← Κύπρος

Μαρκαντώνη ν. Παναγιώτου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2180/2010, 24/1/2020

Μαρκαντώνη ν. Παναγιώτου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2180/2010, 24/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2020:A34 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2180/2010 Μεταξύ: . Μαρκαντώνη Ενάγουσας v. 1. . Παναγιώτου 2. . Τσιάτταλου 3. . Ιωάννου 4. Αχίλλειον Ιδιωτικό Νοσοκομείο Εναγομένων Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημ. 20.12.10 Μεταξύ: . Μαρκαντώνη Ενάγουσας v. 1. . Παναγιώτου 2. . Τσιάτταλου 3. . Ιωάννου 4. Ιατρικό Κέντρο Λεμεσού Αχίλλειον Λτδ το οποίο τελεί εργασίες υπό την εμπορική επωνυμία Αχίλλειον Ιδιωτικό Νοσοκομείο Εναγομένων Αίτηση Ενάγουσας ημ. 10.8.18 για επιβάρυνση και πώληση μετοχών του Εναγομένου 1 Ημερομηνία: 24 Ιανουαρίου 2020 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Χ. Ιωαννίδης με κα Γ. Ζαχαρία για Αγγελίδης, Ιωαννίδης, Λεωνίδου ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο 1 - Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Π. Γεωργίου για Σκορδής & Στεφάνου ΔΕΠΕ και Ανδρέα Κυπρίζογλου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση η Ενάγουσα - Αιτήτρια ζητά την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: (
  2. i)επιβάρυνσης των ακόλουθων μετοχών που κατέχει ο Εναγόμενος 1 ως εξής · 81,025 μετοχών στην εταιρεία Χρυσαφιλιώτισσα Δημόσια Λτδ · 2,000 μετοχών στην εταιρεία Vallone Co Ltd · μετοχών στην Πολυκλινική Υγεία Δημόσια Εταιρεία Λτδ (
  3. ii)επιβάρυνσης σε οποιοδήποτε συμφέρον και ή μέρισμα και ή εισόδημα πληρωτέο σε σχέση με τις ως άνω μετοχές (iii) εκποίησης με δημόσιο πλειστηριασμό και ή ρευστοποίησης και ή διάθεσης και ή πώλησης με ιδιωτική σύμβαση των ως άνω μετοχών και διάθεση του προϊόντος εκποίησης και ή πώλησης προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους (
  4. iv)διορισμού του κ. ΠΜ ως παραλήπτη για σκοπούς πώλησης και ή ρευστοποίησης των ως άνω μετοχών και την είσπραξη του ποσού καθώς επίσης και οδηγίες ως προς τα καθήκοντα του. Η Αίτηση περιείχε και αντίστοιχα αιτητικά αναφορικά με τους Εναγόμενους 2 και 3. Ενόψει κάποιων από κοινού δηλώσεων αυτών και της Ενάγουσας η Αίτηση προχώρησε σε ακρόαση μόνο για τον Εναγόμενο 1. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Ενάγουσας στην οποία αρχικά αναφέρεται στο ιστορικό της διαδικασίας της Αγωγής και περιγράφει το καθεστώς των μετοχών τις οποίες κατέχει ο Εναγόμενος 1 στις εταιρείες Χρυσαφιλιώτισσα και Vallone και τη σχέση μεταξύ των δύο εταιρειών. Επιπρόσθετα η Ενάγουσα επικαλείται ισχυρισμό του Εναγομένου 1 στην ένορκη του δήλωση ημ. 19.10.17 στην ένσταση του στα πλαίσια της αίτησης έρευνας της Ενάγουσας ημ. 12.10.16, ότι έχει εισόδημα και από μερίσματα μετοχών που κατέχει στην Πολυκλινική Υγεία Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Η Ενάγουσα επισυνάπτει βεβαίωση αποδοχής από τον προτεινόμενο παραλήπτη κ. Μαυρομμάτη και ισχυρίζεται ότι είναι δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα για σκοπούς εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης και εξόφλησης μέρους ή ολόκληρου του εξ αποφάσεως χρέους. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται ως ακολούθως: 1. Η Ενάγουσα δεν προσήλθε με καθαρά χέρια και ή καλή πίστη αφού στην ένορκη της δήλωση δεν αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα με αποτέλεσμα να παραπλανεί το Δικαστήριο. 2. Η Αίτηση και τα αιτούμενα διατάγματα είναι παράτυπα καθότι το Δικαστήριο, με απόφαση του ημ. 21.5.18, δέσμευσε ποσά από λογαριασμούς του Εναγομένου 1 τα οποία ισοδυναμούν με την καταβολή 13 μηνιαίων δόσεων. 3. Το Δικαστήριο με απόφαση του ημ. 21.12.18 εξέδωσε διατάγματα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου εναντίον του Εναγομένου 1. 4. Η Αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει είναι ελλιπής και ή περιέχει ανυπόστατους ισχυρισμούς. 5. Η Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και ή μέτρο πίεσης προς τον Εναγόμενο 1 με σκοπό να τον πλήξει επαγγελματικά. 6. Το ισοζύγιο της ευχέρειες κλίνει σαφώς υπέρ του Εναγομένου 1 και συνηγορεί υπέρ της απόρριψης της Αίτησης. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου 1, στην οποία με τη σειρά του αναφέρεται πιο αναλυτικά στο ιστορικό της διαδικασίας και δέχεται τις θέσεις της Ενάγουσας σε σχέση με το καθεστώς και την κατοχή των μετοχών των εταιρειών Χρυσαφιλιώτισσα, Vallone και Πολυκλινική Υγεία. Ισχυρίζεται ότι στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη και ότι οι εν λόγω εταιρείες είναι είτε νοσοκομεία είτε μέτοχοι νοσοκομείων και τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα επηρεάσει αρνητικά τη λειτουργία τους και τους υπόλοιπους μετόχους, υπαλλήλους, συνεργάτες και ασθενείς. Ισχυρίζεται επίσης ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα επιφέρει στον ίδιο δυσμενείς και δυσανάλογες ζημιές καθότι θα πληγεί επαγγελματικά εφόσον οι ενέργειες των εταιρειών θα μπλοκαριστούν με αποτέλεσμα μεταξύ άλλων πιθανόν να μην έχει ικανοποιητικό εισόδημα να αποπληρώνει το εξ αποφάσεως χρέος. Αναφέρει ακόμα ότι τυχόν πώληση των μετοχών του θα προκαλέσει τεράστια και δυσανάλογη ζημιά σε σχέση με το όφελος που πρόκειται να αποκομίσει η Ενάγουσα ενώ η αξία των μετοχών είναι πολύ μεγαλύτερη από το όφελος που πρόκειται να έχει η Ενάγουσα από τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν οι δικηγόροι των δύο πλευρών. Ι. Νομική Πτυχή Η Αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στον περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Ν.31(Ι)/92 ο οποίος προνοεί για την έκδοση επιβαρυντικών διαταγμάτων (άρθρο 3) και διαταγμάτων πώλησης των υπό επιβάρυνση περιουσιακών στοιχείων για σκοπούς εκτέλεσης απόφασης (άρθρο 6). Η διαδικασία που προβλέπεται στον Ν.31(Ι)/92 είναι μια ιδιάζουσα διαδικασία η οποία αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στην ικανοποίηση όλου ή μέρους εκδοθείσας δικαστικής απόφασης. Το άρθρο 3 παρέχει την εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει μονομερώς διάταγμα επιβάρυνσης, το οποίο αφού επιδοθεί στον οφειλέτη ή άλλο ενδιαφερόμενο ή επηρεαζόμενο πρόσωπο, δύναται να ακυρωθεί ή διαφοροποιηθεί από το Δικαστήριο κατόπιν σχετικής αίτησης από οποιοδήποτε τέτοιο πρόσωπο. Ακολούθως στα πλαίσια ξεχωριστής μεταγενέστερης αίτησης, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα πώλησης. Βεβαίως ο Νόμος και ειδικότερα το άρθρο 3 δεν εμποδίζουν την καταχώριση αίτησης δια κλήσεως για την έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος, στην οποία (αίτηση) να συμπεριληφθεί και αίτημα για την έκδοση διατάγματος πώλησης, όπως άλλωστε αναγνωρίζεται στην υπόθεση Ιωάννου (Σιαρματτά) v. Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.

