 8 περιπτώσεις οι οποίες καθορίζονταν στην παράγραφο 26 Α 1-8 καθώς και στις περιπτώσεις 26 Β και Γ στις οποίες υπήρχε πρόνοια ότι η Σύμβαση μπορούσε να τερματισθεί από οποιοδήποτε μέρος με γραπτή ειδοποίηση 60 ημερών. Η ενάγουσα την 3.10.2012 εντελώς απροειδοποίητα παρέλαβε επιστολή με ίδια ημερομηνία μέσω των δικηγόρων της εναγόμενης (Τεκμ.2), με την οποία την πληροφορούσαν ότι η Σύμβαση τους τερματιζόταν μετά την πάροδο 60 ημερών από της ημερομηνίας της επιστολής με βάση τις πρόνοιες της παραγράφου 26 Β. Η ενάγουσα αμέσως μετά τη λήψη της ως άνω επιστολής προσπάθησε να πληροφορηθεί τους λόγους τερματισμού πλην όμως η εναγόμενη καμιά δικαιολογία δεν έδωσε για τον τερματισμό και η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε και επιφύλαξε τα δικαιώματα της για τον μονομερή και αυθαίρετο, κατ' ισχυρισμό της, τερματισμό. Παρόλα αυτά, συμφώνησαν, όπως ισχυρίστηκε, προφορικά, αναλογιζόμενοι τα προβλήματα που θα δημιουργούνταν κυρίως με την απώλεια πελατών της ενάγουσας και πρόκληση ζημιών σε αυτή, να μην ακυρωθούν τα συμβόλαια των πελατών της ενάγουσας και όταν αυτά θα έληγαν, και η εναγόμενη δεν επιθυμούσε την ανανέωση τους, τότε η ενάγουσα θα αναλάμβανε την ανανέωση τους σε άλλη ασφαλιστική εταιρεία. Ο μάρτυς ισχυρίστηκε ότι κατά παράβαση της ως άνω προφορικής συμφωνίας και διευθέτησης η εναγόμενη μετά τη λήξη των 60 ημερών από την 3.10.2012 απέστειλαν ασφαλισμένες επιστολές στους πελάτες της ενάγουσας οι οποίοι ήταν κάτοικοι της πόλης και Επαρχίας Λεμεσού, με κοινοποίηση στην ενάγουσα, με τις οποίες τους πληροφορούσαν ότι επιθυμούσαν την ακύρωση των ασφαλιστικών τους συμβολαίων και τους καλούσαν να επιστρέψουν το πιστοποιητικό ασφάλισης δίδοντας τους 7 ημέρες χρονικό περιθώριο για να κάνουν άλλες διευθετήσεις με άλλη ασφαλιστική εταιρεία και περαιτέρω τους πληροφορούσαν ότι μετά την λήξη της προθεσμίας των 7 ημερών, το ασφαλιστήριο συμβόλαιο τους θα ήταν άκυρο και περαιτέρω τους καλούσαν να παρουσιασθούν στα γραφεία της εταιρείας τους με την απόδειξη πληρωμής των ασφαλίστρων για να τους επιστραφεί η αναλογία του ασφαλίστρου από την ακύρωση μέχρι την λήξη του ασφαλιστηρίου και η εν λόγω επιστολή κοινοποιείτο στο Αρχηγείο Αστυνομίας. Ο μάρτυς ισχυρίστηκε ότι πελάτες οι οποίοι μετέβησαν στα γραφεία των εναγόμενων προκειμένου να εισπράξουν τη διαφορά ασφαλίστρων απέτυχαν να το κάνουν λόγω του ότι η εναγόμενη ζητούσε πρωτότυπα των ασφαλιστικών συμβολαίων, των αποδείξεων και άλλα στοιχεία για τα οποία υπήρχε δυσκολία από τους ασφαλισμένους να τα παρουσιάσουν, με αποτέλεσμα μεγάλος αριθμός πελατών της ενάγουσας να δυσανασχετήσουν και να δημιουργήσουν διάφορα προβλήματα σε αυτή και μια ανεπιθύμητη κατάσταση που τους προκαλούσε έξοδα και ταλαιπωρία. Η ενάγουσα αναγκάστηκε να αποστείλει επιστολή στην εναγόμενη στις 14.12.2012 (Τεκμ. 3), στην οποία έκανε αναφορά στον τερματισμό της Σύμβασης και την προφορική συμφωνία για τον μη τερματισμό των ασφαλιστικών συμβολαίων των πελατών της καθώς και τις συνέπειες της παράβασης της προφορικής συμφωνίας. Με την ίδια επιστολή της, η ενάγουσα πληροφόρησε την εναγόμενη ότι είχε δώσει οδηγίες στην τράπεζα για τη μη πληρωμή 2 επιταγών και καλούσε την εναγόμενη όπως το αργότερο εντός 5 ημερών να της αποστείλει επιστολή με την οποία να ανακαλούσε τις επιστολές τερματισμού και να βεβαίωνε ότι τα ασφαλιστικά συμβόλαια των πελατών της ενάγουσας θα παρέμεναν σε πλήρη ισχύ μέχρι την λήξη τους, διαφορετικά επιφύλασσε τα δικαιώματα της να λάβει δικαστικά μέτρα εναντίον της εναγόμενης. Η ενάγουσα την ίδια ημέρα απέστειλε επιστολή προς την τράπεζα (Τεκμ. 4), με την οποία ζητούσε τη μη πληρωμή των 2 μεταχρονολογημένων επιταγών για το ποσό των €5.000,00 η κάθε μια, τις οποίες είχε εκδώσει και παραδώσει στην εναγόμενη στις 10.12.2012, εξηγώντας της του λόγους. Την επιστολή αυτή την κοινοποίησε στην εναγόμενη και στον Έφορο Ασφαλιστικών Εταιρειών. Μέσω του δικηγόρου της απέστειλε στην εναγόμενη και άλλη επιστολή στις 17.12.2012 (Τεκμ. 5), την οποία κοινοποίησαν στον Έφορο Ασφαλιστικών Εταιρειών, στο Τμήμα Τροχαίας του Αρχηγείου Αστυνομίας και στο Ταμείο Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων με την οποία τους πληροφορούσε ότι οι συστημένες επιστολές προς τους πελάτες της για ακύρωση των ασφαλιστικών συμβολαίων είναι παράνομες άκυρες και κατά παράβαση των όρων του ασφαλιστικού συμβολαίου και ειδικότερα του όρου 6 όπου προνοείται ότι για να ακυρωθεί ασφαλιστικό συμβόλαιο θα πρέπει να αποσταλεί ειδοποίηση 7 ημερών και να επιστραφούν στον κάτοχο του ασφαλιστηρίου τα κατ' αναλογία μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα. Παρά το γεγονός ότι παρήλθε η περίοδος των 5 ημερών την 19.12.2012 από την αποστολή επιστολής της ενάγουσας προς την εναγόμενη ημερ. 14.12.2012, η εναγόμενη δεν απάντησε σε αυτή όπως επίσης δεν απάντησε και στην επιστολή της ενάγουσας ημερ. 17.12.
  6. Η εναγόμενη κατά τη διάρκεια της ισχύος της Σύμβασης δεν έδωσε καμιά ένδειξη ή προειδοποίηση ότι θα τερμάτιζε την Σύμβαση απροειδοποίητα και αδικαιολόγητα κατά τρόπο ώστε είχε δημιουργηθεί μια σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ της ενάγουσας και εναγόμενης με αποτέλεσμα η ενάγουσα να υπογράψει και ένα Γραμμάτιο ημερ. 22.03.2012 για σκοπούς εγγύησης της εναγόμενης ότι η ενάγουσα θα κατέβαλλε τα ασφάλιστρα και μάλιστα πλήρωνε το ποσό των €9.711,36σ. μηνιαίως και μέχρι τον Νοέμβριο του 2012 είχαν πληρώσει το συνολικό ποσό των €77.690,88σ. Ο μάρτυς κατέθεσε αντίγραφο του Γραμματίου ως Τεκμ.
  7. Ο μάρτυς ισχυρίζεται ότι στο κείμενο του εν λόγω Γραμματίου η εναγόμενη ανέγραψε ότι η ενάγουσα έλαβε από αυτήν σε μετρητά το ποσό των €155.381,76σ. ενώ κάτι τέτοιο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα διότι η ενάγουσα ουδέποτε έλαβε σε μετρητά από την εναγόμενη το εν λόγω ποσό ή οποιοδήποτε ποσό και η αλήθεια είναι ότι το εν λόγω Γραμμάτιο υπεγράφη για εγγύηση της ενάγουσας προς την εναγόμενη για τη συνεργασία και την πληρωμή των ασφαλίστρων μέχρι 15.07.2013 και η θέση αυτή της ενάγουσας υποστηρίζεται από το γεγονός ότι μέχρι 06.04.2012 δεν όφειλαν κανένα ποσό στην εναγόμενη και για τούτο η εναγόμενη εξέδωσε και σχετική βεβαίωση ότι η ενάγουσα δεν της όφειλε κανένα ποσό από εισπράξεις από πελάτες μέχρι 06.04.
  8. Προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του κατάθεσε την βεβαίωση της εναγόμενης (Τεκμ. 7). Πέραν των πιο πάνω, σύμφωνα με τον μάρτυρα, είναι η θέση της ενάγουσας ότι το εν λόγω Γραμμάτιο είναι παράνομο και άκυρο λόγω δολίων παραστάσεων, ψυχικής πίεσης, απάτης, δολίων παραστάσεων και διαβεβαιώσεων που της δόθηκαν από την εναγόμενη σαν αποτέλεσμα των οποίων η ενάγουσα υποκινήθηκε να υπογράψει το Γραμμάτιο και να κάνει τις πληρωμές που έκανε. Ο μάρτυς σε σχέση με τις δύο μεταχρονολογημένες επιταγές υπ' αρ. XXXXX9699 ημερ. 17.12.2012 και υπ' αρ. XXXXX9700 ημερ. 22.12.2012 για το ποσό των €5.000,00 η κάθε μια, τις οποίες η ενάγουσα έκδωσε και παρέδωσε προς την εναγόμενη την 10.12.2012 εξήγησε ότι αποτελούσαν πληρωμή του Γραμματίου για τον μήνα Δεκέμβριο του 2012 και λόγω του ότι η εναγόμενη κατά παράβαση της συμφωνίας με την ενάγουσα και κατά παράβαση των υποσχέσεων και διαβεβαιώσεων που έδωσε στην ενάγουσα ότι δεν θα τερμάτιζε τα συμβόλαια των πελατών, κάτι όμως που αντίθετα έκανε παράνομα, αυθαίρετα και κατά παράβαση των ασφαλιστηρίων συμβολαίων των ασφαλισμένων πελατών της ενάγουσας, ακυρώνοντας τα συμβόλαια τους χωρίς να επιστρέφει την αναλογία των ασφαλίστρων και ήταν για τούτο που η ενάγουσα αναγκάσθηκε και έδωσε οδηγίες στην τράπεζα της για μη πληρωμή των επιταγών. Περαιτέρω, ο μάρτυς ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα υπέγραψε το Γραμμάτιο στις 22.03.2012 συνεπεία εξαναγκασμού και απάτης και υπό τις περιστάσεις οι οποίες ανάγονται σε δόλιες παραστάσεις και διαβεβαιώσεις που έλαβε από την εναγόμενη και άσκηση ψυχικής πίεσης σαν αποτέλεσμα των οποίων η ενάγουσα υποκινήθηκε να υπογράψει το Γραμμάτιο και να κάνει τις πληρωμές στις οποίες αναφέρθηκε αναλυτικά στη συνέχεια. Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι η εναγόμενη: α. Παρέστησε ότι η συνεργασία των θα συνεχιζόταν και η σύμβαση ασφαλιστικού πράκτορα δεν θα τερματιζόταν μέχρι την 15.07.2013 που έληγε το Γραμμάτιο, ενώ γνώριζε ότι τούτο δεν ήταν η αλήθεια. β. Ενώ συμφώνησε και υποσχέθηκε ότι δεν θα ακύρωνε και τερμάτιζε τον Δεκέμβριο του 2012 τα ασφαλιστικά συμβόλαια των πελατών της, γνώριζε ότι δεν είχε πρόθεση να τηρήσει τη συμφωνία και την υπόσχεση της. γ. Ενώ εισέπραττε μεταχρονολογημένες επιταγές από την ενάγουσα για ασφαλιστικά συμβόλαια που ευρίσκοντο σε ισχύ και βεβαίωνε την ενάγουσα ότι η μεταξύ τους σύμβαση θα συνεχιζόταν, αδικαιολόγητα τερμάτισε τη σύμβαση και ακύρωσε και τα ασφαλιστικά συμβόλαια. δ. Προκειμένου να εξασφαλίσει οικονομικό όφελος εις βάρος της εναγόμενης την παραπλάνησε και της προκάλεσε οικονομική ζημιά. ε. Ενώ η ενάγουσα ουδέποτε έλαβε από την εναγόμενη το ποσό των €155.381,76σ. σε μετρητά όπως αναφέρεται στο Γραμμάτιο ημερ. 22.03.2012, η εναγόμενη εκμεταλλευόμενη τη σχέση εμπιστοσύνης και τη συνεργασία τους και δίνοντας υποσχέσεις ότι η συνεργασία θα συνεχιζόταν και το 2013 οδήγησε την ενάγουσα να υπογράψει το Γραμμάτιο για λόγους ασφάλειας, όπως η εναγόμενη ανέφερε, για την πληρωμή μηνιαίων δόσεων με τις οποίες θα καλύπτονταν μελλοντικές ασφαλίσεις πελατών της, καθ' ότι τα ασφάλιστρα τα οποία η ενάγουσα είχε συνάψει στο παρελθόν ήταν πλήρως εξοφλημένα, γεγονός που η εναγόμενη βεβαίωσε και γραπτώς την 06.04.