(2000)1Γ Α.Α.Δ.
  1. Αυτή η διαδικασία ακολουθήθηκε στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία η Ενάγουσα καταχώρισε μια αίτηση με την οποία ζητά την έκδοση και των δύο διαταγμάτων, στα πλαίσια της οποίας ο Εναγόμενος 1 καταχώρισε ένσταση και έτσι το Δικαστήριο έχει εξαρχής ενώπιον του τις θέσεις και των δύο πλευρών κατά την εξέταση του κατά πόσο δικαιολογείται η έγκριση οποιουδήποτε των αιτητικών της Αίτησης. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι το επιβαρυντικό διάταγμα το οποίο εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 3 δεν ορίζεται επιστρεπτέο αλλά είναι τελικό και ορίζεται για επίδοση, με τη δυνατότητα ακύρωσης ή διαφοροποίησης του και διέπεται από τις πρόνοιες του ίδιου του Νόμου. Όπως επεξηγείται και στο σύγγραμμα Διατάγματα των Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, σελ. 319-320, ο Ν.31(Ι)/92προνοεί την έκδοση δύο ειδών επιβαρυντικών διαταγμάτων, τα τελικά δυνάμει του άρθρου 3 και τα προσωρινά δυνάμει του άρθρου
  2. Τα πρώτα εκδίδονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων ενώ τα δεύτερα εκδίδονται εκκρεμούσης της Αγωγής και διέπονται από τις πρόνοιες του άρθρου 9 του Νόμου αλλά και των άρθρων 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60και τη σχετική νομολογία. Αυτά λέχθηκαν και στις υποθέσεις Αναφορικά με την Αίτηση της North Financial Overseas Corp., Πολ. Αίτ. 57/16, ημ. 8.6.16 και Αναφορικά με την Αίτηση του Συνεργατικού Συγκροτήματος Συνεργατικών Εταιρειών Λευκόνοικο
(2013)1Γ Α.Α.Δ. 2090, στις οποίες τονίστηκε το ιδιόμορφο της διαδικασίας δυνάμει του Ν.31(Ι)/92. Στην τελευταία υπόθεση γίνεται παραπομπή και στην υπόθεση Ψάλτης v. Χ΄΄Λοή
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1454. Η υπό κρίση περίπτωση αφορά και αποσκοπεί αρχικά στην έκδοση τελικού επιβαρυντικού διατάγματος, το οποίο εμπίπτει εντός της πρώτης κατηγορίας, και συνακόλουθα στην έκδοση διατάγματος πώλησης. Τόσο το άρθρο 3 όσο και το άρθρο 6 αναφέρονται ρητώς για το τι θα πρέπει να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο πριν προχωρήσει στην έκδοση του αντίστοιχου διατάγματος και σαφώς οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 και η σχετική νομολογία δεν τυγχάνουν εφαρμογής. Ως εκ τούτου δεν κρίνεται χρήσιμη ή πρόσφορη η παραπομπή από τον δικηγόρο του Εναγομένου 1 στις πρόνοιες του άρθρου 32 και της νομολογίας επί τούτου για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης. Το άρθρο 3 του Ν.31(Ι)/92 που αφορά σε τελικά διατάγματα επιβάρυνσης προβλέπει τα ακόλουθα: «3.-
(1)Όταν κατόπιν απόφασης ή διατάγματος Δικαστηρίου πρόσωπο καλείται να πληρώσει χρηματικό ποσό (οφειλέτης) σε άλλο πρόσωπο (πιστωτή), τότε, προς το σκοπό εκτέλεσης της απόφασης ή του διατάγματος, το Δικαστήριο, με βάση τις διατάξεις του Νόμου αυτού, δύναται να εκδώσει διάταγμα (το οποίο θα αναφέρεται ως επιβαρυντικό διάταγμα), με το οποίο επιβάλλει επιβάρυνση σε οποιοδήποτε συμφέρον, το οποίο ο εξ αποφάσεως οφειλέτης έχει επί περιουσιακών στοιχείων για τα οποία ο Νόμος αυτός εφαρμόζεται και τα οποία καθορίζονται στο διάταγμα, με σκοπό την εξασφάλιση πληρωμής του οφειλόμενου ποσού.
(2)Το Δικαστήριο, προτού αποφασίσει κατά πόσο θα εκδώσει επιβαρυντικό διάταγμα, εξετάζει όλα τα περιστατικά της υπόθεσης και ειδικότερα οποιαδήποτε ενώπιον του αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με- (α) Την προσωπική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη· και (β) το ενδεχόμενο ζημιάς άλλου πιστωτή του οφειλέτη από την έκδοση του διατάγματος.
(3)Το Δικαστήριο δύναται κατά την έκδοση του διατάγματος να επιβάλει όρους σχετικά με την πληροφόρηση του οφειλέτη και άλλου ενδιαφερόμενου ή επηρεαζόμενου προσώπου ή σχετικά με οποιοδήποτε άλλο ζήτημα, οι οποίοι κατά την κρίση του είναι αναγκαίοι και υπό τις περιστάσεις δίκαιοι.
(4).
(5)Όταν επιβάλλεται επιβάρυνση με βάση τις πρόνοιες του Νόμου αυτού, το Δικαστήριο εκδίδοντας το διάταγμα δύναται να προβλέψει όπως η επιβάρυνση επεκτείνεται σε οποιοδήποτε μέρισμα ή άλλο εισόδημα πληρωτέο σε σχέση με το βαρυνόμενο στοιχείο.
(6)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)του Άρθρου 5 διάταγμα επιβάρυνσης εκδιδόμενο με βάση τις πρόνοιες του παρόντος Νόμου θα έχει τις συνέπειες που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)του ίδιου άρθρου.» Με βάση το εν λόγω άρθρο, ο αιτών το επιβαρυντικό διάταγμα θα πρέπει να είναι εξ αποφάσεως πιστωτής ενώ η περιουσία η οποία δύναται να αποτελέσει αντικείμενο τέτοιου διατάγματος συμπεριλαμβάνει και μετοχές εταιρειών δεόντως εγγεγραμμένων στην Κυπριακή Δημοκρατία, σύμφωνα με το άρθρο 4, την ερμηνεία του όρου «ομόλογα» στο άρθρο 2 και την υπόθεση Σιαρματτά (ανωτέρω). Στην υπόθεση Σιαρματτά (ανωτέρω) λέχθηκε επίσης ότι στα πλαίσια αίτησης για την έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος η υποχρέωση του πιστωτή εκπληρώνεται με την παρουσίαση της αναγκαιότητας για έκδοση τέτοιου διατάγματος και εναπόκειται πλέον στον οφειλέτη να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα σχετικά στοιχεία αναφορικά με το ενδεχόμενο ύπαρξης οτιδήποτε του αρνητικού στην έκδοση τέτοιου διατάγματος. Το άρθρο 6 το οποίο αφορά σε διατάγματα πώλησης περιουσιακών στοιχείων προνοεί τα εξής: «6.-
(1)Άνευ επηρεασμού των προνοιών του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου νόμου σχετικά με την εκτέλεση αποφάσεων του Δικαστηρίου, περιουσιακά στοιχεία τα οποία βαρύνονται με διάταγμα εκδοθέν δυνάμει των προνοιών του παρόντος Νόμου πωλούνται, διατίθενται ή ρευστοποιούνται μόνο με διάταγμα Δικαστηρίου το οποίο εκδίδεται κατόπιν αίτησης του πιστωτή και το οποίο καλείται διάταγμα πώλησης.
(2)Το Δικαστήριο κατά την έκδοση του διατάγματος με βάση τις πρόνοιες του εδαφίου
(1)δύναται να επιβάλει οποιουσδήποτε όρους τους οποίους κρίνει αναγκαίους για τη διασφάλιση των συμφερόντων όλων των ενδιαφερόμενων μερών, ανεξάρτητα αν είναι ή όχι διάδικοι.