  9. Ο μάρτυς ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι, για την περίοδο από 01.09.2012 και μετέπειτα μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2012 η ενάγουσα παρουσίασε νέους πελάτες προς την εναγόμενη για σύναψη νέων ασφαλιστικών συμβολαίων και η εναγόμενη χρέωσε τον λογαριασμό της ενάγουσας για τους νέους πελάτες, πλην όμως δεν έκδωσε τα ασφαλιστικά συμβόλαια μέχρι και την 13.12.2012 για να τα παραδώσει προς την ενάγουσα η οποία στη συνέχεια θα τα παρέδιδε στους πελάτες της και θα εισέπραττε το ασφάλιστρο και για τα εν λόγω ασφαλιστικά συμβόλαια η εναγόμενη απέστειλε επιστολή ακύρωσης των συμβολαίων με αποτέλεσμα οι πελάτες της ενάγουσας να αρνούνται να πληρώσουν τα ασφάλιστρα στην ενάγουσα και λόγω τούτου η ενάγουσα έχει υποστεί ζημιά ύψους €50.000,
  10. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα για μεγάλο αριθμό ασφαλιστικών συμβολαίων για τα οποία η εναγόμενη χρέωσε τον λογαριασμό της ενάγουσας και οι πελάτες όφειλαν διάφορα ποσά σε αυτή, ανερχόμενα στο ποσό των €60.000,00, οι πελάτες αρνήθηκαν να πληρώσουν την ενάγουσα λόγω της πράξης της εναγόμενης να αποστείλει σε αυτούς επιστολές ακύρωσης. Περαιτέρω, ότι το ποσό του χαρτοφυλακίου της που είχε στην εναγόμενη το 2012 ανερχόταν περίπου στα €240.433,00 και είχε περίπου 800 ασφαλιστικά συμβόλαια στην εναγόμενη, λόγω όμως της παραβίασης υπό της εναγόμενης τόσο της μεταξύ τους σύμβασης όσο και της παραβίασης των όρων των ασφαλιστηρίων των ασφαλισμένων και λόγω των υποσχέσεων που της έδωσε, όπως προαναφέρθηκε, υπέστη τις ακόλουθες ζημιές και απώλειες συνολικού ποσού €187.690,88σ.: α. Ποσό το οποίο κατέβαλε η ενάγουσα προς την εναγόμενη από τον Απρίλιο του 2012 μέχρι και τον Νοέμβριο του 2012 δυνάμει του Γραμματίου €77.690,88σ. β. Ζημιά την οποία υπέστη η ενάγουσα λόγω της άρνησης της εναγόμενης να εκδώσει έγκαιρα τα ασφαλιστικά συμβόλαια €50.000,
  11. γ. Ζημιά την οποία υπέστη η ενάγουσα λόγω της αδυναμίας της να εισπράξει υπόλοιπα ποσά από τους πελάτες λόγω του ότι οι πελάτες έλαβαν επιστολή ακύρωσης €60.000,
  12. Ο μάρτυς ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα ουδέποτε παρέλαβε από την εναγόμενη οποιοδήποτε ποσό το δε Γραμμάτιο το οποίο υπέγραψε την 22.03.2012 είναι άκυρο και χωρίς καμιά νομική αξία, καθ' ότι, εκτός των άλλων δεν βασίζεται και επί οποιουδήποτε ανταλλάγματος και συνακόλουθα και οι 2 προαναφερθείσες επιταγές της Τράπεζας Κύπρου τις οποίες έκδωσε η ενάγουσα εις διαταγή της εναγόμενης είναι άκυρες και χωρίς καμιά νομική αξία. Ισχυρίστηκε ότι η εναγόμενη ουδέποτε επέστρεψε την αναλογία των ασφαλιστικών συμβολαίων για την περίοδο από την ακύρωση μέχρι την λήξη του ασφαλιστηρίου για να μπορέσει η ενάγουσα να πληρώσει τα χρήματα και να συνάψει νέα ασφαλιστικά συμβόλαια προς ικανοποίηση των πελατών της. Ο μάρτυς ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι η ενάγουσα συνεπεία των πράξεων και συμπεριφοράς της εναγόμενης υπέστη ζημιά η ίδια και πελάτες της, καθώς απώλεσε το χαρτοφυλάκιο της το οποίο το έτος 2012 ανερχόταν σε 800 ασφαλιστικά συμβόλαια τα οποία απώλεσε κάτι που είχε ως αποτέλεσμα η ενάγουσα να καταστραφεί οικονομικά. Το χαρτοφυλάκιο της (Τεκμ. 8) από 01.12.2011 μέχρι 31.12.2011 ήταν για το ποσό των €20.706,00 εκ των οποίων το ποσό των €16.630,00 ήταν οφειλόμενο στην εναγόμενη. Στο Τεκμ. 8 φαίνονται οι πελάτες της ενάγουσας και τα συμβόλαια τους. Στους όρους του ασφαλιστικού συμβολαίου (Τεκμ. 9) στη σελίδα 20 με επικεφαλίδα «Ακύρωση» αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι η εναγόμενη για να ακυρώσει συμβόλαια θα έπρεπε να αποστείλουν ειδοποίηση 7 ημερών με συστημένη επιστολή στον κάτοχο του ασφαλιστήριου στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του και να επιστρέψουν στον κάτοχο του ασφαλιστηρίου τα κατά αναλογία μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα, πράγμα που δεν έπραξε και εκμεταλλεύτηκε τους πελάτες της ενάγουσας αφού ακύρωσε τα συμβόλαια τους χωρίς να τους επιστρέψει τα κατά αναλογία μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα. Ο μάρτυς κατά την αντεξέτασή του παραδέχθηκε ότι όταν αναφερόταν στον αριθμό των ασφαλιστηρίων συμβολαίων που διατηρούσε με πελάτες της η ενάγουσα αναφερόταν σε περίπου και όχι ακριβή αριθμό κάτι όμως το οποίο δεν διευκρίνιζε. Ούτε και γνώριζε τι απέγινε έφεση που καταχώρησε εναντίον απόφασης με την οποία απορρίφθηκε αίτηση του για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Ο μάρτυς απέφυγε να δώσει μια σαφή απάντηση σε απλό παράδειγμα που του ετέθη, όπου μια ασφαλισμένη δεν είχε καταβάλει τα ασφάλιστρα του συμβολαίου της παρά το εκτεταμένο της απάντησης του. Και στη συνέχεια ανέφερε ότι υπήρχε το ενδεχόμενο η ασφαλιστική εταιρεία να τερμάτιζε το ασφαλιστήριο παρά το γεγονός ότι τα ασφάλιστρα είχαν πληρωθεί στον ασφαλιστικό αντιπρόσωπο κάτι όμως που δεν γνώριζε η ασφαλιστική εταιρεία εφόσον η ακύρωση δεν έγινε μέσω του ασφαλιστικού αντιπροσώπου αλλά αυθαίρετα από την ασφαλιστική εταιρεία προσθέτοντας τη φράση: « .χωρίς να υπάρχει κανένας συγκεκριμένος λόγος να ακυρωθεί το συμβόλαιο της κας XXXXX». Στη συνέχεια σε ερώτηση που είναι το παράλογο να ζητά η εναγόμενη απόδειξη πληρωμής για να πληρώσει τα μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα; απάντησε ως εξής: «Άρα σωστά το είπατε, έπρεπε να στείλει τα μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα του πελάτη πίσω αφού το γνώριζε». Ο μάρτυς ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα τηρούσε κατά γράμμα τη Σύμβαση με την εναγόμενη. Αφού ο μάρτυς δέχθηκε ότι έλαβε την επιστολή με ημερομηνία 19.12.2012 από τους δικηγόρους της εναγόμενης την οποία και αναγνώρισε και αφορούσε απάντηση σε προγενέστερη δική του ημερ. 14.12.2012 κατατέθηκε ως Τεκμ. 10 και η επιστολή ίδιας ημερομηνίας προς τους δικηγόρους της ενάγουσας ως Τεκμ. 11 διαψεύδοντας κατ' αυτόν τον τρόπο τη δική του θέση ότι δεν είχε λάβει απάντηση στην επιστολή του, διευκρινίζοντας όμως ότι εννοούσε ότι δεν έλαβε απάντηση εντός της πενθήμερης προθεσμίας που είχε ο ίδιος θέσει στην επιστολή του διαψεύδοντας και πάλι τον εαυτό του. Ο μάρτυς αναγνώρισε ότι όσοι πελάτες είχαν πληρώσει τα ασφάλιστρα τους και είχαν παρέλθει 90 ημέρες ήταν υπόχρεη η ενάγουσα να πληρώσει αυτά τα λεφτά στην εναγόμενη. Στη συνέχεια κατατέθηκε αντίγραφο επιστολής αφού προηγουμένως ο μάρτυς τη σχολίασε η οποία απεστάλη από την εναγόμενη σε πελάτισσα του ως Τεκμ.
  13. Ο μάρτυς παραδέχθηκε μετά από παλινδρομήσεις ότι συμβαλλόμενοι σε ένα συμβόλαιο ασφάλισης ήταν η ασφαλιστική εταιρεία και ο πελάτης ανεξάρτητα αν η ενάγουσα εξέδιδε δικές της αποδείξεις όταν εισέπραττε ασφάλιστρα. Στον μάρτυρα τέθηκαν διάφοροι όροι της Σύμβασης με τους οποίους συμφώνησε και εξηγώντας τους κατά τη δική του αντίληψη. Επέμενε ότι μετά τον τερματισμό της Σύμβασης είχε συμφωνήσει προφορικά με την εναγόμενη να μην ακυρωθούν τα συμβόλαια που είχαν συναφθεί με τη διαμεσολάβησή του μέχρι και τη λήξη τους. Αρνήθηκε τη θέση ότι είχε προειδοποιηθεί από την κα Νίτσα Μαχαιρά που εκπροσωπούσε την εναγόμενη από τις αρχές του 2012 ότι το χαρτοφυλάκιο του ήταν προβληματικό. Ήταν δε μετά τον μονομερή, όπως τον χαρακτήρισε τερματισμό της Σύμβασης που είχε συναντήσει την ως άνω μαζί με τον κ. Πουλλή και είχαν συμφωνήσει ότι δεν θα ακυρώνονταν τα ασφαλιστήρια συμβόλαια μέχρι και τη λήξη τους. Ούτε και τον Σεπτέμβριο του 2012 υπήρξε τέτοια συνάντηση τους και έτσι δεν είχε καμιά προειδοποίηση ή ένδειξη ή επιστολή για τον σκοπούμενο τερματισμό της Σύμβασης τους για τον λόγο ότι το χαρτοφυλάκιο του ήταν προβληματικό, ο δείκτης ζημιάς ψηλός και οφειλόμενο υπόλοιπο του επίσης ψηλό. Ο μάρτυς κλήθηκε να εξηγήσει το Τεκμ. 8 όπου είναι καταχωρημένα τα ασφαλιστικά συμβόλαια που είχαν συναφθεί με τη διαμεσολάβηση του. Μετά που του υποδείχθηκαν τα στοιχεία που αναφέρονται στην τελευταία σελίδα του Τεκμ. 8 και σε ερώτηση κατά πόσο το τελικό υπόλοιπο μέχρι την 13.12.2012 δείχνει το ποσό €193.361,30σ., ο μάρτυς ισχυρίστηκε ότι κατά τη διάρκεια του έτους και εντός του χρονικού περιθωρίου των 90 ημερών όπως προνοείτο στη Σύμβαση έκανε πληρωμές. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι η εναγόμενη προχώρησε σε ακυρώσεις συγκεκριμένων ασφαλιστηρίων εγγράφων τα οποία του υποδείχθηκαν στο Τεκμ. 8 για τον λόγο ότι ήταν προβληματικά και ενώ ανέφερε ότι διαφωνούσε ότι δεν του έπεφτε λόγος γι' αυτό, εξηγώντας τη θέση του αυτή αναφέρθηκε στη διαδικασία που ακολουθείτο σε τέτοια περίπτωση όπου είχε εμπλοκή και ο ίδιος υπό την έννοια ότι έπαιρνε πίσω το πιστοποιητικό ασφάλισης που επιστρεφόταν από τον ασφαλισμένο. Στη συνέχεια ο μάρτυς δεν δέχθηκε τη θέση ότι το Τεκμ. 8 ήταν μια κατάσταση λογαριασμού όπως προνοείτο στον όρο 17 της Σύμβασης παρόλο ότι του το έστειλε η εναγόμενη, ως ισχυρίστηκε, μαζί όμως με κατάσταση λογαριασμού τις οποίες ενώ αρχικά ανέφερε ότι είναι ενώπιον του δικαστηρίου στη συνέχεια όταν του υποδείχθηκαν τα τεκμήρια παραδέχθηκε ότι δεν είναι κατατεθειμένες. Υπέδειξε όμως έγγραφο το οποίο λάμβανε από την εναγόμενη όπου αναγράφεται η λέξη statement of account το οποίο σημειώθηκε ως Τεκμ. Προς Αναγνώριση Α΄. Παραδέχθηκε ότι παρόμοιο έγγραφο ως το Τεκμ. 8 λάμβανε κάθε μήνα από την εναγόμενη. Υποστήριξε σε ερώτηση αν είχε ποτέ αμφισβητήσει τα υπόλοιπα του λογαριασμού του, ότι μετά την πάροδο 3 μηνών δεν παρέμενε υπόλοιπο στον λογαριασμό του. Ο μάρτυς αναγνώρισε ότι στο ως άνω Τεκμ. Προς Αναγνώριση Α΄ εμφαίνεται υπόλοιπο €169.767,30σ. αλλά αρνήθηκε ότι αυτό το ποσό το όφειλε στην εναγόμενη καθώς σε αυτό δεν φαίνονται οι πληρωμές που έκανε, πρόκειται όπως ανέφερε για την παραγωγή της ενάγουσας και δεν είναι ποσό το οποίο οφείλει. Αρνήθηκε δε υποβολή ότι τα ως άνω έγγραφα είναι το ίδιο πράγμα. Υποστήριξε ότι υπάρχουν πληρωμές του οι οποίες δεν φαίνονται σε αυτά τα έγγραφα. Προς τούτο κατάθεσε τα Τεκμ. 13 και 14 όπου εμφαίνονται επιταγές €20.000,00 και €10.000,00 αντίστοιχα. Ποσά τα οποία όμως του υποδείχθηκαν στη συνέχεια στο Τεκμ. Προς Αναγνώριση Α΄ όπου φαίνονται ότι είχαν αφαιρεθεί, παραδεχόμενος στο τέλος ότι καταλήγει με υπόλοιπο €190.672,51σ. Ο μάρτυς στη συνέχεια επικαλέστηκε την εξοφλητική απόδειξη που έλαβε από την εναγόμενη για να ισχυριστεί ότι δεν όφειλε οτιδήποτε και διερωτήθηκε πως είναι δυνατό μια εταιρεία όπως η εναγόμενη να υπογράφει ψεύτικα χαρτιά όπως το Γραμμάτιο (Τεκμ. 6), το οποίο παραδέχθηκε ότι το υπογράφει και ως εταιρεία και ως εγγυητής το οποίο όμως το υπέγραψε κατόπιν πιέσεως της εναγόμενης καθώς, όπως ανέφερε, «δεν θα έφευγαν τη δουλειά μου, γιατί είχαν ενωθεί δύο εταιρείες και ήθελαν να δείξουν δουλειά και για να έχουν κάποια εγγύηση για τα μελλοντικά συμβόλαια, τα οποία θα έκανα στην εταιρεία». Παρόλα αυτά αρνήθηκε ότι το Γραμμάτιο αντιπροσωπεύει το υπόλοιπο που όφειλε στην εναγόμενη όπως είχαν καταλήξει στις 22.03.
  14. Όταν του υποβλήθηκε η θέση της εναγόμενης για τον σκοπό που υπογράφτηκε το Γραμμάτιο και του δόθηκε εξοφλητική απόδειξη που ήταν για να μπορεί να συνεργαστεί με άλλη ασφαλιστική εταιρεία και να πάρει άδεια από τον Έφορον Ασφαλιστικών Εταιρειών, επέμεινε ότι τα ποσά δεν συμφωνούν και ότι δεν υπέγραψε ότι χρωστούσε τέτοιο ποσό. Καταγράφω την απάντηση όπως την έδωσε αυτολεξεί: «Τα ποσά δεν συμφωνούν και δεύτερο εγώ δεν υπέγραψα ότι δεν σας χρωστούσα έτσι λεφτά, τα γραμμάτια με πιέσατε να τα υπογράψω και έγραψαν πάνω ότι έδωσαν μου 155 χιλιάδες cash εγγύηση, απλώς για να είμαστε βέβαιοι ότι θα μείνεις μαζί μας για να υπογράψω αυτά τα γραμμάτια τζαί πήραν, αν δεν κάνω λάθος μέχρι τον 11ο 77 χιλιάδες και κάτι, πήραν τα λεφτά, πλήρωσα τους τα, άρα διαφωνώ». Και στη συνέχεια στην ερώτηση: «Ε. Κύριε μάρτυς, η εταιρεία σου έδωσε τη δυνατότητα με την υπογραφή του γραμματίου να κάνει και καινούργια αρχή και εσύ δεν έκανες τίποτα, εξού και ο λόγος που τερμάτισε τη συμφωνία. Έδωσε την ακόλουθη απάντηση: Απ. Δηλαδή η εταιρεία έκανε τόσο μεγάλο χατίρι άμα και έπιασε μου τις 78 χιλιάδες;» Σε άλλο σημείο της αντεξέτασής του σε σχέση με την υπογραφή του Γραμματίου απάντησε ως ακολούθως σε σχετική ερώτηση: «Ε. Κύριε μάρτυς, εγώ σας υποβάλλω ότι όχι μόνο αναγνωρίσατε την οφειλή σας βάσει του γραμματίου αλλά προχωρήσατε και καταβάλατε και σεβαστό ποσό έναντι αυτού. Απ. Είχα πει επανειλημμένα και είχα απαντήσει ότι ναι πλήρωνα τα γραμμάτια γιατί πιέσατε με και με ξεγελάσατε για να υπογράψω, ήταν κατόπιν πιέσεως και με ξεγελάσετε εν κάνουμε τα γραμμάτια εν τυπικά για να με φύεις που κοντά μας τζαι να πάεις αλλού τζαι τα γραμμάτια ήταν μέχρι τον 7ον του 2013.» Ο μάρτυρας παραδέχθηκε ότι ο τερματισμός της Σύμβασης είχε προηγηθεί των πληρωμών του που γίνονταν μέχρι και την 31.10.2012 με την τελευταία δόση που πλήρωσε να ήταν €20.000,
  15. Ανέφερε όμως στη συνέχεια ότι του είχαν υποσχεθεί ότι δεν θα του ακύρωναν τα συμβόλαια. Επέμενε δε ότι υπήρξε συμφωνία σε σχέση με το ζήτημα της ακύρωσης των συμβολαίων και προς τούτο επικαλέστηκε ακόμα και ανανεώσεις συμβολαίων μετά την 03.10 και προς τούτο οι σχετικές χρεώσεις. Ο μάρτυρας αρνήθηκε υποβολές εκθέτοντας τη δική του αντίληψη περί των γεγονότων ότι εξακολουθούσε να οφείλει το ποσό των €97.103,70σ. πλέον τόκους ως οφειλόμενο δυνάμει του Γραμματίου της 22.03.2012 και ποσό €61.499,56σ. ως υπόλοιπο του λογαριασμού σας δυνάμει της συμφωνίας ασφαλιστικού πράκτορα. Παρόμοια και σε υποβολές ότι οι αξιώσεις της ενάγουσας είναι ατεκμηρίωτες, αόριστες και εκτός πραγματικότητας αναφέροντας ότι επειδή τερματίστηκε η Σύμβαση παρέμειναν συμβόλαια πελατών του απλήρωτα. Σε σχέση δε με την πίστωση των τριών μηνών ότι αφορούσε τον ασφαλιστικό πράκτορα και όχι τον πελάτη του ανέφερε ότι αφορούσε και τον πελάτη και αποσκοπούσε στο να μπορεί ο πελάτης να δώσει τις δόσεις του. Η κα ΧΧΧ Σωκράτους (ΜΕ2), ανέφερε ότι ήταν ιδιοκτήτρια ενός αυτοκινήτου του οποίου το πιστοποιητικό εγγραφής του οποίου κατάθεσε ως Τεκμ. 15 και το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην εναγόμενη σύμφωνα με το Τεκμ.