(3)Το Δικαστήριο, προτού εκδώσει την απόφαση του σε αίτηση η οποία υποβάλλεται δυνάμει του εδαφίου
(1), οφείλει να εξασφαλίσει τις απόψεις όλων των ενδιαφερόμενων μερών, περιλαμβανομένων του Επίσημου Παραλήπτη και Εφόρου Εταιρειών, των Συμβούλων της Εταιρείας ή άλλου νομικού προσώπου, με σκοπό την εξακρίβωση του συμφέροντος του οφειλέτη και του συμφέροντος όλων όσων δυνατό να έχουν συμφέρον στα βαρυνόμενα περιουσιακά στοιχεία ή δυνατό να επηρεάζονται από την πώληση, ρευστοποίηση ή διάθεση τους. Για το σκοπό αυτό το Δικαστήριο δύναται να δώσει οποιεσδήποτε οδηγίες οι οποίες υπό τις περιστάσεις κρίνονται σκόπιμες και αναγκαίες.
(4)Το Δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται αίτηση για την έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος δύναται, αν αυτό περιλαμβάνεται στην αίτηση του πιστωτή, να διατάξει την πώληση, ρευστοποίηση ή διάθεση των περιουσιακών στοιχείων για τα οποία εκδίδεται το επιβαρυντικό διάταγμα και στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι πρόνοιες των εδαφίων
(2)και
(3)του παρόντος άρθρου: Νοείται ότι η έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος συνοδευόμενου με διάταγμα πώλησης θα λογίζεται τρόπος εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου.» ΙΙ. Ιστορικό Διαδικασίας - Μη Αποκάλυψη Ουσιωδών Γεγονότων Αποτελεί βασικό λόγο ένστασης ότι η Ενάγουσα δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων που αφορούν την παρούσα Αίτηση και ειδικότερα του όλου ιστορικού της διαδικασίας στην Αγωγή. Από τη στιγμή που η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκε δια κλήσεως, το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων από πλευράς της Ενάγουσας. Αποτελεί βασική νομική αρχή ακολουθούμενη σταθερά τόσο από την Αγγλική όσο και την Κυπριακή νομολογία ότι είναι στις μονομερείς αιτήσεις που ο αιτητής έχει υποχρέωση να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική του κρίση. Παράλειψη αποκάλυψης όλων των ουσιαστικών γεγονότων θεωρείται ως είδος «εξαπάτησης» του Δικαστηρίου και έχει ως συνέπεια την άρνηση του Δικαστηρίου να τον ακούσει ακυρώνοντας το προσωρινό διάταγμα που εξέδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία του. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ. κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Όπως αναφέρεται στις υποθέσεις Κυριακίδης v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου)
(2011)1Β Α.Α.Δ. 816 και Πιττάκα v. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2014)1Γ Α.Α.Δ. 1895, το θέμα της μη αποκάλυψης εξετάζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο καλείται να εκδώσει, και εκδίδει, μονομερές διάταγμα χωρίς το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα να λάβει γνώση και να έχει την ευκαιρία να ακουστεί, επομένως είναι καθήκον του αιτητή να θέσει την όλη υπόθεση του με ακριβή και δίκαιο τρόπο. Έχει ήδη επισημανθεί ότι η υπό κρίση Αίτηση δεν αφορά στην έκδοση οποιουδήποτε προσωρινού διατάγματος και εν πάση περιπτώσει δεν καταχωρίστηκε μονομερώς. Αντιθέτως, όπως θα διαφανεί αναλυτικά κατωτέρω, αυτή επιδόθηκε σε διάφορα πρόσωπα εκ των οποίων μόνο ο Εναγόμενος 1 επέλεξε να εμφανιστεί στα πλαίσια αυτής και καταχώρισε ένσταση παρουσιάζοντας και τις δικές του θέσεις. Επομένως για σκοπούς της παρούσας Αίτησης το Δικαστήριο έχει ενώπιον του και θα εξετάσει τους ισχυρισμούς και των δύο πλευρών. Ανεξαρτήτως των όσων αναφέρονται ανωτέρω, στην ίδια την Αίτηση αναφέρεται ότι τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η Αίτηση περιλαμβάνουν και τον φάκελο της υπόθεσης. Επομένως, η ίδια η Ενάγουσα στηρίζεται στο περιεχόμενο του φακέλου στον οποίο περιέχεται όλο το ιστορικό της διαδικασίας, και εν πάση περιπτώσει το ίδιο το Δικαστήριο δύναται να ανατρέξει σε αυτόν και λάβει γνώση (βλ. Γεωργίου v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ (Αρ. 2)
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1938). Ως εκ τούτου, εκτός του ότι δεν τίθεται ζήτημα μη αποκάλυψης εκ μέρους της Ενάγουσας, η ίδια στηρίζεται σε αυτό το ιστορικό όπως προκύπτει μέσα από τον φάκελο, χωρίς την ανάγκη επανάληψης αυτού προς υποστήριξη της Αίτησης της. Με βάση τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, το περιεχόμενο του φακέλου και όπως αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγομένου 1, προκύπτουν τα ακόλουθα: (
  1. i)Στις 27.7.16 το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση), κατόπιν ακρόασης της Αγωγής, εξέδωσε απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1-4 αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα για το ποσό των €1.300.000 με τόκο και έξοδα. (
  2. ii)Οι Εναγόμενοι 1-3 άσκησαν έφεση εναντίον της εν λόγω πρωτόδικης απόφασης η οποία ακόμα εκκρεμεί. (iii) Ταυτόχρονα καταχώρισαν αίτηση ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία ζητούσαν αναστολή εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης εκκρεμούσης της έφεσης. (
  3. iv)Στα πλαίσια της αίτησης, στις 4.8.17 το Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση) διέταξε την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης υπό τον όρο ότι έκαστος των Εναγομένων 1-3 θα παρείχε τραπεζική εγγύηση ύψους €700.000 εντός 60 ημερών από την έκδοση της απόφασης. (
  4. v)Οι Εναγόμενοι 2 και 3 άσκησαν έφεση εναντίον της εν λόγω απόφασης μόνο όσον αφορά το ύψος της εγγύησης. Το Εφετείο, με την απόφαση του ημ. 29.1.18, μείωσε το ποσό της τραπεζικής εγγύησης για έκαστο των Εναγομένων 2 και 3 σε €350.000 με οδηγίες όπως αυτή κατατεθεί εντός 60 ημερών από την έκδοση της απόφασης. (
  5. vi)Ουδείς των Εναγομένων 1-3 συμμορφώθηκε με την παροχή τραπεζικής εγγύησης εντός της καθορισμένης προθεσμίας, ήτοι ο μεν Εναγόμενος 1 για το ποσό των €700.000, οι δε Εναγόμενοι 2 και 3 για το ποσό των €350.000 έκαστος. (vii) Στα πλαίσια αίτησης έρευνας, με ενδιάμεση απόφαση ημ. 7.8.18 το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) εξέδωσε εναντίον των Εναγομένων 1-3 ξεχωριστά διατάγματα μηνιαίων δόσεων ύψους €2.000 από την 1.9.18 μέχρι εξοφλήσεως του εξ αποφάσεως χρέους. Σημειώνεται πως με την απόφαση του το Δικαστήριο απέρριψε αίτημα για καταβολή του ποσού των μηνιαίων δόσεων σε λογαριασμό μεσεγγύησης (escrow account) μέχρι εκδίκασης της έφεσης. (viii) Οι Εναγόμενοι 1 και 2 άσκησαν έφεση εναντίον των εν λόγω διαταγμάτων. Ο Εναγόμενος 3 άσκησε αντέφεση εναντίον της ίδιας απόφασης όσον αφορά το σκέλος της μη καταβολής των μηνιαίων δόσεων σε λογαριασμό μεσεγγύησης (escrow account). Και αυτές οι εφέσεις εκκρεμούν. (
  6. ix)Στις 21.12.18, στα πλαίσια άλλων αιτήσεων, με απόφαση του το παρόν Δικαστήριο εξέδωσε διατάγματα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου ποσών τα οποία βρίσκονταν κατατεθειμένα σε τραπεζικούς λογαριασμούς των Εναγομένων 1-3. (