  16. Είχε καταβάλει τα ασφάλιστρα και προς τούτο η απόδειξη που εκδόθηκε από την ενάγουσα (Τεκμ. 17) χωρίς οποιανδήποτε ένδειξη ότι η είσπραξη των ασφαλίστρων έγινε εκ μέρους της εναγόμενης. Ανέφερε ακόμα ότι η εναγόμενη της απέστειλε επιστολή με ημερομηνία 13.12.2012 (Τεκμ. 18), ότι τερματιζόταν η ασφαλιστική κάλυψη του αυτοκινήτου της εντός 7 ημερών και την καλούσαν να συνάψει άλλη ασφάλεια. Η ασφάλεια της ανέφερε έληγε κανονικά τον Μάϊο του
  17. Δεν είχε ενημερωθεί από την εναγόμενη καθ' οιονδήποτε τρόπο προηγουμένως. Όταν είχε παραλάβει την ως άνω επιστολή μίλησε με τον ασφαλιστή της τον οποίο και ενημέρωσε σχετικά, είχε δε ζητήσει να της επιστραφούν ασφάλιστρα που είχε καταβάλει λόγω της διακοπής του συμβολαίου της αλλά η εναγόμενη αρνήθηκε να το κάνει χωρίς καμιά εξήγηση παραπέμποντας την στα γραφεία της στην Λευκωσία και εκεί παρόλο ότι είχε προσκομίσει την απόδειξη πληρωμής της ασφάλειας του οχήματος της και πάλι αρνήθηκαν να της επιστρέψουν τα ασφάλιστρα που αφορούσαν την περίοδο για την οποία τερμάτισαν το συμβόλαιο της. Κατά την αντεξέτασή της παραδέχθηκε ότι η ασφάλεια των οχημάτων της ήταν για το συνολικό ποσό των €346,00 και στην απόδειξη που παρουσίασε δηλαδή το Τεκμ. 17, αναγραφόταν το ποσό των €200,00, ήταν όμως εξοφλητική απόδειξη όπως αναγράφεται σ' αυτή, την οποία φύλαξε και δεν είχε άλλη απόδειξη να παρουσιάσει. Εξήγησε ότι ο ασφαλιστικός αντιπρόσωπος εν προκειμένω η ενάγουσα και ο κ. Κωνσταντίνου της παρείχε χρονικό περιθώριο προς εξόφληση του υπόλοιπου ποσού των €146,
  18. Δεν είχε όλες τις αποδείξεις και κρατούσε μόνο την τελευταία η οποία ήταν εξοφλητική. Ήταν δε αυτήν που είχε πάρει στο γραφείο της εναγόμενης στην Λεμεσό. Σε ερώτηση αν είχε πληρώσει και το υπόλοιπο των €146,00 διερωτήθηκε πως μπορούσε να είχε εξασφαλίσει εξοφλητική απόδειξη χωρίς να το είχε πληρώσει. Σε υποβολή ότι ναι μεν μπορεί να πλήρωσε το ποσό των €146,00 αλλά αυτό να μην εμβάστηκε στην εναγόμενη. Επέμεινε ότι η ίδια είχε πάρει εξοφλητική απόδειξη και όσο την αφορούσε η ασφάλεια της ήταν πληρωμένη. Η συγκεκριμένη ασφάλιση του οχήματος της συνιστούσε ανανέωση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου της. Όταν κατάθετε ενώπιον του δικαστηρίου δεν θυμόταν σε ποια ασφαλιστική εταιρεία είχε πλέον ασφαλισμένο το όχημα της. Σύμφωνα με το Τεκμ. 16 είχε ασφαλίσει ξανά το όχημα της στις 26.06.2012 στην εναγόμενη. Δεν ήγειρε αγωγή εναντίον της εναγόμενης και ούτε υπέβαλε οποιανδήποτε απαίτηση εναντίον της πλην της προσωπικής της παράστασης στα γραφεία της όπου είχε ζητήσει αν δεν μπορούσαν να της επιστρέψουν τα χρήματα της να της ασφαλίσουν ξανά το όχημα της. Σε υποβολή ότι αν είχε απαίτηση εναντίον της εναγόμενης θα έπρεπε να είχε κινηθεί νομικά εναντίον της, έθεσε το ρητορικό ερώτημα ότι δεν είχε χρήματα για να ασφαλίσει το όχημα της, πως θα κινούσε και αγωγή εναντίον της εναγόμενης; Επέμενε ότι δεν είχε καθοδήγηση σε σχέση με τη μαρτυρία της και ότι είπε την αλήθεια. Σε υποβολή ότι δεν της επιστράφηκε οποιοδήποτε ποσό καθώς δεν είχε καταβάλει ολόκληρο το ποσό της ασφάλειας του οχήματος της, ανέφερε ότι η ίδια είχε καταβάλει ό,τι όφειλε στον κ. Κωνσταντίνου. Τέλος, ανέφερε ότι δεν είχε υποστεί οποιοδήποτε ατύχημα εντός του
  19. Ο κ. ΧΧΧ Αντωνίου (ΜΕ3), παρουσίασε ως Τεκμ. 19 το πιστοποιητικό ιδιοκτησίας του οχήματος του και την πρόταση ασφάλισης του ως Τεκμ. 20 (α), Καλυπτικό Σημείωμα ως Τεκμ. 20(β), Πιστοποιητικό Ασφάλισης ως Τεκμ. 21, αντίγραφο απόδειξη πληρωμής ως Τεκμ. 22 και την επιστολή της εναγόμενης με ημερομηνία 19.12.2012 ως Τεκμ.
  20. Διευκρίνισε ότι αναγραφόταν στην επιστολή αυτή λανθασμένη διεύθυνση. Τέλος, παρουσίασε επιστολή του δικηγόρου του κ. Μιχάλη Ιωάννου με ημερομηνία 17.01.2013 ως Τεκμ.
  21. Ανέφερε ότι η ασφάλεια του ήταν εξοφλημένη και τον κάλυπτε μέχρι την 20.01.2013 και ότι στις 8.01.2013 είχε υποπέσει σε δυστύχημα και τραυματίστηκε ο ίδιος και μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο. Η ασφαλιστική εταιρεία ενημερώθηκε από την αστυνομία αλλά αρνήθηκε να επιθεωρήσει το όχημα του ισχυριζόμενη ότι δεν τον κάλυπτε, ενώ ο ίδιος δεν είχε υπόψιν του ότι ήταν ανασφάλιστος. Ισχυρίστηκε ότι δεν είχε πάρει επιστολή με την οποία τον ενημέρωναν ότι του ακύρωναν το ασφαλιστικό συμβόλαιο του και για τούτο ζήτησε νομική συμβουλή. Όταν η ασφαλιστική εταιρεία του παρουσίασε την ως άνω επιστολή την οποία του την είχε στείλει συστημένη (Τεκμ. 23), διαπίστωσε ότι αυτή είχε σταλεί σε λανθασμένη διεύθυνση. Ο μάρτυς ανέφερε ότι η εναγόμενη αρνείται μέχρι σήμερα να τον αποζημιώσει ισχυριζόμενη ότι είχε τερματίσει το συμβόλαιο του. Ανέφερε ότι ζήτησε εξηγήσεις από την ενάγουσα γιατί δεν τον αποζημιώνει η ασφάλεια και προς τούτο αντιδίκησε μαζί με τον κ. Κωνσταντίνου για το γεγονός ότι παρέμενε χωρίς αποζημίωση γι' αυτό και έφυγε από πελάτης της. Ο μάρτυς κατά την αντεξέτασή του προσπάθησε απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις να αναφερθεί στα έγγραφα τα οποία κατάθεσε ως τεκμήρια και πως ο ίδιος τα αντιλαμβανόταν. Στη συνέχεια του ζητήθηκε και κατατέθηκε το Τεκμ. 25 που είναι το ασφαλιστήριο έγγραφο του οχήματος του για την περίοδο 21.01.2011 μέχρι την 20.01.2012 και ακολούθως ως Τεκμ. 26 την ανανέωση του από 21.01.2012 μέχρι την 20.01.2013 στα οποία αναγράφεται ως διεύθυνση του η διεύθυνση στην οποία πράγματι απεστάλη η επιστολή της εναγόμενης με την οποία τερματιζόταν το ασφαλιστικό του συμβόλαιο, το Τεκμ.
  22. Ο μάρτυς στη συνέχεια παραδέχθηκε ότι όταν στάλθηκαν τα πιο πάνω έγγραφα στην ενάγουσα, που ήταν ο ασφαλιστικός του αντιπρόσωπος, είχε μεταβεί στο γραφείο της και τα παρέλαβε. Η απόδειξη πληρωμής (Τεκμ. 22), δέχθηκε ότι είναι της ενάγουσας και δεν αναγράφει σε αυτή το όνομα της εναγόμενης. Ο μάρτυς δέχθηκε στη συνέχεια ότι εφόσον είχε υποβάλει πρόταση μέσω αντιπροσώπου η ασφάλεια εκδίδει το ασφαλιστήριο έγγραφο και αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η ασφάλεια πληρώθηκε τα ασφάλιστρα. Σε υποβολή ότι το ποσό που κατέβαλε στην ενάγουσα δεν εμβάστηκε ποτέ στην εναγόμενη, ο μάρτυς ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κάτι τέτοιο και ούτε ήταν δουλειά του να το γνωρίζει. Ο κ. ΧΧΧ Παπακυπριανού (ΜΕ4), ανέφερε ότι η εταιρεία στην οποία εργαζόταν και διατηρούσε ασφαλιστικά γραφεία από το 1995 συνεργαζόταν με την εναγόμενη για 6-7 χρόνια μέχρι και τον προηγούμενο χρόνο από όταν κατέθεσε ενώπιον του δικαστηρίου. Το 2011 ήταν συνεργάτης της ασφαλιστικής εταιρείας DEMCO και PRIME. Ανέφερε ότι το 2011 όταν συνεργαζόταν με την εταιρεία DEMCO τον είχε πάρει τηλέφωνο μια από τις διευθύντριες της PRIME, η κα Μαχαιρά, η οποία του είπε ότι επειδή είχαν πρόβλημα οι πελάτες της ενάγουσας που τους τερμάτισαν τα ασφαλιστήρια επικοινωνούσαν με τα κεντρικά γραφεία και τσακώνονταν και τον ρώτησε αν θα μπορούσε να τους αναλάβει αυτός, δηλαδή να του στέλνουν τις επιταγές και να τους τις παραδίδει ή όσοι ήθελαν να συνεχίσουν τα συμβόλαια τους, να διεκπεραιώνει claims κ.λπ. Σε ερώτηση αν μετά που η εναγόμενη τερμάτισε τα ασφαλιστικά συμβόλαια με την ενάγουσα αυτοί οι πελάτες συνήψαν μέσω του ασφάλεια με την εναγόμενη απάντησε πως το 99% όχι και μόνο 2-3 πελάτες συνέχισαν. Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι ο κ. Κωνσταντίνου όταν αναφέρθηκε ότι η εναγόμενη του έπιασε τους πελάτες αν εννοούσε αυτόν, ανέφερε ότι δεν νόμιζε ότι είπε κάτι τέτοιο. Σε ερώτηση ότι ο κ. Κωνσταντίνου είχε αναφέρει ότι όταν πήγαιναν πελάτες να πάρουν τα χρήματα τους του έλεγαν να μείνουν μαζί τους, απάντησε ότι αυτό γινόταν στα γραφεία της εναγόμενης όπου πήγαιναν στην αρχή. Ο μάρτυς ενώ αρνήθηκε αρχικά να απαντήσει γιατί είχε σταματήσει η συνεργασία της δικής του εταιρείας με την εναγόμενη, καθώς δεν ήταν της παρούσας όπως ανέφερε, στη συνέχεια αποκάλυψε ότι ενώ πήγαν να κάνουν εξυπηρέτηση στο τέλος χρέωσαν στο γραφείο τους τα claims πελατών της ενάγουσας και τότε η εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι το χαρτοφυλάκιο του ήταν ζημιογόνο ενώ επρόκειτο για παλιές απαιτήσεις τις οποίες του τις φόρτωσαν. Ο κ. ΧΧΧ Ιακωβίδης (ΜΥ1), στη Γραπτή του Δήλωση (Έγγραφο Β), ανέφερε ότι εργάζεται στην εναγόμενη και κατέχει τη θέση του οικονομικού της διευθυντή. Ανέφερε ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης λόγω της θέσης του και της εμπλοκής του στην όλη υπόθεση και ότι είναι πλήρως και δεόντως εξουσιοδοτημένος από την εναγόμενη να καταθέσει εκ μέρους της. Αναφέρθηκε στη συγχώνευση των δύο ασφαλιστικών εταιρειών με διάταγμα δικαστηρίου δηλαδή της Demco Insurance Ltd με την Prime Insurance Company Ltd στις 02.02.2012 οπότε και όλες οι ασφαλιστικές εργασίες, νομικές διαδικασίες και συμβάσεις στις οποίες ήταν μέρος η Demco Insurance Ltd θα συνεχίζονταν προς όφελος της Prime Insurance Company Ltd μετά την έγκριση της Εφόρου Ασφαλίσεων η οποία λήφθηκε στις 23.04.