  7. x)Με ξεχωριστές αποφάσεις του ημ. 13.6.19 το παρόν Δικαστήριο απέρριψε τις αιτήσεις των Εναγομένων 1-3 για αναστολή εκτέλεσης του διατάγματος μηνιαίων δόσεων εκκρεμούσης της έφεσης εναντίον του εν λόγω διατάγματος. ΙΙΙ. Κοινό Υπόβαθρο Γεγονότων Αίτησης Στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης και με βάση τις ένορκες δηλώσεις και των δύο πλευρών, οι ακόλουθοι ισχυρισμοί της Ενάγουσας γίνονται παραδεκτοί από τον Εναγόμενο 1 και επομένως τα ακόλουθα αποτελούν κοινώς παραδεκτό υπόβαθρο γεγονότων: (α) Η εταιρεία Χρυσαφιλιώτισσα Δημόσια Λτδ, με αρ. εγγραφής ΗΕ..63, είναι η μοναδική μέτοχος της Εναγομένης 4 και της εταιρείας Mediterranean Hospital of Cyprus Ltd καθώς επίσης και του ιδιωτικού νοσοκομείου Mediterranean Hospital of Cyprus. Σχετικά είναι τα Τεκμήρια 2 και 3 στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας. (β) Το εκδοθέν μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας Χρυσαφιλιώτισσα Δημόσια Λτδ είναι διαιρεμένο σε 16.584.649 συνήθεις μετοχές. Ο Εναγόμενος 1 είναι εκ των διευθυντών της και είναι κάτοχος και ιδιοκτήτης 81.025 συνήθων μετοχών της. Σχετικά είναι τα Τεκμήρια 4 - 6 στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας. (γ) Η εταιρεία Vallone Co Ltd, με αρ. εγγραφής ΗΕ..36 κατέχει 5.106.190 μετοχές της εταιρείας Χρυσαφιλιώτισσα Δημόσια Λτδ. Το εκδοθέν μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας Vallone Co Ltd είναι διαιρεμένο σε 5.000 συνήθεις μετοχές. Ο Εναγόμενος 1 είναι εκ των διευθυντών της και είναι κάτοχος και ιδιοκτήτης 2.000 συνήθων μετοχών της. Σχετικά είναι τα Τεκμήρια 7 και 8 στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας. (δ) Σύμφωνα με το Τεκμήριο 6, η εταιρεία Χρυσαφιλιώτισσα Επενδυτική Λτδ κατέχει 7.333.705 μετοχές της εταιρείας Χρυσαφιλιώτισσα Δημόσια Λτδ. Ο Εναγόμενος 1 είναι εκ των διευθυντών της Χρυσαφιλιώτισσα Επενδυτική Λτδ. Το εκδοθέν κεφάλαιο της είναι διαιρεμένο σε 1.242 συνήθεις μετοχές και η Vallone Co Ltd κατέχει 982 μετοχές της, ήτοι περίπου το 79% του μετοχικού κεφαλαίου της. Σχετικά είναι τα Τεκμήρια 9 και 10 στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας. (ε) Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του Εναγομένου 1 που συνόδευε την ένσταση του ημ. 19.10.17, στα πλαίσια της αίτησης έρευνας εναντίον του, ο Εναγόμενος 1 έχει άλλο εισόδημα το οποίο προέρχεται από μερίσματα στην Πολυκλινική Υγεία Δημόσια Εταιρεία Λτδ στην οποία είναι μέτοχος. Με από κοινού δήλωση των δικηγόρων των δύο πλευρών, είναι επίσης κοινώς παραδεκτό ότι μετά την έκδοση της απόφασης και μέχρι τις 12.12.19 η Ενάγουσα εισέπραξε τα ακόλουθα ποσά έναντι του εξ αποφάσεως χρέους:
(1)Δυνάμει του διατάγματος μηνιαίων δόσεων ο Εναγόμενος 1 κατέβαλε 14 μηνιαίες δόσεις συνολικού ποσού €28.000, ο Εναγόμενος 2 επίσης κατέβαλε 14 και ο Εναγόμενος 3 κατέβαλε 13, συνολικού ποσού €82.000.
(2)Δυνάμει των διαταγμάτων κατάσχεσης εις χείρας τρίτου η Ενάγουσα εισέπραξε τα ποσά των €16.386 και €9.900 από λογαριασμούς του Εναγομένου 1, τα ποσά των €9.900, €8.172 , €25.168 και €2.193 από λογαριασμούς του Εναγομένου 2 και τα ποσά των €170, €13.946,11 και €18.670,93 από λογαριασμούς του Εναγομένου 3, ήτοι συνολικό ποσό €96.606,04.
(3)Το συνολικό ποσό που εισπράχθηκε ως ανωτέρω ανέρχεται στις €178.606,
  1. IV. Εξέταση Αίτησης Στα πλαίσια εξέτασης της Αίτησης, προκύπτει χωρίς δυσκολία ότι η Ενάγουσα είναι εξ αποφάσεως πιστωτής και ο Εναγόμενος 1 εξ αποφάσεως οφειλέτης δυνάμει της εκδοθείσας απόφασης του Δικαστηρίου ημ. 27.7.
  2. Ασχέτως της καταχώρισης έφεσης εναντίον της εν λόγω απόφασης, αυτή εξακολουθεί να υπόκειται σε εκτέλεση και σύμφωνα με το ποσό της απόφασης και το μέχρι στιγμής εισπραχθέν από την Ενάγουσα ποσό, ακόμα οφείλεται σε αυτή ποσό περίπου €1.200.000, συμπεριλαμβανομένων τόκων. Είναι επίσης σαφές ότι τα διατάγματα επιβάρυνσης ζητούνται για τον σκοπό εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης. Αποτελεί κοινώς παραδεκτό γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης 81.025 (από τις 16.584.649) μετοχές στην εταιρεία Χρυσαφιλιώτισσα Δημόσια Λτδ και 2.000 (από τις 5.000) μετοχές στην εταιρεία Vallone Co Ltd. Οι μετοχές σε δημόσια εταιρεία δεόντως συσταθείσα στην Κυπριακή Δημοκρατία συνιστούν περιουσία η οποία δύναται να αποτελέσει αντικείμενο διατάγματος επιβάρυνσης σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν.31(Ι)/
  3. Είναι επίσης σημαντικό να λεχθεί ότι ο Εναγόμενος 1 δεν είναι ο μέτοχος πλειοψηφίας του μετοχικού κεφαλαίου των δύο αυτών εταιρειών. Παρόλο που ο Εναγόμενος 1 δέχθηκε τη θέση της Ενάγουσας ότι λαμβάνει και μέρισμα από μετοχές που κατέχει στην εταιρεία Πολυκλινική Υγεία Δημόσια Εταιρεία Λτδ, εντούτοις θεωρώ ότι αυτή η θέση παρέμεινε παντελώς γενική και αόριστη. Πέραν του ισχυρισμού περί κατοχής μετοχών στην εν λόγω εταιρεία, η Ενάγουσα δεν παρουσίασε οποιαδήποτε στοιχεία, όπως έρευνα του Εφόρου Εταιρειών από τις οποίες να διαφαίνεται ο συνολικός αριθμός των μετοχών της και ο αριθμός των μετοχών που κατέχει ο Εναγόμενος 1, όπως έπραξε σχετικά με τις άλλες δύο εταιρείες. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο αναφορικά με τη συγκεκριμένη εταιρεία αδυνατεί να καταλήξει ότι με μόνη τη μαρτυρία περί κατοχής μετοχών της εταιρείας, η Ενάγουσα κατάφερε να παρουσιάσει τέτοια μαρτυρία προς υποστήριξη της αναγκαιότητας έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος επιβάρυνσης ούτως ώστε να εναποτίθεται το βάρος στον Εναγόμενο 1 να θέσει στοιχεία για την ύπαρξη οτιδήποτε του αρνητικού στην έκδοση τέτοιου διατάγματος. Επομένως το Δικαστήριο θεωρεί ότι η Ενάγουσα κατάφερε να προσκομίσει επαρκή μαρτυρία ως προς την αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος επιβάρυνσης μόνο αναφορικά με τις εταιρείες Χρυσαφιλιώτισσα Δημόσια Λτδ και Vallone Co Ltd, αλλά όχι αναφορικά με την εταιρεία Πολυκλινική Υγεία Δημόσια Εταιρεία Λτδ για την οποία δεν δύναται να εκδοθεί επιβαρυντικό διάταγμα και συνακόλουθα ούτε και διάταγμα πώλησης. Αναφορικά με τις δύο εταιρείες, Χρυσαφιλιώτισσα Δημόσια Λτδ και Vallone Co Ltd, και σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3
(2), κατά την εξέταση του κατά πόσο θα εκδώσει διάταγμα επιβάρυνσης, το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψιν όλα τα περιστατικά της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων τυχόν αποδεικτικών στοιχείων για την προσωπική και οικονομική κατάσταση του οφειλέτη και του ενδεχομένου ζημιάς άλλου πιστωτή του οφειλέτη από την έκδοση του διατάγματος. Κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο θεωρεί ότι λόγω του ύψους του οφειλόμενου ποσού και του ύψους των μηνιαίων δόσεων εκάστου Εναγομένου, θα είναι δύσκολη αν όχι αδύνατη η είσπραξη ολόκληρου του ποσού μέσω των μηνιαίων δόσεων, λαμβανομένου υπόψιν και του γεγονότος πως η Ενάγουσα κινήθηκε με μέτρα εκτέλεσης και εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 τα οποία αποφέρουν και πάλι την είσπραξη σχετικά πολύ μικρού ποσού σε σχέση με το ποσό της απόφασης. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Σιαρματτά (ανωτέρω) στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Εκείνο που έχει εν προκειμένω σημασία είναι ότι και ολόκληρο το ποσό της ρευστοποιηθείσας κινητής περιουσίας της πρωτοφειλέτιδας να λογιζόταν έναντι του εξ αποφάσεως χρέους, θα παρέμενε απλήρωτο το κατά πολύ μεγαλύτερο μέρος του. Η όποια δε προοπτική ικανοποίησης από την πώληση της ακίνητης ιδιοκτησίας στο μέλλον, δεν θα μπορούσε να επιδράσει ανασταλτικά στο δικαίωμα της εφεσίβλητης, εξ αποφάσεως πιστώτριας, να εισπράξει όσο είναι λογικά δυνατό πιο σύντομα και πιο πολύ έναντι του χρέους. Όπως ήδη αναφέραμε, η εφεσίβλητη διατηρούσε δυνατότητα να στραφεί προς οποιονδήποτε από τους οφειλέτες. Η κίνηση της εφεσίβλητης προς τις μετοχές της εφεσείουσας δεν θα μπορούσε λοιπόν να θεωρηθεί είτε αχρείαστη είτε καταπιεστική. Ούτε και μας φαίνεται να προκύπτει εξ αντικειμένου κακοβουλία. Η πρόνοια στο άρθρο 3
(2)(α) του νόμου αποβλέπει ακριβώς στην εξουδετέρωση αυτών των δύο κινδύνων. Όπου λοιπόν ενδέχεται να υπάρχει ο,τιδήποτε το αρνητικό στην έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος, απόκειται στον οφειλέτη να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα σχετικά στοιχεία. Η υποχρέωση του πιστωτή εκπληρώνεται με την παρουσίαση μαρτυρίας σε σχέση με μόνο τη γενικότερη εικόνα, για στοιχειοθέτηση της αναγκαιότητας. Και αυτό η εφεσίβλητη, κατά τη γνώμη μας, το έπραξε. Δεν είναι δυνατό να αναμένεται η ανάληψη ανιχνευτικού έργου από τον εξ αποφάσεως πιστωτή σε σχέση με την προσωπική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη για να παρουσιάσει ο πρώτος στοιχεία τα οποία βασικά ενδιαφέρουν τον δεύτερο και τα οποία μπορεί ο ίδιος να παρουσιάσει αν επιθυμεί. Επρόκειτο για αίτηση διά κλήσεως· θα το θεωρούσαμε δε αδιανόητο να ήταν αλλιώς.» Ο Εναγόμενος 1 εγείρει διάφορους ισχυρισμούς οι οποίοι θα πρέπει να τύχουν εξέτασης για σκοπούς απόφασης περί της έκδοσης επιβαρυντικών διαταγμάτων ή όχι. Το γεγονός ότι εκκρεμούν εφέσεις εναντίον της απόφασης ημ. 27.7.16 αλλά και των υπολοίπων άλλων αποφάσεων, τόσο άλλων όσο και του παρόντος Δικαστηρίου, δεν αποτελεί βάσιμο λόγο για τη μη έκδοση των επιβαρυντικών διαταγμάτων, από τη στιγμή που η απόφαση εξακολουθεί να είναι εκτελεστή. Ούτε και το γεγονός ότι η Ενάγουσα χρησιμοποιεί διάφορες μεθόδους εκτέλεσης κρίνεται ότι συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας ούτως ώστε να εμποδίζει την Ενάγουσα από την υποβολή αιτήματος για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Θεωρώ ξεκάθαρο ότι, ενόψει του ύψους της απόφασης και της μέχρι στιγμής πορείας είσπραξης, με την υπό κρίση Αίτηση η Ενάγουσα αποσκοπεί στην ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Σιαρματτά (ανωτέρω) και Αδελφοί Θράσου και Συνεργάτες (Ομόρρυθμη Εταιρεία) v. Βασιλαρά κ.ά.
(2008)1Β Α.Α.Δ. 830. Η τελευταία αφορούσε αίτηση για κατάσχεση εις χείρας τρίτου ενόσω οι εναγόμενοι βρίσκονταν σε πλήρη συμμόρφωση με το διάταγμα καταβολής μηνιαίων δόσεων. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό για σκοπούς της παρούσας, λαμβανομένου υπόψιν ότι στο άρθρο 6
(4)του Ν.31(Ι)/92 αναφέρεται ότι η έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος συνοδευόμενου με διάταγμα πώλησης θεωρείται ως τρόπος εκτέλεσης δικαστικής απόφασης: «Επειδή οι εξ αποφάσεως οφειλέτες-εφεσίβλητοι κατέβαλλαν κανονικά τις μηνιαίες δόσεις που είχαν διαταχθεί να καταβάλλουν, το πρωτόδικο δικαστήριο λανθασμένα, κατά την κρίση μας, θεώρησε πως η παράλληλη προώθηση και άλλου μέτρου εκτέλεσης ήταν αναιτιολόγητη, και υπό τις περιστάσεις καταπιεστική. Στο Άρθρο 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, προνοείται ρητά πως κάθε δικαστική απόφαση ή διάταγμα του δικαστηρίου που διατάσσει πληρωμή χρημάτων, μπορεί να εκτελεστεί με όλα ή με οποιοδήποτε από τα μέσα που αναφέρονται στο εδάφιο 1 του Άρθρου 14 και τα οποία περιλαμβάνουν κατάσχεση ιδιοκτησίας στα χέρια τρίτου και εξέταση του εξ αποφάσεως οφειλέτη δυνάμει του Μέρους VIII και έκδοση σχετικού διατάγματος δυνάμει του Μέρους ΙΧ του Νόμου. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε ρητή απαγόρευση στο Νόμο αναφορικά με τη λήψη, ταυτόχρονα, περισσοτέρων του ενός μέσου εκτέλεσης δικαστικής απόφασης. Αυτό ενισχύεται και από το Άρθρο 87 του Κεφ. 6, το οποίον προνοεί ότι το δικαστήριο, μετά την εξέταση του οφειλέτη, μπορεί να εκδώσει ένα ή και περισσότερα από τα διατάγματα που αναφέρονται στο Άρθρο 87, μεταξύ των οποίων είναι το διάταγμα πληρωμής του χρέους με μηνιαίες δόσεις και το ένταλμα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου. Η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων είναι στοιχείο που συναρτάται άμεσα με το κύρος της δικαστικής διαδικασίας. Η αξιοπιστία της δικαιοσύνης εξαρτάται και από την αποτελεσματικότητα της (Δέστε: Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν. Κωνσταντίνου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1034). Στην προκείμενη περίπτωση δεν θεωρούμε πως οι εφεσείοντες ενήργησαν καθ' οιονδήποτε αντινομικό, αθέμιτο ή καταπιεστικό τρόπο. Είχαν υποβάλει αίτηση μηνιαίων δόσεων και το πρωτόδικο δικαστήριο τους διέταξε να πληρώνουν £200.- μηνιαίως ο καθένας (που ήταν το ανώτατο ζητούμενο ποσό). Τρεις περίπου μήνες μετά την έκδοση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων οι εφεσείοντες είχαν πληροφορίες πως οι εφεσίβλητοι είχαν τραπεζικούς λογαριασμούς στο όνομα τους. Προχώρησαν λοιπόν και υπέβαλαν, στο δικαστήριο, αίτηση κατάσχεσης χρημάτων εις χείρας τρίτου με σκοπό την άμεση εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους τους ώστε να μην είναι υποχρεωμένοι να περιμένουν την εξόφληση του χρέους με τις προαναφερόμενες μηνιαίες δόσεις. Δεν βλέπουμε οτιδήποτε το μεμπτό στην συμπεριφορά των εφεσειόντων, οι οποίοι είχαν θεμιτό συμφέρον να επιθυμούν την όσον το δυνατό γρηγορότερη εκτέλεση της υπέρ τους δικαστικής απόφασης και την είσπραξη του λαβείν τους το συντομότερο δυνατό. Εκτιμούμε ότι, υπό τις περιστάσεις, το πρωτόδικο δικαστήριο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια λανθασμένα, όταν απέρριψε την αίτηση των εφεσειόντων για τους προαναφερόμενους λόγους.» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης η πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Στροβόλου Λτδ v. Σακκή κ.ά., Πολ. Έφ. Ε145/14, ημ. 15.11.19, στην οποία έγινε παραπομπή στην προαναφερόμενη υπόθεση Αδελφοί Θράσου και Συνεργάτες (Ομόρρυθμη Εταιρεία) v. Βασιλαρά κ.ά. (ανωτέρω) και λέχθηκε ότι η επιλογή και προώθηση παράλληλων και διαφορετικών διαδικασιών εκτέλεσης είναι δυνατή, δεν είναι όμως ανεξέλεγκτη αλλά υπόκειται στον έλεγχο του Δικαστηρίου το οποίο δύναται να την ανακόψει όταν θεωρήσει την παράλληλη προώθηση κάποιου μέτρου εκτέλεσης ως καταπιεστική. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι χαρακτηριστικό: «Στην Αδελφοί Θράσου και Συνεργάτες ν. Βασιλαρά κ.α.