  23. Ανέφερε ότι την 21.05.2008, στην Λευκωσία, συνάφθηκε μεταξύ της Demco Insurance Ltd και της ενάγουσας Σύμβαση Ασφαλιστικού Πράκτορα (Τεκμ. 1). Σύμφωνα με αυτή, η ως άνω ασφαλιστική εταιρεία κατέστησε την ενάγουσα ασφαλιστικό της πράκτορα και της ανέθεσε να αναλαμβάνει εκ μέρους της εργασίες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης υπό τους όρους της εν λόγω Σύμβασης. Η ενάγουσα με βάση τους όρους της Σύμβασης, ως ασφαλιστικός πράκτορας της εταιρείας, μεταξύ άλλων είχε και τις ακόλουθες υποχρεώσεις: (α) Όπως εισπράττει όλα τα οφειλόμενα ασφάλιστρα σε σχέση με ασφαλιστήρια και/ή άλλες ασφαλιστικές υπηρεσίες που παρείχε η ενάγουσα σε τρίτους με δική της διαμεσολάβηση (β) Κρατά ως θεματοφύλακας της εναγόμενης τα ποσά που εισπράττει και τα αποδίδει σε αυτή μέσα στην περίοδο πίστωσης που προβλέπεται από το Μέρος 2 της Σύμβασης δηλαδή μέσα σε περίοδο 90 ημερών. (γ) Πληρώνει στην εναγόμενη τα ασφάλιστρα σε σχέση με ασφαλιστήρια και άλλες ασφαλιστικές υπηρεσίες που παρείχε σε τρίτους με τη δική της διαμεσολάβηση, μέσα στην περίοδο πίστωσης των 90 ημερών που προβλέπεται στο Μέρος 2 της Σύμβασης μείον τις προμήθειες της επί τούτων που προβλέπονται στο εν λόγω Μέρος. Ο μάρτυς ανέφερε ότι μετά την υπογραφή της Σύμβασης η εναγόμενη άνοιξε στο όνομα της ενάγουσας χρεωπιστωτικό λογαριασμό τον οποίο και κατάθεσε και σημειώθηκε ως Τεκμ. 27, ο οποίος χρεωνόταν με τα ασφάλιστρα των ασφαλιστηρίων που εξέδιδε η εναγόμενη με την διαμεσολάβηση της ενάγουσας και πιστωνόταν με τις συμφωνημένες προμήθειες της εναγόμενης και με τις πληρωμές της ενάγουσας προς την εναγόμενη. Στις 3.10.2012, η εναγόμενη απέστειλε δια των δικηγόρων της επιστολή στην ενάγουσα (Τεκμ. 2), με την οποία την πληροφορούσε ότι μετά τη πάροδο 60 ημερών η Σύμβαση θα τερματιζόταν με βάση τις πρόνοιες της παραγράφου 26(B) αυτής. Η εν λόγω επιστολή στάλθηκε προς την ενάγουσα αφότου η εναγόμενη σε προηγούμενο στάδιο είχε επισημάνει πολλάκις σε αυτήν ότι ο δείκτης ζημιών του χαρτοφυλακίου της ήταν ψηλός και το καθιστούσε ζημιογόνο για την εναγόμενη και ενόψει τούτου αλλά και του ότι δεν τηρούσε τα πιστωτικά όρια της και όφειλε στην εταιρεία αρκετά ποσά καθ' υπέρβαση τους, την προέτρεψε να προβεί έγκαιρα σε ενέργειες ώστε να συνάψει νέα συμφωνία με άλλη ασφαλιστική εταιρεία για να μπορέσει να μεταβιβάσει απρόσκοπτα το χαρτοφυλάκιο της. Κατά τον Σεπτέμβριο του 2012 έγινε συνάντηση ανάμεσα στην ενάγουσα και εναγόμενη στην οποία συζητήθηκαν τα ανωτέρω προβλήματα που είχαν προκύψει στη συνεργασία τους. Στην εν λόγω συνάντηση η εναγόμενη προειδοποίησε ξανά την ενάγουσα για τα προβλήματα του χαρτοφυλακίου της καθώς επίσης και για το σημαντικότερο κομμάτι της συνεργασίας τους δηλαδή την μη απόδοση των ασφαλίστρων προς την εναγόμενη. Μετά την πάροδο των 60 ημερών, η εναγόμενη προέβη σε ακύρωση αριθμού ασφαλιστηρίων συμβολαίων του χαρτοφυλακίου της ενάγουσας σύμφωνα με τους όρους των ασφαλιστικών συμβολαίων ενός εκάστου ασφαλιζομένου και μέσα στα πλαίσια των προνοιών του Νόμου. Μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων της εναγόμενης, όπως αυτά απορρέουν από τον Νόμο και το ασφαλιστήριο συμβόλαιο μεταξύ της και ενός εκάστου ασφαλισμένου, η εναγόμενη ανέλαβε δέσμευση προς τους ασφαλιζομένους της - η οποία εξακολουθεί να υφίσταται - όπως τους επιστρέψει τα μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα που κατέβαλαν με την προϋπόθεση προσκόμισης απόδειξης πληρωμής τους. Τα εν λόγω ασφάλιστρα εισπράχθηκαν από την ενάγουσα τα οποία παρανόμως τα έχει κατακρατήσει χωρίς να τα αποδώσει στην εναγόμενη ως όφειλε. Παρουσίασε αντίγραφα σχετικών επιστολών τερματισμού προς τους πελάτες της ενάγουσας ως Τεκμ. 28 και
  24. Η εναγόμενη έχει επιστρέψει σε αριθμό ασφαλισμένων οι οποίοι της έχουν προσκομίσει τις αποδείξεις πληρωμής προς την ενάγουσα, την αναλογία των μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων και έχει χρεώσει με τα αντίστοιχα ποσά τον λογαριασμό της ενάγουσας και έχει πιστώσει επίσης τον λογαριασμό της με όλα τα επιστραφέντα ασφάλιστρα σε σχέση με ασφαλιστήρια που εκδόθηκαν με τη διαμεσολάβηση της και ακυρώθηκαν από την εναγόμενη. Μετά τον τερματισμό της Σύμβασης και εντός της περιόδου των 60 ημερών, η ενάγουσα συνέχισε να αποστέλλει προτάσεις προς την εναγόμενη για έκδοση ασφαλιστηρίων. Η εναγόμενη εξέδιδε τα ασφαλιστήρια τα οποία ζητούντο, και όταν μετά την πάροδο των 60 ημερών προχωρούσε στην ακύρωση τους, ακολουθούσε την ίδια διαδικασία με τα παλαιά ασφαλιστήρια, δηλαδή η εναγόμενη επέστρεφε στους ασφαλισμένους, οι οποίοι της προσκόμισαν τις αποδείξεις πληρωμής που έκαναν στην ενάγουσα, την αναλογία των μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων και χρέωνε με τα αντίστοιχα ποσά τον λογαριασμό της ενάγουσας πιστώνοντας επίσης τον λογαριασμό της με όλα τα επιστραφέντα ασφάλιστρα σε σχέση με ασφαλιστήρια που εκδόθηκαν με διαμεσολάβηση της και ακυρώθηκαν από την εναγόμενη. Με βάση τη σύμβαση, το πιστωτικό όριο της ενάγουσας ήταν 90 ημέρες και κατά συνέπεια κάθε οφειλή της προς την εναγόμενη έπρεπε να εξοφλείται εντός της εν λόγω περιόδου. Ωστόσο, ο λογαριασμός της ενάγουσας εμφάνιζε, όταν κατάθεσε ο μάρτυς, χρεωστικό υπόλοιπο προς όφελος της εναγόμενης ανερχόμενο σε €66.024,47σ. σύμφωνα με το Τεκμ.
  25. Διευκρίνισε ότι από αυτό το ποσό αξιώνεται μειωμένο μόνο το ποσό των €61.499,56 το οποίο ήταν το υπόλοιπο ποσό κατά την ημερομηνία που δόθηκαν οδηγίες για την καταχώρηση της ανταπαίτησης. Προς απόδειξη του ισχυρισμού του κατάθεσε ως Τεκμ. 30 - 41 καταστάσεις μηνιαίων λογαριασμών για το έτος 2012 και συγκεντρωτική κατάσταση για το έτος 2012 ως Τεκμ.
  26. Ο μάρτυς στη συνέχεια ανέφερε ότι στις 14.12.2012 η εταιρεία έλαβε επιστολή από την ενάγουσα και στις 17.12.2012 έλαβε επιστολή από τους δικηγόρους της. Η εναγόμενη απάντησε μέσω των δικηγόρων της και στις δύο επιστολές στις 19.12.2012 με σχετικές επιστολές (Τεκμ. 10 και 11), με τις οποίες απέρριψε το περιεχόμενο των ως άνω επιστο­λών και εξέθετε τις δικές της θέσεις. Περαιτέρω, πριν τον τερματισμό της Σύμβασης και συγκεκριμένα κατά τον Μάρτιο του 2012 και επειδή η ενάγουσα όφειλε στην εναγόμενη πολύ μεγάλα ποσά, καθ' υπέρβαση του πιστωτικού της ορίου που προβλέπεται στη Σύμβαση, η εναγόμενη ενημέρωσε την ενάγουσα ότι είχε πρόθεση να τερματίσει τη Σύμβαση και την προέτρεψε να καταρτίσει νέα σύμβαση με άλλη ασφαλιστική εταιρεία για να μπορέσει να γίνει ομαλή μεταβίβαση του χαρτοφυλακίου της σε αυτή. Ο μάρτυς εξήγησε ότι επειδή η αρμόδια υπηρεσία της Εφόρου Ασφαλειών για να εγγράψει ασφα­λιστικό πράκτορα ο οποίος ήταν ήδη εγγεγραμμένος ως ασφαλιστικός πράκτο­ρας μιας άλλης εταιρείας σε κάποια άλλη, απαιτεί βεβαίωση της πρώτης ότι ο προτιθέμενος να εγγραφεί ασφαλιστικός πράκτορας δεν της οφείλει οποιαδήποτε ποσά, η ενάγουσα ζήτησε από την εναγόμενη όπως την εφοδιάσει με την εν λόγω βεβαίωση. Επειδή η ενάγουσα τη δεδομένη στιγμή όφειλε στην εναγόμενη καθ' υπέρβαση του πιστωτικού της ορίου το ποσό των €149.491,30σ. συμφωνήθηκε ότι για να της χορηγηθεί η βεβαίωση θα έπρεπε, για το εν λόγω ποσό, πλέον τους αναλογούντες τόκους μέχρι την αποπληρωμή του που ανερχόταν σε €155.381,76σ. θα έπρεπε να υπογράψει προς όφελος της εναγόμενης Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου το οποίο θα προέβλεπε την αποπληρωμή του δια μηνιαίων δόσεων εκ €9.711.36σ. αρχής γενομένης από την 15.04.2012 (Τεκμ. 43). Στις 22.03.2012 η ενάγουσα πράγματι υπέγραψε επ' ονόματι και/ή προς όφελος και/ή εις διαταγή της εναγόμενης το Γραμμάτιο για το ποσό των €155.381,76σ. το οποίο προνοεί ότι θα αποπληρωθεί με μηνιαίες δόσεις των €9,711,36σ. αρχής γενομένης την 15.04.2012 και ότι το εν λόγω ποσό θα έφερε τόκο προς 5.5% ετησίως από της υπογραφής του μέχρι την αποπληρωμή του και περαιτέρω ότι σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιασδήποτε δόσης ή μέρους αυτής πέραν των 5 ημερών το Γραμμάτιο καθίσταται λη­ξιπρόθεσμο και κάθε οφειλόμενο ποσό αμέσως απαιτητό και σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων ότι θα πληρώσει και τα έξοδα. Περαιτέρω, οι εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 2 και 3, δηλαδή ο κ. Αντρέας Κωνσταντίνου και ο κ. Πανοσίου Αντώνης Ζακ υπέγραψαν ως εγγυητές πληρωμής του εν λόγω Γραμματίου (Τεκμ. 6) το οποίο υπογρά­φτηκε ενώπιον δύο ικανών προς το συμβάλλεσαι μαρτύρων. Μετά την υπογραφή του Γραμματίου, δόθηκε προς την ενάγουσα η βεβαίωση (Τεκμ. 7) την οποία επιθυμούσε με σκοπό να συνάψει Σύμβαση με άλλη ασφαλιστική εταιρεία και να συνεχίσει τις εργασίες της μαζί της. Όπως είχε πληροφορηθεί ο μάρτυς, μετά τον τερματισμό της επίδικης Σύμβασης η ενάγουσα άρχισε να συνεργάζε­ται με την εταιρεία Progressive Insurance Ltd, πράγμα το οποίο συνεχίζει μέχρι και σήμερα είτε μέσω της εταιρείας του είτε μέσω του υιού του. Το ποσό των €155.381,76σ. για το οποίο υπογράφτηκε το Γραμμάτιο αφαιρέθηκε από τον λογαριασμό της ενάγουσας στις 30.06.2012, ημερομηνία κατά την οποία έληγε ουσιαστικά η τρίμηνη παράταση που προβλέπεται στη Σύμβαση (Τεκμ. 27 σελ. 35). Ως εκ τούτου, η εταιρεία άνοιξε ένα λογαριασμό στο όνομα της ενάγουσας για οφειλόμενο υπόλοιπο εκ του Γραμματίου (Τεκμ. 44). Η ενάγουσα δεν έχει καταβάλει έναντι του Γραμματίου το ποσό των €77.690,88σ., ως ισχυρίζεται στην παράγραφο 24 της έκθεσης απαίτησης της, αλλά κατέβαλε το ποσό των €58.278,06σ. και εξακολουθεί να οφείλει μέχρι σήμερα το ποσό των €97.103,70σ. Η τελευταία δόση που καταβλήθηκε για το ποσό των €20.000,00 και αφορούσε το Γραμμάτιο πλη­ρώθηκε στις 31.10.2012 δηλαδή μετά τον τερματισμό της Σύμβασης. Σε σχέση με τις δύο επιταγές (Τεκμ. 46 και 47) ανέφερε ότι η ενάγουσα προέβη στην έκδοση τους προς όφελος της εναγόμενης οι οποίες δεν εκδόθηκαν έναντι των δόσεων του Γραμματίου αλλά έναντι του χρεωστικού υπολοίπου της ενάγουσας. Οι πιο πάνω επιταγές έχουν κατατεθεί στην τράπεζα πλην όμως δεν τι­μήθηκαν καθώς η πληρωμή τους είχε ανακληθεί από την ενάγουσα και επο­μένως παραμένουν μέχρι και σήμερα απλήρωτες. Προς επιβεβαίωση του ισχυρισμού του παρέπεμψε στις σελίδες 40 και 41 του Τεκμ.
  27. Ανέφερε ακόμα ότι η εναγόμενη έχει προβεί σε ποινική δίωξη εναντίον της ενάγουσας με την καταχώριση της Ποινικής Υπόθεσης Αρ.XXXX/16 στο Ε.Δ. Λευκωσίας. Σημειώνεται εδώ ότι ο μάρτυς ανέφερε ότι γνώριζε ως Οικονομικός Διευθυντής μιας άλλης ασφαλιστικής εταιρείας με την οποία συνεργαζόταν παλαιότερα ο κ. Κωνσταντίνου ότι είχε παρόμοια με την παρούσα υπόθεση και εμπειρία όπου αν και είχαν καταλήξει σε συμβιβασμό αυτός ουδέποτε τον τήρησε. Ως εκ των ανωτέρω, η εναγόμενη αρνείται ότι η ενάγουσα δικαιούται σε οποιαδήποτε από τις θεραπείες που αξιώνει και ζητά την απόρριψη της αγωγής με έξοδα υπέρ της. Περαιτέρω, η εναγόμενη αξιώνει ανταπαιτητικά εναντίον των εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενων 1 και 3 ομού και/ή κεχωρισμένα το ποσό των €97.103,70σ. ως υπόλοιπο του Γραμματίου και εναντίον της εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενης 1 το ποσό των €61.499,56σ. ως υπόλοιπο του λογαριασμού της πλέον τα έξοδα της. Ο μάρτυς κατά την αντεξέταση του παρέμεινε σταθερός στις θέσεις που ανέπτυξε κατά την κυρίως εξέταση του και όπου έκρινε σκόπιμο εφόσον ερωτάτο περί τούτου έδωσε τις αναγκαίες διευκρινήσεις. Εξήγε το σκεπτικό που υπήρχε με την προϋπόθεση που έθεσαν σε ασφαλισμένους υπό της ενάγουσας να τους υποδεικνύεται η απόδειξη πληρωμής των ασφαλίστρων όσων τους ακυρώνονταν τα συμβόλαια. Πρωτίστως, ανέφερε, εξυπηρετούσε τα συμφέροντα και της ενάγουσας για να μη καλείτο σε μεταγενέστερο στάδιο να καλύψει κάτι το οποίο δεν είσπραξε. Το ότι η ενάγουσα λάμβανε χρήματα ως ασφάλιστρα τα οποία δεν τα κατέβαλλε στην εναγόμενη φάνηκε και από τους πελάτες του που με αποδείξεις βεβαίωναν ότι είχαν πληρώσει τα ασφάλιστρα τα οποία δεν εμβάστηκαν στον λογαριασμό της εναγόμενης. Αποδείχθηκε επίσης και από την υπογραφή του Γραμματίου από την ενάγουσα. Ο μάρτυς όταν προκλήθηκε κατάθεσε ως Τεκμ. 48 δέσμη από καταστάσεις λογαριασμού που τηρούνταν μεταξύ των διαδίκων και για την αλήθεια του περιεχομένου τους όπως δηλώθηκε. Υπέδειξε σε τεκμήρια τις πληρωμές στις οποίες προέβη η ενάγουσα όπως τα Τεκμ. 49 και
  28. Ο μάρτυς σε αναφορά σε καταγραφές σε τεκμήρια επέμεινε για τα οφειλόμενα εκ μέρους της ενάγουσας προς την εναγόμενη. Ο κ. ΧΧΧ Αγαπίου (ΜΥ2), του οποίου η Γραπτή Δήλωση σημειώθηκε ως Έγγραφο Γ ανέφερε ότι κατά την περίοδο από το 2008 μέχρι τον Φεβρουάριο του 2016 ήταν στην υπηρεσία της εναγόμενης και εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας και κατείχε σε αυτή τη θέση του οικονομικού διευθυντή. Ανέφερε ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης λόγω της εμπλοκής του σε αυτήν την υπόθεση ένεκα της θέσης που κατείχε κατά τον επίδικο χρόνο στην εναγόμενη και ότι είναι πλήρως και δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτή να καταθέσει για την υπόθεση. Αναφέρθηκε και αυτός για τη σχέση της ενάγουσας με την εναγόμενη υπό τους όρους της Σύμβασης (Τεκμ. 1). Εξήγησε περαιτέρω ότι κατά το 2012, ενόψει του ότι ο δείκτης ζημιών του χαρτοφυλακίου της ενάγουσας ήταν ψηλός, γεγονός που αποτελούσε κίνδυνο και ζημιά για την εναγόμενη αλλά και για το ότι η ενάγουσα δεν τηρούσε τα πιστωτικά της όρια και όφειλε στην εναγόμενη αρκετά ποσά καθ' υπέρβαση τους, σε διάφορες συνομιλίες που είχαν οι συνάδελφοι του με την ενάγουσα, τον ενημέρωσαν για την ύπαρξη των εν λόγω προβλημάτων. Κατά τον Σεπτέμβριο του 2012 έγινε συνάντηση τους στην οποία συζητήθηκαν τα πιο πάνω προβλήματα που είχαν προκύψει στη συνεργασία τους. Στην εν λόγω συνάντηση η εναγόμενη προειδοποίησε ξανά την ενάγουσα για τα προβλήματα του χαρτοφυλακίου της καθώς επίσης και για το σημαντικότερο κομμάτι της συνεργασίας τους δηλαδή τη μη απόδοση των ασφαλίστρων προς την εναγόμενη. Περαιτέρω, κατά την εν λόγω συνάντηση, η εναγόμενη ενημερώθηκε ότι η εταιρεία είχε πρόθεση να τερματίσει τη Σύμβαση τους και ότι τα συμβόλαια των πελατών της θα τερματίζονταν με τον τερματισμό της Σύμβασης. Κατά τις εν λόγω συνομιλίες και συγκεκριμένα κατά τον Μάρτιο του 2012 και επειδή η ενάγουσα όφειλε στην εταιρεία πολύ μεγάλα ποσά καθ' υπέρβαση του πιστωτικού της ορίου που προβλέπεται στη Σύμβαση, η εναγόμενη ενημέρωσε την ενάγουσα ότι είχε πρόθεση να την τερματίσει και την προέτρεψε να καταρτίσει νέα σύμβαση με άλλη ασφαλιστική εταιρεία για να μπορέσει να γίνει ομαλή μεταβίβαση του χαρτοφυλακίου της σε αυτή. Ο μάρτυς αναφέρθηκε κατά πανομοιότυπο τρόπο για τη διαδικασία που ακολουθήθηκε στη συνέχεια και τη διευκόλυνση που έγινε στην ενάγουσα με την υπογραφή του Γραμματίου όπως και ο κ. Ιακωβίδης (ΜΥ 1). Κατά την αντεξέταση του ΜΥ 2 του υποδείχθηκε η επιστολή ημερ. 24.02.2011 η οποία κατατέθηκε ως Τεκμ. 51 η οποία αφορούσε αίτηση της εναγόμενης με την οποία κοινοποιείτο στην Υπηρεσία Ελέγχου Ασφαλιστικών Εταιρειών για το ενδιαφέρον της για την εγγραφή της ενάγουσας στο Μητρώο Εταιρειών Ασφαλιστικής Πρακτόρευσης και ότι συμφωνούσε για την ανανέωση της. Συνάμα την πληροφορούσε ότι όλοι οι όροι της μεταξύ τους Σύμβασης εξακολουθούσαν να ισχύουν. Ο μάρτυς σε σχέση με το ποσό των €10.764,13σ. που αφορούσε ανανεώσεις συμβολαίων και εκδόσεις νέων συμβολαίων μετά τις 3.12.2012 και μέχρι τις 20.12.2012 δήλωσε ότι δεν το διεκδικεί πλέον η εναγόμενη. Αξιώνεται μόνο το ποσό των €50.735,
  29. Διευκρίνισε όμως ότι εξακολουθούσε να διεκδικεί τα ποσά που κατέβαλε στους ασφαλισμένους οι οποίοι προσκόμισαν απόδειξη και τα οποία η ενάγουσα εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη δεν της τα κατέβαλε. Ο μάρτυς σχολίασε την απόδειξη πληρωμής ημερ. 11.07.2012 (Τεκμ. 52) που αφορούσε μεταχρονολογημένη επιταγή με ημερομηνία 11.07.2012 και εξήγησε για πιο λόγο αυτή φαινόταν περασμένη στην κατάσταση λογαριασμού ήδη από τις 30.06.2012 και αυτό κατά την άποψη του δεν συνιστούσε λάθος καταχώρηση στην κατάσταση λογαριασμού. Ο μάρτυς σε αναφορά στις καταστάσεις λογαριασμού που κατατέθηκαν ως τεκμήρια αρνήθηκε υποβολή ότι η ενάγουσα δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην εναγόμενη. Ο μάρτυς στο τέλος διευκρίνισε σε σχέση με το Γραμμάτιο ότι ούτε πιέστηκε, ούτε εκβιάστηκε ούτε και εξαπατήθηκε η ενάγουσα για να το υπογράψει. Αυτό αφορούσε καθυστερημένες οφειλές και αποσκοπούσε στη διασφάλιση του λαβείν της εναγόμενης από την ενάγουσα και για να μπορεί η τελευταία να προχωρήσει σε σύναψη συμφωνίας με άλλη ασφαλιστική εταιρεία. Ο κ. ΧΧΧ Μιχαηλίδης (ΜΥ3) είναι ο διευθυντής Γενικού Κλάδου της εναγόμενης και κλήθηκε για να καταθέσει τους δείκτες ζημιών από το 2008 -2012 (Τεκμ. 53), οι οποίοι βγαίνουν από το λογισμικό σύστημα ανάλογα με τον κωδικό του διαμεσολαβητή. Πρόκειται για την παραγωγή του για συγκεκριμένη περίοδο και ανά κλάδο και δείχνει τις ζημιές συγκεκριμένης χρονικής περιόδου. Ο μάρτυς προχώρησε και επεξήγησε αυτούς από όπου έβγαινε το συμπέρασμα ότι αυτοί έδειχναν το χαρτοφυλάκιο της εναγόμενης να είναι ζημιογόνο, κάτι που τον οδήγησε να εισηγηθεί τον τερματισμό της Σύμβασης. Ο μάρτυς αντεξετάστηκε επί μακρόν διευκρινίζοντας διάφορα ζητήματα για τα οποία ρωτήθηκε και τα οποία ουσιαστικά περιστράφηκαν γύρω από ζητήματα που ήδη είχαν καλύψει με τη μαρτυρία τους οι κ. Ιακωβίδης (ΜΥ1) και κ. Αγαπίου (ΜΥ2) και η επανάληψη της όπως κρίνω θα συνιστούσε πλεονασμό. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων στις εκτενείς και εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, τις οποίες είχαν την καλοσύνη να ετοιμάσουν σε γραπτή μορφή τις οποίες και μου παρέδωσαν, κάνουν αναφορά τόσο στη μαρτυρία που δόθηκε, με την κάθε πλευρά να δίδει σε αυτή τη δική της ερμηνεία, όσο και στη νομική πτυχή που διέπει τα διάφορα επίδικα ζητήματα. Τις έχω μελετήσει με προσοχή όπως και τη νομολογία και αυθεντίες στις οποίες με παρέπεμψαν και οι οποίες μου στάθηκαν υποβοηθητικές στην κατανόηση των θέσεων τους. Η συνήγορος της ενάγουσας στην αγόρευση της εισηγήθηκε όπως γίνει αποδεκτή η μαρτυρία την οποία προσκόμισε η πλευρά της και απορριφθεί αυτή της εναγόμενης και ότι απέδειξε τις αξιώσεις της ενώ η εναγόμενη απέτυχε να αποδείξει τις αξιώσεις που ανταπαιτεί. Συνοψίζοντας τις θέσεις του συνηγόρου της εναγόμενης και εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας, στην τελική αγόρευση του, αυτές συνίστανται στο ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών της και ότι οι αξιώσεις της παρέμειναν ατεκμηρίωτες, αόριστες και εκτός πραγματικότητας, τουναντίον η εναγόμενη εισηγήθηκε, απέδειξε την ανταπαίτηση της και εισηγήθηκε όπως εκδοθεί απόφαση υπέρ της ως έχουν διαμορφωθεί οι αξιώσεις της κατά την παράθεση της μαρτυρίας και επί πλέον να της επιδικασθούν τα έξοδα. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Η μαρτυρία του κ. Κωνσταντίου (ΜΕ1), ήταν ουσιαστική για την προσπάθεια που καταβλήθηκε εκ μέρους της για απόδειξη αφενός των αξιώσεων της ενάγουσας και αφετέρου για την αντίκρουση αυτών της εναγόμενης εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας. Η γενική εντύπωση που μου προκάλεσε ο μάρτυρας ήταν πτωχή. Ήταν φανερό ότι η προσπάθεια του εξαντλείτο στο να προκαλέσει σύγχυση παρά να διευκρινίσει σημαντικές πτυχές της υπόθεσης. Η προσπάθεια του απέτυχε και τούτο γιατί η μαρτυρία του ήταν αντιφατική, δεν ήταν σταθερός στις απαντήσεις και στις θέσεις που ήθελε να προβάλει και αμφιταλαντευόταν εφόσον την μια στιγμή υποστήριζε κατά πως έκρινε τη μια θέση και αμέσως μετά όταν του υποδεικνύονταν αναμφισβήτητα έγγραφα ακόμα και αυτά που ο ίδιος ετοίμασε και παρουσίασε όπως το Τεκμ. 8 και τα υπόλοιπα του λογαριασμού του που αυτός δεικνύει, δεν ήταν σαφής, συχνά δεν απαντούσε ευθέως και η υπεκφυγή χαρακτήριζε γενικά τη μαρτυρία του και όλα αυτά εφόσον ήταν έντονα φανερή η προσπάθεια του για διαστρέβλωση της πραγματικότητας. Πέραν όμως κάποιων, αναγκαίων σχολίων που έγιναν στο μέρος καταγραφής της μαρτυρίας, θα παραθέσω στη συνέχεια κάποια παραδείγματα από την μαρτυρία η οποία μου προκάλεσε την αντίληψη μου σε σχέση με τη μαρτυρία του σε συνδυασμό ασφαλώς με άλλη μαρτυρία προφορική και έγγραφη που τέθηκε ενώπιον μου: (α) Απέφευγε κατά την αντεξέταση του ακόμα και να κοιτάξει έγγραφα που του υποδεικνύονταν για να τα αναγνωρίσει ή να τα διεξέλθει και σχολιάσει υποστηρίζοντας ότι ήταν άσχετα με την υπόθεση και τούτο όπως αντιλήφθηκαν οφείλετο στην προσπάθεια του να μην αποκαλυφθεί η αλήθεια εφόσον αντιλαμβανόταν ότι διέψευδαν τις θέσεις του. (β) Η έκδοση των δύο επιταγών συνιστούσε από μόνη της αναγνώριση του χρέους του. Παρόμοια η υπογραφή του Γραμματίου όπως και η μεταγενέστερη του τερματισμού της Σύμβασης καταβολή έναντι του Γραμματίου του ποσού των €20.000,00 εντούτοις επικαλέστηκε διάφορες δικαιολογίες για την ανάκληση των επιταγών. (γ) Είναι δε τουλάχιστον περίεργος ο ισχυρισμός του κ. Κωνσταντίνου ότι χωρίς προειδοποίηση παρέλαβε την επιστολή τερματισμού της Σύμβασης και τούτο διότι ήδη γνώριζε από προφορικές παραστάσεις εκ μέρους της εναγόμενης για τη συμμόρφωση του με τους όρους της Σύμβασης και τις προειδοποιήσεις που του γίνονταν προς τούτο ήδη με την υπογραφή του Γραμματίου τον Μάρτιο του 2012, τη συνάντηση που είχε τον Σεπτέμβριο με εκπροσώπους της εναγόμενης για συζήτηση του θέματος που διαχρονικά απασχολούσε τη σχέση τους. (δ) κατάθεσε το Τεκμ. 8 το οποίο όπως εξήγησε ο κ. Ιακωβίδης (ΜΕ1) δεν ήταν έγγραφο της εναγόμενης αλλά της ίδιας της ενάγουσας η οποία τηρούσε την εν λόγω κατάσταση η οποία στο τέλος της κατέγραφε σημαντικό ποσό ως υπόλοιπο που όφειλε στην εναγόμενη. Από αυτό και μόνο και παραγνωρίζοντας τις υπόλοιπες καταστάσεις λογαριασμού που παρουσιάστηκαν από τους ΜΥ προκύπτει υπόλοιπο μεγάλου ποσού και δεν μπορεί αντιφατικά να ισχυρίζεται ότι εξοφλούσε όλες τις προκύπτουσες οφειλές του με την πάροδο των 90 ημερών και το οποίο παρουσίαζε υπόλοιπο €193.361,30σ. και σε άλλο σημείο ποσό €190.672,51σ. το οποίο παραδέχθηκε ο ίδιος ο κ. Κωνσταντίνου (ΜΕ1) και ενώ υποστήριξε σε πλείστες τόσες περιπτώσεις ότι μετά την πάροδο 3 μηνών δεν παρέμενε οφειλόμενο εις πίστη των εναγόμενων αν και σειρά άλλων τεκμηρίων όπως το Τεκμ. 27, 31- 43 ,45 και 48 αποδεικνύουν εντελώς διαφορετική εικόνα. (ε) Ισχυρίστηκε ακόμα ότι η εναγόμενη δεν έδωσε καμιά δικαιολογία για τον τερματισμό της Σύμβασης. Γνώριζε όμως ήδη τη διαχρονική παράβαση εκ μέρους του των όρων της Σύμβασης μη καταβάλλοντας οφειλόμενα ασφάλιστρα και συσσωρεύοντας μεγάλα κατά διαστήματα υπόλοιπα. Η μη καταβολή ασφαλίστρων εκ μέρους του στην εναγόμενη αποκαλύφθηκε περίτρανα όταν τερματίστηκε η Σύμβαση και ασφαλιστικά συμβόλαια πελατών του οπότε οι τελευταίοι προσέτρεξαν στην εναγόμενη επιδεικνύοντας τις αποδείξεις πληρωμής που λάμβαναν και η επιστροφή σε αυτούς ασφαλίστρων όπως φαίνεται στις τελευταίες σελίδες του Τεκμ.