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 830 σημειώνεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 δεν απαγορεύεται η παράλληλη προώθηση διαφορετικών μέτρων εκτέλεσης. Το άρθρο ρητά προνοεί ότι κάθε δικαστική απόφαση ή διάταγμα του Δικαστηρίου που διατάσσει την πληρωμή χρημάτων, μπορεί να εκτελεστεί με όλα ή με οποιοδήποτε από τα μέσα που αναφέρονται στο πρώτο του εδάφιο. Αποφασίστηκε ότι η αναφορά στην Christodoulou ότι ως θέμα πρακτικής δεν θα πρέπει να υποβάλλεται οποιαδήποτε αίτηση για λήψη άλλων μέτρων εκτέλεσης, ενόσω διάταγμα μηνιαίων δόσεων βρίσκεται σε ισχύ και γίνεται σεβαστό, δεν αντικατοπτρίζει ορθά το σημερινό κυπριακό δίκαιο επί του προκειμένου. Αναφέρεται, ωστόσο, ότι η επιλογή και προώθηση παράλληλων και διαφορετικών διαδικασιών εκτέλεσης δεν μπορεί να είναι ανεξέλεγκτη, αλλά υπόκειται στον έλεγχο του Δικαστηρίου, το οποίο έχει διακριτική εξουσία, εφόσον θεωρήσει την παράλληλη προώθηση κάποιου μέτρου εκτέλεσης ως καταπιεστική, να την ανακόψει. Όπως και κάθε καταχρηστική δικαστική διαδικασία θα προσθέταμε. Σημασία έχει λοιπόν κατά πόσο αυτό που επιδιώκεται είναι καταχρηστικό. Στη Panaou (σελ.23) αναφέρεται ότι η εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης είναι ζήτημα που υπόκειται στην επιτήρηση και έλεγχο του Δικαστηρίου. Δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται για σκοπούς αχρείαστης καταπίεσης και σε κάθε περίπτωση για οποιοδήποτε σκοπό άλλο από την δέουσα ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης. Δεν υφίσταται άλλος περιοριστικός κανόνας. Η επιδίωξη αυτού που χορηγήθηκε ως θεραπεία, όταν δηλαδή στην αγωγή, πέραν του επιδικασμού χρηματικού ποσού, εκδίδεται και διάταγμα για εκποίηση υποθήκης, η προώθηση της πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δύσκολα μπορεί να στοιχειοθετήσει καταπίεση. Ίσως μόνο αν το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους είναι πολύ μικρό και διαφαίνεται ότι μπορεί να εξοφληθεί σύντομα με άλλο τρόπο, ενδεχομένως με την καταβολή μερικών ακόμα μηνιαίων δόσεων τις οποίες ο εξ' αποφάσεως χρεώστης τακτικά καταβάλλει. Καταπίεση και κατ' ακολουθία κατάχρηση μπορεί πιο συχνά να διαπιστωθεί εκεί όπου, ενώ εκκρεμεί η διαδικασία εκποίησης ενυπόθηκου ακινήτου, με ενδείξεις ότι το ποσό που θα εισπραχθεί θα ικανοποιήσει πλήρως το εξ αποφάσεως χρέος και τα έξοδα, προωθείται και άλλο μέτρο εκτέλεσης, το οποίο εκ των πραγμάτων προβάλλει αχρείαστο.» Ο Εναγόμενος 1 επικαλείται υπέρμετρη καθυστέρηση όσον αφορά την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης, σε συνάρτηση με τον χρόνο καταχώρισης της αίτησης έρευνας ημ. 12.10.
  1. Υπό το φως των δεδομένων της παρούσας περίπτωσης δεν διακρίνεται οποιαδήποτε καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας, και δη τέτοια που να οδηγεί την Αίτηση δίχως άλλο σε απόρριψη. Και τούτο, καθότι η ολοκλήρωση της διαδικασίας αναφορικά με την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ολοκληρώθηκε βασικά στις 28.3.18, με τη λήξη της περιόδου εντός της οποίας το Εφετείο διέταξε όπως κατατεθεί τραπεζική εγγύηση από πλευράς Εναγομένων, ακολούθησε η εκδίκαση της αίτησης έρευνας με την έκδοση απόφασης ημ. 7.8.18 και η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκε τρεις μέρες αργότερα, ήτοι στις 10.8.