  30. Και τούτο σε αντίθεση και πάλι με ό,τι υποστήριξε ο μάρτυρας ότι πελάτες του αποτάθηκαν με αποδείξεις στην εναγόμενη όταν τερματίστηκαν τα συμβόλαια τους με την τελευταία να αρνείται να ικανοποιήσει το αίτημα τους για επιστροφή ασφαλίστρων λόγω του πρόωρου τερματισμού τους. Στη βάση αυτών η επιφύλαξη των δικαιωμάτων του όπως καταγράφεται στην επιστολή που απέστειλε ο ίδιος αλλά και μέσω του δικηγόρου στην εναγόμενη μετά τον τερματισμό της Σύμβασης είναι επίσης περίεργη εκ μέρους του στάση και ούτως ή άλλως άνευ νομικής αξίας. (στ) Ισχυρίστηκε ότι παρά την πάροδο 5 ημερών από της αποστολής της επιστολής του προς την εναγόμενη ήτοι στις 14.12.2012 και της επακόλουθης των δικηγόρων του της 17.12.2012 η εναγόμενη δεν του απάντησε. Τα τεκμήρια όμως 10 και 11 που ήταν επιστολές - απάντηση της εναγόμενης με ημερομηνία 19.12.2012 διαψεύδουν και αυτή τη θέση του. (ζ) Απέδωσε την υπογραφή του Γραμματίου στη σχέση εμπιστοσύνης που αναπτύχθηκε μεταξύ του και της εναγόμενης και ότι τάχα αφορούσε εγγύηση πληρωμής ασφαλίστρων για μεταγενέστερα συμβόλαια. Αν ήταν αυτός ο σκοπό του τότε προς τι η συμφωνία καταβολής μηνιαίως ενός σημαντικού ποσού αυτού των €9.711,36σ. μέχρι της αποπληρωμής του, ποσό το οποίο θα έφερε μάλιστα και τόκο; (η) Ισχυρίστηκε ότι μέχρι την 6.04.2012 δεν όφειλε κανένα ποσό στην εναγόμενη. Ο ισχυρισμός όμως αυτός διαψεύδεται από σειρά τεκμηρίων και όσα οι μάρτυρες της εναγόμενης ανέφεραν ειδικότερα για την περίοδο αυτή. Για την προγενέστερη υπογραφή του Γραμματίου και σε τι θα εξυπηρετούσε την ενάγουσα η υπογραφή της Βεβαίωσης που εξέδωσε η εναγόμενη με σκοπό να βοηθήσει την ενάγουσα να συνεχίσει τις δραστηριότητες της στον ασφαλιστικό τομέα. Χωρίς τη βεβαίωση αυτή και με αναγνωρισμένο χρέος προς την εναγόμενη δεν θα μπορούσε να ασκήσει μια τέτοια δραστηριότητα. Για τη νομική πτυχή βέβαια που διέπει το Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου θα επανέλθω στο κατάλληλο σημείο. (θ) Ο κ. Κωνσταντίνου (ΜΕ1) ισχυρίστηκε όπως καταγράφω στη σελ. 8 πιο πάνω ότι «πέραν ..έκανε» Πρόκειται για αντιφατικό ισχυρισμό για τη θέση του ότι υπέγραψε το Γραμμάτιο για σκοπούς παροχής εγγύησης στην εναγόμενη ότι η ενάγουσα θα κατέβαλλε ασφάλιστρα μελλοντικών συμβολαίων ως προς τη θέση του στην ίδια σελ. 8 « για σκοπούς...» Η δε καταβολή ποσού έναντι του Γραμματίου ακόμα και μετά τον τερματισμό της Σύμβασης κάθε άλλο συνηγορεί υπέρ της θέσης του αυτής αλλά συνιστά ως είναι εύρημα μου παραδοχή της οφειλής του. (ι) Ούτε και ο ισχυρισμός του περί ανάκλησης των δύο επιταγών όπως καταγράφεται πιο πάνω στη σελ. 8 συνάδει με τα πραγματικά γεγονότα και τη χρονολογική σειρά που έλαβαν χώρα αυτά. Ο τερματισμός της Σύμβασης έγινε στις 3.10.2012 (Τεκμ. 2) ενώ η ανάκληση έγινε με την επιστολή με ημερομηνία 14.12.2012 9Τεκμ. 4) λίγες μόλις ημέρες πριν από την ημερομηνία εξαργύρωσης τους. (ια) Η ενάγουσα αξιώνει τα ποσά των €50.000,00 και €60.000,00 ως καταγράφεται στην αρχή της απόφασής μου. Καμιά όμως σαφής και τεκμηριωμένη μαρτυρία προσκομίστηκε διά του κ. Κωνσταντίνου προς απόδειξη αυτών των αξιώσεων της ενάγουσας. (ιβ) Η εναγόμενη προειδοποίησε την ενάγουσα σύμφωνα με τους όρους της Σύμβασης και περαιτέρω με σκοπό να προστατεύσει το χαρτοφυλάκιο της κάτι που δεν έπραξε η ενάγουσα και δεν μπορεί ως εκ τούτου να επιρρίπτει ευθύνη για ισχυριζόμενες ζημιές και οικονομική της καταστροφή στην εναγόμενη. Παρέμεναν επομένως αόριστοι ισχυρισμοί και οι αξιώσεις απέτυχαν και απορρίπτονται. (ιγ) Ο μάρτυς (ΜΕ1) ισχυρίστηκε όπως καταγράφεται πιο πάνω στην παράθεση της μαρτυρίας ότι «η εναγόμενη ουδέποτε επέστρεψε την αναλογία των ασφαλιστικών συμβολαίων για την περίοδο από την ακύρωση μέχρι την λήξη του ασφαλιστηρίου για να μπορέσει η ενάγουσα να πληρώσει τα χρήματα και να συνάψει νέα ασφαλιστικά συμβόλαια προς ικανοποίηση των πελατών της». Πρόκειται για ανυπόστατο ισχυρισμό και διαψεύδεται από το Τεκμ. 27 στις σελ. 41 - 44 όπου αναφέρονται δεκάδες επιστροφές ασφαλίστρων συγκεκριμένων οχημάτων πελατών της ενάγουσας. (ιδ) Η εναγόμενη βρίσκω ότι τήρησε κατά γράμμα τον όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου (Τεκμ. 9) στη σελ. 20 με επικεφαλίδα «Ακύρωση» Σε αυτό εξάλλου συνηγορούν τα Τεκμ. 12,18 και 23 που η ίδια η πλευρά της ενάγουσας κατάθεσε. (ιε) Ο κ. Κωνσταντίνου (ΜΕ1) στην κατάθεση του αναφέρεται στην υποχρέωση της εναγόμενης για αποστολή στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του ασφαλισμένου. Αυτό έπραξε και σε σχέση με τον ΜΕ3 σε συσχετισμό με τα Τεκμ. 25 και 26 στα οποία αναγράφεται η διεύθυνση αποστολής της επιστολής τερματισμού της ασφαλιστικής του κάλυψης. (ιστ) Ο κ. Κωνσταντίνου (ΜΕ1) φανερά δεν είπε την αλήθεια όταν προσποιήθηκε άγνοια για το τι απέγινε αίτηση του για εξασφάλιση παρεμπίπτοντος διατάγματος στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και της έφεσης που καταχώρησε της απόρριψης του. (ιζ) Απέφυγε ο ΜΕ 1 να απαντήσει ευθέως παρά την έκταση της απάντηση του όταν ρωτήθηκε με το απλό παράδειγμα ενός ατόμου το οποίο διεκδικούσε επιστροφή ασφαλίστρων χωρίς να παρουσιάζει απόδειξη ότι είχε πληρώσει. (ιη) Παραδέχθηκε ο ΜΕ 1ότι γνώριζε ότι σε περίπτωση που δεν συμμορφωνόταν με τον όρο καταβολής των ασφαλίστρων στο λογαριασμό της εναγόμενης η τελευταία είχε το δικαίωμα τερματισμού της Σύμβασης αλλά και ασφαλιστικού συμβολαίου. (ικ) Ο κ. Κωνσταντίνου προσπάθησε να θολώσει τα νερά όταν κλήθηκε να απαντήσει ποιοι είναι αντισυμβαλλόμενοι σε συμβόλαιο ασφάλειας. (ικα) Το απόσπασμα από τη σελ. 15 που παραθέτω πιο πάνω από τη μαρτυρία του καταδεικνύει την σύγχυση από την οποία διακατέχεται, την αντιφατικότητα των ισχυρισμών του και την έκδηλη αποφυγή των υποχρεώσεων του δυνάμει του Γραμματίου το οποίο υπέγραψε. Οι δε επαναλαμβανόμενοι ισχυρισμοί του για τις συνθήκες υπογραφής του διαψεύδονται καθώς αναγνωρίζοντας την οφειλή του ακόμα και μετά τον τερματισμό της Σύμβασης κατέβαλε σημαντικό ποσό έναντι του. (ικβ) Η μαρτυρία της κας Σωκράτους (ΜΕ2) και κ. Αντωνίου (ΜΕ3) ουδέν προσέθεσαν στην υπόθεση της ενάγουσας παρά την φανερή καθοδήγηση που έτυχαν για να εκφράσουν παράπονο εναντίον της εναγόμενης περί της μη τήρησης των όρων του μεταξύ τους συμβολαίου ασφάλισης. Η ΜΕ 2 δεν επικαλέστηκε οποιαδήποτε ζημιά. Το όχημα της ασφαλίστηκε από την εναγόμενη τον Ιούνιο του 2013 όταν το προηγούμενο συμβόλαιο της όπως η ίδια είπε έληγε τον Μάϊο του
  31. Δεν ανέφερε δε αν είχε στο μεταξύ από τον Δεκέμβριο μέχρι και τον Ιούνιο ασφαλίσει το όχημα της σε άλλη ασφαλιστική εταιρεία. Σε κάθε περίπτωση η ίδια δεν αξίωσε νομικά οτιδήποτε εναντίον της εναγόμενης. Σε σχέση δε με τον ΜΕ 3 η μαρτυρία κατέδειξε ότι η επιστολή τερματισμού του απεστάλη στη διεύθυνση που αναγραφόταν στα ασφαλιστήρια έγγραφα του (Τεκμ. 25 και 26) τα οποία ο ίδιος ανέφερε ότι παραλάμβανε από τον κ. Κωνσταντίνου και δεν προέβη σε διόρθωση της. Από την άλλη δεν διαφάνηκε ότι το ποσό που κατέβαλε στην εναγόμενη ως τα ασφάλιστρα του οχήματος του εμβάστηκαν οποτεδήποτε στον λογαριασμό της εναγόμενης ως προνοούσε η Σύμβαση. (ικγ) Πέραν της φανερής καθοδήγησης που έτυχε ο κ. Παπακυπριανού (ΜΕ4), όπως αναδεικνύεται μέσα από τη μαρτυρία του, χωρίς ασφαλώς επιτυχία, υπήρξε και αντιφατική εφόσον υποστήριξε ότι ήδη από το 2011 είχε ενημερωθεί από την κα Μαχαιρά και για τη βοήθεια που του ζήτησαν στο να παραδίδει επιταγές σε ασφαλισμένους και πελάτες της ενάγουσας και για το προβληματικό της χαρτοφυλάκιο το οποίο στη συνέχεια ήταν καταστροφικό και για τις δικές του ασφαλιστικές εργασίες. Η μαρτυρία του δεν προσέθεσε όσα η ενάγουσα ανέμενε και προσδοκούσε από αυτόν. Τουναντίον, στάθηκε, όπως κρίνω, επιζήμια για τις θέσεις της ενάγουσας εφόσον κατά πρώτο φανέρωσε ότι αρκετά πιο πριν από τον τερματισμό της Σύμβασης η σχέση της με την εναγόμενη ήταν προβληματική και όχι σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης όπως την παρουσίασε ο κ. Κωνσταντίνου (ΜΕ1) και εξ ου η έκπληξη του όταν έλαβε την επιστολή τερματισμού, κατά δεύτερον ανέδειξε το προβληματικό χαρτοφυλάκιο της ενάγουσας το οποίο ήταν ένας από τους λόγους τερματισμού της επίδικης Σύμβασης και τρίτον κατέδειξε ότι η εναγόμενη επέστρεφε χρήματα που αντιστοιχούσαν σε ασφάλιστρα που καταβλήθηκαν από πελάτες της ενάγουσας σε αντίθετη με όσα ο κ. Κωνσταντίνου υποστήριξε. Η μαρτυρία που παρουσίασε η πλευρά της εναγόμενης εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας χαρακτηριζόταν από συνοχή, ήταν πειστική και κάθε αναφορά των κ.κ. Ιακωβίδη (ΜΥ1), Αγαπίου (ΜΥ2) και Μιχαηλίδη (ΜΥ3) τεκμηριωνόταν με ακριβή παραπομπή που έκαναν σε έγγραφα που καταχωρήθηκαν ως τεκμήρια. Κρίνω ότι ήταν ειλικρινείς στις απαντήσεις τους και ότι παρουσίασαν την πραγματική εικόνα που χαρακτηρίζει την υπόθεση. Παρόλο ότι ήταν μακρά η μαρτυρία τους και κυρίως η αντεξέταση του καθενός εντούτοις δεν κρίνω σκόπιμο να υπεισέλθω σε λεπτομέρειες αυτής. Η καταγραφή του ουσιαστικού της μέρους της μαρτυρίας τους ως πιο πάνω, γίνεται αποδεκτή και από αυτή θα εξαγάγω τα τελικά μου συμπεράσματα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Τα γεγονότα της υπόθεσης όπως αναδείχθηκαν μέσω της μαρτυρίας και τη συνολική θεώρηση τους καταδεικνύουν ότι η Σύμβαση των διαδίκων (Τεκμ. 1), και η ερμηνεία των όρων της και ο τερματισμός της είναι καθοριστικής σημασίας γεγονότα. Στην υπόθεση Μαρσέλ Μπούλος κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ,

(2001)1 ΑΑΔ 1858: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. (Βλ., μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14th Edition, para 4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας)». Ο Τερματισμός της Σύμβασης και οι Συνέπειες: Σύμφωνα με τη νομολογία μας μία σύμβαση τερματίζεται είτε με κοινή συναίνεση είτε μονομερώς από το αθώο μέρος εξαιτίας ουσιώδους παραβίασης της από το υπαίτιο μέρος. Η διάρρηξη της σύμβασης θεωρείται ουσιώδης όταν αυτή πηγαίνει στη ρίζα της. Τέτοιας μορφής παράβαση συμβαίνει όταν υπάρχει πλήρης αποτυχία του ανταλλάγματος της σύμβασης ή σημειώνεται παραβίαση σημαντικού όρου αυτής. Ο τερματισμός της σύμβασης γίνεται με βάση τη διαδικασία που ενδεχομένως να καθορίζεται μέσα από το περιεχόμενο της και εν πάση περίπτωση εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από τη στιγμή της ουσιώδους παράβασης έτσι ώστε να μην δοθεί η εντύπωση στο υπαίτιο μέρος ότι το αθώο μέρος με τη στάση του επέλεξε να συνεχίσει να δεσμεύεται από τη σύμβαση επιφυλάσσοντας το δικαίωμα του να διεκδικήσει ειδικές και/ή γενικές αποζημιώσεις και/ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία που θεωρεί ότι δικαιούται. Το πρόσωπο το οποίο υπαναχωρεί νόμιμα από τη σύμβαση, δικαιούται αποζημίωση για κάθε ζημιά την οποία υπέστη συνεπεία της μη εκπλήρωσης της σύμβασης (άρθρο 75 του Κεφ.149). Στην υπόθεση Καλησπέρας v. Δρυάδη κ. ά.,
(1998)1 ΑΑΔ 867 τονίστηκε ότι το άρθρο 75 του Κεφ.149[1] ορίζει ότι, πρόσωπο, το οποίο αποκηρύττει τη σύμβαση (υπαναχωρεί νόμιμα από τη σύμβαση), δικαιούται σε αποζημίωση για ζημία, την οποία υπέστη λόγω της μη εκπλήρωσής της. Όπως περαιτέρω εξηγείται στην Παντζιαρή ν. Aquarian Ltd κ.ά.,
(1993)1 ΑΑΔ 748, το άρθρο 75 διαφυλάττει το δικαίωμα συμβαλλομένου, ο οποίος ακυρώνει τη σύμβαση για βάσιμο λόγο, να διεκδικήσει αποζημιώσεις για ζημία, που έχει υποστεί λόγω ανακοπής ή μη εκπλήρωσης του συμβολαίου. Η αποζημίωση είναι η παραδοσιακή θεραπεία που πηγάζει από το κοινοδίκαιο και καλύπτει τη ζημιά ή απώλεια που το αθώο μέρος υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνομολογούσαν τη σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης (άρθρο 73