  2. Σημειώνεται επίσης ότι πριν την εκδίκαση της παρούσας το (παρόν) Δικαστήριο προχώρησε πρώτα, ως έκρινε ορθότερο, με την εκδίκαση των αιτήσεων κατάσχεσης εις χείρας τρίτου και αναστολής εκτέλεσης των μηνιαίων δόσεων πριν προχωρήσει με την εκδίκαση της παρούσας. Ως εκ τούτου δεν παρατηρείται οποιαδήποτε καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας ούτως ώστε να τίθεται ζήτημα απόρριψης της. Αποτελεί ισχυρισμό του Εναγομένου 1 ότι στα πλαίσια της Αίτησης δεν βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη τα συμφέροντα των οποίων θα επηρεαστούν δυσμενώς από τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, και συγκεκριμένα η Χρυσαφιλιώτισσα Δημόσια Λτδ, η Vallone Ltd, όπως και οι υπόλοιποι μέτοχοι της κάθε εταιρείας τα δικαιώματα των οποίων επηρεάζονται ξεχωριστά. Όπως προκύπτει από τον φάκελο, η Αίτηση επιδόθηκε δεόντως στις δύο αυτές εταιρείες καθώς επίσης και στον Έφορο Εταιρειών και ουδείς εξ αυτών εμφανίστηκε ή καταχώρισε ένσταση στα πλαίσια της Αίτησης. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις ένορκες δηλώσεις επίδοσης οι οποίες βρίσκονται στον φάκελο, η Αίτηση επιδόθηκε και στους έξι διευθυντές της Χρυσαφιλιώτισσα Δημόσια Λτδ, ήτοι τους ΧΣ, ΧΝ, ΝΖ, ΜΓ, ΣΝ, και Εναγόμενο 1 καθώς επίσης και στη γραμματέα Circleservus Ltd. Η Αίτηση επιδόθηκε επίσης στους δύο διευθυντές της Vallone Co Ltd ΧΝ και Εναγόμενο 1 καθώς επίσης και στη γραμματέα Circleservus Ltd. Σημειώνεται ότι η επίδοση στους ΧΝ και Εναγόμενο 1 έγινε επίσης υπό την ιδιότητα τους ως αρμόδιοι παραλαβής εγγράφων στο εγγεγραμμένο γραφείο των δύο εταιρειών Χρυσαφιλιώτισα και Vallone, ενώ στους ΧΣ, ΣΝ, ΝΖ και ΜΓ έγινε επίσης υπό την ιδιότητα τους ως αρμόδιοι παραλαβής εγγράφων στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας Χρυσαφιλιώτισα. Η επίδοση σε αξιωματούχο ή γραμματέα της εταιρείας ή στο εγγεγραμμένο γραφείο της είναι καθόλα νομότυπη (Δ.5 θ.7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας). Επομένως ο ισχυρισμός περί μη επίδοσης στις εταιρείες κρίνεται παντελώς αβάσιμος. Αναφορικά με τους μετόχους αυτών θεωρώ ότι αυτοί ως μέτοχοι δεν αποτελούν πρόσωπα τα οποία θα έπρεπε να λάμβαναν γνώση για την υπό κρίση Αίτηση. Υπενθυμίζεται άλλωστε ότι ο Εναγόμενος 1 δεν είναι ο μέτοχος πλειοψηφίας στις εν λόγω εταιρείες. Επισημαίνεται εκ του περισσού πως ο Εναγόμενος 1 είναι και διευθυντής της Χρυσαφιλιώτισσα Επενδυτική Λτδ της οποίας ο κύριος μέτοχος είναι η Vallone Co Ltd, και της οποίας ο Εναγόμενος 1 είναι διευθυντής, και ο οποίος έχει λάβει γνώση της Αίτησης. Από τη στιγμή που οι εταιρείες έλαβαν δεόντως γνώση της Αίτησης και δεν εμφανίστηκαν στα πλαίσια αυτής, τότε δεν μπορεί να γίνεται λόγος ότι δεν βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. Οι μέτοχοι δεν θεωρώ ότι είναι ενδιαφερόμενα μέρη και εν πάση περιπτώσει ο ισχυρισμός του Εναγομένου 1 περί επηρεασμού των δικαιωμάτων εκάστου ξεχωριστά παρέμεινε παντελώς γενικός και αόριστος. Η ίδια γενικότητα και αοριστία χαρακτηρίζει και τους ισχυρισμούς του Εναγομένου 1 περί αρνητικού επηρεασμού της λειτουργίας των νοσοκομείων, των μετόχων, υπαλλήλων, συνεργατών και ασθενών. Αυτοί οι ισχυρισμοί παρέμειναν παντελώς ατεκμηρίωτοι και η έλλειψη προσκόμισης συγκεκριμένων στοιχείων και επεξηγήσεων προς υποστήριξη αυτών καθιστά αδύνατο για το Δικαστήριο να προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτούς. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Σιαρματτά (ανωτέρω) εναπόκειτο στον Εναγόμενο 1 να προσκομίσει τέτοια στοιχεία που να καταδεικνύουν αρνητικό επηρεασμό από τυχόν έκδοση του διατάγματος επιβάρυνσης, και δεν είναι αρκετή η απλή επίκληση τέτοιου ισχυρισμού. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου ότι οι εταιρείες είναι ιδιοκτήτριες ή μέτοχοι σε νοσοκομεία, πλην όμως αυτό το γεγονός από μόνο του δεν διαφοροποιεί τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, ειδικότερα εφόσον δεν παρέχεται οποιαδήποτε εξήγηση για το πώς θα επηρεαστεί η λειτουργία αυτών με τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ο δικηγόρος του Εναγομένου 1 παρέχει εξηγήσεις στην αγόρευση του, ειδικότερα ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα θέσει σε τεράστιο κίνδυνο τη βιωσιμότητα του νοσοκομείου Mediterranean καθότι σε περίπτωση πώλησης των μετοχών θα είναι άγνωστο ποιος θα είναι ο αγοραστής, θα πληγεί ανεπανόρθωτα το δημόσιο συμφέρον εφόσον το νοσοκομείο εργοδοτεί πέραν των 300 προσώπων και έχει προγραμματισμένες επεμβάσεις και ραντεβού ασθενών και πιθανόν να δημιουργηθούν τεράστια προβλήματα από ενδεχόμενη αποχώρηση του από το ΓΕΣΥ. Θεωρώ ότι αυτές οι θέσεις αποτελούν εν μέρει μαρτυρία, όπως π.χ. η αναφορά περί εργοδότησης 300 προσώπων και περί ένταξης του Mediterranean στο ΓΕΣΥ, η οποία δεν δύναται να προσαχθεί μέσω αγόρευσης και επομένως δεν δύναται να ληφθεί υπόψιν. Επιπλέον, τα επιχειρήματα δεν βρίσκουν έρεισμα στα τεθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία τα οποία, επαναλαμβάνεται πως έχουν τεθεί με αοριστία, γενικότητα και ασάφεια. Αξίζει επίσης να σημειωθεί η παράλειψη του Εναγομένου 1 να παρουσιάσει ενδεχομένως το Ιδρυτικό Έγγραφο της κάθε εταιρείας ούτως ώστε να διαφανεί κατά πόσο αυτό περιέχει πρόνοιες ως προς τον τρόπο διάθεσης μετοχών και να οδηγήσει το Δικαστήριο σε οποιαδήποτε συμπεράσματα. Η ίδια διαπίστωση του Δικαστηρίου ισχύει και για τον ισχυρισμό του Εναγομένου 1 ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα επιφέρει στον ίδιο δυσμενείς και δυσανάλογες ζημιές καθότι θα πληγεί επαγγελματικά αφού θα μπλοκαριστούν οι ενέργειες των εταιρειών με αποτέλεσμα την πιθανότητα μελλοντικά να μην έχει ικανοποιητικό εισόδημα να αποπληρώνει το εξ αποφάσεως χρέος. Θεωρώ ότι και αυτός ο ισχυρισμός παραμένει μετέωρος και χωρίς τεκμηρίωση. Ο Εναγόμενος 1 δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε αναφορά ως προς το πώς τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αφενός θα τον πλήξει επαγγελματικά και αφετέρου θα μπλοκάρει τις ενέργειες των εταιρειών. Η απλή αναφορά, χωρίς οποιαδήποτε μαρτυρία προς υποστήριξη αυτής, δεν είναι ικανή από μόνη της να οδηγήσει το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε τέτοιο συμπέρασμα καθότι αυτό θα ήταν αυθαίρετο. Τέλος, και πάλι η πιθανότητα μείωσης και ή απώλειας εισοδημάτων αποτελεί απλή εικασία και δεν είναι ικανή να οδηγήσει σε αντίστοιχο συμπέρασμα και αυτή περιορίζεται στην ενδεχόμενη αδυναμία αποπληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους, ενώ η αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους αποτελεί και το αντικείμενο και τον σκοπό της υπό κρίση διαδικασίας. Είναι επίσης άξιο απορίας πώς ενώ ο Εναγόμενος 1 παραδέχεται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς των μετοχών των εταιρειών και του νοσοκομείου Mediterranean, όπως αυτό