(1)του Κεφ.149)[2]. Όταν η ζημιά μπορεί να εκτιμηθεί, τότε το αθώο συμβαλλόμενο μέρος αξιώνει ειδικές αποζημιώσεις (special damages) τις οποίες καλείται να αποδείξει στο Δικαστήριο στη βάση προσκόμισης αποδειχτικών στοιχείων κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, ενώ όταν αυτό είναι αδύνατο διεκδικούνται γενικές αποζημιώσεις (general damages), οι οποίες υπολογίζονται από το Δικαστήριο. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Καλησπέρας v. Δρυάδη (πιο πάνω) το λογικά προβλεπτό της ζημίας, όπως διαγράφεται από τη σύμβαση, είναι το μέτρο της αποζημίωσης. Ο κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της είναι, κατά κανόνα, ο χρόνος της διάρρηξης. Σχετική επίσης είναι η υπόθεση Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos,
(1982)1 C.L.R. 499. Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προκλήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης. Κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή της ζημιάς που προέκυψε από την παράβαση της σύμβασης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα τα οποία υπήρχαν για θεραπεία της δυσχέρειας η οποία προκλήθηκε συνεπεία της μη εκτέλεσης της σύμβασης (άρθρο 73
(3)του Κεφ.149)[3]. Η γενική αρχή είναι ότι το αθώο μέρος πρέπει να τεθεί, σε όποιο βαθμό αυτό μπορεί να επιτευχθεί με το χρήμα, στην ίδια θέση στην οποία θα ήταν ως εάν η σύμβαση να είχε εκτελεστεί. Ωστόσο δεν μπορεί να απαιτήσει τη ζημιά την οποία ήταν δυνατό να περιορίσει, αν ελάμβανε προς τούτο μέτρα και δεν το έπραξε (George Charalambous Ltd v. Kalos Kafes Ltd κ. ά.,
(1997)1(Α) ΑΑΔ 199). Κάθε συμβαλλόμενο μέρος έχει υποχρέωση να λάβει τέτοια μέτρα έτσι ώστε να ελαχιστοποιήσει τη ζημιά του από ενέργειες της άλλης πλευράς (duty to mitigate loss).Το βάρος αποδείξεως για την λήψη μέτρων για μετριασμό των ζημιών του ενάγοντα, βαρύνει τον εναγόμενο (Centra (Holdings) Ltd v. Reuters Ltd,
(1999)1(A) AAΔ. 298 και Μεταλλικά Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ v. G&C Exhaust Systems Ltd,
(2001)1(A) AAΔ 500). Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι η ειδική αποζημίωση, όπως είναι στην προκείμενη περίπτωση η απαίτηση της ενάγουσας, επιβάλλεται να αποδεικνύεται με τη δέουσα αυστηρότητα και το βάρος αυτό το φέρει η ενάγουσα (βλ. Παναγή ν. Κακόψιτου
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 839.) Με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία, σε καμία περίπτωση δεν έχει αποδειχθεί ότι η ενάγουσα υπέστη οιαδήποτε ζημιά. Ως εκ τούτου δεν δικαιούται σε οποιαδήποτε από τις θεραπείες που αξιώνει. Στη βάση των πιο πάνω και ένεκα της αποτυχίας της ενάγουσας να εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις και της αντισυμβατικής κατ' ουσία συμπεριφοράς της όπως έχω αποφανθεί κατά την ως άνω αξιολόγηση της μαρτυρίας με την μη αποδοχή της μαρτυρίας της και αντίθετα αποδοχή αυτής της εναγόμενης εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας ως του αθώου μέρος της Συμφωνίας, με επιστολή της μέσω των δικηγόρων της με ημερομηνία 3.10.2012 (Τεκμ.2) τερμάτισε την επίδικη Σύμβαση σύμφωνα με τους όρους της αλλά και ως προς την μη τήρηση των προνοιών του Γραμματίου και με την καταχώρηση της παρούσας ανταπαίτησης της αξιώνει αποζημιώσεις ως οι σχετικές θεραπείες που παρέχει το δίκαιο των συμβάσεων. Επομένως έχοντας υπόψιν και τις ως άνω πρόνοιες της νομοθεσίας και τις αρχές που προκύπτουν από τη νομολογία καταλήγω ότι η ενάγουσα εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη ήταν η υπαίτια για τη διάρρηξη της Σύμβασης και το αθώο μέρος η εναγόμενη η οποία δικαιούται σε αποκατάσταση της ζημιάς που υπέστη. Σε σχέση ειδικότερα με την παραβίαση της Σύμβασης ασφαλιστικού πράκτορα (Τεκμ.1) σύμφωνα με τον όρο 26 (Β) αυτής που αφορά τον Τερματισμό Σύμβασης προνοούνται τα ακόλουθα: «Σε κάθε άλλη περίπτωση, η Σύμβαση μπορεί να τερματιστεί από οποιοδήποτε μέρος με γραπτή ειδοποίηση 60 ημερών. Με τον τερματισμό της Σύμβασης, για οποιοδήποτε λόγο, ταυτόχρονα τερματίζεται και η υποχρέωση της Εταιρείας για καταβολή οποιωνδήποτε προμηθειών και άλλων ωφελημάτων και τόσο ο Ασφαλιστικός Πράκτορας όσο και οι νόμιμοι αντιπρόσωποι του δεν θα έχουν οποιαδήποτε απαίτηση από την Εταιρεία. Σε τέτοια περίπτωση ο λογαριασμός του Ασφαλιστικού Πράκτορα θα συνεχίσει να παραμένει ανοικτός και θα χρεώνεται με τις προμήθειες που αντιστοιχούν σε επιστρεφόμενα ασφάλιστρα συμβολαίων για τα οποία ο Ασφαλιστικός Πράκτορας έχει πιστωθεί με προμήθεια». Σε κάθε περίπτωση σύμφωνα με τη μαρτυρία η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία έλαβε υπόψιν της για τον τερματισμό της Σύμβασης τα ακόλουθα: α) Ο δείκτης ζημιών του χαρτοφυλακίου της ενάγουσας ήταν ψηλός και το καθιστούσε ζημιογόνο για την ασφαλιστική εταιρεία. Σχετικό είναι το Τεκμ. 53 καθώς και όσα ανέφερε ο κ. Μιχαηλίδης (ΜΥ3) επεξηγώντας τι είναι ο δείκτης ζημιών και πότε αυτός θεωρείται ζημιογόνος. β) Η ενάγουσα δεν τηρούσε τα πιστωτικά όρια της και όφειλε στην ασφαλιστική εταιρεία αρκετά ποσά καθ' υπέρβαση του (σχετικά είναι τα Τεκμ. 27, 30-42 και 45). Οι λόγοι τερματισμού αναφέρθηκαν στην μαρτυρία του κ. Μιχαηλίδη (ΜΥ3), η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη. Σε σχέση με την ποιότητα του χαρτοφυλακίου σχετική είναι και πάλι η μαρτυρία του κ. Μιχαηλίδη (ΜΥ3). Όσον αφορά την περίοδο πίστωσης των 90 ημερών και τον ισχυρισμό ότι η ενάγουσα δεν μπορούσε να εισπράξει τα ασφάλιστρα λόγω του τερματισμού, διευκρινίστηκε από τους μάρτυρες της εναγόμενης ότι η περίοδος των 90 ημερών είναι περίοδος πίστωσης, γεγονός που σημαίνει ότι η ενάγουσα είχε υποχρέωση να πληρώσει από την πρώτη στιγμή που συνομολογείται η σύμβαση μέχρι 90 ημέρες, όχι μετά τις 90 ημέρες. Εν πάση περιπτώσει, η πίστωση των 90 ημερών αποτελεί ένα δικαίωμα το οποίο παρέχεται στον πράκτορα με τη Σύμβαση ασφαλιστικού πράκτορα και σε καμία περίπτωση δεν δύναται να χρησιμοποιείται ως όπλο απέναντι στον άλλο συμβαλλόμενο. Είναι αμυντικό όπλο για τον ασφαλιστικό πράκτορα η περίοδος πίστωσης των 90 ημερών όχι επιθετικό (βλ. maxim «You can use it as a shield not as a sword» Combe v Combe - [1951] 1 All ER 767 και Άρθρο 29(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60.) Περαιτέρω, με την επιστολή τερματισμού (Τεκμ. 2) δινόταν στην ενάγουσα το χρονικό περιθώριο των 60 ημερών μέχρι τον τερματισμό. Είναι μετά την πάροδο των 60 ημερών από την ημερομηνία της επιστολής τερματισμού που η ασφαλιστική εταιρεία προέβη σε ακύρωση αριθμού ασφαλιστηρίων συμβολαίων του χαρτοφυλακίου της ενάγουσας και σύμφωνα με τους όρους των ασφαλιστικών συμβολαίων ενός εκάστου ασφαλιζομένου και μέσα στα πλαίσια των προνοιών του Νόμου. Σχετικά είναι τα Τεκμ. 2, 23, 28 και
  1. Σύμφωνα με τη μαρτυρία η ασφαλιστική εταιρεία έχει επιστρέψει σε αριθμό ασφαλισμένων οι οποίοι της έχουν προσκομίσει τις αποδείξεις πληρωμής προς την ενάγουσα, την αναλογία των μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων και έχει χρεώσει με τα αντίστοιχα ποσά τον λογαριασμό της και έχει πιστώσει επίσης το λογαριασμό της με όλα τα επιστραφέντα ασφάλιστρα σε σχέση με ασφαλιστήρια που εκδόθηκαν με διαμεσολάβηση της και ακυρώθηκαν από την ασφαλιστική εταιρεία. Το ίδιο συνέβη και με τα ασφαλιστήρια τα οποία εκδόθηκαν εντός της περιόδου των 60 ημερών μέχρι τον τερματισμό (σχετικό είναι το Τεκμ.27). Επομένως στη βάση των πιο πάνω καταλήγω ότι η εναγόμενη δεν παραβίασε την Σύμβαση και ορθά την τερμάτισε ως εκ τούτου καμία αποζημίωση δεν δικαιούται η ενάγουσα από αυτή. Ένα άλλο ζήτημα το οποίο κρίνω σκόπιμο να με απασχολήσει πολύ συνοπτικά είναι η προβαλλόμενη εκ μέρους της ενάγουσας παραβίαση των όρων του ασφαλιστηρίου με τους ασφαλισμένους. Για το ζήτημα αυτό θα πρέπει να ανατρέξουμε στους όρους του Τεκμ.
  2. Σχετικός είναι ο όρος υπ' αριθμό 6 που προνοεί τα ακόλουθα: «
  3. Ακύρωση: Η Εταιρεία δικαιούται να ακυρώσει το Ασφαλιστήριο αυτό αποστέλλοντας ειδοποίηση επτά ημερών με συστημένη επιστολή στον Κάτοχο του Ασφαλιστηρίου στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του και θα επιστρέφει στον Κάτοχο του Ασφαλιστηρίου τα κατά αναλογία μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα.» Ως εκ τούτου, η ακύρωση των ασφαλιστηρίων έγινε σύμφωνα με τους όρους του ασφαλιστηρίου και ήταν καθ' όλα νόμιμη». Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η σύμβαση ασφαλιστικής κάλυψης συνομολογείται μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρείας και του εκάστοτε ασφαλισμένου. Αυτό εξάλλου μετά από παλινδρομήσεις το δέχθηκε και ο κ. Κωνσταντίνου (ΜΕ1). Τούτο έχει ως αποτέλεσμα να μην υπάρχει σε αυτή τη σχέση η σύνδεση του ασφαλιστικού πράκτορα ως συμβαλλόμενου. Η σύμβαση είναι μεταξύ του ασφαλισμένου και της ασφαλιστικής εταιρείας. Κατ' επέκταση σε περίπτωση τερματισμού από την ασφαλιστική εταιρεία, ο μόνος που έχει αξίωση εναντίον της ασφαλιστικής εταιρείας είναι ο ασφαλισμένος. Ουδείς ήγειρε απαίτηση (σχετική είναι η μαρτυρία του ΜΕ2 και του ΜΕ3). Περαιτέρω, με βάση τη σύμβαση ασφαλιστικού πράκτορα, Τεκμ. 1, ο ασφαλιστικός πράκτορας έχει την υποχρέωση να εισπράττει και να καταβάλει στην ασφαλιστική εταιρεία τα ασφάλιστρα για τις συμβάσεις που προτείνει και γίνονται αποδεκτές, ενώ σε περίπτωση τερματισμού της Σύμβασης, ο πράκτορας, η ενάγουσα εν προκειμένω, έχει υποχρέωση να καταβάλει τυχόν υπόλοιπα. Το μέρος το οποίο προέβαινε σε συνεχείς παραβιάσεις της συμφωνίας ασφαλιστικού πράκτορα ήταν η ενάγουσα ην οποία δεν τηρούσε τα πιστωτικά του όρια με αποτέλεσμα να οφείλει σήμερα στην εναγόμενη το συνολικό ποσό των €50.735,43 ως υπόλοιπο λογαριασμού και το ποσό των €97.103,70 ως υπόλοιπο Γραμματίου. Σε σχέση με το διεκδικούμενο υπόλοιπο δυνάμει του Γραμματίου σχετικά και καθοδηγητικά επί του πιο πάνω νομικού ζητήματος είναι τα Άρθρα 78-80 του περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ.149): «Το Άρθρο 78 προνοεί ότι «Γραμμάτιο» είναι γραπτή υπόσχεση, που παρέχεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογράφεται από το πρόσωπο που την παρέχει στην παρουσία δύο τουλάχιστο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο προς πρόσωπο το οποίο ορίζεται στο Γραμμάτιο, ποσού χρημάτων, πλέον τόκο που ορίζεται σε αυτό κατά ανώτατο όριο προς εννέα τοις εκατό κατ' έτος και, σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων επ' αυτού, τα συναφή έξοδα, και αναφέρει την αντιπαροχή για την οποία παρέχεται η υπόσχεση». Σύμφωνα με την πάγια νομολογία (βλ. σχετικά την υπόθεση Δημητρίου ν. Δημητρίου, Πολ. Έφεσης Αρ.181/12, ημερ.21/12/2018, όταν πληρούνται οι πρόνοιες/ προϋποθέσεις που τίθενται από το Άρθρο 78 του Κεφ.149 τότε τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Άρθρου 80 του ιδίου Νόμου. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι σημαντικό: «Σε περιπτώσεις όπου έναν έγγραφο πληροί τις προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 78 τότε τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 80 το οποίο προνοεί ως ακολούθως: «
  4. Σε κάθε δικαστικό μέτρο που λήφθηκε βάσει γραμματίου συνήθους τύπου, το περιεχόμενο του εν λόγω γραμματίου συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό: Νοείται ότι σε οποιοδήποτε τέτοιο δικαστικό μέτρο, αποτελεί επαρκή υπεράσπιση το γεγονός ότι η υπογραφή του οφειλέτη χρέους ή άλλου που υπόγραψε το Γραμμάτιο δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του, ή ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη». Πράγματι, το Γραμμάτιο, αποτελεί μια ιδιάζουσα νομική οντότητα στο Κυπριακό νομικό στερέωμα, και η έννοια αυτού χρήζει αυστηρής ερμηνείας ενόψει του ότι το Άρθρο 80 προνοεί (ως παρατίθεται ανωτέρω) ότι το περιεχόμενο του αποτελεί αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκεί αναφέρονται. Η αυστηρή ερμηνεία τονίστηκε σε σωρεία Κυπριακών Αποφάσεων μεταξύ άλλων και στην υπόθεση Παπαστρατής ν. Οικονόμου
(1971)1 Α.Α.Δ.
  1. και στην υπόθεση Ανδρέας Χαραλάμπους ν.
  2. Τάκης Νεοφύτου
  3. Μαρία Ζένιου, ECLI:CY:AD:2017:A251, Πολ. Έφεση 292/2011, ημερ.07.07.
  4. Στην πρόσφατη υπόθεση Χαραλάμπους το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε την Αρχή ότι «. σε κάθε δικαστικό μέτρο που λαμβάνεται βάσει Γραμματίου Συνήθους Τύπου, το περιεχόμενου του εν λόγω γραμματίου συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό (βλ. επίσης Raif v Dervish
(1971)1 C.L.R. 158)». Το καίριο ερώτημα που εγείρεται εις την παρούσα αγωγή είναι το κατά πόσο το Τεκμ. 6 της παρούσας διαδικασίας είναι Γραμμάτιο εν τη έννοια του Νόμου. Πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει ο Νομοθέτης; Η απάντηση εξετάζοντας το ίδιο το έγγραφο αλλά και τις συνθήκες υπογραφής του είναι καταφατική όπως θα καταδειχθεί στη συνέχεια. Το Τεκμ. 6 είναι μια γραπτή υπόσχεση η οποία παρέχεται από την ενάγουσα εταιρεία/ εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενη προς την Demco Insurance Co Ltd (νυν Prime Insurance Co Ltd), στην παρουσία 2 μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι (δεν υπήρξε οποιαδήποτε αμφισβήτηση περί αυτού), σύμφωνα με την οποία η πρώτη καλείται να πληρώσει προς την δεύτερη συγκεκριμένο ποσό χρημάτων, πλέον τόκο 5,5% σε προσδιορισμό μέλλοντα χρόνο με ανάλογη ρύθμιση σχετικά με τον τρόπο αποπληρωμής του οφειλόμενου ποσού. Το ποσό αυτό ανέρχεται ως φαίνεται και επί του Τεκμ. 6 στις €155.387,76. Στο ερώτημα αν το δικαστήριο μπορεί να εισέλθει πίσω από την δεδηλωμένη αντιπαροχή του Γραμματίου η απάντηση είναι όχι, σχετικές είναι οι υποθέσεις Raif v. Dervish
(1971)1 ΑΑΔ 158, Παύλου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 483 και Χαραλάμπους ν. Πάνθηρα Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ
  1. Στην υπόθεση Δημητρίου (ανωτέρω), το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι τα 2 επίδικα έγγραφα που είχε ενώπιον του δεν ήτο Γραμμάτια Συνήθους Τύπου εν τη έννοια του Νόμου και κατ' επέκταση αυτό καθόρισε και την μοίρα της αγωγής σε απόρριψη. Το Ανώτατο Δικαστήριο, έκρινε πως έστω και η ύπαρξη ανακρίβειας στον τρόπο περιγραφής της αντιπαροχής δεν μπορούσε να επηρεάσει τη φύση του εγγράφου. Τόνισε δε ότι ο εφεσίβλητος/ εναγόμενος παρά την υπεράσπιση ότι υπέγραψε τα έγγραφα υπό εξ' αναγκασμό κ.τ.λ., κατέβαλε έναντι των γραμματίων διάφορα ποσά αδιαμαρτύρητα και κατ' επέκταση το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι ήταν Γραμμάτια Συνήθους Τύπου. Σύμφωνα με το Τεκμ. 44 η ενάγουσα προέβη σε 3 διαφορετικές ημερομηνίες, ήτοι στις 30/06/2012, 31/08/2012 και 31/10/2012, σε πληρωμές ποσών έναντι του Γραμματίου. Για παράδειγμα, το Τεκμ. 50 αποδεικνύει ότι η ενάγουσα κατέβαλε το ποσό των €20.000 έναντι του οφειλόμενου ποσού που πρόκυπτε από το Γραμμάτιο. Αυτή ήταν και η τελευταία πληρωμή που έκανε για το Γραμμάτιο. Στην υπό εξέταση υπόθεση, προκύπτει αβίαστα μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία ότι η ενάγουσα/ εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενη, στις 22/03/2012 υπέγραψε το Τεκμ. 6 - βάζοντας δε και 2 εγγυητές να συνυπογράψουν - ένας εκ των οποίων ήταν ο κ. Κωνσταντίνου (ΜΕ1). Σκοπός της σύναψης μεταξύ των μερών του Τεκμ. 6 ήταν σύμφωνα με τους μάρτυρες υπεράσπισης η διασφάλιση και η «κάλυψη» των μεγάλων ποσών/ υπολοίπων που είχε ο συγκεκριμένος ασφαλιστικός πράκτορας έναντι της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας. Πιο συγκεκριμένα, ο κ. Ιακωβίδης (ΜΥ1), ο οικονομικός διευθυντής της εναγόμενης, τόσο μέσα στην γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Β), όσο και κατά την διάρκεια της αντεξέτασής του τόνισε ότι το ποσό του Γραμματίου ήταν απόρροια μεγάλων καθυστερήσεων από ασφάλιστρα που λάμβανε από τους ασφαλισμένους η ενάγουσα και τα οποία ουδέποτε απέδιδε εις την εναγόμενη ως όφειλε σύμφωνα με τις πρόνοιες σύμβασης ασφαλιστικού πράκτορα (Τεκμ.1 -σχετικοί οι όροι 16-17). «
  2. Απόδοση ασφαλίστρων. Ο Ασφαλιστικός Πράκτορας ευθύνεται ως θεματοφύλακας για κάθε ασφάλιστρο ή άλλο ποσό που εισπράττει κατά την άσκηση των εργασιών του και οφείλει να το αποδώσει στην Εταιρεία μέσα στην περίοδο πίστωσης που προβλέπεται στο Μέρος 2 - Αμοιβή Ασφαλιστικού Πράκτορα της Σύμβασης. . Τα ασφάλιστρα τα οποία εισπράττονται από τους ασφαλισμένους προκειμένου να αποδοθούν στην Εταιρεία από τον Ασφαλιστικό Πράκτορα, λογίζονται έναντι του Ασφαλισμένου ότι έχουν καταβληθεί στην εταιρεία με την είσπραξη τους από τον Ασφαλιστικό Πράκτορα. .
  3. Περίοδος Πίστωσης. Στο τέλος κάθε μήνα θα αποστέλλεται στον Ασφαλιστικό Πράκτορα κατάσταση λογαριασμού και το καθαρό υπόλοιπο που οφείλεται στην Εταιρεία πρέπει να εξοφλείται μέσα στην περίοδο πίστωσης που προβλέπεται στο Μέρος 2- Αμοιβή Ασφαλιστικού Πράκτορα. Σε περίπτωση με καταβολής των ασφαλίστρων μέσα στην προβλεπόμενη περίοδο πίστωσης, η Εταιρεία θα έχει το δικαίωμα άμεσου τερματισμού της Σύμβασης και είσπραξης τόκου που ισούται με το βασικό δανειστικό επιτόκιο πλέον 3%, υπολογιζόμενου από την ημερομηνία λήξεως της ημερομηνίας πίστωσης.Σε περίπτωση τερματισμού της Σύμβασης οποιοδήποτε χρέος ή υποχρέωση του Ασφαλιστικού Πράκτορα προς την Εταιρεία, καθίσταται άμεσα πληρωτέα. Η περίοδος πίστωσης, ως φαίνεται και στο Μέρος 2, της Σύμβασης Ασφαλιστικού Πράκτορα, Τεκμ. 1, είναι 90 ημέρες. Στην περίοδο αυτή βεβαίως έχουν κάνει λεπτομερή αναφορά και οι μάρτυρες Υπεράσπισης καταχωρώντας τις σχετικές καταστάσεις λογαριασμού ως τεκμήρια». Δεν μπορεί παρά να σχολιαστεί και το γεγονός ότι η ενάγουσα, μετά την υπογραφή του Τεκμ. 6, προέβη σε αποπληρωμή μέρους του ποσού των €155.387,76σ. Χαρακτηριστικά είναι τα όσα ανέφερε ο κ. Αγαπίου (ΜΥ2), κατά την διάρκεια της κυρίως εξέτασης του «έγιναν πληρωμές έναντι του γραμματίου ναι το Γραμμάτιο εξυπηρετείτο κανονικά.». Παρόμοια και ο κ. Ιακωβίδης (ΜΥ1) ανέφερε στη Γραπτή του Δήλωση (Έγγραφο Β) παράγραφος 19 ότι η ενάγουσα έχει καταβάλει έναντι του Γραμματίου ποσό των €58.278,06σ. και μένει ως οφειλόμενο υπόλοιπο το ποσό των €97.103,70σ. Σχετικό είναι το Τεκμ. 44 όπου φαίνεται ότι η τελευταία δόση για το Γραμμάτιο πληρώθηκε στις 31.10.2012 για το ποσό των €20.000 μετά τον τερματισμό της Σύμβασης μεταξύ των μερών. Το γεγονός ότι έγιναν πληρωμές από την ενάγουσα έναντι του Γραμματίου, δεν είναι θέση η οποία υποστηρίζεται μόνο από την εναγόμενη/ εξ' ανταπαιτήσεως ενάγουσα, αλλά και σε ερώτηση που έγινε στον ίδιο τον κ. Κωνσταντίνου (ΜΕ1), κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του «Αμφισβητείτε κύριε ότι πληρώνατε ποσά για το Γραμμάτιο;» η απάντηση του ήταν πως «Όι, πλήρωνα, βεβαίως και πλήρωνα». Ο κ. Κωνσταντίνου (ΜΕ1), ανάφερε σε σχέση με τον λόγο που καταρτίστηκε το Τεκμ. 6 ότι «το Γραμμάτιο το υπόγραψα κατόπιν πιέσεως της εταιρείας γιατί δεν έφευγαν την δουλειά μου, γιατί είχαν ενωθεί δύο εταιρείες και ήθελαν να δείξουν δουλειά και για να έχουν κάποια ασφάλεια κάποια εγγύηση για τα μελλοντικά συμβόλαια, τα οποία θα έκανα στην εταιρεία». Ενώ σε σχετική ερώτηση που του τέθηκε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης για το κατά πόσο το Γραμμάτιο αφορούσε προκαταβολικά άλλα ποσά που θα πρόκυπταν μεταξύ αυτού και της εναγόμενης απάντησε «Πιέσετε με». Τα όσα ανέφερε και παρουσίασε ο κ. Κωνσταντίνου σε σχέση με αυτό ειδικά το ζήτημα ενώπιον του δικαστηρίου κρίνω ότι στερούνται λογικής και απέχουν από την πραγματικότητα. Αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του σε μια απέλπιδα προσπάθεια να αποποιηθεί οποιασδήποτε ευθύνης και/ή υποχρέωσης να επιστρέψει πίσω στην εναγόμενη/ εξ' ανταπαιτήσεως ενάγουσας το ποσό των €97.103,70 ως αυτό προκύπτει μέσα από το Τεκμ. 6 και το Τεκμ. 44 και αποτελεί το υπόλοιπο ποσό που εκκρεμεί για την πλήρη αποπληρωμή του Γραμματίου. Το γεγονός ότι η ενάγουσα/ εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενη προέβη στις 22.03.2012 στην σύναψη του Γραμματίου και στην συνέχεια προέβη σε 3 διαδοχικές πληρωμές έναντι του γραμματίου (Τεκμήριο 6) ήτοι στις 30/06/12, στις 31.08.12 και στις 31.10.12 καταδεικνύει την ύπαρξη και την αναγνώριση της οφειλής της έναντι της εναγόμενης/ εξ' ανταπαιτήσεως ενάγουσας. Ουδέποτε η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε γραπτώς και/ή προφορικώς και/ή άλλως πως σχετικά με την εν λόγω οφειλή. Αντιθέτως, οι πράξεις και/ή οι ενέργειες της μαρτυρούν και/ή αποδεικνύουν περίτρανα την υποχρέωση που ανέλαβε έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας για πληρωμή των οφειλόμενων ποσών ως αυτά συμφωνήθηκαν μεταξύ τους. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Συνεπεία της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας και έχοντας υπόψιν και τη νομική πτυχή που διέπει την υπόθεση και τα επίδικα ζητήματα καταλήγω ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει τις αξιώσεις τις οι οποίες και απορρίπτονται. Βρίσκω ότι σε σχέση με την υποχρέωση της ενάγουσας εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 1 και του εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενου 3 για την οφειλή τους δυνάμει του Γραμματίου ότι η τελευταία πληρωμή που έκαναν ήταν στις 31.10.2012 και έκτοτε ουδέν κατέβαλαν. Η εικόνα αυτή παρουσιάζεται στο Τεκμ. 44 και επομένως παραμένει οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει του Γραμματίου το ποσό των €97.103,70σ. πλέον συμφωνηθέντα τόκο 5,5% από 22.03.2012 ή το εκάστοτε νόμιμο επιτόκιο μέχρι της πλήρους εξόφλησης του για το οποίο εκδίδεται απόφαση υπέρ της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας και εναντίον των εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενων 1 και 3 ομού και ή κεχωρισμένως. Σε σχέση δε με το υπόλοιπο του λογαριασμού της ενάγουσας από ανανεώσεις συμβολαίων και αφαιρώντας το ποσό των €10.764,13σ. που αντιστοιχεί σε τέτοιες ανανεώσεις οι οποίες έγιναν μετά τις 3.12.202 ημερομηνία τερματισμού της Σύμβασης από το ποσό των €61.499,56σ. που ήταν το ποσό που διεκδικείτο με την ανταπαίτηση, βρίσκω ότι παραμένει υπόλοιπο το ποσό των €50.735,52σ. το οποίο θα φέρει νόμιμο τόκο από της καταχώρησης της ανταπαίτησης ήτοι από την 18.02.2013 μέχρι εξοφλήσεως και εκδίδεται απόφαση υπέρ της εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας και εναντίον της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 1 ως ανωτέρω. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Η απαίτηση της ενάγουσας και η ανταπαίτηση της εναγομένης έχουν συνεκδικαστεί. Λόγω της συνεκδίκασης θα επιδικαστεί ένα σετ εξόδων. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και αυτά θα είναι υπέρ της εναγόμενης εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσας και εναντίον της ενάγουσας και εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενων 1 και 3 ομού και ή κεχωρισμένως όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην ανάλογη κλίμακα για τον καθένα και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Αξιώσεις για αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας, υπόλοιπο λογαριασμού, γραμματίου συνήθους τύπου. [1]
  4. Το πρόσωπο το οποίο υπαναχωρεί νόμιμα από τη σύμβαση, δικαιούται αποζημίωση για κάθε ζημιά την οποία υπέστη συνεπεία της μη εκπλήρωσης της σύμβασης. [2] 73.-
(1)Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης. [3]
(3)Κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή της ζημιάς που προέκυψε από την παράβαση της σύμβασης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα τα οποία υπήρχαν για θεραπεία της δυσχέρειας η οποία προκλήθηκε συνεπεία της μη εκτέλεσης της σύμβασης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.