εκτίθεται αναλυτικά ανωτέρω, στην αγόρευση του ο δικηγόρος του ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος 1 κατέχει εμμέσως το 70% της εταιρείας Vallone και είναι ο κύριος ιατρός του νοσοκομείου ενώ οι υπόλοιποι μέτοχοι κατέχουν λιγότερο του 10%, ισχυρισμοί οι οποίοι και πάλι δεν δύνανται να προβληθούν ως μαρτυρία στα πλαίσια της αγόρευσης και επομένως δεν λαμβάνονται υπόψιν. Εν πάση περιπτώσει αυτοί δεν υποστηρίζονται από την τεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία στα πλαίσια της Αίτησης. Θεωρώ ότι ο Εναγόμενος 1 περιορίστηκε και προέβαλε παντελώς γενικούς, αόριστους και ατεκμηριώτους ισχυρισμούς οι οποίοι δεν είναι ικανοί να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε συμπέρασμα περί δυσμενούς επηρεασμού ή ενδεχόμενης ζημιάς σε οποιοδήποτε πρόσωπο και ή στον ίδιο. Η ίδια διαπίστωση ισχύει και για τον ισχυρισμό του Εναγομένου 1 ότι η αξία των μετοχών είναι πολύ μεγαλύτερη από το όφελος που ήθελε αποκομίσει η Ενάγουσα από τυχόν έκδοση των διαταγμάτων, εφόσον δεν παρουσίασε οποιαδήποτε έκθεση και ή εκτίμηση της αξίας των μετοχών ούτως ώστε να διαφανεί ενδεχομένως το βάσιμο αυτού του ισχυρισμού. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα στην υπόθεση Σιαρματτά (ανωτέρω) και ειδικότερα στο ακόλουθο απόσπασμα: «Τέλος, δύο λόγια για την αξία των μετοχών. Σύμφωνα με την εφεσείουσα, οι μετοχές της δεν είχαν οποιαδήποτε αξία. Από τη μαρτυρία της προκύπτει δε πως αν είχαν, η αξία τους θα ήταν ελάχιστη. Αδυνατούμε επομένως να αντιληφθούμε τί σημασία θα μπορούσε, ενόψει αυτής της τοποθέτησης, να έχει το ότι η εφεσίβλητη δεν απέδειξε την αξία των μετοχών. Εξ άλλου, όπως υπέδειξε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, προέκυπτε από τα στοιχεία που αφορούσαν τα μεγέθη της Sharmastyl Metal Co. Ltd, πως δεν ήταν δυνατό η αξία των εν λόγω μετοχών να υπερέβαινε το χρέος προς την εφεσίβλητη.» Ούτε και ο λόγος ένστασης ότι η Ενάγουσα δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά με τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων κρίνεται βάσιμος. Έχει ήδη αναφερθεί ότι τα αιτούμενα διατάγματα αποσκοπούν στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης υπέρ της Ενάγουσας και στην είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους και υπό αυτή την έννοια θα πρέπει να ιδωθεί η υπό κρίση Αίτηση, ήτοι πως σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις έγκρισης της τότε τυχόν άρνηση έγκρισης αυτής προκαλεί στην Ενάγουσα ζημιά εφόσον αυτή θα αποστερηθεί αυτό που της έχει επιδικαστεί από το Δικαστήριο. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. v. Κωνσταντίνου
(2000)1B Α.Α.Δ. 1034, η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων είναι στοιχείο που συναρτάται άμεσα με το κύρος της δικαστικής διαδικασίας. Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των επιβαρυντικών διαταγμάτων, οι συνέπειες των οποίων είναι, μεταξύ άλλων, η επιβάρυνση του συμφέροντος του Εναγομένου 1 και ή μερίσματος και ή άλλου εισοδήματος πληρωτέου σε σχέση με τις μετοχές, όπως προνοείται και στο άρθρο 5 του Ν.31(Ι)/92 και ζητείται με το δεύτερο αιτητικό. Σύμφωνα με το άρθρο 6
(3)του Ν.31(Ι)/92, για σκοπούς εξέτασης τυχόν έκδοσης διατάγματος πώλησης, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν την επιλογή τόσο των ενδιαφερομένων προσώπων, ήτοι των ίδιων των εταιρειών και των διευθυντών αυτής (πλην του Εναγομένου 1), όσο και του Επίσημου Παραλήπτη, στους οποίους η Αίτηση έχει επιδοθεί, να μην εμφανιστούν στα πλαίσια αυτής. Όπως έχει ήδη λεχθεί, ο μόνος που εμφανίστηκε και καταχώρισε ένσταση είναι ο Εναγόμενος 1, διάδικος και διευθυντής και των δύο εταιρειών, ο οποίος όμως προέβαλε γενικούς ισχυρισμούς αναφορικά με τυχόν δυσμενή επηρεασμό από την πώληση των μετοχών, όπως εξηγείται αναλυτικά ανωτέρω. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο Εναγόμενος 1 δεν κατάφερε να θέσει οποιαδήποτε στοιχεία από τα οποία να διαφαίνεται ότι τυχόν πώληση θα επηρεάσει δυσμενώς οποιοδήποτε πρόσωπο έχει συμφέρον στις εν λόγω μετοχές. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε λόγος που να συνηγορεί υπέρ της άρνησης έκδοσης διατάγματος πώλησης. Η Ενάγουσα ζητεί τον διορισμό παραλήπτη προς τον σκοπό πώλησης των υπό κρίση μετοχών και την είσπραξη του εξασφαλισμένου ποσού. Ο διορισμός παραλήπτη προς τον σκοπό αυτό προβλέπεται από το άρθρο 7 του Ν.31(Ι)/92. Και πάλι ο Εναγόμενος 1 προβάλλει με κάθε γενικότητα ισχυρισμό πως διορισμός παραλήπτη θα του δημιουργήσει τεράστια και δυσανάλογη ζημιά, και επομένως θεωρώ δικαιολογημένο το αίτημα πώλησης από παραλήπτη και μάλιστα ακολουθώντας τη διαδικασία πώλησης μέσω δημόσιου πλειστηριασμού όπως προβλέπεται στο άρθρο 8 του Νόμου ή ιδιωτικής σύμβασης, ως ήθελε κριθεί ορθότερο από τον παραλήπτη, υπό τον όρο τήρησης των όρων του καταστατικού της κάθε εταιρείας σε σχέση με την καθοριζόμενη εκεί διαδικασία πώλησης και μεταβίβασης των μετοχών. Σύμφωνα με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό της Ενάγουσας, ο κ. Μ είναι εγγεγραμμένος Σύμβουλος Αφερεγγυότητας, Τεκμήριο 11, και με βάση το Βιογραφικό του, Τεκμήριο 12, είναι μεταξύ άλλων διευθυντής και ιδρυτής της Best Practice Consulting, ασχολείται στον τομέα των χρηματοοικονομικών συμβουλών, είναι εγκεκριμένος Σύμβουλος Επιχειρήσεων και κατέχει τον αναγνωρισμένο τίτλο Certified Management Consultant, είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Συνδέσμου Εγκεκριμένων Συμβούλων Επιχειρήσεων Κύπρου και σπούδασε διοίκηση επιχειρήσεων με ειδίκευση στη Λογιστική και Διοίκηση Πληροφοριακών Συστημάτων στην Αμερική. Με βάση τα προσόντα του προτεινόμενου παραλήπτη, τη δική του συγκατάθεση (Τεκμήριο 13) και τη μη ύπαρξη ένστασης για το πρόσωπο του, θεωρώ αυτόν ως κατάλληλο για διορισμό. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έγκριση της Αίτησης. V. Κατάληξη Ως εκ τούτου εκδίδονται τα ακόλουθα διατάγματα: (i) επιβάρυνσης των ακόλουθων μετοχών που κατέχει ο Εναγόμενος 1 ως εξής · 81,025 μετοχών στην εταιρεία Χρυσαφιλιώτισσα Δημόσια Λτδ · 2,000 μετοχών στην εταιρεία Vallone Co Ltd (ii) επιβάρυνσης σε οποιοδήποτε συμφέρον και ή μέρισμα και ή εισόδημα πληρωτέο σε σχέση με τις ως άνω μετοχές (iii) εκποίησης με δημόσιο πλειστηριασμό και ή ρευστοποίησης και ή διάθεσης και ή πώλησης με ιδιωτική σύμβαση των ως άνω μετοχών και διάθεση του προϊόντος εκποίησης και ή πώλησης προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους και (iv) διορισμού του κ. ΠΜ ως παραλήπτη για σκοπούς πώλησης και ή ρευστοποίησης των ως άνω μετοχών και την είσπραξη του ποσού και διάθεση αυτού σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7
(5)του Ν.31(Ι)/92. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Αιτήτριας και εναντίον του Εναγομένου 1 - Καθ΄ ου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.